Κουβαλούσε πάντα ένα βιβλίο
στη μεγάλη της τσάντα.
Πότε μια ποιητική συλλογή
κι άλλοτε πάλι ένα ανθολόγιο.
Τα διάβαζε στις στάσεις
των λεωφορείων, στις αποβάθρες,
στις διαβάσεις των πεζών
και στα παγκάκια τις Κυριακές.
Κάποτε κι ενώ τον περίμενε
σε ένα κεντρικό καφέ της πόλης
φρέσκια σαν αγουροξυπνημένος
έφηβος, από απροσεξία χύθηκε
όλος ο καφές και λέκιασε το
ανθολόγιο του αγαπημένου της
εκείνη την εποχή ποιητή.
Εκείνος που περίμενε δεν ήρθε
και μάλιστα για πολλοστή φορά
την άφησε μόνη να βυθίζεται
σε λάγνα φιλιά κι αγκαλιές κάτω
από το φεγγάρι.
Ως τα σήμερα εκείνος ο λεκές
τον θύμιζε (και μόνο αυτός) καθώς
είχε ξεχάσει ολοσδιόλου τα
χαρακτηριστικά του όπως και
τη φθίνουσα αγάπη του που
έμελλε να γίνει παντοτινή
μέσα από μια αστοχία.
Μελαγχολικό αλλά πόσο όμορφο, καλή μου φίλη. Και ιδιαίτερο σαν θέμα. Την καλησπέρα μου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστώ ίσως να πατάει σε πραγματικά γεγονότα
Διαγραφή