Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Παραμύθι

Στις λίμνες μέσα των ματιών
τρέξε συ για να πλυθείς
και στα καλάμια των χειλιών
έλα για να σταυρωθείς

Σε ξέρουνε τα όνειρα 
που κάθε νύχτα πλάθω 
διπλό βγάζω εισιτήριο 
λίγο για να σε μάθω 

Το ψέμα σου αλήθεια μου
καίει μέσα στα στήθια 
σε χάνω κι επανέρχεσαι 
ζεις μες στα παραμύθια 

Σαν δράκος εμφανίζεσαι 
μα δεν τα παρατάω 
κι ας μετανιώνω τη στιγμή 
ό,τι από εσέ ζητάω 

Τα χαλικάκια τα πετώ
το δρόμο να μην χάσεις 
μέσα στον πύργο της καρδιάς 
το θρόνο σου να φτιάξεις 

Το ψέμα σου αλήθεια μου
καίει μέσα στα στήθια 
σε χάνω κι επανέρχεσαι 
ζεις μες στα παραμύθια.

Σταυραετός

Σταυραετός πετά ψηλά 
και χτίζει τη φωλιά του 
έχει τα νύχια αργυρά 
χρυσάφι τα φτερά του 

Ωσάν αυτόν μοιάζεις κι εσύ 
και χάνεσαι στα πλάτη 
στον ουρανό ζυγίζεσαι 
και δεν σε βρίσκει μάτι 

Είσαι του ανέμου εσύ κλωστή 
κι ανάρια πόντους ρίχνεις 
αραχνοΰφαντο πλεκτό 
φοράς και μικροδείχνεις 

Κοντά σου θέλησα να ρθω
ανάσες να σου δώσω 
λίγα απ' τα γήινα να δεις
μήπως και ξεχρεώσω 

Πολλά εγώ δεν γύρεψα 
μονάχα το φιλί σου
το ταπεινό περπάτημα 
να φέρεις στην αυλή σου

Είσαι του ανέμου εσύ κλωστή 
κι ανάρια πόντους ρίχνεις 
αραχνοΰφαντο πλεκτό 
φοράς και μικροδείχνεις.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Παλιά η εξουσία σου

Βεζύρη σ' είχα στη ζωή 
κι εγώ υποτακτικός
τηρούσα όλους τους νόμους σου
σκληρό ήσουν καθεστώς 

Αν σήκωνες λίγο φωνή 
έτρεχα να σωθώ
γοργά το βήμα άνοιγα 
να βγω μακριά από εδώ 

Παλιά η εξουσία σου
βιβλία σε αναφέρουν 
μεγάλο το ανάστημα 
τρανό αρχηγό σε ξέρουν 

Έχεις στρατιές και ξεκινάς
βασίλεια να κουρσέψεις 
κι όσα κι αν βρεις εμπόδια 
στο τέλος θα αντέξεις 

Τα χέρια σου γίναν φτερά 
κι απλώνεσαι στα χάη 
τα μάτια σου δύο αστραπές 
σφάζουν όποιον κοιτάει 

Παλιά η εξουσία σου
βιβλία σε αναφέρουν 
μεγάλο το ανάστημα 
τρανό αρχηγό σε ξέρουν.

Η μικρή μάγισσα

Πήρα της αγαύης δάκρυ 
αθάνατη να γίνεις 
να περπατάς καμαρωτά 
στη λήθη να ξεδίνεις 

Στη λήθη που σε άγγιξε 
με τ' ακροδάχτυλα της
και πήρε το μαράζι σου
μες στα κρουστά φτερά της 

Είναι τα πέπλα σου βαριά 
και κρύβουν σου το σώμα 
μα εγώ κρατώ αναπνοή 
κι είναι η καρδιά μου λιώμα 

Πουλιά σε τριγυρίζουνε 
κι εγώ κρατώ σεγόντο 
λουλούδια σε λιγώνουνε 
αχ της ζωής μου φόντο 

Αστραφτερή  μου μάγισσα 
που ανακατεύεις φίλτρα 
στην κνήμη σου θα ανεβώ 
κι ας μου ζητήσεις λύτρα 

Είναι τα πέπλα σου βαριά 
και κρύβουν σου το σώμα 
μα εγώ κρατώ αναπνοή 
κι είναι η καρδιά μου λιώμα.

Ένα όνειρο

Πάνω σε μύτη αγκαθιού
περπάτησες ψυχή μου 
σαν ακροβάτης στάθηκες 
και σαν πουλί ερήμου

Δεν βρήκες στράτα να διαβείς 
όλα σε αποδιώχναν
φίλο να πεις τα μυστικά 
που στ' όνειρο σε σπρώχναν

Μέσα σε κήπους βρέθηκες 
τα άνθη να μαζέψεις 
μ' ανήμπορο το σώμα σου 
κι αδύνατον να στρέψεις 

Αμαρτωλός δεν γίνηκες
για να περάσεις πέρα 
και να ζυγίσεις το κακό 
στη λόγχη της εσπέρας

Βρήκες τους ποταμούς θολούς 
μετά την καταιγίδα 
αμέτρητα τα βάσανα 
ντυμένα με χλαμύδα 

Μέσα σε κήπους βρέθηκες 
τα άνθη να μαζέψεις 
μ' ανήμπορο το σώμα σου 
κι αδύνατον να στρέψεις. 

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Ο ίλιγγος των πραγμάτων

Άναψε το κερί στην εταζέρα. 
Τρεμούλιασε το φως στο δωμάτιο
λες και κάποια αόρατη βεντάλια να 
έσερνε δώθε πέρα τον αέρα εκεί γύρω. 
Πήραν να τρέμουν στη συνέχεια οι κουρτίνες, 
τα κάδρα, τα μανικετόκουμπα στο
παλτό του πεθαμένου, οι τοίχοι 
και το δρύινο πάτωμα που πάνω του
είχε αφήσει τις λαστιχένιες γαλότσες
τις γεμάτες λάσπες και βρύα. 

Βροχερός ο καιρός. 
Άναψε τσιγάρο. 
Έτρεμαν οι κύκλοι του καπνού τώρα 
με τη σειρά τους. 
Το σώμα της μόνο ακίνητο μέσα στη φαρδιά 
μπρεζέρα απέναντι από τον οβάλ 
καθρέφτη. 
Το σώμα της μουδιασμένο από το ψύχος
παρατηρούσε την άγρια επιθυμία των
αντικειμένων για αδιάλειπτη κίνηση. 
Θεώρησε πως βρίσκονταν μέσα σε 
ένα καράβι κάτω από μια φοβερή τρικυμία 
και με πολλά μποφόρ. 
Ξέφυγε ο νους και νοερά βρέθηκε ανοιχτά 
στο πέλαγος, δεν το φαντάστηκε, 
τουναντίον το έζησε. 

Σηκώθηκε από τη μπερζέρα κι άρχισε να 
ετοιμάζει τη βαλίτσα της.
Θα έφευγε προς το όνειρο. 
Πήρε και κάνα δυο τρία βιβλία και τα
τοποθέτησε κάτω από τον ελάχιστο ρουχισμό.
Όλα στο δωμάτιο γύρω συνέχιζαν να τρέμουν. 
Παραπατούσε σαν όπως τότε παλιά 
που είχε προβληθεί από έναν ίλιγγο
κι ένιωθε την άσφαλτο να προχωράει 
αδιάκοπα σαν το διάδρομο στα περιφερειακά 
γυμναστήρια. 

Έσβησε ταραγμένη το κερί. 
Όλα άρχισαν να επανέρχονται. 
Έσφιξε τη γροθιά της.
Στο πάτωμα σκόρπια τα μανικετόκουμπα 
του πεθαμένου.
Ήταν τα μόνα που δεν άντεξαν την διαρκή 
κίνηση κι έπεσαν σαν νυσταγμένα μάτια 
κάτω στο πάτωμα. 
Δεν τρόμαξε, τα μάζεψε και τότε παρατήρησε 
πως ήταν ζεστά σχεδόν καυτά λες και κάποιο
χέρι να τα είχε τρίψει με μαλακές κινήσεις
για ώρα. 

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Πλανεύτρα

Λουλούδια έχεις στο πέτο σου
και στην καρδιά κορδέλες 
να έρχομαι να ντύνομαι 
ν' αφήνομαι στις τρέλες 

Η Παναγιά μου μάρτυρας 
πως μαγικά μου κάνεις 
το σώμα μου πως φλέγεται 
στα ύψη όταν με φτάνεις 

Από ψηλά εγώ θωρώ 
της ομορφιάς τα δέντρα 
αυτά που έχεις στον κήπο σου
του έρωτα πλανεύτρα

Κρατάς στα χέρια σου καρπούς 
που δεν μπορώ να αδράξω 
στα πέλαγα δροσίζεσαι 
δαντέλες θα σου φτιάξω 

Δαντέλες σαν τα κύματα 
που έχεις για σεντόνια 
και ανεμίζεις σαν περνάς
από τα κάτω αλώνια 

Από ψηλά εγώ θωρώ 
της ομορφιάς τα δέντρα 
αυτά που έχεις στον κήπο σου
του έρωτα πλανεύτρα.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Τα χτένια

Με πήρες μες στα χέρια σου
κι όλος ο κόσμος μοιάζει 
μ' ένα λουλούδι αμάραντο
που αρώματα μοιράζει 

Ανατολής αρώματα 
λάγνα κι ερωτικά 
άγιας αγάπης χρώματα 
κρυμμένα μυστικά 

Φυγάδευσα τον πόνο μου
σε τόξα ασημένια 
βροχής που δεν σταμάτησε 
να παίζει με τα χτένια 

Με πήρες μες στα χέρια σου
κι όλη η πλάση δείχνει 
σταυραετός που αψηφά 
τους νόμους με το νύχι 

Καρφώνεται στον ουρανό 
τη γη δεν πλησιάζει 
παίρνει νερό απ' τα σύννεφα 
και στα βουνά απαγκιάζει 

Φυγάδευσα τον πόνο μου
σε τόξα ασημένια 
βροχής που δεν σταμάτησε 
να παίζει με τα χτένια.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Εξομολόγηση

Πήρα μολύβι κάρβουνο 
κι έφτιαξα ένα σκίτσο
που μίλαγε για τη ζωή 
γι' ατέλειωτο ένα μύθο 

Για όνειρα που έσβησαν 
σε πέλαγα αφρισμένα 
για έρωτες που χάθηκαν
σε δάση μαγεμένα 

Στολίστηκα τα μάτια σου
κι όλα θαμπά τα βλέπω 
κοντά μου έρχονται βουνά
κι ας μην στο επιτρέπω 

Στα δάση μέσα κατοικώ 
αδέρφια μου οι δρυάδες 
στα πέλαγα αφήνομαι 
και μες στις σοροκάδες 

Αν έρχεσαι να κρύβεσαι 
στη ζώνη της ομίχλης 
κι εγώ σεγόντο θα κρατώ 
να μην παραπατήσεις 

Στολίστηκα τα μάτια σου
κι όλα θαμπά τα βλέπω 
κοντά μου έρχονται βουνά
κι ας μην στο επιτρέπω 

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Εκ του προοιμίου

Στάσου δάσκαλε να ακούσουμε το πουλί 
                                      Νίκος Καζαντζάκης 

Έχασε τη φωνή της
την πήρε ένα βαθύ πηγάδι
στο προαύλιο με τα κυπαρίσσια 
και τώρα πώς θα συνόδευε 
το πουλί που είχε σταθεί πάνω 
στην επιτύμβια πλάκα κι είχε 
αρχίσει ήδη το τραγούδι;

Έχασε την όραση της
την πήρε στο μαγνάδι του 
ο ήλιος πριν ακόμα βασιλέψει 
σε ένα πέλαγο του νότου 
και τώρα πώς θα καβαλίκευε
στο ποδήλατο για να πάει στο ποτάμι 
ψίχουλα να πετάξει στις ανυπάκουες 
πέστροφες;

