Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

πλην έρωτος


Άφησε τα γυαλιά του δίπλα στη παλιά τσαγιέρα

Μόλις είχε τελειώσει ένα διήγημα

«πλην έρωτος» ο τίτλος

Μια παρελθούσα μέρα κάθισε πάνω στην τσάκιση

Του παντελονιού του σαν εμβρόντητη συνοδός 

Αναδιπλώσεις του δάσους δονούσαν το σπίτι

Περίφραγμα με έμπλεες  πεταλούδες

Κέδρινα χέρια περπατούσαν στο κορμί του

Πονούσε σαν όστρακο κλειστό στους πλάγιους φόβους 

Στη αμμουδιά τον χλεύασαν οι τραυματιοφορείς

Προχτές στο φορείο του δικέφαλου Αδερφού

Ξεχώρισε την παλιά του ιματιοθήκη

Είχε σκουριάσει από τη πολύ χρήση

Κουρνιαχτός του ιδρώτα

Τα ιμάτια του λίγα κι εκλεκτά

Βυθίζονταν στο βαμβάκι της αρχαίας πανοπλίας

Του περίσσευαν απλά δυο πόρπες ασημένιες

Ανοιχτά του Παγασητικού

Το φεγγαρόφωτο έμπαινε στο σπίτι

Η κουρτίνα τραβηγμένη στη φορά του ανέμου

Λογάριασε τα λόγια του

Λόγια οργής

Σώπασε δεν έπρεπε να μιλήσει

Μια αύρα χήρα παράστεκε το νεκρό παιδί

Στο απέναντι πανδοχείο

Σώπασε δεν έπρεπε να μιλήσει

Ο θάνατος επόπτευε την οξιά του κήπου

Έκοψε δυο πόντους τη καντηλήθρα του ουρανού

Ανήλεη η κάφτρα παραμόρφωσε το πρόσωπο του

Σπίνθηροι τα μάτια του

Τα μαλλιά του άκαυτα προγονικά σπίρτα

Περιεργάστηκε τα κουτάκια

Ένα πράσινο χλωμό του φανερώθηκε

Σαν φέτα στυφού αχλαδιού

Τα δάκτυλα του ονειρώξεις νυχτερίδων

Κιτρινισμένα από το καπνό του μπαρουτιού

Τα γόνατα του υγροί στρατώνες που εκπαίδευαν

Τους αλιείς του μέλλοντος

Και τα αφτιά  του βραχώδεις σιωπές του φραγκόσυκου

Ώρα δύο τα μεσάνυχτα

Ακάνθινος ο έρωτας

Αιχμηρή τσακμακόπετρα η λύπη στο δόντι της νύχτας

Πυορροούσε

Πλην έρωτος ψιθύρισε

Πήρε το γραφτό του

Το ψαλίδισε στα 4 στα 8 στα 16 στα 24

Άρχισε να το πετάει ψηλά 

Ένα πάλλευκο χιόνι απλώθηκε στην οδύνη της ψυχής

Βγήκε από το σπίτι με μεθυσμένο χαμόγελο

Κι άρχισε να ανηφορίζει στη θράκα του γαλαξία

Στα μαλλιά σκόρπια μικρά χαρτάκια

Ανάπνεαν τη ζεστή μελάνη της πένας

Θυμήθηκε τη τσαγιέρα τα γυαλιά του

Τη μικρή καντηλήθρα το τεμαχισμένο του πρόσωπο

Τα διχασμένα κόκαλα του που άσπριζαν σαν κιμωλία

Στον αγκώνα του τυφλού ποιητή

Βγήκε στο λιμάνι και μοίρασε τα αντίτυπα του

Στους διαβάτες της προβλήτας

Ανάλαφρος απέπλευσε στα χέρσα πεδία

Των μελλοντικών αστερισμών

Σαν αήθης φαρέτρα θανάτου 

Μπροστά στο σκούρο μάτι του πόντου 

Πλην έρωτος ψιθύρισε αργά...

11 σχόλια:

  1. "Ανάπνεαν τη ζεστή μελάνη της πένας"

    εσένα η μελάνη σου έχει την μυρωδιά ζεστού κέδρου Ελένη μου και η πένα σου χαράσσει ξυλόγλυπτα τέμπλα!
    σε φιλώ
    και σ ευχαριστω για τα όσα εχω διαβάσει εδω μέσα.

    να μου είσαι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ Καλημέρα και Καλή Βδομάδα !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τα πράγματα τα συναισθήματα η ίδια η ζωή αποκτούν ψυχή κι η πένα γράφει
    σκαλίζει αγωνιά Φαραώνα μου

    Έχεις την αγάπη μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χαρούμενη δημιουργική εβδομάδα
    φίλε Φάρε

    να είσαι καλά
    ...πάντα στο πόστο σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Προσπαθώ όσο μπορώ ...

    Θερμή Καλημέρα !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Έκοψε δυο πόντους τη καντηλήθρα του ουρανού Ανήλεη η κάφτρα παραμόρφωσε το πρόσωπο του Σπίνθηροι τα μάτια του Τα μαλλιά του άκαυτα προγονικά σπίρτα
    υπέροχο!!
    γράφεις ποίηση
    συνέχισε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. ευχαριστώ για το πέρασμα σου
    ανώνυμε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Χρειάζομαι περισσότερο χρόνο να φτάσω στους βυθούς και τα έγκατά σου. Κολυμπάω ακόμη στην επιφάνεια του ωκεανού και περπατώ το χώμα.
    Δέχομαι αγγίγματα τρυφερά κι' ύστερα ματώνω.
    Απολαμβάνω.
    Ανάλαφρα και σκληρά.

    Τόλμη, μυρίζει εδώ μέσα.

    :-)

    Φιλιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. PremLaila σε ευχαριστώ
    "Κέδρινα χέρια περπατούσαν στο κορμί του
    Πονούσε σαν όστρακο κλειστό στους πλάγιους φόβους"
    Τολμάμε για να αγγίζουμε τις χαράξεις της ζωής σε όλο το εύρος τους

    σε φιλώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή