Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

Διαπραγματεύσεις

Ημισέληνος ήμουν
μα όταν έσμιξα μαζί σου
λαμπρή έγινα πανσέληνος
και φιγουράρω μπροστά
στους καθρέφτες των
καλλίπυγων κορασίδων.
Με μάτωσες.
Ιδού η σκοτεινή μου πληγή.
Με έθρεψες.
Κοίτα τα παχυλά μου μπράτσα.
Με πότισες.
Δέξου τα πολύχρωμα άνθη
του στέρνου μου.
Στο τέλος κι αφού πρώτα
με χόρτασες, αβασάνιστα
με έριξες σε ένα βαθύ χορταριασμένο
πηγάδι να συνομιλώ με της λήθης
το παγερό νύχι.

Χάνω τα μάτια μου, την καρδιά μου,
τα χέρια μου και το σώμα
μου όλο, ένα γλυφό νερό το περιλούζει
και το ροκανίζει.
Πώς θα βγω από εδώ;
Ποδηλάτισσα να γίνω να τριγυρνάω
πάνω στων μνημάτων την
αφειδώλευτη λευκότητα και
στων γεννήτορων μου την
αγιασμένη περφάνια.

Η τυράγνια σου με τρώει, κάνω
να αναρριχηθώ κι εσύ με των
λόγων σου τη φαρμακερή
σαΐτα όλο πιο μέσα με τραβάς.
Τις μάγισσες καλείς κοντά μου
κι αναθυμιάσεις με ζαλίζουν.
Με την λάβα των ηφαιστείων
απειλείς να με κάψεις.
Ιούδας γίνομαι πάνω στης συκής
την γαλακτερή παλάμη.
Αιωρούμαι ατελεύτητα....
Φοβάμαι, τρομάζω και να αποσχιστώ
από το κράτος σου θέλω.

Μισώ το νέο σώμα που με έντυσες,
περιφρονώ τα κοράκια
που με τριγυρίζουν.
Πεταλιά θέλω δυνατή να πατήσω
κι ολόφωτη να βγω
στα χρυσαφένια χωράφια του ήλιου
και στου ουρανού την τραχιά
επιδερμίδα ημισέληνος να ξαναγίνω
και να διαιρεθώ σαν τον κλέφτη
σε χιλιάδες κομμάτια.

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Τα εργαστήρια των ποιημάτων

              αφιερωμένο στον Ελισσαίο 

Παλιά τα ποιήματα μας τα γράφαμε
σε πινακάκια μαθητικά.
Σχεδόν, πριν τελειώσουμε
τα σβήναμε για να έρθουν τα επόμενα.
Δεν τα χάναμε καθώς στις σελίδες
της καρδιάς μας καταχωρούνταν
ένα προς ένα.
Βολική η καρδιά τα φιλοξενούσε
και τα παραχωρούσε ένδοξα
στην αιωνιότητα.
Με αχλή τα έντυνε κι αίμα ζεστό, αφρίζον.
Πάλλονταν και ζούσε μέσα από αυτά
και στα κύτταρα του σώματος
κατόπιν τα διασκορπούσε για να μην
βαραίνει εντός η πέτρα του πόνου
και η υπερβολική των λέξεων
φρενίτιδα.

Τώρα τα ποιήματα μας
τα γράφουμε και τα καταχωρούμε
σε αρχεία ηλεκτρονικά
καθώς οι σελίδες της καρδιάς
αδυνατούν πια να τα προσαρτήσουν.
Ο όγκος πολύς και το αίμα λίγο.
Τα κύτταρα άρρωστα και το σώμα
καταπονημένο απ' την πολλή συνάφεια
του πλήθους.
Επιλεκτικά τα στέλνουμε σε δυο τρεις
φίλους που τα συναισθάνονται
και δεν τα κλωτσούν σαν παραγινωμένο
φρούτο.
Έτσι καταφέρνουμε να μοιράζουμε
τον πόνο σε μικρές μερίδες
για να αντέξουμε τη σφοδρότητα του.

Ελεήμονες οι φίλοι μας
τα δέχονται και τα κοινωνούν.
Κάποια όμως τους ξεφεύγουν
και συνθλίβονται κάτω από
τα τρακτερωτά τους παπούτσια.
Κι αλίμονο είναι αυτά
που διαθέτουν το πιο υγιές
χαμόγελο εκείνο το παιδικό
που απεμπολήσαμε και σε χρόνους
άλλους τώρα περιπλανάται
ανερμάτιστο δίπλα στα εχθρικά
στίφη των αδιάφορων με τα
καλογυαλισμένα σαρανταπεντάρια.

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

imayo

imayo με σπάσιμο. Δύο ποιήματα σε ένα. 1/3, 5/7 και 2/4, 6/8
Απαραίτητη λέξη το τέχνασμα

Ύπουλο το τέχνασμα-
δάκρυα αρμυρά
τίναγμα του κεφαλιού
περίλυπη η καρδιά
λυγμών έφοδος
σανίδα ψάχνω να βρω
τα λόγια φτωχά.

*
Τεχνάσματα τα λόγια-
η ζώνη σφίγγει
άδεια η κατσαρόλα
ψωμί λιγοστό
θεατρίνοι στη σκηνή
το παιδί κλαίει
ψεύτικες υποσχέσεις
αγκομαχητά.

*
Καθαρή πανουργία-
το ψέμα μακρύ
το τέχνασμα δεν πιάνει
η φάκα κλειστή
αμέτρητα ποδάρια
χαμένος κόπος
οδηγός η αλήθεια
λάμπει ο χρυσός.

*
Χρυσαφένιο καντήλι-
νέος ο νεκρός
μαρμάρινο το μνήμα
η μάνα θρηνεί
λουλούδια της μανόλιας
άρωμα βαρύ
δόλια τα τεχνάσματα
χαίνει η ζωή. 

*
Ψύχρανε ο αέρας-
κρύες οι νύχτες
σκυφτός περιπατητής
οι δρόμοι κλειστοί
ουρλιάζουν τα τσακάλια
θρήνος οι βόγκοι
πληγώνει το τέχνασμα
ο έρως ψευδής. 

*
Γυναικεία ομορφιά-
ψεγάδι ουδέν
σαρκώδη τα δυο χείλη
μακριά τα μαλλιά
αγαλματένιο σώμα
λεπτές καμπύλες
τεχνάσματα οι όρκοι
έρωτας φυγάς. 

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

Η κιβωτός

                       στη μαμά 

Έκοψε τα αποξηραμένα
φύλλα του καπνού
σε μικρά κομμάτια. 
Έστριψε τσιγάρο. 
Για χαρτί χρησιμοποίησε
τα εναπομείναντα, 
περσινά αετόχαρτα
με τη ματ επιφάνεια. 
Ψηλά πήγαν τα δαχτυλίδια
του καπνού, ως τα ετοιμόγεννα
σύννεφα κι έξυσαν
την κοιλιά τους. 
Η εποχή του κατακλυσμού
είχε αρχίσει.

*
Αναρωτήθηκε γιατί
τα φίδια αγαπούν
τους καλαμιώνες
και τη μουσική;
Ίσως γιατί το μακρύ
σώμα τους σε σαξόφωνο
φέρνει, σε φλάουτο
και σε φλογέρα. 
Μεγάλη μαγεία
το άκουσμα τους
ειδικά την άνοιξη 
όταν η φύση ξυπνά
αναγεννημένη
και σπρώχνει τη
βαριά ταφόπλακα. 

*
Απ' το παράθυρο της
έβλεπε έναν παλιό
σταθμό και τις παράλληλες, 
απαρχαιωμένες ράγες. 
Ποτέ τα τρένα
δεν πέρασαν
από εκεί. 
Ποιος να εμπιστευτεί
μια γραμμή που οι συρμοί της 
συγκρούονται μετωπικά 
με τα επαναλαμβανόμενα
όνειρα και τους επιθανάτιους 
στεναγμούς;

*
Μια άγνωστη πόλη
την κυνηγούσε στον ύπνο της. 
Είχε σπίτια αναπαλαιωμένα, 
ασπρισμένα με ασβέστη
και στενάκια τόσο πολύ
στενά που ούτε ποδήλατο
δεν χωρούσε να περάσει. 
Το περίεργο ήταν
κατά πως έβλεπε
στο όνειρο
ότι αυτή κυκλοφορούσε
πάντα στα σοκάκια
με ένα παλιό μαθητικό
λεωφορείο. 
Ίσως αυτός να ήταν
τελικά ο λόγος που κάθε
πρωί έβρισκε ξέφτια 
ασβέστη στο μαξιλάρι της
και στα μαλλιά της 
μια στενωσιά στην καρδιά
και λίγο αμίλητο νερό
στο πάνω χείλος. 

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

Άτιτλα

Απ' όταν έφυγες
τα σύννεφα δεν φορούν
παντελόνια
όπως διατείνονταν
ο ποιητής.
Μαύρα φτερά κόρακα
φορούν και με ταχύτητα
μεγάλη κυκλοφορούν
στις φλέβες του ουρανού
και τις ξεφτίζουν.
Δεν υπάρχει πλησμονή
ούτε αγνάντιο
μόνο τρομακτικές φιγούρες.

*
Ο χωρισμός είναι
το κουκούτσι
από ένα σκουληκιασμένο
κεράσι που το πετάς
πάνω στην πέτρα.
Δεν θα φυτρώσει ποτέ.

*
Την ακάνθινη ευφόρμπια
είχες στο μέτωπο
για στολίδι.
Αίμα δεν έβγαινε,
πύον δεν κυλούσε.
Άφευκτος ο θάνατος
ψιθύριζες κι οι δηλοί
κρύβονταν πίσω
από ένα κοπάδι
με αιγοπρόβατα.

*
Βύζαινες το δάχτυλο
κι ο ουρανίσκος σου
έδινε τέμπο
στο χορό των πεταλούδων.

*
Ποτέ δεν χώνεψες
το κοκκινόχωμα
έλεγες συχνά.
Σκιτσάρει πάνω
στα νύχια κόκκινες
σημαίες με βαριά κοντάρια
κι οι ηρωίδες σου κακοποιημένες
αποκοιμήθηκαν
τον ελαφρύ ύπνο
των αλαφιασμένων μουλαριών.  

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024

Οι άπονοι χειμώνες

Πώς να ζεστάνω τα ορφανά
μου χέρια που παγωμένα
είναι και χιονίστρες γέμισαν
κι ούτε μία κίνηση
να εκτελέσουν
δεν μπορούν;
Ο ήλιος μακριά μου.
Κοντάρια θρυλικών μαχών
τον εξαφανίζουν.
Σύννεφα πολλά γύρω μου.
Πώς να τον βρω;
Ο ουρανός μου
προβιά λύκου αδιαπέραστη.
Κρυώνω κι όλα τα σώματα
του σύμπαντος με εγκατέλειψαν.

Το φεγγάρι που μαζί του
έκανα μάγια κάποτε
δεν με γνωρίζει πια.
Το παραμυθένιο του φως
δεν μου χαρίζει να ζεσταθώ
λίγο και τα χέρια να κάμψω.
Με τρεις τούμπες
έφυγε από κοντά μου
και στην ασίγαστη ροή
του ποταμού Αώου έπεσε
παιχνίδια να κάνει με
τις ασημένιες πέστροφες.

Παγώνω και σαν τελευταία
λύση στα άστρα καταφεύγω.
Μου βγάζουν τη γλώσσα.
Με περιφρονούν.
Πνίγονται στο γυλιό ενός
μεθύστακα που το δρόμο
έχει χάσει.
Εγώ που κάποτε τα μάζευα
στην ποδιά μου κι η μάνα μου
που όμορφα τα τακτοποιούσε
δίπλα στο γιακαδάκι μου
χάθηκε πια και δεν υπάρχει.
Κρυώνω γεναριάτικο ψύχος
βαρύ.

Αντί για χέρια πόσο
θα ήθελα κλαδιά ροδακινιάς
να έχω.
Να ανθίζω κάθε Μάρτη μήνα,
να προσκαλώ τις πεταλούδες,
να χορεύω μαζί τους
και σε διονυσιακές να πηγαίνω
τελετές.
Κι ύστερα στο λαμπρό
καλοκαίρι να καρπίζω
εύχυμους καρπούς.
Να σηκώνονται τα παιδιά
στα νύχια να με γεύονται.
Να έρχονται οι μανάδες
με τις φουσκωτές κοιλιές
να με τρυγούν.
Να καταφθάνεις κι εσύ
με το καλαμένιο σου πανέρι
απλόχερα να σε κερνάω
και συντροφιά να μου κάνεις.
Έτσι που να ζεσταθώ λίγο,
να μην πονάω και στους
άπονους χειμώνες να
σέρνομαι ανυπεράσπιστη
με χιονισμένα κι άκαμπτα
χέρια να σε αποζητώ. 

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

Η εκδημία

 Στην ακριβή σου εκδημία μαμά.

Τυμβωρύχοι και μεροληπτικοί
υπάνθρωποι μαμά
το δέντρο της ζωής σου
υπόσκαψαν και στο θάνατο
σε οδήγησαν εξάκλωνα μαστίγια
κρατώντας και νεκροκεφαλές.
Με ένα νεύμα τους απώθησες
στενάζοντας, δεν τους κάκιωσες,
τους συγχώρεσες όλους μαμά,
με την μεγαλοσύνη σου
τους υπερκέρασες.

Τρυφερά δυο χέρια σε υποδέχτηκαν
και σε βοήθησαν την Αχερουσία
να περάσεις οδό.
Λατρεμένα χέρια
του πρωτογιού σου.
Θρήνησαν για σένα.
Κωπηλάτησαν για σένα.
Μόχθησαν, αλώβητη,
στη χώρα των αγγέλων
να σε οδηγήσουν ξεχωριστή
για να πάρεις θέση
Δικά σου χέρια, σπλάχνα σου,
αίμα σου και ακατάπιοτο πένθος
στη μικρόβια πορεία σου.

Τώρα πάνω τους λικνίζεσαι
χαμογελαστή και λυτρωμένη.
Την πέτρα του θανάτου
σαν φτερό ανασηκώνεις
και την διανθίζεις με τα
λεβέντικα του Μαλεβού τραγούδια.
Η στερνή σου κι ακριβή
παρακαταθήκη απέναντι
στην ασημαντότητα μαμά
που σαν κόρη οφθαλμού
ορκιζόμαστε να διαφυλάξουμε για πάντα

Στη μητέρα που αναπαύτηκε την 1/2/2024.

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Ερωτικό

Ο έρωτας σου αργόκαυτο
κάρβουνο που στα χέρια
μου κρατώ.
Δεν το πετώ.
Δεν καίγομαι.
Δεν αποτραβιέμαι.
Το τρέφω με την ανάσα μου.
Γιατί τί θα ήταν ο έρωτας
χωρίς την πυρά του;
Ένα ολομόναχο δέντρο
στην καταιγίδα.
Τη γραμμή της ζωής μου
επιτείνει και μεγαλώνει.
Κι όταν κάποτε αργοσβήσει,
το σχήμα της καρδιάς
σου θα πάρει κι αγάπη
θα το ονομάσω και θα
την καλοδεχτώ όπως
μια πανσπερμία άστρων
σε μια αφέγγαρη νύχτα
να με φωτίσει.