Έχασε την αφή της
την πήραν τα πέταλα 
ενός εκατόφυλλου ρόδου 
που στεφάνωναν την εξώπορτα 
και τώρα πώς θα πήγαινε 
στο ξωκκλήσι να ψαύσει 
την θαυματουργή εικόνα 
που έσταζε δάκρυ;

Έχασε την ακοή της 
την πήραν τα πυροτεχνήματα 
της γιορτής ένα απόγευμα 
τ' αλωνάρη κάτω από την κληματαριά 
και τώρα πώς θα άκουγε 
τους ψιθύρους του έρωτα 
μπροστά στο ανοιχτό μνήμα;

Έχασε τη γεύση της 
την πήραν τα σπουργίτια 
που στάθηκαν στο τραπέζι 
πριν καθίσει η μάνα ψωμί να γευτεί 
και τώρα πώς θα αναγνώριζε 
ανάμεσα στο τρελαμένο πλήθος 
την μοναδικότητα του δικού του
φιλιού;

Έχασε την όσφρηση της
την πήραν τα μανουσάκια 
που άνθισαν Γενάρη μήνα 
στον παραθαλάσσιο κήπο 
και τώρα πώς θα αναγνώριζε 
το άρωμα που ανέδυε ο στίχος 
του ερωτευμένου με το σκότος 
ποιητή για να μπορέσει 
μ' αναφιλητά να τον νεκροντύσει;

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Μια χάντρα μπλε

Μια χάντρα μπλε σου χάρισα 
να μη σε βρίσκει μάτι 
να μη σε πιάνει το κακό 
τ' ανθρώπου το ινάτι 

Είσ' όμορφος σαν αστραπή 
στη θάλασσα σαν πέφτει 
κι αναταράζει τα νερά 
και σπάει τον καθρέφτη

Κρυφό καημό μου έβαλες 
που τρώει μου τα στήθια 
κάνω να φύγω μακριά 
να βρω την άλλη αλήθεια 

Μου στέρησες το γέλιο μου
μου πήρες τη χαρά μου
μου στοίχιωσες τον ύπνο μου 
μπήκες στα όνειρα μου 

Δεν το 'χω πλέον μυστικό 
μαρτύρησα μαζί σου
σκλάβα στην ομορφάδα σου
στην άπονη ψυχή σου 

Κρυφό καημό μου έβαλες 
που τρώει μου τα στήθια 
κάνω να φύγω μακριά 
να βρω την άλλη αλήθεια.




Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ψιχία

Ψιχία εσύ μου έδωσες 
και της αγάπης ρόδα 
μα εγώ σου έδωσα ψυχή 
ολόκληρη σαν πόζα 

Μια πόζα που τραβήξαμε 
κατάντικρυ στον ήλιο 
την ώρα που αυτός εκίναγε
να στήσει αλλού βασίλειο 

Χρόνια εγώ περίμενα 
το δάκρυ σου να στάξει 
μέσα να μπω να ζεσταθώ
λίγο η καρδιά να αράξει 

Όσα σου έδωσα φιλιά 
γιορντάνι στο λαιμό σου 
τα έβαλες με πλάνεψες 
και σβήνω στον καημό σου

Μεγάλη έγινα σκιά 
να έρχεσαι να μένεις 
το θάνατο να αψηφάς 
τα δώρα να προσμένεις 

Χρόνια εγώ περίμενα 
το δάκρυ σου να στάξει 
μέσα να μπω να ζεσταθώ
λίγο η καρδιά να αράξει.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Οι πικροί χειμώνες

Αρχόντισσα στη βρύση σου
λίγο νεράκι πίνω
ξεράθηκαν τα χείλη μου 
σαν το κεράκι σβήνω

Κεράκι που στον κόρφο μου
το είχα να μην σβήσει 
ανάλαφρα τρεμόπαιζε 
κι ο κήπος σου είχε ανθίσει 

Λίγα λουλούδια μάζεψα 
τουλίπες κι ανεμώνες 
μα στον χιονιά με σκορπισες
και στους πικρούς χειμώνες

Αρχόντισσα μένω εδώ 
κι η πόρτα έχει κλείσει
τα μάνταλα είναι βαριά 
ζωή ποιος θα χαρίσει 

Στα δυο σκορπιέμαι χάνομαι 
ζητώ την αγκαλιά σου 
τα απάτητα τα μέρη σου
και τη λαμπρή θωριά σου

Λίγα λουλούδια μάζεψα 
τουλίπες κι ανεμώνες 
μα στον χιονιά με σκορπισες
και στους πικρούς χειμώνες




Η κάθοδος των αστεριών

Οι δρόμοι μείναν ξάγρυπνοι 
μας έδειρε ο χιονιάς 
παντού τρύπιο το στέγαστρο 
σφυρίζει ο βοριάς 

Διπλό στρώμα σου έστρωσα 
σεντόνι κεντημένο
να ζεσταθεί η ανάσα σου 
τ" όνομα τ' αγιασμένο 

Η κάθοδος των αστεριών 
σαΐτες στα δυο μάτια 
σ' ανέβασαν στους ουρανούς 
αδειάσαν τα δωμάτια 

Εγώ σε ακολούθησαν 
μ' ένα ραβδί στο χέρι 
τη συννεφιά σού έδιωξα 
κρυφό βρήκα λημέρι 

Εκεί μέσα πλαγιάσαμε 
κι οι λάμιες ξαγρυπνούσαν 
τον έρωτα λατρέψαμε 
ρούχα δεν μας χωρούσαν 

Η κάθοδος των αστεριών 
σαΐτες στα δυο μάτια 
σ' ανέβασαν στους ουρανούς 
αδειάσαν τα δωμάτια.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Το άρωμα

Τράβηξε την κουρτίνα.
Ήθελε μια ώρα ακόμα να ξημερώσει. 
Ο ουρανός μια σκοτεινή προβιά 
που την φορούν οι άνθρωποι 
για να μην κρυώνουν. 
Δέκα αστέρια την συνέτρεξαν. 
Μήπως ήταν οι παιδικοί της φίλοι 
που δεν ξέχασε ή μήπως εσύ;
Δέκα αστέρια ξαγρυπνούσαν μαζί της.
Της έδιναν να φάει. 
Της έδιναν να πιει. 
Ρούχο για να ντυθεί, ραβδί που θα
την οδηγούσε στα γνώριμα σκαλοπάτια. 

Δύο σειρές από βασιλικούς την έβγαζαν 
στα όνειρα, στα κρυστάλλινα νερά.
Λατρεία της μαμάς της οι βασιλικοί. 
Πάντα στο βάζο της.
Πάντα στις γλάστρες της μα και στο
βαθύ της μπούστο. 
Αχ μαμά μύριζες αναστάσιμη εκκλησία,
μύριζες κανέλα και γαρύφαλλο. 
Θυμάσαι τότε που φούρνιζες τα γλυκά 
έτσι μύριζες μαμά. 

Αποκοτιά δική μου που έφυγες μακριά. 
Τάχατες εκεί που βρίσκεσαι 
μυρίζεις τόσο ωραία;
Στα όνειρα μου αν ξανάρθεις πες μου το.
Σε θέλω όμορφη γεμάτη υγεία και χαρά. 
Οι πληγές σου μαμά έκλεισαν;
Οι άγγελοι τώρα μαμά σε φροντίζουν
θα δεις πως θα γιάνεις μαμά. 
Εγώ μόνο τα χάδια μου θα σου δίνω
δαγκώνοντας το σταυρουδάκι που
έχω στο λαιμό μου. 
Χάρισμα δικό σου. 

