Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

υδάτινες οικτίρμονες διαστρωματώσεις



Πλαγιομετωπική κι άστοχη σύγκρουση με τη θεά φύση
Μέσα σε χιλιετηρίδας θαύμα κοσμικό που αναδιατάσσεται βαριά πληγωμένο
Πλαγιομετωπική συμπλοκή και μικρόνους πορεία χωρίς φρένα και διορατικότητα
Για να παραφράσουν αμίλητοι οι μύστες και τα παιδιά χαμένους χάρτες
Με βλέμματα που βιαστικά ακινητοποιούνται σε λιμνιαία συναισθήματα στιγμής
Σύρραξη συνδιαλλαγής από αλύγιστους μεταπράτες του κρυστάλλου
Η μάλλον θα έλεγες δάκτυλος εγκληματικός γενιών φλύαρων
Να στήσουν βασίλειο μέγα στο απροσπέλαστο γίγνεσθαι
Της αρχέγονης ομορφιάς με λευκά μαντήλια που συνοδεύουν χορευτές του πυρρίχιου!

Υδάτινες οικτίρμονες διαστρωματώσεις που κοσμούνται με μανδύες απληστίας!
Καταρράκτες ασίγαστοι διαβρώνουν το περικάρδιο έρωτα της μικρής εσκιμώας
Λίμνες καθελκύουν πολικά λεωφορεία με έγχρωμους επιβάτες μονήρεις
Ζωντανοί οργανισμοί μετακομίζουν σε σπηλαιώματα με άθικτα ορυκτά
Σαν μεταλλωρύχοι με σπασμένες λάμπες φθορίου και κυρτωμένα πόδια και ψυχές
Μέτωπα κούρων αστεφάνωτα από πικροδάφνες καταβυθισμένες στον βωμό Ποσειδώνα
Πνίγονται στο δραματικό λοφίο του ιδρού και τραγωδούν με λύρα επτάχορδη τις αντιστάσεις τους!

Χαίρε ο ασέληνος ουρανός που με άστρα ντύνει τα φαράγγια των πάγων
Χαίρε το σμόκιν του πιγκουίνου που αριστοκρατικά δίνει φιογκάκια και στέγες στη μνημοσύνη
Χαίρε ο παγωμένος αστερίας που διασκορπίζει ποταμούς φωτός στην εγκατάλειψη
Μα πάνω απ΄όλα χαίρε της Δρυάδος το τόξο που διαφυλάττει τον αμυγδαλώνα της πάχνης
Από τους επιδρομείς με τα θερινά πουκάμισα εκστρατείας - ενδύματα κλεμμένα
Ασέληνος ουρανός αστροφόρετος παραστρατεί χωρίς πυξίδα
Από το μέγιστο Άστρο της Γραφής οικτρά αποδιωγμένος
Υδάτινες πληγωμένες διαστρωματώσεις ψάχνουν εναγώνια του ιγκλού τη φάτνη
Χάθηκε ο μίτος, ποτέ δεν ξετυλίχτηκε να απελευθερώσει θυματικές μοναξιές
Απόμειναν μόνο οι παράκτιες πόλεις να σκαρώνουν γόνδολες για τους ερωτευμένους αλιγάτορες!



Τρίτη 28 Μαΐου 2013

λαθραία ανάγνωση της ιστορίας



Διόρθωσες επιμελώς του λουλουδιού το σχήμα 
Μη γνωρίζοντας πως η φύση θα σε εκδικηθεί!
Κι ύστερα στράφηκες να ανασκευάσεις 
Τη πρώτη είδηση της μέρας, λάλημα πετεινού πριν τη προδοσία!

Tσαλακωμένη εφημερίδα σε επισφαλή χέρια
Τοίχοι χωρίς συνθήματα και γκράφιτι
Λερναία ύδρα εισχωρεί στο ανοιχτό συρίγγιο
Του ανυπόστατου διαμελίζοντας το περιώνυμο λήμμα
Της αμαρτωλής αλφαβήτα
Εγκιβωτισμένη η στιγμή λάμνει μέσα σε τρέμοντα ρυάκια
Περπατάει στον κάμπο με τους ηλίανθους
Με χιμαιρική διάθεση παρασημοφορεί τους κυνηγούς της Άνοιξης
Θραύσματα ηφαιστειακής λάβας αναπηδούν από το πρίσμα των ακτίνων
Πολιορκώντας συστημικά την ζοφερή επικράτεια των ασπασμών
Βήματα μακάρια διατέμνουν ακριβοδίκαια το διάκενο των λέξεων
Αναγγέλλοντας τον ερχομό των τυραννοκτόνων
Ακροβατείς στις συνάψεις παρελθόντων γεγονότων
Σχεδόν αιμόφυρτος, πάνω στη λαιμητόμο της τρέλας σκορπιέσαι
Σαν τον τσιγγάνο που μειδιά στο σκίτσο του θανάτου και χάνεται
Σκορπιέσαι αφειδώλευτα ανυπεράσπιστος στα αναχώματα της τελικής μάχης
Κι ακομπανιάρεις την ακολουθία της μοναξιάς με σείστρα ξύλινα
Στερνός ήχος της καμπάνας πριν αποστατήσει το φως της μέρας μέσα σου

Διόρθωσες επιμελώς του λουλουδιού το σχήμα 
Μη γνωρίζοντας πως η φύση θα σε εκδικηθεί!
Κι ύστερα στράφηκες να ανασκευάσεις 
Τη πρώτη είδηση της μέρας, λάλημα πετεινού πριν τη προδοσία! 

Τσαλακωμένη εφημερίδα σε επισφαλή χέρια
Κυκλώπεια μάτια χωρίς συγκινησιακούς αδένες
Σε εκπορθούν σαν μικρή ακίδα από σάπιο σκαρί
Λαθραία ανάγνωση επιδερμική της ιστορίας
Υπό το άγρυπνο βλέμμα φαλλικών στηλών
Κλαυσίγελος ασυμμετρίας διακατέχει
Τους μικρόκοσμους που αφόρισες δια παντός στη λοιδορία
Γνώρισες την ταχύτητα των ανέμων που σε ταλάνιζαν
Μέσα από τα κρυφά περάσματα των σπασμένων αυλών
Διχοτόμησες με φαλτσέτα κόκκινα ακμαία γαρύφαλλα
Δίνοντας πάλι υπόσταση στα αρρενωπά προφίλ των ηρώων
Κλάσμα δευτερολέπτου σε πήρε να ανέβεις στο βάραθρο
Κι από εκεί να αντικρίσεις βυθούς αρρωστημένης μελάνης
Και εκτάσεις αποσαθρωμένες από τον λίβα της σκέψης
Μετεωρίστηκες στις βουβές σελίδες της παραμυθίας
Χωρίς να τροφοδοτήσεις τη μηχανή των αισθήσεων
Με διάλυμα οξύ παρμένο από τους δρόμους της κίτρινης λήθης
Γοερός κλαυθμός νηπίου πριν καταληφθούν τα μπεζεστένια από άφυλλα στίφη!

Διόρθωσες επιμελώς του λουλουδιού το σχήμα 
Μη γνωρίζοντας πως η φύση θα σε εκδικηθεί!
Κι ύστερα στράφηκες να ανασκευάσεις 
Τη πρώτη είδηση της μέρας, λάλημα πετεινού πριν τη προδοσία! 



Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

23 + 1 λόγοι για να αγαπάς τη ποίηση



Οι λόγοι των ποιητών μοιάζουν
Με τις επιχρυσωμένες καρφίτσες
Που φορούσαμε στο πέτο
Σαν είμασταν παιδιά!
         
            *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι η επιπλέον μέρα
Που δίνεται χαριστικά
Στον μελλοθάνατο!

            *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
Που πριν μαραθούν και πέσουν
Γίνονται γλυκό του κουταλιού
Και κλείνονται σε επισμαλτωμένα βάζα!

             *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι ο πρώιμος καρπός της φράουλας
Που μαζεύει ο ποιητής
Και μεμιάς τον καταπίνει κλεφτά
Για να διασκεδάσει τη πείνα του!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το βιβλίο που κρατάει
Ο μονόχειρας
Με το αριστερό του πάντα χέρι
Που έχει στη μάχη απολέσει!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το κλειστό όστρακο
Που κρατάει σφιχτά στη σάρκα του
Το μαργαριτάρι
Ώστε κανένας τυμβωρύχος να μην το καρπωθεί!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι η προτέρα σκέψη
Που είναι πιο ανθεκτική
Από την γραφτή της αποτύπωση!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι οι σκοτεινές ίνες
Που έχει το ουράνιο τόξο
Όταν το παρατηρήσουμε με τηλεσκόπιο!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι η σφαιρικότητα που αποκτούν τα βουνά
Όταν τα αντικρίζεις από μακριά!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το μαντήλι
Με το περίγραμμα από τα χείλια της αγαπημένης
Που βρέθηκε στο αμπέχονο του σκοτωμένου στρατιώτη!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι οι συχνοί εφιάλτες
Που βλέπουν οι νεκροί
Ότι ξαναγεννιούνται από μήτρα χοϊκή !

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το αυθαίρετο νούμερο
Που χαράζει ο θάνατος
Στον πίνακα της νεότητας!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το λευκό κιβούρι στο φερετροποιείο
Που τρομάζεις να αγγίξεις!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το σεβαστό μπαστούνι του γέροντα
Που το πελέκησε το τυφλό πρωταγγόνι του!

               *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι ο πικρός καφές
Που πίνεις σε μπαλκόνι αιγαιοπελαγίτικο
Πριν παραδοθείς στη σαγήνη του μεσημεριού!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το κομμένο φτερό της νεκρής πεταλούδας
Που ανέβασε η τροχαλία μαζί με το βαρύ φορτίο!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι ο μονόλογος του αχινού
Όταν προσκολλάται ερωτικά
Στη σχισμή του βράχου με τα κοράλλια!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το ασπροσέντονο
Που το έπλυνε ένας ναύτης με θαλασσόχορτο!

               *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το καλοσιδερωμένο πουκάμισο του νεκρού
Που αφού το μύρωσαν με λεβάντα
Το έκλεισαν σε σεντούκι προγονικό!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το πλουμίδι στα φτερά του παγονιού
Που δεν ασχήμισε με το γήρας!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το κλειδί που απώλεσες
Και το ξαναβρήκες
Στη σκοροφαγωμένη τσέπη του παλιού παλτού σου!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι η μαρμάρινη πλάκα
Που άθελα του έσπασε ο γλύπτης
Πριν σκαλίσει τη λυσίκομη γοργόνα!

                  *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το περίσσιο αυγοτάραχο
Που συνέλεξε ένας ψαράς
Και απλόχερα το πρόσφερε στους γλάρους!

                  *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το ακάνθινο στεφάνι της λήθης
Που το στιλβώνει
Η χρυσή γύρη του ηλίανθου μεσονύχτια!



                     

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

μια μπαλαρίνα στη κόψη του κύματος



Συνεχίζεις να με ταξιδεύεις 
Χωρίς να υπάρχεις! 

Δεν ήταν η πληγή του ήλιου
Που μας εξοστράκισε από το κόσμο
Ούτε το έγκαυμα της σελήνης
Που μας έκανε να τρέχουμε ανυπόδητοι
Στο λιβάδι με τους ασφόδελους
Παρά μονάχα τα τρία φυλλαράκια ουρανό
Που ακούσια έπεσαν στο μέτωπο της λάμιας
Μια νύχτα του Αυγούστου λαβώνοντας το παιδί του γρέγου
Ανασηκώναμε πέτρες λουσμένες στην άρμη
Σκαλίζαμε στην άμμο ακατανόητους στίχους
Γυρνάγαμε τη πλάτη στη σκοτεινή περιβολή της μπαλαρίνας
Μια μπαλαρίνα στη κόψη του κύματος
Να διαφεντεύει τον ρυθμικό ανασασμό του πελάγους
Με κνήμες λεπτές σαν σπιρτόξυλα
Να ζεματάει τα προσωπεία των υγρών φάρων που χάθηκαν στο βυθό
Μια μπαλαρίνα της πυρής δύσης
Να ανάβει φωτιές με τα μάτια της στα παρακείμενα όστρακα
Μαργαριτάρι λευκό το στήθος της γλύκαινε με ψεύδη την αγουρίδα του πόθου!

Συνεχίζεις να με ταξιδεύεις 
Χωρίς να υπάρχεις! 

Κι ύστερα περίμενες τον επίλεκτο σαλπιγκτή να ρθει
Να αποτινάξει απ την ψυχή σου τον μαυριδερό ιστό
Που βαθμιαία ανέκοπτε τις χρυσές σαϊτιές του έρωτα να ταξιδέψουν σε σένα
Τον καρτερούσες βουβός κωπηλάτης σε θολό ποτάμι
Να αποσπάσει το λευκό κιβούρι απ της νεότητας τον κρίνο
Μη τυχόν και μαραθεί προτού καν ανθίσει το κλωνάρι της υγείας
Περίμενες τον σαλπιγκτή να ρθει
Να διαλύσει την αρχαία σκουριά απ το πηδάλιο της μνήμης
Έτσι που να σου απομείνει στο τέλος μόνο
Η προσδοκία της μουσικής κι ένα τεμαχισμένο κουπί
Για να ακουμπάς το σπασμένο σου πλευρό τις νύχτες
Γιατί ξέρεις το έμαθες καλά μελετώντας τις γραμμές της παλάμης
Πως οι σαλπιγκτές εκτός από παιάνες γνωρίζουν καλά
Της ταπεινής μέλισσας το αργό μοιρολόι
Κι εσύ από παιδί αγαπούσες τα εξάγωνα κελιά της κερήθρας με πάθος
Εμπιστευόσουν το σώμα σου στη μέθη της γύρης
Κάθε που έρχονταν της Άνοιξης το πλοιάριο στη γη σου
Λείαινες το λόγο σου στο ένδοξο αλφαβητάρι της σύντηξης
Γράφοντας επιγράμματα στη λευκή σου φτερούγα!

Συνεχίζεις να με ταξιδεύεις 
Χωρίς να υπάρχεις!

Ο σαλπιγκτής δεν ήρθε στην ώρα του
Κι έμεινες να κρεμάς στο αγκίστρι του πελάγους
Το "Ποτέ" της πεταλούδας
Κομίζοντας άρρητα ερωτηματικά στον υγρό τάφο της μπαλαρίνας!


Σάββατο 11 Μαΐου 2013

εμβόλιμα


Στης Αστράκας το περιλαίμιο
Πέρασες τη κοφτερή
Ματόχαντρα του ωκεανού!

            * * *
Όταν η νύκτα είναι κρύα
Χουχουλιάζω τα χέρια μου
Με την αναπνοή των άστρων!

               * * *
Θρόισμα απαλό
Στην επιφάνεια της λίμνης
Το κουδουνάκι των βράχων σίγησε!

              * * *
Χλόμιασε το περιστέρι
Όταν αντίκρισε
Το σκελετωμένο παιδί!

             * * *
Στην εκπνοή της μέρας
Ασπαστήκαμε
Ένα γυμνό τάγμα αγγέλων!

             * * *
Κηλίδες αίματος
Στη πρωινή κουρτίνα
Δεν αντιλήφθηκα πως αναστήθηκες!

             * * *
Έβρασε ο χυλός
Αλλά το κουτάλι το έκλεψαν
Δυο πεινασμένα σπουργίτια

             * * *
Κορφολογάς το κλήμα
Με μουσκεμένα χέρια
Μη τυχόν και το πληγώσεις!

              * * *
Όταν σκύβεις στη κρήνη
Αποκόβεσαι
Από την χαίτη του αλόγου!

             * * *
Υφάλμυρο νερό
Και στα χέρια σου
Δυο μαραμένα νούφαρα!

             * * *
Αφουγκράστηκες τους ύμνους των σπίνων
Και ξάφνου έσπασαν
Οι κλειδαριές της φυλακής!

             * * *
Είμαστε όλοι γυρολόγοι
Όταν η σελήνη παίρνει το μπάνιο της
Στου γαλαξία τη λίμνη!

            * * *
Έσπασε το πετράδι του μαλαχίτη
Όταν ερωτικά το άγγιξε
Της κάλας το κοχύλι!

            * * *
Το άρμα του ήλιου έφυγε
Όταν εσύ ασπαζόσουν
Το στήθος της λησμονημένης!

             * * *
Γκριζάρισαν τα μάτια σου
Όταν βάφτηκε ασημένια
Η χορδή του φλάουτου!

            * * *
Πάνω στο χαμόγελο σου
Φτιάχνει τα φίλτρα της
Η μικρή μάγισσα!

             * * *
Συνέθεσες το μικρό πρελούδιο των άστρων
Φορώντας ανάλαφρα
Το σκισμένο χιτώνα του ασκητή!

             * * *
Στη παραμεθόριο του ξεχασμένου κήπου
Τοποθέτησες
Τη μαρμάρινη προτομή της πεταλούδας!

             * * *
Έσβησε το πυροφάνι
Όταν αλίευσες
Τον πεντάκλωνο αστερία!

              * * *
Σου ταιριάζουν τα πικραμύγδαλα
Καθώς σπάνε
Στο πάτημα του ζαρκαδιού!

     

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

κυανόχρους ανεμόσκαλα


Φωτεινή πυραμίδα γίνομαι και μνηστεύομαι τον ορίζοντα
Σε πλάτια ξεχύνομαι απροσμέτρητα
Σαν κάλυκας που τρελά αναπηδά
Στην ασφαλτόστρωτη αλάνα με τους σκουριασμένους ωροδείκτες
Μεταβάλλομαι σε χρυσή απλίκα στου κάστρου τον εξώστη
Οι φρουροί με γνωρίζουν και με κερνούν παγωμένο τσάι
Σε τάσι ροδακινί με ξεφτισμένο το θυρεό!

Γονυπετώ σαν φτάνω στου ασημένιου σήμαντρου την ευλογημένη συμμετρία
Τον άνεμο καλώ να με μεταφέρει ολόλαμπρο
Σε κυανόχρου ανεμόσκαλα
Στο γαλήνιο ύψος ακροπατώ σμίγοντας με το κρύο έρεβος
Χάνω το σχήμα μου και λίγο λίγο διυλίζομαι σε μικροσκοπικούς διάττοντες
Ακροβάτης μετεωρίζομαι στο κενό
Σχεδόν πετώ πλαταγίζοντας στα χείλη μου λίθινους αγγέλους!

Με χέρι τρεμάμενο χαρτογραφώ τον εξώκοσμο
Φωνάζω κι ας έχουν τα πλάτη σιωπήσει
Σπάω το φράγμα της ψυχής μου και ολόγυμνος δίνομαι στο στερέωμα
Στο προθάλαμο μπαίνω της κόλασης
Σφετεριστής της παραδείσιας περιβολής μου
Ψάχνω τα ίχνη σου
Κρουστά λευκά φτερά αναρροφούν πύρινη λάβα
Γεύομαι στάχτη και σάρκα καμμένη ψηλαφίζω
Πριν καλά καλά εισέλθω στο πηγάδι των στεναγμών
Έρωτας κλεπταποδόχος γίνομαι
Και χωρίς καθόλου οβολούς κάνω ταμείο με τους κολασμένους!



Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Hμερίδα στο φως



Εμποτίζω το σώμα μου με τη πράσινη μελάνη του υγρού δάσους
Σκαρίφημα καταστρώνω μυθικό σκαλίζοντας νεροσυρμές στην ηλιακή άλω
Δωροδοκώ δυο πεταλούδες διάφανες να μου χαρίσουν αθανασία
Πέντε κεράσια φως τους δίνω μήπως και διπλώσει η φτερούγα μου!

Ντύθηκα τις λειχήνες του δάσους και σε στόμιο φαραγγιού μόνος βαδίζω
Συριγμοί πεύκων βελανιδιάς κρυφοί στεναγμοί διακόπτουν την επέλαση μου
Επέλαση εσωτερική του βλέμματος στο υποκύανο χάρτη του ποταμού
Μια πέστροφα σφραγίζει τον ουρανίσκο μου με το ασημένιο δόρυ του κορμιού της!

Εμποτίζω το σώμα μου με τη πράσινη μελάνη του υγρού δάσους
Σκαρίφημα καταστρώνω μυθικό σκαλίζοντας νεροσυρμές στην ηλιακή άλω
Δωροδοκώ δυο πεταλούδες διάφανες να μου χαρίσουν αθανασία
Πέντε κεράσια φως τους δίνω μήπως και διπλώσει η φτερούγα μου!

Βγαίνω σε ξέφωτο απάτητο και τις οπλές των ελαφιών ακολουθώ φωλιά να βρω
Να απορροφηθώ θέλω σαν δροσοσταλίδα στην συρμάτινη χορδή του λεβάντε
Πράσινο γινάτι στην καρδιά μου φυτρώνει γινάτι αμαρτύρητο του έρωτα
Ενός έρωτα που ανέστιοι δραγουμάνοι περισυνέλεξαν απ΄του φοίνικα το κορμό!

Εμποτίζω το σώμα μου με τη πράσινη μελάνη του υγρού δάσους
Σκαρίφημα καταστρώνω μυθικό σκαλίζοντας νεροσυρμές στην ηλιακή άλω
Δωροδοκώ δυο πεταλούδες διάφανες να μου χαρίσουν αθανασία
Πέντε κεράσια φως τους δίνω μήπως και διπλώσει η φτερούγα μου!

Εκλιπαρώ το κεντίδι της λήθης να υφανθεί και της μάνας το αίμα λεπτουργώ σε στημόνι
Καμβά να φτιάξω αχειροποίητο με τα ακροδάχτυλα της αστραπής
Σεπτό καμβά σαν το ράσο του μοναχού στο υπέρθυρο του κελιού του απλωμένο
Αγρυπνώ στο φως και σαν τον αστεροειδή της γέννεσης αναφλέγω παρθένες πολιτείες!

Εμποτίζω το σώμα μου με τη πράσινη μελάνη του υγρού δάσους
Σκαρίφημα καταστρώνω μυθικό σκαλίζοντας νεροσυρμές στην ηλιακή άλω
Δωροδοκώ δυο πεταλούδες διάφανες να μου χαρίσουν αθανασία
Πέντε κεράσια φως τους δίνω μήπως και διπλώσει η φτερούγα μου!

Οργώνω τα μεστά στήθια της αργίλου ερύθημα φλόγας μεταγγίζοντας στους αμνούς
Στα φωτοστέφανα των σύννεφων προσκρούω ζωσμένος το χαράκι της πίστης
Χαράκι βαθύ έμβλημα θείο τυπωμένο στο πέτρινο ησυχαστήριο του όρους Σινά
Ερημίτης περιπλανώμαι διαφυλάττοντας στους κόκκους της άμμου τη θεμέλια ρίζα!

Εμποτίζω το σώμα μου με τη πράσινη μελάνη του υγρού δάσους
Σκαρίφημα καταστρώνω μυθικό σκαλίζοντας νεροσυρμές στην ηλιακή άλω
Δωροδοκώ δυο πεταλούδες διάφανες να μου χαρίσουν αθανασία
Πέντε κεράσια φως τους δίνω μήπως και διπλώσει η φτερούγα μου!

Παραβιάζω τις πύλες των κοιλάδων και ελευθερωτής μπαίνω στους απένθητους λειμώνες
Ψωμί να φέρω και νερό από δάκρυ στη καλύβα του κολίγου και του ονειρευτή
Να έχουν δρόμο να διαβαίνουν και τα ιερά οστά καλά φυλαγμένα στη τσέπη τους να κρατούν
Πράσινη ιστορώ τη μοίρα μου στους ενδεείς και με τη πίκρα του κισσού σμίγω σε κλίνη χθόνια!



Τρίτη 30 Απριλίου 2013

το καταφύγιο των αρπακτικών



Άρπαγες κλέβουν το γλυκό σταφύλι
Και τα τσάμπουρα απ΄τις δεξαμενές της γης
Αφήνουν άδεια τα κρασοβάρελα στα καπηλειά
Πατούν του καπνισμένου μας μετώπου τη ρυτίδα
Οι αποστακτήρες μας στάζουν τώρα σινική μελάνη
Αίμα καθάριο και ρετσίνι για της πατρίδας το σπασμένο δοξάρι
Μας αποστέλλουν αινιγματικό ένα γράφημα που αναπαριστά
Την μυστηριακή σκέψη των οιωνοσκόπων και των αφανών
- Κυρτές γραμμές διατάξεις ασταθείς της αψιθιάς
Σαν ελικοειδή σοκάκια ανθισμένα της Μήθυμνας μεσοκαλόκαιρο -
Ζητώντας από εμάς χώμα γραφή και εκδούλευση...
Είχαμε φίλους αρπακτικά πτηνά γεράκια και σταυραετούς
Που ανακράζοντας έμαθαν στις πόλεις μας να περιοδεύουν τις νύχτες
Τις σάρκες μας να περισφίγγουν με μάτι περήφανα κοφτερό
Φωλιές να στήνουν πρόχειρες σε φανοστάτες αναμμένους
Τους έστησαν καρτέρι και τους παγίδευσαν οι άρπαγες της γης μας
Τροπαιοφόροι τον αυλό των οστών τους σκωπτικά παρατηρούν
Κάτω απ΄τους πράσινους οδοδείκτες των σταθμών
Και τους σηματωρούς των πλοίων

Ποιο είναι το συνώνυμο της περηφάνιας
Ποτέ δεν μαρτυρήσαμε στους εισβολείς 
Με όρκο δέσαμε το όνειρο 
Και σε επιτάφιο λάβαρο κλείσαμε το φυλαχτό της μάνας!

Άρπαγες κλέβουν το γλυκό σταφύλι
Και τα τσάμπουρα απ΄τις δεξαμενές της γης
Γονιμοποιούν αυγά φιδιών ξερνώντας βλαστήμιες στις αυλές μας
Πνιγηροί μες στο μίσος και στο φθόνο
Ξεκληρίζουν τη γενιά των κρίνων
Συνταυτίζοντας τους ύμνους μας με το δόλιο μήνυμα τους
Περιχαρείς γελούν μέσα από τις φολίδες τους
Της Μεσσαλίνας σύμβιοι κολασμένοι....
Αυτοκρατορικά στρατεύματα πολιορκούν τις σημαίες μας
Εκποιούν και ληστεύουν το φως
Από το καθρέφτη της στέρνας
Στενά τα περάσματα κλείνουν κάθε αυγή
Κουρασμένοι οι ώμοι γέρνουν στην χλόη του βράχου
Πυρίτιδα αγοράσαμε μισοτιμής από το σώμα της λήθης
Πιστοί εραστές καταφύγιο ζητήσαμε στα ξύλινα σύνορα μας
Γρηγορείτε ωσάν ταγμένοι στον μαρτυρικό αγώνα της φτελιάς
Με της χαρμολύπης τα συναξάρια στα χέρια
Συναχτείτε ειρηνικά στην άλυσο του γεφυριού
Σήμερα θα ψάλλουμε στον ιερό άμβωνα του ποταμού
Το τελευταίο τροπάριο της Αγάπης!

Ποιο είναι το συνώνυμο της περηφάνιας
Ποτέ δεν μαρτυρήσαμε στους εισβολείς 
Με όρκο δέσαμε το όνειρο 
Και σε επιτάφιο λάβαρο προσκυνήσαμε το φυλαχτό της μάνας!



Κυριακή 28 Απριλίου 2013

ζω σε μια άλικη πολιτεία


Η σφαίρα του ήλιου υπερθέρμαινε το κλειστό δωμάτιο
Γράφοντας ομόκεντρους κύκλους στο ταβάνι
Κοκκίνιζε τα μάγουλα της πορσελάνινης κούκλας
Φιλιά στέλνοντας στο ορθό μέτωπο του κόσμου πυρωμένα
Πλήθαιναν αίμα τα σκούρα χαρτάκια της μνήμης σαν βέλη φονικά
Μέσα στην ορειχάλκινη φαρέτρα του χρόνου
Σε αριθμητήριο μετρούσες τις σταγόνες του στερεώματος
Και τις φυλάκιζες - ψηλό κλωνί φωτιάς - σε πρίσματα γαλάζια
Ταξιδιώτης κατέλυες στο άχρονο φως του ηφαιστείου
Μουσικό οδοιπορικό στις στρωματώσεις του άνθρακα
Παιδικό ερημητήριο νοσταλγίας
Που αέναα ψάχνεις για να αποδράσεις τις Κυριακές του Απρίλη
Τρεμόπαιζε η φλόγα της εσπέρας
Ανταύγειες έστελνε στην πόλη
Ρινίσματα ονείρου
Χρωματίζοντας την άλικη
Σαν την ψυχή του μαγιάτικου ρόδου πριν αναληφθεί
Ζω σε μια άλικη πολιτεία που δάκρυα μετάνοιας
Αναβλύζουν απ΄τη καντήλα της Παρθένου!

Το δείλι έρχονταν στις στοές της πόλης εκθαμβωτικό 
Είναι όμορφο το δείλι απειλητικά ηδύ 
Είναι σαν ακουμπάς με ανοιχτές παλάμες τα πόδια του Θεού!

Μάζευες σε κάνιστρα της Άνοιξης
Τους ματωμένους οδοδείκτες της πόλης
Θρηνητικά να τους ενταφιάσεις στην αγκαλιά του πέτρινου γίγαντα
Να λείψει ο πόνος απ΄την αυλή των ανθρώπων
Να βγουν στον ήλιο τα ασπρόρουχα της περίβλεπτης κόρης
Και το κορμί να οσμωθεί με την αγρύπνια της πέτρας
Οσφραινόσουν τα μαρτύρια του Έρωτα
Μέσα στην οργιαστική ανθοφορία των γιασεμιών
Ξεχνιόσουν στα ακρόπρωρα των πετάλων τους απολησμονημένος
Κούρδιζες τότε μονολογώντας τη χορδή στο ούτι
Να συνθέσεις εξαρχής το κορυφαίο άσμα των δρυμώνων
Διασπειρόσουν σε πυρήνες κρυσταλλικούς
Πως να εξιχνιάσεις το διπλό έγκλημα των φτωχών οδαλίσκων;
Τιμωρός κι Αφέντης ίσκιος
Πορευόσουν στον κόκκινο χλοοτάπητα του ουρανού αρματωμένος
Σαν ταπεινό καβούρι στα ξηρά ρυάκια της πατρίδας σου
Ζω σε μια άλικη πολιτεία που δάκρυα μετάνοιας
Αναβλύζουν απ΄τη καντήλα της Παρθένου!

Το δείλι έρχονταν στις στοές της πόλης εκθαμβωτικό 
Είναι όμορφο το δείλι απειλητικά ηδύ
Είναι σαν ακουμπάς με ανοιχτές παλάμες τα πόδια του Θεού!


Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

κρωγμοί του αθανάτου


Πυρωμένα τα πόδια μου ματωμένα στη κνήμη
Βαδίζουν στο κόκκινο πέτο της σελήνης ανιχνευτικά
Παιδί με την αφέλεια του αδιόρατου
Βγαίνω στο ακρογιάλι με τους αινιγματικούς κρωγμούς των γλάρων
Ύστερη συντροφιά στο ανήλικο ταξίδι μου
Φτεροκοπώ μαζί τους με ριζωμένα τα μέλη μου στην ευτυχία
Εστία ζητώ στου μικρού αχινού το ορθρινό κελάρι
Να φυλαχτώ από τον λίβα και τη λαβή του Κρέοντα
Που σπιρουνίζουν με ιμάντα χάλκινο τα τελευταία μου άστρα!

Θυσίασα τις μέρες μου στη γειτονιά του παγωμένου αχάτη 
Για να έχουν φως και θώρι τα κρύα μεσημέρια των ανθρώπων!

Περιστρέφομαι με αειθαλές περίβλημα στους ώμους
Μέσα σε κόκκους γύρης και καταφτάνω
Στο γαλήνιο σκήνωμα της αγριελιάς συντετριμμένη από τη θύμηση
Πυρωμένα τα πόδια μου ματωμένα στη κνήμη
Προσκρούουν στα θαλάσσια περάσματα των ναυαγισμένων πλοίων
Πυρσούς κρατώ στα χέρια μου σβησμένους
Κι εκείνο το κοραλλένιο κομπολόι του αγαπημένου μου προπάππου
Ενθύμιο ακριβό μιας τρικυμίας
Σμίγω αδερφικά κάτω από το φως της ασετιλίνης
Με τον τελευταίο πλανόδιο καβαλάρη της όχθης
Είναι της μοίρας μου να προσμετρώ την ζωή μου σε απόσταση
Και τη κάνουλα του χρόνου να ρυθμίζω στο ρελαντί!

Θυσίασα τις μέρες μου στη γειτονιά του παγωμένου αχάτη 
Για να έχουν φως και θώρι τα κρύα μεσημέρια των ανθρώπων!

Πυρωμένα τα πόδια μου ματωμένα στη κνήμη
Διαθλούν στο μέτωπο μου συμπληγάδες πέτρες
Αδυνατώ πέρασμα να βρω όνειρο να ξανοιχτώ στο απρόσμενο
Κλυδωνίζομαι στο άρμα του ανέμου με κρυοπαγήματα στα χέρια
Χειμώνιασε και τα αρώματα των κρίνων
Δειλά χτυπούν τη πόρτα μου
Δεν περιμένω κανέναν ίσκιο ούτε γραφή από φτερό αγγέλου
Καρδιοχτυπώ σαν ακούω το γάντι της Ανατολής όταν χαράζει
Μόνη μου έννοια και πλησμονή
Ο ρουμπινένιος σταυρός των σύννεφων πριν την καταιγίδα
Αγαπήθηκα πολύ ξεχνώντας σε σταυροδρόμι πέτρινου αμαξωτού
Ένα ματσάκι πυρπολημένες παπαρούνες που ποτέ δεν χάρισα
Είναι πικρό το χαμόγελο στα χείλη του ορφανεμένου
Κι ο κόρφος ασφυκτιά στη λάβα του Αθανάτου!

Θυσίασα τις μέρες μου στη γειτονιά του παγωμένου αχάτη 
Για να έχουν φως και θώρι τα κρύα μεσημέρια των ανθρώπων!






Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

γη της Ανδαλουσίας



Χαράζει πάνω στους βοστρύχους του κισσού τσιγγάνικες προσευχές ...

Στην άσπρη σελίδα του κύματος
Που βρυχάται πάνω στο πήλινο σώμα σου
Παράδερνες νικημένος από τα εγκόλπια πάθη
Ενός προδομένου έρωτα
Με χαμένα τα αστραφτερά διαμαντικά σου
Θαμμένα θα έλεγες στα θεμέλια του αρχαϊκού ναού του Πλούτωνα
Χόρευε η καρδιά στης αρμύρας το πύργο
Κροταλίζοντας τα φύλλα της σε ρυθμό φλαμένκο
Χόρευε κι η σκληρή παρασχίδα του ανέμου
Διεισδύοντας μέσα στα χυμένα μυαλά των άλμπατρος
Ασήμιζαν τα άλλοτε γκριζαρισμένα μάτια του πόθου
Και γλύκαιναν ελαφρά κάτω από το προσφιλές ντουέτο
Των νοτισμένων φρυδιών σου λαγαρές ενοράσεις του πνεύματος
Νότες με επτασφράγιστα μυστικά αιώνων κούρσευαν
Την ζωή των κλεισμένων πηγαδιών διψασμένες για αίμα και κάρβουνο!

Στην άσπρη σελίδα του κύματος
Που βρυχάται πάνω στο πήλινο σώμα σου
Επιχρωμάτιζες ήλιους και άνθη σαρκοβόρα
Από το σύμπαν μιας πατρίδας που κανονιοβολήθηκε σκληρά
Από Σταυροφόρους με εμβληματικά τρόπαια χαλκού στα χέρια
Κράδαινες σφιχτά το ταφικό πειστήριο μιας αγάπης ξένης
Κι αρνιόσουν να μεταλάβεις τη κρύα κούπα του πειρασμού
Που σου πρόσφεραν της σελήνης τα ακροδάχτυλα
Μπαχτσές οπωροφόρων διεμβόλιζε το πικρό σου περικάρπιο
Κι ατίμαζε την χώρα των Αθλίων με παραπετάσματα αιθάλης
Αποσπούσες από τη γη δυο μαραμένες παπαρούνες κυρτές
Θέλοντας να διασώσεις σε κρυπτή σκοτεινή το ύστερο φως της Άνοιξης
Ιερομάρτυρας της ριζιμιάς πέτρας έστηνες καρτέρι
Σε κάβο απρόσιτο αποκωδικοποιώντας τους ήχους της θάλασσας
Νυκτωδίες με επτασφράγιστα μυστικά αιώνων χάλκευαν
Την ζωή των κλεισμένων κοχυλιών διψασμένες για της λήθης το κάρβουνο!

Γη της Ανδαλουσίας κλείνεις ερμητικά σε μαρμάρινη τεφροδόχο
Το αρχέτυπο μυστικό μου!



Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

αναταράσσω της ψυχής τα πτερύγια



Λιονταριού ανάστημα και ψυχή πάλλουσα πια δεν έχω
Με τόλμη να υπερίπταμαι στο χάλκινο φως της εσπέρας
Πέρα στα απάτητα λημέρια των γιγάντων με τις νωπές μνήμες
Η λέαινα καρδιά μου αποκοιμήθηκε νηφάλια και αδρανής
Μπρος στα μπαλωμένα αντίσκηνα του τροχήλατου τσίρκου
Αρρώστησε στης φλόγας το μικρό αλωνάκι βαριά
Έχασε τις εκλάμψεις που την πυροδοτούσαν με θυμό
Ούτε που διαισθάνθηκε την κλαγγή και το πάταγο των σπαθιών
Στη σκηνή των ουράνιων θαυμάτων
Μονομαχούσαν δυο αρχάγγελοι - σαλπιγκτές του παραδείσου
Βάζοντας στοίχημα τα τετράδιπλα πέπλα μου!

Λιονταριού ανάστημα και ψυχή ασκημένη στο μόχθο πια δεν έχω
Με πυγμή να ανασηκώνω τις προγονικές πέτρες
Στο κήπο με τις μαβιές κουτσουπιές που θάλπουν φωτεινές
Προδόθηκα οικτρά από τα στίφη των αργυραμοιβών και των ηθικολόγων
Και στη χαίτη της εαρινής χλόης εναπόθεσα σφραγιστό το μυστικό μου
Αναταράσσω της ψυχής τα πτερύγια
Και δωρίζω στου γλαυκού αγέρα την εξαίσια αιώρα
Ένα μπουκαλάκι με εσώκλειστο το περιλαίμιο της κουτσής νεράιδας
Χθες το βράδυ μου αποκαλύφτηκε σε όνειρο οιωνό
-Ταξίδια σε τόπους ερωτικούς με τα φτερά του ήλιου-
Μου μίλησε ψιθυριστά για τους χάρτινους ήλιους της Νινευής
Για τα κρυστάλλινα νερά του Βραχμαπούτρα
Και για το απολιθωμένο δάσος στο σύνορο του Πάρνωνα
Στο αγκάθι των κέδρων με μύησε στου Μέγα Σίμου τον απαλό μυχό
Πήρα μορφή ξανά κι απέδρασα σε κόσμους μυθικούς
Βάζοντας στοίχημα τα τετράδιπλα πέπλα μου!

Βυθίστηκα σε αρχέγονες λίμνες στις Ανατολικές περιφέρειες της γης
Εξαγνισμένη: Σοφία αποκομίζοντας από τα υδρόφυτα της όχθης!



Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Η κατοικία των πτηνών


Ξύπνησα βαρύθυμα με μουσκεμένο
Το μαξιλάρι στα δάκρυα
Δάκρυα πρωινά καυτά
Να εμποτίζουν τις κρυφές συρραφές της ψυχής
Τίναξα την σκόνη των ονείρων
Από τα δάκτυλα
Όνειρα που με ταλάνισαν όλη νύχτα
Τα απαρίθμησα ένα - ένα πίνοντας ζεστό καφέ:
Ο νεκρός πατέρας
Ηλικιακά σε ώρα γάμου
Κράδαινε ένα παιδικό τόξο
Και σημάδευε τρυγόνια σε αμπέλι χλωρό
Μπουμπούκιαζαν στο πέτο του ταξιανθίες
Από ισχνά κυκλάμινα
Η μητέρα με έναν γνώμονα στο χέρι
Υπερμεγέθης και σχολαστική
Μέτραγε τα διάκενα στις τρίλιες του παραθύρου
Σαν να αποζητούσε να απαλείψει
Τις σκοτεινές ραβδώσεις απ΄τη ζωή μου
Τίναξα την σκόνη των ονείρων
Από τα δάκτυλα
Μήπως και καταφέρω και βηματίσω
Στην τραχιά επιφάνεια του κόσμου ασφαλής
Λοιδόρησα την εμμονή μου
Να βλασταίνω σαν δέντρο σε χαντάκι τυφλό

Βγήκα στο μπαλκόνι να διώξω τη νύστα
Την γκρίζα άσφαλτο ατένισα στιγμιαία
Η πρωινή δροσιά με συνεπήρε
Με έσπρωξε σε διάζωμα κοσμικό θαρρείς
Κρατήθηκα στην κόκκινη σάρκα των κρίνων
Και παρατήρησα
Σμήνη από υπερμεγέθη πτηνά
Και μια φωλιά αχυρένια ωοτόκο
Θρονιασμένα πάνω στη γκρίζα άσφαλτο
Πως βρέθηκαν εδώ απόρησα
Ίσως ήταν μέρος του ονείρου
Μπήκα στη κάμαρη
Λυτρωτικά κρατώντας στη μνήμη
Εικόνες από νεανικές περιπλανήσεις
Σε θέρετρα κι εξοχές μακρινές
Πλάι σε πτηνά που κυοφορούσαν
Φτερώματα αγγέλων και γαλήνιους κελαηδισμούς
Τίναξα την σκόνη των ονείρων
Από τα δάκτυλα
Ο πατέρας κι η μητέρα ήταν εκεί λίγο σαστισμένοι
Αχνογέλασα
Τώρα στους διαδρόμους της νύκτας θα διαμηνύσω
Την κατοικία των πτηνών που θώρησα
Να έχω για στρώμα στις ονειρικές πτήσεις μου
Σπειροειδείς πτήσεις σε ένα σύμπαν που αυγάζει

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

θα χαράξω στην βινύλια φύση σου μια αναπνοή



Υπερασπίζομαι με σκισμένη καλτσοδέτα μαύρη στο χέρι
Το συνοριακό φυλάκιο με τα χακί σιδερότυπα στα λάβαρα
Εκεί σου έχω φυλαγμένο σε πηγάδι αλλοτινό
Ένα ματσάκι κόκκινους ιβίσκους
Από το πρόσθιο παρτέρι της αυλής μου
Ωρίμασαν μόνο για εσένα
Ανάθημα να τους προσφέρεις
Στα μικρά φιδάκια της Παναγίας που πεινασμένα ξενυχτούν
Πάνω σε φθαρμένα φωτογραφικά φιλμ
Μιας εκδρομής που σιωπηρά τελεσφόρισε
Την ψευδαίσθηση και την υλακή του έρωτα μας!

Επιθεωρώ με σκισμένη καλτσοδέτα μαύρη στο χέρι
Το συνοριακό φυλάκιο με τα χακί σιδερότυπα στα λάβαρα
Και στον λαιμό σου κρεμώ ενοχικά τον χωρισμό
 - Σφυγμός δηλωτικός της αλαζονείας σου με καταθλίβει -
...................................................................................
Φταίνε τα μακριά σου δάχτυλα
Που έμεναν αλύγιστα και ψυχρά στο χάδι
Όταν γλύκαινε το μέλι στη κηρήθρα της ζήλιας
Φταίει η ευγλωττία του ανέμου
Που μακάριζε με σιωπή τους σελιδοδείκτες του βίου
Και σε απομάκραινε από τις τυμπανοκρουσίες της Άνοιξης
Μα πάνω απ΄όλα φταίει η βινύλια φύση σου
Γεμάτη χαράδρες δρομίσκους και χαοτικά μονοπάτια
Που χώριζε στα δύο την μπάντα της βροχής
Και αμαχητί παρέδιδε τις μελωδίες μου στην ψίχα του θανάτου!

Υπερβαίνω με σκισμένη καλτσοδέτα μαύρη στο χέρι
Το συνοριακό φυλάκιο με τα χακί σιδερότυπα στα λάβαρα
Σύρομαι σε κορυφογραμμή απρόσιτη που ο νους δεν συλλαμβάνει
Κώδικες φέρνοντας διττούς στα σκοτεινά ελατόδασα
Ελίσσομαι στο όνειρο σαν ουρά τρωκτικού κι αδέξια σε παραφράζω
Φταίει η ευγλωττία του ανέμου
Μια τρίλια αηδονιού κλείνει τις ώρες μου
Σε ρυθμικά μουσικά κύμβαλα που εσύ θρυμμάτισες
Συμφιλιώνομαι
Καταφύγιο ζητώ στις στοιχειωμένες λέξεις
Και με τη σέπια της λήθης
Σε ζωγραφίζω ολόγυμνο στο φως
Φταίνε τα μακριά σου δάχτυλα
Ιδροκοπώ και με μελάνι αχνό
Πάνω σε χαίτη αλόγου συνθέτω ολονύχτια ποιήματα
Ωρίμασα μόνο για εσένα και πένητας κυκλοφορώ
Στις παρυφές της μακρινής λιμνοθάλασσας
Μεγάλη η έξοδος
Γραδάρει τον επινίκιο ύμνο με ένα φιλί στερνό!


Τρίτη 2 Απριλίου 2013

τότε που τραγουδούσε η βροχή στις στέγες μας



Βγήκα στη βροχή ανυπεράσπιστη και τρωτή
Σχεδόν εξαϋλωμένη από τις αμμοθίνες του ανέμου
Που με καρτέρεψαν απίστευτα συμπαγείς - κράμα αμφίσημο
Στου Μέγα Σίμου το επιβλητικό οικοσύστημα - μύχος κυκλωτικός του ήλιου

Περιπλανήθηκα στους κόκκους του ασημένιου χαλαζιού
Σαν το φυτό που ανθίσταται στην πολιορκία της φύσης
Και με πανούργα αναδίπλωση σηματοδοτεί την ανελευθερία του
Χωρίς γιορντάνια βγήκα σχεδόν γυμνή να δελεάσω το κρουστό φορτίο της μηλιάς

Βγήκα στη βροχή ανυπεράσπιστη και τρωτή
Σχεδόν εξαϋλωμένη από τις αμμοθίνες του ανέμου
Που με καρτέρεψαν απίστευτα συμπαγείς - κράμα αμφίσημο
Στου Μέγα Σίμου το επιβλητικό οικοσύστημα - μύχος κυκλωτικός του ήλιου

Εποχές και χρόνοι που επιστρέφουν το δακτυλίδι των γιγάντων διάβηκαν
Ταλανίστηκα στη πολυτέλεια του πάθους να μυρίζω και να γευτώ
Του κόρφου σου και του αίματος σου το μπαχαρικό θαύμα
Τότε που η βροχή τραγουδούσε με λύρα επτανησιακή στις στέγες μας

Βγήκα στη βροχή ανυπεράσπιστη και τρωτή
Σχεδόν εξαϋλωμένη από τις αμμοθίνες του ανέμου
Που με καρτέρεψαν απίστευτα συμπαγείς - κράμα αμφίσημο
Στου Μέγα Σίμου το επιβλητικό οικοσύστημα - μύχος κυκλωτικός του ήλιου

Δρολάπι δεν βρήκα στις κοσμοπόλεις με τα τραυματισμένα φουγάρα
Προορισμός στο αχανές που η μοίρα σημάδεψε με κοντύλι
Αθάνατη γραφή πάνω σε διασταυρώσεις που μας χώρισαν
Η Άνοιξη μόνο κρατούσε εμπιστευτικά το βιβλίο των μικρών διαπομπεύσεων

Βγήκα στη βροχή ανυπεράσπιστη και τρωτή
Σχεδόν εξαϋλωμένη από τις αμμοθίνες του ανέμου
Που με καρτέρεψαν απίστευτα συμπαγείς - κράμα αμφίσημο
Στου Μέγα Σίμου το επιβλητικό οικοσύστημα - μύχος κυκλωτικός του ήλιου

Στις στέγες μας η Άνοιξη είχε διανοίξει με νύχια εφηβικά τους πλίθινους κεράμους του έρωτα! 



Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

διακοπτόμενος ήχος από βήματα ελαφιού


Στις ράγες που κύκλωσε με πάχνη η Αυγή
Η ζωή μεταλαμβάνει υπάκουα και συνομωτικά
Το ακροτελεύτιο άστρο του Ωρίωνα
Πριν δύσει φοβισμένα και κλεφτά
Στο παιδικό καθρεφτάκι της Νεφέλης
Που ξέχασε το δαντελένιο της μαντήλι
Κομποδεμένο και δακρυσμένο
Στο ρόπτρο της εξώπορτας - θερισμός πνιγηρός
Κι αποκαμωμένη έτρεξε στο δάσος
Με τις τρεμάμενες σημύδες
Μήπως και βρει ανθισμένο το εφεδρικό φύλλο της ζωής...
Δαμάζω το ατελεύτητο ανασκίρτημα μιας άφυλης σαύρας! 

Ακούγεται σε βάθη απροσπέλαστα
Ο διακοπτόμενος ήχος
Από τα βήματα του ελαφιού
Σαν καμπάνα που αναγγέλλει
Τα επίγεια πάθη Του Σωτήρα
Στο ρύγχο της ταπεινής βιολέτας
Περιεργάζομαι τη παλέτα της γεωγραφίας
Και σμίγω ερωτικά
Με το αμάλγαμα της ενδότερης σκέψης σου
Πάνω σε λευκή κλίνη νυφική
Δροσουλίτης του κάστρου
Και μαινάδα με νεραϊδένια πέπλα
Αναζητώ μια ικμάδα φωτός
Από την λόγχη της ιστορίας
Μήπως κι αλώβητη εισέλθω στο καμίνι των ρόγχων
Κοχλάζει άσβεστος ο μύθος στα βρεχάμενα της επιθανάτιας γαλέρας!



Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

το κηροπήγιο των χεριών


Στάλες κεριού έπεφταν
Στο σκαλιστό τραπέζι
Εκεί που συνήθιζες να ακουμπάς
Τα χειρόγραφα και τις κιτρινισμένες επιστολές σου
Ποτέ δεν χάλκευσες με μελάνι το λευκό επιστήλιο
Των φεγγερών ονείρων μου
Πλανιόσουν αβαρής και άμορφος
-Περίφραξη ατμώδης που τέμνει τον ύπνο
Και διαπερνά αισθαντικά τη χορδή της φλέβας -
Στο κορμί σου φύτρωσε μια συστάδα χεριών
Χέρια κεριά φλεγόμενα
Με τροχούς παλλόμενους
Δια ανατάσεως να με καταδικάζουν!

*
Το κέντημα ήταν ανεβατό με άνθη
Μη πεις πως το κέντησε η Μυρσίνη
Που έστεκε χαμογελαστή
Κι ανιγματική
Μπροστά στη μπαλκονόπορτα
Μια μέλισσα το κέντησε
Σαν είδε τα σπαρτά και τα άνθη της γης
Πυρπολημένα από πύρινους ακάνθους!

*
Ανοίγαμε λάκκους δίμετρους
Και με φτιαριές ατόφιο χρυσάφι
Τους σκεπάζαμε σταυρωτά
Εκεί μέσα θάβαμε τους βολβούς
Της πρωτινής αγάπης
Μιας αγάπης που μυστηριακά
Ένα φθινόπωρο ζήσαμε
Τώρα λάμνει ακυβέρνητη
Στους παφλασμούς του αίματος
Κουρσάροι την εσύλησαν
Μα δεν βγήκε ηττημένη...
Σπάθα αθάνατου να τρυπά οριακά
Το σύνορο της λαμπηδόνας!

*
Ξεσπορίζαμε καλαμποκιές όλη τη νύχτα
Ψάχναμε το καρπό
Που θα μας έδινε
Το πλούσιο πρωτόγαλα της Άνοιξης
Οργίλος αφρός και στάλες αλατιού
Έτριζαν στα χέρια μας
Ανηφόριζαν οι καρδιές μας
Ανήμπορες στα κίτρινα καλαμποχώραφα
Συλλέγαμε αμίλητοι και ευτυχείς
Σε πλατύστερνους αμφορείς
Δάκρυα αρχαίας σκουριάς
Και άλικο αίμα
Από τη σκοτεινή άλω της Δήμητρας!

Στον φίλο Νημερτή
http://nimertis.blogspot.gr

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

ντύθηκα τη πεμπτουσία του σκότους



Πως να διανοίξω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Λύθηκαν οι κάβοι, τραυματισμένο το περιστέρι
Φυγομαχεί στο μολυβί θάμπος της σελήνης
Μετέωρα τα μάτια σου πυργώνουν ξάφνου
Στο πικρό χάδι του επέκεινα παραδομένα
Πικρός ο οιωνός
Σε συντροφεύει στης μέθης τον αργό στρόβιλο
Ανασκαλεύω το χώμα να βρω τα βήματα σου
Ξαστοχώ, τραμπαλίζομαι στον μέσα άνεμο των χαμόδεντρων
Ισορροπιστής σε λιγνό κλαράκι
Αναζητώ το δίχτυ των χεριών σου για να πιαστώ!

Πως να διαβάσω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Μάτια κλειστά κι οι χάρτες στρεβλά σημαδεμένοι
Ντύθηκα τη πεμπτουσία του σκότους την εσπέρα
Καθώς βάλθηκαν οι ώρες μου να οπισθοχωρούν
Μπροστά σε μια συστάδα από κρανία κόκκινα
Κρανία διαβατικών πουλιών που έχασαν το φτέρωμα
Πριν καλά - καλά φέρουν το μήνυμα από τη καμένη γη
Μήνυμα με παραλήπτη τη μοναξιά των ωρών
Επιστράτευσα πάλι τη ζάλη του υπερβόρειου καταρράκτη
Πικρός ο οιωνός
Κι πλάτη του πλανεμένου αμνού φεγγερή και κρύα
Ξαπλώνω στον χλοερό τάπητα του Απρίλη
Στοχεύοντας μια - μια τις ταπεινές καρδιές των εραστών
Που αποξεχάστηκαν σε κάμαρες υγρές με φτηνά κλινοσκεπάσματα!

Πως να ζεστάνω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Ξιφουλκώ τα ημιτελή χωρία των κίβδηλων ποιημάτων
Λογαριασμούς ανοίγοντας με τις λαβωμένες Εστιάδες
Ιερή φωτιά κατοικοεδρεύει στο βωμό του στέρνου σου
Άσβεστη φλόγα από τη μνήμη του πρώτου φιλιού
Παρεκκλίνω από το δριμύ ψύχος και το σκαλοπάτι σου σεμνά προσκυνώ
Προς τι να μην σε αγαπώ;
Αδιόρατος ο οιωνός και που με οδηγεί;
Σε στέπες αχανείς πλανιέμαι πληγωμένη δορκάδα
Πολιορκώ την φούστα μου και αναρροφώ τους γλυκείς σου πόρους
Σχεδίασα το νέο πατητήρι των ερώτων σε κρόταφο φιδιού
Και παγανιστικά μεταλαμβάνω διεγερτικό μούστο
Προς τι να μην σε αγαπώ;
Το φυλακτό το κράτησα σε θυρίδα σιντεφένια πλάι στο αίμα των κορυδαλλών


Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

κόκκινο σημάδι στο αναλόγιο του ουρανού



Στις λεωφόρους του ουρανού
Εκεί που αναρριγεί το άχραντο σώμα του μυστικού Θεού
Δεν υπάρχουν νυχτερινοί φανοστάτες και γρύλοι περιδίνησης
Παρά μόνο το κόκκινο σημάδι του στέρνου σου
Που αποσπάστηκε κρυφά από τα σπάργανα της Άνοιξης
- Αμαρτωλός καρπός μιας αστρικής συνουσίας -
Σημάδι του πόθου εγχάρακτο σε εξάγωνο κρύσταλλο
Του κορυδαλλού ερωτική ματόχαντρα
Ρόδα του τέθριππου σπασμένη πάνω στο ισχύο του πόνου
Καραδοκείς σθεναρά με τη παλάμη σφιγμένη
Μπροστά σε σκαλιστό καθρέφτη προγονικό
Να μολέψεις την πράσινη τριανδρία της χλόης!
Εφάμιλλος ο ορθινός πίδακας της φλέβας σου σε λάμψη
Με τη σκληρή χαρακιά της πυρκαγιάς στου πεύκου το κύμβαλο...

Στις λεωφόρους του ουρανού
Εκεί που δονείται το άχραντο περιβόλι του μυστικού Θεού
Δεν συναντάς αργοπορημένες εμπρήστριες θανάτου
Ούτε των αποδημητικών πουλιών το κελαηδισμό
Παρά μόνο τη χάλκινη προτομή της Μέδουσας
Που έρπει μειδιώντας στο ομιχλώδες υπερώο των σύννεφων
- Πετρωμένη πλώρη ενός γηραλέου σκαριού -
Υποδόριος στεναγμός σε υγρό φαράγγι αντίλαλου
Αρίζωτο δέντρο του βοερού παραδείσου που θάλλει
Νεράκι τρεχούμενο στη χαρούμενη εποχή της παραφροσύνης
Ανατέλλεις και βυθίζεσαι αργά στη σχισμή της Άρνησης
Σαν το στόμιο της φωτιάς που κατατρώει ηδονικούς βυθούς
Έτοιμος να πλοηγηθείς γογγύζοντας στην ασπόνδυλη ερημιά του θέρους
Θαμπώνεις την ανάμνηση  μου με ατμούς της αιθάλης
Και ασκητεύεις νοερά στο μέγα πλάτος των ανατενίσεων
Βωμός υπερώιος και στερνός μνηστήρας της σφαγιασμένης αγάπης....

Σου έκοψα κρίνα από την ήσυχη ροή του Ιορδάνη 
Και σαν αιματωμένος Ιησούς ψηλαφώ το παρθενικό σου σκήνωμα 
Κόκκινο σημάδι εγγίζοντας στο αναλόγιο του ουρανού!


Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα


Ξεφυλλίζω άναρχα της μνήμης το μισάνοιχτο βιβλίο
Ισχνή η κραυγή των αισθήσεων επισκιάζει τη θωριά σου
Την μεταλλάσσει σε δωρικό αγαλματίδιο στα σπλάχνα του Αρδηττού
Κρώξιμο πουλιού ενδημεί στο μαρτιάτικο αεράκι
Της κόμης σου συντονισμένο από τα δικά σου οράματα
Στου προσώπου σου ανατρέχω τις γραμμές
Γραμμικές αναπαραστάσεις μιας μοίρας καθηλωτικής
Βοούν στο οργισμένο σου βλέμμα - μειδίαμα φιδιού
Μοναχικά αντιστέκεσαι στο επικλινές στόμιο του βαράθρου
Σαν λατόμος που εξερευνά με σκαπάνη αργιλώδη έγκατα
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Ξεφυλλίζω βαρύθυμα της λήθης το μισάνοιχτο βιβλίο
Κηλίδες με διαμελισμένα άκρα διατέμνουν τις ρυτίδες σου
Ήδιστον φως δραπετεύει από του ώμου σου την θήκη
Λασπωμένα βέλη σκορπάς σε πρίσματα πολυεδρικά
Μύριοι με τρεμάμενες ασπίδες διαφυλάττουν της ψυχής σου το ίσο
Διαπερνάς ασάλευτος το άνυδρο πεδίο του αίματος
Και παραδίδεσαι εις το κέρας του ελαφιού ικέτης
Φρουροί της πατρίδας σε ακολουθούν περιμετρικά
Μια αχτίδα με καλεί με χρυσοκλωστής νήμα
Να συνθέσω τη σκεπτιστική μουσική των χειλιών σου
Έξω από φόρμες που διασπούν την ευρυθμία σου
Και την περιορίζουν ερμητικά σε κυκλώπεια τείχη Ανατολικά
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Ξεφυλλίζω παθητικά του έρωτα το μισάνοιχτο βιβλίο
Κιονόκρανα φλύαρα παρατεταγμένα στη τύρβη της σιωπής
Επικονιάζουν με γύρη μεθυστική ακροδάκτυλα λατρεμένα
Καλειδοσκόπια εκρηκτικών χρωμάτων επιχρωματίζουν
Την ασπρόμαυρη λιθοδομή του φρουρίου σου
Παρασημοφορείς γενναία το μικρό αλητάκι της αλέας
Που κάποτε της ζωής σου επένδυε τη πολική μοναξιά
Με βάγιες μυριστικές διαμηνύεις την ήττα σου στους ψυχρούς
Κελευστές που της πέτρας διαρρηγνύουν το κρησφύγετο
Σε υποδέχεται ο μέγας κυνηγός των όμβρων
Να σου παραδώσει ακριβά κειμήλια από τα φτερά των αετών
Δρόμους σπαρμένους του ουρανού
Λευκά και ρόδινα οπιούχα φυτά
Αιθάλη από τη κνήμη του καβαλάρη
Περήφανος και διάτρητος να διαβείς την μεγάλη πόρτα της Ιστορίας
Που εσκεμμένα εσύ παραχάραξες διασπαθίζοντας του μυδιού τη σάρκα!
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

το βλέμμα σου μαγνητίζει τα χρώματα



Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που τα χρώματα φτιάχνουν πυρετωδώς
Διπλά ουράνια τόξα κι απέθαντα σώματα
Θα έχεις χάσει το μικρό σου κλεφτοφάναρο
Και θα ατενίζεις νηφάλια της χαρμολύπης το παλάτι
Ωραίος ωσάν άγγελος γονατιστός μπροστά στη μεσόπορτα της γης
Άλικος και τρωτός σαν της Φιλομήλας τα σμιχτά χείλη
Όταν ακουμπούν παθιασμένα στο ηλεκτρικό τρίχωμα της σελήνης!

Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που ο φλοιός της γης σμίγει
Με την υδρόεσσα παλάμη του κάκτου
Μυθικά πλάσματα θα ακολουθούν το αιμάτινο ρυάκι του Έρωτα
Προστάτες και φύλαρχοι της αιώνιας σαγήνης σου
Ξέφευγες απόμακρος από τα τυπωμένα ίχνη του σύμπαντος
Και στο ποτάμι πετροβολούσες αστόχαστα τις καλαμιές
Έτοιμος πάντα να αναμετρηθείς με τον άγριο παλμό της ροής
Μάζευες λυγαριές κι αγριομέντες - στεφάνια της υγρής σου κόμης
Κι αμίλητος παρακαλούσες να συντρίψεις τα κάγκελα της νύχτας!

Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που τα χρυσόψαρα ευφραίνουν ηδονικά τα πελεκημένα στήθη
                                                           της μεθυσμένης γοργόνας
Απουσίαζες στη σκληρή λευκότητα της αρχαίας σινδόνης
Και με χέρια ανοιχτά συνδαύλιζες τη κρυφή φλόγα των νοσταλγών
Απάνεμα αναζητούσες λιμάνια κι αποξεχνιόσουν στους χτύπους
                                              ενός καλοδουλεμένου εκκρεμούς
Επιταχυντές τα μυώδη σου μπράτσα αγκάλιαζαν τον τραυματισμένο ουρανό
Μη και στερέψει το φως στα χαμοκέρασα του δάσους
Και απλωθεί το σκότος στις χρυσές πτυχές του ηλίανθου
Πιασμένο στη παγίδα το σχήμα σου φιλονικούσε με τις τρύπιες τσέπες
                                                                                  του σύννεφου
Μέσα σε έναν απόρθητο ουρανό που αραίωνε λυτρωτικά τη θλίψη σου!


Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

τη βραδιά που κάηκαν τα αγάλματα της πλατείας

                             
Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Μου είχες πει μυστικά ένα πρωί του Γενάρη
Δάκρυζες με αναφιλητά και γόους πικρούς
Ακουμπισμένος διαγώνια με καρδιά ξέχειλη
Στο δισκοπότηρο της προσμονής και της αγάπης
Σαν μια λιθοδομή που ξεκουράζει το εσώτερο βλέμμα των γλάρων
Όταν σκορπίζεται διχαλωτά στο αμετανόητο φως των νήσων
Αστεροειδείς σκούραιναν τη χλωρασιά της ακοίμητης πέτρας! 

Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Σκληρό σαν το τελευταίο βλέμμα πριν το αντίο
Σπάνε οι κρύσταλλοι με ένα ανεπαίσθητο κραχ
Η ωλένη του μαρτυρίου μακραίνει τις υφές
Η μοίρα παραφυλάει σαν εκστατική Ανδρομέδα
Μπροστά στη μεσαιωνική πυρά ανασχηματίζοντας
Απαλά την παραφθορά του ονείρου και του χάους
Πυργίσκοι χάρτινοι στοίχειωναν την αμμουδερή πολιτεία!

Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Τα αγάλματα της πλατείας ζητούν επαιτεία
Από το σβηστό μαγκάλι του Κλύδωνα
Αφελείς νοσταλγοί του μέγα ίλιγγου
Αναζητούν το ανέφικτο στο μετέωρο πυροφάνι
Του νεκρού ιχθυοπώλη
Υφαίνοντας κλεφτά το δίχτυ του πόθου
Μπροστά στη κλειστή πολυτέλεια του άδειου κελύφους
Λάμιες βουβές του ποταμού περιθάλπουν ομαδόν
Την κοφτερή λευκότητα της φυραμένης τους σιλουέτας
Αγάλματα παγανιστικά φιλτράρουν την οδύνη του πρόσκαιρου
Συνθλίβοντας λευκές πεταλούδες στη παλάμη τους
Καραβόπανα σκηνής απομυζούν τη φθορίζουσα μαρμαρυγή του θανάτου!