Αναπαμένη η θράκα σε εκδικούνταν, έριξες ένα λιόφυλλο
ένα πράσινο μάτι έλαμψε, δεν αγαπούσες το πράσινο
ούτε τις κόκκινες φλόγες μόνο τη στάχτη αγαπούσες
συμφιλιώνονταν με τη γκρίζα απόχρωση της ζωής σου.
Η θράκα είναι κόκκινη, η στάχτη είναι γκρίζα
την αγαπούσες, την αγαπούσες φριχτά, δεν ήθελες
να τη προδώσεις…
Πήρες νερό, το ανακάτεψες με τη στάχτη ήθελες να
βγάλεις το δικό σου μείγμα για να λουστείς.
Δούλεψες το μείγμα με τα χέρια σου ως τον αγκώνα
έφτανε ο πόνος, τον αγαπούσες….
Έκλαψες λίγο αλλά δεν πειράζει
Ήρθες να ντύνεις το σώμα σου με την γκρίζα στάχτη
έγινες ένα σύννεφο και χαμογέλασες!
Την ζωή σου την είχες τάξει στον ουρανό έγινες
σύννεφο δικαιώθηκες:
«Ποιος δίνει σημασία στα ασήμαντα;»
Τρίτη 15 Απριλίου 2008
Παρασκευή 4 Απριλίου 2008
Διαύγεια
Είχε μια διαύγεια το πρόσωπό σου όχι τη διαύγεια του κρύσταλλου ή ενός γυαλιού στην αντανάκλαση της ώριμης σελήνης παρά μόνο τη διαύγεια από κρουστό χαλάζι.
Βγήκες στο δρόμο μέσα στο κρύο παγωμένο έρεβος σιωπηλά σε κοίταξα πίσω από τη κουρτίνα γράφοντας απεγνωσμένα το όνομά σου πάνω στο πάγο και ξάφνου μεγάλοι κρύσταλλοι
όμοια γλυπτά ξεφύτρωσαν από το πάτωμα
Μετέωρη βρέθηκα μέσα σε μια πελώρια σπηλιά με μάτια αίλουρου να ατενίζω τη σκληρή λευκότητα.
Θέλησα να ξεφωνίσω κι ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό αντιλάλησε
στο βάθος.
Έκλεισα βίαια το στόμα μασώντας ακατάπαυστα πάγο και
ασήμι.
Με φτερά από κρύσταλλα μουσικά κροταλίζοντας
βρέθηκες κοντά μου, στη χούφτα ευλαβικά κάτι κρατούσες:
«Σου έφερα τα δάκρυά μου χαλάζι της νύχτας για να λουστείς»
είπες…
Ξύπνησα κι ένα καταρράκτη από χαλάζι είχα στα μαλλιά μου.
Έγειρα πάνω στο σώμα σου και γοργά αντήχησαν του ελαφιού
οι δρόμοι
Βγήκες στο δρόμο μέσα στο κρύο παγωμένο έρεβος σιωπηλά σε κοίταξα πίσω από τη κουρτίνα γράφοντας απεγνωσμένα το όνομά σου πάνω στο πάγο και ξάφνου μεγάλοι κρύσταλλοι
όμοια γλυπτά ξεφύτρωσαν από το πάτωμα
Μετέωρη βρέθηκα μέσα σε μια πελώρια σπηλιά με μάτια αίλουρου να ατενίζω τη σκληρή λευκότητα.
Θέλησα να ξεφωνίσω κι ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό αντιλάλησε
στο βάθος.
Έκλεισα βίαια το στόμα μασώντας ακατάπαυστα πάγο και
ασήμι.
Με φτερά από κρύσταλλα μουσικά κροταλίζοντας
βρέθηκες κοντά μου, στη χούφτα ευλαβικά κάτι κρατούσες:
«Σου έφερα τα δάκρυά μου χαλάζι της νύχτας για να λουστείς»
είπες…
Ξύπνησα κι ένα καταρράκτη από χαλάζι είχα στα μαλλιά μου.
Έγειρα πάνω στο σώμα σου και γοργά αντήχησαν του ελαφιού
οι δρόμοι
Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008
Ένα απλό ερώτημα
Ξέρεις εχτές το βράδυ πήγα και διάβασα το παγωμένο δάκρυ
του σαλιγκαριού μια απορία παιδική αθώα με έφερε εδώ
απλή απορία:
«Γιατί τα σαλιγκάρια να κλαιν σαν περπατούν;»
Μια προτροπή ερώτημα Θεού
Έμεινα άφωνη κυριευμένη με τύψεις, τι να απαντούσα πώς να
μικρύνω την αθωότητα
Τα σαλιγκάρια είναι οι βλαστοί της ψυχής μας που έρπουν σαν
κισσοί, πώς να το πω όμως;
Ξέρεις εχτές το βράδυ σούρουπο ήταν ιχνηλάτησα την πυώδη
πηγή του κόσμου, δάκρυ και πύον και κρούστες διαφανείς να
τέμνουν μοιραίες πορείες ,έφυγα τρέχοντας η αργή πορεία
πολιορκούσε τον ήχο των λέξεων!
