Σήμερα φόρεσα τα χρησιμοποιημένα ρούχα
του γείτονα, εξαναγκάστηκα εν ολίγοις.
Το άσχημο ήταν ότι δεν αφαίρεσα
τη γύρη και τα αποξηραμένα λουλούδια
που με τέχνη περισσή είχε ράψει στις τσέπες του
μεγάλη ιεροσυλία να τα πετάξω σκέφτηκα.
Αναρωτήθηκα βέβαια γιατί ο γείτονας
προέβη σε αυτή τη κίνηση
Ίσως να ήταν μελισσοκόμος, αρωματοποιός,
ζαχαροπλάστης ή μήπως μάγος, γητευτής
που έφτιαχνε φίλτρα, φυλακτά και μαγικά ξόρκια.
Μπορεί και στο παρελθόν να υπήρξε ποιητής
Οι ποιητές αποξηραίνουν τα λουλούδια όπως τις λέξεις.
Επαναλαμβάνω εξ ανάγκης τα φόρεσα,
τα δικά μου ρούχα τα έφαγε ο σκώρος
του ρακοσυλλέκτη ταξιδιώτη…
Έπρεπε να βγω στο δρόμο, στα σοκάκια
των αγρών να παραδώσω ένα σπάνιο έγγραφο
στον αγροφύλακα, που να ήξερα;
Μια μέλισσα με πολιόρκησε!
Το βουητό ξέρεις της μέλισσας είναι
αποκρουστικό όταν το μέλι απολείπειν στις κερήθρες
Αποκρουστικά τα ρούχα, αποκρουστικό το βουητό...
Oι μέλισσες όταν δεν επιτελούν το καθήκον τους
προβάλλουν αυτάρεσκα γιγάντια κεντριά
Πέταξα τα ρούχα στον αγρό άρον – άρον,
έπρεπε να επιζήσω!
Μετά από χρόνια έμαθα πως στο σημείο εκείνο
λειτούργησε μια μεγάλη μονάδα ζαχαροπλαστικής,
Ήταν η εποχή που έκλεισαν πολλά μικρομάγαζα
και συντελέστηκε η μεγάλη επανάσταση των
ζαχαροπλαστών.
Δεν είχα που να κρυφτώ, ήμουν εκ προμελέτης
εγκληματίας κι αν με δικάσει ο αγροφύλακας
ο μοναδικός μάρτυρας τι θα πω;
Υπερτενή τα πάθη του κόσμου!
Κυριακή 11 Μαΐου 2008
o κύκλος της ορχιδέας
O κύκλος της Ορχιδέας
Οι Ορχιδέες όταν γηράσκουν αποχωρίζονται τα γυάλινα
πράσινα φιαλίδιά τους και πάνε να ταφούν στους βαβυλώνιους
κήπους σαν μιαν ύστατη προσπάθεια να αποκαταστήσουν το
χαμένο τους κύρος.
Μακαριστοί θανόντες θαρρείς
Μόνη εξαίρεση οι μαύρες ορχιδέες που σιωπηλά ακολουθούν
την τυφλή πορεία των κελιών πλάι στις μοναχές με τα κίτρινα
καπέλα, συνοδοί τέλειοι στη σμύρνα στο λιβάνι και στο
πικρό κάρβουνο.
Θυμίαμα και σπονδή στο βωμό των θαυμάτων.
Αγάπησέ τες και με τη στάχτη τους φτιάξε την αλισίβα
της καθαρότητας να νίψεις το πρόσωπό σου
Πίστεψέ με ηγεμόνας θα γίνεις της ψυχικής πανίδας
δεν θα χάσεις….
Τα πράσινα φιαλίδια αναζωογονητικοί οροί θα γίνουν στα
θεραπευτήρια των μελλοθάνατων ερώτων.
Σταγόνα – σταγόνα θα θρυμματίζουν την πλάκα και ευρύκοιτα
ρυάκια θα διανοίγουν σε ιδεώδεις αγαλμάτινες φλέβες
Σταγόνα – σταγόνα νάμα στη χλωρίδα της αμαζόνειας ψυχής.
Οι Ορχιδέες όταν γηράσκουν αναφύονται ….
Οι Ορχιδέες όταν γηράσκουν αποχωρίζονται τα γυάλινα
πράσινα φιαλίδιά τους και πάνε να ταφούν στους βαβυλώνιους
κήπους σαν μιαν ύστατη προσπάθεια να αποκαταστήσουν το
χαμένο τους κύρος.
Μακαριστοί θανόντες θαρρείς
Μόνη εξαίρεση οι μαύρες ορχιδέες που σιωπηλά ακολουθούν
την τυφλή πορεία των κελιών πλάι στις μοναχές με τα κίτρινα
καπέλα, συνοδοί τέλειοι στη σμύρνα στο λιβάνι και στο
πικρό κάρβουνο.
Θυμίαμα και σπονδή στο βωμό των θαυμάτων.
Αγάπησέ τες και με τη στάχτη τους φτιάξε την αλισίβα
της καθαρότητας να νίψεις το πρόσωπό σου
Πίστεψέ με ηγεμόνας θα γίνεις της ψυχικής πανίδας
δεν θα χάσεις….
Τα πράσινα φιαλίδια αναζωογονητικοί οροί θα γίνουν στα
θεραπευτήρια των μελλοθάνατων ερώτων.
Σταγόνα – σταγόνα θα θρυμματίζουν την πλάκα και ευρύκοιτα
ρυάκια θα διανοίγουν σε ιδεώδεις αγαλμάτινες φλέβες
Σταγόνα – σταγόνα νάμα στη χλωρίδα της αμαζόνειας ψυχής.
Οι Ορχιδέες όταν γηράσκουν αναφύονται ….
Σάββατο 10 Μαΐου 2008
όνειρο
Απόψε στον ύπνο μου ήρθε ένα τρένο να με πάρει,
τα χέρια μου ήταν άδεια καθότι ο σταθμάρχης
είχε επιτάξει τα υπάρχοντά μου τις βαλίτσες μου
και το μικρό καλάθι με τα μοβ αγριολούλουδα.
Η αμαξοστοιχία παλιά με παιχνιδιάρικα χρώματα
μπουκωμένη με γαλάζιους καπνούς
κι οι ράγες δυο συρμάτινα καλώδια να στήνουν
πάνω τους το μπαλκόνι τους οι γερανοί.
Ταξίδι οργής…χωρίς επιβάτες
μόνο εγώ κι ο μηχανοδηγός
ένας άνδρας χλωμός χωρίς πηλίκιο που μασούσε
διαρκώς γαλάζια κουφετάκια
και με μια απόχη περιμάζευε τυφλά πουλιά και
τα περιέθαλπε σε ένα πρόχειρα στημένο ιατρείο.
Τον παρακολουθούσα – κενό κεφαλής – πίσω
απ τον ξηλωμένο μανδύα του σκοτωμένου
εισπράκτορα!
