Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Το άρωμα

Τράβηξε την κουρτίνα.
Ήθελε μια ώρα ακόμα να ξημερώσει. 
Ο ουρανός μια σκοτεινή προβιά 
που την φορούν οι άνθρωποι 
για να μην κρυώνουν. 
Δέκα αστέρια την συνέτρεξαν. 
Μήπως ήταν οι παιδικοί της φίλοι 
που δεν ξέχασε ή μήπως εσύ;
Δέκα αστέρια ξαγρυπνούσαν μαζί της.
Της έδιναν να φάει. 
Της έδιναν να πιει. 
Ρούχο για να ντυθεί, ραβδί που θα
την οδηγούσε στα γνώριμα σκαλοπάτια. 

Δύο σειρές από βασιλικούς την έβγαζαν 
στα όνειρα, στα κρυστάλλινα νερά.
Λατρεία της μαμάς της οι βασιλικοί. 
Πάντα στο βάζο της.
Πάντα στις γλάστρες της μα και στο
βαθύ της μπούστο. 
Αχ μαμά μύριζες αναστάσιμη εκκλησία,
μύριζες κανέλα και γαρύφαλλο. 
Θυμάσαι τότε που φούρνιζες τα γλυκά 
έτσι μύριζες μαμά. 

Αποκοτιά δική μου που έφυγες μακριά. 
Τάχατες εκεί που βρίσκεσαι 
μυρίζεις τόσο ωραία;
Στα όνειρα μου αν ξανάρθεις πες μου το.
Σε θέλω όμορφη γεμάτη υγεία και χαρά. 
Οι πληγές σου μαμά έκλεισαν;
Οι άγγελοι τώρα μαμά σε φροντίζουν
θα δεις πως θα γιάνεις μαμά. 
Εγώ μόνο τα χάδια μου θα σου δίνω
δαγκώνοντας το σταυρουδάκι που
έχω στο λαιμό μου. 
Χάρισμα δικό σου. 

Την νύχτα αγαπώ, εσένα και εκείνα
τα δέκα συμπαθητικά αστέρια που νομίζω 
πως εσύ τα στέλνεις. 
Γιατί πεινάω μαμά.
Πεινάω εσένα.
Πεινάω ζωή κι αλαφροσύνη.
Μα πιο πολύ πεινάω το άρωμα σου
στο απέθαντο σου σώμα. 
Ένα βαρκάκι έρχεται καταπάνω μου.
Σε πλησιάζω μαμά. 
Έχε τα μάτια σου ανοιχτά να με γνωρίσεις. 

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Η αναθηματική στήλη

Απ' όλη σου την ύπαρξη
περισσότερο τα χέρια σου 
αγάπησα. 
Κουπιά τα δυο σου χέρια 
διασχίζουν της ζωής μου 
τις ημέρες όπως ωκεανού 
τα θερμά ρεύματα που εντός 
τους ζουν μυθικά πλάσματα 
γοργόνες και δράκοντες 
και σεμνοί του βυθού 
ναυαγοί με προϊστορικά 
βραχιόλια στα χέρια και
χείλη στιφά σαν άγουροι 
καρποί πεσμένοι στο χώμα. 

Ανοιχτά τα δυο σου χέρια 
με αγκαλιάζουν όπως 
ο πατέρας αγκαλιάζει 
με περιπάθεια το σπλάχνο 
του που γυρίζει μετά από 
χρόνια από τους καταυλισμούς 
των τσιγγάνων κι από 
τους παγετώνες και στην
πόρτα βρίσκει το κλειδί
και το χαλί στρωμένο 
άτσαλα. 

Κλειστά τα δυο σου χέρια
σαν μέγγενη με σφίγγουν όπως 
τα ανυψωτικά σφίγγουν 
την πραμάτεια των φτωχών 
στις πόλεις με τα ξεκοιλιασμένα 
όνειρα και τους υπέργηρους 
υπνοβάτες. 
Κάνω να ελευθερωθώ μα 
ακίνητη μένω να σε παρακαλάω 
με χείλη σμιχτά. 

Μέγγενη τα χέρια σου, 
πατέρας χολιασμένος 
και άντρο σκοτεινό 
που καταφεύγουν οι πειρατές 
με τις μακριές κοτσίδες. 
Πολλούς μου χαρίζεις
θησαυρούς κι εγώ τους 
κρύβω στο πυρωμένο
κέντρο της καρδιάς μου.
Εκεί τοποθετώ κι εσένα 
σαν αναθηματική στήλη 
κι όταν κάποτε πεθάνουμε 
με αυτή θα στολίσουμε 
τους τάφους μας στο 
κοιμητήριο με τις αραχνιασμένες
κορνίζες εκεί που κάθε 
μέρα πηγαίνω και σε συναντάω
κρυφά απ' όλους. 

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Ο κήπος με τα μπλε κυπαρίσσια

Εκείνο το βράδυ έβρεχε,
δεν ήταν μια βροχή καθημερινή 
και καθηγιασμένη αλλά μια 
απροσπέλαστη καταιγίδα με
ασημένια βέλη που έπεφταν 
στο χώμα με τη μανία μιας μάνας
που χαράζει τα μάρμαρα για να
συναντήσει το νεκρό της σπλάχνο. 
Φιλί να του δώσει που της λείπει. 
Και τα φιλιά της καθεμιάς μάνας
δεν είναι απλά πολύτιμα ούτε 
μοναδικά είναι χοϊκά της γης
κραυγές όταν αυτή λαμβάνει 
από τον ουρανό σπέρμα και
πραγματώνεται μεσα της ένα 
άμετρο θαύμα.

Αν κάποτε βρεθείς σε μια τέτοια
μπόρα μην πάρεις προφυλάξεις. 
Ριψοκινδύνεψε, χόρεψε, σκίσε 
τα ρούχα σου γιατί εκείνη την ώρα
κάπου στον κόσμο θα υπάρχουν 
μανάδες που θα θρηνούν ακουμπισμένες 
πάνω στη στιβαρότητα των μαρμάρων
και εύκολα αν είχαν μια βαριοπούλα 
θα τα έσπαγαν σε χίλια κομματάκια, 
τόση η οργή τους και η λαχτάρα τους 
να συναντηθούν με το αί­μα της άνοιξης. 

Αυτή η βροχή μάθε το είναι τα δάκρυα 
της μάνας μπροστά στον άφατο 
της πόνο, τότε που ντύνει με το 
γαμπριάτικο κουστούμι τον γιο της 
και τον ξεπροβοδίζει προς τον κήπο 
με τα μπλε κυπαρίσσια. 
Μόνο μια βροχή σαν τη σημερινή 
ίσως σταθεί ικανή να την παρηγορήσει 
λες κι έχει έρθει επίτηδες νά ξεπλύνει 
το κακοτράχαλο της σώμα από τα 
γήινα πάθια τα τόσο βαριά. 

Τι είναι τραγικό (σε έντεκα πράξεις)

Τραγικό είναι ενώ εγώ άγγιζα το άσπρο 
των ματιών σου εσύ ανοιγόκλεινες τα 
βλέφαρά και μου έπιανες το δάκτυλο. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ έτρεχα στα λιβάδια 
εσύ αμολούσες τα κυνηγιάρικα σκυλιά 
για να με τραβήξουν μακριά από το μοναδικό
μονοπάτι. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ σφύριζα τραγούδια 
εσύ με μια φυσαρμόνικα σπασμένη
κατακρεουργούσες το πεντάγραμμο. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ σε αγαπούσα με
αγάπη άδολη εσύ ασχημονούσες κι έστελνες άσεμνες φωτογραφίες κι ολίγον θολές. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ μιλούσα με τα 
παιδιά εσύ με μια σπάτουλα στο χέρι 
ξεκολλούσες από το τζάμι τις χάρτινες 
καρδιές μου.

Τραγικό είναι ενώ εγώ κοιμόμουν ακόμα 
μέσα στα σπάργανα της μάνας μου εσύ με 
μια σφεντόνα κυνηγούσες δεκαοχτούρες 
πλησίον του λίκνου μου.

Τραγικό είναι ενώ εγώ πότιζα τις βιολέτες 
εσύ με τις χούφτες στη λάσπη λέρωνες 
τα φτερά του αγγέλου μου.

Τραγικό είναι ενώ εγώ βάδιζα πάνω 
στα κύματα κρατώντας την άσπρη ομπρέλα 
εσύ με μια βάρκα ξανοιγόσουν στο πέλαγος 
για να θηρεύσεις αθώο γόνο. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ άναβα τα νυχτερινά 
κεριά στο σπίτι με τους ξεχασμένους νεκρούς 
εσύ γινόσουν αερικό που ξεφυσούσε μίσος. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ διάβαζα τα ποιήματα 
και τα κοντάκια των αγίων εσύ άφοβα με
πλησίαζες με μια σβήστρα στο χέρι.

Τραγικό είναι ενώ εγώ έκοβα μια ερωτική 
μαργαρίτα συμβουλές για να μου δώσει εσύ 
μας περιέλουζες με φράσεις πικρές σαν το  
παλιό κινίνο που πήρε ο αδερφός. 

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Ο προορισμός των θαυμάτων

 Αλίευσα πορφυρό του δειλινού 
από τη θάλασσα και σου έφτιαξα 
επίσημη μια φορεσιά για να κυκλοφορείς 
στις στοές και στα διαζώματα 
της πόλης τα απογεύματα που
αργοπεθαίνει η μέρα με μια ανοιχτή 
πληγή στο στέρνο. 
Βαθιά πληγή σαν κόκκινο μήλο 
φαγωμένο από κοριτσιού αμίλητο 
στόμα. 

Μια πορφυρή φορεσιά που τονίζει 
τα αδρά χαρακτηριστικά σου.
Πόσο πολύ σου πήγαινε με άρχοντας 
μοιάζεις που δυο βασίλεια κρατά 
στα χέρια ύστερα από δύο νικηφόρες 
εκστρατείες στα ανατολικά της υφηλίου. 
Εκεί να ζεις, εκεί να σπαταλιέσαι και 
να αγαπάς παρέα με εκατοντάδες 
αυλικούς και πρόθυμες γυναίκες
που καλλιεργούν αμπέλια, ελιές και
σιταροχώραφα με το πείσμα ενός 
πρωτόβγαλτου παλικαριού. 

Με κερνάς κρασί ακριβό και το πίνω.
Αλαργεύει ο νους, σε πλησιάζει το σώμα. 
Σμίγουμε κάτω από διάττοντες αστέρες 
σαν δυο μακροσκελείς προσευχές που
απέξω τις ξέρουν τα πουλιά και στα
παιδιά τις λένε. 
Γεύομαι την ανάσα σου και μόνο έτσι 
συνεχίζω να ζω φασκιωμένη με τα
ακριβά σου ρούχα.

Χορεύω για εσένα, γλεντάω για εσένα 
πορεύομαι στον κόσμο με αβασάνιστα 
βήματα και θαύματα κάνω.
Σου χαρίζομαι κι όσο με θέλεις τόσο 
σε θέλω, μέτρο μας μόνο το άπειρο. 
Κράτα μου το χέρι απόψε στον κόσμο 
θα γεννηθούν εκατοντάδες χιλιάδες 
παιδιά που θα σου μοιάζουν κι εγώ 
έχω δουλειά πολλή μέχρι να τα αναστήσω. 
Μην τα διώκεις. 

Έλαβε μέρος στο 34ο Συμπόσιο Ποίησης 
της Αριστέας μας και την ευχαριστούμε
θερμά για το ακαταπόνητο έργο της.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Τα δίδυμα

Εφτά χρόνια στεφανωμένη και το μωρό 
δεν έρχονταν. 
Οι χωρικοί την αποκαλούσαν στέρφα
κι ανίκανη.
Σκληρή κοινωνία, απαίδευτη που εύκολα 
περιθωριοποιούσε. 
Δεν ήταν λίγες οι φορές που το διάβα 
της το συνόδευε ένα διαρκές σούσουρο 
και κάθε λογής σκόρπιες κουβέντες 
από τις σχεδόν κακόβουλες χωρικές. 
"Την καημένη δεν την λυπάται ο Θεός;"
"Είναι και περήφανη κουβέντα να ακούσει 
για το σερνικοβότανο"
Υπόμενε καρτερικά το χτύπημα της μοίρας 
σαν τον Ιώβ τα μαρτύρια του.
Ο άντρας της την εμψύχωνε και της
συμπαραστεκόταν.
Ξενομερίτης, δουλευταράς κι αγαθός 
δεν την κακοκάρδισε ποτέ. 
"Θέλημα Θεού γυναίκα" έλεγε. 
Ώσπου μία μέρα στο ενύπνιο τής εμφανίστηκε 
μία σκιά πολύ οικεία. 
Της μήνυσε πως σε εννιά μήνες θα κρατούσε 
δύο μωρά στην αγκαλιά της. 
Ταράχτηκε, σταυροκοπήθηκε κι έτρεξε 
να ανάψει το καντήλι πλημμυρισμένη 
στα δάκρυα. 
"Ήρθε η Παναγία" είπε στον άντρα της
"τα βάσανα μας τέλειωσαν."
Όντως το θαύμα συντελέστηκε, έπιασε 
παιδί και κατά πως είχε πει η σκιά έφερε 
στον κόσμο δύο ροδοκόκκινα μωρά. 
Μία πόρτα σκληρή και πικρή έκλεισε 
διαπαντός πίσω της κι ένας διάδρομος 
φωτεινός ανοίχτηκε μπροστά της με τη
καθοριστικη συνδρομή Της χάρης της.
Ήταν μια άλλη βρεφοκρατούσα που
καρτερικά άντεξε τη χλεύη και την κακοήθεια.

Έλαβε μέρος στο "34ο Συμπόσιο Ποίησης"
 https://princess-airis.blogspot.com
της Αριστέας μας και την συγχαίρω για την
φοβερή της αποτελεσματικότητα και την
οργάνωση. 

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Σπονδές ή πως να πλησιάσεις ένα ρόδο

-Στην καρδιά του χειμώνα
αναπνέω άνοιξη.

-Η άνοιξη με μπόλιασε κρυφά 
με χυμούς κι ανθίζω 

-Λιγνό το χέρι της Περσεφόνης 
που θα με κόψει, σεμνό όμως 
 εγώ και δεν θα το πληγώσω. 

-Μιας γερακίνας σταγόνα αίμα 
έσταξε πάνω μου και έγινα 
ολοπόρφυρο.

-Δανείστηκα από την άνοιξη 
πρωτόφαντη μια αχτίδα κι 
άνθισα πρόωρα. 
Στο ενεχειροδανιστήριο της 
ομορφιάς εξοφλώ τώρα τις 
δόσεις μου. 

Υ.Γ: Κάπου στα δυτικά της χώρας.

Τα φώτα της γιορτής ή μια ανάσα πριν το 2026

Έσπασα ένα ρόδι και με το ρουμπίνι 
των σπόρων του σου έδεσα 
ένα μενταγιόν.
Να σε ζηλεύουν τα παιδιά 
κι οι μανάδες να σε σπρώχνουν πέρα. 
Τα αρσενικά βαθιά να σε ποθούν 
τις νύχτες του έρωτα τότε που βγαίνουν 
τα αερικά με τα ψαλίδια 
στο χέρι και κορφολογούν 
τα λόγια της αγάπης και
του πόθου τους αναστεναγμούς.
Όλα για σένα και οι τριακόσιες 
εξήντα πέντε ημέρες που έρχονται
και λάμνουν στο περγιάλι σου
έχοντας τη γοητεία ενός έρωτα 
που έπρεπε να πεθάνει για να αναστηθεί.
Σφοδρός σαν ένας υετός ολόχρυσος 
που με τη μορφή μιας αστραπής ασελγεί 
πάνω σε δυσθεώρητες κορφές. 

*
Ασημόχρυσα τα βλέφαρά σου ανοιγοκλείνουν 
σαν τα φωτάκια στην κουπαστή του μπαλκονιού
από όπου έπεσε ο έκπτωτος άγγελος. 

*
Ένα πάνινο μονόφθαλμο αρκουδάκι ίσως 
να είναι η μόνη παρηγοριά μας απέναντι 
στην πολιορκητική μηχανή του χρόνου. 

Το αθάνατο νερό

Ψηλά πήρα ένα βουνό 
να ψάξω τις πηγές του 
να βρω τ' αθάνατο νερό 
τις ώριες χαραυγές του

Συνάντησα έναν βοσκό 
μικρό 'να παιδαρέλι 
τα κατατόπια ήξερε 
κι είχε τα μάτια μέλι 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα 

Έσκυψα και δροσίστηκα 
σε πέτρινη μια βρύση 
το μάτι πέρα πέταξε 
στη φορεσιά της δύσης 

Πήρα αθάνατο νερό 
στην πήλινη μου βίκα 
μα εκείνο ολο το ξόδεψε 
σταγόνα εγώ δεν ήπια 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα 

Κι έτσι σε μένα έμελλε 
γρήγορα να πεθάνω 
κι αυτό το χώμα να πατά
κι εγώ ζωή να χάνω. 

Άπονο εγώ το φώναζα 
από το μνήμα μέσα 
κι άλλη ζωή λαχτάραγα 
του πόθου το έγια λέσα 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα.

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Μαϊστράλι

Έγινες άσπρο σύννεφο 
βαμβάκι να σε κλέψω 
να επουλώσω τις πληγές 
κι όσα έχω ν' αντέξω 

Έγινες θάλασσας θωριά 
και πελαγίσιο κύμα 
να ακουμπώ τις πίκρες μου
του έρωτα το ρήμα 

Εγώ δεν σου χρωστώ πολλά 
μονάχα μιαν αγκάλη 
της άνοιξης μου ομορφιά 
του πόθου μαϊστράλι 

Να έρχεσαι να δίνεσαι 
να κολυμπάς εντός μου 
να γίνεσαι ο φάρος μου
ο ψεύτης εαυτός μου 

Ν' ασπάζομαι τα χάδια σου
στα δώματα του ονείρου 
να σε πηγαίνω μακριά 
στα χέρια του απείρου 

Εγώ δεν σου χρωστώ πολλά 
μονάχα μιαν αγκάλη 
της άνοιξης μου ομορφιά 
του πόθου μαϊστράλι 



Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Αφετηρίες

Κινήσαμε πρωί πρωί 
δίπλα στ' ακροθαλάσσι 
και κάναμε μια προσευχή 
τ' άδικο να περάσει 

Ήρθανε χρόνια δύσκολα 
πίκρα και νικοτίνη 
κάηκαν οι φτερούγες μας
στης πυρκαγιάς τη δίνη

Μ' αδίκησαν τα μάτια σου
π' αλλού τώρα θωρούνε 
σκλαβώθηκαν τα χείλη μου
μα δεν στο μαρτυρούνε 

Εδώ θέλω να έρχεσαι 
μ' όλο τ' ανάστημα σου
να σε τυλίγω μουσικές 
να γίνομαι ένδυμα σου

Να συγχωρώ τα λάθη σου
να σβήνω αμαρτίες 
στα κύματα να βρέχομαι
ν' αλλάζω αφετηρίες 

Μ' αδίκησαν τα μάτια σου
π' αλλού τώρα θωρούνε 
σκλαβώθηκαν τα χείλη μου
μα δεν στο μαρτυρούνε.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Ανέσπερο είσαι φως

Θα περνούν οι μέρες, οι εποχές, 
τα χρόνια κι εσύ θα παραμένεις 
ίδιος, αναλλοίωτος κι άφθαρτος 
μέσα σε μία διαρκή φθορά.
Όλα γύρω θα γερνούν κι όλα θα 
παρακμάζουν κι εσύ σφυρίζοντας 
σκοπούς ανάλαφρους θα συναγωνίζεσαι 
τις συναυλίες των αηδονιών και
του μικρού κοκκινολαίμη τη λάμψη 
μέσα σε ημέρες ανοιξιάτικες, λαμπρές 
με τους ύμνους της ανάστασης 
να γαληνεύουν ψυχές και σώματα. 

Στους κήπους σου μαζί με τους
ηλίανθους θα ζεις.
Ηλίανθους καμωμένους από χέρι 
ζωγράφου που ήπιε την αψάδα της 
ζωής σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι
και μεθυσμένος μετά παίρνει το πινέλο 
του και θαύματα κάνει τέτοια που
ακόμη κι ο Θεός θα τα ζήλευε 
αναθεωρώντας οριστικά την όποια 
πλάνη ή επιθυμία του για παντοκρατωρία. 

Έτσι όμορφο κι άτρωτο κι εγώ 
θα σε δέχομαι στην καλύβα μου 
και σκηνικά θα στήνω που θα σου 
αρέσουν. 
Σκηνικά της φωτιάς της λάβας 
της αμαρτίας για να μην πλήττεις.
Δεν θα κουράζομαι νερό να σου 
φέρνω από το μακρινό πηγάδι. 
Θα με προσμένεις σιωπηλός. 
Τι άλλωστε να πεις τόσο μεγάλος 
που έγινες;
Εγώ πεισματικά θα προσπαθώ 
να κλέψω καποιες ψηφίδες από 
την αθανασία σου.
Ένα ψίχουλο για να σε κρατάω 
κοντά μου, την φύση σου να ξυπνώ 
έτσι ώστε να αραιώνει το μαύρο 
από τα μάτια των ψαράδων
και σε γκρίζο να γυρνάει. 

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Βαρύ χαρμάνι

Απόψε θα φορέσω τα καινούργια τα σανδάλια 
και θα βγω στην πολιτεία. 
Τα σανδάλια που αγόρασα στη λαϊκή πανήγυρι 
του Αγίου Αντρέα ένα απόγευμα που έβρεχε 
διαρκώς κι οι πανηγυριώτες έβριζαν την τύχη
τους και τον Θεό (κυρίως τον Θεό.)
Τα σανδάλια της βροχής λοιπόν θα βάλω 
έτσι που μεγάλα να γίνονται τα βήματα
και μικρές να γίνονται οι αποστάσεις.
Να θησαυρίζει ο νους εικόνες κι αθέατες
επισκέψεις κι οι φλέβες να στασιάζουν από 
οργή και θυμό. 
Κι αν είναι χειμώνας κι αν ο κόσμος
με κοιτάζει περίεργα εγώ θα περπατάω
κορδωτά σαν να έμεινα η τελευταία πάνω
στον κόσμο ύπαρξη. 
Θα χωθώ σε ένα μαγαζί του κέντρου, σε ένα 
ξενυχτάδικο να πιω τζιν δυνατό ανόθευτο.
Θα έχει ακόμα τέσσερις πελάτες στα σκαμπό.
Ένα φλύαρο ζευγάρι, έναν μοναχικό άντρα με
χάρτες στα χέρια και μια φοιτήτρια από μια
μακρινή επαρχία. 
( μάρτυρας της καταγωγής της το κόκκινο 
της μάγουλο)
Κι όταν μεθύσω, μετά το πέμπτο ποτό, θα τους
κεράσω όλους μια γυροβολιά. 
Θα ζητήσω από τον μπάρμαν να βάλει δυνατά 
τη μουσική για να κινηθώ στους ρυθμούς 
ενός εξοντωτικού ροκ.
Θα ιδρώσω μα θα μ' αρέσει. 
Θα ξελυθούν τα σανδάλια μου κι εγώ με μια
κίνηση ελευθερίας θα τα πετάξω μακριά 
από την πίστα. 
Ίσως τα μαζέψει η φοιτήτρια με τα κόκκινα
μάγουλα, σίγουρα θα της πηγαίνουν. 
Ίσως πάλι τα βρει ο μπάρμαν και τα πετάξει 
στα σκουπίδια. 
Είναι η ώρα που περνάει το πρώτο πρωινό 
αποριμματοφόρο κι εκεί μπορεί να καταλήξουν.
Απογειωμένη από τον χορό και χωρίς περιττά
στολίδια, ξυπόλυτη θα χαθώ ύστερα στα
στενάκια της βρώμικης πολιτείας. 
Κάποιον, δεν μπορεί, θα συναντήσω άνδρα 
με το ίδιο νούμερο με εμένα που θα φιλοτιμηθεί
να μου δώσει τα σκισμένα του παπούτσια. 
Πάγωσαν τα πόδια μου κι η καρδιά λαχτάρησε 
μια ανάσα που θα μυρίζει παρουσία και βαρύ 
χαρμάνι. 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Η πέτρα της αθανασίας

Πήραμε τα αντίσκηνα στους ώμους μας
και φύγαμε. 
Καμμένη γη αφήσαμε πίσω μας.
Έπρεπε να βιαστούμε, οι σπίθες 
μας ακολουθούσαν μαζί με το βουητό 
της φωτιάς που σαν σκηνή της κόλασης 
έμοιαζε. 
Παρηγορούσαμε τους γέροντες με ιάσιμα 
λόγια κι αυτοί σιγομουρμούριζαν προσευχές. 
Τα παιδιά μας κλαίγανε, τα κρατούσαμε 
από το χέρι σφιχτά σαν τον σπάγκο του
χαρταετού τις μακρινές εκείνες μέρες. 
Ένα από αυτά κούτσαινε, το πήραμε 
αγκαλιά. 
Ένα άλλο πάλι ζητούσε επίμονα να θηλάσει,
έκλαιγε, το γάλα όμως είχε κοπεί μπροστά 
στον πύρινο που είχαμε αντικρίσει όλεθρο.
Προχωρούσαμε χωρίς να σταματάμε.
Διψάσαμε, δεν είχαμε σταλιά νερό. 
Πεινάσαμε, το ζεμπίλι όμως είχε μείνει 
στο αμπέλι που τώρα το είχε κορφολογήσει
η φωτιά.
Το κορμί μας πόθησε τον έρωτα αλλά που
καιρός και στρώμα να αφεθούμε. 
Μόνο τα απαραίτητα πήραμε μαζί μας.
Τις εικόνες, τη στεφανοθήκη, το σάισμα
της γιαγιάς και κάτι λεφτουδάκια ξεχασμένα.
Δεν προλάβαμε να πάρουμε τα βαφτιστικά 
σκουφάκια των παιδιών μας ούτε τις κάπες 
των παππούδων μας. 
Φτάσαμε δίπλα στη θάλασσα. 
Εκεί θα κατασκηνώναμε, μακριά από την οργή 
της πυρκαγιάς. 
Εκεί θα στήναμε τα χωριά μας, τα σπίτια μας
και τα μποστάνια μας. 
Η θάλασσα άλλωστε ξέρει να συγχωρεί κι εμείς 
με τις πολλές αμαρτίες στη ψυχή την είχαμε ανάγκη μεγάλη. 

Μας χώρεσε όλους η πλατιά αγκάλη της,
με τα χρόνια θα μας χάριζε και την πέτρα 
της αθανασίας που αυτή μόνο ξέρει να κρατάει 
στον αρμυρισμένο της κόρφο. 

