Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

οι οριζόντιες προσωπίδες



Όταν τα μάτια σου
Εξαγγείλουν
Το ψέμα 
Θα ντυθώ 
Την σιδερένια σου 
Προσωπίδα 
Δεν θα με αναγνωρίσεις 
Όσο κι αν ποθείς 
Τη διαύγεια 
Της γόνιμης σάρκας μου.. 
Τα πορτοκαλάνθια  της λήθης 
Θα έχω ντυθεί 
*
Μικρά ψάρια 
Αιωρούνται στον ορίζοντα
Οι αστραπές της φυγής 
Ξεκουράζονται 
Στα χρυσά τους λέπια 
Λευκαίνουν τα μάτια τους
Με τις ψηφίδες του ορείχαλκου 
Μακάρια τα ψάρια 
Λιπαίνουν  τη χλόη 
Του αστέρινου γαλαξία 
Με αίμα γαλαζωπό εμβρυογενές 
Δίνονται στον έρωτα
Σαν αιώρες θνησιγενείς
Επιστρέφουν στο φως
Εκεί που η θάλασσα 
Τινάζει τα αφρώδη σεντόνια της 
Στο κόλπο της Αιολικής πέτρας 
Τα ψάρια αναπνέουν 
Τις φιγούρες 
Των αρματοφόρων σύννεφων
Και κονιορτοποιούνται
Σε ψήγματα ανθρωπινής σιγής 
*
Λιθοβολούσαν τον άνεμο 
Άρμενα νοτερών 
Ναυαρχίδων 
Απόβαση 
Σε κοραλλιογενείς νήσους 
Προσχεδίαζαν οι φανοστάτες 
Χωρίς ούτε έναν αποστάτη 
Στο εφαλτήριο τους 
Αδημονούσαν οι λαοί
Η γη ένα δώμα ασημόκρουστο
Σώπαινε
Κανείς δεν την προειδοποίησε 
Για το ταξίδι 
Της απατημένης αγάπης 
Ο αποσπερίτης ανέβαζε
Τις πράσινες γαζέλες 
Της σαβάνας 
Οπισθοχωρούσε  ο ορίζοντας 
Σαν κάτωχρος σκύλος 
Είναι βουβός ο πόνος 
Κάτω από το χώμα   

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

η μυσταγωγία των ωκεανών

Μέσα σε ταπεινά απόσκια νησιά σε αγαπώ

Εκεί που δεν καταδέχονται

Να ρίξουν τα ακριβά τους βλέμματα

Τα δελφίνια

Είσαι εκεί και παντού

Φιγουράρει το σκίτσο σου

Πάνω στους υγρούς αμμόλοφους

Και μέσα στα αρμυρίκια βοούν

Οι σπινθήρες από το δικό σου αίμα

Το ακρόκυμα κρατάει στις αψίδες του

Τα άδεια σου μπράτσα

Κάθε βράδυ μιλάς με τα γλαροπούλια

Μου είπες

Κι έχεις για συντροφιά σου το γέρο καπετάνιο

Με το σπασμένο τιμόνι

Εκκολαπτόμενες μέδουσες διεισδύουν

Στις παρανυχίδες των δακτύλων σου

Για αυτό σε αγαπώ με πόνο και τρέλα

Ο γέρο καπετάνιος σου ιστορεί

Για πολλοστή φορά

Τα καραβίσια βάσανα

Τις γοργόνες που αγάπησε κι άφησε

Και τις βέρες που χρωστάει ακόμα

Σε μια νέγρα στο Κονγκό

 

Τα καρνάγια άδειασαν μονομιάς

Ένα βράδυ

Απέπλευσαν στόλοι πλοιαρίων

Αυτός μοναχικός σέρνει τα βήματα του

Και κολυμπά πάνω στην πλάτη

Της στεριανής αρμύρας

Θα λιποταχτήσω από τη ζωή

Σου είπε μια μέρα

Την κρύα νύχτα δεν θα δεχτώ

Στο προσκεφάλι μου

Θα λιποταχτήσω από τις παράγκες

Που κρύβουν

Τα ακάνθινα στεφάνια των αχινών

Θα λιποταχτήσω από τις ισχνές στεριές

Για να βρω τον σταυρό του πόντου

Καρφωμένο ξανά πάνω στα τατουάζ μου

Πριν με αφομοιώσει η σκέπη

Των θαλασσίων μνημάτων και φύγω...

