Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Σπονδές ή πως να πλησιάσεις ένα ρόδο

-Στην καρδιά του χειμώνα
αναπνέω άνοιξη.

-Η άνοιξη με μπόλιασε κρυφά 
με χυμούς κι ανθίζω 

-Λιγνό το χέρι της Περσεφόνης 
που θα με κόψει, σεμνό όμως 
 εγώ και δεν θα το πληγώσω. 

-Μιας γερακίνας σταγόνα αίμα 
έσταξε πάνω μου και έγινα 
ολοπόρφυρο.

-Δανείστηκα από την άνοιξη 
πρωτόφαντη μια αχτίδα κι 
άνθισα πρόωρα. 
Στο ενεχειροδανιστήριο της 
ομορφιάς εξοφλώ τώρα τις 
δόσεις μου. 

Υ.Γ: Κάπου στα δυτικά της χώρας.

Τα φώτα της γιορτής ή μια ανάσα πριν το 2026

Έσπασα ένα ρόδι και με το ρουμπίνι 
των σπόρων του σου έδεσα 
ένα μενταγιόν.
Να σε ζηλεύουν τα παιδιά 
κι οι μανάδες να σε σπρώχνουν πέρα. 
Τα αρσενικά βαθιά να σε ποθούν 
τις νύχτες του έρωτα τότε που βγαίνουν 
τα αερικά με τα ψαλίδια 
στο χέρι και κορφολογούν 
τα λόγια της αγάπης και
του πόθου τους αναστεναγμούς.
Όλα για σένα και οι τριακόσιες 
εξήντα πέντε ημέρες που έρχονται
και λάμνουν στο περγιάλι σου
έχοντας τη γοητεία ενός έρωτα 
που έπρεπε να πεθάνει για να αναστηθεί.
Σφοδρός σαν ένας υετός ολόχρυσος 
που με τη μορφή μιας αστραπής ασελγεί 
πάνω σε δυσθεώρητες κορφές. 

*
Ασημόχρυσα τα βλέφαρά σου ανοιγοκλείνουν 
σαν τα φωτάκια στην κουπαστή του μπαλκονιού
από όπου έπεσε ο έκπτωτος άγγελος. 

*
Ένα πάνινο μονόφθαλμο αρκουδάκι ίσως 
να είναι η μόνη παρηγοριά μας απέναντι 
στην πολιορκητική μηχανή του χρόνου. 

Το αθάνατο νερό

Ψηλά πήρα ένα βουνό 
να ψάξω τις πηγές του 
να βρω τ' αθάνατο νερό 
τις ώριες χαραυγές του

Συνάντησα έναν βοσκό 
μικρό 'να παιδαρέλι 
τα κατατόπια ήξερε 
κι είχε τα μάτια μέλι 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα 

Έσκυψα και δροσίστηκα 
σε πέτρινη μια βρύση 
το μάτι πέρα πέταξε 
στη φορεσιά της δύσης 

Πήρα αθάνατο νερό 
στην πήλινη μου βίκα 
μα εκείνο ολο το ξόδεψε 
σταγόνα εγώ δεν ήπια 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα 

Κι έτσι σε μένα έμελλε 
γρήγορα να πεθάνω 
κι αυτό το χώμα να πατά
κι εγώ ζωή να χάνω. 

Άπονο εγώ το φώναζα 
από το μνήμα μέσα 
κι άλλη ζωή λαχτάραγα 
του πόθου το έγια λέσα 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα.

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Μαϊστράλι

Έγινες άσπρο σύννεφο 
βαμβάκι να σε κλέψω 
να επουλώσω τις πληγές 
κι όσα έχω ν' αντέξω 

Έγινες θάλασσας θωριά 
και πελαγίσιο κύμα 
να ακουμπώ τις πίκρες μου
του έρωτα το ρήμα 

Εγώ δεν σου χρωστώ πολλά 
μονάχα μιαν αγκάλη 
της άνοιξης μου ομορφιά 
του πόθου μαϊστράλι 

Να έρχεσαι να δίνεσαι 
να κολυμπάς εντός μου 
να γίνεσαι ο φάρος μου
ο ψεύτης εαυτός μου 

Ν' ασπάζομαι τα χάδια σου
στα δώματα του ονείρου 
να σε πηγαίνω μακριά 
στα χέρια του απείρου 

Εγώ δεν σου χρωστώ πολλά 
μονάχα μιαν αγκάλη 
της άνοιξης μου ομορφιά 
του πόθου μαϊστράλι 



Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Αφετηρίες

Κινήσαμε πρωί πρωί 
δίπλα στ' ακροθαλάσσι 
και κάναμε μια προσευχή 
τ' άδικο να περάσει 

Ήρθανε χρόνια δύσκολα 
πίκρα και νικοτίνη 
κάηκαν οι φτερούγες μας
στης πυρκαγιάς τη δίνη

Μ' αδίκησαν τα μάτια σου
π' αλλού τώρα θωρούνε 
σκλαβώθηκαν τα χείλη μου
μα δεν στο μαρτυρούνε 

Εδώ θέλω να έρχεσαι 
μ' όλο τ' ανάστημα σου
να σε τυλίγω μουσικές 
να γίνομαι ένδυμα σου

Να συγχωρώ τα λάθη σου
να σβήνω αμαρτίες 
στα κύματα να βρέχομαι
ν' αλλάζω αφετηρίες 

Μ' αδίκησαν τα μάτια σου
π' αλλού τώρα θωρούνε 
σκλαβώθηκαν τα χείλη μου
μα δεν στο μαρτυρούνε.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Ανέσπερο είσαι φως

Θα περνούν οι μέρες, οι εποχές, 
τα χρόνια κι εσύ θα παραμένεις 
ίδιος, αναλλοίωτος κι άφθαρτος 
μέσα σε μία διαρκή φθορά.
Όλα γύρω θα γερνούν κι όλα θα 
παρακμάζουν κι εσύ σφυρίζοντας 
σκοπούς ανάλαφρους θα συναγωνίζεσαι 
τις συναυλίες των αηδονιών και
του μικρού κοκκινολαίμη τη λάμψη 
μέσα σε ημέρες ανοιξιάτικες, λαμπρές 
με τους ύμνους της ανάστασης 
να γαληνεύουν ψυχές και σώματα. 

