Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Το στοίχημα

Λυτρώνει η αγάπη σου
λυτρώνουν τα φιλιά σου 
τα ζήτησα μου τα 'δωσες
μπήκα στα όνειρα σου 

Έχεις του φεγγαριού θωριά 
πανσέληνος σαν είναι 
λαμποκοπάς στους ουρανούς 
πλάι με τις σειρήνες 

Σε τραγουδώ αγάπη μου 
υμνώ τα δυο σου μάτια 
μπαίνω μέσα στους όρμους σου
και ρίχνω παραγάδια 

Στολίζεσαι κάθε αυγή 
βάζεις τον ήλιο χτένα 
ανθίζουνε οι γειτονιές 
κι εγώ στρίβω το κέρμα 

Παίζω μαζί σου και γελώ 
ξέρω πως έχεις χάσει 
ανοίγω παγωνιού φτερά 
και κλείνω όλη τη πλάση 

Σε τραγουδώ αγάπη μου 
υμνώ τα δυο σου μάτια 
μπαίνω μέσα στους όρμους σου
και ρίχνω παραγάδια. 

Η μάντρα

Πάνω σε μάντρα έγραψα 
γλυκά πως σ' αγαπάω 
πήρα μπογιά της πυρκαγιάς 
κι όλο σ' αναζητάω

Στη γειτονιά σου έρχομαι 
μέρα και νύχτα φτάνω 
για να σε δω που θα περνάς 
και προσευχή σε κάνω 

Αν είσαι όνειρο γλυκό 
να 'ρχεσαι κάθε βράδυ 
να γέρνεις στο κρεβάτι μου 
να διώχνεις το σκοτάδι

Μια μέρα σε αντίκρισα 
να βγαίνεις απ' το σπίτι 
τη μάντρα λίγο να θωρείς 
κι ήσουν αποσπερίτης 

Όμορφος και καμαρωτός
προσπέρασες το δρόμο 
κι εγώ μέσα στην ταραχή 
ξένο γυρεύω ώμο 

Αν είσαι όνειρο γλυκό 
να 'ρχεσαι κάθε βράδυ 
να γέρνεις στο κρεβάτι μου 
να διώχνεις το σκοτάδι.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Τα παιχνίδια του μπάτη

Κόπασε η τρικυμία 
βγήκε ο μπάτης στο γιαλό 
βγήκε για περιπολία 
με σπασμένο το φτερό 

Διάβαινε ένα κορίτσι 
κι είχε τα μαλλιά λυτά
την πλησίασε ένα κύμα 
να της πει τα μυστικά 

Να της πει πως το τραγούδι 
ειν' το μόνο γιατρικό 
την καρδιά πώς αλαφρώνει 
παίρνει πέρα τον καημό 

Ο καημός κι αν ειν' μαχαίρι 
και βαθιά μέσα μας ζει
μαγικά του κάνει ο μπάτης 
τον τραβά απ' τη λαβή 

Τρέχει αίμα που κοχλαζει
μα η αύρα τ' αψηφά 
βγαίνει στη στεριά μοιράζει 
αγκαλιές και δύο φιλιά 

Να της πει πως το τραγούδι 
ειν' το μόνο γιατρικό 
την καρδιά πώς αλαφρώνει 
παίρνει πέρα τον καημό.



Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Η αποκάλυψη

Χιόνιζε έξω εδώ και τρία μερόνυχτα. 
Χιόνι απαλό και σιγανό που το ύψος 
του είχε φτάσει πλέον το ένα 
μέτρο.
Από την άλλη μεριά η καρδιά που 
φωλιαζε στο στέρνο είχε ξεπεράσει 
σε ύψος τα δύο μέτρα. 
Τόσο είχε θεριέψει. 

Η χιονόπτωση όσο πήγαινε και
γίνονταν όλο και πιο ισχυρή. 
Ώρα δέκατη νυχτερινή κι αν το
φαινόμενο συνεχιζόταν έτσι μέχρι 
το πρωί θα είχε καταφέρει να φτάσει 
σε ύψος αυτό της καρδιάς. 
Κι όντως το παραπάνω επαληθεύτηκε. 
Δύο μέτρα το χιόνι κι η καρδιά 
ανυπεράσπιστη καλύφθηκε σχεδόν 
ολοκληρωτικά από αυτό. 

Πάγωσε η καρδιά μα δεν σκληρυνε.
Πάγωσαν οι φλέβες, πάγωσε το αί­μα 
μα το μικρό παιδί που ζούσε εντός της
είχε ακόμα ζέστα τα ακροδάχτυλα
και θυμωμένο πετούσε μακριά με το
φτυάρι το ύπουλο σώμα του χιονιού 
που απειλούσε να κλείσει τις πύλες
και να αφαιρέσει από τον κόσμο την
αγάπη. 
Μόνο το παιδί κι η αγάπη παρέμεναν 
ακόμα ζεστά.

Το πρωί όταν ήρθε το μηχάνημα να 
τραβήξει το χιόνι βρέθηκε μπροστά 
σε ένα ευχάριστο πεπραγμένο. 
Ένα μικρό παιδί με μακρύ κίτρινο 
κασκόλ κρατούσε από το χέρι σφιχτά 
ένα κορίτσι που τους συστήθηκε με
το όνομα Αγάπη. 
Οι εργάτες χαμογέλασαν κι έτριψαν 
με το χιόνι τα κατακόκκινα τους μάγουλα. 
Η Αγάπη τους χάρισε φιλί κι ένα 
κουφέτο για να ονειρεύονται τις όμορφες
που έμελλε να έχουν το ίδιο με αυτή 
όνομα.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Παραμύθι

Στις λίμνες μέσα των ματιών
τρέξε για να πλυθείς
και στα καλάμια των χειλιών
έλα για να σταυρωθείς

Σε ξέρουνε τα όνειρα 
που κάθε νύχτα πλάθω 
διπλό βγάζω εισιτήριο 
λίγο για να σε μάθω 

Το ψέμα σου αλήθεια μου
καίει μέσα στα στήθια 
σε χάνω κι επανέρχεσαι 
ζεις μες στα παραμύθια 

Σαν δράκος εμφανίζεσαι 
μα δεν τα παρατάω 
κι ας μετανιώνω τη στιγμή 
ό,τι από εσέ ζητάω 

Τα χαλικάκια τα πετώ
το δρόμο να μην χάσεις 
μέσα στον πύργο της καρδιάς 
το θρόνο σου να φτιάξεις 

Το ψέμα σου αλήθεια μου
καίει μέσα στα στήθια 
σε χάνω κι επανέρχεσαι 
ζεις μες στα παραμύθια.

Σταυραετός

Σταυραετός πετά ψηλά 
και χτίζει τη φωλιά του 
έχει τα νύχια αργυρά 
χρυσάφι τα φτερά του 

Ωσάν αυτόν μοιάζεις κι εσύ 
και χάνεσαι στα πλάτη 
στον ουρανό ζυγίζεσαι 
και δεν σε βρίσκει μάτι 

Είσαι του ανέμου εσύ κλωστή 
κι ανάρια πόντους ρίχνεις 
αραχνοΰφαντο πλεκτό 
φοράς και μικροδείχνεις 

Κοντά σου θέλησα να ρθω
ανάσες να σου δώσω 
λίγα απ' τα γήινα να δεις
μήπως και ξεχρεώσω 

Πολλά εγώ δεν γύρεψα 
μονάχα το φιλί σου
το ταπεινό περπάτημα 
να φέρεις στην αυλή σου

Είσαι του ανέμου εσύ κλωστή 
κι ανάρια πόντους ρίχνεις 
αραχνοΰφαντο πλεκτό 
φοράς και μικροδείχνεις.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Παλιά η εξουσία σου

Βεζύρη σ' είχα στη ζωή 
κι εγώ υποτακτικός
τηρούσα όλους τους νόμους σου
σκληρό ήσουν καθεστώς 

Αν σήκωνες λίγο φωνή 
έτρεχα να σωθώ
γοργά το βήμα άνοιγα 
να βγω μακριά από εδώ 

Παλιά η εξουσία σου
βιβλία σε αναφέρουν 
μεγάλο το ανάστημα 
τρανό αρχηγό σε ξέρουν 

Έχεις στρατιές και ξεκινάς
βασίλεια να κουρσέψεις 
κι όσα κι αν βρεις εμπόδια 
στο τέλος θα αντέξεις 

Τα χέρια σου γίναν φτερά 
κι απλώνεσαι στα χάη 
τα μάτια σου δύο αστραπές 
σφάζουν όποιον κοιτάει 

Παλιά η εξουσία σου
βιβλία σε αναφέρουν 
μεγάλο το ανάστημα 
τρανό αρχηγό σε ξέρουν.

