Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022
haibun
Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022
Ο πυρπολημένος κύκλος
Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022
Εσύ το φως
Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022
Όταν ξυπνούν τα αγάλματα
Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022
haibun
Αγουροξυπνημένος σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήγε στον νιπτήρα, πήρε το σαπούνι ελιάς και καθάρισε πρόσωπο, χέρια και λαιμό . Το κρύο νερό τον ξύπνησε αυτόματα. Άνοιξε την κουρτίνα για να θαυμάσει το λυκαυγές. Ροζ και πορτοκαλί κορδέλες στόλιζαν την πυραμίδα του βουνού που κρατούσε στην επιφάνεια της το χιονένιο του σκούφο. Η ζωή στο σπίτι είχε ξεκινήσει στο σπίτι και στην κουζίνα τον περίμενε ο αχνιστός καφές κι η κριθαροκουλούρα με τις σπαστές ελιές.
Νιφάδες χιονιού
τρεμουλιαστά τα χείλη-
θόρυβος δοντιών.
Ετοίμασε το λιτό κολατσιό του Ψωμί ζυμωτό, κρεμμύδια, σύγκλινο και τυρί από την κατσίκα που μηρύκαζε στο κατώι. Βγήκε στην αυλή ο χιονιάς με τα παγωμένα του χέρια τον αγκάλιασε σφιχτά. Τράβηξε το φερμουάρ κι έσφιξε το κασκόλ του, τουρτούριζε. Μέσα στην ξάστερη νύχτα είχε πέσει πάγος και τα φυτά του κήπου μπρόκολα και λαχανικά φορούσαν το κρυστάλλινο τους ρούχο. Κατευθύνθηκε προς τον στάβλο. Το άλογο σηκώθηκε, πήγε κοντά του κι η άχνα απ' τα ρουθούνια του τον ζέστανε.
Πάγος τριγύρω
μέσα στα καντηλάκια-
πήζει το λάδι.
Φόρεσε το σαμάρι στο άλογο χάιδεψε τον κανελί λαιμό του, το φόρτωσε με τα λιόπανα και ξεκίνησαν για το χωράφι. Από κάπου μακριά ακούγονταν το τεμπέλικο λάλημα ενός αργοπορημένου πετεινού. Σκέπασε την τσιριχτή φωνή του με ένα ρυθμικό σφύριγμα. Ο ήλιος ξεπρόβαλε πίσω από την πυραμίδα και χρύσιζε την γη. Σήμερα θα πήγαινε μόνος του για να μαζέψει τις ελιές καθώς η γυναίκα του παρέμεινε σπίτι. Η νεαρή φοράδα τους απόψε γέννησε ένα ολόασπρο πουλάρι και χρειάζονταν φροντίδα και καλή τροφή.
Βαρύς χειμώνας
σαγόνια τρεμουλιάζουν-
ξύλα στο τζάκι.
Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022
Τάνκα
Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022
Τα μαργωμένα ποιήματα
Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022
imayo
imayo με σπάσιμο δύο ποιήματα σε ένα, με συλλαβισμό 7/5/7/5/7/5/7/5
Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2022
Τα γάντια του ουρανού
Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022
Περί νυκτός ή πως το αδράχτι γεννά το ποίημα
σου ξαγρυπνά ο έρωτας από την πηγή της αθανασία θα γευτείς.
Αν κοντά σου η φιλαυτία βωμό φιδίσιο στήνει αγκάθια θα σου πλήξουν
την καρδιά φαρμακερά.
Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022
Ο δείπνος των αστερισμών
Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022
ko-uta
Πρωτόγνωρο τραγούδι
παίζω στη λύρα
φανέρωμα αγάπης
μπρος στα σκαλιά σου.
*
Φιλί σου φανερώνω
χείλη αρμυρά
η θάλασσα το φέρνει
γοργά σε σένα.
*
Φανέρωμα σελήνης
πέπλα ανοίγει
η μάγισσα χορεύει
βότανα κρατά.
*
Φανέρωμα αυγούλας
δροσοσταλίδες
τα βλέφαρα σκεπάζουν
τρέχει το δάκρυ.
κόβει το μήλο
φανέρωμα της σάρκας
χυμοί στα χείλη.
Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022
Επέλαση
Σάββατο 20 Αυγούστου 2022
Αισθαντικές μυρωδιές
Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022
Το τρομαγμένο ελάφι
haibun
Το χωριό έσφυζε από ζωή. Ο πολύς κόσμος που μετείχε στις γιορτές του συκολόγου έμοιαζε με το πολύβουο μελίσσι που ξέφυγε από την κυψέλη και κρεμάστηκε από το κλαδί μιας γέρικης ελιάς. Παντού ακούγονταν φωνές παιδικές που μαζί με τις γκάιντες των τζιτζικιών έκαναν τους γέροντες στους καφενέδες να μειδιούν ευχαριστημένοι.
Βαριά σύννεφα
απόμακροι κεραυνοί-
παίγνια του θέρους.
Στην πλακόστρωτη πλατεία με τους τρεις εκατόχρονους πλάτανους όλα ήταν έτοιμα για το πανηγύρι. Οι μουζικάντηδες δοκίμαζαν τα όργανα τους κάτι που έκανε το τσούρμο των παιδιών να ξεσπούν σε ατέλειωτα παλαμάκια αλλά και χαχανητά. Τα τραπέζια γεμάτα κόσμο κι η οσμή της ψητής μπουζοπούλας ερέθιζε τους ουρανίσκους.
Γέρικη συκιά
θεόρατοι οι κλώνοι-
μέλι οι καρποί.
Σαν έπεσε το δειλινό το πανηγύρι ξεκίνησε. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν ιδρωμένα με τους κατρούτσους στα χέρια. Οι κλαριντζήδες έδιναν ρέστα με τα φουσκωμένα τους μάγουλα κατακόκκινα από την υπερπροσπάθεια. Δεν άργησαν να αρχίσουν οι χοροί. Έβγαιναν τα μαντήλια και ο τσάμικος γνώριζε δόξες από τους χορευτές που μάγευαν με τις φιγούρες τους ψηλά στον αέρα.
Άμαξα περνά
σκονισμένος ο δρόμος-
παύουν τζιτζίκια.
Το κρασί έρεε σαν ποτάμι όλη την νύχτα. Όταν τα όργανα σώπασαν κι οι πανηγυρτζήδες αρχίσαν να αποχωρούν ένα ελάφι βρέθηκε ατυχώς κρυμμένο στην κουφάλα του πιο γηραιού πλάτανου. Είχε τα μάτια όλο τρόμο κι έτρεμε σύγκορμο. Το πήραν αγκαλιά το χάιδεψαν κι όταν αυτό ηρέμησε λίγο έγινε μπουχός τρέχοντας προς το βελανιδοδάσος.
Σμήνη τα πουλιά
πετούν οι συκοφάγοι-
τρελό γιορτάσι
Τρίτη 16 Αυγούστου 2022
Γλεντοκόπια
haibun
Πριν τα μέσα του συκολόγου μήνα ξεκίνησαν οι διακοπές στο εξοχικό, μακριά από την βουή της πόλης. Ένα ελαφρύ αεράκι εμπόδισε την ζεστή να τυραννά το κορμί. Η αυλή γεμάτη με λογής λουλούδια και δέντρα. Στο κέντρο της αυλής δίπλα στο γιασεμί και την βουκαμβίλια κυρίαρχη η συκιά ήταν στις δόξες της με τους πεντάγλυκους καρπούς της.
Ώριμα σύκα
πλησιάζουν οι σφήκες -
ζουζουνίσματα.
Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στο μικρή κωμόπολη. Τα καφενεία γεμάτα και τα παιχνίδια των παιδιών ατελείωτα. Η αυλή βρίσκονταν στο κέντρο και πάντα ήταν ανοιχτή για να υποδεχτεί τους διαβάτες και κυρίως το παιδομάνι που στο μάτι έβαζε τους καρπούς από την κατάφορτη συκιά και σε τίποτα δεν το είχε να ανεβαίνει πάνω της για να γευτεί τους πιο ώριμους καρπούς.
Γέρνει ο ήλιος
μοσχοβολιά γιασεμιού -
δίπλα κατιφές.
Τα βράδια στην πλατεία δεν έπεφτε καρφίτσα. Σχεδόν πάντα μια ορχήστρα θα υπήρχε να παίζει τα μακρόσυρτα τραγούδια που έφερναν κέφι και ζωντάνια στο πλήθος. Με την συνδρομή του κρασιού πραγματικά το γλέντι άναβε. Η πίστα ήταν γεμάτη με πολλές δίπλες από χορούς, πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα και ιδρωμένα μαντήλια.
Αχτίδες θέρους
κουβάρια μαζεύονται -
ρόδα στο βουνό.
Οι γυναίκες με τα ψηλά τακούνια ίσα που συγκρατιόνταν όρθιες. Κάποιες τολμηρές τα έβγαζαν και τα πετούσαν μακριά για να συνεχίσουν ξυπόλητες να χορεύουν. Ερωτικά βλέμματα ανταλλάζαν με τους κρυφούς τους έρωτες. Ενώνονταν τα χέρια και οι καρδιές σφυροκοπούσαν δυνατά. Τα γλέντια κρατούσαν ως το ξημέρωμα τότε μόνο που βάραιναν τα βλέφαρα κι έκλειναν.
Βγήκαν τα τζίνια
πολύχρωμα παρτέρια-
καμβάς ζωγράφου.
Τρίτη 9 Αυγούστου 2022
Τα κεκτημένα του έρωτα
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022
Όλεθρος
Κυριακή 7 Αυγούστου 2022
Έξοδος
Τράβηξε τρεις τζούρες από το τσιγάρο και βγήκε από το σπίτι. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Ασέληνη νύχτα με μυριάδες αστέρια να τρυπούν τον καμβά της. Το σκυλί της την ακολούθησε για λίγα μέτρα κι έπειτα επέστρεψε στο καθήκον του. Ήταν ο φρουρός της ταπεινής κατοικίας της με τα πολλά βασιλικά και τα ανυπότακτα σκυλάκια. Ακούραστη μια μελισσούλα αντλούσε χυμούς.
Τρίζει η άμμος
το βήμα ανάλαφρο-
τριζόνι σιωπά.
Κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα με ένα ζουζούνισμα στο αυτί. Οι δρόμοι λασπωμένοι μετά το χτεσινό μπουρίνι που χτύπησε το νησί. Στα πόδια της φωσφόριζαν κίτρινες οι γαλότσες της. Απέφευγε τις λακκούβες και βάδιζε ίσα στις φραγκοσυκιές που στις θεόρατες παλάμες τους κρατούσαν τους ώριμους καρπούς τους. Προσεχτικά με τα γάντια της έκοψε κάμποσους.
Λαλούν αηδόνια
γεμάτα τ' αρμυρίκια-
κρίνοι στην άμμο.
Οι ήχοι της νύχτας διάχυτοι. Κάποια επίμονα τζιτζίκια διεκδικούσαν κι άλλο χρόνο απ' το εφήμερο τους διάβα. Οι φίλοι τους, τα τριζόνια, συνόδευαν την ορχήστρα τους. Ένα πεφταστέρι ξεχύθηκε προς τη γη για να τα αγκαλιάσει. Έσμιξε με τις πυγολαμπίδες που είχαν στήσει γλέντι πάνω στον γεμάτο ξερά χόρτα παράδρομο που έβγαζε στον μικρό όρμο.
Σπαθί γλαδιόλας
προτάσσει τα άνθη του-
μαχητές ξυπνούν.
Έφτασε στα βράχια που περικύκλωναν τον όρμο και ξεκίνησε το έργο της. Γούβες αλατιού περιμετρικά κρατούσαν στην αγκαλιά τους το θησαυρό τους. Μάζεψε αρκετό, βρεγμένο ακόμα, και γέμισε την πάνινη σακούλα. Στον κήπο της ανοιγμένοι οι κολοκυθοανθοι την περίμεναν. Θα τους έψηνε στο φούρνο με μυρωδικά και θα τους νοστίμιζε με τους κρυστάλλους του αλατιού.
Βοά το κύμα
σμιλεύεται ο βράχος-
βροχή θερινή.
Σάββατο 6 Αυγούστου 2022
Η ωραία τρελή
Βγήκε με το ελαφρύ της φόρεμα στην θεοσκότεινη νύχτα.
Πουθενά ούτε ένα αστέρι μα ούτε καν φεγγάρι
παρά ένας χαμηλωμένος και συννεφιασμένος ουρανός
σαν βαριά πατατούκα σε σώμα ορεσίβιων βοσκών.
Τα τζιτζίκια τραγουδούσαν ακόμα, αδιαφόρησε,
αυτή ένα μόνο σκοπό είχε, να διώξει τη μέθη απ' τη καρδιά
και τα σύντομα όνειρα της να τα βάλει λίγο σε τάξη.
Βοηθός της η δροσερής αύρα που σεργιάνι είχε βγει,
νύχτα του Αυγούστου, εκεί κοντά στον μόλο.
Απαλά τις βάρκες κι ερωτικά πέρα δώθε τις νανούριζε
και στον δρόμο των μακρινών ταξιδιών που ποτέ δεν έκαναν
με ένα νεύμα τις έβγαζε παίρνοντας τες αγκαζέ
κι ανάβοντας όλα τα φώτα στα φινιστρίνια.
Στα στενά σοκάκια της πόλης ουδείς.
Ο Μορφέας είχε κάνει πολύ καλά την δουλειά του
κι είχε βυθίσει στα σκοτεινά του πέπλα κάθε ύπαρξη
ζωντανή αλλά και νεκρή.
Αποκοίμισε βαθιά μωρά, δασύτριχους έφηβους, μικρομάνες
και άντρες που με τα στιβάνια τους κοιμήθηκαν
καθώς απ' τον ιδρώτα είχαν γίνει ένα με το πέλμα τους και τη γάμπα τους.
Είχαν δοθεί ψες στο χορό κατά το γαμήλιο γλέντι που έγινε στην πλατεία
τη γεμάτη με δράκαινές, τρεχούμενα νερά και λιγωτικά νυχτολούλουδα.
Περιπλανήθηκε στην πόλη ώσπου έφτασε στα άκρια της.
Σιγή στο κοιμητήριο, μπήκε στο εσωτερικό του.
Οι νεκροί είχαν ανοίξει τις πλάκες και είχαν βγει έξω
για να απολαύσουν τον μεθυστικό ύπνο πλάι στις ντάλιες
που η σάρκα τους τις είχε πλούσια θρέψει
και κάλυπταν με τα ιώδη άνθη τους όλο τον χώρο απ' άκρη σε άκρη.
Καλόβολοι οι νεκροί δεν απαιτούσαν τίποτα παρά μόνο
να απωλέσουν την μνήμη και τα κονταροχτυπήματα του έρωτα
να αποφύγουν καθώς το αίμα τους έμοιαζε με εκείνη του πάγου
την χοντρή κρούστα που τους κρατούσε ζωντανούς.
Μετρημένοι οι ήχοι κι οι κινήσεις έσπαγαν την σιγή των κυπαρισσιών.
Ένας ευτραφής γέροντας ροχάλιζε δυνατά,
μια δεσποσύνη παραμιλούσε με λόγια ακατανόητα,
ένας νεαρός υπνοβατούσε παίζοντας μπάλα με το κρανίο της τρελής
κι ένας φάλτσος τραγουδιστής εγκωμίαζε τα σαρκοβόρα φυτά
και τα αδύναμα άνθη της μαγιάτικης παπαρούνας .
Γεμάτη εικόνες έφυγε από το κοιμητήριο, πλησίαζε η αυγή
και οι νεκροί είχαν ξυπνήσει κι αποσύρονταν στις τρύπιες τους κάσες.
Περιμάζεψε μόνο το ορφανό κρανίο και το έβαλε στην τσάντα της.
Μπήκε στην πόλη που σιγά σιγά άρχισε να ξεφεύγει από τον λήθαργο.
Στάθηκε στο καφέ με τα πολλά γκράφιτι κυρίως φιδιών.
Χαρούμενο το γκαρσόνι την κέρασε ένα σκέτο καφέ
με συνοδευτικό κουλουράκια κανέλλας και βανίλιας.
Τον ευχαρίστησε και παράχωσε στην τσάντα της ένα κουλουράκι.
Ήταν η πρώτη πελάτης κι όλοι στην πόλη γνώριζαν πόσο
γουρλού ήταν εξ ου και το κέρασμα του καφέ άλλωστε.
Έμεινε εκεί μια ώρα περίπου και κανείς πελάτης δεν φάνηκε.
Έκανε να φύγει και τότε ξαφνικά έπεσε πάνω
σε μία ακέφαλη γυναίκα με μακριά καπαρντίνα.
Βάδιζε με προτεταμένα τα χέρια για να βλέπει στο σκοτάδι.
Φοβόταν μην τσακιστεί και πέσει πάνω στην τζαμόπορτα.
Την πλησίασε και με κινήσεις ακριβείας της άρπαξε την τσάντα.
Πήρε το κρανίο και το φόρεσε στο ωραίο της σώμα.
Τώρα είχε πια το φως της κι οι κίνδυνοι είχαν απομακρυνθεί.
Η ωραία τρελή έφυγε κι αυτή τράβηξε για το σπίτι.
Άνοιξε και μπήκε μέσα, το νιαούρισμα της γάτας την καλοδέχτηκε.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τότε έντρομη παρατήρησε
πως αντί για το φόρεμά της φορούσε την καπαρντίνα της τρελής.
Έκανε να την βγάλει μα επ' ουδενί δεν ξεκολλούσε απ' το σώμα της.
Κοιμήθηκε με αυτήν κι όταν ξύπνησε διαπίστωσε πως ήταν ολόγυμνη.
Πάνω στην συρταριέρα της είδε στερεωμένο το κρανίο με δυο κεριά
χωμένα στους οφθαλμούς που έβγαζαν τρεμουλιαστές φλόγες.
Παραλογίστηκε όταν αντίκρυσε κρεμασμένη απ' τον καλόγερο την καπαρντίνα.
Στο μπράτσο της καρέκλας ήταν ακουμπισμένο το φόρεμα μούσκεμα στον ιδρώτα.
Η ωραία τρελή την ακολούθησε και την πέρασε στην αντιπέρα όχθη.
Στο πάτωμα κείτονταν μια μαρμάρινη πλάκα με χαραγμένο πάνω
το όνομά της και με την προσθήκη με έντονα γράμματα της φράσης:
Απεβίωσε σήμερον.
Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022
Η ζωή της πέτρας
Έχεις δει πέτρα να αγκομαχάει όταν σε χέρια παιδιού
βρεθεί και στο σημάδι παίρνει δεκαοχτούρες και ταπεινά σπουργίτια.
Έχεις δει βράχο ξεμπράτσωτο που σε αλατιού γούβες σκύβει
και κρυστάλλους αλατιού μαζεύει να νοστιμίζει το ψωμί
του εργάτη και του φτωχού ψαρά την κακαβιά.
Έχεις δει ακροβούνια να αντέχουν το χιόνι και στα σπλάχνα τους
τις ρίζες να καλοδέχονται απ' τα έλατα, τις οξιές, τις φλαμουριές
και τα αήττητα πουρνάρια.
Έχεις δει αγκωνάρια δίπλα στους ποταμούς που πλάτη βάζουν
στην μέντα, στους κισσούς, στις καλαμιές και στα θεόρατα πλατάνια.
Και μήπως πρόσεξες τα πέτρινα γιοφύρια που ψυχές
τα κατοικούν που με λαδάκι και βάλσαμο τις πληγές τους καλύπτουν.
Έχουν ιστορία οι πέτρες, ανοχή και βαριά κληρονομιά.
Πάνω τους ο γλύπτης με το καλέμι του ζωή τους εμφυσά
και μορφές άγιες γίνονται του κόσμου σκαλίζει.
Ρήτορες που για βάθρο τις έχουν τον μεγάλο να πουν λόγο
σε πλήθη ανακράζοντα μπροστά στην λεπίδα της αλήθειας.
Κι ακόμα αναλογίζομαι τις μαρμάρινες κόρες και τους
κούρους που στα βάθη της θάλασσας βρίσκονται ναυαγισμένες.
Φωλιές των ψαριών γίνονται και των κοραλλιών υποστήριγμα,
προσμένοντας αιώνες τώρα τα δίχτυα ενός ψαρά ή το έμπειρο
μάτι των σφουγγαράδων στην επιφάνεια να τις φέρει.
Οργίζονται οι πέτρες, πονούν κι άλλοτε πάλι φιλικό
γίνονται προσκεφάλι την κούραση του αρματολού να πάρουν
δίπλα στο καριοφίλι, στα σταυρουδάκια της μάνας και
στα ζεστά φιλιά της αγαπητικιάς.
Καρτερικές οι πέτρες, βότσαλα γίνονται στις απόκρημνες ακτές
που σκούνες τις πλησιάζουν με ναύτες αγριωπούς με μακριά γένια.
Εκεί ακουμπούν το προσφάι τους και σε κώνους τις στήνουν
φωτιά να ανάψουν τα κουρασμένα τους χέρια να ζεστάνουν
και το κρι κρι να ψήσουν που αλάτι στην γλώσσα και στα
σπλάχνα του έχει αποθηκεύσει.
Είναι αισθαντικές οι πέτρες πάνω τους ο βασιλικός, το γεράνι,
η αρμπαρόριζα και ο διπλός κατιφές σε καντούνια νησιών
και σε αγροτόσπιτα.
Κι ακόμα οι λείες από αυτές, επιφάνεια γίνονται να 'ρθει ο ζωγράφος
με τα εκτυφλωτικά χρώματα και τα πινέλα την ζωή να αποτυπώσει.
Πάνω τους η κυκλαμιά, το καράβι, του νεκρού το πρόσωπο και
τα πυργόσπιτα με τους τρείς ορόφους και τις πολεμίστρες.
Πάνω τους ελεήμον το βλέμμα της γοργόνας, το χτένι της κυράς
και της Παναγίας το μεγάλο μάτι.
Ζουν αιώνια οι πέτρες.
Σπήλαια και δρακόσπιτα γίνονται και αρχαίες στήλες που ένδοξους
στίχους ποιητών φιλοξενούν και στρατοκόπων παραγγέλματα.
Στο χωράφι το υνί τις παραμερίζει αφράτο να γίνει το χώμα
έτσι που να υποδεχτεί τον σπόρο του δίκοκκου σταριού,
γέννημα να γίνει και τροφή στα μαυρισμένα από την πείνα μάτια
στις παραγκουπόλεις της γης.
Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022
Αποπλάνηση
Θέλησα να αιχμαλωτίσω το βλέμμα σου
τα βάθια του εαυτού σου να εξερευνήσω.
Πήρα διχάλες παιδιών από ξύλο οξιάς
τις παιδικές μου μνήμες να αναστήσω
που σαν ταύρος μαινόμενος στην αρένα
με προκαλούσαν να μπω.
Δεν τα κατάφερα, οι σπίθες μου έκαψαν
την διχάλα, μύριζε η καμένη οξιά κι έλεγα
πως ήμουν σε ένα αποτεφρωμένο δάσος
χωρίς ελάφια και πουλιά, χωρίς τους εκδρομείς.
Το βλέμμα σου δύστροπο έγινε, το πλησίασα
το μπέρδεψα με νήματα αδύνατον να το συλλάβω,
ξεμπέρδεψε τα νήματα και λαβές έβγαλε σαν μαχαίρια.
Έκανα προσπάθεια να απομακρυνθώ μα το
κοντομάνικο μαχαίρι ίσα στην καρδιά με βρήκε.
Αιμορραγούσα, κανείς δεν το έβλεπε, προς τα μέσα
έτρεχε η πληγή αίμα και πύον, πώς να γιατρευτώ;
Πρόστρεξα στην μάγισσα μου, αυτή που στους
ποταμούς ζει κι έχει για σπίτι της ένα ολάνθιστο νούφαρο.
Διάβασε την σφαίρα, γιατροσόφια και φίλτρα μου έδωσε
το σοκ του σώματος να εξευμενίσει και τα σκοτάδια του έρωτα
με φως αστρικό να φωτίσει, έτσι που σαν θεά να μοιάζω
με χιλιάδες βέλη στα χέρια κι ένα καλόβολο άλογο
που με τα φτερά των ποδιών του θα με έφερνε κοντά σου πάλι.
Δεν παραιτήθηκα στιγμή, ξόβεργες έστησα και δόκανα
πλάι στις ακτές σου έβαλα το βλέμμα σου να κατακτήσω.
Ήρθες σαν τον μαΐστρο που κατατρώει τους βράχους.
Δεν με είδες, στο πιο ψηλό αρμυρίκι ο Πήγασος με πήγε
Κατόπτευα τις κινήσεις σου.
Η ανάσα σου με ζέσταινε.
Στο χαλασμένο σου ρολόι μετρούσα τα δευτερόλεπτα.
Περπατούσες στις ακτές αμέριμνος.
Τα δυο σου μάτια πύλες θεϊκές που βγαίνει το δισκοπότηρο
με τον άρτο και το νάμα.
Μέθυσες.
Εκεί ήταν που σε συνέλαβα.
Πιάστηκες στις ξόβεργες, στο δόκανο χρυσαφένιες άφησες
τις σπίθες των ματιών σου.
Αόμματος πετούσες βότσαλα λαβώνοντας μέδουσες,
χελιδονόψαρα και τα μακριά πλοκάμια των χταποδιών.
Το βλέμμα σου στα χέρια μου σαν καρδιά που πάλλεται
και διάπλατα ανοίγει στα μυστικά σου μονοπάτια με οδήγησε.
Σε γνώρισα.
Σε φυλάκισα.
Σε γλύκανα με φιλί.
Τις σπίθες δεν φοβήθηκα στιγμή.
Κουβάρια τις μάζεψα κι άρχισα να πλέκω με βελόνες
ασημένιες αποξαρχής το στρώμα που πλαγιάσαμε
την πρώτη νύχτα, τότε που τ' αστέρια πυγολαμπίδες έγιναν στη γη.
Αήττητη τώρα σε παρακολουθώ και κοντά μου σε φέρνω.
Με τις σπίθες που περίσσεψαν αραχνούφαντο φόρεμα έφτιαξα,
φουλάρια πολλά και και πουκάμισα αδειανά της Ελένης.
Στο σώμα σε φορώ.
Όμορφη γίνομαι.
Και με το πουκάμισο στις εκστρατείες με το φαρί πηγαίνω.
Είσαι εδώ, σε ταΐζω, σου φτιάχνω μύθους και ερωτικά
ποιήματα σου απαγγέλω.
Τις λίγες σπίθες που δεν σπατάλησα πίσω στις επιστρέφω.
Το φως σου βρίσκεις και με τα βότσαλα παύεις
τους κόσμους μου να πληγώνεις.
Πάνω τους ζωγραφίζεις μέδουσες, χελιδονόψαρα, χταπόδια
και καράβια τρικάταρτα.
Στους ποταμούς τα αφήνεις κι όταν στην Αχερουσία πύλη θα μπουν
οβολούς δε θα σου ζητήσουν και τον βαρκάρη
με τα κοντομάνικα μαχαίρια θα σκοτώσω.
Εκείνα που με σημάδευες παιδούλα ακόμα
και στις σπηλιές σου με οδηγούσες εξιλαστήριο θύμα
στους θεούς των ερώτων να με δώσεις.
Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022
gogyoka
(Το δέντρο του Τενερέ στάθηκε για δεκαετίες στην έρημο ρίχνοντας ρίζες βαθιές 36 μέτρα υπόγειες φλέβες νερού να βρει. Τελικά χτυπήθηκε από ένα φορτηγό και έπεσε. Φυλάσσεται σε μουσείο κι ένα μεταλλικό στην ίδια θέση το αντικατάστησε.)
Βαθύριζο δέντρο της άκαρπης ερήμου
Σκιά πάνω στην άμμο φευγαλέα ο ήλιος την διαπερνά
Απλώθηκαν οι φυλλωσιές χορός των φύλλων ξεκινά
Αχόρταγα σε φλέβα νερού μεταλαμβάνει.
Θαύμα της φύσης εφήμερο που το απρόβλεπτο τη ζωή συντρίβει.
*
Η έρημος πλήγωσε τα πόδια τρύπια σανδάλια
Διαβάτης λιγνή σκιά βρίσκει αναπάντεχη δέντρου φυλλωσιά
Πεσκίρι με σχέδια τετράγωνα ανοιχτό
Λιγοστό το φαγί δύσκολα σε χορταίνει
Κουκούτσι στο χώμα βυθίζεται μελλοντικός φίλος στην μοναξιά.
*
Αμολιέται με πείσμα η ρίζα βαθιά στο χώμα
Πολλά τα μέτρα υδάτινη προβάλει φλέβα νερού
Έρημος παντού αφιλόξενη στοά του ήλιου
Μόνο μια σκιά δροσίζει καμηλιέρηδες
Ασθμαίνουν τα ζώα δίπλα στα αποδημητικά πουλιά.
*
Βαρύ όχημα την ζωή διαιρεί θάνατο σπέρνει
Μεταλλικό στήθηκε δέντρο καταμεσής στην έρημο
Γαμψά τα νύχια των πουλιών το επισκέπτονται
Ξύλινα κλαδιά στο μουσείο φύλλα δεν πετούν
Ο αγώνας δάφνες δεν έδρεψε μάταιος κόπος.
*
Αγωνιώδης η παλαίστρα της ζωής
Καλύπτρες σαν φτυάρια σκάβουν την γη
Δροσερό το νερό τιτάνιος αγώνας δόθηκε
Ξεπροβάλουν φύλλα στα κλαδιά
Η έρημος φιλικό γίνεται άντρο κοσμογονίας θαύμα.
*
Στρώμα άμμου στα φύλλα αέρας την αποδιώχνει
Χάρμα οφθαλμών το πράσινο ζωνάρι σκιά χαρίζει
Διαβάτης ανακούρκουδα κάθεται
Άδικά η καμήλα χορταράκι ονειρεύεται
Αφιλόξενος τόπος με μια μόνο πινελιά ζωής μέσα στην αμμοθύελλα.