Την νύχτα αγαπώ, εσένα και εκείνα
τα δέκα συμπαθητικά αστέρια που νομίζω 
πως εσύ τα στέλνεις. 
Γιατί πεινάω μαμά.
Πεινάω εσένα.
Πεινάω ζωή κι αλαφροσύνη.
Μα πιο πολύ πεινάω το άρωμα σου
στο απέθαντο σου σώμα. 
Ένα βαρκάκι έρχεται καταπάνω μου.
Σε πλησιάζω μαμά. 
Έχε τα μάτια σου ανοιχτά να με γνωρίσεις. 

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Η αναθηματική στήλη

Απ' όλη σου την ύπαρξη
περισσότερο τα χέρια σου 
αγάπησα. 
Κουπιά τα δυο σου χέρια 
διασχίζουν της ζωής μου 
τις ημέρες όπως ωκεανού 
τα θερμά ρεύματα που εντός 
τους ζουν μυθικά πλάσματα 
γοργόνες και δράκοντες 
και σεμνοί του βυθού 
ναυαγοί με προϊστορικά 
βραχιόλια στα χέρια και
χείλη στιφά σαν άγουροι 
καρποί πεσμένοι στο χώμα. 

Ανοιχτά τα δυο σου χέρια 
με αγκαλιάζουν όπως 
ο πατέρας αγκαλιάζει 
με περιπάθεια το σπλάχνο 
του που γυρίζει μετά από 
χρόνια από τους καταυλισμούς 
των τσιγγάνων κι από 
τους παγετώνες και στην
πόρτα βρίσκει το κλειδί
και το χαλί στρωμένο 
άτσαλα. 

Κλειστά τα δυο σου χέρια
σαν μέγγενη με σφίγγουν όπως 
τα ανυψωτικά σφίγγουν 
την πραμάτεια των φτωχών 
στις πόλεις με τα ξεκοιλιασμένα 
όνειρα και τους υπέργηρους 
υπνοβάτες. 
Κάνω να ελευθερωθώ μα 
ακίνητη μένω να σε παρακαλάω 
με χείλη σμιχτά. 

Μέγγενη τα χέρια σου, 
πατέρας χολιασμένος 
και άντρο σκοτεινό 
που καταφεύγουν οι πειρατές 
με τις μακριές κοτσίδες. 
Πολλούς μου χαρίζεις
θησαυρούς κι εγώ τους 
κρύβω στο πυρωμένο
κέντρο της καρδιάς μου.
Εκεί τοποθετώ κι εσένα 
σαν αναθηματική στήλη 
κι όταν κάποτε πεθάνουμε 
με αυτή θα στολίσουμε 
τους τάφους μας στο 
κοιμητήριο με τις αραχνιασμένες
κορνίζες εκεί που κάθε 
μέρα πηγαίνω και σε συναντάω
κρυφά απ' όλους. 

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Ο κήπος με τα μπλε κυπαρίσσια

Εκείνο το βράδυ έβρεχε,
δεν ήταν μια βροχή καθημερινή 
και καθηγιασμένη αλλά μια 
απροσπέλαστη καταιγίδα με
ασημένια βέλη που έπεφταν 
στο χώμα με τη μανία μιας μάνας
που χαράζει τα μάρμαρα για να
συναντήσει το νεκρό της σπλάχνο. 
Φιλί να του δώσει που της λείπει. 
Και τα φιλιά της καθεμιάς μάνας
δεν είναι απλά πολύτιμα ούτε 
μοναδικά είναι χοϊκά της γης
κραυγές όταν αυτή λαμβάνει 
από τον ουρανό σπέρμα και
πραγματώνεται μεσα της ένα 
άμετρο θαύμα.

Αν κάποτε βρεθείς σε μια τέτοια
μπόρα μην πάρεις προφυλάξεις. 
Ριψοκινδύνεψε, χόρεψε, σκίσε 
τα ρούχα σου γιατί εκείνη την ώρα
κάπου στον κόσμο θα υπάρχουν 
μανάδες που θα θρηνούν ακουμπισμένες 
πάνω στη στιβαρότητα των μαρμάρων
και εύκολα αν είχαν μια βαριοπούλα 
θα τα έσπαγαν σε χίλια κομματάκια, 
τόση η οργή τους και η λαχτάρα τους 
να συναντηθούν με το αί­μα της άνοιξης. 