Δεν με αντελήφθη, ήταν αόμματος.
Όταν κατέβηκα στην αποβάθρα αντίκρισα
τον σταθμάρχη με ένα ματσάκι μοβ αγριολούλουδα
στο χέρι να υποδέχεται την αγαπημένη του.
Δεν μίλησα, είναι βουβά τα όνειρα…
τα χέρια μου ήταν άδεια καθότι ο σταθμάρχης
είχε επιτάξει τα υπάρχοντά μου τις βαλίτσες μου
και το μικρό καλάθι με τα μοβ αγριολούλουδα.
Η αμαξοστοιχία παλιά με παιχνιδιάρικα χρώματα
μπουκωμένη με γαλάζιους καπνούς
κι οι ράγες δυο συρμάτινα καλώδια να στήνουν
πάνω τους το μπαλκόνι τους οι γερανοί.
Ταξίδι οργής…χωρίς επιβάτες
μόνο εγώ κι ο μηχανοδηγός
ένας άνδρας χλωμός χωρίς πηλίκιο που μασούσε
διαρκώς γαλάζια κουφετάκια
και με μια απόχη περιμάζευε τυφλά πουλιά και
τα περιέθαλπε σε ένα πρόχειρα στημένο ιατρείο.
Τον παρακολουθούσα – κενό κεφαλής – πίσω
απ τον ξηλωμένο μανδύα του σκοτωμένου
εισπράκτορα!
Δεν με αντελήφθη, ήταν αόμματος.
Όταν κατέβηκα στην αποβάθρα αντίκρισα
τον σταθμάρχη με ένα ματσάκι μοβ αγριολούλουδα
στο χέρι να υποδέχεται την αγαπημένη του.
Δεν μίλησα, είναι βουβά τα όνειρα…
Πέμπτη 8 Μαΐου 2008
για μια στρώση και μόνο
Πήρε τα καινούρια της ρούχα, τα έκοψε
σε ευθύγραμμες λωρίδες.
Δεν χρειάστηκε τον ξύλινο παλιό χάρακα
το μυαλό της κινούνταν σε ευθείες γραμμές.
Ο λόγος σαφής.
Το υπαγόρευσε η γιαγιά της
που με τα κουρέλια έφτιαχνε περίφημα
στρωσίδια, κι ήθελε μια στρώση πάνω στη
ζωή της.
Δεν λυπήθηκε ούτε το κόκκινο φουστάνι
του παρελθόντος Απρίλη.
Γέμισε ο οίκος της με φιδίσιες λωρίδες.
Δεν είχε όμως βελόνες πλεξίματος
τόσες μετακομίσεις χάθηκαν.
Και τώρα;
Τα δάχτυλά της, ναι!
Τα κοίταξε, πικρό χαμόγελο,
αν τα απόκοπτε ίσως να δημιουργούσε
το εργόχειρο της άρνησης.
Άρνηση, προαποφασισμένη πορεία νοσταλγίας.
Ήταν πλέον σίγουρη θα ύφαινε
το στρωσίδι της καρδιάς
Βλέπεις ήθελε μια στρώση πάνω στη ζωή της….
Στους πόλους το κρύο είναι δυσβάστακτο
κι όταν τα χέρια σου είναι κομμένα
δεν μπορείς να χουχουλίσεις
την πίκρα σου
σε ευθύγραμμες λωρίδες.
Δεν χρειάστηκε τον ξύλινο παλιό χάρακα
το μυαλό της κινούνταν σε ευθείες γραμμές.
Ο λόγος σαφής.
Το υπαγόρευσε η γιαγιά της
που με τα κουρέλια έφτιαχνε περίφημα
στρωσίδια, κι ήθελε μια στρώση πάνω στη
ζωή της.
Δεν λυπήθηκε ούτε το κόκκινο φουστάνι
του παρελθόντος Απρίλη.
Γέμισε ο οίκος της με φιδίσιες λωρίδες.
Δεν είχε όμως βελόνες πλεξίματος
τόσες μετακομίσεις χάθηκαν.
Και τώρα;
Τα δάχτυλά της, ναι!
Τα κοίταξε, πικρό χαμόγελο,
αν τα απόκοπτε ίσως να δημιουργούσε
το εργόχειρο της άρνησης.
Άρνηση, προαποφασισμένη πορεία νοσταλγίας.
Ήταν πλέον σίγουρη θα ύφαινε
το στρωσίδι της καρδιάς
Βλέπεις ήθελε μια στρώση πάνω στη ζωή της….
Στους πόλους το κρύο είναι δυσβάστακτο
κι όταν τα χέρια σου είναι κομμένα
δεν μπορείς να χουχουλίσεις
την πίκρα σου
Τετάρτη 7 Μαΐου 2008
συμπέρασμα
Όταν άνοιξε τη μπιζουτιέρα ανάμεσα στα
απολιθωμένα έντομα – κοσμήματα ανακάλυψε
μια χτένα γεμάτη λευκά και μαύρα αποχτενίδια.
Επέτεινε τη προσοχή της, θεώρησε πως λάθεψε,
ίσως να μην ήταν αποχτενίδια….
σαν κινέζικοι μεταξωτοί ιστοί έμοιαζαν.
Το μπαστούνι της γριάς αράχνης αναδιφούσε
αμφίσημα οράματα,
ίσως τελικά να ήταν μαύρα κουβάρια αχινών
πασπαλισμένα με το αλάτι των κορυφών.
Τα αγκάθια ξέρεις αποθηκεύουν κι αφορμίζουν
τα χέρια των αδαών φιλοτελιστών.
Μεγάλη τιμή δεν νομίζεις, να τους αποδίδουν
το τίτλο του συλλέκτη!
Συλλέκτες παντού, μανιώδεις συλλέκτες…
σπάνιων αγριοβατόμουρων
και ταγοί σπαραγγιών σε ακτινωτή διάταξη.
Βρίθουν οι επώνυμοι, πρόσεχε.
Υποθέσεις, αντιφάσεις πως τόσο εύκολα
ξεγελάστηκες από το πανίσχυρο αν;
Αποχτενίδια ήταν δίχως άλλο, υπάρχουν
και πειστήρια.
Μια μαύρη ψείρα με ελαττωματικό στόμα
που έφτυνε βλαστήμιες καθώς έχανε το
ασφαλές κουκούλι της μπιζουτιέρας.
Είχε βάλει στόχο να ξυπνήσει τους
απολιθωμένους της φίλους.
Μεγαλόπνοο το σχέδιο, εκ προοιμίου
χάθηκε η λέξη : αν…
απολιθωμένα έντομα – κοσμήματα ανακάλυψε
μια χτένα γεμάτη λευκά και μαύρα αποχτενίδια.
Επέτεινε τη προσοχή της, θεώρησε πως λάθεψε,
ίσως να μην ήταν αποχτενίδια….
σαν κινέζικοι μεταξωτοί ιστοί έμοιαζαν.
Το μπαστούνι της γριάς αράχνης αναδιφούσε
αμφίσημα οράματα,
ίσως τελικά να ήταν μαύρα κουβάρια αχινών
πασπαλισμένα με το αλάτι των κορυφών.
Τα αγκάθια ξέρεις αποθηκεύουν κι αφορμίζουν
τα χέρια των αδαών φιλοτελιστών.
Μεγάλη τιμή δεν νομίζεις, να τους αποδίδουν
το τίτλο του συλλέκτη!
Συλλέκτες παντού, μανιώδεις συλλέκτες…
σπάνιων αγριοβατόμουρων
και ταγοί σπαραγγιών σε ακτινωτή διάταξη.
Βρίθουν οι επώνυμοι, πρόσεχε.
Υποθέσεις, αντιφάσεις πως τόσο εύκολα
ξεγελάστηκες από το πανίσχυρο αν;
Αποχτενίδια ήταν δίχως άλλο, υπάρχουν
και πειστήρια.
Μια μαύρη ψείρα με ελαττωματικό στόμα
που έφτυνε βλαστήμιες καθώς έχανε το
ασφαλές κουκούλι της μπιζουτιέρας.
Είχε βάλει στόχο να ξυπνήσει τους
απολιθωμένους της φίλους.
Μεγαλόπνοο το σχέδιο, εκ προοιμίου
χάθηκε η λέξη : αν…
Δευτέρα 5 Μαΐου 2008
η στιγματισμένη
Η μάνα σου το είπε πως όταν γεννήθηκες είχες
τυπωμένο στο κόρφο σου ένα περιστέρι με μοβ
φτερά και χάλκινο ράμφος που με το χρόνο
ξεθώριασε, δεν άφησε σημάδι.
Δεν την πίστεψες
Δεν υπάρχουν περιστέρια με χάλκινα ράμφη.
Ο κόρφος σου λευκός, αλώβητος!
Τατουάζ φτιάχνουν μόνο οι όρνιθες στον
ουρανό κάθε απόγευμα Παρασκευής
Η μάνα σου επέμενε, χρόνια ολόκληρα..
Όταν διάβηκαν οι ξύλινες αμαξοστοιχίες
διαπίστωσες πόσο δίκιο είχε.
Της χάρισες ένα χαρτί με σφηνοειδή γραφή
και το φόρεμα που ντύθηκες ήταν μοβ
με χάλκινες ραφές
Δεν αμφέβαλες πια διόλου
Η μάνα σου το ήξερε γι αυτό κρατούσε κλειδωμένα
στη ξύλινη βιτρίνα τα μαθητικά σου τετράδια.
Την σφηνοειδή γραφή στη δίδαξε το σώμα σου,
το αίμα σου από παλαιόθεν.
τυπωμένο στο κόρφο σου ένα περιστέρι με μοβ
φτερά και χάλκινο ράμφος που με το χρόνο
ξεθώριασε, δεν άφησε σημάδι.
Δεν την πίστεψες
Δεν υπάρχουν περιστέρια με χάλκινα ράμφη.
Ο κόρφος σου λευκός, αλώβητος!
Τατουάζ φτιάχνουν μόνο οι όρνιθες στον
ουρανό κάθε απόγευμα Παρασκευής
Η μάνα σου επέμενε, χρόνια ολόκληρα..
Όταν διάβηκαν οι ξύλινες αμαξοστοιχίες
διαπίστωσες πόσο δίκιο είχε.
Της χάρισες ένα χαρτί με σφηνοειδή γραφή
και το φόρεμα που ντύθηκες ήταν μοβ
με χάλκινες ραφές
Δεν αμφέβαλες πια διόλου
Η μάνα σου το ήξερε γι αυτό κρατούσε κλειδωμένα
στη ξύλινη βιτρίνα τα μαθητικά σου τετράδια.
Την σφηνοειδή γραφή στη δίδαξε το σώμα σου,
το αίμα σου από παλαιόθεν.
Κυριακή 4 Μαΐου 2008
φυσιοδίφης
Όταν βγήκε στο ξέφωτο
κάτω από την αγριοκαστανιά
με τις ογκώδεις ρίζες
και την εγκαστρίμυθη βεντάλια
των φυλλωμάτων, κοντοστάθηκε
Ψίθυροι – χρησμοί έδωσαν το στίγμα
Εκεί στη μικρή τάφρο
πλάι στο κοίλωμα
των ελικοειδών μυρμηγκιών
ο θησαυρός υπέρβαινε την
απρέπεια της κλεισμένης φτερούγας
Δυο αυγά γερακιού
με την σφραγίδα του Νότου
Η εκκόλαψη και το σκληρό
κέλυφος
επαυξημένο κύτταρο.
Δυο αυγά γερακιού
Τα πέρασε στη μασχάλη του
Ποτέ έως τώρα δεν είχε
αναθρέψει γερακόπουλα.
Η γερακίνα είπαν
πως τα απαρνήθηκε.
Μόλις χτες το απόγευμα
έβγαζε εισιτήριο με τη πρώτη
πτήση
για το νησί των εφήμερων οφθαλμών
κάτω από την αγριοκαστανιά
με τις ογκώδεις ρίζες
και την εγκαστρίμυθη βεντάλια
των φυλλωμάτων, κοντοστάθηκε
Ψίθυροι – χρησμοί έδωσαν το στίγμα
Εκεί στη μικρή τάφρο
πλάι στο κοίλωμα
των ελικοειδών μυρμηγκιών
ο θησαυρός υπέρβαινε την
απρέπεια της κλεισμένης φτερούγας
Δυο αυγά γερακιού
με την σφραγίδα του Νότου
Η εκκόλαψη και το σκληρό
κέλυφος
επαυξημένο κύτταρο.
Δυο αυγά γερακιού
Τα πέρασε στη μασχάλη του
Ποτέ έως τώρα δεν είχε
αναθρέψει γερακόπουλα.
Η γερακίνα είπαν
πως τα απαρνήθηκε.
Μόλις χτες το απόγευμα
έβγαζε εισιτήριο με τη πρώτη
πτήση
για το νησί των εφήμερων οφθαλμών
Σάββατο 3 Μαΐου 2008
επαίτης
Η ομογάλακτη λύπη έστρωσε
πάνω στο κορμί της
ένα λινό σεντόνι πάνλευκο
με τέσσερις οργιές ριζοβελονιά.
Το σεντόνι δροσερό, ελαφρύ
παρότι χώλαινε λίγο από το ένα πόδι,
ελλειπτικό
Ίσως με το κομμάτι αυτό να έδεσε
ο μαρμαράς πρόχειρα τη πληγή του
Χώλαινε ελαφρά και το κορμί της
Η ανάγκη προέχει σκέφτηκε
πόθος αρχαίος
Αυτές όμως τις τέσσερις
οργιές ριζοβελονιά που
κέντησαν το κορμί της,
πώς θα τις αναθρέψει ;
Τέσσερα οξύφωνα στόματα
ινών….πολλάκις επαιτούν
πάνω στο κορμί της
ένα λινό σεντόνι πάνλευκο
με τέσσερις οργιές ριζοβελονιά.
Το σεντόνι δροσερό, ελαφρύ
παρότι χώλαινε λίγο από το ένα πόδι,
ελλειπτικό
Ίσως με το κομμάτι αυτό να έδεσε
ο μαρμαράς πρόχειρα τη πληγή του
Χώλαινε ελαφρά και το κορμί της
Η ανάγκη προέχει σκέφτηκε
πόθος αρχαίος
Αυτές όμως τις τέσσερις
οργιές ριζοβελονιά που
κέντησαν το κορμί της,
πώς θα τις αναθρέψει ;
Τέσσερα οξύφωνα στόματα
ινών….πολλάκις επαιτούν
Παρασκευή 2 Μαΐου 2008
o ζωγράφος
Έκοψε τρία κλαδιά λυγαριάς
τα έπλασε με τα χέρια της
φιδοειδές σχήμα.
Τρία κλαδιά λυγαριάς
αποκρούουν το θάνατο.
Κουλουριασμένα στο ταπεινό
υπόγειο φυλάττουν τα μικρά
φωτισμένα τετραγωνάκια
με τις ασύμμετρες ελπίδες.
Μόνο με τρία κλαδιά λυγαριάς
ένα κόκκινο φιλί
μια ακρίδα χλωμή
κι ένα τσαλαπατημένο
υπερώριμο ρόδο
Έτρεξε στο αμπέλι
να τρυγήσει μια ογκώδη χαρά
Τρία κλαδιά λυγαριάς
φιδοειδές το σχήμα
αναρριχώμενα φυτά
μεθυσμένες φράουλες.
Τέλειος ο πίνακας
απόρησε πως τα κατάφερε
τόσο καλά ο ζωγράφος.
τα έπλασε με τα χέρια της
φιδοειδές σχήμα.
Τρία κλαδιά λυγαριάς
αποκρούουν το θάνατο.
Κουλουριασμένα στο ταπεινό
υπόγειο φυλάττουν τα μικρά
φωτισμένα τετραγωνάκια
με τις ασύμμετρες ελπίδες.
Μόνο με τρία κλαδιά λυγαριάς
ένα κόκκινο φιλί
μια ακρίδα χλωμή
κι ένα τσαλαπατημένο
υπερώριμο ρόδο
Έτρεξε στο αμπέλι
να τρυγήσει μια ογκώδη χαρά
Τρία κλαδιά λυγαριάς
φιδοειδές το σχήμα
αναρριχώμενα φυτά
μεθυσμένες φράουλες.
Τέλειος ο πίνακας
απόρησε πως τα κατάφερε
τόσο καλά ο ζωγράφος.
Πέμπτη 1 Μαΐου 2008
εαρινοί ερωτευμένοι
Είπες πως δεν αγαπούσες την άνοιξη
πως από πάντα σε στένευε το ρίζωμα της αγριάδας
και το ξεπέταγμα του χαμομηλιού αποδομούσε
το ανατένισμα των χαρταετών της σκέψης σου
Συμφωνώ
Ακόμα είπες πως η άνοιξη είναι μια παιδούλα
με κόκκινα ερωτικά ξυλοπάπουτσα
που σαν περπατά λαβώνει την ακοή σου
και αφανίζει τις μελωδίες
που χρόνους ολόκληρους έχεις με κόπο συνθέσει
και τους μικρούς σου έρωτες αφοπλίζει
Σε καταλαβαίνω
Ο ήχος των ξυλοπάπουτσων ταλαιπωρεί
και το δικό μου κορμί
Και κάτι άλλο
Η άνοιξη ποτέ δεν φόρεσε γαλάζια χάντρα
παρά τις προτροπές σου
κι εσύ την φοβόσουν πολύ τη βασκανία
Έχασες και το χαρτί με τα ξόρκια
σε ένα ταξίδι πάνω στη φρέσκια χλόη
τότε που πρασίνιζαν τα γόνατά σου
η πλάτη σου, το μέτωπό σου…
Τότε που έπαιρνες τα χωνάκια της αγριάδας
και σφύριζες στο αυτί της μέλισσας απεγνωσμένα
Έχεις δίκιο...
είναι σκληρή η άνοιξη έχει μαστίγια
που διαρκώς αναφύονται από τη γη της
Αυτά τα μαστίγια εγώ κατεξοχήν φοβάμαι
βλέπεις τις πληγές μου
Έχουν μείνει από αιώνες αθεράπευτες
και το εφημερεύον φαρμακείο με το πράσινο γλόμπο
έμεινε κλειστό λόγω πτώχευσης
Αλίμονο στους εαρινούς ερωτευμένους
δεν θα ανακάμψουν ποτέ
Τα εαρινά μαστίγια θα αποβούν
μοιραίες θηλιές στην πάλλουσα καρωτίδα τους.
Η άνοιξη αγαπά τα άγουρα,
αμούστακα αγόρια
Δεν δίνει δεκάρα τσακιστή
στους σαραντάχρονους
αμάλλιαγους εφήβους.
πως από πάντα σε στένευε το ρίζωμα της αγριάδας
και το ξεπέταγμα του χαμομηλιού αποδομούσε
το ανατένισμα των χαρταετών της σκέψης σου
Συμφωνώ
Ακόμα είπες πως η άνοιξη είναι μια παιδούλα
με κόκκινα ερωτικά ξυλοπάπουτσα
που σαν περπατά λαβώνει την ακοή σου
και αφανίζει τις μελωδίες
που χρόνους ολόκληρους έχεις με κόπο συνθέσει
και τους μικρούς σου έρωτες αφοπλίζει
Σε καταλαβαίνω
Ο ήχος των ξυλοπάπουτσων ταλαιπωρεί
και το δικό μου κορμί
Και κάτι άλλο
Η άνοιξη ποτέ δεν φόρεσε γαλάζια χάντρα
παρά τις προτροπές σου
κι εσύ την φοβόσουν πολύ τη βασκανία
Έχασες και το χαρτί με τα ξόρκια
σε ένα ταξίδι πάνω στη φρέσκια χλόη
τότε που πρασίνιζαν τα γόνατά σου
η πλάτη σου, το μέτωπό σου…
Τότε που έπαιρνες τα χωνάκια της αγριάδας
και σφύριζες στο αυτί της μέλισσας απεγνωσμένα
Έχεις δίκιο...
