Με κάλεσες στην πόρτα σου
κι ήταν πρωί θυμήσου
δροσιές ανέβαζε η γη
δάκρυ του παραδείσου
Τ' αηδόνια γλυκολάλαγαν
θείους ψαλμούς στη φύση
γάργαρο έτρεχε νερό
σε σκαλισμένη βρύση
Ήσουν στο πρώτο ξύπνημα
νομίζω πως γελούσες
το όνειρο που είχες δει
στο αίμα σου κυλούσε
Εζήτησα τα χείλη σου
τη καθαρή ματιά σου
να μπω στη χώρα σου γυμνή
ν' αγγίξω τα φτερά σου
Ψηλά να πάω να πετώ
χαρταετός στα χάη
στους ουρανούς να ξανοιχτώ
μελτέμι που σφυράει
Ήσουν στο πρώτο ξύπνημα
νομίζω πως γελούσες
το όνειρο που είχες δει
στο αίμα σου κυλούσε
Μας παίρνεις απ' το χέρι και μας ανεβάζεις στους ουρανούς, Ελένη. Η ρίμα σου, οι εικόνες σου είναι μαγικές. Εδώ μαζεύονται όλα μαζί. Το λάτρεψα.
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστώ θερμά φίλε μου
Διαγραφή