Η μικρή μάγισσα

Πήρα της αγαύης δάκρυ 
αθάνατη να γίνεις 
να περπατάς καμαρωτά 
στη λήθη να ξεδίνεις 

Στη λήθη που σε άγγιξε 
με τ' ακροδάχτυλα της
και πήρε το μαράζι σου
μες στα κρουστά φτερά της 

Είναι τα πέπλα σου βαριά 
και κρύβουν σου το σώμα 
μα εγώ κρατώ αναπνοή 
κι είναι η καρδιά μου λιώμα 

Πουλιά σε τριγυρίζουνε 
κι εγώ κρατώ σεγόντο 
λουλούδια σε λιγώνουνε 
αχ της ζωής μου φόντο 

Αστραφτερή  μου μάγισσα 
που ανακατεύεις φίλτρα 
στην κνήμη σου θα ανεβώ 
κι ας μου ζητήσεις λύτρα 

Είναι τα πέπλα σου βαριά 
και κρύβουν σου το σώμα 
μα εγώ κρατώ αναπνοή 
κι είναι η καρδιά μου λιώμα.

Ένα όνειρο

Πάνω σε μύτη αγκαθιού
περπάτησες ψυχή μου 
σαν ακροβάτης στάθηκες 
και σαν πουλί ερήμου

Δεν βρήκες στράτα να διαβείς 
όλα σε αποδιώχναν
φίλο να πεις τα μυστικά 
που στ' όνειρο σε σπρώχναν

Μέσα σε κήπους βρέθηκες 
τα άνθη να μαζέψεις 
μ' ανήμπορο το σώμα σου 
κι αδύνατον να στρέψεις 

Αμαρτωλός δεν γίνηκες
για να περάσεις πέρα 
και να ζυγίσεις το κακό 
στη λόγχη της εσπέρας

Βρήκες τους ποταμούς θολούς 
μετά την καταιγίδα 
αμέτρητα τα βάσανα 
ντυμένα με χλαμύδα 

Μέσα σε κήπους βρέθηκες 
τα άνθη να μαζέψεις 
μ' ανήμπορο το σώμα σου 
κι αδύνατον να στρέψεις. 

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Ο ίλιγγος των πραγμάτων

Άναψε το κερί στην εταζέρα. 
Τρεμούλιασε το φως στο δωμάτιο
λες και κάποια αόρατη βεντάλια να 
έσερνε δώθε πέρα τον αέρα εκεί γύρω. 
Πήραν να τρέμουν στη συνέχεια οι κουρτίνες, 
τα κάδρα, τα μανικετόκουμπα στο
παλτό του πεθαμένου, οι τοίχοι 
και το δρύινο πάτωμα που πάνω του
είχε αφήσει τις λαστιχένιες γαλότσες
τις γεμάτες λάσπες και βρύα. 

Βροχερός ο καιρός. 
Άναψε τσιγάρο. 
Έτρεμαν οι κύκλοι του καπνού τώρα 
με τη σειρά τους. 
Το σώμα της μόνο ακίνητο μέσα στη φαρδιά 
μπρεζέρα απέναντι από τον οβάλ 
καθρέφτη. 
Το σώμα της μουδιασμένο από το ψύχος
παρατηρούσε την άγρια επιθυμία των
αντικειμένων για αδιάλειπτη κίνηση. 
Θεώρησε πως βρίσκονταν μέσα σε 
ένα καράβι κάτω από μια φοβερή τρικυμία 
και με πολλά μποφόρ. 
Ξέφυγε ο νους και νοερά βρέθηκε ανοιχτά 
στο πέλαγος, δεν το φαντάστηκε, 
τουναντίον το έζησε. 

Σηκώθηκε από τη μπερζέρα κι άρχισε να 
ετοιμάζει τη βαλίτσα της.
Θα έφευγε προς το όνειρο. 
Πήρε και κάνα δυο τρία βιβλία και τα
τοποθέτησε κάτω από τον ελάχιστο ρουχισμό.
Όλα στο δωμάτιο γύρω συνέχιζαν να τρέμουν. 
Παραπατούσε σαν όπως τότε παλιά 
που είχε προβληθεί από έναν ίλιγγο
κι ένιωθε την άσφαλτο να προχωράει 
αδιάκοπα σαν το διάδρομο στα περιφερειακά 
γυμναστήρια. 

Έσβησε ταραγμένη το κερί. 
Όλα άρχισαν να επανέρχονται. 
Έσφιξε τη γροθιά της.
Στο πάτωμα σκόρπια τα μανικετόκουμπα 
του πεθαμένου.
Ήταν τα μόνα που δεν άντεξαν την διαρκή 
κίνηση κι έπεσαν σαν νυσταγμένα μάτια 
κάτω στο πάτωμα. 
Δεν τρόμαξε, τα μάζεψε και τότε παρατήρησε 
πως ήταν ζεστά σχεδόν καυτά λες και κάποιο
χέρι να τα είχε τρίψει με μαλακές κινήσεις
για ώρα. 

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Πλανεύτρα

Λουλούδια έχεις στο πέτο σου
και στην καρδιά κορδέλες 
να έρχομαι να ντύνομαι 
ν' αφήνομαι στις τρέλες 

Η Παναγιά μου μάρτυρας 
πως μαγικά μου κάνεις 
το σώμα μου πως φλέγεται 
στα ύψη όταν με φτάνεις 

Από ψηλά εγώ θωρώ 
της ομορφιάς τα δέντρα 
αυτά που έχεις στον κήπο σου
του έρωτα πλανεύτρα

Κρατάς στα χέρια σου καρπούς 
που δεν μπορώ να αδράξω 
στα πέλαγα δροσίζεσαι 
δαντέλες θα σου φτιάξω 

Δαντέλες σαν τα κύματα 
που έχεις για σεντόνια 
και ανεμίζεις σαν περνάς
από τα κάτω αλώνια 

Από ψηλά εγώ θωρώ 
της ομορφιάς τα δέντρα 
αυτά που έχεις στον κήπο σου
του έρωτα πλανεύτρα.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Τα χτένια

Με πήρες μες στα χέρια σου
κι όλος ο κόσμος μοιάζει 
μ' ένα λουλούδι αμάραντο
που αρώματα μοιράζει 

Ανατολής αρώματα 
λάγνα κι ερωτικά 
άγιας αγάπης χρώματα 
κρυμμένα μυστικά 

Φυγάδευσα τον πόνο μου
σε τόξα ασημένια 
βροχής που δεν σταμάτησε 
να παίζει με τα χτένια 

Με πήρες μες στα χέρια σου
κι όλη η πλάση δείχνει 
σταυραετός που αψηφά 
τους νόμους με το νύχι 

Καρφώνεται στον ουρανό 
τη γη δεν πλησιάζει 
παίρνει νερό απ' τα σύννεφα 
και στα βουνά απαγκιάζει 

Φυγάδευσα τον πόνο μου
σε τόξα ασημένια 
βροχής που δεν σταμάτησε 
να παίζει με τα χτένια.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Εξομολόγηση

Πήρα μολύβι κάρβουνο 
κι έφτιαξα ένα σκίτσο
που μίλαγε για τη ζωή 
γι' ατέλειωτο ένα μύθο 

Για όνειρα που έσβησαν 
σε πέλαγα αφρισμένα 
για έρωτες που χάθηκαν
σε δάση μαγεμένα 

Στολίστηκα τα μάτια σου
κι όλα θαμπά τα βλέπω 
κοντά μου έρχονται βουνά
κι ας μην στο επιτρέπω 

Στα δάση μέσα κατοικώ 
αδέρφια μου οι δρυάδες 
στα πέλαγα αφήνομαι 
και μες στις σοροκάδες 

Αν έρχεσαι να κρύβεσαι 
στη ζώνη της ομίχλης 
κι εγώ σεγόντο θα κρατώ 
να μην παραπατήσεις 

Στολίστηκα τα μάτια σου
κι όλα θαμπά τα βλέπω 
κοντά μου έρχονται βουνά
κι ας μην στο επιτρέπω 

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Εκ του προοιμίου

Στάσου δάσκαλε να ακούσουμε το πουλί 
                                      Νίκος Καζαντζάκης 

Έχασε τη φωνή της
την πήρε ένα βαθύ πηγάδι
στο προαύλιο με τα κυπαρίσσια 
και τώρα πώς θα συνόδευε 
το πουλί που είχε σταθεί πάνω 
στην επιτύμβια πλάκα κι είχε 
αρχίσει ήδη το τραγούδι;

Έχασε την όραση της
την πήρε στο μαγνάδι του 
ο ήλιος πριν ακόμα βασιλέψει 
σε ένα πέλαγο του νότου 
και τώρα πώς θα καβαλίκευε
στο ποδήλατο για να πάει στο ποτάμι 
ψίχουλα να πετάξει στις ανυπάκουες 
πέστροφες;

