Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

haibun

Τα γεννητούρια

Αγουροξυπνημένος σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήγε στον νιπτήρα, πήρε το σαπούνι ελιάς και καθάρισε πρόσωπο, χέρια και λαιμό . Το κρύο νερό τον ξύπνησε αυτόματα. Άνοιξε την κουρτίνα για να θαυμάσει το λυκαυγές. Ροζ και πορτοκαλί κορδέλες στόλιζαν την πυραμίδα του βουνού που κρατούσε στην επιφάνεια της το χιονένιο του σκούφο. Η ζωή στο σπίτι είχε ξεκινήσει στο σπίτι και στην κουζίνα τον περίμενε ο αχνιστός καφές κι η κριθαροκουλούρα με τις σπαστές ελιές.

Νιφάδες χιονιού
τρεμουλιαστά τα χείλη-
θόρυβος δοντιών.

Ετοίμασε το λιτό κολατσιό του Ψωμί ζυμωτό, κρεμμύδια, σύγκλινο και τυρί από την κατσίκα που μηρύκαζε στο κατώι. Βγήκε στην αυλή ο χιονιάς με τα παγωμένα του χέρια τον αγκάλιασε σφιχτά. Τράβηξε το φερμουάρ κι έσφιξε το κασκόλ του, τουρτούριζε. Μέσα στην ξάστερη νύχτα είχε πέσει πάγος και τα φυτά του κήπου μπρόκολα και λαχανικά φορούσαν το κρυστάλλινο τους ρούχο. Κατευθύνθηκε προς τον στάβλο. Το άλογο σηκώθηκε, πήγε κοντά του κι η άχνα απ' τα ρουθούνια του τον ζέστανε.

Πάγος τριγύρω
μέσα στα καντηλάκια-
πήζει το λάδι.

Φόρεσε το σαμάρι στο άλογο χάιδεψε τον κανελί λαιμό του, το φόρτωσε με τα λιόπανα και ξεκίνησαν για το χωράφι. Από κάπου μακριά ακούγονταν το τεμπέλικο λάλημα ενός αργοπορημένου πετεινού. Σκέπασε την τσιριχτή φωνή του με ένα ρυθμικό σφύριγμα. Ο ήλιος ξεπρόβαλε πίσω από την πυραμίδα και χρύσιζε την γη. Σήμερα θα πήγαινε μόνος του για να μαζέψει τις ελιές καθώς η γυναίκα του παρέμεινε σπίτι. Η νεαρή φοράδα τους απόψε γέννησε ένα ολόασπρο πουλάρι και χρειάζονταν φροντίδα και καλή τροφή.

Βαρύς χειμώνας
σαγόνια τρεμουλιάζουν-
ξύλα στο τζάκι.



Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

Τάνκα

Με θέμα την σουσουράδα που για την Ιαπωνία από τις 13-17/9 
είναι μια από τις μικροεποχές που οι σουσουράδες τραγουδούν ξανά.


Έρημος δρόμος 
ταχύτητα μεγάλη
σπάνε τα κοντέρ
πετά μια σουσουράδα 
μπουχός βαρύς την πνίγει. 

*
Γυναίκα περνά 
στητή κορμοστασιά 
άντρες σφυρίζουν
κομψή σαν σουσουράδα 
μπιρμπιλωτά τα μάτια.

*
Κίτρινα φύλλα 
πάνω στο χώμα στέκουν 
πουλί εφορμά 
φτερά μιας σουσουράδας 
φέρνουν τα πάνω κάτω.

*
Κυνηγός περνά 
γεμάτα φισεκλίκια
μαύρο σκηνικό 
βλέπει μια σουσουράδα 
η ομορφιά τον κάμπτει.

*
Βοριάς φυσάει 
βαθύσκιωτο το δάσος 
δασιά τα ρείκια 
φωλιές πουλιών κρυμμένες 
πρόβα μιας σουσουράδας.  

*
Γκρεμοί τριγύρω 
απάτητος ο τόπος 
βαθιά χαράδρα 
στέκει πάνω στο φρύδι
ζευγάρι σουσουράδων.  

*
Ράμφος μυτερό 
ασπρόμαυρη φτερωσιά 
μακριά ουρά 
πουλί για καλλιστεία
όμορφη σουσουράδα.

*
Μικρός καφενές 
φωτιά παίρνουν τα μπρίκια 
θαμώνες σκυφτοί 
πόστερ μιας σουσουράδας
τα βλέφαρα γλυκαίνουν.

*
Ω τι λεπτότης 
καμαρωτή πηγαίνει
πατά στα νύχια 
ξύπνια η σουσουράδα
κλαίει το κουτορνίθι.  

*
Γάτος τροφαντός 
περιπολία βγαίνει 
μεζέ ζητάει 
τα νύχια του απλώνει 
γραπώνει σουσουράδα.  

*
Βοά το δάσος 
οι λύκοι κατεβαίνουν 
τρέμει η ψυχή 
τραγούδι σουσουράδας 
ατμόσφαιρα αλλάζει.

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

Τα μαργωμένα ποιήματα

Ήρθε το φθινόπωρο στην ζωή μου 
απ' την ώρα που έφυγες.
Μεγάλα κίτρινα φύλλα σαν πατούσες 
αρκούδας κάλυψαν τα χειρόγραφα μου.
Εκεί υπήρχε ένα ποίημα για σένα ζουμερό 
σαν την ανοιξιάτικη φράουλα στο στόμα 
ενός παιδιού που πενθεί την μάνα του.
Ολομόναχο παιδί με μακριά όμορφα δάχτυλα.
Ο πατέρας του στα ποντοπόρα καράβια 
χρόνια χαμένος σκεπασμένος με το 
πούσι των παροδικών λιμανίσιων ερώτων.
ποτέ δεν επέστρεψε.
Η γιαγιά έλεγε πως ναυάγησε σε ένα έρημο 
νησί με πολλές μπανανιές και πιθήκους.
Δεν την είδε να κλαίει ποτέ.
Κάθε μέρα αυτή ρωτούσε τον ταχυδρόμο αν της έφερε 
γράμμα απ' τα ξένα.
Έψαχνε την σάκα του, έσκιζε τα ειδοποιητήρια,
άρπαζε τα ερωτικά ραβασάκια κι έφτιαχνε μαζί 
με αλευρόκολλα χρωματιστά αερόστατα και του
τα χάριζε.
Όλο το σπίτι μύριζε αλεύρι κι άψυχο χαρτί.

Δεν την πίστευε την γιαγιά κάτι αλλόκοτο 
είχε στο βλέμμα κι οι μακριές άσπρες πλεξούδες της 
το έπνιγαν σαν το σκοινί του κρεμασμένου 
περασμένο σε θηλιά στα κλαριά της ακακίας.
Έτσι κι εσύ σαν αυτό το μοναχικό παιδί μοιάζεις.
Κάποιος άλλος έρωτας σε ρούφηξε.
Αστρικός έρωτας με το παχύ δέρμα του γαλαξία 
καλυμμένος.
Η λήθη σε πήρε.
Αγκαλιά κοιμάσαι με τις μάγισσες.
Το αίμα σου το γαλάζιο πήρε χρώμα των ουρανών.
Αρμύρα μυρίζεις και σάπια πλατανόφυλλα.
Σκεπασμένο έχεις το στήθος σου με καύτρες και στάχτη.

Αιώνια καπνιστής δεν καταδέχεσαι τα άφιλτρα τσιγάρα μου.
Εκεί που πήγες σέρτικο κόβεις καπνό σε τάβλα σαρακοφαγωμένη.
Φοβάμαι τις λεπίδες μην και σε πληγώσουν
Φοβάμαι το αίμα σου μην και αποκαλύψει τα μυστικά μας. 
Μα πιο πολύ φοβάμαι την ανάσα σου που νικοτίνη μυρίζει, 
ώριμο σύκο και ξένο γυναικείο άρωμα.
Θέλω να βρω το μοναχικό παιδί ποιήματα να του γράψω.
Και ναι το βρίσκω στα υπόγεια κελιά των ονείρων.
Μισεί τα λιμάνια, τα νησιά, τις μπανάνες και 
τις στριφογυριστές ουρές των μαϊμούδων.
Εγώ το φροντίζω τώρα.
Του έβγαλα την θηλιά απ' τον λαιμό.
Ελεύθερα τώρα αναπνέει και ρυθμική έχει ανάσα.
Πήρε την λάμψη απ' τα σκούρα μάτια της μάνας του 
κι έπαψε να τη θρηνεί πλέον καθώς ολόδικη του είναι.

Τράβηξα ένα απόγευμα την γιαγιά και την έκλεισα 
στο πηγάδι.
Δεν ανοίγω το στόμιο.
Τσιμέντο ετοιμάζω και κλείνω τις χαραμάδες.
Τα καταφέρνουμε και χωρίς αυτή μια χαρά.
Κάθε μέρα αερίζω το σπίτι, μαζεύω τις άσπρες της τρίχες,
κοπανάω στο γουδί ξινόμηλο, μαύρο πιπέρι και ξυλαράκια 
κανέλας μα η μυρωδιά απ' την αλευρόκολλα
δεν λέει να φύγει.
Το παιδί κάθε μέρα συναντά τον ταχυδρόμο.
Δεν τον ρωτά τίποτα, τον κερνά υποβρύχιο και 
χώνει στην σάκα του μια ερωτική επιστολή.
Από μία κάθε μέρα.
Τα βράδια σκαλίζει τα βιβλία, γράφει ατέλειωτες 
σελίδες με κόκκινο μελάνι.
Αυτό το παιδί ποτέ δεν κοιμάται, δεν μιλά μόνο 
φροντίζει το μελανοδοχείο να μην αδειάζει και 
την άκληρη συναντήσει αλφαβήτα.
Αυτές οι επιστολές εσένα έχουν παραλήπτη.
Είναι το παιδί του έρωτα που κατοικεί μέσα μου 
και κάποτε ο πιο τρανός ποιητής θα γίνει του κόσμου.
Να το θυμάσαι τα βουρκωμένα μάτια της μνήμης 
γράφουν ακόμα κι αν τελειώσει το μελάνι
τις πιο όμορφες παρτιτούρες το ποίημα να ντύσουν 
ποτέ του μην νιώσει κρυάδες κι έξαψη υψηλού πυρετού.

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

imayo

imayo με σπάσιμο δύο ποιήματα σε ένα, με συλλαβισμό 7/5/7/5/7/5/7/5

Αργοσαλεύουν χείλη
ρόγχος θανάτου
έρωτας τον χτύπησε
βαριά η καρδιά
αιχμηρό το βέλος του
χαμηλοί χτύποι
κατάστηθα τον βάρεσε
τελική πτώση

Βογγητά ακούγονται
έπιασε φωτιά
φόρεσε το μαντήλι
μαύρο τοπίο
χάθηκε το ελάφι
κλαίνε οι φτέρες
υγρασία στα μάτια
πενθούν τον χαμό.

Ανέμου στροβίλισμα
τα φύλλα πέφτουν
υγρασία τριγύρω
τρελός ο χορός
οδοιπόροι περνούν
γήινες κραυγές
σφίγγουν το φουλάρι τους
βήματα τρίζουν

Χρυσό το δακτυλίδι
λεπτά δάκτυλα
έπεσε στο πηγάδι
τραβούν το σκοινί
υγρασία στον κουβά
τρέμει η καρδιά
ανεβάζει κόσμημα
χτύποι δυνατοί.

Αμίλητος περνάει
δεμένα χέρια
κουβέντα δεν του κλέβεις
σφιγμένη καρδιά
κακό είδε όνειρο
οιωνός κακού
χωρισμό προμήνυε
τρέμουν τα πόδια.

Χρωματιστά χάμουρα
τρέχει το άτι
λυγερόκορμο περνά
κλαγγές στο χώμα
ασέλωτο πηγαίνει
αχαλίνωτο
πέφτει ο αναβάτης
σκόνη σηκώνει.

Κόκκινη παπαρούνα
γιορτινό ρούχο
σείεται στον άνεμο
λεπτό το κορμί
φύτρωσε στο παρτέρι
πικρή ευωδιά
προαύλιο εκκλησίας
θύμησες ξυπνά.

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2022

Τα γάντια του ουρανού

Ήρθε η νύχτα στα όνειρά μου και μου 
χάρισε ένα ζευγάρι μακριά μαύρα γάντια.
Έφταναν πάνω από τον αγκώνα κι είχαν 
μια μαλακή μεταξένια υφή.
Πάνω τους ήταν καρφιτσωμένα μια σειρά 
από άστρα και μια χαριτωμένη ημισέληνος 
που γελούσε έχοντας στην καμπύλη της 
ένα βρέφος που το ταχτάριζε γλυκά.

