Νερά στο ψύχος,
σαν γίγαντες έγκλειστοι
άκαμπτα στέκουν
Στο μέγα ύψος,
γυμνή νεροσταγόνα
ενδύεται φως
Δες πως ουρλιάζει,
η ψυχή του καταρράκτη
κερματισμένη
Αλλάζεις δέρμα,
μα ποτέ δεν θέλησες
άλλο μαίανδρο
Σε νερού συρμό,
ξεχνάει το βατράχι
τον κοασμό του
Με χέρια υγρά,
η θάλασσα μπατσίζει
γέροντα βράχο
Τα δύο πρώτα έλαβαν μέρος στο1ο δρώμενο χαϊκού
που επιτυχώς διοργάνωσε η φίλη Μαρία Νικολάου
(τα υπόλοιπα συμμετέχουν στον σχηματισμό 24αδας
καθώς έτσι συνηθίζω να τα αναρτώ)
Κόκκινη ομπρέλα μεγάλη κι ούτε ένα ίχνος βροχής
Αχνά σύννεφα στην παλέτα
Του απογευματινού ουρανού
Κόκκινη ομπρέλα διάτρητη από τα σπαθιά των αχτίδων
Γάντια δαντελωτά στο χρώμα της ώχρας
Σώμα νεανικό Βήμα ανάλαφρο
Παραθαλάσσιο δρομάκι Αυγουστιάτικο δείλι
Με σκονισμένα τα σκίνα κι άχρωμα τα χείλη των εφήβων
Μετά τις καταδύσεις στα κρουστά νερά
Κόκκινη ομπρέλα με διακοσμητικό χερούλι Κριός η αίγαγρος
Δεν έχει σημασία
Ο άνεμος σαν χαιρέκακος τυμβωρύχος την έριξε στα βράχια
Εκεί που τα παιδιά είχαν σκαλίσει
Μια πλέρια γοργόνα τον προηγούμενο Σεπτέμβρη
Κριός η αίγαγρος Σπασμένες μπανέλες Χωρίς ουρανό
Κείτονται στων αλατιών τις γούβες
Ηττημένες από τα χέρια που τόσο αγάπησαν
Κριός η αίγαγρος Άγνωστο
Μόνο το κόκκινο -εμποτισμένο απ' την ανάσα της γης-
Καρτερεί την ώρα
Άγνωστο το πότε
Γνώριμο το μαζί!
*
Στο βυθό φύονται αιωνόβια δέντρα Κεχριμπάρια έχουν για φύλλα
Και στους κορμούς τους οι πεταλίδες βρίσκουν καταφύγιο δροσερό
Αιωνόβια δέντρα που με τα κυρτά τους κλαδιά
Μυθικούς προκαλούν κυματισμούς
Κι άγνωστες ανεβάζουν νησίδες καταμεσής του πελάγου
Στην άμμο οι ρίζες τους Στις δίνες οι καρποί τους
Ταξίδια ονειρεύονται Στις αγορές του μέλλοντος να εκτεθούν
Αιωνόβια δέντρα που κάποιοι γέροι ναυτικοί συνομίλησαν μαζί τους
Και απ' τα μυστικά τους συνέλεξαν αρμύρα και φως
Αν δεις μπουκάλια να ξεβράζονται στη στεριά θα μάθεις τους θρύλους τους
Θα αφουγκραστείς το γλυκό πρελούδιο των φύλλων τους ερωτικά να σε καλεί
Την προϊούσα αγάπη -απ' αρχής κόσμου- νοσταλγικά να σε γυρεύει
Κι ίσως -αν συνετός σταθείς και δεν τα προσπεράσεις- στην γυάλινη μήτρα τους
Αλλόφρονες θα συναντήσεις φυλές να σε εξετάζουν προσεκτικά
Φυλές με έγχρωμα χέρια και μάτια αδειανά
Καλλιεργητές της θαλάσσιας ξέρας
Άγρυπνοι φρουροί των υποθαλάσσιων κήπων
Αν θαρρετός σταθείς και δεν τους παρακάμψεις
Σ' εσένα θα εμπιστευτούν τους αρχαίους παπύρους
Σ' εσένα θα παραδώσουν τη χρυσή πόρπη
Μάρτυρα θα σε χρίσουν και σκληρό τιμωρό
Των ψυχών που αναίτια λιγοψυχησαν!
*
Έχεις προσέξει μετά τη βροχή τις νεροσταγόνες πως φυλακίζουν
Τα χρώματα του ουράνιου τόξου;
Πόσο σφιχτά τα αγκαλιάζουν;
Αν ένα πινέλο πάρεις και στη σάρκα τους το βουτήξεις
Το πιο όμορφο πορτραίτο του κόσμου μπροστά σου θα φανερωθεί
Εκεί θα βρεις το λιλά το πράσινο το κίτρινο το θαλασσί
Να εμπεριέχονται στο γκρίζο της συννεφιάς
Εκεί θα νιώσεις το αμετάκλητο της ρευστότητας να σε διαπερνάει
Καμβάς το σώμα σου Ακουαρέλα το κορμί σου
Χείμαρροι τα χέρια σου Βαρκούλες τα πέλματά σου
Ταξίδια αν δεν σου τάξουν πολλά
Μην πικραθείς
Στη ψυχή σου βαθιά σκάψε
Να διανοίξεις δρόμους φιδωτούς
Που σε ολάνθιστες θα σε οδηγήσουν πεζούλες
Πάντρεψε τα χρώματα των δρόμων
Σμίξε με τ' αρώματα των κρίνων
Κλάδεψε τις μνήμες στα γόνατα
Απέριττος να εισέλθεις στο μαντείο
Πρόσεξε όμως
Ανατολικά να είναι η ρότα σου
Εκεί που οι σαΐτες βρίσκουν πάντα το στόχο τους
Εκεί που η ταχύτητα εκμηδενίζει την παραδοξότητα
Σεμνός ιεροφάντης να εισβάλεις στο πλήθος
Μπροστά στη νωπή υδατογραφία της αγάπης
Ταπεινά να εμβαπτιστείς στις λίμνες των χρωμάτων
Με ακολούθους πολλούς στο διάβα σου !
Να ακροβολιστώ θέλω
Στις άγιες μορφές των σύννεφων
Εικονοστάσια να στήσω στις οπλές τους
Μικρές πάναγνες ώρες να μοιραστώ
Με τους αόρατους δαιδάλους της φυγής
Τις χάρες σου όλες να εξιστορώ μαγεμένη
Μόνη στο άρρητο ύψος του πάθους
Να απαντήσω το φως κι ερμηνεία να δώσω
Τις λέξεις έμπιστες θα έχω αδερφές
Ακούραστα εσένα να υπηρετούν
Θεραπαινίδες και αρωγοί στην πλημμυρίδα
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Γιορτινό να γεννήσω το πρώτο φιλί
Κέρασμα στους αθώρητους αγγέλους `
Που τρυφερά σε ασκούς διπλοκλειδώνουν τα όνειρα!
Πολύχρωμες ανεμώνες
Θα κρατώ στα χέρια
Περίσσια να γίνονται τα θαύματα
Στην τσέπη του Θεού
Σαν σποράκια να τα σκορπώ
Στα πουλιά που νωρίς ορφάνεψαν
Στης πίκρας το αρκτικό ψύχος
Μικρούς ηλίανθους θα φυτεύω
Στου ουρανού το πλατύσκαλο
Λαμπροί να γίνονται οι κύκλοι του χρόνου
Κι οι καμβάδες της σελήνης
Στίλβη να απαστράπτουν
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Ζωγραφιστό να αφήσω το χνάρι
Πυξίδα στους υπαίθριους δραπέτες
Που τα βράδια διπλές ανοίγουν σήραγγες
Ελεύθερα να κυκλοφορούν οι ποιμένες της πάχνης!
Στα απόγεια της χαράς
Αναπαμένη να τινάξω τις φτερούγες μου
Εκείνη η σκόνη της ψυχής
Να σκορπιστεί ευθύς στα δίστρατα
Όρθια μπροστά σου να σταθώ
Στεφανωμένη με κισσούς και κότινους
Να σε πλανέψω
Παραδομένη στα λάγνα όνειρα
Να σου δοθώ
Γιατί το προσκεφάλι μου όπως θα θυμάσαι
Μυρίζει λεβάντα κι άγρια μέντα
Γιατί τα όνειρα μου όπως συχνά μου έλεγες
Εγγίζουν τους τροχούς των πλειάδων
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Μαζί να σπάσουμε το γούρι
Μαζί να φυτέψουμε τη ροδιά
Στον ίσκιο της και στους καρπούς της
Μυστικά να μπαίνεις
Πολύσπορο τον έρωτα να γεύονται οι μύστες της φωτιάς!
Απόψε συνάντησα ένα αστέρι
Αλήθεια σας λέω
Ένα αστέρι
Από εκείνα
Που τα παιδιά
Στις ζωγραφιές τους
Καρφώνουν
Εννέα μήνες
Θα κυοφορώ το φως του
Αμυδρό φως γαλήνιο
Κι όταν η στιγμή θα 'ρθει
Στη μοναξιά των φύλλων
Έναν Θεό
Μ' αβρές πατούσες
Θα γεννήσω
Αστραποφόρο
Λευκά να γίνονται ξάφνου
Τα κράσπεδα των ηφαιστείων
Και διάτρητες οι θαλάσσιες στοές
Ολόφρεσκα να μου φέρνουν φιλιά
Απόψε ερωτεύτηκα ένα βότσαλο
Τον λόγο μου σας δίνω
Ένα βότσαλο ολοστρόγγυλο
Σαν εκείνα
Που πάνω τους οι χαράκτες
Μικρά αφήνουν σημάδια:
Μια λέξη μια μορφή
Μια ακτογραμμή ένα φτερό
Εννέα μήνες
Μαζί του θα μιλώ
Αναθηματικό να γίνει σημείο
Ένας βράχος
Ολόγιομος με πεταλίδες
Εκεί να γυρνάς
Σε κοχύλια
Να φυγαδεύεις τις ώρες
Πολλαπλά να σου δίνονται
Τα χρόνια στο μέτρημα
Και μες τα πέτρινα αλώνια
Μπόι να παίρνουν οι λογισμοί
Απόψε δόθηκα σε μια αστραπή
Σας διαβεβαιώ
Μια αστραπή ακτινωτή
Γεννημένη στο θέρος
Σαν εκείνες
Που στο παραθύρι
Της νύχτας
Χτυπούν του έρωτα την άρπα
Εννέα μήνες
Θα μου κεντά τα σωθικά
Κι απανωτά
Θα μου λέει λόγια:
"Γρήγορα να πας γρήγορα να 'ρθεις
Και κάτω από κάμαρα
Αν θα περάσεις μη σκύψεις
Πικραίνονται οι πέτρες
Και πάνω σου ξεσπούν
Σαν καταιγίδα"
Μα κι εγώ ολόρθο σε θέλω
Έναν σαλπιγκτή της χαράς
Στα ουράνια περβόλια
Ολημερίς να μεθάς
Κι ορθόστηθα να απλώνεις
Για σένα μόνο
Τα ιστία της γιορτής μεσοκάταρτα
