Κι ήρθανε μέρες σκληρές
σαν την πέτρα στο πεζούλι
του Άι Νικόλα απομεσήμερο Γενάρη.
Είχε έρθει η ώρα των αποφάσεων.
Αφήσαμε πίσω τα χωριά μας.
Φροντίσαμε έγκαιρα να σβήσουμε
τη φωτιά από τις εστίες μας.
Φοβηθήκαμε τις άρπαγες φλόγες
μην κάψουν τα σκουτιά των κοριτσιών.
Κινήσαμε για τον αμαξιτό δρόμο.
Δεν είχαμε απομακρυνθεί πολύ
κι η νοσταλγία μας χτύπησε την πλάτη.
Κοιτάξαμε πίσω μας.
Νεκρό το τοπίο, ακινητοποιημένο.
Μας έπιασε το παράπονο και
δακρύσαμε σαν αντικρίσαμε
τις καμινάδες μας σβηστές.
Μαθημένοι στην θέα του καπνού
και στα μυστικά κελεύσματα του
ντραπήκαμε μπροστά στην τόση
απραξία.
Σκισμένα καρτ ποστάλ τα τοπία
θρυμμάτιζαν τα μάτια μας.
Απελπισμένοι καταφύγαμε στα ουράνια.
Γονατίσαμε και προσκυνήσαμε
τις εικόνες που είχαμε πάρει μαζί μας.
Τότε σηκώθηκε όρθια η Μαρία και είπε:
"Δεν ωφελούν μόνο οι εικόνες
χωριανοί πρέπει να δυναμώσει
κι η καρδιά για να περάσουμε
το ποτάμι."
Γιατί ήταν χειμώνας ακόμα
και το ποτάμι φούσκωνε σαν
τον λαιμό του παγωνιού όταν
μέμφεται τη σκλαβιά.
Δύσκολο το πέρασμα πράγματι.
Λίγοι γλύτωσαν.
Η Μαρία και δέκα νοματαίοι.
Οι εικόνες επέπλεαν ακίνητες
για ώρες παρά την οργή του ποταμού.
Έτσι πιστέψαμε στα θαύματα.
Οι εικόνες αυτές έγιναν μετέπειτα
τα σπίτια μας, τα πεζούλια μας, οι καμινάδες
και τα χώματα μας στη νέα γη που μας
όρισαν άλλοι για πατρίδα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου