Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Υποδοχή

Ένα φως καίει στο μπαλκόνι
ώρα περασμένη μεταμεσονύχτια.
Θα έρθεις ίσως;
Τα παχύφυτα υγρασία αποταμιεύουν
στους μίσχους και στα φύλλα για να 
λουλουδίσουν.
Έχουν καιρό να βγάλουν εκείνα 
τα κόκκινα σαν μακριές βελόνες άνθη. 
Άοσμα μεν εντυπωσιακά δε.
Οι μέλισσες δεν τα εκτιμούν. 
Οι πεταλούδες τα αποφεύγουν. 
Οι μπούρμπουνες τα προσπερνούν.
Μόνο πρόπερσι την άνοιξη είδα
ένα ζευγάρι πασχαλίτσες να τα
πλησιάζουν. 
Λαχταριστός μεζές τα μαμούνια
φαίνεται. 

Πάμε παρακάτω.
Δεν θα κλείσω το φως.
Θα σκοντάψεις στο πλατύσκαλο και
θα χτυπήσεις την δεξιά σου φτέρνα. 
Ποιος να σε περιθάλψει τότε;
Εγώ δουλεύω ολημερίς στον αργαλειό
και στα κηπευτικά.
Φυτεύω, ξεριζώνω, σκάβω και ποτίζω. 
Έχω κι εκείνη την μισοτελειωμένη κουβέρτα
να αποσώσω.
Αν είσαι τώρα κάπου εδώ κοντά θα ακούσεις 
τα χτένια να χτυπούν. 
Το τραγούδι μου μόνο δεν θα ακούσεις 
έμαθα να μουρμουρίζω τα λόγια 
της αγάπης χαμηλόφωνα. 
Αν τα φωνάξω δυνατά οι μούσες 
θα θυμώσουν και δεν θα ξανάρθουν. 

Καθυστερείς πες μου γιατί.
Απόψε σε καρτερώ περισσότερο
από όλες τις νυχτιές.
Δεν με χωράει το στρώμα. 
Ύπνος δεν με παίρνει. 
Η κουρτίνα έχει μπλαβί χρώμα. 
Πνίγομαι. 
Πλέκω τα χέρια καλαθάκι καί πονάω. 
Δεν θα κοιμηθώ, το αποφάσισα. 
Γέμισα το δωμάτιο με καπνούς. 
Καπνίζω ακόμα εκείνα τα βαριά τσιγάρα 
από τότε που με είχες γνωρίσει. 

Πρέπει να βγω έξω.
Λιγοστεύει επικίνδυνα ο αέρας
εδώ πέρα. 
Ανοίγω τις πόρτες, ένα πετούμενο
μπαίνει μέσα. 
Μια νυχτερίδα. 
Δεν την διώχνω. 
Αυτή με προτίμησε, εσύ ποτέ. 
Ανοίγω ένα βιβλίο του Πόε.
Δεν φοβάμαι. 
Διαβάζω διψασμένη τρεις σελίδες. 
Δεν ακούω βήματα. 
Περνά ένα απορρηματοφόρο.
Τρέχω στο μπαλκόνι, βαριά συννεφιά 
κρύβει τα αστέρια. 
Ίσως να έρθεις αύριο με το πρώτο 
ξάφνιασμα της αυγής.
Καλύτερα τότε δεν θα χρειαστεί να ανάψω 
και φώτα και κάτι μου λέει πως τα
παχύφυτα θα ετοιμάζονται να ανθίσουν
ήρθε ο καιρός να σε υποδεχτούν. 

Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

Χορευτικές επιδόσεις

Πως βρέθηκε στα ουράνια 
μονοπάτια ούτε που το κατάλαβε.
Κάποιοι είπαν πως με ποδήλατο 
ανέβηκε μια μια τις αχτίδες 
του φεγγαριού πατώντας 
ορθοπεταλιά.
Κάποιοι άλλοι πάλι είπαν πως ένα 
αστέρι τον φορτώθηκε στη πλάτη του
και τον έφερε ως εκεί πάνω. 

Λυτρωμένος τώρα γυρίζει στις άγνωρες 
στράτες και από όλα τα γήινα αποχωρεί. 
Μονάχα ένα κλαδάκι δυόσμου 
τον πηγαίνει πίσω στη ζωή
και στην αλήτικη παρέα. 
Στα χέρια το κρατάει με λατρεία 
όπως μια μικρομάνα κρατά το βρέφος 
της ακριβώς μετά τον τοκετό. 