 

Εσύ, οι γλάροι κι ο καπετάνιος

Οι μόνοι μου φίλοι

-Σε αγαπώ με πόνο-

Ίσκιους κυνηγάς και δισκοπότηρα

Θρυμματίζεις πάνω στο μεθύσι σου

Παρηγοριά σου το άρωμα της μυρτιάς

Κι ο μίσχος της πικροδάφνης αδερφός σου

Σε βλέπω

Σε προσέχω

Σε γεύομαι 

Αντίσταση δεν φέρνεις

Σε βλέπω

Σε προσέχω

Δεν σε χορταίνω

Τα χιονισμένα σκίνα δεν προσκυνάς

Σε βλέπω

Σε προσέχω

Σου δίνομαι

Και δυο κρυστάλλους αλατιού

Κρατώ κρυμμένους

Σε μελανόχρωμα αγγεία

Θα έρθω κοντά σου γιατί αξίζεις

Μια λόγχη φως από το τηλεσκόπιο

Της αυγής

Εγώ, εσύ, ο καπετάνιος κι η ισχνή στεριά

 

Θα έρθω κοντά σου

Αρκεί να μάθω στα δελφίνια

Τις ελικοειδείς σπείρες των νησιών σου

Αξίζουμε μια βόλτα πάνω στη ράχη τους

Μόνο πρόσεξε το σχήμα της μεγάλης άρκτου

Σαν παίρνει τη μορφή μιας ολόδροσης καρδιάς

Είναι η δική μου που στα μέρη σου φτάνει

Δεν θα αργοπορήσω

Θα αναδυθώ μες από το πέλαγος σαν Αφροδίτη

Κρατώντας στα χέρια μου

Τα μονοκοτυλήδονα  του Έρωτα μας

Σε θέλω σε εμπεριέχω ανήκω στο αίμα σου

Και δώρα ακριβά της σάρκας θα σου χαρίσω

Σε θέλω σε εμπεριέχω κρατάω τη στάχτη σου

Κι αποδομούμαι

Σε αγαπώ με πόνο

-Έσταξες θάλασσα πάνω στα μάτια μου-

Μέσα σε ταπεινά απόσκια νησιά

Καρτέρεψε με!

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

αμαρτύρητοι στίχοι



Τρία νεκρά κορίτσια έστησαν μια αναθηματική στήλη

Για τον αρχάγγελο του κήπου 

Μέσα στην θαλάσσια δρόσο της αυγής

Βγήκαν χιλιόχρονα ιστία

Με σφραγιστά τα ονόματα των πλοιαρίων 

Ανακόλουθος ο πόνος πισωγύριζε δειλά

Τους κύκλους της ενόρασης στη λάμψη       

Στιχουργήματα παρακλητικά και δασώδεις ύμνοι

Φλυαρούσαν πάνω στα χείλη 

Του απεσταλμένου αρχάγγελου 

 

Μην αποσπάσεις το ορφανεμένο βότσαλο

Από το έγκλειστο δάκρυ της ζωής

Φύλαξε βαθειά στο αίμα σου

Την κρήνη της εμπόλεμης σκηνής

Έτσι που να μην απεργάζεται

Τις κρύπτες των αδένων σου  

Έπειτα στην μάχη δώσου ακμαίος

Και ετοιμότατος  

Μάζεψε άναμμα από της φυγής το αμπέλι

Για να μην κυρτώσει η ευλογία

Της ελιάς πάνω στο είδωλο της λίμνης

Πάρε χαράκι και στιλέτο της αστραπής

Και βίασε τις λευκές ομπρέλες

Που έκρυψαν για πάντα τη μορφή της ζωής 

Και τις αιθέριες γλύπτριες του σήμαντρου

Γαλούχησε τα έμβρυα του ναού

Με το στημόνι της επίγνωσης

Κι άφησε ελεύθερη τη γη να γεννοβολά

Κρινάκια με μαύρους ύπερους

Στη ράχη της αχιβάδας χάραξε έναν χρησμό

Και τον βραχώδη ρόγχο του Τρίτωνα

Και όταν κάποια  στιγμή θα έρθουν οι ξένοι

Από της Ρηνανίας τα μέρη

Φίλεψε τους φασκόμηλο μέντα αχνιστή

Και διοσμαρίνι κρύο

 

Τρεις ξένοι από τα χωριά της Ρηνανίας

Αναθυμούνται τις πλαγιαστές πλάτες

Των ερωμένων τους και σιγούν

Πάρε ένα θυμητάρι φως από την εικόνα

Της γλώσσας

Το στερνό γράμμα από την άνω πόλη

Κι ύστερα αφάνισε μονομιάς

Τις λέμβους της φραγκοσυκιάς

Σαν να ήσουν από χρόνια θαλασσοπόρος

Και μαχητής της αργίλου

Ένας πεισιθάνατος έμπορας της ευστάθειας

Πάρε βαμβάκι που αστόχησε στην αιθάλη   

Και πλύνε τις πληγές στο μηρό

Του αγεφύρωτου  πόντου

Σήκωσε αχούς και τραγούδια

Την ώρα που τα παιδιά κλαίνε

Την ιλαρότητα του ηλιοβασιλέματος

Κούρντισε το τριζόνι στο κύμβαλο της μέρας

Για να αποκτήσουν ζωή οι αναστημένοι αδερφοί

 

Με πείσμα και τέχνη τράβηξε τη βαριά

Που βρήκε πάνω στις αμυχές του αιματίτη 

Έτσι θα έχεις δυο περιστέρια που θα τσιμπολογούν

Τη χολή του έρωτα σου

Κι έναν αποστολέα γέρο και τυφλό να σου θυμίζει

Τα αλληλούια της λαβωμένης σιταρήθρας

Στάσου κοντά μου όταν σου μιλώ

Για τα κοντόκλωνα δέντρα της αλέας

Κι όταν το δάχτυλο ακουμπήσεις

Πάνω στο μάρμαρο

Δεν θα καείς

Ένα αποτύπωμα θα αφήσεις μόνο

Του εσφιγμένου πόθου

Κι όταν αρχίσεις να αναζητάς την ηδονή

Της εκπνοής

Εγώ θα είμαι η πρώτη που θα σου παρασταθώ

Με χέρια βέβηλα

Και πόδια αποστατούντα

Και μάτια βαθυγάλανης φλέβας

 

Θα είμαι εκεί δίπλα στα πέτρινα

Μνήματα των κορασίδων

Να επιτηρώ την ανάληψη της Άγιας πέτρας

Με μόνο στολίδι τη διαιρεμένη φωνή μου

Αναζητώντας τις πατρικίες των αθανάτων

Για σένα ήταν οι χαράξεις πάνω στην στήλη

Ο αρχάγγελος έφυγε δαγκώνοντας τα χείλη του

Ώσπου έσταξε αίμα

Άοπλος από πάθη τράβηξε

Για το οφίκιο της λησμονιάς

Σε σένα έλαχε ο κλήρος μιας δεύτερης ζωής

Πρόσεξε μόνο η ετεροθαλής αδερφή σου

Σμιλεύει με το χώμα παγωμένα ανθάκια

Κυκλάμινου

Και κρουστούς λαιμούς εδωλίων

Μην παραπλανηθείς από τα ζυγωματικά της

Κι  έλα την ώρα που το πεπρωμένο

Του ενάλιου όρκου ορίζει 

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

η γητεία της ανεμώνης

"Αλυσοδεμένος ο έρωτας πάνω στην ούγια της γης"



Στους αρμούς των δακτύλων μου

Μουσκεύουν τα δικά σου ρόδα

Ένα βράδυ σάλπαρες για τις

Ωκεάνιες φωλιές των αστερισμών

Η καραβίσια αρμύρα έγλειφε

Τις πληγές στα υπέρθυρα των ματιών σου

Ο φανός της μέρας κομμένος στα δύο

Λιποτακτούσε σβηστός στα χάη   

Που ταξιδεύουν τα μάτια σου;