Ιέρεια ταγμένη στο κοιμητήριο με τους διάτρητους κοχλίες
πένθησα την ηλικία των δακρύων κι αφιερώθηκα….
του σαλιγκαριού μια απορία παιδική αθώα με έφερε εδώ
απλή απορία:
«Γιατί τα σαλιγκάρια να κλαιν σαν περπατούν;»
Μια προτροπή ερώτημα Θεού
Έμεινα άφωνη κυριευμένη με τύψεις, τι να απαντούσα πώς να
μικρύνω την αθωότητα
Τα σαλιγκάρια είναι οι βλαστοί της ψυχής μας που έρπουν σαν
κισσοί, πώς να το πω όμως;
Ξέρεις εχτές το βράδυ σούρουπο ήταν ιχνηλάτησα την πυώδη
πηγή του κόσμου, δάκρυ και πύον και κρούστες διαφανείς να
τέμνουν μοιραίες πορείες ,έφυγα τρέχοντας η αργή πορεία
πολιορκούσε τον ήχο των λέξεων!
Ιέρεια ταγμένη στο κοιμητήριο με τους διάτρητους κοχλίες
πένθησα την ηλικία των δακρύων κι αφιερώθηκα….
Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008
Τιμωρός
Στη βάση του κάδου δίπλα στα στοιβαγμένα τελάρα
του οπωροπωλείου βρήκε μια παιδική κούκλα.
Την πήρε στα χέρια της, την περιεργάστηκε, το ένα
μάτι της θεόρατο, καταγάλανο να διυλίζει το ύψος
των ορφανεμένων κορφών.
Το άλλο - κυκλώπειο άλγος – χάσκων πιθάρι εύηχο.
Φοβήθηκε το κενό, βιάστηκε όπως – όπως να το καλύψει
με το σάλι της.
Αίφνης αφουγκράστηκε....
πως στο αριστερό μέρος του κρανίου της κούκλας
ένας ζωντανός εγκέφαλος καραδοκούσε με τους νευρώνες
εν εκτινάξει να πλήξει τους ενόχους των σπηλαίων
Έκανε να φύγει τρομαγμένη δεν πρόλαβε, ένας υπόκωφος
κρότος την έριξε στην άσφαλτο
Τα κατακρεουργημένα της δάχτυλα είχαν καλύψει πλήρως
τον άδεια κόγχη
Αποκαμωμένη γρυλίζοντας σαν το κυνηγημένο ζώο
πήρε να γλύφει τις πληγές της
«Σε τιμώρησα , είστε ένοχοι, εσείς αποσπάσατε τον
βολβό μου και τώρα δικαιώθηκα.
Απ` τα δάχτυλά σου θα φυτρώσουν κόκκινες και μαύρες
τουλίπες, ξέρεις άλλωστε πόσο πολύ λατρεύουν οι κούκλες τα
χρώματα.
Με δέκα πάλλοντα στημόνια θα υφάνω το θαύμα του νέου κόσμου
Ευχαριστώ»
του οπωροπωλείου βρήκε μια παιδική κούκλα.
Την πήρε στα χέρια της, την περιεργάστηκε, το ένα
μάτι της θεόρατο, καταγάλανο να διυλίζει το ύψος
των ορφανεμένων κορφών.
Το άλλο - κυκλώπειο άλγος – χάσκων πιθάρι εύηχο.
Φοβήθηκε το κενό, βιάστηκε όπως – όπως να το καλύψει
με το σάλι της.
Αίφνης αφουγκράστηκε....
πως στο αριστερό μέρος του κρανίου της κούκλας
ένας ζωντανός εγκέφαλος καραδοκούσε με τους νευρώνες
εν εκτινάξει να πλήξει τους ενόχους των σπηλαίων
Έκανε να φύγει τρομαγμένη δεν πρόλαβε, ένας υπόκωφος
κρότος την έριξε στην άσφαλτο
Τα κατακρεουργημένα της δάχτυλα είχαν καλύψει πλήρως
τον άδεια κόγχη
Αποκαμωμένη γρυλίζοντας σαν το κυνηγημένο ζώο
πήρε να γλύφει τις πληγές της
«Σε τιμώρησα , είστε ένοχοι, εσείς αποσπάσατε τον
βολβό μου και τώρα δικαιώθηκα.
Απ` τα δάχτυλά σου θα φυτρώσουν κόκκινες και μαύρες
τουλίπες, ξέρεις άλλωστε πόσο πολύ λατρεύουν οι κούκλες τα
χρώματα.
Με δέκα πάλλοντα στημόνια θα υφάνω το θαύμα του νέου κόσμου
Ευχαριστώ»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)