Έχασε την αφή της
την πήραν τα πέταλα 
ενός εκατόφυλλου ρόδου 
που στεφάνωναν την εξώπορτα 
και τώρα πώς θα πήγαινε 
στο ξωκκλήσι να ψαύσει 
την θαυματουργή εικόνα 
που έσταζε δάκρυ;

Έχασε την ακοή της 
την πήραν τα πυροτεχνήματα 
της γιορτής ένα απόγευμα 
τ' αλωνάρη κάτω από την κληματαριά 
και τώρα πώς θα άκουγε 
τους ψιθύρους του έρωτα 
μπροστά στο ανοιχτό μνήμα;

Έχασε τη γεύση της 
την πήραν τα σπουργίτια 
που στάθηκαν στο τραπέζι 
πριν καθίσει η μάνα ψωμί να γευτεί 
και τώρα πώς θα αναγνώριζε 
ανάμεσα στο τρελαμένο πλήθος 
την μοναδικότητα του δικού του
φιλιού;

Έχασε την όσφρηση της
την πήραν τα μανουσάκια 
που άνθισαν Γενάρη μήνα 
στον παραθαλάσσιο κήπο 
και τώρα πώς θα αναγνώριζε 
το άρωμα που ανέδυε ο στίχος 
του ερωτευμένου με το σκότος 
ποιητή για να μπορέσει 
μ' αναφιλητά να τον νεκροντύσει;

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Μια χάντρα μπλε

Μια χάντρα μπλε σου χάρισα 
να μη σε βρίσκει μάτι 
να μη σε πιάνει το κακό 
τ' ανθρώπου το ινάτι 

Είσ' όμορφος σαν αστραπή 
στη θάλασσα σαν πέφτει 
κι αναταράζει τα νερά 
και σπάει τον καθρέφτη

Κρυφό καημό μου έβαλες 
που τρώει μου τα στήθια 
κάνω να φύγω μακριά 
να βρω την άλλη αλήθεια 

Μου στέρησες το γέλιο μου
μου πήρες τη χαρά μου
μου στοίχιωσες τον ύπνο μου 
μπήκες στα όνειρα μου 

Δεν το 'χω πλέον μυστικό 
μαρτύρησα μαζί σου
σκλάβα στην ομορφάδα σου
στην άπονη ψυχή σου 

Κρυφό καημό μου έβαλες 
που τρώει μου τα στήθια 
κάνω να φύγω μακριά 
να βρω την άλλη αλήθεια.




Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ψιχία

Ψιχία εσύ μου έδωσες 
και της αγάπης ρόδα 
μα εγώ σου έδωσα ψυχή 
ολόκληρη σαν πόζα 

Μια πόζα που τραβήξαμε 
κατάντικρυ στον ήλιο 
την ώρα που αυτός εκίναγε
να στήσει αλλού βασίλειο 

Χρόνια εγώ περίμενα 
το δάκρυ σου να στάξει 
μέσα να μπω να ζεσταθώ
λίγο η καρδιά να αράξει 

Όσα σου έδωσα φιλιά 
γιορντάνι στο λαιμό σου 
τα έβαλες με πλάνεψες 
και σβήνω στον καημό σου

Μεγάλη έγινα σκιά 
να έρχεσαι να μένεις 
το θάνατο να αψηφάς 
τα δώρα να προσμένεις 

Χρόνια εγώ περίμενα 
το δάκρυ σου να στάξει 
μέσα να μπω να ζεσταθώ
λίγο η καρδιά να αράξει.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Οι πικροί χειμώνες

Αρχόντισσα στη βρύση σου
λίγο νεράκι πίνω
ξεράθηκαν τα χείλη μου 
σαν το κεράκι σβήνω

Κεράκι που στον κόρφο μου
το είχα να μην σβήσει 
ανάλαφρα τρεμόπαιζε 
κι ο κήπος σου είχε ανθίσει 

Λίγα λουλούδια μάζεψα 
τουλίπες κι ανεμώνες 
μα στον χιονιά με σκορπισες
και στους πικρούς χειμώνες

Αρχόντισσα μένω εδώ 
κι η πόρτα έχει κλείσει
τα μάνταλα είναι βαριά 
ζωή ποιος θα χαρίσει 

Στα δυο σκορπιέμαι χάνομαι 
ζητώ την αγκαλιά σου 
τα απάτητα τα μέρη σου
και τη λαμπρή θωριά σου

Λίγα λουλούδια μάζεψα 
τουλίπες κι ανεμώνες 
μα στον χιονιά με σκορπισες
και στους πικρούς χειμώνες




Η κάθοδος των αστεριών

Οι δρόμοι μείναν ξάγρυπνοι 
μας έδειρε ο χιονιάς 
παντού τρύπιο το στέγαστρο 
σφυρίζει ο βοριάς 

Διπλό στρώμα σου έστρωσα 
σεντόνι κεντημένο
να ζεσταθεί η ανάσα σου 
τ" όνομα τ' αγιασμένο 

Η κάθοδος των αστεριών 
σαΐτες στα δυο μάτια 
σ' ανέβασαν στους ουρανούς 
αδειάσαν τα δωμάτια 

Εγώ σε ακολούθησαν 
μ' ένα ραβδί στο χέρι 
τη συννεφιά σού έδιωξα 
κρυφό βρήκα λημέρι 

Εκεί μέσα πλαγιάσαμε 
κι οι λάμιες ξαγρυπνούσαν 
τον έρωτα λατρέψαμε 
ρούχα δεν μας χωρούσαν 

Η κάθοδος των αστεριών 
σαΐτες στα δυο μάτια 
σ' ανέβασαν στους ουρανούς 
αδειάσαν τα δωμάτια.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Το άρωμα

Τράβηξε την κουρτίνα.
Ήθελε μια ώρα ακόμα να ξημερώσει. 
Ο ουρανός μια σκοτεινή προβιά 
που την φορούν οι άνθρωποι 
για να μην κρυώνουν. 
Δέκα αστέρια την συνέτρεξαν. 
Μήπως ήταν οι παιδικοί της φίλοι 
που δεν ξέχασε ή μήπως εσύ;
Δέκα αστέρια ξαγρυπνούσαν μαζί της.
Της έδιναν να φάει. 
Της έδιναν να πιει. 
Ρούχο για να ντυθεί, ραβδί που θα
την οδηγούσε στα γνώριμα σκαλοπάτια. 

Δύο σειρές από βασιλικούς την έβγαζαν 
στα όνειρα, στα κρυστάλλινα νερά.
Λατρεία της μαμάς της οι βασιλικοί. 
Πάντα στο βάζο της.
Πάντα στις γλάστρες της μα και στο
βαθύ της μπούστο. 
Αχ μαμά μύριζες αναστάσιμη εκκλησία,
μύριζες κανέλα και γαρύφαλλο. 
Θυμάσαι τότε που φούρνιζες τα γλυκά 
έτσι μύριζες μαμά. 

Αποκοτιά δική μου που έφυγες μακριά. 
Τάχατες εκεί που βρίσκεσαι 
μυρίζεις τόσο ωραία;
Στα όνειρα μου αν ξανάρθεις πες μου το.
Σε θέλω όμορφη γεμάτη υγεία και χαρά. 
Οι πληγές σου μαμά έκλεισαν;
Οι άγγελοι τώρα μαμά σε φροντίζουν
θα δεις πως θα γιάνεις μαμά. 
Εγώ μόνο τα χάδια μου θα σου δίνω
δαγκώνοντας το σταυρουδάκι που
έχω στο λαιμό μου. 
Χάρισμα δικό σου. 

Την νύχτα αγαπώ, εσένα και εκείνα
τα δέκα συμπαθητικά αστέρια που νομίζω 
πως εσύ τα στέλνεις. 
Γιατί πεινάω μαμά.
Πεινάω εσένα.
Πεινάω ζωή κι αλαφροσύνη.
Μα πιο πολύ πεινάω το άρωμα σου
στο απέθαντο σου σώμα. 
Ένα βαρκάκι έρχεται καταπάνω μου.
Σε πλησιάζω μαμά. 
Έχε τα μάτια σου ανοιχτά να με γνωρίσεις. 

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Η αναθηματική στήλη

Απ' όλη σου την ύπαρξη
περισσότερο τα χέρια σου 
αγάπησα. 
Κουπιά τα δυο σου χέρια 
διασχίζουν της ζωής μου 
τις ημέρες όπως ωκεανού 
τα θερμά ρεύματα που εντός 
τους ζουν μυθικά πλάσματα 
γοργόνες και δράκοντες 
και σεμνοί του βυθού 
ναυαγοί με προϊστορικά 
βραχιόλια στα χέρια και
χείλη στιφά σαν άγουροι 
καρποί πεσμένοι στο χώμα. 

Ανοιχτά τα δυο σου χέρια 
με αγκαλιάζουν όπως 
ο πατέρας αγκαλιάζει 
με περιπάθεια το σπλάχνο 
του που γυρίζει μετά από 
χρόνια από τους καταυλισμούς 
των τσιγγάνων κι από 
τους παγετώνες και στην
πόρτα βρίσκει το κλειδί
και το χαλί στρωμένο 
άτσαλα. 

Κλειστά τα δυο σου χέρια
σαν μέγγενη με σφίγγουν όπως 
τα ανυψωτικά σφίγγουν 
την πραμάτεια των φτωχών 
στις πόλεις με τα ξεκοιλιασμένα 
όνειρα και τους υπέργηρους 
υπνοβάτες. 
Κάνω να ελευθερωθώ μα 
ακίνητη μένω να σε παρακαλάω 
με χείλη σμιχτά. 

Μέγγενη τα χέρια σου, 
πατέρας χολιασμένος 
και άντρο σκοτεινό 
που καταφεύγουν οι πειρατές 
με τις μακριές κοτσίδες. 
Πολλούς μου χαρίζεις
θησαυρούς κι εγώ τους 
κρύβω στο πυρωμένο
κέντρο της καρδιάς μου.
Εκεί τοποθετώ κι εσένα 
σαν αναθηματική στήλη 
κι όταν κάποτε πεθάνουμε 
με αυτή θα στολίσουμε 
τους τάφους μας στο 
κοιμητήριο με τις αραχνιασμένες
κορνίζες εκεί που κάθε 
μέρα πηγαίνω και σε συναντάω
κρυφά απ' όλους. 

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Ο κήπος με τα μπλε κυπαρίσσια

Εκείνο το βράδυ έβρεχε,
δεν ήταν μια βροχή καθημερινή 
και καθηγιασμένη αλλά μια 
απροσπέλαστη καταιγίδα με
ασημένια βέλη που έπεφταν 
στο χώμα με τη μανία μιας μάνας
που χαράζει τα μάρμαρα για να
συναντήσει το νεκρό της σπλάχνο. 
Φιλί να του δώσει που της λείπει. 
Και τα φιλιά της καθεμιάς μάνας
δεν είναι απλά πολύτιμα ούτε 
μοναδικά είναι χοϊκά της γης
κραυγές όταν αυτή λαμβάνει 
από τον ουρανό σπέρμα και
πραγματώνεται μεσα της ένα 
άμετρο θαύμα.

Αν κάποτε βρεθείς σε μια τέτοια
μπόρα μην πάρεις προφυλάξεις. 
Ριψοκινδύνεψε, χόρεψε, σκίσε 
τα ρούχα σου γιατί εκείνη την ώρα
κάπου στον κόσμο θα υπάρχουν 
μανάδες που θα θρηνούν ακουμπισμένες 
πάνω στη στιβαρότητα των μαρμάρων
και εύκολα αν είχαν μια βαριοπούλα 
θα τα έσπαγαν σε χίλια κομματάκια, 
τόση η οργή τους και η λαχτάρα τους 
να συναντηθούν με το αί­μα της άνοιξης. 

Αυτή η βροχή μάθε το είναι τα δάκρυα 
της μάνας μπροστά στον άφατο 
της πόνο, τότε που ντύνει με το 
γαμπριάτικο κουστούμι τον γιο της 
και τον ξεπροβοδίζει προς τον κήπο 
με τα μπλε κυπαρίσσια. 
Μόνο μια βροχή σαν τη σημερινή 
ίσως σταθεί ικανή να την παρηγορήσει 
λες κι έχει έρθει επίτηδες νά ξεπλύνει 
το κακοτράχαλο της σώμα από τα 
γήινα πάθια τα τόσο βαριά. 

Τι είναι τραγικό (σε έντεκα πράξεις)

Τραγικό είναι ενώ εγώ άγγιζα το άσπρο 
των ματιών σου εσύ ανοιγόκλεινες τα 
βλέφαρά και μου έπιανες το δάκτυλο. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ έτρεχα στα λιβάδια 
εσύ αμολούσες τα κυνηγιάρικα σκυλιά 
για να με τραβήξουν μακριά από το μοναδικό
μονοπάτι. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ σφύριζα τραγούδια 
εσύ με μια φυσαρμόνικα σπασμένη
κατακρεουργούσες το πεντάγραμμο. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ σε αγαπούσα με
αγάπη άδολη εσύ ασχημονούσες κι έστελνες άσεμνες φωτογραφίες κι ολίγον θολές. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ μιλούσα με τα 
παιδιά εσύ με μια σπάτουλα στο χέρι 
ξεκολλούσες από το τζάμι τις χάρτινες 
καρδιές μου.

Τραγικό είναι ενώ εγώ κοιμόμουν ακόμα 
μέσα στα σπάργανα της μάνας μου εσύ με 
μια σφεντόνα κυνηγούσες δεκαοχτούρες 
πλησίον του λίκνου μου.

Τραγικό είναι ενώ εγώ πότιζα τις βιολέτες 
εσύ με τις χούφτες στη λάσπη λέρωνες 
τα φτερά του αγγέλου μου.

Τραγικό είναι ενώ εγώ βάδιζα πάνω 
στα κύματα κρατώντας την άσπρη ομπρέλα 
εσύ με μια βάρκα ξανοιγόσουν στο πέλαγος 
για να θηρεύσεις αθώο γόνο. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ άναβα τα νυχτερινά 
κεριά στο σπίτι με τους ξεχασμένους νεκρούς 
εσύ γινόσουν αερικό που ξεφυσούσε μίσος. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ διάβαζα τα ποιήματα 
και τα κοντάκια των αγίων εσύ άφοβα με
πλησίαζες με μια σβήστρα στο χέρι.

Τραγικό είναι ενώ εγώ έκοβα μια ερωτική 
μαργαρίτα συμβουλές για να μου δώσει εσύ 
μας περιέλουζες με φράσεις πικρές σαν το  
παλιό κινίνο που πήρε ο αδερφός. 

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Ο προορισμός των θαυμάτων

 Αλίευσα πορφυρό του δειλινού 
από τη θάλασσα και σου έφτιαξα 
επίσημη μια φορεσιά για να κυκλοφορείς 
στις στοές και στα διαζώματα 
της πόλης τα απογεύματα που
αργοπεθαίνει η μέρα με μια ανοιχτή 
πληγή στο στέρνο. 
Βαθιά πληγή σαν κόκκινο μήλο 
φαγωμένο από κοριτσιού αμίλητο 
στόμα. 

Μια πορφυρή φορεσιά που τονίζει 
τα αδρά χαρακτηριστικά σου.
Πόσο πολύ σου πήγαινε με άρχοντας 
μοιάζεις που δυο βασίλεια κρατά 
στα χέρια ύστερα από δύο νικηφόρες 
εκστρατείες στα ανατολικά της υφηλίου. 
Εκεί να ζεις, εκεί να σπαταλιέσαι και 
να αγαπάς παρέα με εκατοντάδες 
αυλικούς και πρόθυμες γυναίκες
που καλλιεργούν αμπέλια, ελιές και
σιταροχώραφα με το πείσμα ενός 
πρωτόβγαλτου παλικαριού. 

Με κερνάς κρασί ακριβό και το πίνω.
Αλαργεύει ο νους, σε πλησιάζει το σώμα. 
Σμίγουμε κάτω από διάττοντες αστέρες 
σαν δυο μακροσκελείς προσευχές που
απέξω τις ξέρουν τα πουλιά και στα
παιδιά τις λένε. 
Γεύομαι την ανάσα σου και μόνο έτσι 
συνεχίζω να ζω φασκιωμένη με τα
ακριβά σου ρούχα.

Χορεύω για εσένα, γλεντάω για εσένα 
πορεύομαι στον κόσμο με αβασάνιστα 
βήματα και θαύματα κάνω.
Σου χαρίζομαι κι όσο με θέλεις τόσο 
σε θέλω, μέτρο μας μόνο το άπειρο. 
Κράτα μου το χέρι απόψε στον κόσμο 
θα γεννηθούν εκατοντάδες χιλιάδες 
παιδιά που θα σου μοιάζουν κι εγώ 
έχω δουλειά πολλή μέχρι να τα αναστήσω. 
Μην τα διώκεις. 

Έλαβε μέρος στο 34ο Συμπόσιο Ποίησης 
της Αριστέας μας και την ευχαριστούμε
θερμά για το ακαταπόνητο έργο της.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Τα δίδυμα

Εφτά χρόνια στεφανωμένη και το μωρό 
δεν έρχονταν. 
Οι χωρικοί την αποκαλούσαν στέρφα
κι ανίκανη.
Σκληρή κοινωνία, απαίδευτη που εύκολα 
περιθωριοποιούσε. 
Δεν ήταν λίγες οι φορές που το διάβα 
της το συνόδευε ένα διαρκές σούσουρο 
και κάθε λογής σκόρπιες κουβέντες 
από τις σχεδόν κακόβουλες χωρικές. 
"Την καημένη δεν την λυπάται ο Θεός;"
"Είναι και περήφανη κουβέντα να ακούσει 
για το σερνικοβότανο"
Υπόμενε καρτερικά το χτύπημα της μοίρας 
σαν τον Ιώβ τα μαρτύρια του.
Ο άντρας της την εμψύχωνε και της
συμπαραστεκόταν.
Ξενομερίτης, δουλευταράς κι αγαθός 
δεν την κακοκάρδισε ποτέ. 
"Θέλημα Θεού γυναίκα" έλεγε. 
Ώσπου μία μέρα στο ενύπνιο τής εμφανίστηκε 
μία σκιά πολύ οικεία. 
Της μήνυσε πως σε εννιά μήνες θα κρατούσε 
δύο μωρά στην αγκαλιά της. 
Ταράχτηκε, σταυροκοπήθηκε κι έτρεξε 
να ανάψει το καντήλι πλημμυρισμένη 
στα δάκρυα. 
"Ήρθε η Παναγία" είπε στον άντρα της
"τα βάσανα μας τέλειωσαν."
Όντως το θαύμα συντελέστηκε, έπιασε 
παιδί και κατά πως είχε πει η σκιά έφερε 
στον κόσμο δύο ροδοκόκκινα μωρά. 
Μία πόρτα σκληρή και πικρή έκλεισε 
διαπαντός πίσω της κι ένας διάδρομος 
φωτεινός ανοίχτηκε μπροστά της με τη
καθοριστικη συνδρομή Της χάρης της.
Ήταν μια άλλη βρεφοκρατούσα που
καρτερικά άντεξε τη χλεύη και την κακοήθεια.

Έλαβε μέρος στο "34ο Συμπόσιο Ποίησης"
 https://princess-airis.blogspot.com
της Αριστέας μας και την συγχαίρω για την
φοβερή της αποτελεσματικότητα και την
οργάνωση. 

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Σπονδές ή πως να πλησιάσεις ένα ρόδο

-Στην καρδιά του χειμώνα
αναπνέω άνοιξη.

-Η άνοιξη με μπόλιασε κρυφά 
με χυμούς κι ανθίζω 

-Λιγνό το χέρι της Περσεφόνης 
που θα με κόψει, σεμνό όμως 
 εγώ και δεν θα το πληγώσω. 

-Μιας γερακίνας σταγόνα αίμα 
έσταξε πάνω μου και έγινα 
ολοπόρφυρο.

-Δανείστηκα από την άνοιξη 
πρωτόφαντη μια αχτίδα κι 
άνθισα πρόωρα. 
Στο ενεχειροδανιστήριο της 
ομορφιάς εξοφλώ τώρα τις 
δόσεις μου. 

Υ.Γ: Κάπου στα δυτικά της χώρας.

Τα φώτα της γιορτής ή μια ανάσα πριν το 2026

Έσπασα ένα ρόδι και με το ρουμπίνι 
των σπόρων του σου έδεσα 
ένα μενταγιόν.
Να σε ζηλεύουν τα παιδιά 
κι οι μανάδες να σε σπρώχνουν πέρα. 
Τα αρσενικά βαθιά να σε ποθούν 
τις νύχτες του έρωτα τότε που βγαίνουν 
τα αερικά με τα ψαλίδια 
στο χέρι και κορφολογούν 
τα λόγια της αγάπης και
του πόθου τους αναστεναγμούς.
Όλα για σένα και οι τριακόσιες 
εξήντα πέντε ημέρες που έρχονται
και λάμνουν στο περγιάλι σου
έχοντας τη γοητεία ενός έρωτα 
που έπρεπε να πεθάνει για να αναστηθεί.
Σφοδρός σαν ένας υετός ολόχρυσος 
που με τη μορφή μιας αστραπής ασελγεί 
πάνω σε δυσθεώρητες κορφές. 

*
Ασημόχρυσα τα βλέφαρά σου ανοιγοκλείνουν 
σαν τα φωτάκια στην κουπαστή του μπαλκονιού
από όπου έπεσε ο έκπτωτος άγγελος. 

*
Ένα πάνινο μονόφθαλμο αρκουδάκι ίσως 
να είναι η μόνη παρηγοριά μας απέναντι 
στην πολιορκητική μηχανή του χρόνου. 

Το αθάνατο νερό

Ψηλά πήρα ένα βουνό 
να ψάξω τις πηγές του 
να βρω τ' αθάνατο νερό 
τις ώριες χαραυγές του

Συνάντησα έναν βοσκό 
μικρό 'να παιδαρέλι 
τα κατατόπια ήξερε 
κι είχε τα μάτια μέλι 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα 

Έσκυψα και δροσίστηκα 
σε πέτρινη μια βρύση 
το μάτι πέρα πέταξε 
στη φορεσιά της δύσης 

Πήρα αθάνατο νερό 
στην πήλινη μου βίκα 
μα εκείνο ολο το ξόδεψε 
σταγόνα εγώ δεν ήπια 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα 

Κι έτσι σε μένα έμελλε 
γρήγορα να πεθάνω 
κι αυτό το χώμα να πατά
κι εγώ ζωή να χάνω. 

Άπονο εγώ το φώναζα 
από το μνήμα μέσα 
κι άλλη ζωή λαχτάραγα 
του πόθου το έγια λέσα 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα.

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Μαϊστράλι

Έγινες άσπρο σύννεφο 
βαμβάκι να σε κλέψω 
να επουλώσω τις πληγές 
κι όσα έχω ν' αντέξω 

Έγινες θάλασσας θωριά 
και πελαγίσιο κύμα 
να ακουμπώ τις πίκρες μου
του έρωτα το ρήμα 

Εγώ δεν σου χρωστώ πολλά 
μονάχα μιαν αγκάλη 
της άνοιξης μου ομορφιά 
του πόθου μαϊστράλι 

Να έρχεσαι να δίνεσαι 
να κολυμπάς εντός μου 
να γίνεσαι ο φάρος μου
ο ψεύτης εαυτός μου 

Ν' ασπάζομαι τα χάδια σου
στα δώματα του ονείρου 
να σε πηγαίνω μακριά 
στα χέρια του απείρου 

Εγώ δεν σου χρωστώ πολλά 
μονάχα μιαν αγκάλη 
της άνοιξης μου ομορφιά 
του πόθου μαϊστράλι 



Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Αφετηρίες

Κινήσαμε πρωί πρωί 
δίπλα στ' ακροθαλάσσι 
και κάναμε μια προσευχή 
τ' άδικο να περάσει 

Ήρθανε χρόνια δύσκολα 
πίκρα και νικοτίνη 
κάηκαν οι φτερούγες μας
στης πυρκαγιάς τη δίνη

Μ' αδίκησαν τα μάτια σου
π' αλλού τώρα θωρούνε 
σκλαβώθηκαν τα χείλη μου
μα δεν στο μαρτυρούνε 

Εδώ θέλω να έρχεσαι 
μ' όλο τ' ανάστημα σου
να σε τυλίγω μουσικές 
να γίνομαι ένδυμα σου

Να συγχωρώ τα λάθη σου
να σβήνω αμαρτίες 
στα κύματα να βρέχομαι
ν' αλλάζω αφετηρίες 

Μ' αδίκησαν τα μάτια σου
π' αλλού τώρα θωρούνε 
σκλαβώθηκαν τα χείλη μου
μα δεν στο μαρτυρούνε.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Ανέσπερο είσαι φως

Θα περνούν οι μέρες, οι εποχές, 
τα χρόνια κι εσύ θα παραμένεις 
ίδιος, αναλλοίωτος κι άφθαρτος 
μέσα σε μία διαρκή φθορά.
Όλα γύρω θα γερνούν κι όλα θα 
παρακμάζουν κι εσύ σφυρίζοντας 
σκοπούς ανάλαφρους θα συναγωνίζεσαι 
τις συναυλίες των αηδονιών και
του μικρού κοκκινολαίμη τη λάμψη 
μέσα σε ημέρες ανοιξιάτικες, λαμπρές 
με τους ύμνους της ανάστασης 
να γαληνεύουν ψυχές και σώματα. 

Στους κήπους σου μαζί με τους
ηλίανθους θα ζεις.
Ηλίανθους καμωμένους από χέρι 
ζωγράφου που ήπιε την αψάδα της 
ζωής σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι
και μεθυσμένος μετά παίρνει το πινέλο 
του και θαύματα κάνει τέτοια που
ακόμη κι ο Θεός θα τα ζήλευε 
αναθεωρώντας οριστικά την όποια 
πλάνη ή επιθυμία του για παντοκρατωρία. 

Έτσι όμορφο κι άτρωτο κι εγώ 
θα σε δέχομαι στην καλύβα μου 
και σκηνικά θα στήνω που θα σου 
αρέσουν. 
Σκηνικά της φωτιάς της λάβας 
της αμαρτίας για να μην πλήττεις.
Δεν θα κουράζομαι νερό να σου 
φέρνω από το μακρινό πηγάδι. 
Θα με προσμένεις σιωπηλός. 
Τι άλλωστε να πεις τόσο μεγάλος 
που έγινες;
Εγώ πεισματικά θα προσπαθώ 
να κλέψω καποιες ψηφίδες από 
την αθανασία σου.
Ένα ψίχουλο για να σε κρατάω 
κοντά μου, την φύση σου να ξυπνώ 
έτσι ώστε να αραιώνει το μαύρο 
από τα μάτια των ψαράδων
και σε γκρίζο να γυρνάει. 

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Βαρύ χαρμάνι

Απόψε θα φορέσω τα καινούργια τα σανδάλια 
και θα βγω στην πολιτεία. 
Τα σανδάλια που αγόρασα στη λαϊκή πανήγυρι 
του Αγίου Αντρέα ένα απόγευμα που έβρεχε 
διαρκώς κι οι πανηγυριώτες έβριζαν την τύχη
τους και τον Θεό (κυρίως τον Θεό.)
Τα σανδάλια της βροχής λοιπόν θα βάλω 
έτσι που μεγάλα να γίνονται τα βήματα
και μικρές να γίνονται οι αποστάσεις.
Να θησαυρίζει ο νους εικόνες κι αθέατες
επισκέψεις κι οι φλέβες να στασιάζουν από 
οργή και θυμό. 
Κι αν είναι χειμώνας κι αν ο κόσμος
με κοιτάζει περίεργα εγώ θα περπατάω
κορδωτά σαν να έμεινα η τελευταία πάνω
στον κόσμο ύπαρξη. 
Θα χωθώ σε ένα μαγαζί του κέντρου, σε ένα 
ξενυχτάδικο να πιω τζιν δυνατό ανόθευτο.
Θα έχει ακόμα τέσσερις πελάτες στα σκαμπό.
Ένα φλύαρο ζευγάρι, έναν μοναχικό άντρα με
χάρτες στα χέρια και μια φοιτήτρια από μια
μακρινή επαρχία. 
( μάρτυρας της καταγωγής της το κόκκινο 
της μάγουλο)
Κι όταν μεθύσω, μετά το πέμπτο ποτό, θα τους
κεράσω όλους μια γυροβολιά. 
Θα ζητήσω από τον μπάρμαν να βάλει δυνατά 
τη μουσική για να κινηθώ στους ρυθμούς 
ενός εξοντωτικού ροκ.
Θα ιδρώσω μα θα μ' αρέσει. 
Θα ξελυθούν τα σανδάλια μου κι εγώ με μια
κίνηση ελευθερίας θα τα πετάξω μακριά 
από την πίστα. 
Ίσως τα μαζέψει η φοιτήτρια με τα κόκκινα
μάγουλα, σίγουρα θα της πηγαίνουν. 
Ίσως πάλι τα βρει ο μπάρμαν και τα πετάξει 
στα σκουπίδια. 
Είναι η ώρα που περνάει το πρώτο πρωινό 
αποριμματοφόρο κι εκεί μπορεί να καταλήξουν.
Απογειωμένη από τον χορό και χωρίς περιττά
στολίδια, ξυπόλυτη θα χαθώ ύστερα στα
στενάκια της βρώμικης πολιτείας. 
Κάποιον, δεν μπορεί, θα συναντήσω άνδρα 
με το ίδιο νούμερο με εμένα που θα φιλοτιμηθεί
να μου δώσει τα σκισμένα του παπούτσια. 
Πάγωσαν τα πόδια μου κι η καρδιά λαχτάρησε 
μια ανάσα που θα μυρίζει παρουσία και βαρύ 
χαρμάνι. 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Η πέτρα της αθανασίας

Πήραμε τα αντίσκηνα στους ώμους μας
και φύγαμε. 
Καμμένη γη αφήσαμε πίσω μας.
Έπρεπε να βιαστούμε, οι σπίθες 
μας ακολουθούσαν μαζί με το βουητό 
της φωτιάς που σαν σκηνή της κόλασης 
έμοιαζε. 
Παρηγορούσαμε τους γέροντες με ιάσιμα 
λόγια κι αυτοί σιγομουρμούριζαν προσευχές. 
Τα παιδιά μας κλαίγανε, τα κρατούσαμε 
από το χέρι σφιχτά σαν τον σπάγκο του
χαρταετού τις μακρινές εκείνες μέρες. 
Ένα από αυτά κούτσαινε, το πήραμε 
αγκαλιά. 
Ένα άλλο πάλι ζητούσε επίμονα να θηλάσει,
έκλαιγε, το γάλα όμως είχε κοπεί μπροστά 
στον πύρινο που είχαμε αντικρίσει όλεθρο.
Προχωρούσαμε χωρίς να σταματάμε.
Διψάσαμε, δεν είχαμε σταλιά νερό. 
Πεινάσαμε, το ζεμπίλι όμως είχε μείνει 
στο αμπέλι που τώρα το είχε κορφολογήσει
η φωτιά.
Το κορμί μας πόθησε τον έρωτα αλλά που
καιρός και στρώμα να αφεθούμε. 
Μόνο τα απαραίτητα πήραμε μαζί μας.
Τις εικόνες, τη στεφανοθήκη, το σάισμα
της γιαγιάς και κάτι λεφτουδάκια ξεχασμένα.
Δεν προλάβαμε να πάρουμε τα βαφτιστικά 
σκουφάκια των παιδιών μας ούτε τις κάπες 
των παππούδων μας. 
Φτάσαμε δίπλα στη θάλασσα. 
Εκεί θα κατασκηνώναμε, μακριά από την οργή 
της πυρκαγιάς. 
Εκεί θα στήναμε τα χωριά μας, τα σπίτια μας
και τα μποστάνια μας. 
Η θάλασσα άλλωστε ξέρει να συγχωρεί κι εμείς 
με τις πολλές αμαρτίες στη ψυχή την είχαμε ανάγκη μεγάλη. 

Μας χώρεσε όλους η πλατιά αγκάλη της,
με τα χρόνια θα μας χάριζε και την πέτρα 
της αθανασίας που αυτή μόνο ξέρει να κρατάει 
στον αρμυρισμένο της κόρφο. 

Τα πυροτεχνήματα της γιορτής

Απόψε η καρδιά αποσπάστηκε από το σώμα 
και σταθερά βάδιζε πάνω στα ακροδάχτυλα 
μιας πολιτείας που ξάγρυπνη ζούσε εκεί έξω 
για πολύ καιρό.
Παραμονές γιορτής κι όλα γύρω ευτυχούσαν. 
Χρωματιστά λαμπιόνια αναβόσβηναν
τυλιγμένα από μια υπόνοια μουσικής. 
Μυρωδιές από σπιτικές πίτες κατέκλυζαν 
τους δρόμους, πεινούσαν τα αγάλματα 
κι άρπαζαν το γωνιακό κομμάτι. 
Παιδιά έτρεχαν στα στενά με χαρούμενα 
πρόσωπα και πόδια ξυλιασμένα από το κρύο. 
Δεν πτοούνταν καθόλου κάποια μάλιστα 
με τρομπέτες στα χέρια άναβαν τους χορούς. 

Βαρύθυμη η καρδιά βάδιζε στην αρχή
περιχαρακωμένη από τα πάθη της.
Ζώντας όμως μέσα σε αυτή την παραζάλη 
και τη μαγεία αλάφρωσε το βάδισμα της.
Ανέμελη έσμιξε με τα χρωματιστά λαμπιόνια,
τις πλάνες μυρωδιές και κυρίως με τα παιδιά 
που αν και νύχτα βαθιά ξαμολιόνταν 
στους δρόμους στήνοντας χορούς κυκλωτικούς. 
Άνοιξε έτσι διάπλατα τα μάτια της η καρδιά
για να ζήσει δυνατά τη μέθεξη της γιορτής. 
Πέταξε μακριά το παρελθόν της, πήρε 
τα μεράκια της και τα έκανε χαρές. 

Για μια νύχτα μόνο θα διαρκούσε αυτό της
το ταξίδι κι έπρεπε να τολμήσει. 
Το πρωί προτού καλά χαράξει θα επέστρεφε 
στο φυλάκιο της, στα απαλά στήθη που την
λαχταρούσαν για να τους αποδώσει μερίδιο 
από τη χαρά που είχε συναντήσει. 
Γιατί οι καρδιές είναι οι μόνες που κρατούν 
κλειδιά που βγάζουν στην έπαυλη των ονείρων. 
Είναι αυτές που ξέρουν πως να διαχειρίζονται 
τα σκοτάδια κι από απειλητικά να τα
μεταμορφώνουν σε στιγμές ξαναμμένες
και παραδομένες στα πυροτεχνήματα της γιορτής.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Μια αγάπη μικρή

Ξεσήκωσε τα πάντα, χτένισε γη
κι ουρανό για να βρει την ατζέντα 
που είχε γραμμένο το τηλέφωνο του.
Δεν το θυμόταν απέξω η μνήμη 
σαν λάστιχο ξεφούσκωτο την είχε 
εγκαταλείψει. 
Έψαξε ανάμεσα σε χαρτούρες, σε παλιά 
μπλοκ ζωγραφικής, σε ημερολόγια 
ξεχασμένα και σε ανούσιες σημειώσεις.
Τιποτα άφαντη η ατζέντα. 