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

Ολιγόλεκτα

Τα ατρόμητα μάτια σου
τζαμάκι από φινιστρίνι
καραβιού που βουλιάζει
κι ο ναύτης δεν το
εγκατέλειψε ακόμα.

*
Τα σαρκώδη χείλη σου
πόρτα δίφυλλη ανοιγμένη
στο νοτιά που σαράκι δεν
την απειλεί και μόνο η
αλμύρα αφήνει πάνω της
το κέντημα να πέφτει.

*
Τα δουλεμένα χέρια σου
μπατανίες του τοίχου που
αντιστέκονται στον σκώρο
και να οδοιπορήσουν
ονειρεύονται στο επέκεινα
με οδηγό τα σκυλιά και
τους κυνηγούς.

*
Τα μολυβένια πόδια σου κοντάκια όπλων που πάνω τους ο ιδιοκτήτης τους χάραξε στίχους έτσι που τα πουλιά να μην φοβούνται και οι αυτόχειρες να μην δειλιάζουν μπρος στο στερνό αντίο.

Νυχτερινή έφοδος

 Νυχτερινή έφοδος

Φυσάει πολύ δυνατά απόψε
στα μέρη που αγάπησες,
δεν θα χρειαστείς τα καψαλισμένα
σου φτερά για να έρθεις.
Φόρεσε τα σκαρπίνια
του βοριά κι έλα να με βρεις.
Σου ετοίμασα πόλεις μαγικές
και χωριά πετρόκτιστα
για να κατοικήσεις.
Μόνο παιδιά ζουν σε αυτά
με τις μουσικές τους μπάντες.

Το παραμύθι με τον
αλαφροΐσκιωτο γίγαντα
έλα να τους πεις.
Ξαγρυπνούν για σένα.
Μουσικά σου φτιάχνουν
πεντάγραμμα τις νότες
να απλώσεις.
Κοκοράκια σου αγοράζουν
να γλυκαθείς.
Απίκραντα τα χείλη σου
πρόσφερε, φιλιά να σκορπούν
και με τραγούδια να γεμίζουν
τις κάτω ρούγες.

Κοίτα πώς οι καμινάδες
καπνίζουν ασταμάτητα.
Έλα να ζεσταθείς.
Πρόσεξε πώς τα παιδικά
αυτοκινητάκια βγήκαν
στους δρόμους.
Τα ταξίδια σου έλα και κάνε.
Δες πώς τα δέντρα αμέτρητες
κούνιες έριξαν το πηγαινέλα
της αγάπης να ασπαστείς.
Τα τραγούδια σου αμόλησε,
το χειροκρότημα για να εισπράξεις
απ' τις ανοικτές στον άνεμο
παιδικές παλάμες.

Σε αυτά τα μέρη τα νεόκτιστα
για σένα ήρθα.
Πλάι στα παιδιά εκτινάχθηκα
και ζω τιμωρώντας
τη μοναξιά των ποιημάτων.
Δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς
εδώ.
Ουράνια της φαντασίας τόξα
ζωγράφισα να μην βραχείς.
Χρώματα της δύσης έκλεψα
να με αναγνωρίσεις.
Το άλογο του πατέρα
έζεψα για να καβαλικέψεις
πάνω στα μεγάλα γεναριάτικα
όνειρα μου.
Γενέθλιο κάνε με τόπο
κι εγώ ζεστή θα σου κρατάω
αγκαλιά σαν την φωλιά
του πελαργού που αψηφά
τους πανάρχαιους νόμους
και δεν εγκαταλείπει.

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2024

Εξαρχής η ζωή

Εδώ και πολλά χρόνια
ένα δέντρο της χαράς
φύτρωνε στο χώμα
της καρδιάς μου.
Οπωροφόρο ήταν είδος
και σε κανένα δεν έμοιαζε
άλλο δέντρο που η γη
στα σπλάχνα της τρέφει.
Νόστιμους και θρεπτικούς
μου έδινε καρπούς με
γλυκόξινη γεύση.
Αυτό με μεγάλωνε
και καμιά χρεία δεν
είχα άλλη για να ζήσω.

Τα κύτταρα μου πολλαπλασίαζε,
στις φλέβες μου έμπαινε
και στο πρόσωπο μου
ζωγράφιζε χαμόγελα.
Απαιτητικό δεν ήταν
μόνο λίγο αφράτεμα
που και που
οι ρίζες του ζητούσαν
και δροσιά πρωινή
για να ομορφαίνει
με τα κλαδιά του τα στήθη μου.

Χέρια άλλα δεν το άγγιζαν.
Πνοές άλλες δεν το θώπευαν.
Μάτια εχθρικά δεν το θωρούσαν.
Σμιχτά χείλη ποτέ
δεν το φίλησαν.
Αποκλειστικά για μένα
μόνο ζούσε και της φαντασίας
μου ανακάτευε την
ζωοδότρα πυρά.
Ανέγγιχτο, ωραίο, δυνατό
με αγκάλιαζε και με συντηρούσε.
Τα κουκούτσια του φύλαγα
στην τσέπη μου, κάποτε
στη γη το χαρμόσυνο
να φέρω μήνυμα.

Ώσπου μια μέρα ήρθες
εσύ και το βάτεψες και
το ξερίζωσες καθώς
λανθασμένα κλειδούχο
της καρδιάς μου σε όρισα.
Πέταξε μακριά η χαρά.
Λύγισαν τα γόνατα.
Στάχτη έγινε η πυρά
κι η φαντασία σαν αμνός
της γιορτής σφαγιάστηκε.
Χωρίς σκιά και μέθη έμεινα
να ακροπατώ στα κάστρα.

Όλα τα κατέλυσες μόνο
τα κουκούτσια δεν βρήκες.
Με αυτά στο μέλλον
θα ξανανθίσω και θα βγάλω
καρπούς και στέρεες ρίζες.
Στα παιδιά θα προσφύγω
το πλατύ να φέρουν χαμόγελο.
Στους ποιητές θα αποτανθώ
να σε στείλουν πάλι πίσω
στο έρεβος και στη λήθη.
Τριγμούς ακούω.
Σε νίκησα.
Το δέντρο αναγεννάται
σαν πυρπολημένος φοίνικας
και μακριά σε διώχνει
με των σπαθιών του
την κόψη.  

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2024

Πορεία προς το άγνωστο

Είναι αφρόντιστα τα
τραγούδια μου σαν ένα
παλιό ξεχαρβαλωμένο
τρένο που πάνω στις
ράγες της φυγής κινείται.
Για οδηγό έχει έναν
παράξενο υπερήλικα
που από γεροντική άνια
πάσχει.
Στα πόδια του κοντά συνηθίζει
να έχει δυο κλουβιά
με καναρίνια και κορυδαλλούς.
Δεν είναι λίγες οι φορές
που συνοδεύει το κελάηδισμα
τους και ποτέ δεν παραλείπει
να τα ψυχώνει με σπόρους
που κρατά στην κωλότσεπη.

Για επιβάτες έχει τελευταία
αποκλειστικά νεαρούς
που ακόμα δεν τρίχωσε
το πάνω τους χείλος.
Θορυβούν, εξαγριώνονται
για ψύλλου πήδημα,
φωνάζουν, ζαλίζονται, πίνουν
ακατάπαυστα και ξεχνούν
να κατέβουν στην επιλεγμένη
τους στάση.
Όταν αργά το καταλάβουν
σηκώνονται όρθιοι, αφήνουν
στην άκρη τα πειράγματα τους
κι αποφασίζουν να δράσουν.

Μέμφονται τον οδηγό
λες κι αυτός φταίει,
χτυπούν κουδούνια
εις μάτην όμως
καθώς αυτός είναι βαρήκοος
και δεν ακούει σχεδόν καθόλου.
Κάποιοι γενναίοι μάλιστα
καταλήγουν να σπάσουν τα τζάμια.
Πρέπει απαραιτήτως
να βγουν έξω στο φως.
Τα θραύσματα πληγώνουν
τα χέρια τους, τα κορμιά τους.
Αιμορραγούν και τότε
βρίσκουν τα τραγούδια
ευκαιρία στις μέσα κηλίδες τους
να φωλιάσουν.
Οι νεαροί καταλαβαίνουν.
Ο οδηγός όμως προσπερνά
τις στάσεις καθώς οι μηχανισμοί
του τρένου έχουν
σαραβαλιαστεί απ' τους
βανδαλισμούς.

Αυτό το τρένο πλέον τώρα
κινείται χωρίς αφετηρία,
κατάληξη και προορισμό.
Ο περίλυπος οδηγός,
οι νεαροί επιβάτες, τα πτηνά,
τα αφρόντιστα τραγούδια
είναι μέρος ενός πανάρχαιου
άσματος που ποτέ δεν τελειώνει.
Σημειωτέο ότι αυτό το τρένο
δεν καταναλώνει καύσιμα
ποτέ παρά μόνο αθώο αίμα.
Δεν θα σε πάρει μαζί του
όσο κι αν επιμένεις.
Φοβάται τα λευκά
μακριά μαλλιά σου και τις
αυλακιές που σαν ράγες
διαπερνούν το μέτωπο σου
μην και το εκτρέψουν από
την πορεία προς το άγνωστο.  

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

haibun

Ο πίνακας

Μπήκε σε ένα κάπως σαραβαλιασμένο λεωφορείο και διάλεξε κάθισμα από την μεριά της θάλασσας. Ο οδηγός κάθισε στη θέση του και ξεκίνησε. Είχε ένα παχύ μαύρο μουστάκι και μάσαγε σπόρους. Η διαδρομή ήταν ειδυλλιακή. Ασημένιες ελιές, που και που πεύκα και οι γαλάζιες γάζες της θάλασσας σου έκοβαν την ανάσα.

Μηχανότρατα-
σπαρταράνε τα ψάρια
βόλοι χαλαζιού.

Έφτασε στην πόλη το σούρουπο. Όλα γύρω ήταν στολισμένα κι από τα μεγάφωνα ακούγονταν στη διαπασών γιορτινή μουσική. Κατευθύνθηκε προς την γκαλερί που ήταν στο κέντρο της παλιάς πόλης. Ο τοπικός σύλλογος είχε διοργανώσει μια έκθεση προς τιμή των τριάντα χρόνων της στα εικαστικά δρώμενα της χώρας. Χάρηκε πολύ σαν είδε την αίθουσα να σφύζει από κόσμο.

Έξω χιονίζει
τριγμούς κάνει το τζάκι-
λαμπάκια παίζουν.

Την υποδέχτηκαν με χαρά και χειροκροτήματα. Έλαμπε το πρόσωπο της όταν την πλησίασε ένας νεαρός και της ζήτησε να αγοράσει το πίνακα με θέμα το φιλί. Δίπλα του είχε την αγαπημένη του. Σφιχταγκαλιασμένοι προχώρησαν προς το έργο. Τους ακολούθησε. Σαν έφτασε μπροστά έκπληκτη παρατήρησε πόσο πολύ έμοιαζαν οι φιγούρες τους με αυτές του πίνακα. Τον έδωσε σε τιμή κόστους και τους έκλεισε ραντεβού στο ατελιέ της για να ζωγραφίσει δωρεάν το πορτρέτο τους.

Αστραπόβροντα
λάμπει η τζαμαρία-
η νύχτα ψυχρή.
 

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Το αθάνατο νερό


Ζητώ την αγκαλιά σου όπως
ζητά το κυκλάμινο μια σχισμή
του φθινοπώρου για να ανθίσει. 
Σε κακοτράχαλα βουνά ζω 
κρατώντας στο χέρι μου το
υφαντό κιλίμι του έρωτα που μου
χάρισες κάποιο μακρινό Νοέμβρη. 
Με φτέρες και κλαριά σφενδάμου 
συνομιλώ και την αψάδα απ' τους 
χυμούς τους παίρνω για να γράψω 
το ποίημα του έρωτα. 
Άκουσέ το αγάπη. 
Φώναξέ το στα αστέρια. 
Πριόνισέ το στον άνεμο. 

Αυτό το ποίημα δεν γερνάει ποτέ
ρωμαλέο είναι όπως το όνομά σου
που σκιτσάρησα ένα κρύο βράδυ
στα χυτά μαλλιά ενός αγάλματος. 
Κορασίδα ήταν κι είχε βολβούς
ναρκίσσων για μάτια και χέρια 
κρινένια του γιαλού.
Δεν ήταν στη συλλογή κάποιου 
υπέργηρου συλλέκτη ούτε έκθεμα 
μουσείου απόμακρο μα μία κόρη 
απλή ενός πάρκου βουερού στα 
δυτικά της πόλης προάστια. 

Στέκονταν εκεί όπου οι έφηβοι 
δίνουν το πρώτο ραντεβού 
με την Άνοιξη και στα ουράνια 
πετούν τη σάκα τους ξαλαφρωμένοι 
απ' τις ανούσιες του κόσμου περιπτύξεις.
Εδώ ζεις αγάπη μια ζωή απέθαντη 
και με τα αηδόνια του πρωινού 
συνδιαλέγεσαι και τους αποσπάς 
το μερτικό σου στη χαρά. 
Δεν σε χάνω, εφηβικό είσαι αίμα
και με διαπερνάς.
Δεν σε ξεχνώ, ιμάντας είσαι που
δένει την παραζάλη του χορού. 
Στην αγκάλη μου σε φέρνω 
μετρώντας τις νότες που ξεπηδούν 
μέσα από το όνομά σου
σαν νερό αθάνατο. 

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2023

Ο χορός της επιστροφής

Μετά από ένα μακροχρόνιο
εγκλεισμό στις θύρες του ουρανού
θυροκολλήθηκε η έξοδος σου
αγάπη. 
Δυο άγγελοι σε συντρόφευαν
με τις πύρινες ρομφαίες τους. 
Στα χέρια τους κρατούσαν
τις βαριές αποσκευές σου. 
Ο ένας μάλιστα ο πιο μικρός
σε φίλησε στο μάγουλο και
σου χάρισε ένα ζευγάρι ολόλευκα
φτερά, μαγεύτηκες κι
έμοιαζες με παιδί ανεβασμένο
σε ένα πολύχρωμο καρουζέλ. 

Χαμογελούσες κι άνοιγες διάπλατα
την αγκαλιά σου για να τους
αποχαιρετήσεις συγκινημένος. 
Ήσουν ωραίος, δυνατός, 
ροδομάγουλος και δυο
διπλά ουράνια τόξα κρατούσες
στα χέρια σου. 
Σήμερα νυμφεύομαι τον ήλιο
είπες, τελείωσε η εποχή των
καταιγίδων και των δακρύων. 
Δυνατά ακούστηκαν τα λόγια
ως εδώ με τονισμένα τα φωνήεντα. 
Ανασκίρτησα κι άρχισα να στρώνω
ρόδα τις οδούς για να διαβείς. 

Μπήκα στο σπίτι τρελή από χαρά. 
Σιγύρισα το κρεβάτι μας. 
Τακτοποίησα τα άνθη στα βάζα. 
Έβαλα το γαλάζιο της γιορτής φόρεμα. 
Στην αγκαλιά μου χώθηκε η γάτα 
μας με ένα πήδο νιαουρίζοντας ερωτικά, 
την χάιδεψα. 
Όλα τα πλάσματα της γης σε 
αποζητούσαν απ' το μικρό τζιτζίκι
μέχρι τα πιο άγρια του κόσμου θηρία. 
Κι εγώ πάνω απ' όλους σε περίμενα. 

Γλυκό σταφύλι θα κεράσω
τους αγγέλους και για σένα
θα φυλάξω τις ευωδιές των γιασεμιών.
Στη λάβα των φιλιών μου έλα να καείς. 
Με μύρα θα αλείψω το σώμα μου, 
τα θαύματα να αναπνέεις. 
Πίστα η αγκαλιά μου και σε καλεί,
έλα να χορέψουμε τους διονυσιακούς χορούς 
που κάποτε μου δίδαξες. 

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2023

dodoitsu

dοdοitsu χιουμοριστικό ποίημα
με ανατροπή στον τελευταίο στίχο και με 7/7/7/5 συλλαβές. 

Ο επισκέπτης

Τραγουδιστής στο πάλκο
η φήμη του μεγάλη
πανέρι με γαρδένιες
μέρμηγκας εντός. 

*
Αστοχία

Σπουδαίος αστροναύτης
η γη δεν τον χωράει
δόξα έχει και φήμη
τρύπιο το βρακί.

*
Οι εραστές

Ζευγάρι μες το πάρκο
οι φήμες οργιάζουν
παράνομος ο έρως
μοιχείας φιλιά.

*
Παρανομία

Οικονομία κάνει
καβούρια μες τις τσέπες
φήμη τσιγκούνη έχει
μαυραγορίτης.

*
Τα φακελάκια

Ντόκτορ μεγάλος είναι
άριστα το πτυχίο
χιλιάρικο και γέννα
φήμη ζάμπλουτου. 

*
Ανεπρόκοπη

Η πεθερά γκρινιάζει
τη νύφη κατσαδιάζει 
στοίβες άπλυτα πιάτα
φήμη τεμπέλας. 

*
Επιστήμονας

Παγκόσμια έχει φήμη
χρυσές οι περγαμηνές
λάτρης της γνώσης είναι
λίγα τα φράγκα. 

*
Ο μύθος

Τραγουδιστής τζίτζικας
άσπλαχνο το μυρμήγκι
τη φήμη κηλιδώνει 
πέλεκυς βαρύς. 

*
Βαρκάρης

Ιστία ξεδιπλώνει
ψαριά μεγάλη πιάνει
σούπα βράζει στη βάρκα
φήμης τραπέζι. 

*
Ζηλιάρης

Ανάστατος σύζυγος
η ζήλεια τον κατέχει
βγήκαν λάδι οι φήμες
ανυπόστατες. 

*
Ζαχαρωτά

Το ζαχαροπλαστείο
φήμης γλυκά πουλάει
θαυμαστά ζαχαρωτά
το δόντι σπάει. 

*
Το παγκάρι

Πονηρός εφημέριος
καλή δεν έχει φήμη
παχυλό το πουγκί του
παγκάρια κλέβει. 

*
Ο σεφ

Ξακουστός ο μάγειρας
το φήμης δείπνο στρώνει
αχνιστοί οι αστακοί
τάλαρα θέλουν. 

*
Ο τζόγος

Οι εραστές του τζόγου
με τα νούμερα παίζουν
τρία καρό για φήμη
φτωχομπινέδες. 

*
Οι ποιητές

Ξεθωριασμένη φήμη
βιβλία δεν τους γράφουν
οι ποιητές σωπαίνουν
άδοξοι στίχοι. 

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2023

Συνθηκολόγηση

Περικνημίδες έχω στα
πόδια μου και υφέρπω
προς εσένα.
Με ράβδο ανοίγω περάσματα
στην ανεξερεύνητη να μπω
χώρα σου μετόχι να φτιάξω.
Γύρω μου στρατοί, πόλεις
λεηλατημένες, συντρίμμια
και τυφλά παιδιά που
απαγγέλουν καταχθόνιους
στίχους.
Φως πουθενά, κάνει κρύο
και τα μαγκάλια στα τρίστρατα
προ πολλού σβηστά.
Αναχουχουλιάζω τις παλάμες
με χνώτα άρρωστου παιδιού.

Προτάσσοντας τα χέρια
κινούμαι αργά πάνω σε ένα
δρολάπι κολαστήριο.
Κέρινα τα χείλη μου
ψιθυρίζουν προσευχές
από νεότευκτα βιβλία.
Τα πλήθη με σπρώχνουν και
με εκτρέπουν απ' το δρόμο μου.
Ψηλά δόρατα σκιάζουν το φως.
Επιμένω με την λαχτάρα
και το θάρρος των μανάδων
μπρος στον νόστο των μαχόμενων
παλικαριών.
Μαζί τους βαδίζω και μια
μονάχα έχω έγνοια, εσένα.

Μακρύς ο δρόμος και δύσβατος.
Δεν σταματώ, δεν παραδίδομαι.
Με μόνο το φως από την
καύτρα του τσιγάρου μου
σου γράφω ποιήματα.
Για γραφή διαλέγω αυτή
της καρδιάς σου που κανείς
άλλος στον κόσμο δεν γνωρίζει.
Ταγοί με πλησιάζουν για να
την κλέψουν μα δεν υποχωρώ.
Τα τυφλά παιδιά κλείνουν
ειρήνη μαζί μου.
Τους παραχωρώ τους στίχους
μου και από το πεδίο
των μαχών βγαίνουμε επιτέλους
τροπαιοφόροι και νικητές.

Καλόστρωτα μονοπάτια
τώρα με φέρνουν κοντά σου.
Διψούν τα παιδιά και τις
πλούσιες πηγές σου τους δείχνεις.
Όλος από νερό με αγκαλιάζεις
κι εγώ με την τρίαινα μου
καταλαγιάζω τις θάλασσες
που σε φιλοξενούν και
το μετόχι μου φτιάχνω
πάνω σε καλλιεργημένες
με κάπαρη νησίδες ποτέ
να μην πεινάσεις όσο κοφτά
τις γραφές μου θα αναπνέεις.

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

Φωτοδότης

Καντηλιέρης γίνεσαι 
κι ανάβεις τα ουράνια
σώματα για να σε βλέπω. 
Δαδιά κρατάς στα χέρια σου. 
Σπίρτα από του παραμυθιού
τη χώρα. 
Στεγνά φυτίλια και κεριά 
και στα ουράνια περάσματα
βαδίζεις αποστολέας του
ανήκεστου λόγου. 
Εσύ ο φωτοδότης κι ο υμνητής. 
Εσύ το ανέσπερο του θέρους 
φως που οι νεράιδες στην 
αγκάλη τους κρύβουν. 
Εσύ η καυτή λάβα που
στα γόνατα μου κατρακυλά.
και που στην χόβολη της 
ζεσταίνω τίμια τα χέρια μου. 

Δεν με καις μ' ανασταίνεις. 
Ξετυλίγεις του ονείρου 
τα πέπλα και στα μύχια 
με οδηγείς θαύματα. 
Γη και ουρανό διαφεντεύεις
και στα μπράτσα μου
όταν δεν σε βλέπω κοιμάσαι. 
Τα ουράνια σώματα σε
φροντίζουν καθαρός κι υγιής
να βγαίνεις στις στράτες. 
Με την Πούλια συνταυτίζεσαι 
και στα παιδιά της το μαύρο
γάλα της ποιήσεως ακουμπάς. 

Κάθε που σημαίνει Ανάσταση
με τη θεϊκή μορφή των ψαλμών 
έρχεσαι στη γη. 
Τα ερημοκκλήσια προτιμάς, 
στα τριμμένα πετραχήλια
ενδίδεις και στις ωραίες 
Κυριακές ξαποσταίνεις. 
Ελαφρύς και μόνος καταφτάνεις
εδώ, άρτο να μας μοιράσεις. 

Φως από τη λαμπάδα των
τυφλών σκαπανέων αφειδώλευτα 
παίρνεις και στην κόμη των ,
πυροτεχνημάτων λούζεσαι. 
Διάπλατα ανοίγεις μάτια
κι εκεί με κλείνεις. Την απληστία 
σου αποδέχομαι και μέσα στην 
φαρέτρα της λήθης σε βάζω. 
Φωτοδότης αληθινός 
την κουρτίνα των σύννεφων 
ανοίγεις και με μια ανάσα 
σου μακριά τα σκορπάς ορατός 
για να γίνεσαι κι εγώ μοναδικά
δική σου κάθε νύχτα για σε 
στο φιλί αργοπεθαίνω. 

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2023

Αναγγελία ζωής

Μισόγυμνος στις στράτες
του φεγγαριού τριγυρνάς.
Ανάλαφρα και τριμμένα
ρούχα φοράς και θα κρυώσεις.
Άσε με να ρθω εκεί,
το δρόμο δείξε μου τα
καινούργια να σου φέρω
ρούχα στους αέρηδες ζεστός
να πηγαίνεις.
Πλεκτά ρούχα που χρόνια
τα πλέκω κάτω από το αμυδρό
φως του καντηλιού με
βελονιές περίπλοκες.
Ξενύχτησα ώρες πολλές για
να στα φτιάξω.
Με τη συνοδεία της αγαπημένης
σου μουσικής τα έπλεξα.
Δες τα και πρόσεξε πως
αγαπούν τα τραγούδια και
τους στίχους στα κουπλέ
πως απαγγέλουν.

Περίσσια είχα νήματα της
αγάπης και τα χέρια μου
ακούραστα σαν τα χτένια
του αργαλειού αποδείχτηκαν.
Χρόνια πολλά τα κρατάω εδώ
και με λεβάντες τα στριμώχνω
στα μπαούλα.
Άσε με να σε ντύσω με αυτά.
Ένα παιδί μου είπε πως κρυώνεις
και το χρώμα σου έχει χαλάσει.
Ξανθό παιδί με λίγο χνούδι
στο χείλος άραγε φίλος σου
είναι ή ο φύλακας σου;

Μια πρόσκληση στείλε μου
όταν βγει το νιο φεγγάρι, ένα
χάρτη να μη χαθώ φέρε μου.
Επιχείρησα πολλές φορές να
ρθω εκεί μα μπλέχτηκα στα
δαιδαλώδη μονοπάτια.
Μα πού πήγες;
Πόνεσαν τα γόνατα μου, σκάσαν
οι φτέρνες μου κι οι μηροί μου
γέμισαν φλεβίτσες κι άλλο
δεν μπορώ να τριγυρνάω
στα χαμένα.

Το ξανθό παιδί δεν γνωρίζει
τη γλώσσα μου και στις
παρακλήσεις μου ψυχρό μένει.
Κουράστηκα να το παρακαλάω.
Το χαρακτήρα του άδικα
προσπαθώ να διαβάσω χρόνια
τώρα, δύστροπο μοιάζει.
Φοβάμαι το γαλάζιο βλέμμα του.

Στείλε μου έναν άλλο αγγελιοφόρο
που θα με γνωρίζει καλά και φιλικός
θα είναι.
Εγώ στρατιώτης σου θα γίνω,
δεν θα λιποτακτήσω στιγμή
και πολλά θα κρατάω φιλιά
από τα χρόνια που σε είχα μες
στις αντένες μου να εκπέμπεις.  

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2023

Ηρώων βήμα

Σπιθοβολούν τα μάτια σου
πράσινες λάμψεις αγάπη
και σε βλέπω.
Νήματα δένω στα άκρα σου
και σφιχτά σε κρατώ μην
μου πέσεις.
Γύρω από το σώμα μου
περιστρέφεσαι σαν τον
ταλαίπωρο μπούμπουρα
στα παιδικά μας παιχνίδια.
Αυτή η περιστροφή με κρατάει
χρόνια ζωντανή και στου χορού
τις δίπλες ακμαία με φέρνει.

Δες με χορεύω με αέρινες
φιγούρες, ψηλά πετώ.
Στη γη δεν πατώ, μετεωρίζομαι.
Ανάλαφρη σαν νιόβγαλτη
πεταλούδα ρίχνομαι στον
στροβιλισμό μαζί σου.
Το μαντήλι μου κρατάς σφιχτά
και το στόμα σου ανοίγει
διάπλατα σε θαυμασμό.
Εσύ κι εγώ σε μια ατέλειωτη
περιστροφή με σώματα
διψασμένα πόθο και αίμα.

Σε πράσινες κοιλάδες
ξανοιγόμαστε, εκεί κι ο χορός.
Δίπλα μας μαργαρίτες, παιώνιες
κι αειθαλή πεύκα.
Ανοιξιάτικα μας δίνει η φύση
κραγιόνια τον καμβά της ζωής μας
με αποχρώσεις πολλές
να στολίσει.
Κλαρινέτο παίζουν οι καλαμιές
και δυο αγνά βατραχάκια μας
χειροκροτούν.

Οργιάζουν οι πέστροφες στο
ποτάμι και σε ρυθμούς τρελούς
αναλίσκονται.
Το ερωτικό τους κάλεσμα
φτάνει ως εδώ και τα πόδια
μας αντρειεύει καθώς το κορμί
κι ο νους ίπταται κι εφορμά.
Σταματημό δεν έχει τούτος
ο χορός.
Οι μέρες του Απρίλη πολλά
μας προορίζουν κατευόδια.
Προς στις χώρες της φωτιάς
να πάμε τις σούβλες της γιορτής
να στήνουμε πλάι στους
απείθαρχους νεκρούς.

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2023

Η μετενσάρκωση

Στο άγημα των αγγέλων
οδηγήθηκα για να μάθω
που ζεις και που τις
κεχριμπαρένιες σου χάντρες
ρυθμικά χτυπάς.
Οι πρωτάγγελοι με καλοδέχτηκαν
και μου είπαν πως από τα
τάγματα τους ο Θεός κάποιο βράδυ
σε απέπεμψε κακήν κακώς.
Μακριά μου είπαν από τις
μηλιές του παραδείσου ζεις
και η πυρά της κόλασης πια
δεν σε τσουρουφλίζει.
Ελεύθερος στα γήινα μου
είπαν ότι ζεις μονοπάτια
και με την ανάσα σου
τα διάφανα κάτοπτρα
του έρωτα με μορφές χνωτίζεις.

Άρχων της ηδονής
με βαρύ ένδυμα γίνεσαι
κι οι μαστόροι της πέτρας
κάστρα ψηλά σου χτίζουν.
Πέταξε μου τα αργυρά κλειδιά
κι οι δρόμοι με απόστασαν.
Πεταλούδα με πορτοκαλοκίτρινα
φτερά γίνεσαι κι από τα χωνάκια
των γιασεμιών τρέφεσαι.
Χάρισε μου το ακριβό σου
άρωμα μπροστά στον καθρέφτη
της αρμονίας ξανά να κοιταχτώ.
Τζιτζίκι με φωνή υψίφωνου
γίνεσαι και στα ακαλλιέργητα
αμπέλια ξετυλίγεις μαγικά
τις νότες σου.
Δώσε μου πίσω τα ματωμένα
μου τραγούδια την κάψα
του πόθου να υπερνικήσω.

Τις προσταγές μου υπάκουσε
κοντά μου να σε έχω και σε
κλαράκι μυρτιάς σαρκώσου
τα μαλλιά μου να στολίζεις.
Μέσα στα περιβόλια μιας ανίκητης
άνοιξης να ζω και τις εκλεκτές σου
ώρες να μου παραχωρείς αφειδώλευτα.

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2023

Το ιγκλού

Όταν εκχιονίσαμε το
πεζοδρόμιο το φτυάρι
μας σκόνταψε σε ένα
παγωμένο ιγκλού.
Σκύψαμε έκπληκτοι και
κοιτάξαμε εντός του.
Ο σταυρός της μητέρας
που αποβραδίς έχασε
η θυγατέρα βρίσκονταν εκεί.
Έλαμπε σαν αστέρι πρωινό.
Σκεφτήκαμε πως με τη
δική του λάμψη σχηματίστηκε
αυτό το παγωμένο σπίτι.

Το ιγκλού το ανεβάσαμε
στο σαλόνι.
Στα ποτήρια η βυσσινάδα
της γιαγιάς.
Κανείς δεν μίλησε.
Η καμπύλη του ιγκλού έσβηνε
δίπλα στην θερμάστρα.
Το δρύινο πάτωμα κατάπινε
το κρυστάλλινο νερό.
Μούσκεψε το χαλί και η γούνα
της γάτας.
Το σταυρό τον παραδώσαμε
στη μητέρα.
Η θυγατέρα έκλαιγε πίσω
από την τζαμόπορτα.
Ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι
τον είχε κλέψει.

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2023

Η αποδημία

Στη Νέα Υόρκη ένας
αιμοσταγής έριξε ίσα
στις ακαθαρσίες των
περιστεριών αφού δεν
βρήκε τα ίδια να τα
σκοτώσει.

Αποδήμησαν τα περιστέρια
απ' τις πόλεις του κόσμου
μητέρα και σε άλλη
διάσταση πάνε να ζήσουν.
Τα ορμητήρια τους
έμειναν ορφανά σαν
τα κενοτάφια των ηρώων.
Άδειες οι πλατείες, τα πάρκα
οι αυλές και οι ταράτσες.
Το παιδί με το ποπ κορν
στο χέρι ποιον θα βρει
τώρα να τον ταΐσει;
Κλαίει το παιδί κι η μάνα
φωνή δεν μπορεί να βγάλει
παραμύθι για να του πει
να το καθησυχάσει.

Οι κλάδοι της ελιάς
λυγίζουν το σώμα τους,
πετούν κάτω το καρπό τους
και το μοιρολόι αρχίζουν.
Τελείωσαν οι αποστολές,
τα γέλια, οι κελαηδισμοί
και τα λουλούδια απότιστα
μαράθηκαν και γέρνουν
σαν τα κεφάλια των
κρεμασμένων στρατιωτών.
Μια σιγή εκκωφαντική
απλώθηκε στη γη.
Θέριεψαν τα σύννεφα
κι έφεραν βροχή.
Όχι μια βροχή κανονική
παρά μια βροχή από αίμα.
Σπάνε οι ομπρέλες απ' το
βάρος, τα πόδια γλιστράνε,
πέφτουν τα παιδιά.

Είναι βαρύ πολύ το αίμα
των παιδιών μητέρα και
τα πουλιά εξαφανίστηκαν.
Χιλιάδες που έφυγαν.
Μυριάδες που τραυματίστηκαν.
Εκατοντάδες που αρρώστησαν.
Των μανάδων το μυαλό
έχει σαλέψει από τον πόνο.
Πάνω στα ερείπια
περπατούν λέγοντας
ακατάληπτα λόγια.
Οι στρατηγοί τρίβουν
τα χέρια περιχαρείς
και οι αιμοσταγείς
όπου γης ανενόχλητοι
τραβούν τη σκανδάλη.

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023

Η μαριονέτα

Όλη φωταγωγημένη από
τις λάμψεις των ματιών σου
ήρθα απόψε κοντά σου.
Ανοιχτά ήταν τα περάσματα,
μίτο δεν χρειάστηκα, και τα
κλειδιά στην πόρτα βρήκα.
Μυστηριακό ήταν το φως
σου κι εκτυφλωτικό.
Φως αστραπών που πέφτει
στο ελατοδάσος και κατακαίει
τα δέντρα σκίζοντας τα στη μέση.

Σε αυτό το ελατοδάσος
συνηθίσαμε να πηγαίνουμε
παιδιά ακόμα τρελά για να
παίξουμε παιχνίδια.
Έτρεχαν τα πόδια μας ανάμεσα
στα κυκλάμινα και τις φτέρες.
Τρυγούσαμε σαν μέλισσες τις
χαρές και στις πτυχώσεις των
σχολικών ποδιών μας τις αποθέταμε.
Γελούσαν οι μανάδες το βράδυ
κι έκρυβαν τα νήματα απ' το
πλεκτό κάτω από τις μασχάλες.

Από αυτό το δάσος, ένα φεγγάρι,
κόψαμε ένα έλατο για να το
στολίσουμε με τα άστρα που
είχαν περισσέψει από τα όνειρα μας.
Κάθε χρόνο το ίδιο έλατο
στολίζαμε τι κι αν μαραίνονταν
κι έγερνε στην κορυφή
αυτό επιλέγαμε πάντα.

Κορδώνονταν στο σαλόνι κι
εμείς χτυπούσαμε παλαμάκια.
Αδέρφι το χαρακτηρίζαμε
και φίλο πιστό.
Φέτος που λείπεις όσο ποτέ
άλλοτε το έχω ανάγκη.
Στις ρίζες του, που αφήσαμε
πίσω, ξεδιπλώνεται το μπόι μου.
Στον κορμό του σχεδιασμένα
τα αρχικά μας.
Στις βελόνες του περασμένη
η κλωστή για να κεντήσω
τα πουκάμισα σου και τις
χαλαρές γραβάτες σου.

Με τα κεντίδια στο χέρι
θα σταθώ μπροστά σου
κι από το άπλετο φως σου
θα ανάψω τα μανουάλια
των ναών μου.
Ζεις στο φως των αστραπών
και στην καταιγίδα του
μυαλού μου φωλιάζεις.
Αυτόφωτος κι ωραίος
ξεμπερδεύεις την άλικη
κλωστή και κοντά σου
με δένεις, μαριονέτα που
δεν ξέρει να συλλαβίζει
πάρεξ το όνομα της.

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2023

Ωφέλιμο

Πικραμύγδαλο η καρδιά μου 
κι έμαθα να την ξεπικρίζω 
με το οξύ υγρό των δακρύων μου. 
Βλέπεις πολλά αξιώθηκα
δάκρυα μέσα στη ζήση 
να έχω. 
Πότε πόνου. 
Πότε χαράς ή θυμού. 
Πάντα θα μου περίσσευε 
ένα δάκρυ για να αφεθώ
απερίσπαστη στης λύτρωσης 
το πλούσιο δείπνο. 

Κάτω από την κορομηλιά
παιδί ακόμα βαφτίστηκα
στης αρρώστιας 
την στρεβλή ανακολουθία. 
Οι εφημερίδες το έγραφαν, 
οι αρθρογράφοι το επισήμαιναν 
κι εγώ λιανό κλαδί σαστισμένο
χάιδευα τα χαπάκια στην 
τσέπη μου. 
Η θεία κακιώνε 
κι έμενε ξάγρυπνη 
για να τελειώσει
το προικιό της νεκρής της
κόρης. 
Εγώ έπεφτα σε έναν ύπνο
ελαφρύ, δεν με άφηναν οι
σαΐτες όνειρα για να δω
πολύπλοκα. 
Διακεκομμένες οι στιγμές μου
κι η εφηβεία στο κατώφλι
χτύπαγε κουδουνάκια σαν
αυτά που έχουν οι μάγισσες
και χτυπούν όταν λύνουν 
τα μάγια του έρωτα. 