Φόρεσα χαρούμενη τα γάντια και φωταψίες 
ισχυρές διαπέρασαν σχεδόν όλη την ύπαρξή μου.
Να η πούλια πρώτη με τα εφτά παιδιά της 
πανηγυρίστρα ξεπουλούσε το χρυσάφι της.
Κόσμος πολύς πλούτιζε ξαφνικά κι είχε 
στο τάσι του μικρούς ράβδους χρυσού και μαλάματα.
Γέμιζε το πιάτο στο σπίτι τους αχνιστό κρέας
και πλιγούρι θρεπτικό σταριού.

Γελούσε η μάνα, χαίρονταν τα παιδιά 
πετώντας στον αέρα αερόστατα και πυροτεχνήματα.
Η νύχτα σαν καλόβολη μάγισσα μου χάρισε 
κι άλλα πολλά δώρα αφειδώς.
Να ο κρόνος με τους δακτύλιούς του που ήρθε 
κι απόθεσε στα χέρια μου πλατινένια βραχιόλια 
και στο λαιμό μου περίσσια όλο πέτρες ακριβές 
στολίδια.
Πλάταινε το στέρνο και ζωηρές εξέπεμπε
λάμψεις.
Έρχονταν κι ο αγαπημένος με τον τριμμένο μανδύα 
και με θαύμαζε λες και ήμουν Θεά.
Χαιρετούσε την πούλια, τον κρόνο, την σελήνη 
κι έμπαινε στον κήπο μου με τα φιλιά του έρωτα,
τα τρυφερά χάδια και τα αιμάτινα καλέσματα για   
να με συναρπάσει. 

Ζούσαμε μαγικά και σε λεωφόρους αστραφτερές 
βαδίζαμε χέρι χέρι πιασμένοι.
Ένας στρατός από χρυσά ανθρωπάκια μας ακολουθούσε
και μας ανέβαζε σε ένα μπρούτζινο βάθρο βασιλείς 
να μας ορίσει και χορηγούς της αγάπης.
Έρχονταν και δυο περήφανοι αετοί κι ανέβαιναν 
στο βάθρο καθάριο αίμα σταλάζοντας στις φλέβες μας. 
Δυνατοί κι ωραίοι γινόμασταν και για έγγραφα είχαμε
συλλογές ποιημάτων και παραμυθιών.
Τα απαγγέλαμε κι οι άνθρωποι εκστασιασμένοι μας 
έραιναν με ροδοπέταλα κι αγριοβιολέτες.

Σαν ξύπνησα το πρωί ρινίσματα χρυσού είχα στο σώμα 
και ένα χρυσόδετο βιβλίο ποιημάτων με περίμενε.
Ο αγαπημένος παρότι είχε φύγει, ήταν παρών.
Ασημένιο μανδύα φορούσε στους ώμους.
Χιλιάδες φιλιά κρατούσε στο δισάκι του.
Θερμές αγκαλιές μου χάριζε να ζεσταίνομαι απ' την αύρα του 
Αυτά τα φιλιά με κρατούν στη ζωή και με αυτά πορεύομαι 
μέσα στα όνειρα της νύχτας. 
Πάντα ένα ζευγάρι γάντια άφθαρτα κρατώ
τον πλούτο να μοιράζω στον κόσμο ολάκερο και 
ένα βαθύ πιάτο με ζεστή σούπα για τις φαμίλιες που 
ζουν στα παραπήγματα του κόσμου να φέρνω. 

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

Περί νυκτός ή πως το αδράχτι γεννά το ποίημα

Η νύχτα είναι μια άμαξα με ασαφή προορισμό 
άλλοτε σε οδηγεί σε παλάτια κι άλλοτε σε 
χαμόσπιτα. Εξαρτάται τι κουβαλάς στη ψυχή σου 
το λιμαρισμένο μαχαίρι της φαντασίας ή τη 
σκουριασμένη λάμα της ματαιοδοξίας.

*
Η νύχτα είναι το λαβομάνο που πλένεις τα χέρια σου 
άλλοτε το νερό είναι από μια ποταμίσια πηγή και σε 
οδηγεί στην κάθαρση κι άλλοτε είναι θαλάσσιο ύδωρ 
που χωρίς θαλασσόχορτο θα σου ξύσει πληγές του 
παρελθόντος που χρόνια άδετες είχες αφήσει.

*
Η νύχτα είναι μια σβούρα που παίζουν ρόλο οι χειρισμοί 
σου. Αν οι περιστροφές είναι συνεχείς η επιτυχία ροζ θα 
σου απονείμει τριαντάφυλλα. Αν όμως στραβώσει μπαίνεις 
στο μονότονο πεδίο της μοναξιάς.

*
Η νύχτα είναι τα πανιά ενός ιστιοφόρου αν έγκαιρα τα 
ανοίξεις σε πελάγη με κοράλλια θα πας αν ολιγωρήσεις  
θα τσακιστεί το σκαρί στα γκρεμνά με τις αλατόγουβες.

*
Η νύχτα είναι το κρασοπότηρο με δύο όμως μορφές υλικών. 
Αν είναι από φυσητό γυαλί ευώδης θα είναι ο οίνος σου
και η καρδιά θα ευφρανθεί. Αν είναι από ποτήρι με άλατα 
και θαμπάδες θα εισέρθεις στην περιπέτεια της μέθης.

*
Η νύχτα είναι ένας δράκος που βαστά κοντάρι και στο εκτοξεύει
Αν η πανοπλία σου είναι ατσάλινη κι ετοιμοπόλεμος είσαι θα 
στεφθείς νικητής. Αν είσαι ξερμάτωτος κι αδιάφορος θα πνιγείς 
στην αιμάτινη λίμνη της ήττας.   

*
Η νύχτα είναι το στρωμένο κρεβάτι με τα λινά σεντόνια. Αν πλάι
σου ξαγρυπνά ο έρωτας από την πηγή της αθανασία θα γευτείς.
Αν κοντά σου η φιλαυτία βωμό φιδίσιο στήνει αγκάθια θα σου πλήξουν
την καρδιά φαρμακερά.

(Είμαστε οι ψαράδες με τα τρύπια από τα
δελφίνια δίχτυα, δεν μας ενδιαφέρει η ψαριά παρά μόνο τα παιχνιδίσματα.)

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

Ο δείπνος των αστερισμών

Τις νύχτες σε ανακαλώ κι έρχομαι κοντά σου,
κοιτάω τις άγιες μορφές των αστεριών και 
σε περιγράφω.
Ένα αστέρι είσαι με επιμήκη ουρά αποτελούμενη
από μικρά χρυσόχαρτα κι ασημόχαρτα.
Τα σημάδια σου πολλά σε ξεχωρίζω εύκολα.
Ξέρω πως φοράς το πουκάμισο σου ανάποδα 
κι εξέχουν γαζιά και κλωστές πολλές σαν 
ουρά χαρταετού πολυκαιρινό.
Άλλοτε πάλι προσπαθείς να με ξεγελάσεις 
φορώντας τον νυχτερινό σου σκούφο
που κρύβει σχεδόν ολοκληρωτικά μάτια 
και μέτωπο.

Κοντοζυγώνω όμως, λαγωνικό γίνομαι 
κι οσμίζομαι ρουθουνίζοντας την μυρωδιά σου.
Σε βρίσκω.
Πετάω τον σκούφο μακριά και βλέπω τις 
αδρές χαρακιές που έχεις στο μέτωπο.
Ύστερα καταπιάνομαι με τα μάτια σου,
τσουρουφλίζονται τα χέρια μου μιας 
και τη φωτιά καλά ξέρεις να συντηρείς στις κόρες. 

Στον αστρικό κόσμο που ζεις ειδικά τις 
ασέληνες νύχτες του Αυγούστου μικραίνουν 
οι αποστάσεις.
Σε πλησιάζω μ' ένα βαρύ άρωμα μέντας.
Ο ουρανός τότε σαν ηφαίστειο εκτινάσσει 
πολλά σωματίδια. 
Χιλιάδες άστρα εμφανίζονται ξάφνου και 
προσπαθούν να μειώσουν κατέτρεχα την 
λάμψη σου.
Άδικός κόπος, εσύ κρυμμένος ανάμεσα 
στον Άρη και την Αφροδίτη με βοηθάς να 
δέσουμε σκοινί για να απλώνω, σαν μέσα 
σε χόβολη, τα ρούχα εργασίας σου που ακόμα 
κρατώ και γράσα και μπογιές έχουν απάνω.

Δεν ξέρεις πόση προσπάθεια κάνω να βγουν 
καθαρά χωρίς τα αυτά τα σημάδια να γίνουν.
Τα πλένω καθημερινά πάντα στα χέρια με 
καυτό νερό τόσο όσο αντέχει το δέρμα.
Μάταια όμως, οι λεκέδες επιμένουν, δίπλα 
κλαίει το σαπούνι για τη απονιά τους.
Εξετάζω επιτεταμένα τους λεκέδες κι όλο πάντα 
με κυριεύει ο μόχθος του ιδρώτα σου.
Και τι δεν βρίσκω εκεί, ήρθε η ώρα να στα 
αποκαλύψω.

Χάρτες της Ινδονησίας και της Τενερίφης.
Εσύ ποτέ δεν ταξίδεψες εκεί.
Απορώ πως σχηματίστηκαν ή μήπως είναι η 
φαντασία μου καλπάζει.
Επιπλέον σχήματα ακατανόητα συναντώ
ειδικά στα πουκάμισα,
όπως ένα υδροκέφαλο κεφάλι από γραβιέρα,
ένα εξάγωνο ψωμί, μια αλατιέρα σε σχήμα σταυρού.
Και σε άλλα πάλι κυρίως στα παντελόνια 
πολλά είδη μανιτάριων σαν ομπρελίτσες 
νάνων στο υπόγειο διαμέρισμα κεντρικά της πόλης.
Ποτέ δεν καταφέρνω να τα εξαλείψω.
Δίνω μάχη.
Είναι δηλητηριώδη μου είπε ο ουρανίσκος 
ενός γέρου και σε φοβάμαι.

Αυτά δεν τα απλώνω ποτέ στο σκοινί που δέσαμε.
Φοβάμαι κακό μην πάθεις και δεν βρίσκω 
τελευταία λίγη πάχνη από τον γαλαξία για να 
σου σφραγίσω το στόμα.
Σου μένουν στην τελική τα πουκάμισα για να δειπνάς.
Το ξέρω πως δεν είναι αρκετά μα πάλι εγώ 
βρήκα την λύση νηστικός να μην λάμπεις
τις έναστρες νύχτες.
Αποξηραίνω φρούτα, σου βρίσκω κρέας παστό
και αγριόχορτα σου βράζω.
Μαζί με τα ρούχα στα φέρνω, μέσα σε τεράστιες 
πάνινες σακούλες 
κι εσύ ευτυχώς με βοηθάς στο κρέμασμα, 
καθώς τραγικά μόνο εσύ 
κατέχεις πως να μηδενίζεις τις αποστάσεις 
και πως ολοταχώς σαν σβούρα να τρέχεις.


Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

ko-uta


Πρωτόγνωρο τραγούδι
παίζω στη λύρα
φανέρωμα αγάπης
μπρος στα σκαλιά σου.

*
Φιλί σου φανερώνω
χείλη αρμυρά
η θάλασσα το φέρνει
γοργά σε σένα.

*
Φανέρωμα σελήνης
πέπλα ανοίγει
η μάγισσα χορεύει
βότανα κρατά.

*
Φανέρωμα αυγούλας
δροσοσταλίδες
τα βλέφαρα σκεπάζουν
τρέχει το δάκρυ.

*
Νιογέννητο ελάφι
λάγνο το κορμί 
φανέρωμα της κόρης 
τρέμουλο ζωής.

*
Με δαγκωνιά μεγάλη
κόβει το μήλο
φανέρωμα της σάρκας
χυμοί στα χείλη.

*
Ερωτευμένη κόρη
τρέχει στ' αμπέλι
τη ρόγα φανερώνει 
λεπτό το τσίτι.

*
Μυστική η αγάπη 
βαθιά στη καρδιά 
χαρτιά την φανερώνουν 
μάτι μπεσαλή.

*
Βάρκα αργοσαλεύει
ψηλό τακούνι 
τη γάμπα φανερώνει
λιγνό το κορμί. 

*
Τρέχει σαν την λαφίνα
αγάπη πρώτη
έρωτα φανερώνει
λάγνο το μάτι.

*
Πετά μες τα σύννεφα
ο νους χαμηλά
τον οίστρο φανερώνει
τρανός ποιητής.

*
Απομεινάρια στάχτης
πέφτει η σκεπή 
φανέρωμα της θλίψης
αποκαΐδια.