Άνοιξε συρτάρια, ντουλάπες, αποθηκευτικά 
καλαθάκια στάθηκε σε βαριές βιβλιοθήκες. 
Βρήκε πολλά ενθυμήματα.
Βρήκε έρωτες ξεχασμένους. 
Βρήκε ημερομηνίες παρελθούσες. 
Η ατζέντα πουθενά δεν βρέθηκε. 
Σκέφτηκε μήπως την είχε κάψει
και δεν το θυμόταν μέσα στην παραζάλη 
αγάπης και μίσους για εκείνον, μπορεί που
να ξέρεις.
Σκέφτηκε μήπως την είχε χάσει στη διάρκει
των πολλών της μετακομίσεων, ίσως. 

Αφέθηκε να ζει με την πικρία του 
ανεκπλήρωτου, με την ελάχιστη ελπίδα 
πως κάπου θα τον έβρισκε τυχαία 
και θα ξανάρχιζαν οι επαφές τους.
Εκείνο το τρελό ονειροπόλημα που την έσφαζε. 
Της έλειπε πολύ.
Τον περίμενε χρόνια. 
Ήταν παντού παρών κι ας σκάρτα θυμόταν 
ακόμα κι αυτό το όνομά του. 
Τον ένιωθε άνθρωπο της.
Σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα από 
τότε που εκείνος έφυγε μακριά θολωμένος 
από τη μικρή της αγάπη που όμως με τα χρόνια
είχε πάρει να φουσκώνει μέσα στην καρδιά της
τόσο πολύ που νόμιζε πως θα την έπνιγε.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Ωδή στη σκλαβιά

Χαρίσαμε στο καναρίνι μας την ελευθερία 
του.
Ανοίξαμε το πορτάκι κι εφυγε.
Τρομαγμένο άρχισε στην αρχη να κάνει 
με τα αδύναμα φτερά του ένα γύρω την 
κάμαρα μας κι ύστερα έφυγε αναποφάσιστο 
κάπως από την ανοιχτή πόρτα προς το άγνωστο. 
Χειροκροτήσαμε ενθουσιασμένοι.
Ο μικρός Μανώλης έβαλε τα δάχτυλα 
στο στόμα και σφύριξε δυνατά χαρούμενος 
κι αναψοκοκκινισμένος. 
Χοροπηδούσαμε ευχαριστημένοι. 
Δεν πέρασαν τρία λεπτά και το καναρίνι 
επέστρεψε σαν απογοητευμένος φυγάς. 
Δεν βρήκε φωλιά και ταίρι που να το 
περιμένει, μήτε τροφή που να περισσεύει. 
Μπήκε μόνο του στο κλουβί με μια ασυνήθιστη
ελαφράδα στις κινήσεις του.
Το κοιτάξαμε έκπληκτοι καθώς εκείνο
μασουλούσε το καναβούρι του.
Στο αριστερό του φτερό είχε μια σταγόνα αίμα. 
Σε κάποιο κλαράκι φαίνεται θα τραυματίστηκε.
Του βάλαμε δροσερό νεράκι, ήπιε κι άρχισε 
να κελαηδά τόσο γλυκά που άλλοτε έτσι δεν
το είχαμε ξανακούσει. 
Ο μικρός Μανώλης μας έβγαλε από την 
αμηχανία.
"Είναι μια ωδή στη σκλαβιά" είπε 
"Είναι φαινόμενο της ανελεύθερης εποχής 
μας" συμπλήρωσα με στομφο εγώ κι έτρεξα 
να κρυφτώ πίσω από την κουρτίνα για να μην 
μου τις βρέξει η μαμά.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Το αόρατο ρινγκ

Σε αποδιώχνω κι εσύ έρχεσαι.
Χαλκέντερη γίνομαι και σε απωθώ 
κι εσύ με στιλέτα διπλά με πλησιάζεις. 
Αμύνομαι σθεναρά και στις ορέξεις σου
δεν υπακούω. 
Μπαίνεις στο σώμα μου σαν το νερό 
που σταγόνα σταγόνα διαβρώνει 
την πέτρα. 
Δεν το βάζω κάτω. 
Φράζω τις αρτηρίες και τους πόρους 
μου κλείνω άπαρτο να γίνω κάστρο 
για να μην το παραβιάζεις ανοικτά. 

Με βρίσκουν τα φιλιά σου μα εγώ 
κλειδώνω τις πόρτες της ψυχής 
και με χέρια τρεμάμενα σε σπρώχνω 
μακριά. 
Τιτάνιος ο αγώνας μου.
Φωνάζω. 
Διαμαρτύρομαι 
Σε εκτινάσσω από το πλάι μου.
Ακτίνες πετούν τα μάτια μου που
με δόρατα μοιάζουν και σε λαβώνω. 
Ποτάμι γίνεται ο ιδρώτας μου και
σε πνίγει. 
Θύσανοι αγκαθωτοί τα μαλλιά μου
σε αγκιλώνουν βαθιά στην καρδιά, 
τρέχει ρυάκι το αίμα κι εγώ σεχείμαρρο
μεταβάλλομαι και σε εξαφανίζω. 

Δεν χαλαρώνω στιγμή 
Δεν αφήνομαι λεπτό. 
Δεν κοιμάμαι, μόνη με τα αστέρια ξαγρυπνώ,
μιας κι εσύ σαν αιμοδιψής στρατηλάτης 
δεν παραιτείσαι ούτε συνθηκολογείς. 
Από λόγια δεν λογιάζεις. 
Σε ένα αόρατο ρινγκ παλεύω.
Με ανεβάζεις πάνω στο σταυρό και με δικάζεις
μα εγώ επίλεκτη του πλήθους καθώς είμαι 
σε διαρκή ανάσταση βρίσκομαι και κερδίζω
πόντους από τη ζωή.

Θα νικήσω και τραγούδια θα γράψω,
παιάνες, για την τελική σου εξόντωση.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Οι ημιτελείς ιστορίες

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω 
απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
                                    Γιώργος Σεφέρης 

Τις νύχτες που πέφτει η σιωπή
και οι θόρυβοι από τα αυτοκίνητα 
λιγοστεύουν στο ελάχιστο τότε είναι 
που διαστάσεις των ανθρώπων και των 
πραγμάτων αλλάζουν προς το πρέπον. 
Οι ανώφελες συζητήσεις σταματούν
ή κόβονται στη μέση, τα πουλιά 
και οι άνθρωποι κοιμούνται μέσα ένα 
πλαίσιο ανυπαρξίας και χαύνωσης. 

Τότε έρχεται η ώρα που στασιάζουν
οι νεκροί που ακοίμητοι παραμένουν 
για χρόνια κι ας μην στο δείχνουν. 
Έρχονται εδώ κοντά -παρέκει σου
στέκονται- με τα καινούργια ρούχα 
τους, τα γυαλισμένα παπούτσια, τα
μελωδικά τους τραγούδια και με
τους τόμους των βιβλίων που δεν 
πρόλαβαν να διαβάσουν ως το τέλος. 

Μείνε ξάγρυπνος κι αφουγκράσου. 
Δεν θα τους δεις μα θα τους ακούσεις
καθαρά.
Αρέσκονται να λένε ιστορίες με μάγισσες, 
με ξωτικά και με σκοτεινούς έρωτες 
με τη φωνή στομφώδη.
Αγάπησε τους, νοιάξε τους μόνο πρόσεξε 
μην πάρεις τίποτα από τα χέρια τους 
θα σε τραβήξουν κοντά τους για πάντα. 

Αυτές τις ιστορίες που θα ακούσεις από 
το στόμα τους κάνε τες μουσική, τραγούδι,
ποίημα, γραπτά της καρδιάς.
Μολύβι πάρε ύστερα και ξεσήκωσε τα 
βιβλία που αγάπησαν και δεν αξιώθηκαν 
να μάθουν το τέλος τους.
Δείξε τους συμπάθεια και συνέχισε τις
ημιτελείς σελίδες για να ξεκουραστούν
λίγο γιατί οι νεκροί δεν ξαποσταίνουν 
ποτέ είναι πάντα απασχολημένοι 
με τα γήινα που εγκατέλειψαν κι από 
εσένα ζητούν να μην τους αγνοήσεις 
πέφτοντας σε πιο βαρύ ύπνο τον χωρίς 
ξυπνημό. 