Τα πυροτεχνήματα της γιορτής

Απόψε η καρδιά αποσπάστηκε από το σώμα 
και σταθερά βάδιζε πάνω στα ακροδάχτυλα 
μιας πολιτείας που ξάγρυπνη ζούσε εκεί έξω 
για πολύ καιρό.
Παραμονές γιορτής κι όλα γύρω ευτυχούσαν. 
Χρωματιστά λαμπιόνια αναβόσβηναν
τυλιγμένα από μια υπόνοια μουσικής. 
Μυρωδιές από σπιτικές πίτες κατέκλυζαν 
τους δρόμους, πεινούσαν τα αγάλματα 
κι άρπαζαν το γωνιακό κομμάτι. 
Παιδιά έτρεχαν στα στενά με χαρούμενα 
πρόσωπα και πόδια ξυλιασμένα από το κρύο. 
Δεν πτοούνταν καθόλου κάποια μάλιστα 
με τρομπέτες στα χέρια άναβαν τους χορούς. 

Βαρύθυμη η καρδιά βάδιζε στην αρχή
περιχαρακωμένη από τα πάθη της.
Ζώντας όμως μέσα σε αυτή την παραζάλη 
και τη μαγεία αλάφρωσε το βάδισμα της.
Ανέμελη έσμιξε με τα χρωματιστά λαμπιόνια,
τις πλάνες μυρωδιές και κυρίως με τα παιδιά 
που αν και νύχτα βαθιά ξαμολιόνταν 
στους δρόμους στήνοντας χορούς κυκλωτικούς. 
Άνοιξε έτσι διάπλατα τα μάτια της η καρδιά
για να ζήσει δυνατά τη μέθεξη της γιορτής. 
Πέταξε μακριά το παρελθόν της, πήρε 
τα μεράκια της και τα έκανε χαρές. 

Για μια νύχτα μόνο θα διαρκούσε αυτό της
το ταξίδι κι έπρεπε να τολμήσει. 
Το πρωί προτού καλά χαράξει θα επέστρεφε 
στο φυλάκιο της, στα απαλά στήθη που την
λαχταρούσαν για να τους αποδώσει μερίδιο 
από τη χαρά που είχε συναντήσει. 
Γιατί οι καρδιές είναι οι μόνες που κρατούν 
κλειδιά που βγάζουν στην έπαυλη των ονείρων. 
Είναι αυτές που ξέρουν πως να διαχειρίζονται 
τα σκοτάδια κι από απειλητικά να τα
μεταμορφώνουν σε στιγμές ξαναμμένες
και παραδομένες στα πυροτεχνήματα της γιορτής.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Μια αγάπη μικρή

Ξεσήκωσε τα πάντα, χτένισε γη
κι ουρανό για να βρει την ατζέντα 
που είχε γραμμένο το τηλέφωνο του.
Δεν το θυμόταν απέξω η μνήμη 
σαν λάστιχο ξεφούσκωτο την είχε 
εγκαταλείψει. 
Έψαξε ανάμεσα σε χαρτούρες, σε παλιά 
μπλοκ ζωγραφικής, σε ημερολόγια 
ξεχασμένα και σε ανούσιες σημειώσεις.
Τιποτα άφαντη η ατζέντα. 

Άνοιξε συρτάρια, ντουλάπες, αποθηκευτικά 
καλαθάκια στάθηκε σε βαριές βιβλιοθήκες. 
Βρήκε πολλά ενθυμήματα.
Βρήκε έρωτες ξεχασμένους. 
Βρήκε ημερομηνίες παρελθούσες. 
Η ατζέντα πουθενά δεν βρέθηκε. 
Σκέφτηκε μήπως την είχε κάψει
και δεν το θυμόταν μέσα στην παραζάλη 
αγάπης και μίσους για εκείνον, μπορεί που
να ξέρεις.
Σκέφτηκε μήπως την είχε χάσει στη διάρκει
των πολλών της μετακομίσεων, ίσως. 

Αφέθηκε να ζει με την πικρία του 
ανεκπλήρωτου, με την ελάχιστη ελπίδα 
πως κάπου θα τον έβρισκε τυχαία 
και θα ξανάρχιζαν οι επαφές τους.
Εκείνο το τρελό ονειροπόλημα που την έσφαζε. 
Της έλειπε πολύ.
Τον περίμενε χρόνια. 
Ήταν παντού παρών κι ας σκάρτα θυμόταν 
ακόμα κι αυτό το όνομά του. 
Τον ένιωθε άνθρωπο της.
Σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα από 
τότε που εκείνος έφυγε μακριά θολωμένος 
από τη μικρή της αγάπη που όμως με τα χρόνια
είχε πάρει να φουσκώνει μέσα στην καρδιά της
τόσο πολύ που νόμιζε πως θα την έπνιγε.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Ωδή στη σκλαβιά

Χαρίσαμε στο καναρίνι μας την ελευθερία 
του.
Ανοίξαμε το πορτάκι κι εφυγε.
Τρομαγμένο άρχισε στην αρχη να κάνει 
με τα αδύναμα φτερά του ένα γύρω την 
κάμαρα μας κι ύστερα έφυγε αναποφάσιστο 
κάπως από την ανοιχτή πόρτα προς το άγνωστο. 
Χειροκροτήσαμε ενθουσιασμένοι.
Ο μικρός Μανώλης έβαλε τα δάχτυλα 
στο στόμα και σφύριξε δυνατά χαρούμενος 
κι αναψοκοκκινισμένος. 
Χοροπηδούσαμε ευχαριστημένοι. 
Δεν πέρασαν τρία λεπτά και το καναρίνι 
επέστρεψε σαν απογοητευμένος φυγάς. 
Δεν βρήκε φωλιά και ταίρι που να το 
περιμένει, μήτε τροφή που να περισσεύει. 
Μπήκε μόνο του στο κλουβί με μια ασυνήθιστη
ελαφράδα στις κινήσεις του.
Το κοιτάξαμε έκπληκτοι καθώς εκείνο
μασουλούσε το καναβούρι του.
Στο αριστερό του φτερό είχε μια σταγόνα αίμα. 
Σε κάποιο κλαράκι φαίνεται θα τραυματίστηκε.
Του βάλαμε δροσερό νεράκι, ήπιε κι άρχισε 
να κελαηδά τόσο γλυκά που άλλοτε έτσι δεν
το είχαμε ξανακούσει. 
Ο μικρός Μανώλης μας έβγαλε από την 
αμηχανία.
"Είναι μια ωδή στη σκλαβιά" είπε 
"Είναι φαινόμενο της ανελεύθερης εποχής 
μας" συμπλήρωσα με στομφο εγώ κι έτρεξα 
να κρυφτώ πίσω από την κουρτίνα για να μην 
μου τις βρέξει η μαμά.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Το αόρατο ρινγκ

Σε αποδιώχνω κι εσύ έρχεσαι.
Χαλκέντερη γίνομαι και σε απωθώ 
κι εσύ με στιλέτα διπλά με πλησιάζεις. 
Αμύνομαι σθεναρά και στις ορέξεις σου
δεν υπακούω. 
Μπαίνεις στο σώμα μου σαν το νερό 
που σταγόνα σταγόνα διαβρώνει 
την πέτρα. 
Δεν το βάζω κάτω. 
Φράζω τις αρτηρίες και τους πόρους 
μου κλείνω άπαρτο να γίνω κάστρο 
για να μην το παραβιάζεις ανοικτά. 

Με βρίσκουν τα φιλιά σου μα εγώ 
κλειδώνω τις πόρτες της ψυχής 
και με χέρια τρεμάμενα σε σπρώχνω 
μακριά. 
Τιτάνιος ο αγώνας μου.
Φωνάζω. 
Διαμαρτύρομαι 
Σε εκτινάσσω από το πλάι μου.
Ακτίνες πετούν τα μάτια μου που
με δόρατα μοιάζουν και σε λαβώνω. 
Ποτάμι γίνεται ο ιδρώτας μου και
σε πνίγει. 
Θύσανοι αγκαθωτοί τα μαλλιά μου
σε αγκιλώνουν βαθιά στην καρδιά, 
τρέχει ρυάκι το αίμα κι εγώ σεχείμαρρο
μεταβάλλομαι και σε εξαφανίζω. 

Δεν χαλαρώνω στιγμή 
Δεν αφήνομαι λεπτό. 
Δεν κοιμάμαι, μόνη με τα αστέρια ξαγρυπνώ,
μιας κι εσύ σαν αιμοδιψής στρατηλάτης 
δεν παραιτείσαι ούτε συνθηκολογείς. 
Από λόγια δεν λογιάζεις. 
Σε ένα αόρατο ρινγκ παλεύω.
Με ανεβάζεις πάνω στο σταυρό και με δικάζεις
μα εγώ επίλεκτη του πλήθους καθώς είμαι 
σε διαρκή ανάσταση βρίσκομαι και κερδίζω
πόντους από τη ζωή.

Θα νικήσω και τραγούδια θα γράψω,
παιάνες, για την τελική σου εξόντωση.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Οι ημιτελείς ιστορίες

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω 
απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
                                    Γιώργος Σεφέρης 

Τις νύχτες που πέφτει η σιωπή
και οι θόρυβοι από τα αυτοκίνητα 
λιγοστεύουν στο ελάχιστο τότε είναι 
που διαστάσεις των ανθρώπων και των 
πραγμάτων αλλάζουν προς το πρέπον. 
Οι ανώφελες συζητήσεις σταματούν
ή κόβονται στη μέση, τα πουλιά 
και οι άνθρωποι κοιμούνται μέσα ένα 
πλαίσιο ανυπαρξίας και χαύνωσης. 

Τότε έρχεται η ώρα που στασιάζουν
οι νεκροί που ακοίμητοι παραμένουν 
για χρόνια κι ας μην στο δείχνουν. 
Έρχονται εδώ κοντά -παρέκει σου
στέκονται- με τα καινούργια ρούχα 
τους, τα γυαλισμένα παπούτσια, τα
μελωδικά τους τραγούδια και με
τους τόμους των βιβλίων που δεν 
πρόλαβαν να διαβάσουν ως το τέλος. 

Μείνε ξάγρυπνος κι αφουγκράσου. 
Δεν θα τους δεις μα θα τους ακούσεις
καθαρά.
Αρέσκονται να λένε ιστορίες με μάγισσες, 
με ξωτικά και με σκοτεινούς έρωτες 
με τη φωνή στομφώδη.
Αγάπησε τους, νοιάξε τους μόνο πρόσεξε 
μην πάρεις τίποτα από τα χέρια τους 
θα σε τραβήξουν κοντά τους για πάντα. 

Αυτές τις ιστορίες που θα ακούσεις από 
το στόμα τους κάνε τες μουσική, τραγούδι,
ποίημα, γραπτά της καρδιάς.
Μολύβι πάρε ύστερα και ξεσήκωσε τα 
βιβλία που αγάπησαν και δεν αξιώθηκαν 
να μάθουν το τέλος τους.
Δείξε τους συμπάθεια και συνέχισε τις
ημιτελείς σελίδες για να ξεκουραστούν
λίγο γιατί οι νεκροί δεν ξαποσταίνουν 
ποτέ είναι πάντα απασχολημένοι 
με τα γήινα που εγκατέλειψαν κι από 
εσένα ζητούν να μην τους αγνοήσεις 
πέφτοντας σε πιο βαρύ ύπνο τον χωρίς 
ξυπνημό. 

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Σενρούι χάικου και ζαππάι 17σύλλαβα

Βαρύς χειμώνας 
τράβηξε την κουρτίνα 
τη ζώνη λύσε.

Ψηλό το όρος 
ανάμεσα στα πεύκα- 
ροζ μανιτάρια.

Μικρή νυφίτσα 
Η γούνα σου έγινε 
κασκόλ στο λαιμό. 

Βραδινοί ήχοι 
τριζόνια και τσακάλια 
σε απαρτία. 

Το σαμιαμίδι 
τα προϊστορικά όντα 
φέρνει στο μυαλό.

Ταμπουράς ηχεί 
παντρεύεται η κόρη 
γέρο φαφούτη.

Μέσα στον κήπο 
οι νάρκισσοι άνθισαν 
φέρε καθρέφτη.

Κρότος πιστολιού 
κι ο φοβιτσάρης λαγός 
λάσπη έκοψε. 

Γλεντζές ο παπάς 
πετά τα πετραχήλια 
στη πίστα γυμνός. 

Στο μανουάλι 
καίγονται οι λαμπάδες 
των μυστηρίων. 

Κρύο δειλινό 
Ο κατεργάρης ήλιος 
το 'σκασε πάλι. 


haibun ( περιηγητικό είδος συνοδευόμενο με ποίηση χαϊκού)

Απόδραση

Διαβαινε ένα φιδίσιο μονοπάτι με βοηθό την γκλίτσα του προπάππου της που στα παλαιά χρόνια υπήρξε τσέλιγκας μεγάλος.Με την αιχμή του ξύλου παραμεριζε βάτα, ασπαλαθιες και φουντωτά σκίνα. Ματωθηκαν τα χέρια της και το στενό παντελόνι που φορούσε γέμισε αγκάθια και ξεροχορτα.

Χορδές πουλιών
ο κούκος πρωτοβγηκε-
στη σκηνή μπροστά. 

Λαχανιασε λίγο μα δεν ήταν μακριά ο προορισμός της. Ένα πέτρινο καταφύγιο που σέρβιρε τσάι, καφέ και αχνιστη σούπα. Τώρα πήγαινε σχεδόν ψηλαφητα μιας και το μονοπάτι δυσδιάκριτο ήταν. Επεσε σε ένα δασυ ρουμάνι με ψηλούς θάμνους και αιωνόβια δέντρα. Διψούσε και το νερό στο παγούρι ήταν ελάχιστο.

Πλατάνια πυκνά 
εαρινή η βόλτα-
ρυάκια τρέχουν. 

Ήπιε μια μικρή γουλια νερό, την ανακάτεψε στο στόμα της για να περιορίσει όσο το δυνατόν την δίψα της. Ο χάρτης έδειχνε μια κοντινή πηγή. Αναθάρρησε και ταχυνε το βήμα της. Μπροστά της ξεπετάχτηκε μια αλεπού που σαν την είδε κρύφτηκε φοβισμένη πίσω από τα αγριοαγκαθα.
Ρανιδες αίματος πρόδιδαν πως ήταν λαβωμένη.

Στενό πέρασμα
άγριες μαργαρίτες-
κλείνουν τον δρόμο.

Έφτασε στην πηγή ξεδίψασε και γέμισε τα δυο της παγούρια. Το μονοπάτι ήταν τώρα πιο βατό. Απογευματινή ώρα και τα πουλιά καλαηδωντας ζωηρά κρύβονταν στις φωλιές αποχαιρετώντας την μέρα. Έβαζαν τα δυνατά τους και διαλεγαν τις πιο γλυκές κι αιθεριες νότες.

Ψηλές οι οξιές
βερβεριτσες ξέγνοιαστες-
άνθη στο χώμα.

Μετά απο μια συστάδα μαύρης πεύκης αντίκρυσε το καταφύγιο Λίγο και θα έφτανε. Πήρε βαθιά ανάσα ανακούφισης. Δυο περιηγητές την καλωσορισαν. Ήπιε δυο γενναίες γουλιες καφέ κι αποσύρθηκε στο δώμα. Μια κόκκινη φλοκάτη τύλιξε το σώμα της. Το κρύο εδώ δεν ήταν παίξε γέλασε. Το ανθογυαλι με τις λιλά και κίτρινες ορχιδέες του δάσους γλυκαιναν το χώρο.

Σκύβει χαμηλά 
κόκκινη παπαρούνα -
βροχή τη βρήκε.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Σενρούι 17σύλλαβα

Στον άλλο κόσμο 
αφειδώς μοιράζουνε 
συγχωροχάρτια.

Μέσα στον τάφο 
πίνε το χαμομήλι 
ακμαίος να' σαι.

Καιρός σκεπτικός 
η κλούβα δεν τραβάει 
στην ανηφόρα.

Πετούν ορτύκια
αν πιάσεις μόνο ένα 
ήρωας θα 'σαι.

Δεν μετανιώνεις 
στραβά φόρεσες πάλι 
το καπελάκι. 

Μες στην ερημιά 
πάρε ένα υπνάκο 
σιμά στην πέτρα. 

Ζεστή η φωλιά 
κακαρίζει η κότα 
δίκροκα τ' αυγά. 

Δεμάτια στάχυα 
ξανθά σαν τα μαλλιά σου
στην πρώτη νιότη. 

Βράζει ο χυλός 
πρόσεξε μην σε κάψουν 
οι πιτσιλιές του

Τρως αγουρίδες 
ξινίστηκε το μούτρο 
και δεν σου πάει.

Ουρά γαϊδάρου
ξεσκονίζει το πιάνο 
στάβλος το σπίτι. 

Ο ερχομός

Είχες δυο μάτια κάρβουνα 
μες στη μελαγχολία 
κι είπα κοντά σου να σταθώ 
στερνή μου αμαρτία 

Μάζεψα τα κομμάτια σου
έδεσα τις πληγές σου
αγκάλιασα το σώμα σου 
ήπια απ' τις πηγές σου

Ήρθες και δεν σε γνώρισα 
ντυμένος στην πορφύρα 
μα εσύ δεν ήσουν βασιλιάς 
σου έδωσα σου πήρα

Από τις νεφέλες πρόβαλλες 
μ' άτακτα τα μαλλιά σου 
σε φίλεψα ένα φιλί 
σου φώναξα φυλάξου 

Είναι ο έρωτας καρφί 
πληγώνει φαρμακώνει 
σφυρίζει σαν τον άνεμο 
θαύματα καταστρώνει 

Ήρθες και δεν σε γνώρισα 
ντυμένος στην πορφύρα 
μα εσύ δεν ήσουν βασιλιάς 
σου έδωσα σου πήρα. 

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Οι δολιοφθορές

Απ' όταν έφυγες η σκιά σου
με ακολουθεί σαν ένα πάθος θαρρείς 
του έρωτα μας αδυσώπητο.
Μαζί με τη δικιά μου βαδίζει στα σοκάκια 
της πόλης και στις αποβάθρες των αναχωρήσεων.
Θέλησα ένα δειλινό να την φωτογραφήσω 
μα δεν ανταποκρίθηκε, ήταν κι ο ήλιος 
που είχε πέσει χαμηλά και δεν βοηθούσε. 

Η σκιά σου είναι αθέατη από τον κόσμο 
γύρω μόνο εγώ με τα μάτια της ψυχής 
την βλέπω. 
Με κατευθύνει, με απαγκιστρώνει 
από τον πόνο, μου χαμογελά όταν
πικραίνομαι, με καθοδηγεί κι όταν χάσω 
τον δρόμο πυξίδα μου γίνεται. 
Τις νύχτες είναι η μόνιμη μου συντροφιά. 
Πλαγιάζει στο κρεβάτι μου, με νανουρίζει,
με συνεπαίρνει και με πάει στου έρωτα 
τα απάτητα μέρη με τα ανοιχτά της φτερά. 

Είναι αυστηρή κι απόλυτη μαζί μου.
Μια φορά που πήγα να πλαγιάσω 
με έναν άλλο άντρα συνεπαρμένη 
από του έρωτα το άστρο η σκιά σου θύμωσε.
Με σκούντηξε, με πέταξε μακριά, 
μου απαγόρευσε την επαφή.
Έκπληκτος ο σύντροφος μου θυμάμαι 
με εγκατέλειψε φωνασκώντας. 

Διαμαρτυρήθηκα, της φώναξα, δεν 
έπαιρνε από λόγια μάλιστα σαν να 
ένιωσα το βαρύ της χέρι στο μάγουλο μου.
Μετά από αυτό το συμβάν είναι που της 
δόθηκα ολοκληρωτικά. 
Δεν είμαι το πειθήνιο όργανο της απλά 
έγινε ο δίδυμος μου κόσμος, ο άξονας 
που γύρω του κινούμαι, υπάρχω και δρω
διαπράττοντας τις καθημερινές μου
δολιοφθορές υπό την σκέπη της πάντα. 

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Σμιλεύω την πέτρα

Πριν έρθεις έγραφα ποιήματα 
που σε καλούσαν εδώ. 
Χωρίς εσένα δεν μπορούσα. 
Τώρα που ήρθες ασκούμαι αποκλειστικά 
στην αποτύπωση της μορφής σου 
πάνω στην πέτρα. 
Μου φτάνει που είσαι δίπλα μου 
κι ας νοσταλγώ τις ώρες που η μούσα 
μου πρόσφερε την ευρύστερνη 
παρηγοριά της μέσα από τα πρωτόλεια
στιχάκια μου.
Με παρρησία τα διάβαζες κι έλεγες:
"Άδοξα κλείνουν κάποτε οι κύκλοι 
κι ένδοξα ανοίγουν οι νεκροί τις θύρες
για να μας καλοδεχτούν."

Μην σφυρίζεις δυνατά σε ακούει 
ο θυμός μου κι η πέτρα που σμιλεύω.

Το καφενείο

Το καφενείο αντίκρυ στη θάλασσα 
-βουβό σαν το βλέμμα του γλάρου-
σερβίριζε αχνιστούς καφέδες 
φτιαγμένους με θαλασσόνερο, 
αχνιστούς έρωτες και πάθη με 
την οσμή της θύελλας και της τρικυμίας.
Ο σερβιτόρος αναδυόμενος μέσα 
από μια μετέωρη θάλασσα 
σε πλησίασε και κάτι σου μουρμούρισε 
στο αφτί. 
( Μην ήταν το μήνυμα για την επικείμενη 
εκστρατεία;)
Εσύ κρυφογέλασες, έσιαξες το σακάκι σου 
και βγήκες από την πόρτα. 
Κάτι έγνεψες προς στη θάλασσα 
κι έφυγες σιωπηλός κρατώντας 
το μαχαίρι και το σύννεφο στο ζερβί 
σου χέρι σαν μια υπόσχεση προς το μέλλον. 

2012

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

Μια αλλιώτικη καταιγίδα

Τους στάβλους του Αυγεία τους σκορπίσαμε 
στα σύννεφα ώσπου ήρθε μια μέρα 
που ξέσπασε μια ισχυρή καταιγίδα 
όλο βρωμιά και αποφορά. 
Χτυπήθηκε η πόλη με τα δίπατα 
σπίτια δεν είχες πουθενά μαρκίζα 
να σταθείς. 
Η βροχή διαπέρασε τους τοίχους
έφτασε στα κρεβάτια μας, στα σώματα 
μας κι έσβησε τα τελευταία κεριά που
μας είχαν απομείνει από τον περσινό 
χειμώνα. 
Μες στο σκοτάδι ζούσαμε έναν διπλό 
εφιάλτη. 
Αυτόν της ασυγκράτητης μανίας του
νερού μα και της δυσωδίας που το
διακάτεχε.

Βγήκαμε στην ύπαιθρο με το στόμα 
ανοιχτό σαν πηγάδι παραμελημένο. 
Αντικρίσαμε τα μποστάνια μας 
κατεστραμμένα ολοσχερώς, τα δέντρα 
μας πεσμένα στη γη και τα ζωντανά μας
αφηνιασμένα να σκούζουν.
Ανυπεράσπιστοι στρέψαμε τα μάτια προς
τα δυτικά από εκεί που ήρθε το κακό. 
Σταυροκοπηθήκαμε μα ο αέρας μας
τίναξε μακριά και μας έφτασε ως 
την κεντρική πλατεία. 

Εκεί κάτω από τον εκατόχρονο πλάτανο
μας βρήκε το βόλι του κεραυνού. 
Έσβησε ο πλάτανος με ένα εφιαλτικό 
τρίξιμο και με ένα ρόγχο εκρηκτικό. 
Απροστάτευτοι κι ενώ το κακό καταλάγιαζε 
επιστρέψαμε στις οικίες μας.
Μόνο η πιατοθήκη είχε μείνει άθικτη
με τρία πιάτα μέδουσες. 
Ανάψαμε φωτιά ζεσταθήκαμε.
Όλα θα ξεκινούσαν τώρα από την αρχή. 
Μόνο που εμείς δεν είχαμε μείνει ίδιοι. 
Η καταιγίδα μας δίδαξε την προσωρινότητα 
με έναν τρόπο απόλυτο και μας έμαθε 
πως να αποτινάσουμε κάθε τι κακό
με μειλιχιότητα πρωτόφαντη κι απίστευτη 
τελετουργία. 

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

Ο λεκές

Κουβαλούσε πάντα ένα βιβλίο 
στη μεγάλη της τσάντα. 
Πότε μια ποιητική συλλογή
κι άλλοτε πάλι ένα ανθολόγιο. 
Τα διάβαζε στις στάσεις 
των λεωφορείων, στις αποβάθρες,
στις διαβάσεις των πεζών 
και στα παγκάκια τις Κυριακές. 
Κάποτε κι ενώ τον περίμενε 
σε ένα κεντρικό καφέ της πόλης 
φρέσκια σαν αγουροξυπνημένος
έφηβος, από απροσεξία χύθηκε 
όλος ο καφές και λέκιασε το
ανθολόγιο του αγαπημένου της 
εκείνη την εποχή ποιητή. 
Εκείνος που περίμενε δεν ήρθε 
και μάλιστα για πολλοστή φορά
την άφησε μόνη να βυθίζεται 
σε λάγνα φιλιά κι αγκαλιές κάτω 
από το φεγγάρι.  
Ως τα σήμερα εκείνος ο λεκές 
τον θύμιζε (και μόνο αυτός) καθώς 
είχε ξεχάσει ολοσδιόλου τα
χαρακτηριστικά του όπως και
τη φθίνουσα αγάπη του που
έμελλε να γίνει παντοτινή
μέσα από μια αστοχία. 

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

Μεταμόρφωση

Ξεντύθηκε κι έβγαλε τελευταίο το πουκάμισο.
Πήρε τα χρυσά μανικετόκουμπα και
τα ακούμπησε πάνω στο κομοδίνο. 
Αποσταμένος κοίταξε γύρω του. 
Όλα τακτοποιημένα. Όλα στη σειρά τους.
Το βλέμμα του σταμάτησε στα
μανικετόκουμπα. Απόρησε, σαν ταριχευμένα 
έντομα έμοιαζαν τώρα. Κάτι σαν προνύμφες 
ή σαν χρυσαλλίδες. Σαστισμένος τα έκλεισε
μέσα σε ένα κουτί. Τα χέρια του έτρεμαν. 
Το πρωί όταν ξύπνησε κι άνοιξε το κουτί 
είδε πως ήταν άδειο. 
Πήρε να ντύνεται για τη δουλειά. 
Όταν φόρεσε το πουκάμισο διαπίστωσε 
πως τα μανικετόκουμπα ήταν εκεί. 
Μόνο που το σχήμα τους τώρα ήταν αλλιώτικο. 
Είχαν μεταμορφωθεί σε δυο μικρές πεταλούδες
με πορτοκαλί φτερά. 
..................................................................................
Ξαφνικά ένιωσε να χάνει σταδιακά το βάρος του.
Πραγματικά μπορούσε τώρα να πετάξει. 
Ένα εντυπωσιακό έντομο κι αυτός που θα
ξέφευγε άπαξ δια παντός από την κλεισούρα 
ενός ψεύτικου κουτιού. 

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Παραγγελιά

Χτύπησε το κουδούνι. Ανοίξαμε. 
Ήταν αυτός με ένα καλάθι κόκκινα 
κεράσια. 
Τα έφερα για το άρρωστο κορίτσι 
μας είπε. 
Γείραμε τα μάτια. "Το κορίτσι πέθανε"
τον πληροφορήσαμε.
Ένευσε καταφατικά. "Το ξέρω" είπε
"ήρθε στο όνειρό μου και μου ζητούσε 
κεράσια."
"Κάθε βράδυ λέει βγαίνει από τον τάφο
και ψάχνει στον προαύλιο χώρο του 
κοιμητηρίου την κερασιά."
Ανεβαίνει πάνω μα δεν βρίσκει τίποτα. 
"Αυτά τα κεράσια" επανέλαβε αυτός
τραυλίζοντας λίγο "είναι γι αυτό το κορίτσι."
"Αποθέστε τα στο μνήμα, είναι το μόνο 
πράγμα που του λείπει από τον απάνω 
κόσμο." Αυτό μου τα παρήγγειλε 
"Έχετέ μου εμπιστοσύνη" είπε σκυφτός
κι έφυγε.
"Μόνο τα κόκκινα κεράσια του λείπουν
κι ίσως εγώ"
Ακούστηκε απόμακρα η φωνή του. 


Οι κερασιές που φυτρώνουν στα κοιμητήρια 
πληρώνουν τους φόρους της αρνησιάς γι αυτό 
μένουν για πάντα απεριποίητες χωρίς λίπασμα
και σκάλισμα.
 

Του ήλιου το αλώνι

Σε γνώρισα μια χαραυγή 
χειμώνα κι είχε χιόνι 
τυφλά με ακολούθησες 
σαν αύρα που κυκλώνει 

Το σώμα μου αγάπησες 
κλειδί του έρωτα μου
μες στον βυθό μου κύλησες 
ξυπνώντας τ' όνειρα μου 

Είσαι η γλυκιά μου ξεγνοιασιά 
και της φωλιάς αηδόνι 
είσαι το ρόδο π' αγαπώ 
και του ήλιου το αλώνι 

Εγώ σε υποδέχτηκα 
με σκήπτρα μες τα χέρια 
και βασιλιά σε όρισα 
μ' έφτασες ως τα αστέρια 

Εκεί ψηλά που κατοικώ 
και δίπλα μου σε έχω 
όλα του κόσμου τα καλά 
τα 'χω και τα προσέχω 

Είσαι η γλυκιά μου ξεγνοιασιά 
και της φωλιάς αηδόνι 
είσαι το ρόδο π' αγαπώ 
και του ήλιου το αλώνι. 


Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Ανέμου παραθύρι

Πάνω σε τόξα αστραπής 
κοιμήθηκες κι εχάθης 
έλαμψες μόνο μια στιγμή 
κι ύστερα εμαράθης 

Σε ζήτησα σε γύρεψα 
με δυο καρφιά στο χέρι 
ήθελα την εικόνα σου
του φόβου το μαχαίρι

Κατοίκησες το άγνωστο 
ανέμου παραθύρι 
βγήκες ψηλά στους ουρανούς 
κι έστησες πανηγύρι 

Κάνω σταυρό κι ορκίζομαι 
να μην σε λησμονήσω 
τα άλικα τα χείλη σου
χρυσάφι να τα ντύσω 

Παράπονο έχω κρυφό 
απαντοχή μεγάλη 
να φτάσω εκεί που κατοικείς 
να γίνω κάποια άλλη 

Κατοίκησες το άγνωστο 
ανέμου παραθύρι 
βγήκες ψηλά στους ουρανούς 
κι έστησες πανηγύρι.

Τα πάντα εσύ

Έχεις το φως των αστεριών 
που 'χουν προτού να πέσουν 
έχεις σβελτάδα στο κορμί 
χρώματα που μ' αρέσουν

Σε κράτησα στα χέρια μου 
κι έλαμψε η αγκαλιά μου 
σου έδωσα δεν ζήτησα 
γλυκιά αστροφεγγιά μου

Εσύ κινείς τους ποταμούς 
και τα νερά μερεύεις 
εσύ ανέμους κυβερνάς 
και με θεούς χορεύεις

Εκεί ψηλά που κατοικείς 
στον ανθισμένο κήπο 
ανέβηκα για να σε βρω
και μου 'πες πως σου λείπω 

Άνθη σε τριγυρίζουνε 
λουλούδια της μανόλιας
πετούμενα σε προσκυνούν 
σαν μπαίνεις στα περβόλια 

Εσύ κινείς τους ποταμούς 
και τα νερά μερεύεις 
εσύ ανέμους κυβερνάς 
και με θεούς χορεύεις



Της λησμονιάς

Τα χείλη σου με πλήγωσαν 
μ' έκαψε το φιλί σου 
πάνω σε άσπρο μάρμαρο 
σμίλεψα τη μορφή σου

Στιλέτα έχεις στα χέρια 
μες στη φαρέτρα βέλη 
δεν βρίσκω λόγια να σου πω
σώμα που να σε θέλει 

Ξέφυγα πήγα μακριά 
σε δάσος στοιχειωμένο 
μα εσύ με ακολούθησες 
με το μυαλό χαμένο 

Βρήκα πηγή μα το νερό 
γλυφό ήταν και διψούσα 
κι εσύ με περιφρόνησες 
δεν νοιάστηκες πως ζούσα 

Στη γέρικη βελανιδιά 
χάραξα τα αρχικά μας
είχα κοπίδι δάχτυλα 
σαν τον παλιό έρωτα μας

Ξέφυγα πήγα μακριά 
σε δάσος στοιχειωμένο 
μα εσύ με ακολούθησες 
με το μυαλό χαμένο 

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Βροχή έγινε το αί­μα

Βροχή έγινε το αί­μα στην καρδιά μου 
και χτυπάει αμείλικτα τα τοιχώματα της.
Άκουσε τους χτύπους τι θόρυβο 
δυνατό κάνουν.
Σφυριές πάνω σε μεταλλικό έλασμα
επαναλαμβανόμενες.
Ρυάκια πολλά σχηματίστηκαν και αιφνίδιοι 
κατακλυσμοί με δέρνουν.

Βυθίζομαι σταδιακά σε μια λίμνη με πλούσιο 
πλαγκτόν και διαρκώς απομακρύνομαι 
από την επιφάνεια της. 
Κάνω να κρατηθώ από καλαμιές, λυγαριές 
και ιτιές μα δεν τα καταφέρνω. 
Ξεχερσώνω με τα νύχια τους βυθούς 
για να υπάρχω. 
Πάλλεται το σώμα με ρυθμούς γρήγορους
σαν το κορμί του τζίτζικα στο στέρνο 
του κάλεσμα. 

Το αίμα χείμαρρος ασυγκράτητος γίνεται 
και με πνίγει. 
Ένα σκλήθρο σκληρό αποκρουστικό με διαπερνά.
Αστραπές βγαίνουν μέσα από τα μάτια μου 
και με πολιορκούν.
Βροντές δυνατές ξεχύνονται από όλους 
τους πόρους μου.
Παραδίδομαι στην καταιγίδα γιατί 
τρόπο άλλο δεν βρίσκω να την παλέψω. 

Πως να αντιπαρατεθώ;
Δάκτυλα δεν μου έμειναν για να αναμετρηθώ 
με τα αιχμηρά βέλη της που ίσα καταπάνω 
μου έρχονται. 
Τίποτα άλλο δεν μου απομένει. 
Λέω να ενδώσω και να πνιγώ μέσα στα 
σκοτάδια σαν μία βάρκα σάπια κι ακυβέρνητη 
στη θαλασσοταραχή το καταχείμωνο. 

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Το πένθος ή η σημειολογία του μαύρου

Ο άνθρωπος είναι η απάντηση 
οποία κι αν είναι η ερώτηση 

Αντρέ Μπρετόν 

Έχεις δει ποτέ μαύρο περιστέρι;
Όχι κι αυτό γιατί το μαύρο χρώμα 
είναι δηλωτικό του πιο βαθιού πένθους. 
Τέτοιου που μόνο στον πόλεμο 
συναντάς όταν έρχονται τα βαριά 
φέρετρα τυλιγμένα με τις σημαίες
και σταματούν μπροστά στις μανάδες 
με τα ξέμπλεκα μαλλιά που αρνούνται 
τις τυμπανοκρουσίες της νίκης
και τις αήθεις περγαμηνές ηρωισμού
από φαύλα μισητά στόματα. 

Κανάκεψε τα άσπρα περιστέρια και ζήσε
αυτός είναι ο μεγαλύτερος ηρωισμός. 

Οι μανάδες θέλουν να βλέπουν τους γιους 
τους να ψαλιδίζουν το μουστάκι τους αμέριμνα 
και τις κόρες τους να βάφουν τα μάγουλα 
τους με χρώματα του δειλινού πριν κινήσουν 
για το πρώτο ραντεβού. 

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

Ένας άλλος ύπνος

Ήταν τόση πολλή η πίκρα της
που έπινε σκέτο καφέ 
και γλυκαίνονταν. 
Άνοιγε το βήμα της 
και πήγαινε στα μέρη εκείνα 
που στους βυθούς τους
δεν συναντάς κοράλλια 
και θαλάσσιες ανεμώνες 
παρά μονάχα 
σκελετούς νεαρών 
βατραχανθρώπων. 
Τόση ήταν η πίκρα της μεγάλη
που δεν επέστρεφε και
σιμά με τους νεκρούς 
κοιμούνταν παραλυμένη 
ολάκερη από τις θωπείες τους.