Αυτή η βροχή μάθε το είναι τα δάκρυα 
της μάνας μπροστά στον άφατο 
της πόνο, τότε που ντύνει με το 
γαμπριάτικο κουστούμι τον γιο της 
και τον ξεπροβοδίζει προς τον κήπο 
με τα μπλε κυπαρίσσια. 
Μόνο μια βροχή σαν τη σημερινή 
ίσως σταθεί ικανή να την παρηγορήσει 
λες κι έχει έρθει επίτηδες νά ξεπλύνει 
το κακοτράχαλο της σώμα από τα 
γήινα πάθια τα τόσο βαριά. 

Τι είναι τραγικό (σε έντεκα πράξεις)

Τραγικό είναι ενώ εγώ άγγιζα το άσπρο 
των ματιών σου εσύ ανοιγόκλεινες τα 
βλέφαρά και μου έπιανες το δάκτυλο. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ έτρεχα στα λιβάδια 
εσύ αμολούσες τα κυνηγιάρικα σκυλιά 
για να με τραβήξουν μακριά από το μοναδικό
μονοπάτι. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ σφύριζα τραγούδια 
εσύ με μια φυσαρμόνικα σπασμένη
κατακρεουργούσες το πεντάγραμμο. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ σε αγαπούσα με
αγάπη άδολη εσύ ασχημονούσες κι έστελνες άσεμνες φωτογραφίες κι ολίγον θολές. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ μιλούσα με τα 
παιδιά εσύ με μια σπάτουλα στο χέρι 
ξεκολλούσες από το τζάμι τις χάρτινες 
καρδιές μου.

Τραγικό είναι ενώ εγώ κοιμόμουν ακόμα 
μέσα στα σπάργανα της μάνας μου εσύ με 
μια σφεντόνα κυνηγούσες δεκαοχτούρες 
πλησίον του λίκνου μου.

Τραγικό είναι ενώ εγώ πότιζα τις βιολέτες 
εσύ με τις χούφτες στη λάσπη λέρωνες 
τα φτερά του αγγέλου μου.

Τραγικό είναι ενώ εγώ βάδιζα πάνω 
στα κύματα κρατώντας την άσπρη ομπρέλα 
εσύ με μια βάρκα ξανοιγόσουν στο πέλαγος 
για να θηρεύσεις αθώο γόνο. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ άναβα τα νυχτερινά 
κεριά στο σπίτι με τους ξεχασμένους νεκρούς 
εσύ γινόσουν αερικό που ξεφυσούσε μίσος. 

Τραγικό είναι ενώ εγώ διάβαζα τα ποιήματα 
και τα κοντάκια των αγίων εσύ άφοβα με
πλησίαζες με μια σβήστρα στο χέρι.

Τραγικό είναι ενώ εγώ έκοβα μια ερωτική 
μαργαρίτα συμβουλές για να μου δώσει εσύ 
μας περιέλουζες με φράσεις πικρές σαν το  
παλιό κινίνο που πήρε ο αδερφός. 

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Ο προορισμός των θαυμάτων

 Αλίευσα πορφυρό του δειλινού 
από τη θάλασσα και σου έφτιαξα 
επίσημη μια φορεσιά για να κυκλοφορείς 
στις στοές και στα διαζώματα 
της πόλης τα απογεύματα που
αργοπεθαίνει η μέρα με μια ανοιχτή 
πληγή στο στέρνο. 
Βαθιά πληγή σαν κόκκινο μήλο 
φαγωμένο από κοριτσιού αμίλητο 
στόμα. 

Μια πορφυρή φορεσιά που τονίζει 
τα αδρά χαρακτηριστικά σου.
Πόσο πολύ σου πήγαινε με άρχοντας 
μοιάζεις που δυο βασίλεια κρατά 
στα χέρια ύστερα από δύο νικηφόρες 
εκστρατείες στα ανατολικά της υφηλίου. 
Εκεί να ζεις, εκεί να σπαταλιέσαι και 
να αγαπάς παρέα με εκατοντάδες 
αυλικούς και πρόθυμες γυναίκες
που καλλιεργούν αμπέλια, ελιές και
σιταροχώραφα με το πείσμα ενός 
πρωτόβγαλτου παλικαριού. 

Με κερνάς κρασί ακριβό και το πίνω.
Αλαργεύει ο νους, σε πλησιάζει το σώμα. 
Σμίγουμε κάτω από διάττοντες αστέρες 
σαν δυο μακροσκελείς προσευχές που
απέξω τις ξέρουν τα πουλιά και στα
παιδιά τις λένε. 
Γεύομαι την ανάσα σου και μόνο έτσι 
συνεχίζω να ζω φασκιωμένη με τα
ακριβά σου ρούχα.

Χορεύω για εσένα, γλεντάω για εσένα 
πορεύομαι στον κόσμο με αβασάνιστα 
βήματα και θαύματα κάνω.
Σου χαρίζομαι κι όσο με θέλεις τόσο 
σε θέλω, μέτρο μας μόνο το άπειρο. 
Κράτα μου το χέρι απόψε στον κόσμο 
θα γεννηθούν εκατοντάδες χιλιάδες 
παιδιά που θα σου μοιάζουν κι εγώ 
έχω δουλειά πολλή μέχρι να τα αναστήσω. 
Μην τα διώκεις. 

Έλαβε μέρος στο 34ο Συμπόσιο Ποίησης 
της Αριστέας μας και την ευχαριστούμε
θερμά για το ακαταπόνητο έργο της.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Τα δίδυμα

Εφτά χρόνια στεφανωμένη και το μωρό 
δεν έρχονταν. 
Οι χωρικοί την αποκαλούσαν στέρφα
κι ανίκανη.
Σκληρή κοινωνία, απαίδευτη που εύκολα 
περιθωριοποιούσε. 
Δεν ήταν λίγες οι φορές που το διάβα 
της το συνόδευε ένα διαρκές σούσουρο 
και κάθε λογής σκόρπιες κουβέντες 
από τις σχεδόν κακόβουλες χωρικές. 
"Την καημένη δεν την λυπάται ο Θεός;"
"Είναι και περήφανη κουβέντα να ακούσει 
για το σερνικοβότανο"
Υπόμενε καρτερικά το χτύπημα της μοίρας 
σαν τον Ιώβ τα μαρτύρια του.
Ο άντρας της την εμψύχωνε και της
συμπαραστεκόταν.
Ξενομερίτης, δουλευταράς κι αγαθός 
δεν την κακοκάρδισε ποτέ. 
"Θέλημα Θεού γυναίκα" έλεγε. 
Ώσπου μία μέρα στο ενύπνιο τής εμφανίστηκε 
μία σκιά πολύ οικεία. 
Της μήνυσε πως σε εννιά μήνες θα κρατούσε 
δύο μωρά στην αγκαλιά της. 
Ταράχτηκε, σταυροκοπήθηκε κι έτρεξε 
να ανάψει το καντήλι πλημμυρισμένη 
στα δάκρυα. 
"Ήρθε η Παναγία" είπε στον άντρα της
"τα βάσανα μας τέλειωσαν."
Όντως το θαύμα συντελέστηκε, έπιασε 
παιδί και κατά πως είχε πει η σκιά έφερε 
στον κόσμο δύο ροδοκόκκινα μωρά. 
Μία πόρτα σκληρή και πικρή έκλεισε 
διαπαντός πίσω της κι ένας διάδρομος 
φωτεινός ανοίχτηκε μπροστά της με τη
καθοριστικη συνδρομή Της χάρης της.
Ήταν μια άλλη βρεφοκρατούσα που
καρτερικά άντεξε τη χλεύη και την κακοήθεια.

Έλαβε μέρος στο "34ο Συμπόσιο Ποίησης"
 https://princess-airis.blogspot.com
της Αριστέας μας και την συγχαίρω για την
φοβερή της αποτελεσματικότητα και την
οργάνωση.