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Σενρούι χάικου και ζαππάι 17σύλλαβα

Βαρύς χειμώνας 
τράβηξε την κουρτίνα 
τη ζώνη λύσε.

Ψηλό το όρος 
ανάμεσα στα πεύκα- 
ροζ μανιτάρια.

Μικρή νυφίτσα 
Η γούνα σου έγινε 
κασκόλ στο λαιμό. 

Βραδινοί ήχοι 
τριζόνια και τσακάλια 
σε απαρτία. 

Το σαμιαμίδι 
τα προϊστορικά όντα 
φέρνει στο μυαλό.

Ταμπουράς ηχεί 
παντρεύεται η κόρη 
γέρο φαφούτη.

Μέσα στον κήπο 
οι νάρκισσοι άνθισαν 
φέρε καθρέφτη.

Κρότος πιστολιού 
κι ο φοβιτσάρης λαγός 
λάσπη έκοψε. 

Γλεντζές ο παπάς 
πετά τα πετραχήλια 
στη πίστα γυμνός. 

Στο μανουάλι 
καίγονται οι λαμπάδες 
των μυστηρίων. 

Κρύο δειλινό 
Ο κατεργάρης ήλιος 
το 'σκασε πάλι. 


haibun ( περιηγητικό είδος συνοδευόμενο με ποίηση χαϊκού)

Απόδραση

Διαβαινε ένα φιδίσιο μονοπάτι με βοηθό την γκλίτσα του προπάππου της που στα παλαιά χρόνια υπήρξε τσέλιγκας μεγάλος.Με την αιχμή του ξύλου παραμεριζε βάτα, ασπαλαθιες και φουντωτά σκίνα. Ματωθηκαν τα χέρια της και το στενό παντελόνι που φορούσε γέμισε αγκάθια και ξεροχορτα.

Χορδές πουλιών
ο κούκος πρωτοβγηκε-
στη σκηνή μπροστά. 

Λαχανιασε λίγο μα δεν ήταν μακριά ο προορισμός της. Ένα πέτρινο καταφύγιο που σέρβιρε τσάι, καφέ και αχνιστη σούπα. Τώρα πήγαινε σχεδόν ψηλαφητα μιας και το μονοπάτι δυσδιάκριτο ήταν. Επεσε σε ένα δασυ ρουμάνι με ψηλούς θάμνους και αιωνόβια δέντρα. Διψούσε και το νερό στο παγούρι ήταν ελάχιστο.

Πλατάνια πυκνά 
εαρινή η βόλτα-
ρυάκια τρέχουν. 

Ήπιε μια μικρή γουλια νερό, την ανακάτεψε στο στόμα της για να περιορίσει όσο το δυνατόν την δίψα της. Ο χάρτης έδειχνε μια κοντινή πηγή. Αναθάρρησε και ταχυνε το βήμα της. Μπροστά της ξεπετάχτηκε μια αλεπού που σαν την είδε κρύφτηκε φοβισμένη πίσω από τα αγριοαγκαθα.
Ρανιδες αίματος πρόδιδαν πως ήταν λαβωμένη.

Στενό πέρασμα
άγριες μαργαρίτες-
κλείνουν τον δρόμο.

Έφτασε στην πηγή ξεδίψασε και γέμισε τα δυο της παγούρια. Το μονοπάτι ήταν τώρα πιο βατό. Απογευματινή ώρα και τα πουλιά καλαηδωντας ζωηρά κρύβονταν στις φωλιές αποχαιρετώντας την μέρα. Έβαζαν τα δυνατά τους και διαλεγαν τις πιο γλυκές κι αιθεριες νότες.

Ψηλές οι οξιές
βερβεριτσες ξέγνοιαστες-
άνθη στο χώμα.

Μετά απο μια συστάδα μαύρης πεύκης αντίκρυσε το καταφύγιο Λίγο και θα έφτανε. Πήρε βαθιά ανάσα ανακούφισης. Δυο περιηγητές την καλωσορισαν. Ήπιε δυο γενναίες γουλιες καφέ κι αποσύρθηκε στο δώμα. Μια κόκκινη φλοκάτη τύλιξε το σώμα της. Το κρύο εδώ δεν ήταν παίξε γέλασε. Το ανθογυαλι με τις λιλά και κίτρινες ορχιδέες του δάσους γλυκαιναν το χώρο.

Σκύβει χαμηλά 
κόκκινη παπαρούνα -
βροχή τη βρήκε.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Σενρούι 17σύλλαβα

Στον άλλο κόσμο 
αφειδώς μοιράζουνε 
συγχωροχάρτια.

Μέσα στον τάφο 
πίνε το χαμομήλι 
ακμαίος να' σαι.

Καιρός σκεπτικός 
η κλούβα δεν τραβάει 
στην ανηφόρα.

Πετούν ορτύκια
αν πιάσεις μόνο ένα 
ήρωας θα 'σαι.

Δεν μετανιώνεις 
στραβά φόρεσες πάλι 
το καπελάκι. 

Μες στην ερημιά 
πάρε ένα υπνάκο 
σιμά στην πέτρα. 

Ζεστή η φωλιά 
κακαρίζει η κότα 
δίκροκα τ' αυγά. 

Δεμάτια στάχυα 
ξανθά σαν τα μαλλιά σου
στην πρώτη νιότη. 

Βράζει ο χυλός 
πρόσεξε μην σε κάψουν 
οι πιτσιλιές του

Τρως αγουρίδες 
ξινίστηκε το μούτρο 
και δεν σου πάει.

Ουρά γαϊδάρου
ξεσκονίζει το πιάνο 
στάβλος το σπίτι. 

Ο ερχομός

Είχες δυο μάτια κάρβουνα 
μες στη μελαγχολία 
κι είπα κοντά σου να σταθώ 
στερνή μου αμαρτία 

Μάζεψα τα κομμάτια σου
έδεσα τις πληγές σου
αγκάλιασα το σώμα σου 
ήπια απ' τις πηγές σου

Ήρθες και δεν σε γνώρισα 
ντυμένος στην πορφύρα 
μα εσύ δεν ήσουν βασιλιάς 
σου έδωσα σου πήρα

Από τις νεφέλες πρόβαλλες 
μ' άτακτα τα μαλλιά σου 
σε φίλεψα ένα φιλί 
σου φώναξα φυλάξου 

Είναι ο έρωτας καρφί 
πληγώνει φαρμακώνει 
σφυρίζει σαν τον άνεμο 
θαύματα καταστρώνει 

Ήρθες και δεν σε γνώρισα 
ντυμένος στην πορφύρα 
μα εσύ δεν ήσουν βασιλιάς 
σου έδωσα σου πήρα. 

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Οι δολιοφθορές

Απ' όταν έφυγες η σκιά σου
με ακολουθεί σαν ένα πάθος θαρρείς 
του έρωτα μας αδυσώπητο.
Μαζί με τη δικιά μου βαδίζει στα σοκάκια 
της πόλης και στις αποβάθρες των αναχωρήσεων.
Θέλησα ένα δειλινό να την φωτογραφήσω 
μα δεν ανταποκρίθηκε, ήταν κι ο ήλιος 
που είχε πέσει χαμηλά και δεν βοηθούσε. 

Η σκιά σου είναι αθέατη από τον κόσμο 
γύρω μόνο εγώ με τα μάτια της ψυχής 
την βλέπω. 
Με κατευθύνει, με απαγκιστρώνει 
από τον πόνο, μου χαμογελά όταν
πικραίνομαι, με καθοδηγεί κι όταν χάσω 
τον δρόμο πυξίδα μου γίνεται. 
Τις νύχτες είναι η μόνιμη μου συντροφιά. 
Πλαγιάζει στο κρεβάτι μου, με νανουρίζει,
με συνεπαίρνει και με πάει στου έρωτα 
τα απάτητα μέρη με τα ανοιχτά της φτερά. 

Είναι αυστηρή κι απόλυτη μαζί μου.
Μια φορά που πήγα να πλαγιάσω 
με έναν άλλο άντρα συνεπαρμένη 
από του έρωτα το άστρο η σκιά σου θύμωσε.
Με σκούντηξε, με πέταξε μακριά, 
μου απαγόρευσε την επαφή.
Έκπληκτος ο σύντροφος μου θυμάμαι 
με εγκατέλειψε φωνασκώντας. 

Διαμαρτυρήθηκα, της φώναξα, δεν 
έπαιρνε από λόγια μάλιστα σαν να 
ένιωσα το βαρύ της χέρι στο μάγουλο μου.
Μετά από αυτό το συμβάν είναι που της 
δόθηκα ολοκληρωτικά. 
Δεν είμαι το πειθήνιο όργανο της απλά 
έγινε ο δίδυμος μου κόσμος, ο άξονας 
που γύρω του κινούμαι, υπάρχω και δρω
διαπράττοντας τις καθημερινές μου
δολιοφθορές υπό την σκέπη της πάντα.