Με δάκρυα το συντηρεί ζωντανό.
Που και που μασάει κανένα φυλλαράκι
γεμίζοντας την ανάσα του με
τη δροσιά των δρυμών 
εκεί που μόλις χτες έτρεχε. 
Ωραιότερος γίνεται. 
Τον βλέπουν οι άγγελοι και σιωπούν
ένοχα. 

Νέος ακόμα με το σφρίγος της χαράς
στο κατατμημένο του σώμα.  
Συγκολλητική δεν βρίσκει ουσία 
να ενωθεί και πάλι. 
Κυρίως την καρδιά του επιθυμεί
σφόδρα να ξαναφέρει στο στέρνο. 
Ακούει τους χτύπους της από  μακριά 
και τρελαίνεται. 
Είναι σαν να ακούει ταμπούρλο σε μια
υπό διάλυση παρέλαση. 

Σπιτικό στήνει στα σύννεφα. 
Ρίχνει το δυόσμο σε μια γούρνα 
από νερό. 
Ξαναζωντανεύει το φυτό. 
Καλεί πάλι την καρδιά που τον πρόδωσε 
κοντά του όπως ένα αφεντικό 
προστάζει τον γερασμένο του σκύλο 
να έρθει σιμά. 
Μετά από πολλές προσπάθειες έρχεται. 
Κοιμάται αμέριμνος τότε. 
Ζει μια δεύτερη ζωή με διάχυτη γύρω 
του την ευωδιά του δυόσμου και με
καρδιά λεβέντικη να σέρνει τις δίπλες 
του χορού στο πανηγύρι του δεκαπενταύγουστου
πλάι στις ξεμυαλισμένες κοπελιές
με τα αλλόκοτα χείλη. 

Τρίτη 1 Απριλίου 2025

Το αθάνατο νερό

Είναι καιρός τώρα που βαδίζεις 
πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί
σε δυσθεώρητα ύψη δεμένο. 
Πώς και δεν φοβάσαι στο κενό 
μην πέσεις και σπάσει η στάμνα 
που κρατάς στα χέρια σου;
Ή μήπως πάλι πώς και δεν 
νοιάζεσαι μην ακρωτηριαστείς πέφτοντας 
πάνω στην καυτή ανάσα της ασφάλτου
πριν προλάβει κάποιος να σε
συγκρατήσει μέσα σε δίχτυ σφιχτό;

Σε θωρώ και τρέμω.
Τρέχω προς τα εσένα. 
Τα καινούργια φοράω λουστρίνια 
και δοκιμάζω την ισορροπία μου
πάνω στους μίσχους των λουλουδιών. 
Από ψηλά εσύ με παρακολουθείς.
Μάλιστα σαν να ακούω να ψιθυρίζεις 
μια μελωδία για αγάπες περασμένες.
Σε ακολουθώ. 
Μόνο πώς να σε αφήσω;

Μάνα δεν έχεις να σε παρακαλέσει 
να κατέβεις ή έστω ένας πατέρας. 
Αδερφή δεν υπάρχει να σε συμβουλέψει.
Μόνο εγώ σε γνοιάζομαι.
Μάνα, αδερφή, φίλος και πατέρας μαζί. 
Απλώνω τα χέρια.
Πηδάω ψηλά, τεντώνομαι.
Πώς να σε φτάσω;
Με τα σύννεφα συγγένεψες και με τα
ουράνια τόξα συνομιλείς.

Το αποφάσισα.
Εκεί δεν θα σε αφήσω να μείνεις.
Πέτρες θα παίρνω και θα σου πετώ.
Βέλη θα φτιάχνω και θα σου στέλνω. 
Σφαίρες θα ρίχνω την άτρωτη σάρκα σου
να βρίσκουν. 
Με μπάλες κανονιών θα σε πολιορκώ. 
Εδώ να έρθεις να σου αλλάξω την παλιά 
φορεσιά και με το λινό να σε ντύσω κοστούμι.
Να ζηλεύουν οι κοπελιές. 
Στις ρούγες να μιλούν για εσένα οι κυράδες
κι εγώ να στέκομαι δίπλα σου και να
κορδώνομαι όχι γιατί μόνο σε έχω κοντά μου
αλλά γιατί κάτοχος έγινα της στάμνας 
με το αθάνατο νερό.