Πνιγμός

Μου φέρνεις το θάνατο 
χυδαίο ερπετό με την απόφραξη 
των αεροφόρων οδών μα εγώ 
κόντρα στις αποφάσεις σου
επιμένω να ζω εκτινάσσοντας 
το σώμα και παίρνοντας βαθιές 
αναπνοές με πείσμα ακλόνητο,
ζωογόνο. 
Δεν σε φοβάμαι. 
Σε πολεμάω.
Σε καταγγέλλω. 
Είσαι το μίασμα που κοιμάται κάτω 
από τα πόδια μου αλλά εγώ θα σε
εκπορθήσω πετάγοντας σε στο κενό
σαν το μπαλόνι που χάνει τον
αέρα του και ξεφούσκωτο πέφτει 
στις λάσπες. 
Εκεί κι ο κόσμος σου χυδαίο ερπετό.
Λάσπη και χαμέρπεια.
Όνειδος και ευτέλεια.
Περιττώματα και πανουργία. 
Θα σε πολεμήσω και θα σε νικήσω 
και το δίκιο θα θριαμβεύσει όπως 
νομοτελειακά γίνεται πάντα. 
Κρατώντας αστραπές στα χέρια 
σαν άλλος Θεός θα σε εκδικηθώ 
και στα τάρταρα θα πέσεις εκεί 
που ανήκει κι η φάρα σου όλη. 
Δεν σε φοβάμαι, έχω περάσει 
τις Συμπληγάδες Πέτρες. 
Σε πολεμάω.
Σε καταγγέλλω.
Δεν θα με σκοτώσεις, φίδι στα χέρια 
θα σε πνίξω. 

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Τυμβωρύχος

Από όλο σου το σώμα 
απομόνωσα τη φωνή σου 
και σου την έκλεψα. 
Άφησα πίσω χέρια, πόδια,
τον κορμό και τον αργοσάλευτο 
εγκέφαλο σου.
Ολιγαρκής καθώς είμαι, πλήρης 
ένιωσα με της φωνής σου
την κρυστάλλινη πηγή δική μου. 
Βρήκα εκεί όλες τις ψηφίδες 
του αλφαβήτου που άδικα 
μου στέρησες χωρίς να φοβηθείς. 

Θυμήθηκα κάποιες Κυριακές 
γύρω από το στρογγυλό 
τραπέζι να απαγγέλλεις 
ποιήματα από μια πολύ παλιά 
ανθολογία κι εμείς ένα 
άτακτο τσούρμο να σε κοιτάμε 
ευθύβολα στα μάτια 
και να εισχωρούμε βαθιά 
μέσα στις κατακερματισμένες 
σου λέξεις. 
Πόσο πολύ αγάπησα εκείνα 
τα απογεύματα ίσως κι αυτός 
να ήταν ο λόγος που έφτασα 
τη φωνή σου να κλέψω. 

Μου τραγουδάς, μου μιλάς,
με συμβουλεύεις και με 
προφυλάσσεις από τις κακοτοπιές. 
Είσαι δικός μου με ένα 
μοναδικό τρόπο μιας κι όταν 
απάνω στις χορδές σου ακουμπώ 
ξετυλίγεται όλο το σύμπαν 
μπροστά μου σαν τριαντάφυλλο 
κόκκινο, μαγιάτικο. 
Κι εγώ δεν το κόβω, δεν το σκορπάω 
παρά μόνο στο λευκό μάρμαρο 
το ακουμπώ η καρδιά να ξυπνά,
να πάλλεται και να σε ακολουθεί
σαν το λαγωνικό τα ίχνη 
του ελαφιού πάνω στο χιόνι. 

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Ο χρησμός

Πάνω στο κύμα το πικρό 
ήρθα να κατοικήσω
τον πόνο που χω στην καρδιά 
στα πέλαγα να αφήσω 

Στη χαίτη τους γαντζώθηκα 
με πήγαν σ' άλλα μέρη 
εκεί που το φιλί ανθεί 
κι η αγάπη βρίσκει ταίρι 

Βγήκα σε άγονο νησί 
φυλάκιο δικό σου 
στα κάστρα σου με έκλεισες 
έλυσα το χρησμό σου

Πολλές μου έδωσες χαρές 
σε σφαλιστά δωμάτια 
κι εγώ ελεύθερο πουλί 
σκορπούσα σε κομμάτια 

Όλα της γης σου έδωσα 
στολίδια και καλούδια 
το ακριβό μου όνομα 
την πίστη του Ιούδα 

Βγήκα σε άγονο νησί 
φυλάκιο δικό σου 
στα κάστρα σου με έκλεισες 
έλυσα το χρησμό σου

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

Η αιώνια άνοιξη

Είσαι η αιώνια άνοιξη 
γι αυτό και τα χελιδόνια 
δεν εννοούν να φύγουν φέτος,
έρημα θα απομείνουν τα 
ηλεκτροφόρα σύρματα
σαν τα χέρια των μανάδων 
τις νύχτες. 
Τα χελιδόνια δεν θα ταξιδέψουν.
Δίπλα στις φωλιές τους
θα ταΐζουν τους νεοσσούς τους
με αίμα και σάρκα 
από το σώμα σου.

Είσαι η αιώνια άνοιξη 
γι αυτό πάνω στην παγωμένη 
επιφάνεια της λίμνης 
προβάλλουν ολόφρεσκα  
νούφαρα χωρίς να ραγίζουν 
Ψάρια περπατούν καμαρωτά 
κι ύστερα μπαίνουν 
στο χάρτινο χωνί 
για να ταΐσουν τα σκελετωμένα
παιδιά των πολέμων
και τους τρελούς ποιητές. 

Είσαι η αιώνια άνοιξη 
γι αυτό και οι χείμαρροι 
και οι παραπόταμοι 
καθρεφτίζουν στα νερά τους
τις πυκνές φυλλωσιές 
των πλατάνων. 
Φυλλαράκι δεν έπεσε φέτος.
Κίτρινα χαλιά δεν έστρωσε η γη.
Η αειθαλή σου φύση 
θα καταργήσει τους κανόνες 
και νέα θα δώσει βλαστάρια
και σωτήριες σκιές. 

Είσαι η αιώνια άνοιξη 
γι αυτό και οι κορυφές 
των βουνών 
πανάλαφρες θα μείνουν 
χωρίς μια ιδέα χιονιού.
Εντελβάις θα φυτρώσουν 
και αλπικά φυτά 
θα ξεπροβάλλουν 
στις απάτητες χαράδρες.
Τα αγριοκάτσικα θα περπατούν 
ανέμελα χωρίς το φόβο της 
παγωμένης πίστας και
του παραπατήματος. 

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

Ταχταρίσματα

Έβλεπε τη σιλουέτα της στο τζάμι 
της κουζίνας. 
Θα ήταν δεν θα ήταν δεκαπέντε 
χρονών, χαριτωμένη με μακρύ μαλλί. 
Φορούσε ένα πράσινο εφαρμοστό 
μπλουζάκι που έκλεινε μπροστά 
με σούστες. 
Κοιτάζονταν σείοντας το σώμα της. 
Είχε μια ελαφριά κύφωση, την ενοχλούσε 
ίσιωνε την πλάτη, κορδώνονταν. 
Αδημονούσε...φταίει το στενό μπλουζάκι
έλεγε. 
Την είδε η μάνα της και πήγε και
στάθηκε απέναντι της στο σκαμνί. 
Την καμάρωνε. 
Αυτή σταμάτησε την επίδειξη. 
Ντράπηκε.
Προχώρησε και κάθισε στα γόνατα της.
Έγινε πάλι παιδί. 
Η μάνα της την ταχτάρισε.
"Ελένη μου καλέ Ελενιώ"
Πήρε να λυγίζει η καρδιά της.
"Ελένη μου στα αλώνια σου και μες στα
περιβόλια σου."
Είχε γλυκιά φωνή η μάνα της και λίγο 
τσιριχτή. 
Την χάιδεψε στο μάγουλο συνεχίζοντας 
το τραγούδι. 
"και μες στα περιβόλια σου."
Της έφτιαξε πλεξίδα τα μαλλιά, ξέχασε 
την κύρτωση για λίγο. 
Ξεκίνησε άλλο τραγούδι. 
"..και γίνε γυφτοπούλα Λενιώ μου και
πούλα κόσκινα."
Ύστερα κοίταξε γύρω συνωμοτικά δεν 
τους έβλεπε και δεν τους άκουγε κανείς. 
"Βγάλτα τα μαύρα βγάλτα και φόρα κόκκινα."
Αφού χόρτασε τραγούδι την κοίταξε 
βαθιά στα μάτια και της είπε. 
"Όμορφη βλέπω πως είσαι 
κι αν δεν χαλάσεις καρδιές θα κάψεις."

Από εκείνη τη μέρα δεν την ξαναφόρεσε 
την εφαρμοστή μπλούζα που της τόνιζε τη γραμμή και για πολύ καιρό διάλεξε μια πλεκτή γαλάζια ευρύχωρη που ξετρύπωσε μέσα από 
ένα αμερικάνικο δέμα. 
Έχει ως τα σήμερα μια φωτογραφία με το 
ρούχο αυτό.