Να ακροβολιστώ θέλω
Στις άγιες μορφές των σύννεφων
Εικονοστάσια να στήσω στις οπλές τους
Μικρές πάναγνες ώρες να μοιραστώ
Με τους αόρατους δαιδάλους της φυγής
Τις χάρες σου όλες να εξιστορώ μαγεμένη
Μόνη στο άρρητο ύψος του πάθους
Να απαντήσω το φως κι ερμηνεία να δώσω
Τις λέξεις έμπιστες θα έχω αδερφές
Ακούραστα εσένα να υπηρετούν
Θεραπαινίδες και αρωγοί στην πλημμυρίδα
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Γιορτινό να γεννήσω το πρώτο φιλί
Κέρασμα στους αθώρητους αγγέλους `
Που τρυφερά σε ασκούς διπλοκλειδώνουν τα όνειρα!
Πολύχρωμες ανεμώνες
Θα κρατώ στα χέρια
Περίσσια να γίνονται τα θαύματα
Στην τσέπη του Θεού
Σαν σποράκια να τα σκορπώ
Στα πουλιά που νωρίς ορφάνεψαν
Στης πίκρας το αρκτικό ψύχος
Μικρούς ηλίανθους θα φυτεύω
Στου ουρανού το πλατύσκαλο
Λαμπροί να γίνονται οι κύκλοι του χρόνου
Κι οι καμβάδες της σελήνης
Στίλβη να απαστράπτουν
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Ζωγραφιστό να αφήσω το χνάρι
Πυξίδα στους υπαίθριους δραπέτες
Που τα βράδια διπλές ανοίγουν σήραγγες
Ελεύθερα να κυκλοφορούν οι ποιμένες της πάχνης!
Στα απόγεια της χαράς
Αναπαμένη να τινάξω τις φτερούγες μου
Εκείνη η σκόνη της ψυχής
Να σκορπιστεί ευθύς στα δίστρατα
Όρθια μπροστά σου να σταθώ
Στεφανωμένη με κισσούς και κότινους
Να σε πλανέψω
Παραδομένη στα λάγνα όνειρα
Να σου δοθώ
Γιατί το προσκεφάλι μου όπως θα θυμάσαι
Μυρίζει λεβάντα κι άγρια μέντα
Γιατί τα όνειρα μου όπως συχνά μου έλεγες
Εγγίζουν τους τροχούς των πλειάδων
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Μαζί να σπάσουμε το γούρι
Μαζί να φυτέψουμε τη ροδιά
Στον ίσκιο της και στους καρπούς της
Μυστικά να μπαίνεις
Πολύσπορο τον έρωτα να γεύονται οι μύστες της φωτιάς!
Απόψε συνάντησα ένα αστέρι
Αλήθεια σας λέω
Ένα αστέρι
Από εκείνα
Που τα παιδιά
Στις ζωγραφιές τους
Καρφώνουν
Εννέα μήνες
Θα κυοφορώ το φως του
Αμυδρό φως γαλήνιο
Κι όταν η στιγμή θα 'ρθει
Στη μοναξιά των φύλλων
Έναν Θεό
Μ' αβρές πατούσες
Θα γεννήσω
Αστραποφόρο
Λευκά να γίνονται ξάφνου
Τα κράσπεδα των ηφαιστείων
Και διάτρητες οι θαλάσσιες στοές
Ολόφρεσκα να μου φέρνουν φιλιά
Απόψε ερωτεύτηκα ένα βότσαλο
Τον λόγο μου σας δίνω
Ένα βότσαλο ολοστρόγγυλο
Σαν εκείνα
Που πάνω τους οι χαράκτες
Μικρά αφήνουν σημάδια:
Μια λέξη μια μορφή
Μια ακτογραμμή ένα φτερό
Εννέα μήνες
Μαζί του θα μιλώ
Αναθηματικό να γίνει σημείο
Ένας βράχος
Ολόγιομος με πεταλίδες
Εκεί να γυρνάς
Σε κοχύλια
Να φυγαδεύεις τις ώρες
Πολλαπλά να σου δίνονται
Τα χρόνια στο μέτρημα
Και μες τα πέτρινα αλώνια
Μπόι να παίρνουν οι λογισμοί
Απόψε δόθηκα σε μια αστραπή
Σας διαβεβαιώ
Μια αστραπή ακτινωτή
Γεννημένη στο θέρος
Σαν εκείνες
Που στο παραθύρι
Της νύχτας
Χτυπούν του έρωτα την άρπα
Εννέα μήνες
Θα μου κεντά τα σωθικά
Κι απανωτά
Θα μου λέει λόγια:
"Γρήγορα να πας γρήγορα να 'ρθεις
Και κάτω από κάμαρα
Αν θα περάσεις μη σκύψεις
Πικραίνονται οι πέτρες
Και πάνω σου ξεσπούν
Σαν καταιγίδα"
Μα κι εγώ ολόρθο σε θέλω
Έναν σαλπιγκτή της χαράς
Στα ουράνια περβόλια
Ολημερίς να μεθάς
Κι ορθόστηθα να απλώνεις
Για σένα μόνο
Τα ιστία της γιορτής μεσοκάταρτα
Έλαβε μέρος στο επετειακό 14ο Συμπόσιο Ποίησης
που για άλλη μια φορά διοργάνωσε επιτυχώς η φίλη
μας Αριστέα στη σελίδα της "Η ζωή είναι ωραία"
Μέθυσε η μνήμη σήμερα
Κι είδε να γέρνουν τα βουνά
Σαν στάχυα αθέριστα
Σκιερά δέντρα
Να ξεφυλλίζουν βιβλία αμαρτωλά
Χωρίς επωδούς λατρείας
Απότοκος η ιστορία
Ψέλλιζε άναρθρους λόγους Απόβροχο ήταν
Ιούνιος μήνας
Κι εσύ χαμογελούσες
Στο κάδρο της ουτοπίας σαν παιδί
Κραδαίνοντας δεμάτια αστραπών
Στα σμιχτά σου χέρια
Συνάζοντας ουράνιες εκλάμψεις
Στα μελιά σου μάτια
Πόσο το φως ν' αντέξεις;
Ήσουν ο θεριστής κι ο ονειροπόλος πόντος
Σε φώναξα με την υπερβολή
Της καταιγίδας
Σε σπλαχνίστηκα με το λογισμό
Της μάνας
Σε γύρεψα με την κραυγή
Του αλλότριου πόθου
Σε αποπλάνησα με τα φίλτρα
Του απόκοσμου θρήνου
Πονούσε η μνήμη
Σαν τομή βαθιά σε χάρτινο κύκλο
Σαν λαβή μολυβιού πάνω στον ασβέστη
Σαν ποδοβολητό αλόγων
Πάνω στο φαιό σώμα της πατρίδας
Πόσο την καρδιά να ξοδέψω;
Ήμουν η Αχερουσία οδός κι η τρεμάμενη φλόγα
Πλάτυνε ο κόσμος σήμερα
Σαν όπως πλαταίνει στην καρδιά το φιλί
Σαν όπως πλαταίνει στα σύνορα
Το ραβδί του οδοιπόρου
Μεγάλα στίφη κατέβηκαν στους κάμπους
Μην ήρθες στ' απόσκια
Των δοράτων κρυμμένος;
Μεγάλες προσδοκίες φυλάκισαν τη λησμονιά
Μη ξεχαστείς
Κλείνω το στόμιο του πηγαδιού
Σφραγίζω το μελανοδοχείο
Εκείνο το γράμμα που έγραψες
Κανείς μη συνεχίσει
Πόσο τα αμίλητα να περιμένουν;
Ήσουν ο κουρνιαχτός κι ο μυστικός μύθος
Ένα αμπέχονο ριγμένο στον ώμο του νοτιά
Μην και δακρύσει της αυγής ο κλώνος
Μην και σβηστούν στο έμπα του θέρους
Της γης οι παλμοί απατημένοι!