*
Λιγοθυμιά τον πιάνει 
μπροστά στη θέα 
αγκάθια φανερώνει 
ρόδο μυριστό.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022

Επέλαση

Τα παιδικά μας μεσημέρια φώλιαζαν στα χνούδια 
της αγκινάρας σε εκείνες τις άγριες με τα αιχμηρά αγκάθια 
που ο πατέρας στους όχτους του κήπου είχε φυτέψει.
Δεν ζητούσαν πολλές φροντίδες λίγο σκάψιμο και βρόχινο
νερό για να δώσουν αγκιναράκια μεσούσης της άνοιξης.
Παίρναμε την τροχισμένη λεπίδα, παιδιά ακόμα, και 
κατεβαίναμε στον κήπο για να κόψουμε τα αγκαθωτά κεφάλια. 
Αθόρυβα και κρυφά από τον πατέρα και τη μητέρα 
γίνονταν η επιδρομή αυτή.

Ο πατέρας ήταν απασχολημένος με τα
κηπευτικά και τα δέντρα στο τελευταίο στρατώνι του κήπου.
Βοάνιζε το σπανάκι, τα αντίδια, το σέλινο, 
τα ιταλικά και τα α αγριοράδικα. 
Πνευμόνι γερό και πέτρα τα μπράτσα του μάχονταν 
τη γη, ζωή να της δώσει.
Τα τσαπίσματα του ακούγονταν ως την πέρα γειτονιά
με τους τρεις αδιάφορους καφενέδες.
Εκεί οι αργόσχολοι έπαιζαν κολτσίνα, τριανταένα, ξερή 
κι έπιναν ανέρωτο το ούζο χωρίς μεζέ και κάποιοι 
άλλοι ρουφούσαν άπληστα τους διπλούς σκέτους καφέδες
για να διώξουν την πρωινή μέθη απ' τα σώματα. 

Κόβαμε λοιπόν τις αγκινάρες και τις ξεφυλλίζαμε.
Τα χέρια μας συνηθισμένα στο αίμα δεν τρόμαζαν καθόλου.
Δεν πετούσαμε τα φύλλα, μας έθελγε 
το άσπρο γλυκόστιφο ημικύκλιο στην άκρη.
Βάφονταν τα χείλη μας και τα δόντια μας μαύρα.
Χαμογελούσαμε μπροστά στον καθρέφτη των δροσοσταλίδων.
Είμασταν χοϊκοί κι ωραίοι σαν τους αρχαίους πήλινους κούρους.
Σαν φτάναμε στην καρδιά ξετρελαινόμασταν 
με δοντάκια σκεπάρνια την ροκανίζαμε κι η επέλαση του μαύρου 
μας καταλάμβανε εξ ολοκλήρου. 

Το χνούδι το κρατούσαμε στις τσέπες μας κι αίφνης 
μαλλιάζαμε πρόωρα, αγριεύαμε.
Στην τρίτη αγκινάρα γινόμασταν άντρες, φούσκωναν 
οι τσέπες μας όλο και πιο πολύ απ' το χνούδι.
Ανεβαίναμε στο σπίτι στιφοί, όμορφοι κι ερωτευμένοι με την ζωή.
Μας έβλεπαν οι μανάδες και μας σταύρωναν, έπαιρναν 
τα σφουγγάρια μας έπλεναν, έτριβαν τη γλώσσα, τα χείλη, 
τα δόντια, ανησυχούσαν, το χρώμα έφευγε κι έμπαινε στα μάτια τους.
Γίνονταν όμορφες μαυροματούσες και ξανθές 
και τις νιώθαμε αργά αργά να μεταμορφώνονται 
σε απείραχτες κορασίδες.
Μονολογούσαν λόγια ακατάληπτα  κι έκαναν 
πως δεν πρόσεχαν τις φουσκωμένες τσέπες μας.

Ανάστατες σήκωναν τα καπάκια από τα πηγάδια
και βουτούσαν μέσα τα απονήρευτα 
κορίτσια μην τα βατέψει ο πρώιμος ξεσηκωμός μας.
Έκλειναν και σφράγιζαν με κουρέλια τα στόμια των 
πηγαδιών κι έκαιγαν μοσχοκάρφια κανέλα μαστίχα και λιβάνι 
για να φύγει το κακό. 
Με ραβδιά μαστίγωναν αλύπητα τα φυτά.
Ύστερα πήγαιναν στις πλατείες
τους ιερωμένους και τους ντελάληδες να φωνάξουν  
τον οίστρο μας να καταλαγιάσουν
κι ολούθε να διαλαλήσουν τα μυστικά ξαφνιάσματα 
που κρύβαμε στην τσέπη μας.
 

Σάββατο 20 Αυγούστου 2022

Αισθαντικές μυρωδιές

Το ραδιόφωνο έπαιζε ελαφρές μπαλάντες,
τα λουλούδια του μπαλκονιού της διεγιές είρονταν κι έβγαζαν 
ανασαιμιές ανακούφισης και υγείας τέρψη.
Δυνάμωσε κι άλλο τη μουσική και ξάφνου οι μυρωδιές 
των νυχτολούλουδων πήραν τις στράτες και 
περιπλανήθηκαν πάνω από τα σπίτια της μικρής πολίχνης. 
Τα παιδιά χαμογελούσαν στον ύπνο τους σφίγγοντας 
το αρκουδάκι τους κι αλλάζοντας πλευρό, ζερβά να κοιμηθούν.
Παραμιλούσαν και πρόφεραν λατρευτικά λόγια 
για τις γιαγιάδες τους που τύλιγαν με κόκκινα νήματα 
τη γλώσσα τους και χατίρι δεν τους χάλαγαν ποτέ. 

Οι μικρομάνες που θήλαζαν τα μωρά τους 
ανέβαζαν ξάφνου πλούσιο το γάλα της ζωής. 
Τα βρέφη χόρταιναν, πιπίλιζαν το δάκτυλο τους
και μόσχο έβγαζαν από το στόμα τους.
Γέμιζε το σπίτι μυρωδιές, τα νυχτολούλουδα
υποψιασμένα ανέβαζαν κι άλλο τις νότες τους, 
γυρόφερναν τα σπίτια ακάματα και όλο πιο μεθυστικά γίνονταν.
Οι μανάδες έμεναν ξάγρυπνες, έψηναν καφέ και 
νυχοπατούσαν μην και ξυπνήσουν τους άντρες 
με τα τριχωτά στήθη και τις καθιστές ελιές στην πλάτη.
Έρεε το γάλα στην κοιλιά τους, στα χέρια τους 
και στα αδύναμα πέλματα τους.
Χαμογελούσαν, δεν σκουπίζονταν κι έτσι άσπρες 
και γαλαχτερές που ήταν έμοιαζαν με τα κρινάκια της άμμου
και με τα άσπρα μαγιάτικα τριαντάφυλλα. 

Ξυπνούσαν οι άντρες, τις κοιτάζαν απορημένοι.
Έσκιζαν τα πουκάμισα τους, τις κουρτίνες, μάζευαν τα υγρά 
ματαίως όμως η ροή συνεχίζονταν ώσπου κάλυπτε τα χαλιά, 
τα πλακάκια, τους τοίχους, τα σώματά τους
Ερωτικό πάθος ξεχείλιζε απ' τα μάτια τους και τα χείλη τους.
Οι γυναίκες μιλούσαν προς τα μέσα και γελούσαν δυνατά.
Πλάγιαζαν μαζί τους και τα κρινάκια αίφνης πολλαπλασιάζονταν  
μέσα απ' τους ηδονικούς σπαραγμούς των κορμιών. 
Με το λυκαυγές αποχωρούσαν τα νυχτολούλουδα 
στέγνωναν τα σπίτια, οι μικρομάνες καθαρές τώρα 
με ροδαλά μάγουλα έψηναν δεύτερο καφέ.
Οι άντρες ανακουφισμένοι παρατούσαν 
τις δουλειές της ημέρας κι έμεναν σπίτι 
μαγικά για να ζήσουν τα πάθια του έρωτα.

Τα παιδιά τραβούσαν για το σκολειό  έχοντας 
στο αυτί τους κι από ένα άσπρο κρινάκι.
Έπαιρναν τις πένες έγραφαν ποιήματα, χάραζαν σχέδια 
με καρδιές, ερωτιδείς και βέλη πολλά δηλητηριώδη.
Που μυαλό και κέφι για μάθημα και ορθογραφία.
Όταν επέστρεφαν το μεσημέρι δεν πεινούσαν και οι 
σάκες τους ήταν παραφουσκωμένες με ολόασπρα λουλούδια.
Οι γονείς τα φιλούσαν σταυρωτά κι οι γιαγιάδες έλυναν το 
κόκκινο νήμα τους και παραμύθια αλλόκοτα άρχιζαν 
να τους λένε για κάποια άνθη που ξεμυάλιζαν τους μεγάλους 
αλλά και τα ίδια τις φεγγερές νύχτες του καλοκαιριού.
Όλοι καρτερούσαν με ελπίδα το σκοτάδι 
που λάγνα θα τους έφερνε όνειρα, μαγικές μουσικές 
και παραδείσιες μυρωδιές από τα αποδράσαντα  
νυχτολούλουδα του στενού μπαλκονιού της.

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

Το τρομαγμένο ελάφι

haibun

Το χωριό έσφυζε από ζωή. Ο πολύς κόσμος που μετείχε στις γιορτές του συκολόγου έμοιαζε με το πολύβουο μελίσσι που ξέφυγε από την κυψέλη και κρεμάστηκε από το κλαδί μιας γέρικης ελιάς. Παντού ακούγονταν φωνές παιδικές που μαζί με τις γκάιντες των τζιτζικιών έκαναν τους γέροντες στους καφενέδες να μειδιούν ευχαριστημένοι. 

Βαριά σύννεφα
απόμακροι κεραυνοί-
παίγνια του θέρους.

Στην πλακόστρωτη πλατεία με τους τρεις εκατόχρονους πλάτανους όλα ήταν έτοιμα για το πανηγύρι. Οι μουζικάντηδες δοκίμαζαν τα όργανα τους κάτι που έκανε το τσούρμο των παιδιών να ξεσπούν σε ατέλειωτα παλαμάκια αλλά και χαχανητά. Τα τραπέζια γεμάτα κόσμο κι η οσμή της ψητής μπουζοπούλας ερέθιζε τους ουρανίσκους.

Γέρικη συκιά
θεόρατοι οι κλώνοι-
μέλι οι καρποί.

Σαν έπεσε το δειλινό το πανηγύρι ξεκίνησε. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν ιδρωμένα με τους κατρούτσους στα χέρια. Οι κλαριντζήδες έδιναν ρέστα με τα φουσκωμένα τους μάγουλα κατακόκκινα από την υπερπροσπάθεια. Δεν άργησαν να αρχίσουν οι χοροί. Έβγαιναν τα μαντήλια και ο τσάμικος γνώριζε δόξες από τους χορευτές που μάγευαν με τις φιγούρες τους ψηλά στον αέρα.

Άμαξα περνά
σκονισμένος ο δρόμος-
παύουν τζιτζίκια.

Το κρασί έρεε σαν ποτάμι όλη την νύχτα. Όταν τα όργανα σώπασαν κι οι πανηγυρτζήδες αρχίσαν να αποχωρούν ένα ελάφι βρέθηκε ατυχώς κρυμμένο στην κουφάλα του πιο γηραιού πλάτανου. Είχε τα μάτια όλο τρόμο κι έτρεμε σύγκορμο. Το πήραν αγκαλιά το χάιδεψαν κι όταν αυτό ηρέμησε λίγο έγινε μπουχός τρέχοντας προς το βελανιδοδάσος.

Σμήνη τα πουλιά
πετούν οι συκοφάγοι-
τρελό γιορτάσι

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Γλεντοκόπια

 haibun


Πριν τα μέσα του συκολόγου μήνα ξεκίνησαν οι διακοπές στο εξοχικό, μακριά από την βουή της πόλης. Ένα ελαφρύ αεράκι εμπόδισε την ζεστή να τυραννά το κορμί. Η αυλή γεμάτη με λογής λουλούδια και δέντρα. Στο κέντρο της αυλής δίπλα στο γιασεμί και την βουκαμβίλια κυρίαρχη η συκιά ήταν στις δόξες της με τους πεντάγλυκους καρπούς της.


Ώριμα σύκα

πλησιάζουν οι σφήκες -

ζουζουνίσματα.


Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στο μικρή κωμόπολη. Τα καφενεία γεμάτα και τα παιχνίδια των παιδιών ατελείωτα. Η αυλή βρίσκονταν στο κέντρο και πάντα ήταν ανοιχτή για να υποδεχτεί τους διαβάτες και κυρίως το παιδομάνι που στο μάτι έβαζε τους καρπούς από την κατάφορτη συκιά και σε τίποτα δεν το είχε να ανεβαίνει πάνω της για να γευτεί τους πιο ώριμους καρπούς.


Γέρνει ο ήλιος

μοσχοβολιά γιασεμιού -

δίπλα κατιφές.


Τα βράδια στην πλατεία δεν έπεφτε καρφίτσα. Σχεδόν πάντα μια ορχήστρα  θα υπήρχε να παίζει τα μακρόσυρτα τραγούδια που έφερναν κέφι και ζωντάνια στο πλήθος. Με την συνδρομή του κρασιού πραγματικά το γλέντι άναβε. Η πίστα ήταν γεμάτη με πολλές δίπλες από χορούς, πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα και ιδρωμένα μαντήλια.


Αχτίδες θέρους

κουβάρια μαζεύονται -

ρόδα στο βουνό.


Οι γυναίκες με τα ψηλά τακούνια ίσα που συγκρατιόνταν όρθιες. Κάποιες τολμηρές τα έβγαζαν και τα πετούσαν μακριά για να συνεχίσουν ξυπόλητες να χορεύουν. Ερωτικά βλέμματα ανταλλάζαν με τους κρυφούς τους έρωτες. Ενώνονταν τα χέρια και οι καρδιές σφυροκοπούσαν δυνατά. Τα γλέντια κρατούσαν ως το ξημέρωμα τότε μόνο που βάραιναν τα βλέφαρα κι έκλειναν.


Βγήκαν τα τζίνια

πολύχρωμα παρτέρια-

καμβάς ζωγράφου.

Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

Τα κεκτημένα του έρωτα

Πρωινό Κυριακής κι εσύ έπλενες 
τα χαλιά στην βεράντα.
Γυμνά τα πόδια να στραφταλίζουν οι σταγόνες 
του νερού στις γάμπες σου και στους χάρτες
των γονάτων σου.
Υγρός και όμορφος με το παντελόνι ανεβασμένο
ως τους μηρούς και το μακό φανελάκι ποτισμένο
μες τον ιδρώτα να διαγράφει το στήθος, τις πλάτες,
τους ώμους και τα μυώδη σου μπράτσα.

Σε κοιτούσα πίσω από το παράθυρο κι ήμουν 
η μόνη που έβλεπα το φωτοστέφανο που κύκλωνε 
τα ατίθασα καστανά μαλλιά σου.
Έλαμπες σαν όπως σε φώτιζε εκείνη η λάμπα 
πετρελαίου που έφερες στο σπίτι κι ήταν 
η μοναδική σου κληρονομιά από το παρελθόν.
Άλλοτε πάλι μου θύμιζε τον φανοστάτη της πλατείας 
πλάι στο ξύλινο παγκάκι εκεί που καθόμουν 
μεθυσμένη και μηνύματα σου έστελνα κι ανάσες του έρωτα
πρωτόγνωρες σε κερνούσα.

Έμενα για λίγο απαθής να σε κοιτάζω και τίποτα άλλο 
δεν ήθελα εκτός σου να θωρώ. 
Τα επισκίαζες όλα.
Το τραπέζι με τους κάκτους, τις γλάστρες με τις πετούνιες,
τα γαρύφαλλα, τα σαρκοβόρα φυτά κι εκείνο το άγιο γιασεμί 
που ανέβαινε στα ξύλα της πέργκολας.
Απομακρύνονταν όλα και μόνο εσύ έμενες τα κάδρα 
της καρδιάς να στολίζεις και στο δέρμα μου το άρωμα σου 
ιεροτελεστικά να αποθέτεις με τις πολλές του πικρές νότες.

Σαν τέλειωνες δεν έμπαινες στο σπίτι ξέροντας
πως πολλά είχα στο νου μου να κάνω εγώ. 
Μάζευα γρήγορα τις δουλειές και καταπιανόμουν 
με το κύριο έργο μου.
Το σπίτι γεμάτο αποχτενίδια με προκαλούσαν να τα 
συγκεντρώσω.
Το ήξερες, το υποψιαζόσουν πως κάθε βράδυ έρχονταν
οι νεράιδες, οι δρυάδες των δασών κι η ωραία μαγιοπούλα 
με τους εφτά τόμους βιβλία, τα φίλτρα της και τα μαγιοβότανα της.
Φαντάζομαι πως ήταν ερωτευμένη μαζί σου, λάγνο
το βλέμμα της το μαρτυρούσε ξεκάθαρα.
Δεν ζήλευα καθώς αυτή με τα φίλτρα της παράτεινε μέσα 
στην νύχτα τις ώρες του μεγάλου έρωτα μας.

Με φροντίδα μεγάλη σκυμμένη μάζευα τα αποχτενίδια 
κι ήταν πολλά κάθε μέρα.
Μακριές ξανθές τρίχες υπερκόσμιες στόλιζαν τα χέρια μου.
Έλεγα πως ήταν κεραυνοί κι άλλοτε πάλι αχτίνες αστεριών 
που ξέφυγαν απ' τα ουράνια κι ήρθαν εδώ αποκαμωμένες 
από το ταξίδι μαζί μας για να ζήσουν.
Είχα πολλά να κάνω με αυτά τίποτα δεν μου ξέφευγε.
Γέμιζα μπαούλα, μαξιλάρια και μικρά μαρτυρικά έπλεκα
να τα φορώ στο χέρι κι εσύ να τα θαυμάζεις.

Μια μέρα θέλησα να πλέκω μια μακριά πλεξίδα.
Το έκανα, ταίριαζε με το ξανθό μου κεφάλι και πλούτιζε 
την κόμη μου. 
Αραίωσαν τα μαλλιά μου με τον χρόνο κι εγώ παιδούλα 
γινόμουν χάρη σ' αυτή, ξετρελαινόμουν κι ο καθρέφτης 
κομμάτια γίνονταν μην αντέχοντας την ωραιότητα μου.
Με αγαπούσες κι έλεγες πως το χρυσάφι έχω όλου του κόσμου
και υποσχέσεις αγάπης αιώνιες μου έδινες.

Έμπαινες στο σπίτι στεγνός πια και στα μαξιλάρια μου ξάπλωνες.
Κοιμόσουν κι όνειρα παραδείσια έβλεπες.
Κάποια στιγμή στο ενύπνιο σου, μου είπες πως εδώ 
δεν χωράς και πως έπρεπε να φύγεις.
Τρόμαξα, εσύ δεν θυμόσουν τίποτα απ' αυτά που ξεστόμισες.
Δεν στα αποκάλυψα φοβόμουν μην τους δρόμους
πάρεις που οδηγούν στις πηγές του ποταμού
ή βρεγμένος στην βάρκα ανέβεις με την χρυσή πλεξούδα μου 
να κρατάς για οβολό.

Με νύχια και με δόντια σε κρατώ κοντά μου.
Στρώνω το κρεβάτι μας με της λεβάντας τα σεντόνια.
Τελευταία ένα αφράτο σου έφτιαξα πάπλωμα με 
τα αποχτενίδια της μικρής μάγισσας κι ας αντίζηλος μου ήταν.
Σφαλνώ τις πόρτες.
Σου κρύβω τα κλειδιά. 
Διπλοκλείνω τα παντζούρια κι ακόμα και τις κλειδαρότρυπες 
φροντίζω να κλείνω ερμητικά.
Δεν θα βρεις τρόπο διαφυγής, φρούριο το σπίτι το έκανα για σένα.

Εσύ εδώ με τις σταγόνες του νερού να στραφταλίζουν 
στα πόδια σου.
Εσύ εδώ με το ιδρωμένο σου μπλουζάκι και τ' άρωμα σου.
Εσύ κοντά μου με το στενό σου παντελόνι 
γεμάτο πιτσιλιές αθανασίας.
Την χρυσή πλεξούδα την έκρυψα κάτω από την μασχάλη.
Οβολό δεν θα βρεις, ταξίδι δεν θα κάνεις.
Οι θύρες έκλεισαν αγάπη και το ζεστό μας πάπλωμα 
δεν θα σε αφήσει επ' ουδενί να το αποχωριστείς. 
Στο ενύπνιο σου να σε ακούω να μου υπόσχεσαι 
αιώνια πίστη και αν το θες στους θεούς των ερώτων  
πλήρη υποταγή να δείχνεις χωρίς όρους και συνθήκες 
που με συνθλίβουν.
Εσύ εδώ να μένεις κι εγώ η κλειστή μπουκαπόρτα, 
μια αγκαλιά να σε κρατά σφιχτά το ταξίδι σου στο πέραν
για πάντα να ακυρώνεις.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Όλεθρος

Τάνκα 

Όλεθρος φωτιάς 
καψαλισμένα δέντρα 
μαύροι οι καπνοί
σκάνε τα κουκουνάρια 
καίγεται η φούστα μου.

*
Σκάνε οι βόμβες 
ξεπηδούν μανιτάρια
κλαίνε τα παιδιά 
του ολέθρου μηχανές 
οσμή θανάτου φέρουν. 

*
Κλαίει το παιδί 
σφιχτά κρατά το χέρι  
πυκνοί οι καπνοί 
ξεμαλλιασμένες μάνες 
συντρίμμια του ολέθρου.

*
Βαρούν τουφέκια 
κανόνια φλόγες βγάζουν
μάχη μαίνεται 
νεαρά πέφτουν κορμιά 
θύματα του ολέθρου.

*
Θεριά οι φλόγες 
πανύψηλα έλατα 
ζοφερό μέλλον 
μαύρο περνά κοράκι 
νέα ολέθρου φέρνει.

*
Όλεθρος φωτιάς 
καίγεται ο οικισμός 
κάτοικοι θρηνούν 
καψαλισμένη κούκλα 
κρατά το κοριτσάκι.

*
Θεάτρου σκηνή 
αδειανά καθίσματα 
κουδούνι τρίτο 
το δάκρυ των ηθοποιών 
μαρτυρά τον όλεθρο.

*
Στάρια καίγονται 
σταυροκοπιούνται μάνες 
λίγο το ψωμί 
παιδιά σκελετωμένα
όλεθρος χτυπά τη γη. 


*
Άδεια πλατεία 
πολιτικάντης μόνος 
στόμφος στον λόγο
γέλωτες στα μπαλκόνια 
τον όλεθρο δεν βλέπει. 

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

Έξοδος

haibun

Τράβηξε τρεις τζούρες από το τσιγάρο και βγήκε από το σπίτι. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Ασέληνη νύχτα με μυριάδες αστέρια να τρυπούν τον καμβά της. Το σκυλί της την ακολούθησε για λίγα μέτρα κι έπειτα επέστρεψε στο καθήκον του. Ήταν ο φρουρός της ταπεινής κατοικίας της με τα πολλά βασιλικά και τα ανυπότακτα σκυλάκια. Ακούραστη μια μελισσούλα αντλούσε χυμούς.

Τρίζει η άμμος
το βήμα ανάλαφρο-
τριζόνι σιωπά.

Κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα με ένα ζουζούνισμα στο αυτί. Οι δρόμοι λασπωμένοι μετά το χτεσινό μπουρίνι που χτύπησε το νησί. Στα πόδια της φωσφόριζαν κίτρινες οι γαλότσες της. Απέφευγε τις λακκούβες και βάδιζε ίσα στις φραγκοσυκιές που στις θεόρατες παλάμες τους κρατούσαν τους ώριμους καρπούς τους. Προσεχτικά με τα γάντια της έκοψε κάμποσους.

Λαλούν αηδόνια
γεμάτα τ' αρμυρίκια-
κρίνοι στην άμμο.

Οι ήχοι της νύχτας διάχυτοι. Κάποια επίμονα τζιτζίκια διεκδικούσαν κι άλλο χρόνο απ' το εφήμερο τους διάβα. Οι φίλοι τους, τα τριζόνια, συνόδευαν την ορχήστρα τους. Ένα πεφταστέρι ξεχύθηκε προς τη γη για να τα αγκαλιάσει. Έσμιξε με τις πυγολαμπίδες που είχαν στήσει γλέντι πάνω στον γεμάτο ξερά χόρτα παράδρομο που έβγαζε στον μικρό όρμο.

Σπαθί γλαδιόλας
προτάσσει τα άνθη του-
μαχητές ξυπνούν.

Έφτασε στα βράχια που περικύκλωναν τον όρμο και ξεκίνησε το έργο της. Γούβες αλατιού περιμετρικά κρατούσαν στην αγκαλιά τους το θησαυρό τους. Μάζεψε αρκετό, βρεγμένο ακόμα, και γέμισε την πάνινη σακούλα. Στον κήπο της ανοιγμένοι οι κολοκυθοανθοι την περίμεναν. Θα τους έψηνε στο φούρνο με μυρωδικά και θα τους νοστίμιζε με τους κρυστάλλους του αλατιού.

Βοά το κύμα
σμιλεύεται ο βράχος-
βροχή θερινή.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

Η ωραία τρελή

Βγήκε με το ελαφρύ της φόρεμα στην θεοσκότεινη νύχτα. 

Πουθενά ούτε ένα αστέρι μα ούτε καν φεγγάρι 

παρά ένας χαμηλωμένος και συννεφιασμένος ουρανός 

σαν βαριά πατατούκα σε σώμα ορεσίβιων βοσκών. 

Τα τζιτζίκια τραγουδούσαν ακόμα, αδιαφόρησε, 

αυτή ένα μόνο σκοπό είχε, να διώξει τη μέθη απ' τη καρδιά

και τα σύντομα όνειρα της να τα βάλει λίγο σε τάξη. 

Βοηθός της η δροσερής αύρα που σεργιάνι είχε βγει, 

νύχτα του Αυγούστου, εκεί κοντά στον μόλο. 

Απαλά τις βάρκες κι ερωτικά πέρα δώθε τις νανούριζε 

και στον δρόμο των μακρινών ταξιδιών που ποτέ δεν έκαναν 

με ένα νεύμα τις έβγαζε παίρνοντας τες αγκαζέ 

κι ανάβοντας όλα τα φώτα στα φινιστρίνια.


Στα στενά σοκάκια της πόλης ουδείς.

Ο Μορφέας είχε κάνει πολύ καλά την δουλειά του

κι είχε βυθίσει στα σκοτεινά του πέπλα κάθε ύπαρξη

ζωντανή αλλά και νεκρή.

Αποκοίμισε βαθιά μωρά, δασύτριχους έφηβους, μικρομάνες  

και άντρες που με τα στιβάνια τους κοιμήθηκαν 

καθώς απ' τον ιδρώτα είχαν γίνει ένα με το πέλμα τους και τη γάμπα τους. 

Είχαν δοθεί ψες στο χορό κατά το γαμήλιο γλέντι που έγινε στην πλατεία 

τη γεμάτη με δράκαινές, τρεχούμενα νερά και λιγωτικά νυχτολούλουδα.  


Περιπλανήθηκε στην πόλη ώσπου έφτασε στα άκρια της.

Σιγή στο κοιμητήριο, μπήκε στο εσωτερικό του.

Οι νεκροί είχαν ανοίξει τις πλάκες και είχαν βγει έξω 

για να απολαύσουν τον μεθυστικό ύπνο πλάι στις ντάλιες 

που η σάρκα τους τις είχε πλούσια θρέψει 

και κάλυπταν με τα ιώδη άνθη τους όλο τον χώρο απ' άκρη σε άκρη.

Καλόβολοι οι νεκροί δεν απαιτούσαν τίποτα παρά μόνο

να απωλέσουν την μνήμη και τα κονταροχτυπήματα του έρωτα

να αποφύγουν καθώς το αίμα τους έμοιαζε με εκείνη του πάγου 

την χοντρή κρούστα που τους κρατούσε ζωντανούς.

Μετρημένοι οι ήχοι κι οι κινήσεις έσπαγαν την σιγή των κυπαρισσιών.  

Ένας ευτραφής γέροντας  ροχάλιζε δυνατά, 

μια δεσποσύνη παραμιλούσε με λόγια ακατανόητα, 

ένας νεαρός υπνοβατούσε παίζοντας μπάλα με το κρανίο της τρελής

κι ένας φάλτσος τραγουδιστής εγκωμίαζε τα σαρκοβόρα φυτά

και τα αδύναμα άνθη της μαγιάτικης παπαρούνας .


Γεμάτη εικόνες έφυγε από το κοιμητήριο, πλησίαζε η αυγή 

και οι νεκροί είχαν ξυπνήσει κι αποσύρονταν στις τρύπιες τους κάσες.

Περιμάζεψε μόνο το ορφανό κρανίο και το έβαλε στην τσάντα της.

Μπήκε στην πόλη που σιγά σιγά άρχισε να ξεφεύγει από τον λήθαργο.

Στάθηκε στο καφέ με τα πολλά γκράφιτι κυρίως φιδιών.

Χαρούμενο το γκαρσόνι την κέρασε ένα σκέτο καφέ 

με συνοδευτικό κουλουράκια κανέλλας και βανίλιας.

Τον ευχαρίστησε και παράχωσε στην τσάντα της ένα κουλουράκι.

Ήταν η πρώτη πελάτης κι όλοι στην πόλη γνώριζαν πόσο 

γουρλού ήταν εξ ου και το κέρασμα του καφέ άλλωστε.

Έμεινε εκεί μια ώρα περίπου και κανείς πελάτης δεν φάνηκε.

Έκανε να φύγει και τότε ξαφνικά έπεσε πάνω 

σε μία ακέφαλη γυναίκα με μακριά καπαρντίνα.

Βάδιζε με προτεταμένα τα χέρια για να βλέπει στο σκοτάδι. 

Φοβόταν μην τσακιστεί και πέσει πάνω στην τζαμόπορτα.

Την πλησίασε και με κινήσεις ακριβείας της άρπαξε την τσάντα.

Πήρε το κρανίο και το φόρεσε στο ωραίο της σώμα. 

Τώρα είχε πια το φως της κι οι κίνδυνοι είχαν απομακρυνθεί.


Η ωραία τρελή έφυγε κι αυτή τράβηξε για το σπίτι.

Άνοιξε και μπήκε μέσα, το νιαούρισμα της γάτας την καλοδέχτηκε.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τότε έντρομη παρατήρησε 

πως αντί για το φόρεμά της φορούσε την καπαρντίνα της τρελής.

Έκανε να την βγάλει μα επ' ουδενί δεν ξεκολλούσε απ' το σώμα της.

Κοιμήθηκε με αυτήν κι όταν ξύπνησε διαπίστωσε πως ήταν ολόγυμνη.

Πάνω στην συρταριέρα της είδε στερεωμένο το κρανίο με δυο κεριά 

χωμένα στους οφθαλμούς που έβγαζαν τρεμουλιαστές φλόγες. 

Παραλογίστηκε όταν αντίκρυσε κρεμασμένη απ' τον καλόγερο την καπαρντίνα.

Στο μπράτσο της καρέκλας ήταν ακουμπισμένο το φόρεμα μούσκεμα στον ιδρώτα.

Η ωραία τρελή την ακολούθησε και την πέρασε στην αντιπέρα όχθη.

Στο πάτωμα κείτονταν μια μαρμάρινη πλάκα με χαραγμένο πάνω

το όνομά της και με την προσθήκη με έντονα γράμματα της φράσης:

Απεβίωσε σήμερον.

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

Η ζωή της πέτρας

Έχεις δει πέτρα να αγκομαχάει όταν σε χέρια παιδιού

βρεθεί και στο σημάδι παίρνει δεκαοχτούρες και ταπεινά σπουργίτια.

Έχεις δει βράχο ξεμπράτσωτο που σε αλατιού γούβες σκύβει

και κρυστάλλους αλατιού μαζεύει να νοστιμίζει το ψωμί 

του εργάτη και του φτωχού ψαρά την κακαβιά. 

Έχεις δει ακροβούνια να αντέχουν το χιόνι και στα σπλάχνα τους 

τις ρίζες να καλοδέχονται απ' τα έλατα, τις οξιές, τις φλαμουριές

και τα αήττητα πουρνάρια.

Έχεις δει αγκωνάρια δίπλα στους ποταμούς που πλάτη βάζουν

στην μέντα, στους κισσούς, στις καλαμιές και στα θεόρατα πλατάνια.

Και μήπως πρόσεξες τα πέτρινα γιοφύρια που ψυχές 

τα κατοικούν που με λαδάκι και βάλσαμο τις πληγές τους καλύπτουν.


Έχουν ιστορία οι πέτρες, ανοχή  και βαριά κληρονομιά.

Πάνω τους ο γλύπτης με το καλέμι του ζωή τους εμφυσά 

και μορφές άγιες γίνονται  του κόσμου σκαλίζει.

Ρήτορες που για βάθρο τις έχουν τον μεγάλο να πουν λόγο 

σε πλήθη ανακράζοντα μπροστά στην λεπίδα της αλήθειας.

Κι ακόμα αναλογίζομαι τις μαρμάρινες κόρες και τους 

κούρους που στα βάθη της θάλασσας βρίσκονται ναυαγισμένες.

Φωλιές των ψαριών γίνονται και των κοραλλιών υποστήριγμα,

προσμένοντας αιώνες τώρα τα δίχτυα ενός ψαρά ή το έμπειρο

μάτι των σφουγγαράδων στην επιφάνεια να τις φέρει.


Οργίζονται οι πέτρες, πονούν κι άλλοτε πάλι φιλικό 

γίνονται προσκεφάλι την κούραση του αρματολού να πάρουν 

δίπλα στο καριοφίλι, στα σταυρουδάκια της μάνας και 

στα ζεστά φιλιά της αγαπητικιάς.

Καρτερικές οι πέτρες, βότσαλα γίνονται στις απόκρημνες ακτές 

που σκούνες τις πλησιάζουν με ναύτες αγριωπούς με μακριά γένια.

Εκεί ακουμπούν το προσφάι τους και σε κώνους τις στήνουν 

φωτιά να ανάψουν τα κουρασμένα τους χέρια να ζεστάνουν 

και το κρι κρι να ψήσουν που αλάτι στην γλώσσα και στα 

σπλάχνα του έχει αποθηκεύσει.


Είναι αισθαντικές οι πέτρες πάνω τους ο βασιλικός, το γεράνι, 

η αρμπαρόριζα και ο διπλός κατιφές σε καντούνια νησιών 

και σε αγροτόσπιτα.

Κι ακόμα οι λείες από αυτές, επιφάνεια γίνονται να 'ρθει ο ζωγράφος 

με τα εκτυφλωτικά χρώματα και τα πινέλα την ζωή να αποτυπώσει.

Πάνω τους η κυκλαμιά, το καράβι, του νεκρού το πρόσωπο και

τα πυργόσπιτα με τους τρείς ορόφους και τις πολεμίστρες.

Πάνω τους ελεήμον το βλέμμα της γοργόνας, το χτένι της κυράς 

και της Παναγίας το μεγάλο μάτι.


Ζουν αιώνια οι πέτρες.

Σπήλαια και δρακόσπιτα γίνονται και αρχαίες στήλες που ένδοξους 

στίχους ποιητών φιλοξενούν και στρατοκόπων  παραγγέλματα.

Στο χωράφι το υνί τις παραμερίζει αφράτο να γίνει το χώμα 

έτσι που να υποδεχτεί τον σπόρο του δίκοκκου σταριού,

γέννημα να γίνει και τροφή στα μαυρισμένα από την πείνα μάτια

στις παραγκουπόλεις της γης. 

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022

Αποπλάνηση

Θέλησα να αιχμαλωτίσω το βλέμμα σου 

τα βάθια του εαυτού σου να εξερευνήσω.

Πήρα διχάλες παιδιών από ξύλο οξιάς

τις παιδικές μου μνήμες να αναστήσω

που σαν ταύρος μαινόμενος στην αρένα 

με προκαλούσαν να μπω.

Δεν τα κατάφερα, οι σπίθες μου έκαψαν 

την διχάλα, μύριζε η καμένη οξιά κι έλεγα 

πως ήμουν σε ένα αποτεφρωμένο δάσος 

χωρίς ελάφια και πουλιά, χωρίς τους εκδρομείς.


Το βλέμμα σου δύστροπο έγινε, το πλησίασα 

το μπέρδεψα με νήματα αδύνατον να το συλλάβω,

ξεμπέρδεψε τα νήματα και λαβές έβγαλε σαν μαχαίρια.

Έκανα προσπάθεια να απομακρυνθώ μα το  

κοντομάνικο μαχαίρι ίσα στην καρδιά με βρήκε.

Αιμορραγούσα, κανείς δεν το έβλεπε, προς τα μέσα 

έτρεχε η πληγή αίμα και πύον, πώς να γιατρευτώ; 


Πρόστρεξα στην μάγισσα μου, αυτή που στους 

ποταμούς ζει κι έχει για σπίτι της ένα ολάνθιστο νούφαρο.

Διάβασε την σφαίρα, γιατροσόφια και φίλτρα μου έδωσε

το σοκ του σώματος να εξευμενίσει και τα σκοτάδια του έρωτα

με φως αστρικό να φωτίσει, έτσι που σαν θεά να μοιάζω 

με χιλιάδες βέλη στα χέρια κι ένα καλόβολο άλογο 

που με τα φτερά των ποδιών του θα με έφερνε κοντά σου πάλι.


Δεν παραιτήθηκα στιγμή, ξόβεργες έστησα και δόκανα

πλάι στις ακτές σου έβαλα το βλέμμα σου να κατακτήσω.

Ήρθες σαν τον μαΐστρο που κατατρώει τους βράχους.

Δεν με είδες, στο πιο ψηλό αρμυρίκι ο Πήγασος με πήγε  

Κατόπτευα τις κινήσεις σου.

Η ανάσα σου με ζέσταινε.

Στο χαλασμένο σου ρολόι μετρούσα τα δευτερόλεπτα.


Περπατούσες στις ακτές αμέριμνος.

Τα δυο σου μάτια πύλες θεϊκές που βγαίνει το δισκοπότηρο

με τον άρτο και το νάμα.

Μέθυσες.

Εκεί ήταν που σε συνέλαβα.

Πιάστηκες στις ξόβεργες, στο δόκανο χρυσαφένιες άφησες 

τις σπίθες των ματιών σου. 

Αόμματος πετούσες βότσαλα λαβώνοντας μέδουσες, 

χελιδονόψαρα και τα μακριά πλοκάμια των χταποδιών.  


Το βλέμμα σου στα χέρια μου σαν καρδιά που πάλλεται

και διάπλατα ανοίγει στα μυστικά σου μονοπάτια με οδήγησε.

Σε γνώρισα.

Σε φυλάκισα.

Σε γλύκανα με φιλί.

Τις σπίθες δεν φοβήθηκα στιγμή.

Κουβάρια τις μάζεψα κι άρχισα να πλέκω με βελόνες 

ασημένιες αποξαρχής το στρώμα που πλαγιάσαμε 

την πρώτη νύχτα, τότε που τ' αστέρια πυγολαμπίδες έγιναν στη γη.


Αήττητη τώρα σε παρακολουθώ και κοντά μου σε φέρνω.

Με τις σπίθες που περίσσεψαν αραχνούφαντο φόρεμα έφτιαξα,

φουλάρια πολλά και και πουκάμισα αδειανά της Ελένης.

Στο σώμα σε φορώ. 

Όμορφη γίνομαι. 

Και με το πουκάμισο στις εκστρατείες με το φαρί πηγαίνω.

Είσαι εδώ, σε ταΐζω, σου φτιάχνω μύθους και ερωτικά 

ποιήματα σου απαγγέλω.


Τις λίγες σπίθες που δεν σπατάλησα πίσω στις επιστρέφω. 

Το φως σου βρίσκεις και με τα βότσαλα παύεις 

τους κόσμους μου να πληγώνεις.

Πάνω τους ζωγραφίζεις μέδουσες, χελιδονόψαρα, χταπόδια 

και καράβια τρικάταρτα.

Στους ποταμούς τα αφήνεις κι όταν στην Αχερουσία πύλη θα μπουν 

οβολούς δε θα σου ζητήσουν και τον βαρκάρη 

με τα κοντομάνικα μαχαίρια θα σκοτώσω. 

Εκείνα που με σημάδευες παιδούλα ακόμα 

και στις σπηλιές σου με οδηγούσες εξιλαστήριο θύμα 

στους θεούς των ερώτων να με δώσεις.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

gogyoka

(Το δέντρο του Τενερέ στάθηκε για δεκαετίες στην έρημο ρίχνοντας ρίζες βαθιές 36 μέτρα υπόγειες φλέβες νερού να βρει. Τελικά χτυπήθηκε από ένα φορτηγό και έπεσε. Φυλάσσεται σε μουσείο κι ένα μεταλλικό στην ίδια θέση το αντικατάστησε.)

Βαθύριζο δέντρο της άκαρπης ερήμου
Σκιά πάνω στην άμμο φευγαλέα ο ήλιος την διαπερνά
Απλώθηκαν οι φυλλωσιές χορός των φύλλων ξεκινά
Αχόρταγα σε φλέβα νερού μεταλαμβάνει.
Θαύμα της φύσης εφήμερο που το απρόβλεπτο τη ζωή συντρίβει.

*
Η έρημος πλήγωσε τα πόδια τρύπια σανδάλια
Διαβάτης λιγνή σκιά βρίσκει αναπάντεχη δέντρου φυλλωσιά
Πεσκίρι με σχέδια τετράγωνα ανοιχτό
Λιγοστό το φαγί δύσκολα σε χορταίνει
Κουκούτσι στο χώμα βυθίζεται μελλοντικός φίλος στην μοναξιά.

*
Αμολιέται με πείσμα η ρίζα βαθιά στο χώμα
Πολλά τα μέτρα υδάτινη προβάλει φλέβα νερού
Έρημος παντού αφιλόξενη στοά του ήλιου
Μόνο μια σκιά δροσίζει καμηλιέρηδες
Ασθμαίνουν τα ζώα δίπλα στα αποδημητικά πουλιά.

*
Βαρύ όχημα την ζωή διαιρεί θάνατο σπέρνει
Μεταλλικό στήθηκε δέντρο καταμεσής στην έρημο
Γαμψά τα νύχια των πουλιών το επισκέπτονται
Ξύλινα κλαδιά στο μουσείο φύλλα δεν πετούν
Ο αγώνας δάφνες δεν έδρεψε μάταιος κόπος.

*
Αγωνιώδης η παλαίστρα της ζωής
Καλύπτρες σαν φτυάρια σκάβουν την γη
Δροσερό το νερό τιτάνιος αγώνας δόθηκε
Ξεπροβάλουν φύλλα στα κλαδιά
Η έρημος φιλικό γίνεται άντρο κοσμογονίας θαύμα.

*
Στρώμα άμμου στα φύλλα αέρας την αποδιώχνει
Χάρμα οφθαλμών το πράσινο ζωνάρι σκιά χαρίζει
Διαβάτης ανακούρκουδα κάθεται
Άδικά η καμήλα χορταράκι ονειρεύεται
Αφιλόξενος τόπος με μια μόνο πινελιά ζωής μέσα στην αμμοθύελλα.

Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

Ο δεύτερος ήλιος

Παχύς ο ίσκιος σου σαν την προβολή πλατάνου 

πάνω στο πλακόστρωτο δρομάκι ώρα δειλινού 

που διαβάτες δέχεται.

Κορμός δυο αγκαλιές, κλαδιά δασιά, χώρο 

να δίνουν στα τζιτζίκια, στα αηδόνια 

και στους πετροκότσυφες.

Δίπλα του μια βρυσομάνα γάργαρο να τρέχει το νερό 

σαν το αίμα στις δικές σου φλέβες 

την ώρα των στεναγμών.


Αγαπώ την δροσιά του κορμιού σου 

και το δισάκι μου δένω πάνω στο κλαρί 

των δακτύλων σου, καλούδια γεμάτο.

Μέσα του το προσφάι μου, το κομποσκοίνι 

τις προσευχές μην ξεχνώ, 

το κρίθινο καρβέλι του ήλιου και τα σανδάλια μου

καθώς ανυπόδητη προχωρώ στην ζωή.


Ερωτικό το σώμα σου σαν τον κορμό του δέντρου 

που χαράξαμε μια ημέρα τα σύμβολα της αγάπης.

Προχωρώ και σε βρίσκω.

Σε αγκαλιάζω και χάνεσαι.

Ανυποχώρητη σκάβω τις ρίζες σου, 

εδώ η πέτρα της βασκανίας, 

εδώ το πρώτο σου κλάμα 

κι εκείνο το αρχαίο περιδέραιο με τις μέλισσες.


Είχες πει πως θα μου το χάριζες, δεν το έπραξες.

Γυμνός έμεινε ο λαιμός μου σαν το αλώνι της πατρίδας

κατάντικρυ στον ήλιο μετά τον θερισμό.

Ασθμαίνω, διψάω, ιδρώνω, πληγώνονται τα

πέλματα μου, σε ακολουθώ.

Τυμβωρύχος γίνομαι και τις προθήκες σου αδειάζω.

Αντιστέκεσαι, σε παρακάμπτω, δεν σου μιλώ, κρύβομαι.


Παίρνω βουρτσάκι αφαιρώ με προσοχή το χώμα.

Στην επιφάνεια σε φέρνω.

Παίρνω το γαλάζιο της χάντρας και κόρη στα μάτια το φορώ, 

ομορφαίνω.

Το κλάμα σου σέβομαι, στον χείμαρρο το ρίχνω.  

Μένω με το περιδέραιο, η μια μέλισσα με τσιμπά, 

δεν υποχωρώ στον λαιμό μου το δένω, 

ένας κόμπος ιδρώτα κλείνει την πληγή.


Όμορφη σεργιανώ στα αλώνια, 

οι θεριστές με καλοδέχονται, τους ψιθυρίζω το μυστικό μου, 

γελούν και με κρύβουν στις θημωνιές.

Τα άλογα ρουθουνίζουν, ζεσταίνομαι, 

στην χαίτη τους καταλύω, 

αμαζόνα γίνομαι και στο κυνήγι σε παίρνω.

Σε φτάνω μου γλιστράς.

Σε γεννάω με αποκρούεις.

Σε πολιορκώ κάστρο γίνεσαι.

Σε πυρπολώ στα χέρια μου πέφτεις.


Γνωρίζω ξανά τους ιστούς σου, τα οστά σου 

κι εκείνη την φλέβα του δεξιού σου ποδιού

που πάλλονταν τις νύχτες. 

'Έμβρυο γίνεσαι σε κυοφορώ.

Δύσκολη κύηση, παλίνδρομο γίνεσαι σώμα.

Ο πλακούντας ο τάφος σου και η φάτνη σου.

Σε θρέφω, μορφή παίρνεις.

Βαραίνει το σώμα μου, σε μαθαίνω, 

διοργανώνω τελετές και σε καλώ.

Μεθάς, βρίζεις, ερωτεύεσαι, στην λήθη 

προσκρούεις την μάχεσαι, 

νικηφόρος μπαίνεις στις πόλεις μου  

με τρόπαια στα χέρια και στις άμαξες.


Εφτά χρόνια στην μήτρα μου κατοικείς,

δεν κουράζομαι, τις οδύνες περιμένω.

Όταν σε γεννήσω δυο μέλισσες θα έχεις για χέρια,

το στόμα σου ένα ρύγχος το νέκταρ να τρυγάς, 

φτερά τα πόδια σου κοντά μου να έρχεσαι, 

γλυκούς χυμούς στο σώμα μου να αφήνεις.

Ξεκλέβω κερί και κερήθρα σου φτιάχνω μέσα στα κύτταρά μου.

Σε εμπεριέχω.

Το αίμα μου μέλι, 

ζαχαρωτό από μια παλιά εκδρομή.

Σε γεύομαι, σε ποθώ, με ανασταίνεις.


Ψηλώνω, βρίσκω τους χαμένους μου πόντους.

Ηλίανθος γίνομαι κι εσύ ο δεύτερος μου ήλιος.

Ανέφελος ο ουρανός μου, φρένο τραβάει και τον χρόνο

σταματά στην πιο μεγάλη του ηλιοστάσιου μέρα. 

Λαμπρός να βγαίνεις στον κόσμο και γλυκύς

σαν τα άλκιμά μου κύτταρα που τις νύχτες σεργιάνι

με πάνε στων ηδονών τις ατραπούς.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

Ο πίνακας

Αν ερχόσουν τώρα με τα φτερά σου ορθάνοιχτα

τι θα συναντούσες;

Θα βρεις τις πικροδάφνες μου μισομαραμένες κι άτονες 

κι εκείνο το γιασεμί του κήπου με τον ξύλινο κορμό 

απελπισμένα να προσπαθεί τα άνθη να συγκρατήσει.

Οι νύχτες μου μυρίζουν γιασεμί και νυχτολούλουδο.

Όλα στην υπηρεσία της νύχτας.

Όλα δοσμένα στων άστρων την χόβολη, εκεί ψήνω τον καφέ μου.

Από εκεί ξεκρεμάω τρεμουλιαστό φως, το προστατεύω,

σε κεριά και σε καντήλια το μεταλαμπαδεύω έτσι που 

να φωτίζω αχνά της ψυχής την ατραπό που ανοιχτή έχει

πορεία μόνο προς τα ύψη.


Το φόρεμα μου έχει σταξιές από κερί, έχει εγκαύματα

από των άστρων τις τρεμάμενες φωτίτσες.

Είπα να χρησιμοποιήσω πυρσούς, άνετα να μπαίνω 

στο δέντρο των φλεβών και στα κρύα σπήλαια.

Θυμάσαι που είχαμε ανακαλύψει έναν χειμώνα ένα σπήλαιο

που ούτε ακόμα τα ζώα του δάσους δεν το είχαν βρει.

Εκεί κοιμάμαι τις νύχτες. Δεν είναι όνειρο μην μπερδευτείς,

Είναι το σπήλαιο μας, η καταφυγή μου απ' τα γήινα.


Το στολίζω με άνθη γιασεμιού, με κιλίμια, ανεβατά εργόχειρα.,

και πιθάρια με γεράνια από τους κήπους της μάνας μου.

Αντέχω το ψύχος.

Αντέχω τα αυστηρά μάτια των ζαρκαδιών.

Δεν με φοβίζουν τα χνώτα της γηραιάς αρκούδας.

Έχω τους πυρσούς μου, τα κεριά μου, τα λυχνάρια μου 

και την περιβολή του γαλαξία για μεσοφόρι με αγαπούν.

 

Αν αποφασίσεις να έρθεις φύλαξε στην τσέπη σου  

πέντε βαγιόφυλλα, εκεί που μένεις κατάσπαρτο είναι το 

μέρος με βάγιες πανύψηλες.

Μην ξεχνάς άλλωστε πως κι οι ήρωες εκεί έχουν στήσει κονάκια.

Εγώ θα είμαι εδώ.

Πήρα αποστάγματα λουλουδιών κι έφτιαξα έναν πίνακα τεράστιο

και τι δεν έχει πάνω δεν φαντάζεσαι.

Χρυσαετούς, φτερά παγωνιών, ξέπλεκες κόρες, 

της Φαιστού τις όμορφες γυναίκες, ασφοδίλια 

και τις αγαπημένες σου παιώνιες.


Στο κέντρο τοποθέτησα τη μορφή σου ούτε ένα κύτταρο 

δεν μου διέφυγε, τίποτα δεν ξεχνώ.

Πιστά σε ζωγράφισα, λίγο τα φτερά σου με παίδεψαν 

έτσι λευκά με θάμπωναν, δάκρυζα χωρίς να κλαίω, 

τα κατάφερα όμως μια χαρά, στην ανάγκη θα έβαζα τα δικά μου.

Έλα μια νύχτα να τον δεις.

Χρειάζομαι λίγο λάμψη απ' τα μελιά σου μάτια να προσθέσω ακόμα.


Τον έχω ακουμπήσει σε έναν βράχο.

Δεν είναι δύσκολη η προσέγγιση, άλλωστε τα πόδια σου 

στιβαρά είναι δεν θα δυσκολευτείς.

Μόνο μην ξεχάσεις τα βαγιόφυλλα στα μαλλιά σου να τα αποθέσω

δοξαστικους να σου φτιάξω ύμνους, αθάνατους.

Έλα να στον χαρίσω, απόκαμα από την δουλειά.

Εσύ μόνο και μόνο εσύ μπορείς να τον δεις.

Εσύ να τον ξεκρεμάσεις απ' τον βράχο χωρίς να καταστραφεί.

Τρελή γίνομαι κι ο έρωτάς σου εμπνέει τα ελάφια, τα ζαρκάδια,

εμένα κι όλη την πανστρατιά των άστρων  .

Η λευκή αρκούδα, έννοια σου, σε νάρκη έπεσε.

Έλα, φοβάμαι πολύ τον ήλιο μην έρθει και τον αποχρωματίσει.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2022

Πρωταγωνιστής

Το λευκό σου πουκάμισο κιτρίνισε στον γιακά, 

στις ραφές και στις μασχάλες.

Χρόνια αφημένο στην ντουλάπα πλάι στα 

μεταξωτά μου φορέματα και στα φουλάρια.

Το πρόσεξα προχτές επ' αφορμή το όνειρο που είδα, 

αυτό φορούσες όπως άλλωστε έκανες σε κάθε σχόλη.


Θέλησα να το πλύνω με λουλάκι ή με ένα λευκαντικό 

μα αμαρτία σκέφτηκα πως θα είναι.

Πάνω του τα ίχνη σου, ο ιδρώτας σου, το νερό 

που λούστηκες κι ίσως το λέκιασε μα κι αυτό το σάλιο μου 

σαν σε φιλούσα ντροπαλά στο λαιμό.


Ποτέ δεν το φόρεσα κι ας είχαμε περίπου το ίδιο σουλούπι. 

Το λευκό δεν μου πήγαινε, χλωμή όπως είμαι 

θα έδειχνε το πρόσωπο μου ακόμα πιο ασθενικό.

Εγώ πάντα στο γαλάζιο άντε και στο λίγο μωβ δινόμουν 

καθαρά να καθρεφτίζουν την καρδιά και τα πάθια της.

Το πουκάμισο που λες στο εκθετήριο της ψυχής θα το βάλω.

Εκεί του πρέπει να σταθεί δίπλα στα λιανά τραγούδια που δεν έγραψα.


Πως αγαπούσες το λευκό στα μεθύσια του έρωτα,

κουβέντα για άλλο χρώμα δεν σήκωνες.

Λευκά τα χέρια σου. 

Λευκές οι σελίδες που τιθάσευες με την πένα σου 

έτσι που να βγαίνει το ποίημα στην επιφάνεια με στητό το κορμί.

Λευκά τα πανιά της εκστρατείας σου.

Λευκά τα κρινάκια της αμμουδιάς που λάτρευες και 

σε γλάστρα ένα φθινόπωρο τα φύτεψες. 

Έπιασαν, χαμογελούσες, πάντα τα χέρια σου θαυματουργά ήταν.


Θα το αφήσω ως έχει, με τα αποτυπώματα σου 

με το δικό μου ντροπαλό άγγιγμά σαν πεταλούδας περιδίνηση.

Πως να σε φτάσω;

Προπορευόσουν, μεγαλειώδης, με την ανάσα καυτή.

Τα γαλάζια, σου έλεγα, μου πηγαίνουν, όπως και τα ξέφτια 

και τα περίσσια γαζιά και στο φευγιό σου αυτά θα έβαζα 

μα κάποιοι εντολοδόχοι σου με διέταξαν στα μαύρα να ντυθώ.

Μου φόρεσαν άλλοι τα ρούχα, τρέμανε τα χέρια, τα μάτια

δάκρυζαν δεν έβλεπα τις κουμπότρυπες.

Έκλαψα παραπάνω γι' αυτό το γεγονός, παρά για σένα. 

Μη το θεωρήσεις προσβολή μηδέ απάρνηση και λήθης φτερό.


Το λευκό σου πήγαινε, εγώ ως σήμερα το φοβάμαι το λευκό. 

Από μικρή φοβόμουν τις λευκές δαντέλες της γιαγιάς μου,

τα λευκά φεγγάρια του Αυγούστου όπως και την λευκή  

τρίχα που ανακάλυψα πριν γυναίκα γίνω ζερβά στο μέτωπο.

Με καταδιώκει όπως κι οι άγραφες σελίδες 

που για ποιήματα διψούσαν μα το χέρι αγκυλωμένο δεν ημπορούσε.

Εσύ ο ποιητής κι ο στιχοπλόκος. 

Εσύ το θρήσκευμά μου.

Το λευκό σου πουκάμισο (με τα σημάδια του) πρωταγωνιστής της ζωής μου.  

Η ψυχή ξαγρυπνά και στο εκθετήριο σκοπούς έχει βάλει

τα δυο σου μελιά μάτια. 

Λιτανείες δεν θέλω μα ούτε και επισκέπτες.

Τραχιά η μοναξιά αλλά επέλεξα ταίρι να της βρίσκω εσένα. 

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Το ένστικτο

 Nikki bungako


Ο κυρ Αντρέας είχε ρίξει τα δίχτυα αποβραδίς κι έπρεπε να τα μαζέψει. Φόρεσε τον ναυτικό του σκούφο και βγήκε από το σπίτι. Στον ώμο του ο Γιούλι, ο παπαγάλος που τον συνόδευε παντού. Ο καιρός μπουνάτσα, ένα ελαφρύ μόνο αεράκι χάιδευε το τατουάζ με την άγκυρα που είχε στο μπράτσο.
Γρήγορα βρέθηκε στα ανοιχτά. Ανέβασε τα δίχτυα. Καλή η ψαριά. Ικανοποιημένος άναψε το τσιμπούκι του. Ο παπαγάλος έσκουζε αναπουπουλιασμένος καπετάνιε, καπετάνιε.
Ως να μετρήσει ως το δέκα ο καιρός γύρισε σε μπουρίνι. Τεράστια κύματα άνοιγαν τα στόματα τους σαν μαινόμενοι δράκοντες. Η βάρκα βούλιαξε σπασμένη σε κομμάτια. Ο κυρ Αντρέας έπεσε στην θάλασσα με μια σανίδα στα χέρια.
Μετά από δύο ώρες πάλης βγήκε στην στεριά. Ένα δάκρυ κύλησε στα αργασμένα μάγουλα. Έχασε δυο μπιστικά αδέρφια. Πέταξε τον σκούφο στα νερά. Μια γνώριμη φωνή ακούστηκε ήταν ο παπαγάλος που παραδόξως γλύτωσε και που πρώτος ενστικτωδώς είχε διαισθανθεί τον κίνδυνο.
Θρήνησε σαν να κήδευε άνθρωπο. Μια σανίδα με σκαλισμένο το όνομα Μαρίτσα ήταν το νεκρό σώμα.

Βάρκα στ' ανοιχτά
όμοιο καρυδότσουφλο
φουρτούνα ξεσπά.

Σάββατο 23 Ιουλίου 2022

Αδιαχώριστοι

 Πέταξε το σακάκι του χωρίς να κοιτάξει τις τσέπες.

Αδιόρθωτη, πώς το έκανε;

Κι αν μέσα στην τσέπη είχε κάτι πολύτιμο αλλοίμονο 

πήγε χαμένο.

Και δεν μιλάω για τίποτα μπακιρένια κέρματα απ' τα 

ρέστα μιας Κυριακής στα παλαιοπωλεία.

Μιλάω για την ύπαρξη μιας πλειάδας φιλιών, 

κλεισμένα με τάξη μες την παλιά ατζέντα, 

φιλιά που δεν πρόλαβε να δώσει.

Φιλιά που άγνωστο έχουν τώρα παραλήπτη.


Πώς το έκανε;

Κι αν δεν ήταν τα φιλιά κάτι σίγουρα ολόδικο του θα υπήρχε εκεί:

Το καθρεφτάκι του, ο νυχοκόπτης του, η χτένα του. 

Ναι η χτένα του, δεν παρέλειπε να χτενίζεται, ευπαρουσίαστος 

ήθελε να μάχεται τον καθημερινό θάνατο και τα επερχόμενα.


Ας ανακεφαλαιώσουμε.

Η ατζέντα με τα φιλιά και η χτένα σίγουρα δεν θα έλειπαν.

Πάντα κάτι χρωστούσε, πάντα κάτι στον μαυροπίνακα της καρδιάς 

σημείωνε για το μέλλον, φοβόταν μην εχθροί το πλησιάσουν.

Τραγικό, απόκληρη έμεινε από φιλιά και χάδια 

κι αυτός έτσι αγέρωχος γιατί για κρυψώνα 

βρήκε μια ασήμαντη τσέπη και δεν τα αποκάλυψε, 

πνοή να της χαρίσει;

Πώς το έκανε;

Όχι αυτός, εκείνη η φταίχτρα. 


Μέμφονταν τον εαυτό της αποκλειστικά.

Αυτός διάφανος, ωραίος, αδέκαστος, άτρωτος θα βαδίζει 

ανάμεσα στις λεμονιές με ένα βιβλίο στο χέρι.

Τουλάχιστον αφού έχασε τα φιλιά ας της έμενε η χτένα, 

θα είχε θησαυρίσματα πάνω:

Λίγες τρίχες απ' τα μαλλιά του, λίγη σκόνη απ' το στενό πηλοφόρι, 

λίγο ξεραμένο αίμα απ' τον κρόταφο.

Ναι αίμα, που σε άλλη τώρα ύπαρξη νύχτες πανσέληνες φανερώνει.

Τώρα πώς θα ταυτοποιήσει τα στοιχεία του, την οντότητα του;

Πώς θα πλησιάσει τα χνώτα του, τους κωδικούς του;


Δεν αρκούν τα όνειρα, άσε που ψευτίζουν το πρόσωπο.

Το αίμα είναι δυναμίτης, 

είναι το κιτάπι του καθενός,

είναι ο κρίκος που θα την έδενε μαζί του, 

παρά τα χάη, αδιαχώριστοι να βαδίζουν κάτω από τις λεμονιές. 