Πικραμύγδαλο η καρδιά μου
με μόνο μία κοιλία. 
Συνήθισα έτσι, τα κατάφερα. 
Πώς να μεσιάσω τους μήνες, 
τις εποχές και τα χρόνια;
Αδύνατον. 
Η μάνα με πήγαινε στους
πρακτικούς. 
Μου έδεναν τα χέρια με 
πανιά από κάμποτο, εγώ
έκλαιγα απελπισμένα. 
Η πικρία μέσα μου πλάταινε 
σαν θάλασσα γκρίζα κι η 
καρδιά κλωτσούσε δυνατά
σαν όπως κλωτσά την πόρτα
ο πεινασμένος για να κλέψει
το ψωμί. 

Ήθελα να φύγω, λαχταρούσα
να αφεθώ και να ενταχθώ στα
πλήθη απ' τις λάμιες 
που με κυνηγούσαν. 
Με τρόμαζε ο θόρυβος
και τα παγερά χέρια
των κομπογιαννίτηδων 
μού μούδιαζαν το σώμα. 
Το στόμα μου κλειστό με
στυπόχαρτο δεν μπορούσε
να καλέσει σε βοήθεια. 
Έμενα στο γρασίδι ξαπλωμένη
να κοιτάζω τα άστρα. 
Άλλοτε πάλι έπαιρνα
δυο πέτρες και τις μουτζούρωνα. 
Τις μόνες που φρόντιζα
να αφήνω καθαρές
ήταν οι πηγές των ματιών μου. 
Έτσι μες την άρμη των δακρύων
μπήκα κι επέζησα ως σήμερα 
και τις αποκοτιές της
μοίρας διόλου δεν φοβάμαι. 

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2023

Η έκρηξη

Ο ορός δεν στάζει μαμά
φώναξε τους γιατρούς.
Τους δικούς σου γιατρούς.
Αυτούς του ουρανού.
Φορούν χαβανέζικα ρούχα
και δεν τους φοβάμαι μαμά.
Εδώ στη γη όλα παγώνουν.
Οι γιατροί φορούν άσπρες
μπλούζες σαν τις σελίδες
του τετραδίου που άγραφο
θα μείνει και ξεχασμένο
το ποίημα θα γίνει κατακάθι
που η λύπη το κυβερνά.
Φοβάμαι μαμά τα σχέδια του
φλιτζανιού, τις κλειστές
πόρτες τρέμω κι εκείνο
το στεφάνι στο χείλος
πένθιμο είναι και σε ξόδι
ταιριάζει.

Τους δικούς σου γιατρούς
να φωνάξεις μαμά.
Εδώ οι πιο πολλοί γιατροί
δεν αγαπούν τα ποιήματα.
Έχουν νυστέρια, βελόνες
και ψαλίδια
στα χέρια και αίμα στάζει
από τους καρπούς τους.
Τρομάζω μαμά.
Τα ματωμένα χέρια τους
μαμά τρομάζω πιο πολύ.
Μου σφραγίζουν το στόμα,
δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Μου κλείνουν τα μάτια
και στη φαντασία μου
διπλή κλειδαριά περνούν.
Δεν μπορώ την εικόνα σου
να κοιτάζω και απ' την άκρη
της ποδιάς σου να κρατηθώ
σφιχτά με εμποδίζουν.
Μου λερώνουν τα σκισμένα
μου ρούχα και πως θα βγω
στην αλάνα να παίξω μαμά.
Θυμάσαι εκείνη την πάνινη
μπάλα που μου έφτιαξες
τον καιρό της ειρήνης
ακόμα την έχω κάτω από
το μαξιλάρι μου.

Απ' όταν έφυγες όλα άλλαξαν
εδώ μαμά.
Τα νοσοκομειακά σφυρίζουν
διαβολεμένα, οι βόμβες
ανοίγουν τεράστιους κρατήρες,
τα όπλα βγάζουν μαύρο
δηλητήριο και οι άνθρωποι
ακρωτηριασμένοι περπατούν.
Εκεί να έρθω θέλω μαμά.
Εκεί να σου λέω τραγούδια.
Τη μοναξιά σου να ντυθώ.
Μην φωνάξεις τους γιατρούς
ήρθα κοντά σου τώρα.
Είμαι χαρούμενη μαμά, εδώ
οι οροί ζαχαρόνερο κι
ανθόμελο έχουν
και στα κρεβάτια παχιά
στρώματα μας κοιμίζουν.
Το χέρι σου μαμά είναι
στεγνό και καθαρό.
Αγκάλιασε με.
Στο πλάι σου γέρνω.
Από μικρό παιδί αγαπούσα
τα χαβανέζικα ρούχα,
τις λουλουδιασμένες αυλές
και τους ίσκιους των πεύκων
που στρώναμε τα φλοκατά
για να δειπνήσουμε όλοι μαζί.  

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

Αυταπάτες

Πόσο διαφορετικός ήσουν
όταν οι άγγελοι σε κάλεσαν
κοντά τους.
Αλλιώς μιλούσες.
Αλλιώς γελούσες.
Αλλιώς αποπλανούσες τον έρωτα.
Αλλιώτικες φτερούγες
είχες τα παλάτια του
ουρανού να κατακτήσεις.

Στον μυθικό Δαίδαλο
δεν έμοιαζες.
Πελάγη το όνομα σου
δεν πήραν.
Της θάλασσας την αγκάλη
δεν καταδέχτηκες.
Στους βυθούς που
κοιμούνται τα βαπόρια
και οι γοργόνες τούς έχουν
για σπίτι τους δεν εισήλθες
ποτέ.
Εσύ το μέγα ύψος.
Εσύ η ουράνια πόρπη
που τη ζώνη συγκρατεί
Του Θεού.
Εσύ το πυροτέχνημα της
λέξης και το βαρύ λεξικό
που ποιήματα γεννά
αχειροποίητα.
Ποτέ δεν σε διάβασα.
Ποτέ δεν σε αποκωδικοποίησα.
Ποτέ στο μεγαλείο των
λόγων σου κλειδί δεν μου
έδωσες να μπω.

Απέξω ξενυχτάω.
Απέξω της Αρετούσας
τους δισταγμούς μαθαίνω.
Στην κάμερα σου που
χειμάζουν τα αηδόνια
κι οι κορυδαλλοί συντροφιά
σου ποτέ δεν με κάλεσες.
Τα γήινα για σένα άγνωστοι
τόποι ήταν.
Ξεμάκραινες από το χώμα,
από τις πηγές από τα πηγάδια
και τις ασημένιες ελιές.
Στους ουρανούς ταγμένος
ήσουν και προς τα εκεί
πάντα κινούσες.

Τους γνωστούς οβολούς
δεν κρατούσες στα χέρια.
Μόνος σου έκοβες χρυσά
νομίσματα στο αλώνι του
Ιουλίου.
Με αυτά τώρα παραπλανάς
μικρούς θεούς και στα τάγματα
τους μέσα ηγέτης τους γίνεσαι.
Μένω εδώ να εκλιπαρώ
κάποια να μου χαρίσεις δώρα.
Ένα ποίημα.
Ένα νόμισμα.
Ένα κλειδί.
Μία αυταπάτη μήπως και
στο αβέβαιο επιβιώσω.
Διακλάδωση δεν βρίσκω
που να βγάζει σε εσένα.
Το σύμπαν σου μακριά κι
εγώ στις εφιδρώσεις
των δρομέων θυσιάζομαι
και ακινητοποιούμαι.