Πήρε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που
με αξιοσύνη διοργάνωσε η me Μαρία μας http://mytripssonblog.blogspot.gr/2016/12/b-10.html
Τα πουλιά χτίζουν φωλιές
Στους θυσάνους της ακτής
Ξερά χορταράκια
Αρχαίες πέτρες σκαλιστές
Μικρά κοχύλια
Και το μυστρί του ήλιου
Τα επικουρούν βιαστικά
Ένα παιδίγράφει
Μιαν μυστική αλφάβητο
Στην άμμο με την γραφίδα
Του ανέμου
Κάποτε οι απόγονοί του
Ίσως εξερευνήσουν τις γραφές
Ίσως συντάξουν το μυθιστόρημα
Της επίπλαστης πλάνης
Από το δάσος έρχεται
Κατά ριπές το ποδοβολητό
Μικρά πουλάρια χτυπιούνται
Με τις ελατόριζες
Τέμνει η χαίτη τους
Το βαθύρεμα σαν λεπίδα
Ελαφράδα
Τίναγμα του κορμιού
Κουρνιαχτός
Κι ένας ωραίος έφηβος
Να κρατά τα γκέμια
Σαν που κρατά η κόρη ολόχαρη
Το νυφιάτικο ρόδι μπρος στον άμβωνα
Στον ορίζοντα το αδράχτι
Των αστραπών
Φωτίζει τη νύχτα
Έρχεται νεροποντή
Χαμογελάει στριμωγμένο
Το καρβέλι στο ψάθινο πανέρι
Χαμογελάει το σκαθάρι
Στην κρύπτη του
Χαμογελάει η κόρη
Στα λάγνα όνειρα παραδομένη
Κάτω από το μαξιλάρι της
Το κέντημα με τους κύβους
Κι η υπερβολή της ονείρωξης
Πρωί - πρωί με τ' απόβροχο
Θα κρεμάσει το σεντόνι της
Στην κρεβατίνα
Είναι ωραίος ο κόσμος
Είναι αρυτίδωτη η λίμνη
Είναι μπόλικο το αλάτι
Στους αρμούς των βράχων
Μόνο εσύ χτυπάς μία - μία τις χάντρες
Και τρέχεις στο αμπέλι
Το κορφολόγημα
Να προλάβεις της μοίρας
Το πράσινο ν' ανάψεις
Φωτάκι της επαγρύπνησης
Σαν λαμπηδόνα
Που ζηλεύει το φώσφορο
Στων ερώτων τον κρυφό
Κώδικα να μυηθείς
Με του αρχάγγελου τη ρομφαία
Στην δεξιά σου πλευρά καρφωμένη!
Πήρε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που
με αξιοσύνη διοργάνωσε η me Μαρία μας http://mytripssonblog.blogspot.gr/2016/12/b-10.html
Κάποτε ξηλεύονται
οι κορμοί
Κάποτε κι οι άνθρωποι
Χάνουν τις ρίζες τους,
τα πατρογονικά τους
κειμήλια...
Άγρυπνοι χαρτογράφοι
Λαθραία στοιβάζονται
Στα κρύα σύνορα
της αυταπάτης
σαν μια ντάνα
ξερά καυσόξυλα!
Στο αριθμητήριο
των δέντρων
μέτρησα τις πληγές
Κι ήρθαν
οι δροσοσταλίδες
το τραύμα να πλύνουν
Τ' αλφαβητάρι
της σιωπής
να ξεκλειδώσουν
Στα υψίπεδα
των κορφών
βασανιστικά
τον πόνο
να κουρσέψουν!
Έσπασε η γραμμή
των αιθέρων
Σκοτείνιασε
το μάτι τ' ουρανού
Έλα στους δακτυλίους
των κορμών
τη νέα
να χαράξουμε
πορεία
Στην αγαστή αγάπη
των κισσών
να μυηθούμε!
Το πρώτο κατά σειρά πήρε μέρος στο δρώμενο
"25 λέξεις # 10" που επιτυχώς διοργάνωσε
η φίλη Μαρία Νικολάου http://tokeimeno.blogspot.gr/2016/11/25-10_20.html
(μπορούν να "σταθούν" και σαν σύνολο)
Αγαπώ τους αιθέρες
Που σε κρύβουν
Αγαπώ τα πουλιά
Που στην ανάσα σου
Κουρνιάζουν
Συλλέγω μπαμπακένια σύννεφα
Και μαζί τους αντιδικώ
Γιατί όπως και να το πεις
Μετά από εσένα
Η ανάσα μου γέμισε καρφιά κι απολογίες
Κάποιες του Θεού κερματισμένες
Κάποιες δικές σου συμπαντικές
Επισημάνσεις αφήνω
Στους κλωβούς του αέρα
Αν αγαπάς τις φυλακές
Κι αν μετά με της αρμύρας
Τα δάκρυα τις γκρεμίζεις
Έλα μ' ένα κλαράκι ανθισμένης μηλιάς
Με τα θαύματα να σε συστήσω
Πόσο ακόμα να σε καλώ;
Μιλώ στα γλαροπούλια
Σηκώνω ανεμόσκαλες
Πικρές λέξεις εφευρίσκω
Τα βράδια κοιμάμαι με τα μικρά ελάφια
Στον κοιτώνα μου μπαίνει
Ο θόρυβος του δάσους
Ο χείμαρρος του απρόσμενου
Με εκπορθεί στην παλαίστρα των φόβων
Στους τοίχους μου
Εισέρχεται το τελευταίο
Κύμα του θέρους
Εκεί που της εύνοιας
Συνέγραψα το μήνυμα:
"Συντάξου με τα εφήμερα
Αν θες τις αποστάσεις των τροχών να μετρήσεις"
Πόσο λίγο σε ήξερα!
Βαριοί βηματισμοί
Δονούν τις ακτές μου
Κάποιο χαροπούλι
Ανασκολοπισμένο
Απαγγέλλει χρησμούς
Κλείνω τ' αφτιά
Μαζεύω το νήμα
Περνάω τα σύνορα
Ολιγωρώ
Στην άμμο στεριώνω το σπίτι μου
Στέρεο να το βρει η αυγή
Συνθλίβω δυο βότσαλα
Και με την τέφρα τη λευκή
Οραματίζομαι το αύριο
Κάτω από τις πλατιές σου φτερούγες
Εμβρυακή παίρνω μορφή
Στην κνήμη των ποιημάτων σου
Αναγεννιέμαι μέρα τη μέρα
Πόσο το θαύμα να περιμένω;
Τα ταξίδια μου έταζαν
Εύχυμους καρπούς
Λυκαυγή με αφράτο χιόνι
Και τρεμάμενα φύλλα
Είχες ποτέ προσέξει
Τους κρυστάλλους στις στέγες
Πόσο μ' αγαπούσαν;
Τότε που αμέριμνη μεθούσα
Με τα κρόταλα του φεγγαριού
Και πάνινα κουρελάκια
Χάριζα στους επαίτες για ενθύμια
Τότε που αντάμα τους
Αφρόντιστα ξεδιάλεγα συρματόσκοινα
Μαγικά να ντύνω τους χειμώνες σου
Στους επαίτες λοιπόν οφείλω
Το φυλακτό των ερώτων
Το ύστερό μου τρόπαιο
Στο στέρνο σου καλά να το κρατάς
Άφθαρτη διάστιξη
Ανθός του νερού
Στίγμα του διαβάτη
Ανάλαφρα στο φως μαζί του να πορεύεσαι
Πως να σ' απαρνηθώ!
Κυριακή ήταν τότε θυμάμαι
Μια ανούσια Κυριακή
Που απρόσκλητος ήρθες στο σπίτι
Ακούμπησες τη βρεγμένη ομπρέλα σου
Στο πάτωμα
Κι έσταξε φθινόπωρο στους ξύλινους αρμούς
Δεν ξέρω αν σ' αγαπούσα
Ή απλά χαιρόμουν αυτή καθαυτή
Τη συντροφιά σου
Στα χέρια σου μια πύρινη ανθοδέσμη
Ποτέ δεν μου χάρισαν λουλούδια
Ξεστόμισα έκπληκτη
Ένα κυκλάμινο άγριο
Μια θηλυκή ορχιδέα
Ή έστω ένα ανώνυμο αγριολούλουδο
Πώς διάβασες τη λαχτάρα μου Πώς γονάτισες στα λευκά μου πανιά Πώς ξεμπέρδεψες το νήμα της απώλειας;
Ήρθες για να μείνεις, είπες
Κι εγώ παρακολουθούσα
Το τρέμουλο των χειλιών σου
Διάβαζα ήρεμα
Τις αποχρώσεις στο βλέμμα σου
Γήινες ζεστές ενσωματωμένες με ίσκιους
Μια αποδόμηση κι ένας εκστασιασμός
Μια επιδρομή σε τοπία χαυνωτικά από τη λήθη
Νόμισα ξάφνου πως μπερδεύτηκαν Όλα τα χρώματα στον πυρήνα της ζωής Πως μια καταιγίδα πλησίασε Τα ουράνια βεγγαλικά για να τα σβήσει
Ήρθες καμωμένος από γυαλί
Με εστίες πολλές να με ζεστάνεις
Πως χρωμάτιζαν τα μάτια σου
Τον ερχομό του Οκτώβρη στα γκρίζα μου στόρια
Απέφυγα να κοιτάξω τις κνήμες σου
Τα βοστρυχωτά σου μαλλιά
Μόνο το βλέμμα σου μ' έκλεψε
Κι εκείνη η λάμψη που γιγάντωνε
Τα σβησμένα μου πάθη
Ήρθες για να ντύσεις τις εσοχές στο μαντήλι
Σε λεβάντες να κρύψεις
Το αρχαίο μου όνομα
Καιρός κακός μην το βρει κι ανοίκειος φόβος
Μπερδεύτηκαν τα χρώματα στα μάτια σου
Την ώρα που έσβηνε αργά ο αποσπερίτης
Στους γήλοφους της ομίχλης`
Κι έμεινα να ξεχωρίζω αχνά ουράνια τόξα
Στα φλύαρα ύψη των αιθέρων Τα μικρά καταφύγια των νεκρών Να αναζητώ στων προσώπων τα αχανή βάθη Πολλά τα πρόσωπα κι άπειρες οι στιγμές
Που αισθαντικά έφερες μαζί σου
Σθεναρά θυμάμαι με προέτρεψες
Σμίλη να γίνω αργυρή
Κι εσύ ο μαρμάρινος τύμβος
Να χαράζω τους στίχους μου
Πύρινη να πάρουν μορφή
Σαν τα λουλούδια που η αγκαλιά σου
Απλόχερα κάποτε μου φανέρωσε
Πήρε μέρος στο 13ο Συμπόσιο Ποίησης που ακούραστα
διεξάγει η αγαπημένη πριγκιπέσα μας Αριστέα http://princess-airis.blogspot.gr/2016/10/ 13o-Symposio-Poiisis-Oi-symmetohes.html
Τα μονοπάτια γέμισαν αφράτες φυλλωσιές
Σαν πουλί να ελαφροπατάς
Κι αν τύχει και σκοντάψεις
Μικρό το κακό
Μουσελίνες άπλωσε στο χώμα το φθινόπωρο
Πορφυρές καστανές κι αχνοκίτρινες
Κοντά σου θα σταθώ
Να μας φωτογραφίσει το απομεσήμερο
Με τα μελαγχολικά του χρώματα
Βάλε και στα μαλλιά σου μια κορδέλα θαλασσιά
Οι μικρές ναϊάδες να πλανευτούν
Να ' ρθουν το χέρι θερμά να μου σφίξουν
Πανάκριβη να γίνεις αδερφή τους
Μελωδική τους να γίνεις κορνέτα
Σε ποτάμια και σε τοπία βροχερά
Υδάτινη μορφή να πάρει και διάκοσμο
Το νέο σου όνομα
Γιατί "Αγάπη" σε φωνάζω
Από τότε που απρόσμενα έφυγες
Κάποιοι μου είπαν πως μαργαριτάρι
Έγινες σ' ένα όστρακο του βυθού
Μαργαριτάρι ολοσκότεινο
Σαν εκείνο που αμύθητη είχε αξία
Κάποιοι άλλοι μου μήνυσαν
Πως λευκός έγινες κύκνος
Με μαχαίρια ψυχρά στη στερνή του κραυγή
Εγώ όμως εδώ θα σε κρατώ
Σαν φλόγα ανέπαφη
Στο δάσος θα σε πηγαίνω
Στις πηγές θα σε δροσίζω
Με αστραφτερά θα σε ντύνω μετάξια
Στα όνειρα σου θα στέλνω κήρυκες
Φεγγάρια ερωτικά να σου ξυπνούν
Αγάπη θα σε ορίζουν κι οι ποιητές
Στα κρυφά τους συναπαντήματα Με τα πουλιά του ερέβους
Αγάπη κι εγώ θα σε ζητώ
Χυμούς θα σε θρέφω
Φωτιά θα σε φροντίζω
Αίμα κοχλαστό να μπολιάζεις
Στα αποξηραμένα φύλλα του στήθους
Κι ολοφώτιστα καλοκαίρια στις θημωνιές
Γονατισμένα κι άεργα να κλαίνε τα φθινόπωρα
Στα ανέφελα σου μάτια για χρόνους πολλούς!
Το παραπάνω ποίημα είναι η εκτός συμμετοχής έκφρασή μου στο "13ο Συμπόσιο Ποίησης" που διεξάγεται από την αγαπημένη φίλη Αριστέα Διαβάζουμε και ψηφίζουμε ως την Πέμπτη 20/10 http://princess-airis.blogspot.gr/2016/10/ 13o-Symposio-Poiisis-Oi-symmetohes.html
Κάτω από μια ψάθινη
ομπρέλα
θα κρύψω
δυο βότσαλα
και τρία κοχύλια
Να έρχονται οι γλάροι
μηνύματα
να ακουμπούν
και θερινά λουλούδια:
Αναθήματα
στου φθινοπώρου
το ψυχρό
θυσιαστήριο
Κίτρινοι οι δρόμοι
της θάλασσας
παγερή η άμμος
Μόνο μια ψάθινη
ομπρέλα
κρατά
επτασφράγιστα
στους κόρφους
της
τα μυστικά
αρώματα
του απερχόμενου
καλοκαιριού
Έσκαψα
στην άμμο
δυο ευχές να κρύψω
Να έρθει
η παλίρροια
μαζί της να τις πάρει
Των βυθών
τα παλάτια
να στολιστούν
Γιρλάντες να γίνουν
τα λόγια
των ποιητών
Κατοίκησες την ερημιά
Με ένα σπασμένο κοχύλι
στ' αφτί
Ποιος σου είπε πως η θάλασσα
ζητά κλειδιά
Μια μεγάλη καρδιά έχει μόνο
Να υποδέχεται
στα γαλάζια της δώματα
τους ναυαγούς της ζωής
Το πρώτο ολιγόλεκτο πήρε μέρος στο δρώμενο "25 λέξεις" //tokeimeno.blogspot.gr/2016/09/25-9_17.html
που επιτυχώς διοργάνωσε η φίλη Μαρία Νικολάου τα
υπόλοιπα ακολούθησαν καθότι η πηγή έμπνευσης ήταν
πολύ δυνατή!!
Τι όνειρο να 'βλεπες όταν έφυγες
Να ήταν μήπως ένα πολύχρωμο
Βέλος παιδικό που διαδοχικά ξαστοχεί
Ή μήπως μια φωνή απόκοσμη
Τη μοναξιά σου βάραινε εφιαλτικά
Δεν σε άκουσα δεν με φώναξες
Κι άτιτλη φάνταζε η γραμμή στο καλέμι
Δεν πρόφτασες
Μια στιγμιαία τροχιά να διαγράψεις
Στα νερά της Στυγός
Κι ατελέσφορο έμεινε το αίνιγμα στο χαρτί
Σε ποια να μιλούσες ηλιοτρόπια
Κι έγινε η μορφή σου σαν λουλούδι ανοιχτό
Δροσοσταλίδες να στάζει
Μύρα ν' ανεβάζει στους στήμονες
Κι εκείνα τα χρώματα που ντύνουν
Τα παιδικά όνειρα μ' αθανασία
Να σκορπίζει σε διάσελα και σ' ουράνιους κήπους
Χάρη να γεμίζουν τα δόρατα των μετεωριτών
Πληγές μην αφήσουν ανοιχτές
Στις κρυφές στρώσεις της πέτρας
Μην ήσουν καραβοκύρης στο όνειρο
Και ξέχασες τους χάρτες να ρωτήσεις
Τ' ανεμολόγια να συμβουλευτείς;
Μην ήσουν μια σφαίρα ιδρωμένη
Που μαζί με τ' αγριοπούλια πετάριζε
Στ' απόκρημνα θαλασσόβραχα;
Δίχως άλλο ένα έντρομο έντομο θα ήσουν
Ένας σκαραβαίος ένα ασημόψαρο ένα τριζόνι
Αντίστροφα να μετράς τα δευτερόλεπτα
Λατρευτικά να σκιρτάς
Στα βύθη του έρωτα
Λίγη ζωή
Και το μέγιστο πάθος ν' αδράχνεις για μένα
Όπως και να 'χει
Κλειδώθηκε ο κόσμος όλος
Στα λεπτά σου ματοτσίνορα
Την ώρα που ο αυγερινός
Καλούσε τον ήλιο στο πόστο του
Κλειδώθηκε το αίμα σου
Σαν επτασφράγιστο μυστικό
Στα βιβλία των προφητών και των φονιάδων
Κι οι πόρτες δεν ανοίγουν
Η κάποιος φεγγίτης έστω δεν απαντά
Ν' ακουμπήσω μια αχτίδα ημισελήνου
Αρματωμένος στο σύμπαν
Να βασιλεύεις
Με οφθαλμούς πολλούς
Τα μάτια μου να κοιτάς
Άδεια μην γίνουν δισκοπότηρα
Αμαρτωλά
Στων υαλουργών
Τα φτωχικά εργαστήρια ξεχασμένα
Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης και θερμά τον ευχαριστώ!
