Ένα φως καίει στο μπαλκόνι
ώρα περασμένη μεταμεσονύχτια.
Θα έρθεις ίσως;
Τα παχύφυτα υγρασία αποταμιεύουν
στους μίσχους και στα φύλλα για να
λουλουδίσουν.
Έχουν καιρό να βγάλουν εκείνα
τα κόκκινα σαν μακριές βελόνες άνθη.
Άοσμα μεν εντυπωσιακά δε.
Οι μέλισσες δεν τα εκτιμούν.
Οι πεταλούδες τα αποφεύγουν.
Οι μπούρμπουνες τα προσπερνούν.
Μόνο πρόπερσι την άνοιξη είδα
ένα ζευγάρι πασχαλίτσες να τα
πλησιάζουν.
Λαχταριστός μεζές τα μαμούνια
φαίνεται.
Πάμε παρακάτω.
Δεν θα κλείσω το φως.
Θα σκοντάψεις στο πλατύσκαλο και
θα χτυπήσεις την δεξιά σου φτέρνα.
Ποιος να σε περιθάλψει τότε;
Εγώ δουλεύω ολημερίς στον αργαλειό
και στα κηπευτικά.
Φυτεύω, ξεριζώνω, σκάβω και ποτίζω.
Έχω κι εκείνη την μισοτελειωμένη κουβέρτα
να αποσώσω.
Αν είσαι τώρα κάπου εδώ κοντά θα ακούσεις
τα χτένια να χτυπούν.
Το τραγούδι μου μόνο δεν θα ακούσεις
έμαθα να μουρμουρίζω τα λόγια
της αγάπης χαμηλόφωνα.
Αν τα φωνάξω δυνατά οι μούσες
θα θυμώσουν και δεν θα ξανάρθουν.
Καθυστερείς πες μου γιατί.
Απόψε σε καρτερώ περισσότερο
από όλες τις νυχτιές.
Δεν με χωράει το στρώμα.
Ύπνος δεν με παίρνει.
Η κουρτίνα έχει μπλαβί χρώμα.
Πνίγομαι.
Πλέκω τα χέρια καλαθάκι καί πονάω.
Δεν θα κοιμηθώ, το αποφάσισα.
Γέμισα το δωμάτιο με καπνούς.
Καπνίζω ακόμα εκείνα τα βαριά τσιγάρα
από τότε που με είχες γνωρίσει.
Πρέπει να βγω έξω.
Λιγοστεύει επικίνδυνα ο αέρας
εδώ πέρα.
Ανοίγω τις πόρτες, ένα πετούμενο
μπαίνει μέσα.
Μια νυχτερίδα.
Δεν την διώχνω.
Αυτή με προτίμησε, εσύ ποτέ.
Ανοίγω ένα βιβλίο του Πόε.
Δεν φοβάμαι.
Διαβάζω διψασμένη τρεις σελίδες.
Δεν ακούω βήματα.
Περνά ένα απορρηματοφόρο.
Τρέχω στο μπαλκόνι, βαριά συννεφιά
κρύβει τα αστέρια.
Ίσως να έρθεις αύριο με το πρώτο
ξάφνιασμα της αυγής.
Καλύτερα τότε δεν θα χρειαστεί να ανάψω
και φώτα και κάτι μου λέει πως τα
παχύφυτα θα ετοιμάζονται να ανθίσουν
ήρθε ο καιρός να σε υποδεχτούν.