Έπεσαν σαν μακρόστενες σανίδες
οι ενοχές και κάρφωσαν τα πακέτα
που μέσα είχαμε στοιβάξει τα όνειρα
μαζί με ένα λικέρ πικραμύγδαλο
που προορίζονταν για κέρασμα
στους επιφανείς νεκρούς μας.
Ύστερα γείραμε στο μαξιλάρι
καταπονημένοι κι αρχίσαμε
να μετράμε τ' αστέρια διπλή
και τριπλή φορά.
Έπρεπε να μείνουμε ξυπνητοί.
Πάντα πάνω στην πρώτη χιλιάδα
σταματούσαμε το μέτρημα
για να πάρουμε ανάσα.
Δεν περίσσευε το οξυγόνο
προσπαθούσαμε όμως.
Μικρές φυσαλίδες σχηματίζονταν
σε κάθε μας προσπάθεια μας.
Είχαμε βάλει στόχο να μην απογοητεύσουμε
τα ακροδάχτυλα της μάνας
που μας πασπάτευαν με έναν υπέρτατο βαθμό θαλπωρής στην επιδερμίδα τους.
Πέρασαν νύχτες πολλές.
Άγρυπνοι εμείς δεν το βάζαμε κάτω.
Παλέψαμε με τις οχιές της ενοχής
μα στο τέλος διαπιστώσαμε τρελαμένοι
πως τα όνειρα μας είχαν κάνει φτερά.
Μόνο μια σταξιά πικραμύγδαλο
είχε μείνει άθικτη.
Αδηφάγα τα μάτια των νεκρών
μας κυνηγούσαν κι έρχονταν κατά πάνω μας.
Τότε σκεφτήκαμε τα χέρια της μάνας μας
έτσι μπορέσαμε να καθησυχάσουμε
λιγο τους νεκρούς μας.
Η μάνα σαν παιδιά τους φρόντισε
κι εμείς με μια πρωτόγνωρη αθωότητα
αρχίσαμε να χτίζουμε πόντο τον πόντο
τη νέα σκάλα των ονείρων μας
με ένα μόνο υλικό αυτό της επίγνωσης
ότι είμαστε αθάνατοι μέσα στην
εκκωφαντική θνητότητα μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου