Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

25 λέξεις # 7



                        Σε εσένα
 
 Θέριεψαν τα κλαδιά
    Ακίδες του ουρανού
  κεντούν το Άγιο σώμα
         του Απρίλη
    Πληγωμένο ξύλο
Πόσα ακάνθινα στεφάνια
         δικά σου
  θα σκηνοθετήσουν
  τη σταύρωση του!

       Ποιος σου είπε
πως δεν ματώνει ο ουρανός
     τα κλωνιά της γης
     σαν τον αγγίξουν;
Μια θυσία κι ένας έρωτας
    κι απότοκος τους
 μια γραφή σιβυλλικη
         να τοξεύει
          το άπειρο!

Εφορμούν οι μάγοι κλώνοι
    Σκυτάλη παίρνοντας
       απ' τον αγέρα
    Εφορμά κι η ψυχή
        να σε φτάσει
στα προπύργια που ζεις
        του ουρανού
Με μια δέντρινη σκάλα
        που τα ύψη
        αγκυλώνει!

Το πρώτο κατά σειρά έλαβε μέρος στις "25 λέξεις "
που διοργάνωσε επιτυχώς η Μαρία Νικολάου

Καλό Πάσχα

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Ένα πάνινο αρκουδάκι


                             Σας αγαπώ...

Τα παιδικά χαμόγελα 
Είναι η παντιέρα που κρατάει
Η Άνοιξη  
Σε μια πλαγιά με παπαρούνες 
Χαμογέλα σήμερα
Χαμογέλα στη στροφή της μέρας
Παιδί μονάχο με τη μάσκα
Του πόνου στην όρθια ψυχή
Με τη μάνα συντρόφισσα του ερέβους
Ανέτειλε ήλιε
Τα σμιχτά χείλη να ροδίσουν ξανά
Πως θα θελα με μια κίνηση μόνο
Όμορφα να σου λαμπρύνω τον κόσμο
Στα μάγουλα σου να στάξω
Της χαρμολύπης το δάκρυ
Ν΄ανθίσουν οι κλώνοι του στήθους
Σαν τη μυγδαλίτσα του τόπου σου
Αυτήν που ξεδιάκρινες απ' όλες τις μνήμες
Αδερφικά να σου ράψω την ποδίτσα
Να έρχεται ο χειμώνας να σκοντάφτει
Κι αμήχανα να απομακρύνεται σε καμίνι σβηστό
Μην χιονιστούν τα όνειρα και καούν τα φτερά

Τα παιδικά δάκρυα
Είναι οι δροσοσταλίδες
Που λυπήθηκαν να γίνουν προσευχές 
Μην δακρύζεις σήμερα
Άφοβα να ψηλώνεις το χέρι στο βοριά
Εσύ που είδες το σώμα της γης ν'αδειάζει
Απέλπιδα τώρα ζητάς μια φωλιά καθαρή
Ένα σημάδι στοργής
Τη μορφή της μάνας για στήριγμα
Έχω μικρά να σου φέρω σποράκια στη γη να σκορπάς
Ένα φανάρι φεγγαρίσιο
Μια ψηφίδα να αναστρέψεις τις γραφές
Προσφυγάκι της φαύλας ιστορίας
Που τ' αρκουδάκι σου
Πάνινο έγινε τείχος στο συρματόπλεγμα
Κράτα μιαν ανάσα για εσένα μια γραφή καθαρή
Σαν μεγαλώσεις άγρυπνο να έχεις το βλέμμα
Σπαθί φονικό στο μαύρο φίδι που τρέμοντας θα σε πλευρίσει

Οι παιδικές καρδιές
Είναι οι απόχες που μέσα τους
Πιάνονται των αγγέλων τα πρώτα σκιρτήματα
Την πρώτη πρόφερε σήμερα συλλαβή
Στην πέτρα σμίλεψε μια μορφή αγαπημένη
Της μάνας της αυλής της αγάπης
Κι ύστερα πρόσταξε τον ήλιο να ζεστάνει
Το ψυχρό μέτωπο του Κρόνου
Τις στεριές που παρέκκλιναν να ενώσει
Κι αν εισακουστεί η φωνή σου
Κι αν στην πόρτα γυρίσει το κλειδί
Κι αν σε βάθος τραβήξουν οι ρίζες
Ψηλόκορμο θα βγει το καράβι στα πλάτη
Με μεσίστια να πλεύσει σημαία
Τη σημαία που ύφαναν τα δυο σου τα χέρια
Σύμβολο ακριβό στις βροντές και στους φόβους
Στις απαρχές της ζωής ξεφτισμένο παιχνίδι
Που κοιμάται παγωμένο στα σύνορα
Μάρτυρας σου ένα πάνινο αρκουδάκι
Με λασπωμένο το κρύο του πέλμα

Στη μνήμη του....ήταν μόλις 55 ετών

Έλαβε μέρος στο 11ο συμπόσιο ποίησης της
αγαπημένης μας πυργοδέσποινας

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Ο μικρός αλιέας

Αποτέλεσμα εικόνας για αγαπούν τα ποιήματα τα τάματα;

Κύριο σκοπό δεν είχε το ποίημα
Μονάχα κάποιες επισημάνσεις
Παράταιρες κρατούσε στις επωδούς
Σαν το διακεκομμένο κελαηδισμό
Των πουλιών που βρέθηκαν
Χωρίς ταίρι μετά το κυνήγι
Ή μάλλον σαν την προσευχή
Που την έκοψε στη μέση ξαφνικά
Ο πιο δυνατός τριγμός της έωλης γης

Διάτρητο έμεινε το Άγιο βήμα
Να χορταριάζει κάτω από την πορφύρα
Φτέρες και πυκνόφυλλα πολυρίζια
Παλαιική πορφύρα
Εκεί που το μικρό παιδί του αλιέα
Εκστατικό στέκονταν
Να καταμετρά των προγόνων του
Τα χρυσά αναθήματα
Με δάκτυλα μαυρισμένα απ' το κοντύλι
Μ' ένα σπασμένο πινακάκι στο στήθος
Να συντονίζεται με τους παλμούς
Του ματωμένου χώματος

Βραχιόλια περίτεχνα χρυσές καδένες
Κι εκείνο το επάργυρο ρολόι
Της γερόντισσας θείας του
Με τους δείκτες κολλημένους
Από χρόνια στη δεκάτη νυχτερινή
Δέκα και τα δάκτυλα της ψυχής
Αδύνατον να καταμετρηθούν οι ώρες
Οι ώρες που στο ανοιχτό πιθάρι του λαδιού
Επέπλεαν σαν τις αναρίθμητες σταγόνες
Της καλοκαιρινής βροχής
Πάνω στο πάγκο του επαρχιακού σφαγείου
Μιας βροχής ξαφνικής
Που ούτε καν κι αυτοί οι ιεροσκόποι
Προέβλεψαν τον ερχομό της

Αγαπούν τα ποιήματα
Τα ξεκούρδιστα ρολόγια;
Ρώτησα θαρρετά τα ψαροπούλια
Που απάγκιαζαν στα λαξευτά βράχια των ακτών
Κρωγμοί αινιγματικοί η απάντηση τους
Επιπόλαια τιτιβίσματα πριν την τελική πτήση
Στα υπέρθυρα της φυλακής
Αγαπούν τα παιδιά τα ατελή ποιήματα
Αυτά που αφιερώθηκαν
Σε κλειστά ερημοκλήσια κι ορφάνεψαν;

Τα ποιήματα με τη γαλάζια χάντρα στο λαιμό
Που μόνασαν ευτυχή σε αρχαίους βίβλους
Ματαιόδοξα σαν τα χέρια των τσιγγάνων
Μπροστά στη λαμπράδα της εστίας
Να γυρίζουν της φυγής τη σελίδα
Αδημονώντας ο φεγγίτης να ανοίξει
Κι η στέγη να διαβάσει
Τα αρχέτυπα μυστικά τους μονοπάτια

Λίγο πριν τη γιορτή πληροφορήθηκα
Πως ο αλιέας έχασε τον μοναχογιό του
Στο παζάρι με τις πλωτούς δρόμους
Έκτοτε βυθισμένοι απόμειναν
Κάτω από τα πολυρίζια και τις φτέρες
Οι στίχοι που συνέθεσαν οι τελευταίοι μελωδοί
Και τα μικρά επίχρυσα καντήλια
Απουσία ξεψυχούσαν μαυρισμένα
Πάνω σε τοίχους τραχείς
(Με τις φλόγες ασκημένες στα μικρά θαύματα)
Τα καντήλια της άσβεστης μνήμης
Που ακούραστα οι ποιητές τα διαπότιζαν
Τις ασέληνες νύχτες του Γενάρη
Με θάλλουσες βυζαντινές νότες
Και χωρία άγνωστων γραφών

Τρεμόπαιζε χαίνουσα η ζωή 
Στη σκιά της φλόγας μετουσιωμένη σε θάνατο!


Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Μιας ημέρας όνειρα



Ξετυλίχτηκε το κουβάρι
Δέσε το σκοινί
Έτσι που να ακουμπάει
Σε σταθερές το όνειρο
Στων βυθών σου
Τα κατηφορικά μονοπάτια
Φλισκούνι να φυτρώσει
Να πλένονται οι μνήμες
Κι ολόδροσες να βγαίνουν
Το πρωί σαν δροσοπέταλα
Κλωνάρι στο πέτο να τις περνάς
Μικρός περιβολάρης να διαβείς το σύνορο

Στην ώρα σου να είσαι ξέχωρα ενδοτικός

Πέρασε ο χρόνος
Που συμμαχούσες με τις σκιές 
Τότε
Που τις πληγές σου γιάτρευες
Μέσα σε στίχους δανεικούς
Έπεφτε αργοσάλευτη η αυλαία της μέρας
Στη ψυχή σαν απουσία
Έστρεφες το βλέμμα στα παλιά
Ξεκινούσες τις αναπολήσεις
Τα πράσινα σμαράγδια που αγαπούσες σε χρόνια εφηβικά
Κάτω απ' το μαξιλάρι ακόμα τα φυλάς
Καρδιόσχημα φιλιά

Παράθυρο θαμπωμένο απ' την αχλύ του εφήμερου η εικόνα σου

Η εποχή των βροχών 
Που γέμιζε τις στέρνες
Με υποσχέσεις δημητριακές
Πέρασε
Ξεράθηκε το δεντράκι των οχυρών
Εκεί που έδενε την κούνια
Η αστραπή του γέλιου

Άσε το αστέρι να σου δείξει την πορεία του βέλους 

Τώρα πλαγιοκοπούν
Το σώμα σου ριπές της άμμου
Δέσε το σκοινί
Στείλε την πρόσκληση
Διπλό να γίνει
Το στεφάνι του ήλιου στο ψήλωμα
Τη φιλαυτία του να παρακάμψει
Ο αγγελιοφόρος και να φανεί
Παρασημοφορημένος

Τι πιο ακριβό απ' τη στεφάνη της κούπας 
που τα χείλη σου άγγιξες 

Στους ναούς των ακρωτηριών
Η τελευταία σου μάχη
Μιας ημέρας όνειρα
Που έγιναν ικεσίες...
Ο λόγος άρρητος
Στις παρυφές της αγάπης
Κι ακριβό το αντίτιμο
Που θα κομίσεις στου πάθους τη θυρίδα!

Δεν ξεχνά το αίμα ποτέ όταν σαρκώνεται την ηδονή 

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες υπέροχες συμμετοχές κόντρα
στους ανίερους καιρούς  προσφεύγουμε στην πρό(σ)κληση της τέχνης!

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Εικοσιτετράωρος εφιάλτης

persephone with pomegranate-kris waldherr

Ξέφυγε τελικά Σίγουρα ξέφυγε Κοντανάσαινε Τα πόδια της έτρεμαν
Ψυχή πουθενά Τρεις η ώρα τα ξημερώματα Το γλέντι η μουσική
το πέρασμα του ποταμού ο σπασμένος τροχός Έμειναν όλα πίσω
Το χαρτάκι της πρόσκλησης τσαλακωμένο ή μάλλον μουλιασμένο
στον ιδρώτα του πανικού
Ένα άστρο ξαφνικά ξέφυγε από του ουρανού την αυλαία Που καιρός
για ξόρκια κι ευχές
Σκιά έγινε Ένα μπεγλέρι σκορπισμένο στα σκαλοπάτια
Θυμήθηκε την προγιαγιά της Αγαπούσε πολύ τα μπεγλέρια και τους
χαρταετούς Είχε κίτρινα απ' τον καπνό δάχτυλα κι ασβέστωνε κάθε
Πάσχα τη μάντρα του κοιμητηρίου κι ας μην προσδοκούσε ποτέ
ανάσταση στη ζωή της Φτώχεια και Προσφυγιά κι η Πατρίδα
χαραγμένη στη χρυσή καδένα να δακρύζει
Ξέφυγε τελικά Όσο έφτανε το μάτι -παρά το σκότος- καμιά φιγούρα
κανένας ίσκιος δεν την ακολουθούσε
Χάιδεψε το αριστερό της πόδι στο ύψος του γόνατου Με τις βροχές 
πονούσε Σταμάτησε να τρέχει Φάνηκαν τα πρώτα σπίτια με τους
εσωτερικούς κήπους
Ίσως αν χτυπούσε μια πόρτα να της άνοιγαν Ας μην της παραχωρούσαν
μια ζεστή θέση να κοιμηθεί Αυτή τους κήπους θα διάλεγε τα παγκάκια
με την αγαπημένη τους φλυαρία το χώμα που μοσχοβολά πρωτεϊκά
αρώματα!
Θα το αποτολμούσε!
Αν της έδιναν -θα το ζητούσε- ένα σκοινί θα έδενε μια κούνια Ένα
δέντρο θα υπήρχε Πως αλλιώς; Όλοι οι κήποι έχουν δέντρα Έστω μια
ταπεινή κουτσουπιά
Ωραία με μωβ - βυσσινιά λουλούδια Γιατί βυσσινιά είναι τα λουλούδια
που πενθούν
Θα το αποτολμούσε Έφτανε άλλωστε στο πρώτο σπίτι
Είχε ροζ παραθυρόφυλλα και μια εξώπορτα με σκαλιστά αραβουργήματα
Φεγγίτες κωνικούς και υπέρθυρα με δυο σειρές από ερωτιδείς
Θα πλάγιαζε στην χλόη Ένα μερμηγκάκι ένα σκαθαράκι θα την
συμπονούσαν Ο χάρτης του κόρφου της να ημερέψει Δρόμους ν' ανοίξει
Τους βημάτισε παλιά αυτούς τους δρόμους Απρόσκοπτη πορεία Χρόνια
πριν - όταν κάποιος της χρέωσε τη φιλαυτία του - έστρεψε τα μάτια στη
γαλήνη της γης στη μοναδική της ασφαλή μήτρα
Κι απόψε εκεί θα κατέφευγε σαν ορφανό μωρό που πεινάει στοργή
Να ασβεστώσει σαν την προγιαγιά της τα μικρά πετραδάκια του
σιντριβανιού
Να ανάψει ένα σέρτικο τσιγάρο να καεί το πρόσωπο του εφιάλτη που
την έβαλε στο κυνήγι αχάραγα
Θα το αποτολμούσε!
Μην ξεχάσει να συστηθεί Μην την πουν κι αγενή:
Μαρία όπως όλες οι μοιραίες Μαρίες του κόσμου τούτου
Ήδη μιλούσε με τους κήπους κι ας ξαστόχησε στα λόγια κι ας
έκλεισαν με πάταγο οι σύρτες πριν το ξημέρωμα...

                                     

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες υπέροχες συμμετοχές κόντρα
στους ανίερους καιρούς προσφεύγουμε στην πρό(σ)κληση της τέχνης!

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

ανέμου κλωστές (χαϊκού)

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού

Τετράδια τα νέφη
να γράφει τις Μουτζούρες του
πιτσιρίκος Θεός

Alberto Guillen

Μακριά να πας
Στων πεύκων τα ιστία
Να ρίξεις θηλιές

Ψυχρό το χώμα
Ξύπνησε το φεγγάρι
Φωτιά να γευτεί

Ανεμοδείκτης
Στους εξώστες της νύχτας
Με τ' άστρα παίζει

Έλα στ' αμπέλι
Μέστωσαν τα σταφύλια
Δες! αναβρύζουν

Στο παραγώνι
Σιγόβρασε ο καφές
Μερακλίδικα!

Μέρωσε κύμα
Χρέωσα στην αγάπη
Μι' ακόμα πληγή

Δρόμου διχάλα
Κι αμφιταλαντεύεσαι
Μ' άδεια την τσέπη

Βροχή στην καρδιά
Κι εσύ ακόμα αργείς
Ήλιους να σπείρεις

Το κυπαρίσσι
Ουράνια μαζεύει
Κουβάρια πόνου

Γέρικος κρίνος
Σαν παραγκωνισμένος
Ανταποκριτής

Μια πεταλούδα
Σε κρίνου ανάκλιντρο
Ονειροπολεί

Τις κρύες νύχτες
Ναυαγούν στα σύννεφα
Σμήνη διαττόντων

Ξεκλέβεις σιωπές
Απ' τα ξερά ποτάμια
Δίκλωνη ρίζα

Κόκκινη μπέρτα
Στους ώμους της Άνοιξης
Η παπαρούνα

Τρυγάς τη ζωή
Μελισσούλα του βράχου
Σε πέτρας ανθούς

Απεγνωσμένα
Ξεκλέβεις στην άμμο
Κουκκίδες φωτός

Κρεμάς σελήνη
Πύρινα ηφαίστεια
Στο στέρνο της γης

Πού να κοιτάξεις;
Τύλιξε η ομίχλη
Με γάζες τη γη

Μπροστά πηγαίνει
Σπαθίζοντας τα νέφη
Αγγέλων πομπή

Φόβος σκοτεινός:
Σαν βλέμμα κουκουβάγιας
Διαπεραστικό

Άσπιλο χιόνι
Στη δράνα των φρυδιών σου
Στρώνει ο χρόνος

Μέθη πρωινή:
Στης χλόης το ποτήρι
Δροσοσταλίδες

Πράσινο φύλλο
Τρέμει στο γυμνό δέντρο
Την έλξη της γης

Εγκλωβίστηκες
Στης μοίρας τα νήματα
Άδοξε στίχε

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

25 λέξεις # 6



         Αχ γη μου
 και τι δεν βλασταίνεις
    Απ' το ταπεινό
       χορταράκι
ως το περήφανο έλατο
 Κι οι φράκτες ακόμα
   δημιούργημα σου
   Μικρά ημικύκλια
να ξαμολά το χώμα
 τα λουλούδια του

Έλα στην ακουαρέλα
     του χώματος
 να γεμίσεις χρώμα
         το βλέμμα
Πάρε κόκκινο και θαλασσί
  Να φτιάξεις το προικιό
          της ψυχής
Κι ύστερα με μια πινελιά
   κατάργησε της γης
 τα συρματοπλέγματα

   Ποιος χρωμάτισε
      τα ημικύκλια;
Ίσως το χέρι του Θεού
   που αποκαμωμένο
      απ' το γκρίζο
     επαναστάτησε
 Μείναν οι φράχτες
Κισσούς να υψώσεις
 και συρματόσκοινα
Ν' απλώνει η αγάπη
  τα κεντίδια της

Το τελευταίο στην κατάταξη έλαβε μέρος στο δρώμενο
"25 λέξεις" της Μαρίας Νικολάου τα δύο άλλα προηγήθηκαν
κι είπαν να το συντροφέψουν

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Οι πρώιμες μέρες της Άνοιξης



                                                 Στην Αριστέα

Χιονίζει η Άνοιξη μαργαρίτες στους αμπελώνες
Έλα με του νοτιά το ιδρωμένο σύννεφο
Κρυφά να σου μάθω τα μυστικά της γης
Τα πρώιμα φιλιά να σε αγγίξουν
Θωπείες σπουργιτιών και κελαρύσματα
Λατρεύω τις ανοιξιάτικες ώρες
Πως ανοίγει τα πέταλα ένα λουλούδι
Μια ηλιαχτίδα να κρύψει στους στήμονες
Έτσι κι εγώ
Ασημένιο απλώνω χέρι
Το τάμα μου να φτάσει στα ουράνια χελιδόνια
Γιατί της Άνοιξης χρωστώ μια γραφή ακόμα
Έναν παλμό οξύ δίπλα στην υψικάμινο

Μεθούν οι μέλισσες κι απειλούν
Κεντρί να στείλουν στα θυμάρια
Μεθώ κι εγώ σιμά στις ρίζες της αμπέλου
Χαλίκια αρπάζω
Σφιχτή η παλάμη κουδουνίστρα
Τα βρέφη της Άνοιξης να νανουρίσω
Τι έχουν από τη σάρκα μου ξεφύγει
Και στην πολύ ομορφιά χαρίζουν γέλια
Της ψυχής πεταρίσματα και φθόγγους
Φθόγγους που το αίμα
Στο πέρασμα των χρόνων σωστά τους ταίριαξε
Πλάι στο γιασεμί στο πελαργόνι και στο ρόδο
Δίπλα στο δάκρυ της μυρτιάς να κρεμαστούν
Διάφανο να στήσουν κτίσμα
Της αγάπης την εύθραυστη κιβωτό

Αρματωμένη φέτος η φύση θα φανεί
Ν' αποσύρει τη λάσπη απ' τον κόσμο
Πληγωμένος μη περπατήσει
Πλάι στα κλειστά σπίτια του βοριά ο Θεός
Απελπισμένος μη νυχτωθεί
Στο χτιστό πεζούλι χωρίς ψωμί ο άγγελος
Γαργαριστό ν' ακουστεί το γέλιο των παιδιών
Πλάι στα επταπύργια
Παιδιά που την ιστορία έμαθαν σε δυο συλλαβές
Κι είπαν μες στην υφήλιο
Τη μαρτυρία της φυγής καλά να κρύψουν
Χλωρός κορμός
Κι απάνω σκαλισμένος ένας όρκος
Κόμπο τον κόμπο το δάκρυ φυλακτό να πλέξεις
Μόνη μη φοβηθεί η Άνοιξη στην τόση νύχτα και χαθεί
Πόντο τον πόντο το γέλιο στωικά να υφάνεις
Μαξιλαράκι παιδικό να καρφιτσώνει η Άνοιξη
Ολοφώτιστα τα όνειρα της νέας εποχής!

Συμμετέχει στο δρώμενο της αγαπημένης μας και ανήσυχης
φίλης Αριστέας με θέμα: "Μέρες Άνοιξης"

Μέρες άνοιξης


Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Μάτια όλο φως



Μάτια όλο φως
Από εκείνο το αστέρι που έβλεπες
Στους παιδικούς σου ουρανούς
Κάψα το καλοκαίρι και λίβας
Απειλητικός νοτιάς στα σιταροχώραφα
Κι οι δρόμοι χωματένιοι
"Αν σκοντάψεις βάλε λίγο χώμα στην πληγή
Σταματάει το αίμα, θα δεις"
Σήμερα κρατάς την ανάσα μπρος στα ποτάμια
Ανακουφιστικά σκέφτεσαι ιάματα
Τρέμεις μην τρυπήσει το σακουλάκι
Που της πατρίδας κλείνει τον καημό
Ψηλαφίζεις
Εκείνο το δακτυλίδι το χρυσό που η μάνα
Βρήκε στη δέση
Και τώρα στον αντίχειρα σου φυραίνει σιωπηλά

Χέρια όλο γρατζουνιές
Από εκείνα τα ακριβά σπάρτα που συνόδευαν
Τους δρόμους σου
Χωράφια της μαργαρίτας που κυλιόσουν
Παρέα με τους αγγέλους
Ευωδιές διάσπαρτες αγνές σαν Παναγίες
Βιολέτα γιασεμί γαρύφαλλο πικραλίθρα χαμομήλι
"Αν δεις σκιές μην φοβηθείς είναι οι καλές
Νεράιδες που φυλάνε το βήμα σου"
Και τώρα τι;
Μιλάς με την καρδιά σου ανυπόκριτα
Στρίβεις το νόμισμα κι η τύχη σε διαψεύδει
Στο αυτί σου ζουζουνίζει μια μέλισσα
Οπισθοχωρείς
Τρέχεις με ταχύτητα να ξεπλύνεις
Την πληγή των δακρύων
Στις αυλακώσεις των βιβλίων ξαγρυπνάς
Και στα υγρά μαντηλάκια των προθέσεων ξενιτεύεσαι

Πόδια όλο νεύρο
Από εκείνα τα βουνά που σταυραδέρφια
Τα ένιωθες στα όνειρα σου, παρέα στον κουτσονήλιο σου
Πότε σου δεν απόσταινες
Πείσμωνε η καρδιά
Σαν το αλέτρι του πατέρα που χάραζε την πέτρα
Μήλα κι αμπάριζα
Και μια μηλίτσα στον γκρεμό ξεμυαλισμένη
"Αν πέσεις σου δίνω το χέρι μου, πονάς παιδί μου;"
Σήμερα ο πόνος παγκόσμιος
Ζιπουνάκια παιδικά που έγιναν στρωσίδια
Βούρκοι που στεγάζουν τη βάσανο της επιβίωσης
Κι αν βουρκώνεις
Κι αν προχωράς
Πώς αλλιώς;
Εκεί θα γυρνάς, στέγη θα βρίσκεις στο άτοπο
Τα βήματα θα ικετεύεις να αντέξουν
Και σαν μικρό παιδί που λέει
Δυνατά το ποίημα του στα σχολικά πεζούλια
Με δυο γραμμές θα καταγγέλεις το άδικο του κόσμου!

Συμμετέχει στο δρώμενο της αγαπημένης φίλης Πέτρας
"Μια φορά μια γειτονιά"

Δεν ξεχνάμε τον Παύλο: εδώ


                  

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Προμάντεμα



Γλυκαίνει το φως
Στα μάτια σου
Στο λιμάνι
Ταραχοποιός ήλιος
Λάβαρα αχτίδων
Περιβολές χαράς
Κι εκείνο το πλεούμενο
Με τ' αυστηρά χρώματα

Στάσου για λίγο
Με παρρησία η Άνοιξη
Φυλλομετρά τις στιγμές
Στιγμές πλάνες
Που οικειοποιήθηκες
Μικρά χαρτάκια
Στροβιλίζονται
Σε σταυροδρόμια κρύα
Κι οι αλήθειες μου
Ξαφνιάσματα εφιάλτη
Φυγοδικούν ηττημένες

Λαβωματιές της παπαρούνας
Μελανόχρωμες ρίζες
Κολλημένες στα υπερώα
Άγγιγμα δροσερό
Στον ήχο του σήμαντρου
Οι υδρίες στεγνώνουν
Αν σε λαβώσει άνθος
Τράβηξε μια τεθλασμένη
Στο σκούρο χώμα
Εκεί η σπορά σου
Το βιος του ηγήτορα
Αντίστροφο μέτρημα
Στοιβάζονται λάφυρα
Σε πύλες κλειστές

Στα καλντερίμια
Ιστορίες της πέτρας
Ξεχασμένες
Δίστιχα ακατάληπτα
Μορφές ιπποτών
Ο δρόμος προς το υποστατικό
Χορταριασμένος
Γυάλισε το σπαθί
Πέρνα στον άνεμο
Πετράδια δίχρωμα
Αύριο στη μάχη
Θα νικήσει ο κίβδηλος

Ο γαλαξίας ανασαίνει
Βαριά σκουριά
Προκαθορισμένα τα σημεία
Εγώ θα υπάρχω
Όσο περισσεύει ο θυμός
Στα κλήματα
Κοντά πολύ κοντά
Το προμάντεμα της θάλασσας
Κι ο Θεός της λήθης νεκρός

Πενθούν οι ουρανοί μου σκοτεινιά
Ο Άδης διπλοκλείδωσε
Του έρωτα τ' αστέρι σε τάφρο στενή

Δεν ξεχνάμε τον Παύλο: εδώ

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Είπες...



Είπες πως μια μέρα θα 'ρθεις
Κι άφησα το κλειδί κάτω απ' τη γλάστρα
Απροσδιόριστα μίλησες
Χωρίς σημάδια καθαρά
Πάντα έλειπε το χάδι απ' τις λέξεις σου
Χάδι
Χνάρι
Χαμόγελο
Χρώμα....

Είχες στα χέρια σκισμένη μιαν επιστολή
Έπρεπε να φύγεις
Τα όνειρα σε καλούσαν
Στο μπαλκόνι σου είχαν στήσει φωλιά
Δυο μικροί κορυδαλλοί
Οι αγγελιοφόροι σου έλεγες
Σπαταλούσες στιγμές να τους μάθεις να πετάνε
Μελαγχολικά τους ξεναγούσες στους κρύους βωμούς
Στο μπαλκόνι με το πένθιμα νυχτολούλουδα
Και τη δίχρωμη μπιγκόνια
Σπαταλούσες τέχνη για να προσαρμόσεις
Στις πληγές σου τις γνώριμες ρωγμές των διαδρομών

Τώρα σε αποβάθρες κρύες παραπαίεις
Δίπλα σε κατεστραμμένα παγκάκια περιφέρεσαι
Σφαλνώντας τα βλέφαρα ξεχνιέσαι
Στο χέρι
Διπλός καφές
Στο μάγουλο διπλή ξυραφιά
Σε προσπερνούν τα πλήθη βιαστικά
Ψάχνεις την τσέπη σου
Την αδειάζεις μπροστά στα βρώμικα σκαλοπάτια
Ούτε ένα κέρμα
Εξαργυρώνεις φτηνά τα πάθη σου
Για μια θέση στο βαγόνι
Ο εφιάλτης σου δυο γνώριμα μάτια που επίμονα σε ερευνούν

Στο σπίτι έμεινε η σκιά σου
Ένα χαρτί διαγραμμάτων
Μια χτένα χωρίς δόντια
Και το κυρτό κυπαρίσσι
Όλη σου η περιουσία μια σελίδα λευκή
Όλη σου η μνήμη μια νύχτα έρωτα
Κι ο στόχος πάνω στον τοίχο όλος καλυμμένος με βέλη
Εξαφανισμένο το κέντρο
Εξαφανισμένος κι εσύ

Στα λόγια σου περίσσευαν οι επαναλήψεις
Χάνομαι πνίγομαι χάνομαι επιστρέφω
Στα νοήματά σου υπερίσχυαν τα περίπου
Περίπου σε θέλω
Περίπου πεθαίνω
Περίπου σε γνωρίζω
Η ενθύμηση η απόσταση το αδιαχώρητο των ωρών
Τρεμίζουν στο σώμα
Κι εσύ μια απουσία παγερά ανοιχτή

Μου είπαν πως σ' ένα συρμό
Κάποιοι σε είδαν φωναχτά να απαγγέλεις
Στίχους στους μικρούς επαίτες
Κι αυτοί με δάκρυα χαράς δυνατά
Σε επευφημούσαν
Σίγουρα εκεί θα μείνεις
Χωρίς άλλο εκεί θα ξεχνάς
Ο κόσμος σου δυο αράδες ανέξοδες
Χωρίς ούτε ένα ψηφίο αγάπης πάνω στο αβέβαιο σου βήμα!


Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

25 λέξεις # 5



     Γύρε στο σώμα μου
Βοριάς χτυπάει τις γρίλιες
     Βλέπω τα νύχια του
    το γκρίζο χιτώνα του
            Φυλάξου
  Οι πέτρες που πέφτουν
   είναι τα πετρωμένα
       δάκρυά του
 Ασπίδα σου θα γίνω
Η κρυφή σου αμαρτία!

               *

    Όταν αποσταίνουν
           τα σπίτια
Σφαλνάνε τα παραθύρια τους
      Ξεχνούν τις χαρές
Τ' ασπροσέντονα της λεβάντας
     Μόνο οι γρίλιες
       αγρυπνούν
Με δυο κλωνιά γαζίας
    φωλιές ονείρων
στο τέμπλο των τοίχων
     σχεδιάζουν!

Το πρώτο ολιγόλεκτο συμμετείχε στο δρώμενο της Μαρίας Νικολάου
"25 λέξεις" στην πορεία ήρθε να προστεθεί το 2ο

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

αποστάζοντας (χαϊκού)



Ψιλή βροχούλα
σκέπασε το τραγούδι
του αηδονιού
ISSA

Μες στον κυκλώνα
Μικρό πουλί κλειδώνει
Το σπιτικό του

Σαν χαλαρώνει
Τα κουμπιά η Άνοιξη
Σκιρτούν οι μυρτιές

Κόκκινη κλωστή
Πως να βρεις το ταίρι σου
Μες στη σκοτεινιά!

Μέσα στις φλόγες
Αέρας στρατηλάτης
Πανηγυρίζει

Με μιαν ανάσα
Ο βοριάς χρωμάτισε
Ωχρά τα χείλη

Σαν ξημερώνει
Η γαζία φλερτάρει
Με τον ουρανό!

Πάνω στη χλόη
Ξεδιπλώνουν οι γρύλοι
Τις παρτιτούρες

Μικρό κολιμπρί
Πετάρισε στ' αυτί μου
Κρυψώνα ψάχνει

Σκίζεις την πέτρα
Κι είναι σαν να κόβεται
Στα δυο η πλάση!

Ιερά φυλακτά
Πράσινου χαλαζία
Τα δυο σου μάτια

Μες στα γιασεμιά
Απορώ αν άγγιξες
Τις λεπτές νότες

Ανέμου θυμός
Κι αίφνης στα κεραμίδια
Άμορφος φόβος

Πολεμοχαρή
Άνεμε του Φλεβάρη
Νύφες γυμνώνεις

Πόσο κοστίζει
Ένα χειροκρότημα
Σαν έχεις "φύγει"

Σφυριά χτυπάνε..
Ίσως στον κάτω κόσμο
Γκρεμνούν τα τείχη

Ο ξερός κορμός
Στον πυθμένα της λίμνης
Κοίτα βλάστησε!

Λάγνα φοινικιά
Γιορντάνι στολίστηκε
Πορτοκολόχρουν

Μέσα στις φτέρες
Βρήκαν καταφύγιο
Του φόβου παλμοί

Σαν ξημερώνει
Διαρκές μουρμούρισμα
Ξυπνά τις ράγες

Στο πανωχείλι
Σταθηκ' η μελισσούλα
Είδε πως ανθείς..

Πετώντας τόξα
Η αστραπή τ' ουρανού
Πληγώνει τ' άστρα

Απ' όταν έριξες
Στην πλάτη το στιλέτο..
Φύτρωσαν ρόδα

Δραπέτης ήλιος
Σε σέλα ποδηλάτου
Σπάει τα φρένα

Ξάφνου στο φάρο
Παιχνιδίσματα γλάρων
Κι ο ερχομός σου!

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης και τον ευχαριστώ πολύ

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Η εποχή των υακίνθων



Είναι η εποχή των υακίνθων σου λέω
Νιώθω τη ρόδινη μορφή της Άνοιξης
Από μακριά να βγάζει τον πρώτο της νεογιλό
Τι κι αν θεριεύει ο χειμώνας στις στέγες
Τι κι αν οι μέρες κλαίνε σε αίθουσες σκοτεινές
Για μένα στα κατώφλια ανθίζουν δέσμες ελπίδας
Για μένα τα αρώματα γλυκαίνουν το λάθος του μισεμού
Και τα τραγούδια πάνω σε χείλη εφηβικά
Αμαρταίνουν χάδια πρώιμα
Σε χείλη που ξεστόμισαν θεατρικά
Το πρώτο "σ' αγαπώ" κάτω από τις φιλύρες
Κι αυτό τώρα κοσμεί διστακτικά παλίμψηστες γραφές

Στα όνειρά μου έρχεται το απύθμενο γαλάζιο
Θάλασσες μικρές και μεγάλες με καθελκύουν
Θα στις γνωρίσω
Είναι κήποι οι θάλασσες στην πατρίδα μου
Χωρίς καν ούτε μια σχεδία τις ταξιδεύεις
Σαν ιερέας μεταλαβιά τις κάνεις
Να κοινωνήσει ο κόσμος του κοραλλιού το δάκρυ
Κι οι υάκινθοι στον κήπο μου
Μενεξελιές ακτές θα γίνουν κι αποβάθρες
Εκεί να φτάσω άσπιλη σαν αιθέρας
Της Άνοιξης παραγγελιά να δώσω
Να' ναι η πνοή της σαν τη σκέψη της μάνας καθάρια
Να βρει στη μακριά σου απουσία έναν έστω λόγο
Παραμύθι να τον κάνω, με συστολή μεγάλη
Να τον ιστορήσω στα πουλιά πριν φύγουν
Ταξιδιάρικα όπως είναι δεν θα απαιτήσω απ' αυτά
Ζεστές φωλιές να στήσουν
Ούτε κλαράκι μόνιμο για να υμνούν τον στρατηλάτη ήλιο τα πρωινά

Είναι η εποχή των υακίνθων σου λέω
Αν θέλεις ανέβα στο πηδάλιο της λήθης
Εκεί που ο έρωτας αντιμάχεται την αρμύρα
Να μπεις κατακτητής
Ανερμάτιστα ν' αγαπήσεις της φυγής την κόρη
Έχει πλούσια και μαύρα τα μαλλιά
Και το λαιμό στητό στον άνεμο σαν τόξο φλέγον
Αν σου βρεθούνε βέλη φονικά
Μην τοξεύσεις τον κήπο μου
Πονούν οι θάλασσές μου και δεν πεθαίνουν
Κι έτσι όπως κάποτε τις αρμένισες θα σε ξαναζητήσουν
Όσο φαρμάκι κι αν βάλεις στις αιχμές σου
Αυτές θα σε καλούν
Γι αυτό εμμένω στους υακίνθους
Αυτοί τουλάχιστον -καθώς από τα σπλάχνα
Της πατρίδας μου βγήκαν-
Πιστοί θα μείνουν στο φιλί
Τους χάρτες των πορθμών μου
Ιχνηλατώντας θα διατρέξουν
Χνάρια να βρουν δικά σου κι εκεί να χαραχτούν!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις"
που διοργάνωσε με επιτυχία η me(maria)


Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Μάρτυρας των βυθών


Ζώντας την απουσία σου
Μικρό γίνομαι κοχύλι
Στις βυθισμένες πολιτείες
Εκεί που ο λόγος σου ανθεί
Να πάω
Δίπλα στα ηχηρά σου φωνήεντα
Αποσιωπητικά να προσθέσω
Μήπως και κάποια στιγμή
Το ακατάληπτο διαβάσεις γράμμα
Κοντά σου να φέρω
Ερωτικά κελεύσματα
Απ' τον γόο των ωκεανών
Τις λέξεις που χήρεψαν
Με στοργή να στρογγυλέψω
Γιατί τις φροντίζω τις λέξεις
Διαβατικές
Απείθαρχες
Κλονισμένες
Ιδιαίτερα εκείνες που στις λεύκες ξεστόμιζες
Κι ήταν σαν να συνομιλούσες
Με την άγραφη σοφία των δρόμων
Τσιγγάνος - δρόμος κι εσύ!

Κι αν όπως τότε
Αγαπάς τα βάθη των τραγουδιών 
Θα σου σφυρίζω σκοπούς
Απ' τα λάγνα μιλήματα
Της άγκυρας στην πλώρη
Αρώματα ακριβά
Από ναυάγια φοινικικά θα σου φέρνω
Να αρωματίζεις τις σελίδες των ποιημάτων
Που αστόχησαν σε χείλη ξένα
Κι εκείνα τα τρύπια ρούχα να βγάζεις
Που συνήθιζες να φοράς
Πριν αφεθείς στις φλόγες μου
Ρούχα με ύποπτες ραφές σκονισμένα
Που εγώ τα φύλαξα βαθιά
Στου έρωτα το εργαστήρι
Κι όταν ο νους σ' αποζητά
Και πόθους στραγγίζει το σώμα
Σ' αυτά καταφεύγω, ιστία τα κάνω
Να περάσω τις ηράκλειες στήλες της μόνωσης!

Έπειτα μη νοιαστείς
Θα φύγω ακροπατώντας
Μου φτάνει μόνο
Που ένωσα τα δευτερόλεπτα
Μου αρκεί
Που αφαίρεσα απ' την κλεψύδρα σου
Το φευγαλέο μαζί
Και μάρτυρας έγινα των βυθών
Ο σπασμένος καθρέφτης
Που τα είδωλα σου πολλαπλασιάζει
Στο απέραντο γαλάζιο
Αν θα ξανάρθω δεν το ξέρω
Είναι που με γοητεύουν τα ουράνια
Που με δονεί η λάβα των ηφαιστείων
Και τη βαρύτητα απωθώ των γραμμών
Μείνε εκεί
Κι όταν στην Αχερουσία θα εισέλθω λίμνη
Κι όταν οι σφένδαμοι περίλυποι
Στις όχθες μου θα στέκουν
Θα σου δώσω ό,τι σου χρωστώ:
Το σώμα του κοχυλιού που ονειρεύτηκες
Κοντά σου θα ζήσω
Με συστολή να σε κοιτώ κατάματα
Όλη μια υδρία με κομματιασμένα όστρακα μέσα
Να απαριθμείς εκείνες τις νύχτες
Που η φωτιά επίλεκτο με έχρησε συνοδό της!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις"
που διοργάνωσε με επιτυχία η me(maria)

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Τα λουλούδια των ψυχών

Αποτέλεσμα εικόνας για παραμύθι

Ήταν κάποτε ένας ανηφορικός δρόμος
Ένας δρόμος πλάι στο ακροθαλάσσι
Όχι ένας απλός δρόμος
Όπως τον φαντάζεσαι και τον ξέρεις
Δεν ήταν καθόλου επίπεδος
Αλλά ολούθε στρωμένος με σκαλοπάτια
Λαξευτά σκαλοπάτια της πέτρας
Και στο πλάι του φύτρωναν λουλούδια πολλά
Όχι λουλούδια κοινά
Όπως στα λιβάδια την άνοιξης βλέπεις
Αλλά θαλασσολούλουδα αθάνατα
Με κοραλλένια τουρκουάζ
Και χρυσαφί χρώματα
Λουλούδια όμορφα που οι γοργόνες
Τα είχαν ραντίσει με αρώματα θυσίας ακριβά

Στον δρόμο αυτό
Που ήταν απαγορευμένος στους θνητούς
Ήρθε τυχαία μια μέρα
Ένα μικρό κορίτσι δώδεκα χρονών
Έτρεξε στα λαξευτά σκαλοπάτια
Έπαιξε ξένοιαστο κουτσό
Θαύμασε τη θέα μα και τα λουλούδια
Αλλά μαγεμένο καθώς ήταν από την ομορφιά
Δεν πρόσεξε την εγχάρακτη γραφή
Πάνω στο δεύτερο πλατύσκαλο
"Τα άνθη γύρω σου είναι τα πνιγμένα παιδιά 
της θάλασσας κι όποιος τα κόψει στο ουράνιο 
βασίλειο της σιωπής θα κλειστεί κι αντάμα με τις
ψυχές τους θα μείνει"
Έσκυψε λοιπόν κι έκοψε ένα θαλασσόκρινο
Και μόλις το έφερε στα ρουθούνια της να το μυρίσει
Ο δρόμος ξάφνου μετακινήθηκε, αλλάξε φορά
Ξέσπασαν γοερά σε κλάματα τα λουλούδια
Σκλήρυνε η φλέβα της πέτρας
Τραβήχτηκαν στους βυθούς οι γοργόνες το κακό να μην δουν

Ο δρόμος της θάλασσας
Απομακρύνθηκε λοιπόν απ' τη γη
Και σαν διπλό πλοκάμι ανέμου
Αναχώρησε για τ' ουρανού τα βασίλεια
Εκεί που η σιωπή κατοικεί
Εκεί που οι νεφέλες σκεπάζουν τις γήινες χαρές με γκρι μπέρτες
Εκεί που ο ήλιος σαν καυτό σίδερο
Καίει και διαπερνά πέρα ως πέρα τα σώματα των μίσχων
Τρόμαξε το κορίτσι πολύ
Έκανε να γυρίσει πίσω
Ακατόρθωτο
Ώσπου ένας αιωνόβιος γέροντας στρυφνός
Το διπλοκλείδωσε
Σ' ένα παγερό κελί
Να αγναντεύει μόνο του από ψηλά σπαράζοντας
Τη γη τη θάλασσα κι αυτήν τη μάνα του
Μαυροφορούσα
Αλλόφρονα να ψάχνει πλάι στο κύμα
Το μονάκριβό της πνίγοντας τα καράβια με τα χέρια της!
.............................................................................................
Ποιος ξέρει αν αυτός ο δρόμος ξαναεπιστρέψει στη γη
Μαζί με το δωδεκάχρονο κορίτσι και τα λουλούδια των ψυχών
Ίσως περάσουν χρόνια πολλά αλλά ίσως κι απόψε να φανεί!

                      

Συμμετέχει στο νέο δρώμενο "Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι"
της άοκνης φίλης μας Αριστέας με πολλές ήδη όμορφες συμμετοχές!!

(μια διευκρίνηση το κορίτσι είναι η ανθρωπιά που απέδρασε μπροστά
στο δράμα των προσφύγων)

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

επ' αφορμή μιας βροχής

Αποτέλεσμα εικόνας για βροχή

Σήμερα εκλιπαρούσα
Να 'ρθει η βροχή
Κι ήρθε
Παρότι δεν είχα στέγαστρο
Κίτρινο πανωφόρι
Φιδίσια χέρια να γλιστρώ
Ήρθε να με δαμάσει
Με σφύρα κι άκμονα να με γνοιαστεί
Σύριγμα πρωινό
Πριν σπάσει ο ιμάντας
Μια μολυβένια μπόρα ορμητήριο της ψυχής

Δική μου πιστή μου αδερφή
Βροχούλα της πέτρινης θλίψης!

Μάλωσα με τον ήλιο σήμερα
Εγώ που τα σκαλοπάτια του
Γυάλιζα ασταμάτητα
Τώρα τον αποδιώχνω
Ίσως οι αχτίδες του καυτές
Ίσως το μεθύσι του πλάνο
Ζητώ το σύννεφο
Του αρχάγγελου το τόξο
Βυθίζομαι στα νερά σήμερα
Κι είναι μια αναβάπτιση αυτή
Ένας δρόμος που με διασταυρώνει
Με τα δάκρυα των πουλιών

Δικά μου πιστά μου αδέρφια
Οδηγοί του ανεξερεύνητου!

Τραβάω τις κουρτίνες
Ανοίγω τα στόρια
Τα βουνά χαμογελούν
Τα δέντρα επαίρονται
Κλείνει θριαμβικά
Η χλόη το στόμα
Καταπιόνας δροσιάς
Τρίζει το πόδι της μάνας
Τι ευτυχία να υπάρχεις ακόμα
Τι ευτυχία ν' απλώνεις το χέρι
Και βουβό ένα χνούδι να σε χαϊδεύει

Δικά μου πιστά μου σημάδια
Συμβουλάτορες της νύχτας!

Κοίτα το δίχτυ
Απ' τη χρήση τρύπησε
Χωράω να βγω
Αγαπώ τα σύννεφα
Που τα διαπερνάει το φως
Όμοια με τούτο το δίχτυ
Εδώ στο νότο
Περισσεύουν τα παράθυρα
Αλλά τα τείχη βαριά
Κι αδιαπέραστα
Ήξερε ο ποιητής
Μαθαίνω να περιγράφω
Μαθαίνω την ανάσα να κρατώ
Μια ανάσα ακόμα κι αναδύομαι
Στον κόσμο μου φραγμένες ως χτες οι ακτές

Δικές μου πιστές μου αδερφές
Ταξιδιάρικα μου τάζουν σκαριά κι άνυδρα μέρη


Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

25 λέξεις # 4



Στολίστηκαν βλέμματα
         οι τοίχοι
   Έλα καρδιά μου
   να βρεις το φως
     το ανέσπερο
Το σκότος της ψυχής
    να λεπτύνεις
Τα μοσχοκάρφια
  της ευτυχίας
καρπίζουν εδώ!

           *
      Χέρια και μάτια
περιστοιχίζουν μια καρδιά
 Ολοπόρφυρη καθώς είναι
    τραβάει ίσα τα βέλη
        τους ίσκιους
      και τα τελώνια
Κορμοί κλώνοι και φύλλα
  και στο εικονοστάσι
        του δρόμου
 μια καρδιά υμνωδός
     κλυδωνίζεται!

Το πρώτο ολιγόλεκτο έλαβε μέρος στο δρώμενο
της φίλης Μαρίας Νικολάου "25 λέξεις"
το επόμενο ήταν η δεύτερη μου επιλογή κι είπα
μην στην αφάνεια ατυχήσει!

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

η γη των τραγουδιών

Αποτέλεσμα εικόνας για στιχοι και μελωδίες

Στις αλάνες χορεύουν
Τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
Τραβάνε ψηλά
Κι οι άγγελοι ζηλεύουν
Τα σώματά τους
Επιπλέουν στα ουράνια
Σαν πειρατές μ' άμορφα πρόσωπα
Τα σύννεφα κουρσεύουν
Απλώνουν την πραμάτεια τους
Στις πόλεις με τους χρυσούς εξώστες
Τα τραγούδια των εραστών
Όμοια έμβρυα μιας κύησης άχρονης
Που οι μύστες στα όνειρα τους
Υπογράφουν την έλευσή τους
Με μάγμα πύρινο απ' τις φωτιές των πλανητών

Σε περγαμηνές γράφουν οι ανάσες
Τους άγραφους στίχους
Και τις μελωδίες κεντούν στα νερά
Παίρνουν αυλούς καλαμιάς
Και άρπες αρχαίας γιορτής
Στα λουλούδια να τα εμπιστευτούν
Στων πλειάδων τα σύννεφα
Να τα βαφτίσουν
Αγάπη τα τραγούδια
Που δεν ειπώθηκαν
Έρωτας σφοδρός που γεμίζει
Τους αμπελώνες με χυμούς ελάτης
Να έρθει ο Διόνυσος με άσπρα τα βλέφαρα
Να παίξει πάνω στους μηρούς των κορασίδων
Ρυθμούς σαγηνευτικούς

Στους αστεροειδείς κατέφυγα
Για να τα βρω
Σε χρόνους υπερβατικούς
Ένα ψήγμα τους ζήτησα μικρό
Τα ακολούθησα
Σαν ο γητευτής τις οπλές των άστρων
Κι εμβρόντητη μια νύχτα
Σε πανωφόρι αγαπημένο
Στην τσέπη της καρδιάς
Απόκριση πήρα και μήνυμα
Δικό τους
Τα κέρδισα!
Επηρμένα ήρθαν κοντά μου
Με δίκοπα μαχαίρια στους ιστούς
Δεν φοβήθηκα
Τι είχαν τη ζέστα σου
Δεν απόρησα
Τι είχαν το αίνιγμά σου
Κι ένα μεγάλο στόμιο στο μέτωπο
Απ' όπου μια φωνή με καλούσε
Στα νυχτέρια να πάω των ερωτιδών
Με βέλη να νικήσω
Του σκοταδιού τον οστέινο γίγαντα
Αγάλματα ιερά να στήσω στο όνομά σου
Κιθαρωδούς μαυλιστικούς
Στους κήπους σου να φέρω να γελαστείς!

Έλαβε μέρος στο 10ο Συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε καθ' ομολογία
τόσο άψογα η φίλη Αριστέα μαζί με άλλες 31 υπέροχες συμμετοχές!!!

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

το γαντζάκι του έρωτα



Σήμερα έμαθα γιατί ανθίζουν οι λεμονιές
Είχα χρόνια που θήτευα στη φύση τους
Περιπλανήθηκα
Ρώτησα
Άκουσα προπαντός άκουσα
Κι αμφέβαλα τόσο στο δρόμο που σιγά σιγά
Έφτασα στον άτακτο κόσμο των εντόμων
Σαν επιστήθιος φίλος ψηλά να ζυγιστώ
Πήρα πολλά δίνοντας μόνο ανάσες
Πολύτιμες απόχες νοημάτων κρατώντας
Στο μεταίχμιο του χρόνου έφτασα
Και πάνω εκεί τις απαρχές της ιστορίας μου σκάλισα
Ίσως γι αυτό κι αυτή η κιτρινοπράσινη
Πεταλούδα που έρχεται κι επικάθεται συνεχώς
Στης σκέψης μου το νοτισμένο μύλο
Χωρίς ποτέ να ζητά δεσμεύσεις και όρια στενά

Κάτι σαν εξαγνισμό το ένιωσα
Εκείνο το γαντζάκι του έρωτα   
Που αναφορικά με οδήγησε στα πανάρχαια μυστικά:
Πως οι χυμοί ανερώτητα τρέχουν σαν κραυγές στο σώμα
Πως τα πέταλα αργά προετοιμάζονται βαθιά μέσα στις ρίζες
Και τα στεφάνια περιμένουν στις πύλες ολάνθιστα
Για να παραστούν στις τελετές των εκλεκτών
Γόνιμα έμαθα το έλασσον
Αποστάζοντας τις ρίμες είδα το μέγιστον
Γιατί
Επικλινής θα πρέπει να σταθείς στο νερό για να καρπίσεις
Έτσι κι εγώ ονομάτισα νύμφη τη στιγμή
Και πικραμύγδαλο σκληρό όλη τη γνώση του πάθους

Έρωτας είναι ο λεμονανθός λαβωμένος
Πηγαίο ρεύμα η άχρονη ομορφιά του
Και τ' αρώματα κρυφά ραβασάκια παράνομων εραστών
Που άμεμπτοι έμειναν στην κλίνη του χρόνου
Κι εγώ γεννημένη μέσα στα λεμονοδάση δίπλα στη θάλασσα
Είχα την τύχη να γυρίζω τους τροχούς
Μέχρι να φτάσω στα κύματα
Εκεί που σε γνώρισα
Όμοιος Πήγασος να δουλεύεις το στίχο
Να σκορπάς ανθούς στα πελάγη
Να γητεύεις τις μέδουσες με το γέλιο σου
Κι απ' το αίμα των οδυρμών να πληθαίνεις τα κάλλη σου
Είσαι ένας κύκλος που περιδινίζεται στα χείλη του Δεκέμβρη
Και κοντά μου έρχεσαι
Ολόκληρος ένα άρωμα γήινο
Που πριν το χαρώ στα φυτολόγια της μνήμης το κρατούσα
Άναρχο
Ηδυπαθές
Ανεξερεύνητο
Μυστηριακό σαν την προαιώνια μήτρα της γης
Που τους μύθους γεννά κι ανασταίνει
Πάντα ήξερα γιατί ανθίζουν της σάρκας οι λεμονιές!

Έλαβε μέρος στο 10ο Συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε καθ' ομολογία
τόσο άψογα η φίλη Αριστέα μαζί με άλλες 31 υπέροχες συμμετοχές!!!
Ευχαριστώ που το περιβάλλατε με αγάπη!!!

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

χαϊκού λευκών ονείρων

Apostolos Yayannos_Anthos_2012

Αχ! χορταράκι
το μπόι σου κάποτε
θα με περάσει


Χρήστος Τουμανίδης 


Στον υπόνομο
Χρυσό το δακτυλίδι:
Σπάταλη στιγμή

Ρωγμές στον τοίχο
Πώς γεμίζει το κενό;
Ρίζες απλώνω

Ξελογιασμένο
Της χάσης φεγγαράκι
Ποιος σε χόρτασε;

Το τραγούδι μου
Αθώος κορυδαλλός
Χωρίς λοφίο

Χρυσοήλιε μου
Φορτώνεις στο άρμα σου
Ώριμα στάχυα

Σε πλησίασα
Κι εσύ φτερουγίζοντας
'Εστρεψες αλλού                                                          

Σήματα καπνού
Στα φουγάρα της πόλης
Πάλι άργησες!

Χάλκινο βλέμμα
Κι απάνω σκαλωμένη
Αρχαία σκουριά

Στην ανομβρία
Τόσες ρίζες στο χώμα
Πως ξοδεύτηκαν!

Σε δακτύλιο
Πεύκου, δες λαξεύτηκε
Πρώιμος στίχος!

Σίγησαν πάλι
Οι φωνές στο κατώφλι
Άκαρπη στιγμή

Με μια δόνηση
Άλλαξαν οι κρατήρες
Μορφή και σχήμα

Χωνί γιασεμιού
Στολίζει τους ώμους σου
Ξελόγιασέ με...

Ξοδεύεις χρόνο
Μαζεύοντας πέταλα:
Λογάκια παιδιών

Βρέχει στη μνήμη
Κι απλώνονται κύματα
Στα μάκρη του νου

Δες πως ανθίζει
Το στέρφο περιβόλι
Με μια προσευχή

Ασημοκλωστή
Να φτιάξουν οι άγγελοι
Γυάλινες κρήνες

Μαρτύρισέ μου
Κόκκινη παιώνια
Ποια η ντροπή σου;

Σ' έρημα σπίτια
Ο κισσός τροπαιούχος
Λάφυρα φέρνει
 
Πέρα στον ήλιο
Ζεσταίνουν τις φλέβες τους
Οι κρύες πηγές

Πόρτα φτωχική
Με τρύπιο το διάδημα
Να μπει ο Θεός

Σε σκέπη λίμνης
Φαντάζουν τα νούφαρα
Μ' αψίδες γιορτής

Παιδάκι χλωμό
Στου φεγγαριού την κούνια
Μιλάς στον Θεό

Μικρή λεμονιά
Πως σκόνταψε τ' άρωμα
Σε δυο σου φύλλα

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

γιατί γράφω ποίηση (35 + 1 λόγοι)



- Για να μπορώ με μια λάμπα θυέλλης και μόνο
  να φωτίζω όλη τη γη

- Για να συνεχίσουν τα κυπαρισσόμηλα να είναι πικρά
  και γλυκιές οι αυταπάτες σαν ώριμοι λωτοί

- Για να φτερουγίζουν οι ερωτιδείς στις τοιχογραφίες

- Επειδή η νεότητα είναι το καλό χαρτί που η καρδιά μοιράζει
  όταν το αίμα βηματίζει στο άχρονο καλπάζοντας

- Επειδή στη θέα του ουράνιου τόξου ξεμπερδεύονται
  μονομιάς τα νήματα της μοναξιάς

- Επειδή κάθε Άνοιξη ματώνουν οι παπαρούνες στα λιβάδια

- Για να ακουμπώ το χέρι στη φωτιά κι αυτό να ψύχεται

- Για να διασαλεύεται η τάξη του σύμπαντος απ' το χορό
  δυο δροσοσταλίδων και μόνο

- Για να κονταροχτυπιέμαι με το σκοτάδι των ονείρων
  και να αριθμώ κάθε αυγή στο μαξιλάρι μου χιλιάδες
  φωτεινές κηλίδες

- Επειδή κάθε δείλι ξεχνάω τα βιβλία μου στα γόνατα
  των βουνών προσμένοντας τα τόξα της σελήνης
  μυστικά να με οπλίσουν

- Επειδή όταν σταματούν για να γευματίσουν οι κυνηγοί
  στα διάσελα χρησιμοποιούν αντί για σερβίτσιο πλατανόφυλλα

- Επειδή στις μοναχικές μου ώρες βουίζουν οι άνεμοι
  των χειμάρρων παραδίπλα μου

- Για να κλαδεύω τα γιασεμιά κι αυτά να μην θρηνούν
  απαρηγόρητα το"γιατί" της απώλειας

- Για να ανεβαίνουν οι χαρταετοί στον ουρανό με μόνο
  μια βρεφική ανάσα

- Για να γκρεμίζεται ο ήλιος στη θάλασσα χωρίς ούτε
  μια γρατζουνιά στην κνήμη

- Επειδή κάθε που σκάει ένα άνθος μανόλιας γελούν
  τα μελισσάκια στον ύπνο τους

- Επειδή όταν λυγίζουν τα στάχυα στους αργούς οι
  άρτοι στο σπίτι φουσκώνουν περήφανα θέλω

- Επειδή μόλις αντικρίσω ένα χελιδόνι αλλάζω επάγγελμα

- Για να κοντοστέκονται οι μύστες στους βωμούς
  μ' άδεια τα κύπελλα και ηδείς τους ουρανίσκους

- Για να χωρούν στο κασελάκι της μνήμης όλοι
  οι κρύσταλλοι του αλατιού

- Για να φτάνουν οι σχεδίες γεμάτες ελπίδες
  στα βραχονήσια με τους γλάρους

- Επειδή οι λαρυγγισμοί των κούκων μεταφέρουν
  στις ισημερίες διττά προμαντέματα που δεν εξηγούνται

- Επειδή στην κόψη του νήματος γεννιούνται οι μεγάλοι
  έρωτες αυτοί που τόσο γρήγορα κι εκπνέουν

- Επειδή το χώμα μυρίζει όμορφα μετά τη βροχή γιατί
  απλά και μόνο ανασαίνει το μπλε του ουρανού

- Για να βλέπω το αγκαθωτό περίβλημα των κάστανων
  σαν κι αυτή τη φράντζα της καλής μου νεράιδας

-Για να ακούω καθαρά τη θάλασσα κι όταν ακόμα
 σπάσει το τελευταίο κοχύλι στο παλτό του χειμώνα

-Για να κρατώ από το χέρι την αμυγδαλιά
 στο παγωμένο προαύλιο του ψυχιατρείου

-Επειδή όταν με προσπερνούν τα κύματα
 ο Πήγασος ποντάρει για μένα στη ρουλέτα του Θεού

-Επειδή κρύβω το κλειδί στον ξερό φίκο
 κι όταν επιστρέφω αυτός έχει βλαστήσει

-Επειδή κάθε που ψάχνω την τσέπη μου
 ένα περιστέρι μου ραμφίζει επίμονα τα παπούτσια

-Για να βρω βαθιά στο μαξιλάρι μου τα ξεχασμένα
 σχέδια των παιδικών μου βιβλίων δακρυσμένα

-Για βρίσκω τα φυλαχτά μου άθικτα
 στις μασχάλες των κεραυνών

-Για να μπαίνω από τα φινιστρίνια στο πλοίο
 όταν η μπουκαπόρτα έχει τραβηχτεί

-Επειδή τις νύχτες του Γενάρη χαμηλώνουν τ' άστρα
 φωτίζοντας ως κι αυτά τα τυφλά κελιά

-Επειδή με τα χέρια τραβώ αστερίες που ύστερα
 τους αγκιστρώνω στα σκοτεινά σου βλέφαρα

-Επειδή τα βράδια σαν καλώ τις Πλειάδες
 πάντα μια με πάει στο αθάνατο χιόνι των κορφών
 το όνομα της να προσκυνήσω

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης και τον ευχαριστώ

Καλή και Δημιουργική Χρονιά σε όλους

 

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

25 λέξεις # 3



 Κρατάς τα γκέμια
    αναφλέγεσαι
Στα καρουζέλ της ψυχής
         παίχτηκε
 Η τελευταία πράξη
  Σ' έναν κύκλο
            γίνονται όλα
 Κι η ζωή διάσπαρτοι
κύκλοι μικρών θανάτων
Στην κόψη του νήματος
       σε κέρδισα!

                *
 Μ' ένα στρόβιλο η ζωή
           ξεπετιέται
Εκεί το φιλί και το άπιαστο
 Εκεί το δάκρυ της χαράς
       μα κι η οδύνη
        του τέλους...
    Τα φτερά σε πάνε
       Εκεί που εσύ
       εξουσιάζεις!

Το πρώτο ολιγόλεκτο συμμετείχε στο δρώμενο
της Μαρίας Νικολάου "25 λέξεις" το δεύτερο
ήρθε συμπληρωτικά!


Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

ανεπίστρεπτο

Αποτέλεσμα εικόνας για ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΆΤΙΚΑ ΣΤΟΛΙΔΙΑ ΜΕ ΦΥΣΙΚΑ ΥΛΙΚΑ

Χριστούγεννα απόψε, θα ανάψω όλα τα φώτα
Να γιορτάσω κι εγώ
Στο βάζο τα γαρύφαλλα μαραμένα
Κι εκείνη η πράσινη στεφάνη στο μέσο του βάζου
Σαν θηλιά μοιάζει ή μάλλον σαν διάνυσμα
Ονείρων πεθαμένων, μια πύλη που βγάζει
Στη ψυχρή αίθουσα των ειδώλων
Αλλά είναι Χριστούγεννα απόψε
Κι εγώ παρότι μόνη θα γιορτάσω
Άκου το χειροκρότημα  των άστρων για εμένα είναι
Με σκέφτηκαν κι αυτά τα ουράνια...
Έτσι θαρρώ πως δεν θα με ανακρίνουν στο μέλλον άλλο οι Θεοί σου!

Θα σταθώ εδώ δίπλα στο οβάλ τραπέζι
Θα ανάψω τσιγάρο κι όπως η στάχτη
Θα πέφτει ένοχα απ' το τρέμουλο
Πάνω στο ξύλο θα κάνω σχέδια πολλά
Γιατί ξέρεις οι πιο όμορφες μορφές μ' αποκαΐδια φτιάχνονται
Η τέφρα δεν πονά τις ρυτίδες, τις θωπεύει
Θα κάτσω εδώ λοιπόν ανήμερα Χριστούγεννα
Κι η γάτα μου αποφασισμένη θα εκλιπαρεί για ένα χάδι
Δεν ξέρω ίσως ενδώσω, ξέφτισε κι αυτή η κουβέρτα
Αλλά παραμένω ζεστή
Είναι που με τη φωτιά διαλέγομαι
Μην παίρνεις εσύ την ευθύνη 
Θα έχεις δει άλλωστε κάποιες κρυφές πληγές μου
Εσύ που δρόμους άνοιξες κάποτε στο αβέβαιο
Έλα εδώ στα στενά να με περιγράψεις!

Πολυλογώ το ξέρω, τι άλλο όμως μου έμεινε να κάνω;
Ίσως πάρω το μαχαίρι ν' ανοίξω ένα δυο χρυσούς καρπούς
-Εκείνο το μαχαίρι που το λέπτυνε το χώμα-
Ίσως ζήσω έτσι τ' όνειρο
Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να κρύβει στο βάθος
Ένα σκληρό περίβλημα
Τι έχω να χάσω;
Αλλά είναι Χριστούγεννα απόψε
Κι εγώ θα σταθώ γυμνή μπροστά στους ουρανούς
Πολλά τα φωτάκια δεν θα φαίνομαι
Το πολύ φως τυφλώνει όπως κι αυτό το μαύρο της νύχτας!

Αν θέλεις έλα, έχω στεριώσει τη σκαλωσιά
Πάντα ανέβαινα σ' αυτά τα δώματα
Εκεί τα πολύτιμα και τ' ακριβά, τα συντηρώ επιμελώς!
Μην ανησυχήσεις ποτέ
Εκεί θα πλανιέμαι φορώντας
Το καρό σου πουκάμισο που ξέχασες προ ετών...
Σ' αυτά τα δώματα
Φυλάω με προσοχή τα μικρά φυλαχτά μου
Μόνο που διαλέγω πάντα ένα
Αυτό δεν θα στο δώσω
Το μόνο δικό μου στολίδι
Ένα χάρτινο φιλί που διαφύλαξε στεγνό η μνήμη
Τώρα κρέμεται στο δέντρο δίπλα στα ξωτικά
Γιατί είναι Χριστούγεννα απόψε και σκοτεινά σ' αναπολώ!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" 
που επιτυχώς διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες
πολύ αξιόλογες συμμετοχές!


Κανείς δεν άκουσε τίποτα...

                          Αποτέλεσμα εικόνας για πόρτα και γάτα

Ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο γρατζούνισμα στην πόρτα, κανείς όμως 
δεν άκουσε τίποτα... καθώς μετά το οικογενειακό τραπέζι, παραμονή
Χριστουγέννων, όλοι είχαν αποσυρθεί στη μαλακωσιά των στρωμάτων
και στου ύπνου τη γαλανή πλάνη.
Μόνο το χριστουγεννιάτικο δέντρο έμενε ξάγρυπνο συνομιλώντας  με τα
βαρύτιμα έπιπλα, με τα κομψά βάζα και με τους περίτεχνους πίνακες κι
ανυποχώρητο -αναλάμποντας- ξεκινούσε έναν αέναο αγώνα με τον κόσμο
του σκοταδιού και του ερέβους, σαν προανάκρουσμα μιας μεγάλης θυσίας!
Δίπλα το τζάκι σκόρπιζε το αντιφέγγισμα του ακούραστα σ' όλες τις γωνιές
του σαλονιού και σαν ανταμοιβή εισέπραττε χιλιάδες επευφημίες κι ένα
παρατεταμένο χειροκρότημα από τα καλά ξωτικά και τ' αερικά του σπιτιού,
κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...
Αυτή τη νύχτα όλα στο σπίτι ήταν μαγικά λες κι ένα ουράνιο χέρι να τα είχε
παστρέψει και να τα είχε στολίσει με τα πέπλα της ζεστασιάς της θαλπωρής
και της ασφάλειας.
Έξω στον κήπο, φώτα παντού, γαϊτανάκια χαράς απλωμένα στα δέντρα της
ζωής φώτιζαν μικρούς κόκκινους ιβίσκους και ναρκωμένες τριανταφυλλιές..
Ο ήχος στην πόρτα το ίδιο χαμηλός έκανε πάλι την εμφάνισή του.
Μία παρατεταμένη επίμονη επίκληση λες στο λουστραρισμένο ξύλο της
εξώθυρας.
Κάποιος ν' ακούσει, κάποιος ίσως να γνοιαστεί και να τη συμπονέσει...
Σήμερα είχε αποχωριστεί βίαια το αφεντικό της -που είχε την ευθύνη της -
κι είχε χαθεί στα χαώδη δρομάκια της πόλης σαν ένα νόμισμα που κατρακυλά
σε αρπακτικούς υπονόμους κι αφανίζεται!
Τρόμαξε πολύ, τον έψαξε αδίκως, τραύλισε ήχους θλιμμένους , και τώρα
μπροστά σ' αυτή την πόρτα στο τέλος του δρόμου ζητούσε μια φωλίτσα,
ένα καταφύγιο για να βγάλει απ' τη σκήτη της καρδιάς της το μαχαίρι της
μοναξιάς της στέρησης και της πείνας, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...  
Έκανε προσπάθεια να ζεσταθεί αναπηδώντας ως το ρόπτρο αλλά άδικα,
τέντωσε τη γλωσσίτσα της να πάρει νοστιμιά απ' τον αέρα της χαραμάδας,
μάταια, άνοιξε τα ρουθούνια ν' αγγίξει τα μικρά πλάσματα της αρμύρας
αλλά απογοητεύτηκε κι έγειρε αποκαμωμένη στο πλάι το κεφαλάκι της
να κοιμηθεί.
Μια αχτιδούλα έφυγε απ' τα μάτια της και καρφώθηκε στα δέντρα της
αυλής!
Έλαμψε σαν πυροτέχνημα ο κήπος, κροτίδες ακούστηκαν δίπλα στα
κοιμισμένα ρόδα, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...
Όταν ξημέρωσε άρχισε απαλά να πέφτει το χιόνι, ξύπνησε το σπίτι και
τα παιδιά έτρεξαν ξετρελαμένα στην πόρτα, στράφηκαν και κοίταξαν
όλο απορία στο χαλάκι της εισόδου...
Ο μικρός Νικόλας πήρε τη ξέπνοη γάτα στην αγκαλιά του και φώναξε
ενθουσιασμένος:
-Γιατί μαμά ξεχάστηκες και δεν μας έδωσες αυτό το όμορφο δώρο;
Έτρεξε η μαμά τους και κοίταξε κάτω σαστισμένη!
....................................................................................................
Εκεί στην άκρια δίπλα στους ιβίσκους θα υπάρχει πάντα ένας μικρός
ξύλινος σταυρός σαν ενθύμηση για εκείνο το πρωινό που όλοι άκουσαν
καθαρά το λυγμό των δυο παιδιών, κόντρα στο σκοτάδι μιας αλλοτινής
νύχτας που κανείς δεν άκουσε τίποτα!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" 
που επιτυχώς διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες
πολύ αξιόλογες συμμετοχές!