Σε καρτέρεψα

Στις θαλασσινές αγκαλιές των σπηλαίων

Σε γεύτηκα

Σε ουρανίσκους άμωμων παρθένων

Σε λαχτάρισα

Σαν το έμπυο δάκρυ των μεθυσμένων ωρών

Σε λάτρεψα

Σαν που λατρεύουν τα μωρά τη ρώγα της μάνας

Δεν ήρθες


Φύσηξε βοριάς μες τη χοάνη της ψυχής

Άσπιλα όνειρα άνοιγαν μαύρες φτερούγες

Στη γραμμή των χειλιών μου είπα να σε κρύψω 

Να μη σε ψαύσει ο κρύος βλαστός της νύχτας  

Πρωινός αναβάτης εσύ το άρρητο ρίγος προσπερνάς 

Σαν άγρια βλαστωμένη πέτρα θα σε αναζητώ

-Άμπωτης των κουρσάρων θα γίνω πριν πνιγώ-

Πυρρόχρωμο η μάνα της νύχτας μου έστειλε ένα νεύμα

Ο έρωτας μου είπε ζει βαθιά μέσα στο ασήμι της ελιάς

Εκεί που ξεψυχά το τριζόνι της μοίρας

Το έχασα το στοίχημα με το άρμα του  ήλιου

Κι έμεινα μόνη με σαϊτιές να περιφράζω

Την όμορφη εικόνα σου


Την υπεροπτική ανεμώνη θα αγαπήσω τώρα 

Και τις βυθισμένες ανεμότρατες της Βιθυνίας

Ο άλιος καβαλάρης με προσπέρασε γελώντας 

Αλυσοδεμένος ο έρωτας πάνω στην ούγια της γης 

Αναριγεί πνοή καυτή της λήθης  

Δεν θα δειλιάσω στον εξώστη θα παραμείνω

Του απρόσμενου κόσμου μασώντας το σταυρουδάκι 

Του ματωμένου δίφθογγου

Μια πένθιμη ιέρεια της μοναξιάς θα γίνω

Να καρπίζω αργά την γητεμένη ανάσα

Της Περιβλέπτου οδύνης 

Έχοντας μοναδική συντροφιά την τρίαινα 

Του Ταινάριου Ποσειδώνα

Στους όρμους των δακτύλων μου

φυτρώνουν τα δικά σου ρόδα

 

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

οι αμυχές της Αλόης (μονόλογος)


Με τον καιρό κύρτωσαν οι αμυγδαλιές

Στο ανεμοστάσι της πλατείας

Μια μεγάλη οπή προεξείχε στους άλκιμους

Πόρους του κίτρου

Η μαρμάρινη πηγή ανάβρυζε σαρκώδη χείλη

Μηρούς κι οσφύες λουλουδιών

Χρόνος δεν περίσσευε για να γυρίσει η αναλαμπή

Του ήλιου στο μετάξι της σκαπάνης

Ένας πλανόδιος αιώνιος αχινός

Ορέγονταν τη κάψα του μυδιού

Και την ζεστή αιθάλη των κυμάτων

Ο πρωτογιός άπλωνε τα λευκά του ρούχα

Στις κλειδωνιές της νύχτας

Όλοι ήταν εκεί κανείς δεν περίσσευε

Ο ιεροκήρυκας με το στιλβωμένο δωδεκάποντο

Ο ταχυδρόμος με τους διαμαντένιους ιμάντες

Ο πειρατής με την μεσαιωνική στάχτη

Κι ένα παιδί που ανάδευε το σιδερένιο

Λοστό της γλώσσας

Ακούστηκαν φοβισμένα βήματα

Ανάσες κοφτές και ραγισμένοι αγκώνες

Κοντοστάθηκα να αφουγκραστώ

Πλησίασε ένας αναψοκοκκινισμένος

Αγγελιοφόρος

Στην Ισπανία μου είπε τέτοια εποχή

Πακετάρουν στα τρένα δέρματα αντιλόπης

Και στην πατρίδα της γεωμετρίας

Ακούραστοι σφουγγαράδες ανεβάζουν

Συμμετρικούς νυχτόβιους ύμνους λατρείας 

Πιάστηκες με δειλία από την φούστα μου

Με παρακάλεσες

Δεν θα έρθω σου είπα

Ειδικά απόψε που στο ελατοδάσος

Βράζει αργά ο μούστος του δεκαπεντασύλλαβου

Γράφω στίχους και με αυτούς εξαγοράζω δυο πόντους

Τριμμένης μουσελίνας

Έτσι επιβιώνω


Θα στο χαρίσω το κορμί της αρμύρας

Όταν στα ναυπηγεία οι αχθοφόροι

Θα μεταγγίζουν αίμα στην καρδιά της καρίνας

Να έχεις λίγο φως να περπατάς

Λίγο δάκρυ να ξοδεύεις

Κι ανάστημα οξιάς για να μετράς τον κόσμο

Μου αντιγύρισες ένα χαμόγελο

Και την βουβή τρέλα ενός ποδηλάτη

Πατρίδα δεν ήσουν

Ανάμνηση δεν έγινες

Ήσουν μονάχα ένα αρχαίο σκάφος

Με την πνοή της αλισάχνης στο χέρι

Από μακριά ακούστηκε το καμπαναριό

Του άγιου Νικόλα

Άδειασε η πλατεία

Ένα επιλήψιμο ψέμα μονάχα χόρευε ανάλαφρα

Πάνω στο φρεσκοβαμμένο παγκάκι 

Στα μάτια του το απολίθωμα του χτεσινού φιλιού

Στα χεριά του η μαρτυρία

Του διωκόμενου ποιητή

Και στα πέλματα του η δόξα του εαρινού έρωτα

Μείναμε λίγοι πάνω στη γη 

Εγώ εσύ κι ο ναρκωμένος φαροφύλακας

Θα τη κρατήσω την υπόσχεσή μου

Κι αύριο θα σου χαρίσω οριστικά

Τις βουερές βουκέντρες του στίχου

Φτάνει να φέρεις μαζί σου τα ομοιοκατάληκτα

Σπιρούνια του Κένταυρου

Φυλάξου απλά από τις πολυδαίδαλες

Αμυχές της αλόης

Κι έλα στην ώρα της αμυγδαλιάς

 

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

πλην έρωτος


Άφησε τα γυαλιά του δίπλα στη παλιά τσαγιέρα

Μόλις είχε τελειώσει ένα διήγημα

«πλην έρωτος» ο τίτλος

Μια παρελθούσα μέρα κάθισε πάνω στην τσάκιση

Του παντελονιού του σαν εμβρόντητη συνοδός 

Αναδιπλώσεις του δάσους δονούσαν το σπίτι

Περίφραγμα με έμπλεες  πεταλούδες

Κέδρινα χέρια περπατούσαν στο κορμί του

Πονούσε σαν όστρακο κλειστό στους πλάγιους φόβους 

Στη αμμουδιά τον χλεύασαν οι τραυματιοφορείς

Προχτές στο φορείο του δικέφαλου Αδερφού

Ξεχώρισε την παλιά του ιματιοθήκη

Είχε σκουριάσει από τη πολύ χρήση

Κουρνιαχτός του ιδρώτα

Τα ιμάτια του λίγα κι εκλεκτά

Βυθίζονταν στο βαμβάκι της αρχαίας πανοπλίας

Του περίσσευαν απλά δυο πόρπες ασημένιες

Ανοιχτά του Παγασητικού

Το φεγγαρόφωτο έμπαινε στο σπίτι

Η κουρτίνα τραβηγμένη στη φορά του ανέμου

Λογάριασε τα λόγια του

Λόγια οργής

Σώπασε δεν έπρεπε να μιλήσει

Μια αύρα χήρα παράστεκε το νεκρό παιδί

Στο απέναντι πανδοχείο

Σώπασε δεν έπρεπε να μιλήσει

Ο θάνατος επόπτευε την οξιά του κήπου

Έκοψε δυο πόντους τη καντηλήθρα του ουρανού

Ανήλεη η κάφτρα παραμόρφωσε το πρόσωπο του

Σπίνθηροι τα μάτια του

Τα μαλλιά του άκαυτα προγονικά σπίρτα

Περιεργάστηκε τα κουτάκια

Ένα πράσινο χλωμό του φανερώθηκε

Σαν φέτα στυφού αχλαδιού

Τα δάκτυλα του ονειρώξεις νυχτερίδων

Κιτρινισμένα από το καπνό του μπαρουτιού

Τα γόνατα του υγροί στρατώνες που εκπαίδευαν

Τους αλιείς του μέλλοντος

Και τα αφτιά  του βραχώδεις σιωπές του φραγκόσυκου

Ώρα δύο τα μεσάνυχτα

Ακάνθινος ο έρωτας

Αιχμηρή τσακμακόπετρα η λύπη στο δόντι της νύχτας

Πυορροούσε

Πλην έρωτος ψιθύρισε

Πήρε το γραφτό του

Το ψαλίδισε στα 4 στα 8 στα 16 στα 24

Άρχισε να το πετάει ψηλά 

Ένα πάλλευκο χιόνι απλώθηκε στην οδύνη της ψυχής

Βγήκε από το σπίτι με μεθυσμένο χαμόγελο

Κι άρχισε να ανηφορίζει στη θράκα του γαλαξία

Στα μαλλιά σκόρπια μικρά χαρτάκια

Ανάπνεαν τη ζεστή μελάνη της πένας

Θυμήθηκε τη τσαγιέρα τα γυαλιά του

Τη μικρή καντηλήθρα το τεμαχισμένο του πρόσωπο

Τα διχασμένα κόκαλα του που άσπριζαν σαν κιμωλία

Στον αγκώνα του τυφλού ποιητή

Βγήκε στο λιμάνι και μοίρασε τα αντίτυπα του

Στους διαβάτες της προβλήτας

Ανάλαφρος απέπλευσε στα χέρσα πεδία

Των μελλοντικών αστερισμών

Σαν αήθης φαρέτρα θανάτου 

Μπροστά στο σκούρο μάτι του πόντου 

Πλην έρωτος ψιθύρισε αργά...

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

οι έλικες της φαντασίας

Στις κορυφές του ήλιου σε συνάντησα
Εκεί που πνίγεται η πυραμίδα τουΤαΰγετου
Ακμαία και σθεναρή όπως πάντα
Χιόνι έπεφτε πυκνό κι ένας αέρας γρέγος
Φυσούσε δυνατά
Σωστή χιονοθύελλα
Στα εσωτερικά δώματα της ηλιακής μου
Ηλικίας άσπρα είδωλα μαγνήτιζα
Ένας χιονάνθρωπος περιέθαλπε με στοργή
Μια τρέμουσα ηλιαχτίδα
Σαν αυτές που συναντάς Σάββατο απόγευμα
Στα μανουάλια της Αγίας Θέκλας
Μια χιονοθύελλα στον ήλιο
Ταράχτηκες
Το σύμπαν είναι δικό μας σου είπα
Δεν υπάρχει γη ουρανός στερέωμα
Μόνο ο βυθός της καρδιάς
Και το τραγουδισμένο ηλιοκυκλάμινο
Του άπληστου Νοέμβρη
Περιέπαιξες τις επιλογές μου
Το τόπο διαμονής μου
Και την φουρτούνα των αποστάσεων
Κι άρχισες κάτι να ψιθυρίζεις αργά
Δεν σου μίλησα
Φοβήθηκα την προαιώνια έχθρα
Του σύννεφου
Όταν κοιμάσαι να ξέρεις ένας ηλίανθος
Κεντά με αίμα το προσκεφάλι σου
*
Από καιρό σου υπόσχομαι μια δεύτερη
Απόδραση στον ήλιο
Μόνο μάθε να ιππεύεις τον στίχο
Και την άχρονη αβεβαιότητα του ταξιδιού
Τη πρώτη φορά ήσουν πολύ φειδωλός
Άκουγες μόνο τα σφυριά του πυρήνα
Κι έκρυβες το βιολί και τα δοξάρια των αχτίδων
Στο αεροστεγές ερημοκλήσι
Χωρίς προειδοποίηση θα έρθω να σε πάρω
Στον ήλιο κατοικούν μόνο οι ποιητές
Και οι μακάριοι φοίνικες της ένδοξης πόλης
Μη φοβηθείς το υψόμετρο
Συγκλίνει με τα μάτια σου
Που ευωδιάζουν βουνίσιο τσάι
Μέντα και αλυγαριά
Δώρα πολλά θα σου χαρίσω
Στο κάτω - κάτω ένα ηλιοστεφάνι
Το δικαιούσαι
Μόνο που τα χέρια μου βιάστηκαν
Να το φτιάξουν
Το χάρισα αλλού
Στον μικρό επαίτη του Αυγούστου
Που τα μυαλά του λένε σάλεψαν
Από έρωτα βαθύ
Στις συκομουριές του ήλιου καινούριο
Θα σου πλέξω
Μην με αρνηθείς!
Πάντα στα όνειρά μου σχεδίαζα φωτοστέφανα
Γνωρίζω τη τέχνη της αγαθοεργίας καλά
Σίγουρα θα έρθεις μαζί μου
Στα φοινικόδεντρα της φαντασίας σου προσπέφτω
*
Στις εσχατιές του ήλιου λούονται
Νεκρά κορίτσια
Ηλιομήκυτες
Αναπαύονται στα σπλάχνα τους
Και μια ηλιόπετρα είναι ο επιτάφιος λίθος τους
Μην φοβηθείς το αδράχτι της μοίρας σου
Στα τραχιά μπράτσα της γέρικης ελιάς
Παραδώσου
Εκεί που ζει η νεροποντή των αχτίδων
Και πελώριοι έλικες που σπρώχνουν τη ζωή
Στους δρόμους της ηλακάτης
Βγάλε μόνο τον οψιδιανό από τις αποσκευές σου
Και κάποια τετριμμένα «σε αγαπώ»
Είναι δύσβατος ο δρόμος και ελικοειδής
Σαν το περίβλημα του κοχλία
Μόνο μη παραλείψεις τα ακούραστα μαντολίνα
Των τζιτζικιών και το σπασμένο
Γλωσσίδι της καμπάνας
Σίγουρα θα έρθεις με δυο φτερά χρυσαετού
Στο χέρι να σου στολίζουν τις παγωμένες
Αναμνήσεις
Κρησάρισε λίγο Φως για το δρόμο
Έτσι για προσφάι
Στις κορυφές του ήλιου σε συνάντησα
Εκεί που πνίγεται η πυραμίδα τουΤαΰγετου
Ακμαίο και σθεναρό όπως πάντα

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

αντικρίζοντας τον ουρανό

Τρεις κρυστάλλινοι άγγελοι έρχονται
Κάθε βράδυ στον ύπνο μου
Κρατώντας στα χέρια τους σταφύλια
Από τους στοιχισμένους αμπελώνες
Της Μεσογείου
Ο πρώτος σφυρίζει στο αυτί μου
Μελωδίες από το μάτι του αυλού
Ο δεύτερος απλώνει στα μάτια μου
Τις διάφανες βουκέντρες του μικρού χωρικού
Που πνίγηκε ένα βράδυ στην ουρά του σύννεφου
Κι ο τρίτος ο μικρότερος
Μελετά τα αρχαία πηγάδια
Ρίχνοντας πετραδάκι – πετραδάκι
Τις χρυσές μου ώρες στο στόμιο του φεγγαριού
Τρεις άγγελοι με βαριά φτερά μελετούν
Στα όνειρα μου
Τον παρελθόντα κάματο
Και της Αυγής το αγγείο
Αναγεννησιακά μωρά τους συντροφεύουν
Κοπέλες με αιματοβαμμένες φτέρνες
Όταν ξυπνώ αφήνομαι στο πέταγμα τους
Κρουστά μέλη υγιή και άλια
Ολονυχτίς τρεις άγγελοι μειδιούν
Στο προσκεφάλι μου
Με γκρίζα αστραπόμορφα σώματα
Ένα καλάθι με πέρλες και φίλντισι
Αφήνουν στο κατώφλι μου
Πώς να τους ζωντανέψω μέσα
Άκαρπους αμπελώνες του ουράνιου θόλου
Που ζω μεθυσμένη
Αντικατοπτρίζοντας τα κλειδιά του ουρανού
Στη δεξιά μου παλάμη
Τρεις απαγχονισμένοι άγγελοι μετέχουν
Στον θάνατο μου