Στους κήπους σου μαζί με τους
ηλίανθους θα ζεις.
Ηλίανθους καμωμένους από χέρι 
ζωγράφου που ήπιε την αψάδα της 
ζωής σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι
και μεθυσμένος μετά παίρνει το πινέλο 
του και θαύματα κάνει τέτοια που
ακόμη κι ο Θεός θα τα ζήλευε 
αναθεωρώντας οριστικά την όποια 
πλάνη ή επιθυμία του για παντοκρατωρία. 

Έτσι όμορφο κι άτρωτο κι εγώ 
θα σε δέχομαι στην καλύβα μου 
και σκηνικά θα στήνω που θα σου 
αρέσουν. 
Σκηνικά της φωτιάς της λάβας 
της αμαρτίας για να μην πλήττεις.
Δεν θα κουράζομαι νερό να σου 
φέρνω από το μακρινό πηγάδι. 
Θα με προσμένεις σιωπηλός. 
Τι άλλωστε να πεις τόσο μεγάλος 
που έγινες;
Εγώ πεισματικά θα προσπαθώ 
να κλέψω καποιες ψηφίδες από 
την αθανασία σου.
Ένα ψίχουλο για να σε κρατάω 
κοντά μου, την φύση σου να ξυπνώ 
έτσι ώστε να αραιώνει το μαύρο 
από τα μάτια των ψαράδων
και σε γκρίζο να γυρνάει. 

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Βαρύ χαρμάνι

Απόψε θα φορέσω τα καινούργια τα σανδάλια 
και θα βγω στην πολιτεία. 
Τα σανδάλια που αγόρασα στη λαϊκή πανήγυρι 
του Αγίου Αντρέα ένα απόγευμα που έβρεχε 
διαρκώς κι οι πανηγυριώτες έβριζαν την τύχη
τους και τον Θεό (κυρίως τον Θεό.)
Τα σανδάλια της βροχής λοιπόν θα βάλω 
έτσι που μεγάλα να γίνονται τα βήματα
και μικρές να γίνονται οι αποστάσεις.
Να θησαυρίζει ο νους εικόνες κι αθέατες
επισκέψεις κι οι φλέβες να στασιάζουν από 
οργή και θυμό. 
Κι αν είναι χειμώνας κι αν ο κόσμος
με κοιτάζει περίεργα εγώ θα περπατάω
κορδωτά σαν να έμεινα η τελευταία πάνω
στον κόσμο ύπαρξη. 
Θα χωθώ σε ένα μαγαζί του κέντρου, σε ένα 
ξενυχτάδικο να πιω τζιν δυνατό ανόθευτο.
Θα έχει ακόμα τέσσερις πελάτες στα σκαμπό.
Ένα φλύαρο ζευγάρι, έναν μοναχικό άντρα με
χάρτες στα χέρια και μια φοιτήτρια από μια
μακρινή επαρχία. 
( μάρτυρας της καταγωγής της το κόκκινο 
της μάγουλο)
Κι όταν μεθύσω, μετά το πέμπτο ποτό, θα τους
κεράσω όλους μια γυροβολιά. 
Θα ζητήσω από τον μπάρμαν να βάλει δυνατά 
τη μουσική για να κινηθώ στους ρυθμούς 
ενός εξοντωτικού ροκ.
Θα ιδρώσω μα θα μ' αρέσει. 
Θα ξελυθούν τα σανδάλια μου κι εγώ με μια
κίνηση ελευθερίας θα τα πετάξω μακριά 
από την πίστα. 
Ίσως τα μαζέψει η φοιτήτρια με τα κόκκινα
μάγουλα, σίγουρα θα της πηγαίνουν. 
Ίσως πάλι τα βρει ο μπάρμαν και τα πετάξει 
στα σκουπίδια. 
Είναι η ώρα που περνάει το πρώτο πρωινό 
αποριμματοφόρο κι εκεί μπορεί να καταλήξουν.
Απογειωμένη από τον χορό και χωρίς περιττά
στολίδια, ξυπόλυτη θα χαθώ ύστερα στα
στενάκια της βρώμικης πολιτείας. 
Κάποιον, δεν μπορεί, θα συναντήσω άνδρα 
με το ίδιο νούμερο με εμένα που θα φιλοτιμηθεί
να μου δώσει τα σκισμένα του παπούτσια. 
Πάγωσαν τα πόδια μου κι η καρδιά λαχτάρησε 
μια ανάσα που θα μυρίζει παρουσία και βαρύ 
χαρμάνι. 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Η πέτρα της αθανασίας

Πήραμε τα αντίσκηνα στους ώμους μας
και φύγαμε. 
Καμμένη γη αφήσαμε πίσω μας.
Έπρεπε να βιαστούμε, οι σπίθες 
μας ακολουθούσαν μαζί με το βουητό 
της φωτιάς που σαν σκηνή της κόλασης 
έμοιαζε. 
Παρηγορούσαμε τους γέροντες με ιάσιμα 
λόγια κι αυτοί σιγομουρμούριζαν προσευχές. 
Τα παιδιά μας κλαίγανε, τα κρατούσαμε 
από το χέρι σφιχτά σαν τον σπάγκο του
χαρταετού τις μακρινές εκείνες μέρες. 
Ένα από αυτά κούτσαινε, το πήραμε 
αγκαλιά. 
Ένα άλλο πάλι ζητούσε επίμονα να θηλάσει,
έκλαιγε, το γάλα όμως είχε κοπεί μπροστά 
στον πύρινο που είχαμε αντικρίσει όλεθρο.
Προχωρούσαμε χωρίς να σταματάμε.
Διψάσαμε, δεν είχαμε σταλιά νερό. 
Πεινάσαμε, το ζεμπίλι όμως είχε μείνει 
στο αμπέλι που τώρα το είχε κορφολογήσει
η φωτιά.
Το κορμί μας πόθησε τον έρωτα αλλά που
καιρός και στρώμα να αφεθούμε. 
Μόνο τα απαραίτητα πήραμε μαζί μας.
Τις εικόνες, τη στεφανοθήκη, το σάισμα
της γιαγιάς και κάτι λεφτουδάκια ξεχασμένα.
Δεν προλάβαμε να πάρουμε τα βαφτιστικά 
σκουφάκια των παιδιών μας ούτε τις κάπες 
των παππούδων μας. 
Φτάσαμε δίπλα στη θάλασσα. 
Εκεί θα κατασκηνώναμε, μακριά από την οργή 
της πυρκαγιάς. 
Εκεί θα στήναμε τα χωριά μας, τα σπίτια μας
και τα μποστάνια μας. 
Η θάλασσα άλλωστε ξέρει να συγχωρεί κι εμείς 
με τις πολλές αμαρτίες στη ψυχή την είχαμε ανάγκη μεγάλη. 

Μας χώρεσε όλους η πλατιά αγκάλη της,
με τα χρόνια θα μας χάριζε και την πέτρα 
της αθανασίας που αυτή μόνο ξέρει να κρατάει 
στον αρμυρισμένο της κόρφο. 

Τα πυροτεχνήματα της γιορτής

Απόψε η καρδιά αποσπάστηκε από το σώμα 
και σταθερά βάδιζε πάνω στα ακροδάχτυλα 
μιας πολιτείας που ξάγρυπνη ζούσε εκεί έξω 
για πολύ καιρό.
Παραμονές γιορτής κι όλα γύρω ευτυχούσαν. 
Χρωματιστά λαμπιόνια αναβόσβηναν
τυλιγμένα από μια υπόνοια μουσικής. 
Μυρωδιές από σπιτικές πίτες κατέκλυζαν 
τους δρόμους, πεινούσαν τα αγάλματα 
κι άρπαζαν το γωνιακό κομμάτι. 
Παιδιά έτρεχαν στα στενά με χαρούμενα 
πρόσωπα και πόδια ξυλιασμένα από το κρύο. 
Δεν πτοούνταν καθόλου κάποια μάλιστα 
με τρομπέτες στα χέρια άναβαν τους χορούς. 

Βαρύθυμη η καρδιά βάδιζε στην αρχή
περιχαρακωμένη από τα πάθη της.
Ζώντας όμως μέσα σε αυτή την παραζάλη 
και τη μαγεία αλάφρωσε το βάδισμα της.
Ανέμελη έσμιξε με τα χρωματιστά λαμπιόνια,
τις πλάνες μυρωδιές και κυρίως με τα παιδιά 
που αν και νύχτα βαθιά ξαμολιόνταν 
στους δρόμους στήνοντας χορούς κυκλωτικούς. 
Άνοιξε έτσι διάπλατα τα μάτια της η καρδιά
για να ζήσει δυνατά τη μέθεξη της γιορτής. 
Πέταξε μακριά το παρελθόν της, πήρε 
τα μεράκια της και τα έκανε χαρές. 

Για μια νύχτα μόνο θα διαρκούσε αυτό της
το ταξίδι κι έπρεπε να τολμήσει. 
Το πρωί προτού καλά χαράξει θα επέστρεφε 
στο φυλάκιο της, στα απαλά στήθη που την
λαχταρούσαν για να τους αποδώσει μερίδιο 
από τη χαρά που είχε συναντήσει. 
Γιατί οι καρδιές είναι οι μόνες που κρατούν 
κλειδιά που βγάζουν στην έπαυλη των ονείρων. 
Είναι αυτές που ξέρουν πως να διαχειρίζονται 
τα σκοτάδια κι από απειλητικά να τα
μεταμορφώνουν σε στιγμές ξαναμμένες
και παραδομένες στα πυροτεχνήματα της γιορτής.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Μια αγάπη μικρή

Ξεσήκωσε τα πάντα, χτένισε γη
κι ουρανό για να βρει την ατζέντα 
που είχε γραμμένο το τηλέφωνο του.
Δεν το θυμόταν απέξω η μνήμη 
σαν λάστιχο ξεφούσκωτο την είχε 
εγκαταλείψει. 
Έψαξε ανάμεσα σε χαρτούρες, σε παλιά 
μπλοκ ζωγραφικής, σε ημερολόγια 
ξεχασμένα και σε ανούσιες σημειώσεις.
Τιποτα άφαντη η ατζέντα. 

