Πήρα της αγαύης δάκρυ
αθάνατη να γίνεις
να περπατάς καμαρωτά
στη λήθη να ξεδίνεις
Στη λήθη που σε άγγιξε
με τ' ακροδάχτυλα της
και πήρε το μαράζι σου
μες στα κρουστά φτερά της
Είναι τα πέπλα σου βαριά
και κρύβουν σου το σώμα
μα εγώ κρατώ αναπνοή
κι είναι η καρδιά μου λιώμα
Πουλιά σε τριγυρίζουνε
κι εγώ κρατώ σεγόντο
λουλούδια σε λιγώνουνε
αχ της ζωής μου φόντο
Αστραφτερή μου μάγισσα
που ανακατεύεις φίλτρα
στην κνήμη σου θα ανεβώ
κι ας μου ζητήσεις λύτρα
Είναι τα πέπλα σου βαριά
και κρύβουν σου το σώμα
μα εγώ κρατώ αναπνοή
κι είναι η καρδιά μου λιώμα.
Εξαιρετικο και αυτό, Ελένη μου! Πλέον έχεις κατακτήσει και αυτήν τη μορφή ποιήματος, καλή μου φίλη. Και μάλιστα με λόγο που γλυκαίνει, γεμίζει ρυθμό και χάρη. Φιλιά.
ΑπάντησηΔιαγραφή