Έλαβε μέρος στο επετειακό 14ο Συμπόσιο Ποίησης
που για άλλη μια φορά διοργάνωσε επιτυχώς η φίλη
μας Αριστέα στη σελίδα της "Η ζωή είναι ωραία"
Μέθυσε η μνήμη σήμερα
Κι είδε να γέρνουν τα βουνά
Σαν στάχυα αθέριστα
Σκιερά δέντρα
Να ξεφυλλίζουν βιβλία αμαρτωλά
Χωρίς επωδούς λατρείας
Απότοκος η ιστορία
Ψέλλιζε άναρθρους λόγους Απόβροχο ήταν
Ιούνιος μήνας
Κι εσύ χαμογελούσες
Στο κάδρο της ουτοπίας σαν παιδί
Κραδαίνοντας δεμάτια αστραπών
Στα σμιχτά σου χέρια
Συνάζοντας ουράνιες εκλάμψεις
Στα μελιά σου μάτια
Πόσο το φως ν' αντέξεις;
Ήσουν ο θεριστής κι ο ονειροπόλος πόντος
Σε φώναξα με την υπερβολή
Της καταιγίδας
Σε σπλαχνίστηκα με το λογισμό
Της μάνας
Σε γύρεψα με την κραυγή
Του αλλότριου πόθου
Σε αποπλάνησα με τα φίλτρα
Του απόκοσμου θρήνου
Πονούσε η μνήμη
Σαν τομή βαθιά σε χάρτινο κύκλο
Σαν λαβή μολυβιού πάνω στον ασβέστη
Σαν ποδοβολητό αλόγων
Πάνω στο φαιό σώμα της πατρίδας
Πόσο την καρδιά να ξοδέψω;
Ήμουν η Αχερουσία οδός κι η τρεμάμενη φλόγα
Πλάτυνε ο κόσμος σήμερα
Σαν όπως πλαταίνει στην καρδιά το φιλί
Σαν όπως πλαταίνει στα σύνορα
Το ραβδί του οδοιπόρου
Μεγάλα στίφη κατέβηκαν στους κάμπους
Μην ήρθες στ' απόσκια
Των δοράτων κρυμμένος;
Μεγάλες προσδοκίες φυλάκισαν τη λησμονιά
Μη ξεχαστείς
Κλείνω το στόμιο του πηγαδιού
Σφραγίζω το μελανοδοχείο
Εκείνο το γράμμα που έγραψες
Κανείς μη συνεχίσει
Πόσο τα αμίλητα να περιμένουν;
Ήσουν ο κουρνιαχτός κι ο μυστικός μύθος
Ένα αμπέχονο ριγμένο στον ώμο του νοτιά
Μην και δακρύσει της αυγής ο κλώνος
Μην και σβηστούν στο έμπα του θέρους
Της γης οι παλμοί απατημένοι!
Πήρε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που
με αξιοσύνη διοργάνωσε η me Μαρία μας http://mytripssonblog.blogspot.gr/2016/12/b-10.html
Τα πουλιά χτίζουν φωλιές
Στους θυσάνους της ακτής
Ξερά χορταράκια
Αρχαίες πέτρες σκαλιστές
Μικρά κοχύλια
Και το μυστρί του ήλιου
Τα επικουρούν βιαστικά
Ένα παιδίγράφει
Μιαν μυστική αλφάβητο
Στην άμμο με την γραφίδα
Του ανέμου
Κάποτε οι απόγονοί του
Ίσως εξερευνήσουν τις γραφές
Ίσως συντάξουν το μυθιστόρημα
Της επίπλαστης πλάνης
Από το δάσος έρχεται
Κατά ριπές το ποδοβολητό
Μικρά πουλάρια χτυπιούνται
Με τις ελατόριζες
Τέμνει η χαίτη τους
Το βαθύρεμα σαν λεπίδα
Ελαφράδα
Τίναγμα του κορμιού
Κουρνιαχτός
Κι ένας ωραίος έφηβος
Να κρατά τα γκέμια
Σαν που κρατά η κόρη ολόχαρη
Το νυφιάτικο ρόδι μπρος στον άμβωνα
Στον ορίζοντα το αδράχτι
Των αστραπών
Φωτίζει τη νύχτα
Έρχεται νεροποντή
Χαμογελάει στριμωγμένο
Το καρβέλι στο ψάθινο πανέρι
Χαμογελάει το σκαθάρι
Στην κρύπτη του
Χαμογελάει η κόρη
Στα λάγνα όνειρα παραδομένη
Κάτω από το μαξιλάρι της
Το κέντημα με τους κύβους
Κι η υπερβολή της ονείρωξης
Πρωί - πρωί με τ' απόβροχο
Θα κρεμάσει το σεντόνι της
Στην κρεβατίνα
Είναι ωραίος ο κόσμος
Είναι αρυτίδωτη η λίμνη
Είναι μπόλικο το αλάτι
Στους αρμούς των βράχων
Μόνο εσύ χτυπάς μία - μία τις χάντρες
Και τρέχεις στο αμπέλι
Το κορφολόγημα
Να προλάβεις της μοίρας
Το πράσινο ν' ανάψεις
Φωτάκι της επαγρύπνησης
Σαν λαμπηδόνα
Που ζηλεύει το φώσφορο
Στων ερώτων τον κρυφό
Κώδικα να μυηθείς
Με του αρχάγγελου τη ρομφαία
Στην δεξιά σου πλευρά καρφωμένη!
Πήρε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που
με αξιοσύνη διοργάνωσε η me Μαρία μας http://mytripssonblog.blogspot.gr/2016/12/b-10.html
Κάποτε ξηλεύονται
οι κορμοί
Κάποτε κι οι άνθρωποι
Χάνουν τις ρίζες τους,
τα πατρογονικά τους
κειμήλια...
Άγρυπνοι χαρτογράφοι
Λαθραία στοιβάζονται
Στα κρύα σύνορα
της αυταπάτης
σαν μια ντάνα
ξερά καυσόξυλα!
Στο αριθμητήριο
των δέντρων
μέτρησα τις πληγές
Κι ήρθαν
οι δροσοσταλίδες
το τραύμα να πλύνουν
Τ' αλφαβητάρι
της σιωπής
να ξεκλειδώσουν
Στα υψίπεδα
των κορφών
βασανιστικά
τον πόνο
να κουρσέψουν!
Έσπασε η γραμμή
των αιθέρων
Σκοτείνιασε
το μάτι τ' ουρανού
Έλα στους δακτυλίους
των κορμών
τη νέα
να χαράξουμε
πορεία
Στην αγαστή αγάπη
των κισσών
να μυηθούμε!
Το πρώτο κατά σειρά πήρε μέρος στο δρώμενο
"25 λέξεις # 10" που επιτυχώς διοργάνωσε
η φίλη Μαρία Νικολάου http://tokeimeno.blogspot.gr/2016/11/25-10_20.html
(μπορούν να "σταθούν" και σαν σύνολο)
Αγαπώ τους αιθέρες
Που σε κρύβουν
Αγαπώ τα πουλιά
Που στην ανάσα σου
Κουρνιάζουν
Συλλέγω μπαμπακένια σύννεφα
Και μαζί τους αντιδικώ
Γιατί όπως και να το πεις
Μετά από εσένα
Η ανάσα μου γέμισε καρφιά κι απολογίες
Κάποιες του Θεού κερματισμένες
Κάποιες δικές σου συμπαντικές
Επισημάνσεις αφήνω
Στους κλωβούς του αέρα
Αν αγαπάς τις φυλακές
Κι αν μετά με της αρμύρας
Τα δάκρυα τις γκρεμίζεις
Έλα μ' ένα κλαράκι ανθισμένης μηλιάς
Με τα θαύματα να σε συστήσω
Πόσο ακόμα να σε καλώ;
Μιλώ στα γλαροπούλια
Σηκώνω ανεμόσκαλες
Πικρές λέξεις εφευρίσκω
Τα βράδια κοιμάμαι με τα μικρά ελάφια
Στον κοιτώνα μου μπαίνει
Ο θόρυβος του δάσους
Ο χείμαρρος του απρόσμενου
Με εκπορθεί στην παλαίστρα των φόβων
Στους τοίχους μου
Εισέρχεται το τελευταίο
Κύμα του θέρους
Εκεί που της εύνοιας
Συνέγραψα το μήνυμα:
"Συντάξου με τα εφήμερα
Αν θες τις αποστάσεις των τροχών να μετρήσεις"
Πόσο λίγο σε ήξερα!
Βαριοί βηματισμοί
Δονούν τις ακτές μου
Κάποιο χαροπούλι
Ανασκολοπισμένο
Απαγγέλλει χρησμούς
Κλείνω τ' αφτιά
Μαζεύω το νήμα
Περνάω τα σύνορα
Ολιγωρώ
Στην άμμο στεριώνω το σπίτι μου
Στέρεο να το βρει η αυγή
Συνθλίβω δυο βότσαλα
Και με την τέφρα τη λευκή
Οραματίζομαι το αύριο
Κάτω από τις πλατιές σου φτερούγες
Εμβρυακή παίρνω μορφή
Στην κνήμη των ποιημάτων σου
Αναγεννιέμαι μέρα τη μέρα
Πόσο το θαύμα να περιμένω;
Τα ταξίδια μου έταζαν
Εύχυμους καρπούς
Λυκαυγή με αφράτο χιόνι
Και τρεμάμενα φύλλα
Είχες ποτέ προσέξει
Τους κρυστάλλους στις στέγες
Πόσο μ' αγαπούσαν;
Τότε που αμέριμνη μεθούσα
Με τα κρόταλα του φεγγαριού
Και πάνινα κουρελάκια
Χάριζα στους επαίτες για ενθύμια
Τότε που αντάμα τους
Αφρόντιστα ξεδιάλεγα συρματόσκοινα
Μαγικά να ντύνω τους χειμώνες σου
Στους επαίτες λοιπόν οφείλω
Το φυλακτό των ερώτων
Το ύστερό μου τρόπαιο
Στο στέρνο σου καλά να το κρατάς
Άφθαρτη διάστιξη
Ανθός του νερού
Στίγμα του διαβάτη
Ανάλαφρα στο φως μαζί του να πορεύεσαι
Πως να σ' απαρνηθώ!
Κυριακή ήταν τότε θυμάμαι
Μια ανούσια Κυριακή
Που απρόσκλητος ήρθες στο σπίτι
Ακούμπησες τη βρεγμένη ομπρέλα σου
Στο πάτωμα
Κι έσταξε φθινόπωρο στους ξύλινους αρμούς
Δεν ξέρω αν σ' αγαπούσα
Ή απλά χαιρόμουν αυτή καθαυτή
Τη συντροφιά σου
Στα χέρια σου μια πύρινη ανθοδέσμη
Ποτέ δεν μου χάρισαν λουλούδια
Ξεστόμισα έκπληκτη
Ένα κυκλάμινο άγριο
Μια θηλυκή ορχιδέα
Ή έστω ένα ανώνυμο αγριολούλουδο
Πώς διάβασες τη λαχτάρα μου Πώς γονάτισες στα λευκά μου πανιά Πώς ξεμπέρδεψες το νήμα της απώλειας;
Ήρθες για να μείνεις, είπες
Κι εγώ παρακολουθούσα
Το τρέμουλο των χειλιών σου
Διάβαζα ήρεμα
Τις αποχρώσεις στο βλέμμα σου
Γήινες ζεστές ενσωματωμένες με ίσκιους
Μια αποδόμηση κι ένας εκστασιασμός
Μια επιδρομή σε τοπία χαυνωτικά από τη λήθη
Νόμισα ξάφνου πως μπερδεύτηκαν Όλα τα χρώματα στον πυρήνα της ζωής Πως μια καταιγίδα πλησίασε Τα ουράνια βεγγαλικά για να τα σβήσει
Ήρθες καμωμένος από γυαλί
Με εστίες πολλές να με ζεστάνεις
Πως χρωμάτιζαν τα μάτια σου
Τον ερχομό του Οκτώβρη στα γκρίζα μου στόρια
Απέφυγα να κοιτάξω τις κνήμες σου
Τα βοστρυχωτά σου μαλλιά
Μόνο το βλέμμα σου μ' έκλεψε
Κι εκείνη η λάμψη που γιγάντωνε
Τα σβησμένα μου πάθη
Ήρθες για να ντύσεις τις εσοχές στο μαντήλι
Σε λεβάντες να κρύψεις
Το αρχαίο μου όνομα
Καιρός κακός μην το βρει κι ανοίκειος φόβος
Μπερδεύτηκαν τα χρώματα στα μάτια σου
Την ώρα που έσβηνε αργά ο αποσπερίτης
Στους γήλοφους της ομίχλης`
Κι έμεινα να ξεχωρίζω αχνά ουράνια τόξα
Στα φλύαρα ύψη των αιθέρων Τα μικρά καταφύγια των νεκρών Να αναζητώ στων προσώπων τα αχανή βάθη Πολλά τα πρόσωπα κι άπειρες οι στιγμές
Που αισθαντικά έφερες μαζί σου
Σθεναρά θυμάμαι με προέτρεψες
Σμίλη να γίνω αργυρή
Κι εσύ ο μαρμάρινος τύμβος
Να χαράζω τους στίχους μου
Πύρινη να πάρουν μορφή
Σαν τα λουλούδια που η αγκαλιά σου
Απλόχερα κάποτε μου φανέρωσε
Πήρε μέρος στο 13ο Συμπόσιο Ποίησης που ακούραστα
διεξάγει η αγαπημένη πριγκιπέσα μας Αριστέα http://princess-airis.blogspot.gr/2016/10/ 13o-Symposio-Poiisis-Oi-symmetohes.html
Τα μονοπάτια γέμισαν αφράτες φυλλωσιές
Σαν πουλί να ελαφροπατάς
Κι αν τύχει και σκοντάψεις
Μικρό το κακό
Μουσελίνες άπλωσε στο χώμα το φθινόπωρο
Πορφυρές καστανές κι αχνοκίτρινες
Κοντά σου θα σταθώ
Να μας φωτογραφίσει το απομεσήμερο
Με τα μελαγχολικά του χρώματα
Βάλε και στα μαλλιά σου μια κορδέλα θαλασσιά
Οι μικρές ναϊάδες να πλανευτούν
Να ' ρθουν το χέρι θερμά να μου σφίξουν
Πανάκριβη να γίνεις αδερφή τους
Μελωδική τους να γίνεις κορνέτα
Σε ποτάμια και σε τοπία βροχερά
Υδάτινη μορφή να πάρει και διάκοσμο
Το νέο σου όνομα
Γιατί "Αγάπη" σε φωνάζω
Από τότε που απρόσμενα έφυγες
Κάποιοι μου είπαν πως μαργαριτάρι
Έγινες σ' ένα όστρακο του βυθού
Μαργαριτάρι ολοσκότεινο
Σαν εκείνο που αμύθητη είχε αξία
Κάποιοι άλλοι μου μήνυσαν
Πως λευκός έγινες κύκνος
Με μαχαίρια ψυχρά στη στερνή του κραυγή
Εγώ όμως εδώ θα σε κρατώ
Σαν φλόγα ανέπαφη
Στο δάσος θα σε πηγαίνω
Στις πηγές θα σε δροσίζω
Με αστραφτερά θα σε ντύνω μετάξια
Στα όνειρα σου θα στέλνω κήρυκες
Φεγγάρια ερωτικά να σου ξυπνούν
Αγάπη θα σε ορίζουν κι οι ποιητές
Στα κρυφά τους συναπαντήματα Με τα πουλιά του ερέβους
Αγάπη κι εγώ θα σε ζητώ
Χυμούς θα σε θρέφω
Φωτιά θα σε φροντίζω
Αίμα κοχλαστό να μπολιάζεις
Στα αποξηραμένα φύλλα του στήθους
Κι ολοφώτιστα καλοκαίρια στις θημωνιές
Γονατισμένα κι άεργα να κλαίνε τα φθινόπωρα
Στα ανέφελα σου μάτια για χρόνους πολλούς!
Το παραπάνω ποίημα είναι η εκτός συμμετοχής έκφρασή μου στο "13ο Συμπόσιο Ποίησης" που διεξάγεται από την αγαπημένη φίλη Αριστέα Διαβάζουμε και ψηφίζουμε ως την Πέμπτη 20/10 http://princess-airis.blogspot.gr/2016/10/ 13o-Symposio-Poiisis-Oi-symmetohes.html
Κάτω από μια ψάθινη
ομπρέλα
θα κρύψω
δυο βότσαλα
και τρία κοχύλια
Να έρχονται οι γλάροι
μηνύματα
να ακουμπούν
και θερινά λουλούδια:
Αναθήματα
στου φθινοπώρου
το ψυχρό
θυσιαστήριο
Κίτρινοι οι δρόμοι
της θάλασσας
παγερή η άμμος
Μόνο μια ψάθινη
ομπρέλα
κρατά
επτασφράγιστα
στους κόρφους
της
τα μυστικά
αρώματα
του απερχόμενου
καλοκαιριού
Έσκαψα
στην άμμο
δυο ευχές να κρύψω
Να έρθει
η παλίρροια
μαζί της να τις πάρει
Των βυθών
τα παλάτια
να στολιστούν
Γιρλάντες να γίνουν
τα λόγια
των ποιητών
Κατοίκησες την ερημιά
Με ένα σπασμένο κοχύλι
στ' αφτί
Ποιος σου είπε πως η θάλασσα
ζητά κλειδιά
Μια μεγάλη καρδιά έχει μόνο
Να υποδέχεται
στα γαλάζια της δώματα
τους ναυαγούς της ζωής
Το πρώτο ολιγόλεκτο πήρε μέρος στο δρώμενο "25 λέξεις" //tokeimeno.blogspot.gr/2016/09/25-9_17.html
που επιτυχώς διοργάνωσε η φίλη Μαρία Νικολάου τα
υπόλοιπα ακολούθησαν καθότι η πηγή έμπνευσης ήταν
πολύ δυνατή!!
Τι όνειρο να 'βλεπες όταν έφυγες
Να ήταν μήπως ένα πολύχρωμο
Βέλος παιδικό που διαδοχικά ξαστοχεί
Ή μήπως μια φωνή απόκοσμη
Τη μοναξιά σου βάραινε εφιαλτικά
Δεν σε άκουσα δεν με φώναξες
Κι άτιτλη φάνταζε η γραμμή στο καλέμι
Δεν πρόφτασες
Μια στιγμιαία τροχιά να διαγράψεις
Στα νερά της Στυγός
Κι ατελέσφορο έμεινε το αίνιγμα στο χαρτί
Σε ποια να μιλούσες ηλιοτρόπια
Κι έγινε η μορφή σου σαν λουλούδι ανοιχτό
Δροσοσταλίδες να στάζει
Μύρα ν' ανεβάζει στους στήμονες
Κι εκείνα τα χρώματα που ντύνουν
Τα παιδικά όνειρα μ' αθανασία
Να σκορπίζει σε διάσελα και σ' ουράνιους κήπους
Χάρη να γεμίζουν τα δόρατα των μετεωριτών
Πληγές μην αφήσουν ανοιχτές
Στις κρυφές στρώσεις της πέτρας
Μην ήσουν καραβοκύρης στο όνειρο
Και ξέχασες τους χάρτες να ρωτήσεις
Τ' ανεμολόγια να συμβουλευτείς;
Μην ήσουν μια σφαίρα ιδρωμένη
Που μαζί με τ' αγριοπούλια πετάριζε
Στ' απόκρημνα θαλασσόβραχα;
Δίχως άλλο ένα έντρομο έντομο θα ήσουν
Ένας σκαραβαίος ένα ασημόψαρο ένα τριζόνι
Αντίστροφα να μετράς τα δευτερόλεπτα
Λατρευτικά να σκιρτάς
Στα βύθη του έρωτα
Λίγη ζωή
Και το μέγιστο πάθος ν' αδράχνεις για μένα
Όπως και να 'χει
Κλειδώθηκε ο κόσμος όλος
Στα λεπτά σου ματοτσίνορα
Την ώρα που ο αυγερινός
Καλούσε τον ήλιο στο πόστο του
Κλειδώθηκε το αίμα σου
Σαν επτασφράγιστο μυστικό
Στα βιβλία των προφητών και των φονιάδων
Κι οι πόρτες δεν ανοίγουν
Η κάποιος φεγγίτης έστω δεν απαντά
Ν' ακουμπήσω μια αχτίδα ημισελήνου
Αρματωμένος στο σύμπαν
Να βασιλεύεις
Με οφθαλμούς πολλούς
Τα μάτια μου να κοιτάς
Άδεια μην γίνουν δισκοπότηρα
Αμαρτωλά
Στων υαλουργών
Τα φτωχικά εργαστήρια ξεχασμένα
Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης και θερμά τον ευχαριστώ!
Πήρα είδηση απόψε τους αγγέλους
Να το σκάνε απ' τον ουρανό
Ανάστατα τα αστέρια μάτιζαν
Τα πλευρά τους με χρυσές βελόνες
Να μην χαθούν για πάντα
Οι ευχές
Των ποιητών και των δρομέων
Κατά τάγματα έφευγαν οι αγγέλοι
Αφήνοντας μια λευκή στήλη σκόνης
Και καπνού πίσω τους
Ομίχλη κάλυψε πέρα ως πέρα
Τα ουράνια τοπία
Διάφανοι κίονες φύτρωσαν
Υπερωκεάνια έπλεαν στα σύννεφα
Με σβηστές τις μηχανές τους
Με σπασμένα τ' άρμενα και φτενά τα ιστία Σε ποιους κρεμαστούς κήπους θα με πας να περπατήσω;
Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου
Σιγομουρμούριζαν
Την πειρατική του κοτσίδα χάιδευε ο άνεμος
Κι ήταν σαν να τους μοίραζε ρόλους
Στις γήινες γειτονιές αποδεκατίστηκαν
Τα πουλιά
Η φύση σίγησε
Τα βουνά ορφάνεψαν
Κι οι κοίτες πνίγηκαν στους λυγμούς
Μόνο βατράχια οχιές να συρίζουν
Και πάνοπλους σκορπιούς συναντάς
Μια μαύρη σφαίρα κατρακυλά κολασμένα
Συμπαρασύροντας φτέρες και σκίνα
Ελιές και πευκώνες
Ιβίσκους και ματωμένους ασπάλαθους
Αφαλατώθηκε το νερό των θαλασσών
Κι οι μοίρες στα λίκνα χαιρέκακα
Μοιράζουν μαύρες τουλίπες στις μωρομάνες Σε ποιον μακρινό αστερισμό στήσανε φωλιές τ' αηδόνια;
Έλυσαν τα μαλλιά τους
Φώτισαν τους καθρέφτες μ' όνειρα
Έστρεψαν το βλέμμα στην πλευρά της Ανατολής
Κι έφυγαν χαρίζοντας το φιλί τους στα μελτέμια
Πουλιά έγιναν οι άγγελοι
Σε κήπους γυμνούς μπήκαν
Σε λιβάδια αποψιλωμένα τράβηξαν
Σε νεκρές θάλασσες ανάσες ζωής χάρισαν
Πουλιά ωδικά εξωτικά και παραδείσια
Και τ' άλλα τα πιο ταπεινά και τα πιο έμπιστα
Σιμά μας ήρθαν
Σπουργίτες χαμοπούλια και γλάροι αμέριμνοι
Κύκλωσαν το τοπίο
Στήσανε χορό σε γάργαρες νεροσυρμές
Οι πέρδικες του καμάρωναν στο δάσος
Κι ο περήφανος σταυραετός φτερούγησε στ' αμπέλι
Σπόρο να βρει λινάρι κι αλέτρι Σε ποιο γήινο σπήλαιο θα ακουμπήσουμε τα υφαντά μας;
Ζωντάνεψε η πλάση
Ο ήλιος μάζεψε θησαυρούς απ' τους σπόρους
Θέριεψαν τα γεννήματα
Φύτρωσε και πάλι η αφροξυλιά
Το κρίταμο η πικραλίθρα και τ' ασφοδέλια
Οι ωκεανοί περήφανοι έστελναν σινιάλα
Στα ερημικά βραχονήσια
Οι κόρες του ωκεανού θήλαζαν τα μωρά τους
Σαν πρώτα με γάλα και μέλι
Αφήνιαζαν τα άλογα κι ο κόσμος άπλωνε
Λευκές κι άλικες κορδέλες στα στήθη
Αιθέρια έγιναν πουλιά οι άγγελοι διαβατικά
Κι η γη σαν ακούραστη ελαφίνα
Προετοιμάστηκε ηδονικά
Να πλουμίσει με στίχους ερωτικούς
Τα αίθρια των ανέμων
Σκάλες να φτιάξει να υψωθεί ως τα ύφαλα
Ο πρωτεϊκός λόγος των ποιητών Σε ποιο αρμυρίκι να κρεμάσω τα μυστικά μας πεντάγραμμα;
Στον σκληρό υμένα των άστρων
Εισέβαλε απόψε
Η φτερωτή της σελήνης
Και τα διακόρευσε
Έσβησε η πούλια
Κι η ζώνη του Ωρίωνα
Κρέμασε διάφανες πουκαμίσες στα βρεχάμενα
Άπλοια καράβια αφανισμένα
Οι λευκοί αστερισμοί
Σιωπηλά κρουστά του αχανούς
Οι μάγοι που αγγελοκρούονται
Έχει πανσέληνο απόψε
Και λάμπουν του ουρανού οι λιμένες κατάφωτοι
Μεθυσμένοι από τα μύρτα σου
Αδάμαντες θα σου φέρω
Να κόβεις τα σκοινιά των πειρατών
Αρχοντικά να πλέξεις σκαλί - σκαλί
Την ανεμόσκαλα της αντάμωσης
Εδώ θα είμαι
Στη σκιά των ναών και των αγαλμάτων
Με μια δάδα αναμμένη στο χέρι
Τη ψυχή σου να καλώ
Δρόμους να διανοίγω
Ανάμεσα στα καλόγνωμα δέντρα
Και στις ζεστές φυλλωσιές
Άκου τον ήχο των κυμάτων
Άκου τη σκαπάνη της νύχτας
Άκου τους τροχούς της σελήνης
Εσένα καλούν
Εσένα ελευθερώνουν
Μην αρνηθείς
Παραμύθια με νάνους και δράκους
Να πεις στο κοιμισμένο παιδάκι της πρώρας
Εκεί που αχειροποίητο θα ζει τ' όνομά σου
Ταξίδια να με πηγαίνει στο άχρονο
Μην μαρτυρήσεις το δρόμο
Στην κόρη της σελήνης
Και σ' ακολουθήσει
Χαλικάκια μην αποθέσεις στις πύλες
Και πλέγματα γίνουν αγκαθωτά
Μόνο εγώ να σε ξέρω
Μόνο εγώ να σ' αγαπώ
Βαθιά στο αίμα μου να σε φυλάω
Δική μου ανάσα και πληγή
Σαν πλατυτέρα των πόντων
Ψέματα να σου λέω
Φιλιά να σου κρατώ
Πλάι στη πανσέληνο να χορεύεις
Πλάι στη φωτιά να ξεχνιέσαι
Με ένα τίναγμα του χεριού σου
Τα ουράνια δοξάρια να στρέφεις στην αγκαλιά μου
Ο μικρός ο Χρήστος -τσιγγανόπουλο-
Έφερνε όλα τα μπακιρένια κέρματα στο μαγάζι
Ήταν η κυριακάτικη σοδειά του
Προτεταμένο το χέρι στα σκαλιά της εκκλησίας
Με την κρούση της πρώτης καμπάνας
Κατέφθανε κι η προσδοκία
Μεγάλες οι αγαθοεργίες των καλών χριστιανών
Λίγα μπακιρένια κέρματα μια μισή ματιά
Ένα στημένο χαμόγελο ένα σούρσιμο στο φόρεμα
Αετονύχης ο Χρήστος επέμενε
Διεκδικούσε λίγον άρτο αγιασμένο
Λίγο στάρι μ' ασημένια κουφετάκια
Αχ και να'χε λίγο ασήμι ατόφιο ένα εικοσαρικάκι
Βαρέθηκε τις άδειες φούχτες
Την όψη του λεμονιού στα πρόσωπα
Τα ακάνθινα νύχια των κυριών
Μα εκείνο που πιο πολύ τον χάλαγε
Ήταν η καντυλανάφτισσα που κερί
Με μπακιρένιο κέρμα δεν του έδινε ν' ανάψει
Κι ήταν σαν να λιώνει το λίπος όλης της γης
Πάνω στα αδύναμά του χέρια και να ταγκίζει
Καμένο λίπος σκουρόχρωμο σαν αγιογραφία βυζαντινή
Σκαμμένα μάγουλα σφιχτοί σιαγόνες
Δασιά φρύδια με την όψη της Φρίντας
Την ήξερε την Φρίντα
Με τα εκκεντρικά δάκτυλα;
Αποκλείεται
Σειρές τα κοσμήματα
Σειρές οι κατεστραμμένες αρθρώσεις
Αυτός απόστολος μιας άλλης αποστολής:
Το αχνογέλιο της μητέρας
Η μικρή αγαπητικιά με τους δέκα πόντους
Να εξέχουν στα παπούτσια των αγαθοεργιών
Το αχνιστό ψωμί τα σνακ κι οι ροζ καραμέλες
Μετά τη λειτουργία στο σχόλασμα
Πέρναγε απ΄το μαγαζί
Μετρούσε τα λάφυρα
Σαν να μετρούσε τα κουμπιά
Στο νυφικό φουστάνι της αγαπημένης
Μάζευε καλούδια για να'ναι αυτή ευτυχισμένη
Τις έδινε υποσχέσεις
Ένα καθαρό σπιτικό μια βρύση να στάζει ασημένια κουφετάκια
Κι ένα πίθηκο να στραγγίζει την αθλιότητα της λάσπης
Μια μέρα θα σε πάω στα Παρίσια κι όπου αλλού θες
Της έταζε
Στις πόλεις με το νέον και τους πλωτούς ποταμούς
Στους πύργους που γέρνουν και στα χρυσά καμπαναριά
Στο πουγκί τα μπακιρένια κέρματα
Ασημένια θα γίνουν κουφετάκια ατόφια
Αρκεί να πιάσουν τα μάγια του Αυγούστου
Αρκεί να δέσει το νήμα στον ομφαλό της ζωής
Και το χρέος κάποτε επιτελέσουν οι γραφές