Άνοιξε συρτάρια, ντουλάπες, αποθηκευτικά 
καλαθάκια στάθηκε σε βαριές βιβλιοθήκες. 
Βρήκε πολλά ενθυμήματα.
Βρήκε έρωτες ξεχασμένους. 
Βρήκε ημερομηνίες παρελθούσες. 
Η ατζέντα πουθενά δεν βρέθηκε. 
Σκέφτηκε μήπως την είχε κάψει
και δεν το θυμόταν μέσα στην παραζάλη 
αγάπης και μίσους για εκείνον, μπορεί που
να ξέρεις.
Σκέφτηκε μήπως την είχε χάσει στη διάρκει
των πολλών της μετακομίσεων, ίσως. 

Αφέθηκε να ζει με την πικρία του 
ανεκπλήρωτου, με την ελάχιστη ελπίδα 
πως κάπου θα τον έβρισκε τυχαία 
και θα ξανάρχιζαν οι επαφές τους.
Εκείνο το τρελό ονειροπόλημα που την έσφαζε. 
Της έλειπε πολύ.
Τον περίμενε χρόνια. 
Ήταν παντού παρών κι ας σκάρτα θυμόταν 
ακόμα κι αυτό το όνομά του. 
Τον ένιωθε άνθρωπο της.
Σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα από 
τότε που εκείνος έφυγε μακριά θολωμένος 
από τη μικρή της αγάπη που όμως με τα χρόνια
είχε πάρει να φουσκώνει μέσα στην καρδιά της
τόσο πολύ που νόμιζε πως θα την έπνιγε.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Ωδή στη σκλαβιά

Χαρίσαμε στο καναρίνι μας την ελευθερία 
του.
Ανοίξαμε το πορτάκι κι εφυγε.
Τρομαγμένο άρχισε στην αρχη να κάνει 
με τα αδύναμα φτερά του ένα γύρω την 
κάμαρα μας κι ύστερα έφυγε αναποφάσιστο 
κάπως από την ανοιχτή πόρτα προς το άγνωστο. 
Χειροκροτήσαμε ενθουσιασμένοι.
Ο μικρός Μανώλης έβαλε τα δάχτυλα 
στο στόμα και σφύριξε δυνατά χαρούμενος 
κι αναψοκοκκινισμένος. 
Χοροπηδούσαμε ευχαριστημένοι. 
Δεν πέρασαν τρία λεπτά και το καναρίνι 
επέστρεψε σαν απογοητευμένος φυγάς. 
Δεν βρήκε φωλιά και ταίρι που να το 
περιμένει, μήτε τροφή που να περισσεύει. 
Μπήκε μόνο του στο κλουβί με μια ασυνήθιστη
ελαφράδα στις κινήσεις του.
Το κοιτάξαμε έκπληκτοι καθώς εκείνο
μασουλούσε το καναβούρι του.
Στο αριστερό του φτερό είχε μια σταγόνα αίμα. 
Σε κάποιο κλαράκι φαίνεται θα τραυματίστηκε.
Του βάλαμε δροσερό νεράκι, ήπιε κι άρχισε 
να κελαηδά τόσο γλυκά που άλλοτε έτσι δεν
το είχαμε ξανακούσει. 
Ο μικρός Μανώλης μας έβγαλε από την 
αμηχανία.
"Είναι μια ωδή στη σκλαβιά" είπε 
"Είναι φαινόμενο της ανελεύθερης εποχής 
μας" συμπλήρωσα με στομφο εγώ κι έτρεξα 
να κρυφτώ πίσω από την κουρτίνα για να μην 
μου τις βρέξει η μαμά.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Το αόρατο ρινγκ

Σε αποδιώχνω κι εσύ έρχεσαι.
Χαλκέντερη γίνομαι και σε απωθώ 
κι εσύ με στιλέτα διπλά με πλησιάζεις. 
Αμύνομαι σθεναρά και στις ορέξεις σου
δεν υπακούω. 
Μπαίνεις στο σώμα μου σαν το νερό 
που σταγόνα σταγόνα διαβρώνει 
την πέτρα. 
Δεν το βάζω κάτω. 
Φράζω τις αρτηρίες και τους πόρους 
μου κλείνω άπαρτο να γίνω κάστρο 
για να μην το παραβιάζεις ανοικτά. 

Με βρίσκουν τα φιλιά σου μα εγώ 
κλειδώνω τις πόρτες της ψυχής 
και με χέρια τρεμάμενα σε σπρώχνω 
μακριά. 
Τιτάνιος ο αγώνας μου.
Φωνάζω. 
Διαμαρτύρομαι 
Σε εκτινάσσω από το πλάι μου.
Ακτίνες πετούν τα μάτια μου που
με δόρατα μοιάζουν και σε λαβώνω. 
Ποτάμι γίνεται ο ιδρώτας μου και
σε πνίγει. 
Θύσανοι αγκαθωτοί τα μαλλιά μου
σε αγκιλώνουν βαθιά στην καρδιά, 
τρέχει ρυάκι το αίμα κι εγώ σεχείμαρρο
μεταβάλλομαι και σε εξαφανίζω. 

Δεν χαλαρώνω στιγμή 
Δεν αφήνομαι λεπτό. 
Δεν κοιμάμαι, μόνη με τα αστέρια ξαγρυπνώ,
μιας κι εσύ σαν αιμοδιψής στρατηλάτης 
δεν παραιτείσαι ούτε συνθηκολογείς. 
Από λόγια δεν λογιάζεις. 
Σε ένα αόρατο ρινγκ παλεύω.
Με ανεβάζεις πάνω στο σταυρό και με δικάζεις
μα εγώ επίλεκτη του πλήθους καθώς είμαι 
σε διαρκή ανάσταση βρίσκομαι και κερδίζω
πόντους από τη ζωή.