Το ταξίδι

Nikki bungakou


Φύσηξε η μπουρού, λύθηκαν οι κάβοι, τραβήχτηκε η άγκυρα, οι μπουκαπόρτες μαζεύτηκαν και ο κατάπλους ξεκίνησε. Η θάλασσα γαλήνια λίκνιζε το πλοίο. Μελίσσι οι ταξιδιώτες καταλάμβανε κάθε ελεύθερο χώρο του. Πανσπερμία φυλών μάστιζε με τις φωνές και τις κιθάρες τους καταστρώματα, σαλόνια, διαδρόμους και τις καμπίνες του πλοίου. 
Σε λίγο είχαν βγει στα ανοιχτά, τα φώτα της ακτής έμοιαζαν με καντηλάκια ενός απέραντου κοιμητηρίου. Τρεμόπαιζαν κι ήταν σαν να εύχονταν οι νεκροί καλό κατευόδιο. Οι πολυκατοικίες έμοιαζαν με ευθυτενή στη σειρά κυπαρίσσια.
Το πλοίο συνόδευε ένα τσούρμο από γλάρους που έκαναν εκκωφαντικό θόρυβο και σμίγοντας με το μελίσσι δημιουργούσαν μια άνευ προηγουμένου οχλαγωγία.
Στην θάλασσα ζευγάρια από δελφίνια είχαν βαλθεί με τις χορευτικές κινήσεις τους να ξεσηκώνουν τους παλαμίζοντες ταξιδιώτες. Έβγαζαν φωτογραφίες, τα τάιζαν κι αυτά σαν ανταπόδοση έκαναν τις χορογραφίες τους όλο και πιο χαριτωμένες.
Κάποια στιγμή το πολύβουο πλήθος κουράστηκε και τεντώθηκε να κοιμηθεί. Ησύχασε ο χώρος μόνο οι γλάροι και τα δελφίνια συνέχιζαν ανενόχλητοι να συνοδεύουν το καράβι με κρωγμούς κι επιδέξιες πιρουέτες.

Γλιστρούν δελφίνια
η θάλασσα σαν λάδι
μαγική πίστα.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2022

Εξ ουρανού

 Nikki bungakou 


Η ζωή στο χωριάτικο σπίτι ξεκινούσε αχάραγα. Στο πόδι η κυρά Αγγελική κι ο άντρας της ρίχνονταν στην δουλειά. Και τι δεν είχαν να κάνουν. Να ποτίσουν τα ζαρζαβατικά, να καθαρίσουν τα νεκρά φύλλα απ' τα λουλούδια, να ανοίξουν τις κότες και να τους πάνε τροφή και καλαμπόκι.

Ξυπνητήρι τους το κοκόρι που αξημέρωτα ακόμη τους ξυπνούσε. Αγαπούσαν αυτή την ώρα και ποτέ δεν τους διέφευγε να δουν τις πορφυρές γάζες της ανατολής, και φευγιό της πούλιας.

Σήμερα ξύπνησαν αργά. Ο ήλιος είχε βγει στις στράτες. Το κοκόρι δεν λάλησε.

Πετάχτηκαν έντρομοι από το κρεβάτι τους και πήγαν στο κοτέτσι. Φοβισμένες οι κότες κακάριζαν, ένας πανζουρλισμός. Στο έδαφος είδαν διάσπαρτα φτερά και αίματα. Ο άρχος του κοτετσιού είχε γίνει βορά ενός αρπακτικού. 

Άκουσαν φτερουγίσματα, κοίταξαν ψηλά, μια γερακίνα πραγματοποιούσε χαμηλές πτήσεις. Φαίνεται πως η γκούσα της ξερογλύφονταν και για άλλο μεζεδάκι. Χτύπησαν δαιμονισμένα τους γκαζοτενεκέδες, έφυγε. Ένα δάκρυ τους έφερε πίσω στο σπίτι.

Σιγή της πέτρας 

νυχτερινή εισβολή

ράμφος φονικό.

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Η ψαριά

 haibun


Φόρεσε το ψάθινο καπέλο με την σατέν κορδέλα και κατέβηκε τα ασβεστωμένα σκαλοπάτια του σπιτιού της. Το ποδήλατο ήταν αραγμένο κάτω από τη γέρικη μουριά πλάι στο πηγάδι. Σκούπισε την σέλα που η βατομουριά της μάντρας είχε λερώσει. Πήρε μαζί την απόχη της. Πάτησε πετάλι κι έφυγε με προορισμό την κοντινή λίμνη.

Καβούκι λεπτό
τα σαλιγκάρια σέρνουν -
βροχή πέρασε.

Ήταν πρωινή η ώρα και στην βόλτα της δεν συνάντησε κανένα να πει μια καλημέρα. Ο δρόμος ίσιος μόνο στα τελευταία χιλιόμετρα υπήρχε μια κάθετη ανηφόρα. Βάρεσε ορθοπεταλιά. Οι γάμπες της πόνεσαν και η αναπνοή της επιταχύνθηκε. Σταγόνες ιδρώτα λαμπυρίζανε στο μέτωπο της, σκουπίστηκε.

Ξερά τα φύλλα
στριμωχτήκαν στην άκρη-
νεκρές οι ψυχές.

Ένα ελαφρύ αεράκι φυσούσε σαν στροβίλισμα πεταλούδας. Έφτασε στην λίμνη. Τα νερά ακύμαντα την προκαλούσαν να ριχτεί μέσα τους. Ένα ζευγάρι βατράχων είχε πάρει θέση πάνω σε ένα ανθισμένο νούφαρο. Περίμεναν τις πρώτες αχτίδες του ήλιου για να λιαστούν και να διώξουν το πούσι της νύχτας απ' τα σώματα τους.

Κόκκινα σπόρια
κατάμεστη η ροδιά -
ποντικού ουρά.

Έβγαλε τα σαντάλια της και βούτηξε τα πόδια της στο νερό. Ήταν δροσερό μιας και την προηγούμενη μέρα είχε ξεσπάσει καταιγίδα. Δεν άργησε να βρεθεί στα γαλαζοπράσινα νερά. Ένα κοπάδι από γριβάδια της χάιδεψαν τα πόδια. Έπιασε αρκετά στην απόχη της. Λαχταριστός ο τηγανητός μεζές, το μεσημέρι, χόρτασε αυτή και την γάτα της.

Κίτρινη φούστα
ετοίμασαν οι λεύκες -
υψηλής τέχνης.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

Οι χρυσοί κοπτήρες της γιαγιάς

 Κάθε φθινόπωρο που η σοδειά απ' τα ρόδια 

έμπαινε στα τελάρα για να πουληθούν στην αγορά

έπαιρνα δέκα από αυτά (πάντα δέκα) 

για να τα αποξηράνω στον ήλιο.


Τέχνη να αποξηραίνεις ρόδια, τα κρεμούσα 

σε κορδέλες κόκκινες και διάλεγα τον ήλιο 

του Νοέμβρη που είναι πολύτιμος αλλά και σπάνιος.

Αφού η φλούδα τους ξεραίνονταν κι ήταν έτοιμα 

τα τακτοποιούσα σε ένα ξύλινο κασελάκι 

που είχε πάνω του ανάγλυφο έναν μονόκερω.    


Τα κρατούσα για γούρια της πρωτοχρονιάς.

Βροχή έπεφταν τα ρόδια χρωματίζοντας πατώματα 

και τοίχους μα και τα μάγουλα στην ασπρόμαυρη 

φωτογραφία της γιαγιάς.

Οι ευχές κρυφογελούσαν, τις έβλεπα πίσω 

από την μεγάλη κληματαριά 

που γυμνή την υπομόνευε το ξεροβόρι.


Κάποια φορά, πριν την γιορτή, χαράματα ήταν 

άνοιξα το κασελάκι.

Τα ρόδια αναπαύονταν με ρόδινη την φλούδα τους. 

Πριν κλείσω το κουτί παρατήρησα κάτι να γυαλίζει.

Ένα ρόδι ήταν μισάνοιχτο κι ανάμεσα στους ρουμπινένιους 

σπόρους διέκρινα δυο χρυσούς κοπτήρες.

Ήταν οι κοπτήρες της γιαγιάς (έφεραν το μονόγραμμά της)

απόρησα λίγο μα γρήγορα συνήρθα και κατανόησα.


Η γιαγιά με τις συχνές επισκέψεις της στα όνειρα μου 

φαίνεται πως κάποια νύχτα αποξεχάστηκε ή το ήθελε 

και λησμόνησε να πάρει μαζί της τους μυτερούς κοπτήρες 

που ακόμα και τα αμύγδαλα δεν τους αντιστέκονταν.


'Έκλεισα το κασελάκι αφαιρώντας τους.

Ο χρυσοχόος τους έδεσε, τους έβαλε κρίκους 

κι εγώ τους πέρασα στην βαριά χρυσή αλυσίδα  

απ' τα αρραβωνιάσματα της.

Από τότε μπορώ να ανοίγω φλοιούς από μύγδαλα 

μα προπάντων να σπάω το σκληρό περίβλημα της μοναξιάς.

Η γιαγιά είναι μαζί μου, στον λαιμό μου, στον αγώνα μου. 

Φαινομενικά και στα επόμενα ρόδια που θα αποξηράνω

θαρρώ θα το επαναλάβει. .

Οι τραπεζίτες της μου φέρνουν για πιο πρακτικοί.   

Ο αρωγός

 Nikki bungakou


Το φευγιό του άντρα της άφησε πίσω ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Της έμειναν μόνο δυο τρεις φίλες και τα οικόσιτα ζώα της. Ένα κυνηγάρικο σκυλί και ένας σταχτής γάτος που περιμάζεψε από τους δρόμους. Γύρισε σελίδα κι αφιερώθηκε στα ζώα και δη στα αδέσποτα. Αγαπούσε πολύ όλα τα όντα.
Φέτος γνώρισε μια μεγάλη έκπληξη. Ένα ζευγάρι χελιδόνια ήρθαν να χτίσουν την φωλιά τους στο μπαλκόνι της. Παρακολουθούσε με τι τέχνη έχτιζαν την φωλιά τους κι ευφραίνονταν από τα τιτιβίσματα τους. Δεν άργησαν να φανούν οι νεοσσοί. Θαύμαζε το πήγαινε έλα των γονιών για να τους φέρνουν τροφή.
Μια μέρα συνέβη ένα πρωτόγνωρο γεγονός. Ένας από τους νεοσσούς έπεσε απ' την φωλιά του. Πρώτος τον ανακάλυψε ο σταχτής γάτος που αντί σύμφωνα με την φύση του να τον κατασπαράξει ήρθε στα πόδια της νιαουρίζοντας επίμονα.
Σαστισμένη βγήκε στην αυλή κι είδε το μικρό πουλί κάτω. Προσεχτικά το ανέβασε στα αδέρφια του. Ο γάτος της γουργούριζε ικανοποιημένος. Τον χάιδεψε και σαν ανταμοιβή του έδωσε μια ολόκληρη τσιπούρα που μόλις είχε ψήσει.

Στήσανε φωλιά
μαυρόασπροι άγγελοι
στεγνός ο πηλός.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

Ένας ιδιότυπος κήπος

 Nikki bungakou


Είχε ένα ψαροκάικο ο καπετάν Ανέστης. Λεβεντάνθρωπος, χρόνια χήρος όργωνε τις θάλασσες. Δυο νοματαίοι ήταν, η κόρη του κι αυτός. Η γυναίκα του πέθανε στην γέννα, το κοράσι επέζησε. Δεν ξανάφτιαξε την ζωή του. Μεγάλωσε τη θυγατέρα του και για όνομα της έδωσε το όνομα της αδικοχαμένης. Μαρίνα, έτσι ονομάτισε και την βάρκα του.
Άσπρισε πάνω στο σκαρί κι η βάρκα του χτυπημένη χρόνια από την αρμύρα έμπαζε νερά απ' τα ύφαλα. Δεν του έκανε καρδιά να την αφήσει να σαπίσει. Καλοτάξιδο σκαρί, του έδωσε αφειδώλευτα πόρους για να ζήσει την οικογένεια του.
Την πήρε στην αυλή του. Έφερε χώμα αφράτο, χωνεμένο φουσκί και κάλυψε ως πάνω το σκαρί. Θα έφτιαχνε έναν λουλουδόκηπο. Τι δεν έσπειρε μέσα, εποχικά λουλούδια κι ένα χιώτικο γιασεμί να μοσχοβολά το νησιωτικό σπίτι.
Μεγάλωσαν τα άνθη και το γιασεμί χρειάστηκε πασσάλους για να αναρριχηθεί. Κάθε πρωί έκοβε κι από ένα κλωνάρι γιασεμιού και το πήγαινε στην κυρά του. Δεν την απολησμόνησε στιγμή κι άσβεστο έμενε το καντήλι της. 

Παλιό το σκαρί
παροπλισμένο στέκει
σειρές η μπογιά.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

Σομόνκα

Λησμονιά


Κίτρινα φύλλα
πλανιόνται μες τον δρόμο
μάγος άνεμος
την υδρία γεμίζω
μαραμένα σ' αγαπώ.

Άπονη καρδιά 
βουητό του ποταμού
λιγοστός ύπνος
νερό της λήθης ήπιες
αρμυρισμένο δάκρυ.

*
Ματωμένος έρωτας

Κόβει η λάμα
λαβωματιές αγάπης
κρουνός ανοιχτός
σφαλνώ πώμα υδρίας 
της γης νερό σου φέρνω.

Άπατα νερά
κολυμπούν τα δελφίνια
κόκκοι αλατιού
διψασμένη καρτερώ
πηγαδίσιο το νερό.