Πήρα είδηση απόψε τους αγγέλους
Να το σκάνε απ' τον ουρανό
Ανάστατα τα αστέρια μάτιζαν
Τα πλευρά τους με χρυσές βελόνες
Να μην χαθούν για πάντα
Οι ευχές
Των ποιητών και των δρομέων
Κατά τάγματα έφευγαν οι αγγέλοι
Αφήνοντας μια λευκή στήλη σκόνης
Και καπνού πίσω τους
Ομίχλη κάλυψε πέρα ως πέρα
Τα ουράνια τοπία
Διάφανοι κίονες φύτρωσαν
Υπερωκεάνια έπλεαν στα σύννεφα
Με σβηστές τις μηχανές τους
Με σπασμένα τ' άρμενα και φτενά τα ιστία Σε ποιους κρεμαστούς κήπους θα με πας να περπατήσω;
Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου
Σιγομουρμούριζαν
Την πειρατική του κοτσίδα χάιδευε ο άνεμος
Κι ήταν σαν να τους μοίραζε ρόλους
Στις γήινες γειτονιές αποδεκατίστηκαν
Τα πουλιά
Η φύση σίγησε
Τα βουνά ορφάνεψαν
Κι οι κοίτες πνίγηκαν στους λυγμούς
Μόνο βατράχια οχιές να συρίζουν
Και πάνοπλους σκορπιούς συναντάς
Μια μαύρη σφαίρα κατρακυλά κολασμένα
Συμπαρασύροντας φτέρες και σκίνα
Ελιές και πευκώνες
Ιβίσκους και ματωμένους ασπάλαθους
Αφαλατώθηκε το νερό των θαλασσών
Κι οι μοίρες στα λίκνα χαιρέκακα
Μοιράζουν μαύρες τουλίπες στις μωρομάνες Σε ποιον μακρινό αστερισμό στήσανε φωλιές τ' αηδόνια;
Έλυσαν τα μαλλιά τους
Φώτισαν τους καθρέφτες μ' όνειρα
Έστρεψαν το βλέμμα στην πλευρά της Ανατολής
Κι έφυγαν χαρίζοντας το φιλί τους στα μελτέμια
Πουλιά έγιναν οι άγγελοι
Σε κήπους γυμνούς μπήκαν
Σε λιβάδια αποψιλωμένα τράβηξαν
Σε νεκρές θάλασσες ανάσες ζωής χάρισαν
Πουλιά ωδικά εξωτικά και παραδείσια
Και τ' άλλα τα πιο ταπεινά και τα πιο έμπιστα
Σιμά μας ήρθαν
Σπουργίτες χαμοπούλια και γλάροι αμέριμνοι
Κύκλωσαν το τοπίο
Στήσανε χορό σε γάργαρες νεροσυρμές
Οι πέρδικες του καμάρωναν στο δάσος
Κι ο περήφανος σταυραετός φτερούγησε στ' αμπέλι
Σπόρο να βρει λινάρι κι αλέτρι Σε ποιο γήινο σπήλαιο θα ακουμπήσουμε τα υφαντά μας;
Ζωντάνεψε η πλάση
Ο ήλιος μάζεψε θησαυρούς απ' τους σπόρους
Θέριεψαν τα γεννήματα
Φύτρωσε και πάλι η αφροξυλιά
Το κρίταμο η πικραλίθρα και τ' ασφοδέλια
Οι ωκεανοί περήφανοι έστελναν σινιάλα
Στα ερημικά βραχονήσια
Οι κόρες του ωκεανού θήλαζαν τα μωρά τους
Σαν πρώτα με γάλα και μέλι
Αφήνιαζαν τα άλογα κι ο κόσμος άπλωνε
Λευκές κι άλικες κορδέλες στα στήθη
Αιθέρια έγιναν πουλιά οι άγγελοι διαβατικά
Κι η γη σαν ακούραστη ελαφίνα
Προετοιμάστηκε ηδονικά
Να πλουμίσει με στίχους ερωτικούς
Τα αίθρια των ανέμων
Σκάλες να φτιάξει να υψωθεί ως τα ύφαλα
Ο πρωτεϊκός λόγος των ποιητών Σε ποιο αρμυρίκι να κρεμάσω τα μυστικά μας πεντάγραμμα;
Στον σκληρό υμένα των άστρων
Εισέβαλε απόψε
Η φτερωτή της σελήνης
Και τα διακόρευσε
Έσβησε η πούλια
Κι η ζώνη του Ωρίωνα
Κρέμασε διάφανες πουκαμίσες στα βρεχάμενα
Άπλοια καράβια αφανισμένα
Οι λευκοί αστερισμοί
Σιωπηλά κρουστά του αχανούς
Οι μάγοι που αγγελοκρούονται
Έχει πανσέληνο απόψε
Και λάμπουν του ουρανού οι λιμένες κατάφωτοι
Μεθυσμένοι από τα μύρτα σου
Αδάμαντες θα σου φέρω
Να κόβεις τα σκοινιά των πειρατών
Αρχοντικά να πλέξεις σκαλί - σκαλί
Την ανεμόσκαλα της αντάμωσης
Εδώ θα είμαι
Στη σκιά των ναών και των αγαλμάτων
Με μια δάδα αναμμένη στο χέρι
Τη ψυχή σου να καλώ
Δρόμους να διανοίγω
Ανάμεσα στα καλόγνωμα δέντρα
Και στις ζεστές φυλλωσιές
Άκου τον ήχο των κυμάτων
Άκου τη σκαπάνη της νύχτας
Άκου τους τροχούς της σελήνης
Εσένα καλούν
Εσένα ελευθερώνουν
Μην αρνηθείς
Παραμύθια με νάνους και δράκους
Να πεις στο κοιμισμένο παιδάκι της πρώρας
Εκεί που αχειροποίητο θα ζει τ' όνομά σου
Ταξίδια να με πηγαίνει στο άχρονο
Μην μαρτυρήσεις το δρόμο
Στην κόρη της σελήνης
Και σ' ακολουθήσει
Χαλικάκια μην αποθέσεις στις πύλες
Και πλέγματα γίνουν αγκαθωτά
Μόνο εγώ να σε ξέρω
Μόνο εγώ να σ' αγαπώ
Βαθιά στο αίμα μου να σε φυλάω
Δική μου ανάσα και πληγή
Σαν πλατυτέρα των πόντων
Ψέματα να σου λέω
Φιλιά να σου κρατώ
Πλάι στη πανσέληνο να χορεύεις
Πλάι στη φωτιά να ξεχνιέσαι
Με ένα τίναγμα του χεριού σου
Τα ουράνια δοξάρια να στρέφεις στην αγκαλιά μου
Ο μικρός ο Χρήστος -τσιγγανόπουλο-
Έφερνε όλα τα μπακιρένια κέρματα στο μαγάζι
Ήταν η κυριακάτικη σοδειά του
Προτεταμένο το χέρι στα σκαλιά της εκκλησίας
Με την κρούση της πρώτης καμπάνας
Κατέφθανε κι η προσδοκία
Μεγάλες οι αγαθοεργίες των καλών χριστιανών
Λίγα μπακιρένια κέρματα μια μισή ματιά
Ένα στημένο χαμόγελο ένα σούρσιμο στο φόρεμα
Αετονύχης ο Χρήστος επέμενε
Διεκδικούσε λίγον άρτο αγιασμένο
Λίγο στάρι μ' ασημένια κουφετάκια
Αχ και να'χε λίγο ασήμι ατόφιο ένα εικοσαρικάκι
Βαρέθηκε τις άδειες φούχτες
Την όψη του λεμονιού στα πρόσωπα
Τα ακάνθινα νύχια των κυριών
Μα εκείνο που πιο πολύ τον χάλαγε
Ήταν η καντυλανάφτισσα που κερί
Με μπακιρένιο κέρμα δεν του έδινε ν' ανάψει
Κι ήταν σαν να λιώνει το λίπος όλης της γης
Πάνω στα αδύναμά του χέρια και να ταγκίζει
Καμένο λίπος σκουρόχρωμο σαν αγιογραφία βυζαντινή
Σκαμμένα μάγουλα σφιχτοί σιαγόνες
Δασιά φρύδια με την όψη της Φρίντας
Την ήξερε την Φρίντα
Με τα εκκεντρικά δάκτυλα;
Αποκλείεται
Σειρές τα κοσμήματα
Σειρές οι κατεστραμμένες αρθρώσεις
Αυτός απόστολος μιας άλλης αποστολής:
Το αχνογέλιο της μητέρας
Η μικρή αγαπητικιά με τους δέκα πόντους
Να εξέχουν στα παπούτσια των αγαθοεργιών
Το αχνιστό ψωμί τα σνακ κι οι ροζ καραμέλες
Μετά τη λειτουργία στο σχόλασμα
Πέρναγε απ΄το μαγαζί
Μετρούσε τα λάφυρα
Σαν να μετρούσε τα κουμπιά
Στο νυφικό φουστάνι της αγαπημένης
Μάζευε καλούδια για να'ναι αυτή ευτυχισμένη
Τις έδινε υποσχέσεις
Ένα καθαρό σπιτικό μια βρύση να στάζει ασημένια κουφετάκια
Κι ένα πίθηκο να στραγγίζει την αθλιότητα της λάσπης
Μια μέρα θα σε πάω στα Παρίσια κι όπου αλλού θες
Της έταζε
Στις πόλεις με το νέον και τους πλωτούς ποταμούς
Στους πύργους που γέρνουν και στα χρυσά καμπαναριά
Στο πουγκί τα μπακιρένια κέρματα
Ασημένια θα γίνουν κουφετάκια ατόφια
Αρκεί να πιάσουν τα μάγια του Αυγούστου
Αρκεί να δέσει το νήμα στον ομφαλό της ζωής
Και το χρέος κάποτε επιτελέσουν οι γραφές
Πριν το τέλος
Ήσουν ωραίος
Και χαμογελούσες
Είχες ανοιχτή την καρδιά
Σάμπως έτοιμος από καιρό
Να ήσουν
Το βέλος να δεχτείς
Καρτερούσες δεητικά
Να χωρέσεις
Στων ματιών σου
Την άλω
Όλα τα πάθη των βροχών
Και των δρόμων
Σαν δέντρο έμοιαζες
Που θάλλει
Στους καρπούς του
Δεν γνώριζες την αστραπή
Το ψυχρό χάδι
Χαμογελούσες
Μια χτενισιά
στο μαλλί
Μια θύελλα
Στις κάτω πόρτες
Ποιος σου έδωσε
Και σε εξαπάτησε
Το αντικλείδι;
Σκιές διέγραφες
Με επιδέξια δάκτυλα
Στους τοίχους
Ένα ερπετό
Ένα πουλί
Ένα υποβρύχιο
Ένα μανουάλι
Εκεί να αποθέτω
Τα κεριά των λυγμών
Εκεί να πληγώνω
Τη μάνητα
Της απώλειας
Κοιμήθηκες παρέα
Μ΄ένα άστρο
Το γλυκοκοίταζες
Κι αυτό λαμπρό
Όπως ήταν
Σε ξελόγιασε
Φιλιά σου 'ταξε
Δάφνες και φοίνικες
Εξύφαινε
Στου λογισμού σου
Το πλατινένιο λάμδα
Ήρεμα έφυγες
Στου ύπνου τη δάδα
Προσηλωμένος
Σχεδόν ένοχα γελώντας
Στέναξαν αίφνης
Οι ίνες του κόσμου
Άρχισαν να ξεφτούν
Των σεντονιών
Οι μνήμες
Στη μεριά των σχεδίων
Σαν τα όνειρα
Που η Ιστορία τα ξέχασε
Ή τα αγνόησε...
Εκείνο το βράδυ
Πριν το τέλος
Ανέβασες στην οθόνη
Του ουρανού
Το πιο πολυπαιγμένο έργο
Εκείνο του σταυρωτή
Και του κάλφα
Τα αιχμηρά καρφιά
Πως δεν ξεδιάκρινες;
Τα κομμένα δέντρα
Πως δεν ξεχώρισες;
Των Κυριακών τη συννεφιά
Πως δεν την είδες;
Των σταδίων τις ιαχές
Πως δεν τις άκουσες;
Εκείνο το βράδυ
Πριν το τέλος
Καρπερά είχες τα χέρια
Σταθερό το τιμόνι
Στην πλημμυρίδα
Συνομιλούσες με το μέλλον
Απόδιωχνες το παρελθόν
Και μικρός γινόσουν
Θεός επί γης
Ανέφελος!
*
Μην αργήσεις
Έχω ανάψει το μαγκάλι
Επιδιόρθωσα τη στέγη να μη στάζει
Ξέρω πόσο φοβόσουν τους κεραυνούς
Στα ελατοδάση που ζούσες
Σε καρτερώ
Να χτενίσω τις σκέψεις σου
Με του πόθου το σπασμένο χτενάκι
Μην αργείς
Έχει το φεγγάρι επισκέψεις απόψε
Στο πλατύσκαλο ωραία σαν ψίαθος να σταθείς!
*
Μην αργήσεις
Στη μαρμάρινη κολόνα
Μέτρησα τις εσοχές
Και την πιο βαθιά
Την κράτησα για εσένα
Τ' αετώματα των ναών
Να φρουρείς τις έναστρες νύχτες
Μην αργείς
Στων μνημείων την υγρή μαρμαρόσκονη
Κόλλησε τ' άροτρό μου!
*
Μην αργήσεις
Κάθετα τέμνεται ο ουρανός
Απ' το χαράκι της πληγής
Αίμα αναπηδάει κοχλαστό
Μαδούν οι τουλίπες
Ασθμαίνοντας ελαφρά
Κι αιωρούνται
Μην αργείς
Ο μαΐστρος σκάλισε στο ραβδάκι του
Το θήτα του θυρεού σου!
*
Μην αργήσεις
Σκάλισα στους περιστερώνες
Το Άγιο όνομά σου
Ταυτότητα να έχουν οι ουρανοί
Να μην ζηλεύουν
Τα γήινα σκαλοπάτια
Μην αργείς
Στο ασημένιο μου βραχιόλι μια μπλε χάντρα
Κομίζει στις γειτονιές τσέρκια χαράς!
*
Μην αργήσεις
Ο τυφλός νεωκόρος
Μου έστειλε λαμπερό ένα καντήλι
Δυο κόκκους λιβάνι
Κι εκείνο το εικόνισμα με τον Δράκοντα
Αριστερά να τα βάλω
Στην πέτρα του πόντου
Μην αργείς
Στα ξωκλήσια τα σήμαντρα
Πήραν το χρώμα του μεστού ροδάκινου!
*
Μην αργήσεις
Σήμερα ξεπέζεψαν απ' τα σύννεφα
Δυο αλήτες άνεμοι
Ο ένας είχε την κορμοστασιά σου
Ο άλλος το άρωμά σου
Μυστικά μου έφεραν φιρμάνια
Πως για άλλα πήγαινες νυχτέρια
Μην αργείς
Κόμπο κόμπο έδεσα στο μαντήλι
Τους στίχους που μου έγραψες σπορά να τους κάνω!
*
Μην αργήσεις
Απόψε στο σπήλαιο με τους σταλακτίτες
Επανασυγκόλλησα
Τις ψηφίδες των πρώιμων γραφών
Μορφοποιείται ο χαμένος στεναγμός;
Απάντηση δεν πήρα
Μην αργείς
Στο θηκάρι του βράχου φύτρωσε άγρια μέντα
Εκείνη που συντηρεί υγρά τ' αληθινά όνειρα!
*
Μην αργήσεις
Στα Φαγιούμ της ψυχής
Άνθισαν χαμόγελα
Ερυθρές βάφτηκαν οι μετόπες
Των σύννεφων
Και στα δάση των δακτύλων
Κυκλοφορούν ρασοφόροι ποιητές
Μην αργείς
Στα χαλικόστρωτα μονοπάτια
Δομούνται μικρές κιονοστοιχίες
Και γυρεύουν κεντρικά να σταθείς!
*
Μην αργήσεις
Πάνω στα σκουφάκια των αφρών
Κοιμήθηκαν οι άνομοι εραστές
Κυνηγημένοι
Κράτα το τέμπο
Στου ύπνου τους την απλωσιά
Σταθερό
Μην αργείς
Αύριο οι φθόγγοι της μουσικής θα γράφονται
Στα ταπεινά αναλόγια των γκρεμνών!
*
Μην αργήσεις
Κορφολόγησα τον βασιλικό
Και σου 'χω σιδερωμένο
Το καλό σου πουκάμισο
Στη βεράντα αχνιστός ο καφές σου
Κι η καρέκλα κουτσή εναρμονίζεται
Με το ξυλόφωνο του παφλασμού
Μην αργείς
Στης καρδιάς το ρόπτρο ακουμπά
Το κομμένο χέρι της Αφροδίτης άνοιξε της!
Άφησα την πόρτα μου ανοιχτή απόψε
Να περάσει ολόγυμνος ο πόνος
Συντροφιά να μου κάνει
Να τον ποτίσω δάκρυα φωτιάς
Να τον τρατάρω γλυκό του κουταλιού και πετιμέζι
Χρόνια φίλος κι αδερφός
Χαιρέτισε την πρόσκληση μου
Κι όρκους μου 'φερε
Κι ένα λευκό φουλάρι αραχνοΰφαντο
Στο βάζο έβαλα λουλούδια
Ολόφρεσκα με τη δρόσο της νύχτας
Γιασεμιά που αγαπούσες
Και δυο θλιμμένες κάλες
Που σου άρεσε αρχές της Άνοιξης
Να φυτεύεις
Στο γόνιμο σώμα της γης σου
Αρχές μιας Άνοιξης που τα λόγια
Τίποτα δεν περιέγραφαν
Τίποτα δεν σηματοδοτούσαν
Μόνο στυλωμένα είχαν τα μάτια τους
Στο ασπρόμαυρα πλακάκια
Απόψε άθικτα έμειναν τα σεντόνια μου
Τα σκουφάκια του ύπνου
Αψεγάδιαστα κείτονταν στην καρέκλα
Φόρεσα το καλό μου φόρεμα
Άσπρο μακρύ αέρινο
Σαν καλή νεράιδα έμοιαζα
Που ξυπνάει μες στις ιτιές και τις λεύκες
Αχάραγα να χτενιστεί
Τα μαλλιά μου καλοστρωμένα
Σε σκούρο μαύρο χρώμα
Ξέρεις πόσο αγαπούσα πάντα τις αντιθέσεις
Στα ρούχα στη σκακιέρα στα γραφτά μου
Αντιθέσεις και στου έρωτα τον χάρτη
Να σ' αγαπώ και να σ' αποδιώχνω
Να σου μιλώ και να σωπαίνω
Να σε ζητάω και να σ' απαρνιέμαι
Σημάδι έβαζα τις μέρες μου
Και τις νύχτες καλούσα
Στεφάνια από δάφνες να φέρνουν στα πόδια μου
Άφησα μια χαραμάδα ανοιχτή απόψε
Να έρθει ο καλός μου άγγελος
Παραδεισένια να μου φέρει στολίδια
Κοράλλια κίτρινα της αποδημίας
Αχάτες γαλάζιους των οριζόντων
Μαλαχίτες πράσινους της ευφορίας
Περιποιήθηκα τα φτερά του
Λίγες γάζες μου περίσσευαν
Μικρά να μου γίνουν ορμητήρια
Στερνοί να μου γίνουν οδηγοί στην εκστρατεία
Σαν κουρσάρος έμοιαζε
Με τόσα πετρώματα κι θησαυρούς στα χέρια
Τον καλωσόρισα
Και μαγικά του έδωσα φιλιά
Από εκείνα που αρνήθηκες να πάρεις
Κι άδεια έμειναν τα δίχτυα στην προκυμαία
Στεγνά τα χέρια δεμένα σε προσευχή
Κι η καρδιά
Ένα αλώνι πέτρινο
Με λίγο χορταράκι στις σχισμές
Από εκεί να πιάνομαι μόνη μη νιώθω
Απόψε δεμένα είχα τα μάτια
Δεμένα τα χέρια στους αγκώνες
Δεμένα της καρδιάς τα ψηφία
Στο θυσιαστήριο μ' οδηγούσαν
Δυο γεροδεμένοι στρατοκόποι
Τα πλήθη γύρω τους επευφημούσαν
Και γρόσια κρατούσαν στις τσέπες
Ξύλινους σταυρούς διπλοκάρφωναν
Κόσμος πολύς εξαγριωμένος
Με τιμωρούσε με άγνωστες γλώσσες
Μόνο ένα κορίτσι αμίλητο
Με κοιτούσε συμπονετικά
Μου έτεινε το χέρι κι ευθύς το μάζευε
Απόψε που φλογίστηκαν οι μνήμες
Και σπιθίζουν
Βρήκα τους σηματωρούς μου
Λίγους κόκκους αλάτι των κορφών
Ανάσες ζωής να σου χαρίζω
Στα δέντρα της ομίχλης
Μικρές φλέβες ουρανού για σένα να ανακαλύπτω
Στ' αστέρι που κατοικείς
Στο δικό σου αστέρι
Άνοιξες αποβραδίς τα παράθυρα
Μου έστελνες φιλήματα
Είχες την έγνοια μου
Στα μάτια μου ακίδες χρυσές έμπηγες
Άνοιγες την παλάμη σου
Τη γραμμή της ζωής να επιμηκύνω
Του έρωτα τα σημεία να πλησιάσω
Του αποχωρισμού να σπάσω τη σφραγίδα
Φλογερά να γίνουν τα όνειρα μας
Σαν μικροί φεγγίτες
Στου γαλαξία τη σκόνη
Σαν νήματα αστραπών
Στον ουρανό του πάθους
Κι ήσουν πάλι εδώ
Με ρινίσματα φωτός στις κνήμες
Ολοφώτιστος να μου χαμογελάς
Υποσχέσεις να μου δίνεις
Με μια άλικη καρτούλα ευχών
Ταξίδι να με πηγαίνεις
Στης Βαβυλώνας τα τείχη
Νήματα να σου κλέβω
Εκείνο να σου υφάνω το μαγικό χαλί
Κοντά μου να έρχεσαι απρόσκοπτα
Σαν μικρός θεός που αποπέμφθηκε
Απ' την στρατιά της ομίχλης
Και τίμια μοιράζει τα λόγια του στα πουλιά
Κι εγώ ένα λαβωμένο πετούμενο
Ίαση να σου γυρεύω
Βοτάνια και μύρα ακριβά
Την πληγή μου να φροντίζουν
Τα σκούρα αίματα να αγαπούν
Κι εκείνες τις φωτοσκιάσεις της πίκρας
Να αντιγράφουν σε παλίμψηστα αρχαία στολίδια
Κι ήσουν πάλι εδώ
Ωραία να διαμοιράζεσαι
Στα πλήθη να μπερδεύεσαι
Κι εγώ αέρινη φωτιά
Στους χτύπους σου να μεθώ
Την καρδιά σου να πλαταίνω
Εμένα να χωράει
Σαν τις αμαρτίες των ωραίων τρελών
Που σε συνέπαιρναν
Απόψε που οι ουρανοί
Κρυφογελούν κι ανοίγουν
Ανάβω ένα κεράκι
Να με διακρίνεις
Χλωμό κερί με φιτίλι ασημένιο
Κτέρισμα ακριβό στη μοναξιά σου
Λάμψεις να στέλνω στ' αστέρι σου
Με τάξη να αποκωδικοποιώ το μέλλον σου
Κι αν βλέπεις να κρατώ ραβδάκι
Είναι που νερό ψάχνω να σου βρω
Μια στάμνα να σου φέρω στα πόδια
Εκεί στις στράτες που περπατάς
Ολονυχτίς
Δροσιά να παίρνεις και να δίνεις
Τους φρουρούς να ξεγελάς
Και κρυφά τα κλειδιά να τους παίρνεις