Θα νικήσω και τραγούδια θα γράψω,
παιάνες, για την τελική σου εξόντωση.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Οι ημιτελείς ιστορίες

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω 
απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
                                    Γιώργος Σεφέρης 

Τις νύχτες που πέφτει η σιωπή
και οι θόρυβοι από τα αυτοκίνητα 
λιγοστεύουν στο ελάχιστο τότε είναι 
που διαστάσεις των ανθρώπων και των 
πραγμάτων αλλάζουν προς το πρέπον. 
Οι ανώφελες συζητήσεις σταματούν
ή κόβονται στη μέση, τα πουλιά 
και οι άνθρωποι κοιμούνται μέσα ένα 
πλαίσιο ανυπαρξίας και χαύνωσης. 

Τότε έρχεται η ώρα που στασιάζουν
οι νεκροί που ακοίμητοι παραμένουν 
για χρόνια κι ας μην στο δείχνουν. 
Έρχονται εδώ κοντά -παρέκει σου
στέκονται- με τα καινούργια ρούχα 
τους, τα γυαλισμένα παπούτσια, τα
μελωδικά τους τραγούδια και με
τους τόμους των βιβλίων που δεν 
πρόλαβαν να διαβάσουν ως το τέλος. 

Μείνε ξάγρυπνος κι αφουγκράσου. 
Δεν θα τους δεις μα θα τους ακούσεις
καθαρά.
Αρέσκονται να λένε ιστορίες με μάγισσες, 
με ξωτικά και με σκοτεινούς έρωτες 
με τη φωνή στομφώδη.
Αγάπησε τους, νοιάξε τους μόνο πρόσεξε 
μην πάρεις τίποτα από τα χέρια τους 
θα σε τραβήξουν κοντά τους για πάντα. 

Αυτές τις ιστορίες που θα ακούσεις από 
το στόμα τους κάνε τες μουσική, τραγούδι,
ποίημα, γραπτά της καρδιάς.
Μολύβι πάρε ύστερα και ξεσήκωσε τα 
βιβλία που αγάπησαν και δεν αξιώθηκαν 
να μάθουν το τέλος τους.
Δείξε τους συμπάθεια και συνέχισε τις
ημιτελείς σελίδες για να ξεκουραστούν
λίγο γιατί οι νεκροί δεν ξαποσταίνουν 
ποτέ είναι πάντα απασχολημένοι 
με τα γήινα που εγκατέλειψαν κι από 
εσένα ζητούν να μην τους αγνοήσεις 
πέφτοντας σε πιο βαρύ ύπνο τον χωρίς 
ξυπνημό. 

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Σενρούι χάικου και ζαππάι 17σύλλαβα

Βαρύς χειμώνας 
τράβηξε την κουρτίνα 
τη ζώνη λύσε.

Ψηλό το όρος 
ανάμεσα στα πεύκα- 
ροζ μανιτάρια.

Μικρή νυφίτσα 
Η γούνα σου έγινε 
κασκόλ στο λαιμό. 

Βραδινοί ήχοι 
τριζόνια και τσακάλια 
σε απαρτία. 

Το σαμιαμίδι 
τα προϊστορικά όντα 
φέρνει στο μυαλό.

Ταμπουράς ηχεί 
παντρεύεται η κόρη 
γέρο φαφούτη.

Μέσα στον κήπο 
οι νάρκισσοι άνθισαν 
φέρε καθρέφτη.

Κρότος πιστολιού 
κι ο φοβιτσάρης λαγός 
λάσπη έκοψε. 

Γλεντζές ο παπάς 
πετά τα πετραχήλια 
στη πίστα γυμνός. 

Στο μανουάλι 
καίγονται οι λαμπάδες 
των μυστηρίων. 

Κρύο δειλινό 
Ο κατεργάρης ήλιος 
το 'σκασε πάλι. 


haibun ( περιηγητικό είδος συνοδευόμενο με ποίηση χαϊκού)

Απόδραση

Διαβαινε ένα φιδίσιο μονοπάτι με βοηθό την γκλίτσα του προπάππου της που στα παλαιά χρόνια υπήρξε τσέλιγκας μεγάλος.Με την αιχμή του ξύλου παραμεριζε βάτα, ασπαλαθιες και φουντωτά σκίνα. Ματωθηκαν τα χέρια της και το στενό παντελόνι που φορούσε γέμισε αγκάθια και ξεροχορτα.

Χορδές πουλιών
ο κούκος πρωτοβγηκε-
στη σκηνή μπροστά. 

Λαχανιασε λίγο μα δεν ήταν μακριά ο προορισμός της. Ένα πέτρινο καταφύγιο που σέρβιρε τσάι, καφέ και αχνιστη σούπα. Τώρα πήγαινε σχεδόν ψηλαφητα μιας και το μονοπάτι δυσδιάκριτο ήταν. Επεσε σε ένα δασυ ρουμάνι με ψηλούς θάμνους και αιωνόβια δέντρα. Διψούσε και το νερό στο παγούρι ήταν ελάχιστο.

Πλατάνια πυκνά 
εαρινή η βόλτα-
ρυάκια τρέχουν. 

Ήπιε μια μικρή γουλια νερό, την ανακάτεψε στο στόμα της για να περιορίσει όσο το δυνατόν την δίψα της. Ο χάρτης έδειχνε μια κοντινή πηγή. Αναθάρρησε και ταχυνε το βήμα της. Μπροστά της ξεπετάχτηκε μια αλεπού που σαν την είδε κρύφτηκε φοβισμένη πίσω από τα αγριοαγκαθα.
Ρανιδες αίματος πρόδιδαν πως ήταν λαβωμένη.

Στενό πέρασμα
άγριες μαργαρίτες-
κλείνουν τον δρόμο.

Έφτασε στην πηγή ξεδίψασε και γέμισε τα δυο της παγούρια. Το μονοπάτι ήταν τώρα πιο βατό. Απογευματινή ώρα και τα πουλιά καλαηδωντας ζωηρά κρύβονταν στις φωλιές αποχαιρετώντας την μέρα. Έβαζαν τα δυνατά τους και διαλεγαν τις πιο γλυκές κι αιθεριες νότες.

Ψηλές οι οξιές
βερβεριτσες ξέγνοιαστες-
άνθη στο χώμα.

Μετά απο μια συστάδα μαύρης πεύκης αντίκρυσε το καταφύγιο Λίγο και θα έφτανε. Πήρε βαθιά ανάσα ανακούφισης. Δυο περιηγητές την καλωσορισαν. Ήπιε δυο γενναίες γουλιες καφέ κι αποσύρθηκε στο δώμα. Μια κόκκινη φλοκάτη τύλιξε το σώμα της. Το κρύο εδώ δεν ήταν παίξε γέλασε. Το ανθογυαλι με τις λιλά και κίτρινες ορχιδέες του δάσους γλυκαιναν το χώρο.

Σκύβει χαμηλά 
κόκκινη παπαρούνα -
βροχή τη βρήκε.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Σενρούι 17σύλλαβα

Στον άλλο κόσμο 
αφειδώς μοιράζουνε 
συγχωροχάρτια.

Μέσα στον τάφο 
πίνε το χαμομήλι 
ακμαίος να' σαι.

Καιρός σκεπτικός 
η κλούβα δεν τραβάει 
στην ανηφόρα.

Πετούν ορτύκια
αν πιάσεις μόνο ένα 
ήρωας θα 'σαι.

Δεν μετανιώνεις 
στραβά φόρεσες πάλι 
το καπελάκι. 

Μες στην ερημιά 
πάρε ένα υπνάκο 
σιμά στην πέτρα. 

Ζεστή η φωλιά 
κακαρίζει η κότα 
δίκροκα τ' αυγά. 

Δεμάτια στάχυα 
ξανθά σαν τα μαλλιά σου
στην πρώτη νιότη. 

Βράζει ο χυλός 
πρόσεξε μην σε κάψουν 
οι πιτσιλιές του

Τρως αγουρίδες 
ξινίστηκε το μούτρο 
και δεν σου πάει.

Ουρά γαϊδάρου
ξεσκονίζει το πιάνο 
στάβλος το σπίτι. 

Ο ερχομός

Είχες δυο μάτια κάρβουνα 
μες στη μελαγχολία 
κι είπα κοντά σου να σταθώ 
στερνή μου αμαρτία 

Μάζεψα τα κομμάτια σου
έδεσα τις πληγές σου
αγκάλιασα το σώμα σου 
ήπια απ' τις πηγές σου

Ήρθες και δεν σε γνώρισα 
ντυμένος στην πορφύρα 
μα εσύ δεν ήσουν βασιλιάς 
σου έδωσα σου πήρα

Από τις νεφέλες πρόβαλλες 
μ' άτακτα τα μαλλιά σου 
σε φίλεψα ένα φιλί 
σου φώναξα φυλάξου 

Είναι ο έρωτας καρφί 
πληγώνει φαρμακώνει 
σφυρίζει σαν τον άνεμο 
θαύματα καταστρώνει 

Ήρθες και δεν σε γνώρισα 
ντυμένος στην πορφύρα 
μα εσύ δεν ήσουν βασιλιάς 
σου έδωσα σου πήρα. 

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Οι δολιοφθορές

Απ' όταν έφυγες η σκιά σου
με ακολουθεί σαν ένα πάθος θαρρείς 
του έρωτα μας αδυσώπητο.
Μαζί με τη δικιά μου βαδίζει στα σοκάκια 
της πόλης και στις αποβάθρες των αναχωρήσεων.
Θέλησα ένα δειλινό να την φωτογραφήσω 
μα δεν ανταποκρίθηκε, ήταν κι ο ήλιος 
που είχε πέσει χαμηλά και δεν βοηθούσε. 

Η σκιά σου είναι αθέατη από τον κόσμο 
γύρω μόνο εγώ με τα μάτια της ψυχής 
την βλέπω. 
Με κατευθύνει, με απαγκιστρώνει 
από τον πόνο, μου χαμογελά όταν
πικραίνομαι, με καθοδηγεί κι όταν χάσω 
τον δρόμο πυξίδα μου γίνεται. 
Τις νύχτες είναι η μόνιμη μου συντροφιά. 
Πλαγιάζει στο κρεβάτι μου, με νανουρίζει,
με συνεπαίρνει και με πάει στου έρωτα 
τα απάτητα μέρη με τα ανοιχτά της φτερά. 