είναι σκληρή η άνοιξη έχει μαστίγια
που διαρκώς αναφύονται από τη γη της
Αυτά τα μαστίγια εγώ κατεξοχήν φοβάμαι
βλέπεις τις πληγές μου
Έχουν μείνει από αιώνες αθεράπευτες
και το εφημερεύον φαρμακείο με το πράσινο γλόμπο
έμεινε κλειστό λόγω πτώχευσης
Αλίμονο στους εαρινούς ερωτευμένους
δεν θα ανακάμψουν ποτέ
Τα εαρινά μαστίγια θα αποβούν
μοιραίες θηλιές στην πάλλουσα καρωτίδα τους.
Η άνοιξη αγαπά τα άγουρα,
αμούστακα αγόρια
Δεν δίνει δεκάρα τσακιστή
στους σαραντάχρονους
αμάλλιαγους εφήβους.
Τετάρτη 30 Απριλίου 2008
κίτρινη αναπόληση
Γύρεψα κάποια απογεύματα για να κρυφτώ
κίτρινα απογεύματα με τη χλόη να σκίζει τα φρύδια
άλλοτε μου δόθηκαν, άλλοτε πάλι ήταν φειδωλά μαζί μου..
3 μ.μ, 4 μ.μ, ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τους
αριθμούς και το χρόνο, ζητούσα αυτούσιο το απόγευμα
με τις ρυτίδες της μάνας να σκιάζουν τον ήλιο
με τη φρέσκια κόκκινη σαπουνισμένη ντομάτα
που δεν την καταδέχτηκα.. γιατί όμως;
Πάντα με πλήγωναν τα απογεύματα, μου στερούσαν
τη λυγεράδα της κορμοστασιάς, το νόστο
του απαγορευμένου πόνου
Ικέτης πιστός τα αποζητούσα, ίσως γιατί οι νεκροί μου
πάντα αυτήν την ώρα με επισκέπτονταν
κι εγώ αδύναμη επέστρεφα σε παιδικές μνήμες
να περιεργαστώ τα νύχια, τα φτερά, τη κρυφή ματιά
ενός ύπουλου τζιτζικιού.
Γύρευα κάποια απογεύματα να τα ιστορίσω,
η ιστορία όμως ήταν βουβή, ο μύθος, η αρπαγή της
στιγμής άνοιγαν διάπλατα τα παράθυρα και με
τύλιγαν με το πικρό μαντήλι της χήρας γης.
Αυτά τα απογεύματα στερήθηκα όταν η μπουγάδα
στέγνωνε ανέμελη χωρίς εμένα
κίτρινα απογεύματα με τη χλόη να σκίζει τα φρύδια
άλλοτε μου δόθηκαν, άλλοτε πάλι ήταν φειδωλά μαζί μου..
3 μ.μ, 4 μ.μ, ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τους
αριθμούς και το χρόνο, ζητούσα αυτούσιο το απόγευμα
με τις ρυτίδες της μάνας να σκιάζουν τον ήλιο
με τη φρέσκια κόκκινη σαπουνισμένη ντομάτα
που δεν την καταδέχτηκα.. γιατί όμως;
Πάντα με πλήγωναν τα απογεύματα, μου στερούσαν
τη λυγεράδα της κορμοστασιάς, το νόστο
του απαγορευμένου πόνου
Ικέτης πιστός τα αποζητούσα, ίσως γιατί οι νεκροί μου
πάντα αυτήν την ώρα με επισκέπτονταν
κι εγώ αδύναμη επέστρεφα σε παιδικές μνήμες
να περιεργαστώ τα νύχια, τα φτερά, τη κρυφή ματιά
ενός ύπουλου τζιτζικιού.
Γύρευα κάποια απογεύματα να τα ιστορίσω,
η ιστορία όμως ήταν βουβή, ο μύθος, η αρπαγή της
στιγμής άνοιγαν διάπλατα τα παράθυρα και με
τύλιγαν με το πικρό μαντήλι της χήρας γης.
Αυτά τα απογεύματα στερήθηκα όταν η μπουγάδα
στέγνωνε ανέμελη χωρίς εμένα
Τρίτη 29 Απριλίου 2008
το δαχτυλίδι
Σήμερα άνοιξα ένα κουτάκι, είχε μέσα ένα δαχτυλίδι
ήταν από τα αρραβωνιάσματα της γιαγιάς μου
το είχε φυλάξει η μάνα μου σε μια τρύπια τσέπη
άλλωστε γι αυτό έπεσε στα χέρια μου..
Μικρό κουτάκι δερματόδετο στο σκληρό χρώμα του καφέ.
Γέμισε η παλάμη μου με μυρωδιά σανταλόξυλου
ήταν το άρωμα που είχε πάντα η μητέρα στο δέρμα της
Δικό της άρωμα
Το δαχτυλίδι ερωτικό με μια χάντρα στη μέση
στο σχήμα της καρδιάς και με απροσδιόριστο χρώμα
κάτι σαν το μάτι της τίγρης.
Έλιωνε το σκοτάδι, πόσες αχτίνες ήλιου είχε
απορροφήσει, φορώντας το η γιαγιά μου στον αντίχειρά της
Αχτίνες ήλιου, φεγγαριού δέσμες, λάμψεις λυχναριού
και κυρίως κρυφές αστραφτερές ματιές πρώιμων εφήβων..
Έλιωνε το σκοτάδι, φοβήθηκα τόσο το φως
Είναι μεγάλο φορτίο, υπερφορτώνει τα νήματα της ζωής
αυτοκαταστροφικό και μάλιστα όταν δεν έχεις τίποτα
να ομολογήσεις..
Έκρυψα το δαχτυλίδι και το κουτάκι σε μια παλιά
υφασμάτινη βαλίτσα, άδικος κόπος!
Το σπίτι μου μια μεγάλη πυγολαμπίδα στο έλεος
παμφάγων ερπετών
Γονάτισα κι άναψα φωτιά μεγάλη, μήπως κι ο καπνός της
δώσει σινιάλο στους διασώστες μου
Υπάρχουν;
ήταν από τα αρραβωνιάσματα της γιαγιάς μου
το είχε φυλάξει η μάνα μου σε μια τρύπια τσέπη
άλλωστε γι αυτό έπεσε στα χέρια μου..
Μικρό κουτάκι δερματόδετο στο σκληρό χρώμα του καφέ.
Γέμισε η παλάμη μου με μυρωδιά σανταλόξυλου
ήταν το άρωμα που είχε πάντα η μητέρα στο δέρμα της
Δικό της άρωμα
Το δαχτυλίδι ερωτικό με μια χάντρα στη μέση
στο σχήμα της καρδιάς και με απροσδιόριστο χρώμα
κάτι σαν το μάτι της τίγρης.
Έλιωνε το σκοτάδι, πόσες αχτίνες ήλιου είχε
απορροφήσει, φορώντας το η γιαγιά μου στον αντίχειρά της
Αχτίνες ήλιου, φεγγαριού δέσμες, λάμψεις λυχναριού
και κυρίως κρυφές αστραφτερές ματιές πρώιμων εφήβων..
Έλιωνε το σκοτάδι, φοβήθηκα τόσο το φως
Είναι μεγάλο φορτίο, υπερφορτώνει τα νήματα της ζωής
αυτοκαταστροφικό και μάλιστα όταν δεν έχεις τίποτα
να ομολογήσεις..
Έκρυψα το δαχτυλίδι και το κουτάκι σε μια παλιά
υφασμάτινη βαλίτσα, άδικος κόπος!
Το σπίτι μου μια μεγάλη πυγολαμπίδα στο έλεος
παμφάγων ερπετών
Γονάτισα κι άναψα φωτιά μεγάλη, μήπως κι ο καπνός της
δώσει σινιάλο στους διασώστες μου
Υπάρχουν;
Τρίτη 22 Απριλίου 2008
οι μάσκες των ποιητών
Από μικρή είχε ένα τάλαντο στην χειροτεχνία
Έφτιαχνε με απλά υλικά: παλιές εφημερίδες, μπαλόνια
και κόλλα με τη τεχνική του παπιέ μασέ, μάσκες.
Είχε αναρίθμητες μάσκες στο σπίτι, πολύχρωμες,
μαύρες, λευκές, διαφανείς
Ανθρώπων γελαστών, κλόουν θλιμμένων,
μάσκες βενετικές με φτερά πολύχρωμα που
σκονίζονταν κι άλλαζαν αποχρώσεις…
Περηφανευόταν για τα δημιουργήματά της
τα έδειχνε στους φίλους της
και κάποτε-κάποτε τις φωτογράφιζε στο στόμιο
του πηγαδιού που είχε στον κήπο της.
Μια τοιχογραφία από μάσκες πολύχρωμες
σε συστάδες πάνω στους τοίχους!
Το άλλο πού το πας; της πρόσφεραν οικονομικά οφέλη.
Οι τοίχοι της δεν χρειάζονταν επιχρωματώσεις πλαστικού,
ούτε να καλλωπίσει τα τζάμια με κουρτίνες,
ούτε να πάρει παλιές εφημερίδες,
να πλύνει τα τζάμια για να λάμπουν.
Ήταν το απόλυτο βασίλειο της μάσκας το σπίτι της.
Κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο γονάτιζε μπροστά τους
ύστερα τις χάιδευε μία-μία με τη φτέρνα της.
Μάλιστα τις είχε όλες ονοματίσει
ονόματα παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα
ονόματα που είχαν απορυθμίσει τον σκληρό πυρήνα
των κυττάρων της.
Είκοσι ολόκληρα χρόνια ούτε στιγμή δεν τις είχε αποχωριστεί
ήταν οι μοναδικοί της συγκάτοικοι, ξέρεις η συνήθεια πάντα
κλείνει μια βιαιότητα.
Σήμερα όμως έπρεπε να βγει από το σπίτι,
υποχρεώσεις που δεν είχε προβλέψει θα την κρατούσαν για λίγο μακριά.
Σαν έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού στάθηκε μπροστά τους
γονάτισε, ζήτησε συγνώμη.
Οι μάσκες ακίνητες σαν να μην άκουγαν, σαν να μην έβλεπαν.
Το τρένο όμως θα έφευγε, κι ήταν το τελευταίο…
Δεν μπορούσε να τ’ αναβάλλει, το ταξίδι ήταν πολύ σημαντικό.
Λίγο πριν βάλει το κλειδί στην πόρτα, ένα πράσινο φτερό
παπαγάλου την εμπόδισε να μιλήσει.
Ξέρεις, τα τελευταία λόγια μετρούν, είναι αυτά που υπαγορεύουν οι θεοί
Οι μάσκες όμως είχαν εναντιωθεί, πήραν τη φωνή της, έμεινε βουβή.
Πειθήνια ακολούθησε το δικό τους δρόμο, μήπως
θα έπρεπε ν’ ακολουθήσει και τη δική τους στάση;
Οι μάσκες λοιδορούν τα κομπολόγια των εκλιπόντων ποιητών
Το ήξερε... πώς λάθεψε;
Έφτιαχνε με απλά υλικά: παλιές εφημερίδες, μπαλόνια
και κόλλα με τη τεχνική του παπιέ μασέ, μάσκες.
Είχε αναρίθμητες μάσκες στο σπίτι, πολύχρωμες,
μαύρες, λευκές, διαφανείς
Ανθρώπων γελαστών, κλόουν θλιμμένων,
μάσκες βενετικές με φτερά πολύχρωμα που
σκονίζονταν κι άλλαζαν αποχρώσεις…
Περηφανευόταν για τα δημιουργήματά της
τα έδειχνε στους φίλους της
και κάποτε-κάποτε τις φωτογράφιζε στο στόμιο
του πηγαδιού που είχε στον κήπο της.
Μια τοιχογραφία από μάσκες πολύχρωμες
σε συστάδες πάνω στους τοίχους!
Το άλλο πού το πας; της πρόσφεραν οικονομικά οφέλη.
Οι τοίχοι της δεν χρειάζονταν επιχρωματώσεις πλαστικού,
ούτε να καλλωπίσει τα τζάμια με κουρτίνες,
ούτε να πάρει παλιές εφημερίδες,
να πλύνει τα τζάμια για να λάμπουν.
Ήταν το απόλυτο βασίλειο της μάσκας το σπίτι της.
Κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο γονάτιζε μπροστά τους
ύστερα τις χάιδευε μία-μία με τη φτέρνα της.
Μάλιστα τις είχε όλες ονοματίσει
ονόματα παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα
ονόματα που είχαν απορυθμίσει τον σκληρό πυρήνα
των κυττάρων της.
Είκοσι ολόκληρα χρόνια ούτε στιγμή δεν τις είχε αποχωριστεί
ήταν οι μοναδικοί της συγκάτοικοι, ξέρεις η συνήθεια πάντα
κλείνει μια βιαιότητα.
Σήμερα όμως έπρεπε να βγει από το σπίτι,
υποχρεώσεις που δεν είχε προβλέψει θα την κρατούσαν για λίγο μακριά.
Σαν έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού στάθηκε μπροστά τους
γονάτισε, ζήτησε συγνώμη.
Οι μάσκες ακίνητες σαν να μην άκουγαν, σαν να μην έβλεπαν.
Το τρένο όμως θα έφευγε, κι ήταν το τελευταίο…
Δεν μπορούσε να τ’ αναβάλλει, το ταξίδι ήταν πολύ σημαντικό.
Λίγο πριν βάλει το κλειδί στην πόρτα, ένα πράσινο φτερό
παπαγάλου την εμπόδισε να μιλήσει.
Ξέρεις, τα τελευταία λόγια μετρούν, είναι αυτά που υπαγορεύουν οι θεοί
Οι μάσκες όμως είχαν εναντιωθεί, πήραν τη φωνή της, έμεινε βουβή.
Πειθήνια ακολούθησε το δικό τους δρόμο, μήπως
θα έπρεπε ν’ ακολουθήσει και τη δική τους στάση;
Οι μάσκες λοιδορούν τα κομπολόγια των εκλιπόντων ποιητών
Το ήξερε... πώς λάθεψε;
Τετάρτη 16 Απριλίου 2008
μαρτυρία
Τελικά δεν είχες τίποτα να μαρτυρήσεις στη μάνα
του Ιούδα μόνο κάποιες γνωστές λέξεις πήρες να
ψελλίζεις : φιλί, προδοσία, αργύρια….30, 40, 50, 75
δεν ήξερες πόσα….
Άρχισες να αριθμείς σιωπηλά, όταν έφτασες στο 2008
παραιτήθηκες ελλείψει ακροατηρίου.
2008, μήπως αυτή ήταν η μαρτυρία;
«2008 ξεφωνίζοντες αριθμοί στο αυτί του κωφάλαλου
λέοντα » κροτάλισαν οι λέξεις, τρίγμοι και βουερές σιωπές..
Έσφιξες το πουγκί σου και απέδρασες, ριπές σε πολιορκούσαν
φτάνοντας στα σύνορα μάζεψες τις τρύπιες πεντάρες
των πλούσιων αρχόντων και το αγαλματίδιο του νεογνού
με τα κόκκινα μάτια.
Ήταν το ακλόνητο προανακριτικό σου υλικό
Δεν ήσουν πλέον αιχμάλωτος της χνούδινης παλάμης.Ήξερες
του Ιούδα μόνο κάποιες γνωστές λέξεις πήρες να
ψελλίζεις : φιλί, προδοσία, αργύρια….30, 40, 50, 75
δεν ήξερες πόσα….
Άρχισες να αριθμείς σιωπηλά, όταν έφτασες στο 2008
παραιτήθηκες ελλείψει ακροατηρίου.
2008, μήπως αυτή ήταν η μαρτυρία;
«2008 ξεφωνίζοντες αριθμοί στο αυτί του κωφάλαλου
λέοντα » κροτάλισαν οι λέξεις, τρίγμοι και βουερές σιωπές..
Έσφιξες το πουγκί σου και απέδρασες, ριπές σε πολιορκούσαν
φτάνοντας στα σύνορα μάζεψες τις τρύπιες πεντάρες
των πλούσιων αρχόντων και το αγαλματίδιο του νεογνού
με τα κόκκινα μάτια.
Ήταν το ακλόνητο προανακριτικό σου υλικό
Δεν ήσουν πλέον αιχμάλωτος της χνούδινης παλάμης.Ήξερες
Τρίτη 15 Απριλίου 2008
η εκδίκηση της θράκας
Αναπαμένη η θράκα σε εκδικούνταν, έριξες ένα λιόφυλλο
ένα πράσινο μάτι έλαμψε, δεν αγαπούσες το πράσινο
ούτε τις κόκκινες φλόγες μόνο τη στάχτη αγαπούσες
συμφιλιώνονταν με τη γκρίζα απόχρωση της ζωής σου.
Η θράκα είναι κόκκινη, η στάχτη είναι γκρίζα
την αγαπούσες, την αγαπούσες φριχτά, δεν ήθελες
να τη προδώσεις…
Πήρες νερό, το ανακάτεψες με τη στάχτη ήθελες να
βγάλεις το δικό σου μείγμα για να λουστείς.
Δούλεψες το μείγμα με τα χέρια σου ως τον αγκώνα
έφτανε ο πόνος, τον αγαπούσες….
Έκλαψες λίγο αλλά δεν πειράζει
Ήρθες να ντύνεις το σώμα σου με την γκρίζα στάχτη
έγινες ένα σύννεφο και χαμογέλασες!
Την ζωή σου την είχες τάξει στον ουρανό έγινες
σύννεφο δικαιώθηκες:
«Ποιος δίνει σημασία στα ασήμαντα;»
ένα πράσινο μάτι έλαμψε, δεν αγαπούσες το πράσινο
ούτε τις κόκκινες φλόγες μόνο τη στάχτη αγαπούσες
συμφιλιώνονταν με τη γκρίζα απόχρωση της ζωής σου.
Η θράκα είναι κόκκινη, η στάχτη είναι γκρίζα
την αγαπούσες, την αγαπούσες φριχτά, δεν ήθελες
να τη προδώσεις…
Πήρες νερό, το ανακάτεψες με τη στάχτη ήθελες να
βγάλεις το δικό σου μείγμα για να λουστείς.
Δούλεψες το μείγμα με τα χέρια σου ως τον αγκώνα
έφτανε ο πόνος, τον αγαπούσες….
Έκλαψες λίγο αλλά δεν πειράζει
Ήρθες να ντύνεις το σώμα σου με την γκρίζα στάχτη
έγινες ένα σύννεφο και χαμογέλασες!
Την ζωή σου την είχες τάξει στον ουρανό έγινες
σύννεφο δικαιώθηκες:
«Ποιος δίνει σημασία στα ασήμαντα;»
Παρασκευή 4 Απριλίου 2008
Διαύγεια
Είχε μια διαύγεια το πρόσωπό σου όχι τη διαύγεια του κρύσταλλου ή ενός γυαλιού στην αντανάκλαση της ώριμης σελήνης παρά μόνο τη διαύγεια από κρουστό χαλάζι.
Βγήκες στο δρόμο μέσα στο κρύο παγωμένο έρεβος σιωπηλά σε κοίταξα πίσω από τη κουρτίνα γράφοντας απεγνωσμένα το όνομά σου πάνω στο πάγο και ξάφνου μεγάλοι κρύσταλλοι
όμοια γλυπτά ξεφύτρωσαν από το πάτωμα
Μετέωρη βρέθηκα μέσα σε μια πελώρια σπηλιά με μάτια αίλουρου να ατενίζω τη σκληρή λευκότητα.
Θέλησα να ξεφωνίσω κι ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό αντιλάλησε
στο βάθος.
Έκλεισα βίαια το στόμα μασώντας ακατάπαυστα πάγο και
ασήμι.
Με φτερά από κρύσταλλα μουσικά κροταλίζοντας
βρέθηκες κοντά μου, στη χούφτα ευλαβικά κάτι κρατούσες:
«Σου έφερα τα δάκρυά μου χαλάζι της νύχτας για να λουστείς»
είπες…
Ξύπνησα κι ένα καταρράκτη από χαλάζι είχα στα μαλλιά μου.
Έγειρα πάνω στο σώμα σου και γοργά αντήχησαν του ελαφιού
οι δρόμοι
Βγήκες στο δρόμο μέσα στο κρύο παγωμένο έρεβος σιωπηλά σε κοίταξα πίσω από τη κουρτίνα γράφοντας απεγνωσμένα το όνομά σου πάνω στο πάγο και ξάφνου μεγάλοι κρύσταλλοι
όμοια γλυπτά ξεφύτρωσαν από το πάτωμα
Μετέωρη βρέθηκα μέσα σε μια πελώρια σπηλιά με μάτια αίλουρου να ατενίζω τη σκληρή λευκότητα.
Θέλησα να ξεφωνίσω κι ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό αντιλάλησε
στο βάθος.
Έκλεισα βίαια το στόμα μασώντας ακατάπαυστα πάγο και
ασήμι.
Με φτερά από κρύσταλλα μουσικά κροταλίζοντας
βρέθηκες κοντά μου, στη χούφτα ευλαβικά κάτι κρατούσες:
«Σου έφερα τα δάκρυά μου χαλάζι της νύχτας για να λουστείς»
είπες…
Ξύπνησα κι ένα καταρράκτη από χαλάζι είχα στα μαλλιά μου.
Έγειρα πάνω στο σώμα σου και γοργά αντήχησαν του ελαφιού
οι δρόμοι
Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008
Ένα απλό ερώτημα
Ξέρεις εχτές το βράδυ πήγα και διάβασα το παγωμένο δάκρυ
του σαλιγκαριού μια απορία παιδική αθώα με έφερε εδώ
απλή απορία:
«Γιατί τα σαλιγκάρια να κλαιν σαν περπατούν;»
Μια προτροπή ερώτημα Θεού
Έμεινα άφωνη κυριευμένη με τύψεις, τι να απαντούσα πώς να
μικρύνω την αθωότητα
Τα σαλιγκάρια είναι οι βλαστοί της ψυχής μας που έρπουν σαν
κισσοί, πώς να το πω όμως;
Ξέρεις εχτές το βράδυ σούρουπο ήταν ιχνηλάτησα την πυώδη
πηγή του κόσμου, δάκρυ και πύον και κρούστες διαφανείς να
τέμνουν μοιραίες πορείες ,έφυγα τρέχοντας η αργή πορεία
πολιορκούσε τον ήχο των λέξεων!
Ιέρεια ταγμένη στο κοιμητήριο με τους διάτρητους κοχλίες
πένθησα την ηλικία των δακρύων κι αφιερώθηκα….
του σαλιγκαριού μια απορία παιδική αθώα με έφερε εδώ
απλή απορία:
«Γιατί τα σαλιγκάρια να κλαιν σαν περπατούν;»
Μια προτροπή ερώτημα Θεού
Έμεινα άφωνη κυριευμένη με τύψεις, τι να απαντούσα πώς να
μικρύνω την αθωότητα
Τα σαλιγκάρια είναι οι βλαστοί της ψυχής μας που έρπουν σαν
κισσοί, πώς να το πω όμως;
Ξέρεις εχτές το βράδυ σούρουπο ήταν ιχνηλάτησα την πυώδη
πηγή του κόσμου, δάκρυ και πύον και κρούστες διαφανείς να
τέμνουν μοιραίες πορείες ,έφυγα τρέχοντας η αργή πορεία
πολιορκούσε τον ήχο των λέξεων!
Ιέρεια ταγμένη στο κοιμητήριο με τους διάτρητους κοχλίες
πένθησα την ηλικία των δακρύων κι αφιερώθηκα….
Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008
Τιμωρός
Στη βάση του κάδου δίπλα στα στοιβαγμένα τελάρα
του οπωροπωλείου βρήκε μια παιδική κούκλα.
Την πήρε στα χέρια της, την περιεργάστηκε, το ένα
μάτι της θεόρατο, καταγάλανο να διυλίζει το ύψος
των ορφανεμένων κορφών.
Το άλλο - κυκλώπειο άλγος – χάσκων πιθάρι εύηχο.
Φοβήθηκε το κενό, βιάστηκε όπως – όπως να το καλύψει
με το σάλι της.
Αίφνης αφουγκράστηκε....
πως στο αριστερό μέρος του κρανίου της κούκλας
ένας ζωντανός εγκέφαλος καραδοκούσε με τους νευρώνες
εν εκτινάξει να πλήξει τους ενόχους των σπηλαίων
Έκανε να φύγει τρομαγμένη δεν πρόλαβε, ένας υπόκωφος
κρότος την έριξε στην άσφαλτο
Τα κατακρεουργημένα της δάχτυλα είχαν καλύψει πλήρως
τον άδεια κόγχη
Αποκαμωμένη γρυλίζοντας σαν το κυνηγημένο ζώο
πήρε να γλύφει τις πληγές της
«Σε τιμώρησα , είστε ένοχοι, εσείς αποσπάσατε τον
βολβό μου και τώρα δικαιώθηκα.
Απ` τα δάχτυλά σου θα φυτρώσουν κόκκινες και μαύρες
τουλίπες, ξέρεις άλλωστε πόσο πολύ λατρεύουν οι κούκλες τα
χρώματα.
Με δέκα πάλλοντα στημόνια θα υφάνω το θαύμα του νέου κόσμου
Ευχαριστώ»
του οπωροπωλείου βρήκε μια παιδική κούκλα.
Την πήρε στα χέρια της, την περιεργάστηκε, το ένα
μάτι της θεόρατο, καταγάλανο να διυλίζει το ύψος
των ορφανεμένων κορφών.
Το άλλο - κυκλώπειο άλγος – χάσκων πιθάρι εύηχο.
Φοβήθηκε το κενό, βιάστηκε όπως – όπως να το καλύψει
με το σάλι της.
Αίφνης αφουγκράστηκε....
πως στο αριστερό μέρος του κρανίου της κούκλας
ένας ζωντανός εγκέφαλος καραδοκούσε με τους νευρώνες
εν εκτινάξει να πλήξει τους ενόχους των σπηλαίων
Έκανε να φύγει τρομαγμένη δεν πρόλαβε, ένας υπόκωφος
κρότος την έριξε στην άσφαλτο
Τα κατακρεουργημένα της δάχτυλα είχαν καλύψει πλήρως
τον άδεια κόγχη
Αποκαμωμένη γρυλίζοντας σαν το κυνηγημένο ζώο
πήρε να γλύφει τις πληγές της
«Σε τιμώρησα , είστε ένοχοι, εσείς αποσπάσατε τον
βολβό μου και τώρα δικαιώθηκα.
Απ` τα δάχτυλά σου θα φυτρώσουν κόκκινες και μαύρες
τουλίπες, ξέρεις άλλωστε πόσο πολύ λατρεύουν οι κούκλες τα
χρώματα.
Με δέκα πάλλοντα στημόνια θα υφάνω το θαύμα του νέου κόσμου
Ευχαριστώ»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)