Είναι αυστηρή κι απόλυτη μαζί μου.
Μια φορά που πήγα να πλαγιάσω 
με έναν άλλο άντρα συνεπαρμένη 
από του έρωτα το άστρο η σκιά σου θύμωσε.
Με σκούντηξε, με πέταξε μακριά, 
μου απαγόρευσε την επαφή.
Έκπληκτος ο σύντροφος μου θυμάμαι 
με εγκατέλειψε φωνασκώντας. 

Διαμαρτυρήθηκα, της φώναξα, δεν 
έπαιρνε από λόγια μάλιστα σαν να 
ένιωσα το βαρύ της χέρι στο μάγουλο μου.
Μετά από αυτό το συμβάν είναι που της 
δόθηκα ολοκληρωτικά. 
Δεν είμαι το πειθήνιο όργανο της απλά 
έγινε ο δίδυμος μου κόσμος, ο άξονας 
που γύρω του κινούμαι, υπάρχω και δρω
διαπράττοντας τις καθημερινές μου
δολιοφθορές υπό την σκέπη της πάντα. 

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Σμιλεύω την πέτρα

Πριν έρθεις έγραφα ποιήματα 
που σε καλούσαν εδώ. 
Χωρίς εσένα δεν μπορούσα. 
Τώρα που ήρθες ασκούμαι αποκλειστικά 
στην αποτύπωση της μορφής σου 
πάνω στην πέτρα. 
Μου φτάνει που είσαι δίπλα μου 
κι ας νοσταλγώ τις ώρες που η μούσα 
μου πρόσφερε την ευρύστερνη 
παρηγοριά της μέσα από τα πρωτόλεια
στιχάκια μου.
Με παρρησία τα διάβαζες κι έλεγες:
"Άδοξα κλείνουν κάποτε οι κύκλοι 
κι ένδοξα ανοίγουν οι νεκροί τις θύρες
για να μας καλοδεχτούν."

Μην σφυρίζεις δυνατά σε ακούει 
ο θυμός μου κι η πέτρα που σμιλεύω.

Το καφενείο

Το καφενείο αντίκρυ στη θάλασσα 
-βουβό σαν το βλέμμα του γλάρου-
σερβίριζε αχνιστούς καφέδες 
φτιαγμένους με θαλασσόνερο, 
αχνιστούς έρωτες και πάθη με 
την οσμή της θύελλας και της τρικυμίας.
Ο σερβιτόρος αναδυόμενος μέσα 
από μια μετέωρη θάλασσα 
σε πλησίασε και κάτι σου μουρμούρισε 
στο αφτί. 
( Μην ήταν το μήνυμα για την επικείμενη 
εκστρατεία;)
Εσύ κρυφογέλασες, έσιαξες το σακάκι σου 
και βγήκες από την πόρτα. 
Κάτι έγνεψες προς στη θάλασσα 
κι έφυγες σιωπηλός κρατώντας 
το μαχαίρι και το σύννεφο στο ζερβί 
σου χέρι σαν μια υπόσχεση προς το μέλλον. 

2012

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

Μια αλλιώτικη καταιγίδα

Τους στάβλους του Αυγεία τους σκορπίσαμε 
στα σύννεφα ώσπου ήρθε μια μέρα 
που ξέσπασε μια ισχυρή καταιγίδα 
όλο βρωμιά και αποφορά. 
Χτυπήθηκε η πόλη με τα δίπατα 
σπίτια δεν είχες πουθενά μαρκίζα 
να σταθείς. 
Η βροχή διαπέρασε τους τοίχους
έφτασε στα κρεβάτια μας, στα σώματα 
μας κι έσβησε τα τελευταία κεριά που
μας είχαν απομείνει από τον περσινό 
χειμώνα. 
Μες στο σκοτάδι ζούσαμε έναν διπλό 
εφιάλτη. 
Αυτόν της ασυγκράτητης μανίας του
νερού μα και της δυσωδίας που το
διακάτεχε.

Βγήκαμε στην ύπαιθρο με το στόμα 
ανοιχτό σαν πηγάδι παραμελημένο. 
Αντικρίσαμε τα μποστάνια μας 
κατεστραμμένα ολοσχερώς, τα δέντρα 
μας πεσμένα στη γη και τα ζωντανά μας
αφηνιασμένα να σκούζουν.
Ανυπεράσπιστοι στρέψαμε τα μάτια προς
τα δυτικά από εκεί που ήρθε το κακό. 
Σταυροκοπηθήκαμε μα ο αέρας μας
τίναξε μακριά και μας έφτασε ως 
την κεντρική πλατεία. 

Εκεί κάτω από τον εκατόχρονο πλάτανο
μας βρήκε το βόλι του κεραυνού. 
Έσβησε ο πλάτανος με ένα εφιαλτικό 
τρίξιμο και με ένα ρόγχο εκρηκτικό. 
Απροστάτευτοι κι ενώ το κακό καταλάγιαζε 
επιστρέψαμε στις οικίες μας.
Μόνο η πιατοθήκη είχε μείνει άθικτη
με τρία πιάτα μέδουσες. 
Ανάψαμε φωτιά ζεσταθήκαμε.
Όλα θα ξεκινούσαν τώρα από την αρχή. 
Μόνο που εμείς δεν είχαμε μείνει ίδιοι. 
Η καταιγίδα μας δίδαξε την προσωρινότητα 
με έναν τρόπο απόλυτο και μας έμαθε 
πως να αποτινάσουμε κάθε τι κακό
με μειλιχιότητα πρωτόφαντη κι απίστευτη 
τελετουργία. 

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

Ο λεκές

Κουβαλούσε πάντα ένα βιβλίο 
στη μεγάλη της τσάντα. 
Πότε μια ποιητική συλλογή
κι άλλοτε πάλι ένα ανθολόγιο. 
Τα διάβαζε στις στάσεις 
των λεωφορείων, στις αποβάθρες,
στις διαβάσεις των πεζών 
και στα παγκάκια τις Κυριακές. 
Κάποτε κι ενώ τον περίμενε 
σε ένα κεντρικό καφέ της πόλης 
φρέσκια σαν αγουροξυπνημένος
έφηβος, από απροσεξία χύθηκε 
όλος ο καφές και λέκιασε το
ανθολόγιο του αγαπημένου της 
εκείνη την εποχή ποιητή. 
Εκείνος που περίμενε δεν ήρθε 
και μάλιστα για πολλοστή φορά
την άφησε μόνη να βυθίζεται 
σε λάγνα φιλιά κι αγκαλιές κάτω 
από το φεγγάρι.  
Ως τα σήμερα εκείνος ο λεκές 
τον θύμιζε (και μόνο αυτός) καθώς 
είχε ξεχάσει ολοσδιόλου τα
χαρακτηριστικά του όπως και
τη φθίνουσα αγάπη του που
έμελλε να γίνει παντοτινή
μέσα από μια αστοχία. 

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

Μεταμόρφωση

Ξεντύθηκε κι έβγαλε τελευταίο το πουκάμισο.
Πήρε τα χρυσά μανικετόκουμπα και
τα ακούμπησε πάνω στο κομοδίνο. 
Αποσταμένος κοίταξε γύρω του. 
Όλα τακτοποιημένα. Όλα στη σειρά τους.
Το βλέμμα του σταμάτησε στα
μανικετόκουμπα. Απόρησε, σαν ταριχευμένα 
έντομα έμοιαζαν τώρα. Κάτι σαν προνύμφες 
ή σαν χρυσαλλίδες. Σαστισμένος τα έκλεισε
μέσα σε ένα κουτί. Τα χέρια του έτρεμαν. 
Το πρωί όταν ξύπνησε κι άνοιξε το κουτί 
είδε πως ήταν άδειο. 
Πήρε να ντύνεται για τη δουλειά. 
Όταν φόρεσε το πουκάμισο διαπίστωσε 
πως τα μανικετόκουμπα ήταν εκεί. 
Μόνο που το σχήμα τους τώρα ήταν αλλιώτικο. 
Είχαν μεταμορφωθεί σε δυο μικρές πεταλούδες
με πορτοκαλί φτερά. 
..................................................................................
Ξαφνικά ένιωσε να χάνει σταδιακά το βάρος του.
Πραγματικά μπορούσε τώρα να πετάξει. 
Ένα εντυπωσιακό έντομο κι αυτός που θα
ξέφευγε άπαξ δια παντός από την κλεισούρα 
ενός ψεύτικου κουτιού. 

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Παραγγελιά

Χτύπησε το κουδούνι. Ανοίξαμε. 
Ήταν αυτός με ένα καλάθι κόκκινα 
κεράσια. 
Τα έφερα για το άρρωστο κορίτσι 
μας είπε. 
Γείραμε τα μάτια. "Το κορίτσι πέθανε"
τον πληροφορήσαμε.
Ένευσε καταφατικά. "Το ξέρω" είπε
"ήρθε στο όνειρό μου και μου ζητούσε 
κεράσια."
"Κάθε βράδυ λέει βγαίνει από τον τάφο
και ψάχνει στον προαύλιο χώρο του 
κοιμητηρίου την κερασιά."
Ανεβαίνει πάνω μα δεν βρίσκει τίποτα. 
"Αυτά τα κεράσια" επανέλαβε αυτός
τραυλίζοντας λίγο "είναι γι αυτό το κορίτσι."
"Αποθέστε τα στο μνήμα, είναι το μόνο 
πράγμα που του λείπει από τον απάνω 
κόσμο." Αυτό μου τα παρήγγειλε 
"Έχετέ μου εμπιστοσύνη" είπε σκυφτός
κι έφυγε.
"Μόνο τα κόκκινα κεράσια του λείπουν
κι ίσως εγώ"
Ακούστηκε απόμακρα η φωνή του. 


Οι κερασιές που φυτρώνουν στα κοιμητήρια 
πληρώνουν τους φόρους της αρνησιάς γι αυτό 
μένουν για πάντα απεριποίητες χωρίς λίπασμα
και σκάλισμα.
 

Του ήλιου το αλώνι

Σε γνώρισα μια χαραυγή 
χειμώνα κι είχε χιόνι 
τυφλά με ακολούθησες 
σαν αύρα που κυκλώνει 

Το σώμα μου αγάπησες 
κλειδί του έρωτα μου
μες στον βυθό μου κύλησες 
ξυπνώντας τ' όνειρα μου 

Είσαι η γλυκιά μου ξεγνοιασιά 
και της φωλιάς αηδόνι 
είσαι το ρόδο π' αγαπώ 
και του ήλιου το αλώνι 

Εγώ σε υποδέχτηκα 
με σκήπτρα μες τα χέρια 
και βασιλιά σε όρισα 
μ' έφτασες ως τα αστέρια 

Εκεί ψηλά που κατοικώ 
και δίπλα μου σε έχω 
όλα του κόσμου τα καλά 
τα 'χω και τα προσέχω 

Είσαι η γλυκιά μου ξεγνοιασιά 
και της φωλιάς αηδόνι 
είσαι το ρόδο π' αγαπώ 
και του ήλιου το αλώνι.