Κυριακή 31 Ιουλίου 2022
Ο δεύτερος ήλιος
Παχύς ο ίσκιος σου σαν την προβολή πλατάνου
πάνω στο πλακόστρωτο δρομάκι ώρα δειλινού
που διαβάτες δέχεται.
Κορμός δυο αγκαλιές, κλαδιά δασιά, χώρο
να δίνουν στα τζιτζίκια, στα αηδόνια
και στους πετροκότσυφες.
Δίπλα του μια βρυσομάνα γάργαρο να τρέχει το νερό
σαν το αίμα στις δικές σου φλέβες
την ώρα των στεναγμών.
Αγαπώ την δροσιά του κορμιού σου
και το δισάκι μου δένω πάνω στο κλαρί
των δακτύλων σου, καλούδια γεμάτο.
Μέσα του το προσφάι μου, το κομποσκοίνι
τις προσευχές μην ξεχνώ,
το κρίθινο καρβέλι του ήλιου και τα σανδάλια μου
καθώς ανυπόδητη προχωρώ στην ζωή.
Ερωτικό το σώμα σου σαν τον κορμό του δέντρου
που χαράξαμε μια ημέρα τα σύμβολα της αγάπης.
Προχωρώ και σε βρίσκω.
Σε αγκαλιάζω και χάνεσαι.
Ανυποχώρητη σκάβω τις ρίζες σου,
εδώ η πέτρα της βασκανίας,
εδώ το πρώτο σου κλάμα
κι εκείνο το αρχαίο περιδέραιο με τις μέλισσες.
Είχες πει πως θα μου το χάριζες, δεν το έπραξες.
Γυμνός έμεινε ο λαιμός μου σαν το αλώνι της πατρίδας
κατάντικρυ στον ήλιο μετά τον θερισμό.
Ασθμαίνω, διψάω, ιδρώνω, πληγώνονται τα
πέλματα μου, σε ακολουθώ.
Τυμβωρύχος γίνομαι και τις προθήκες σου αδειάζω.
Αντιστέκεσαι, σε παρακάμπτω, δεν σου μιλώ, κρύβομαι.
Παίρνω βουρτσάκι αφαιρώ με προσοχή το χώμα.
Στην επιφάνεια σε φέρνω.
Παίρνω το γαλάζιο της χάντρας και κόρη στα μάτια το φορώ,
ομορφαίνω.
Το κλάμα σου σέβομαι, στον χείμαρρο το ρίχνω.
Μένω με το περιδέραιο, η μια μέλισσα με τσιμπά,
δεν υποχωρώ στον λαιμό μου το δένω,
ένας κόμπος ιδρώτα κλείνει την πληγή.
Όμορφη σεργιανώ στα αλώνια,
οι θεριστές με καλοδέχονται, τους ψιθυρίζω το μυστικό μου,
γελούν και με κρύβουν στις θημωνιές.
Τα άλογα ρουθουνίζουν, ζεσταίνομαι,
στην χαίτη τους καταλύω,
αμαζόνα γίνομαι και στο κυνήγι σε παίρνω.
Σε φτάνω μου γλιστράς.
Σε γεννάω με αποκρούεις.
Σε πολιορκώ κάστρο γίνεσαι.
Σε πυρπολώ στα χέρια μου πέφτεις.
Γνωρίζω ξανά τους ιστούς σου, τα οστά σου
κι εκείνη την φλέβα του δεξιού σου ποδιού
που πάλλονταν τις νύχτες.
'Έμβρυο γίνεσαι σε κυοφορώ.
Δύσκολη κύηση, παλίνδρομο γίνεσαι σώμα.
Ο πλακούντας ο τάφος σου και η φάτνη σου.
Σε θρέφω, μορφή παίρνεις.
Βαραίνει το σώμα μου, σε μαθαίνω,
διοργανώνω τελετές και σε καλώ.
Μεθάς, βρίζεις, ερωτεύεσαι, στην λήθη
προσκρούεις την μάχεσαι,
νικηφόρος μπαίνεις στις πόλεις μου
με τρόπαια στα χέρια και στις άμαξες.
Εφτά χρόνια στην μήτρα μου κατοικείς,
δεν κουράζομαι, τις οδύνες περιμένω.
Όταν σε γεννήσω δυο μέλισσες θα έχεις για χέρια,
το στόμα σου ένα ρύγχος το νέκταρ να τρυγάς,
φτερά τα πόδια σου κοντά μου να έρχεσαι,
γλυκούς χυμούς στο σώμα μου να αφήνεις.
Ξεκλέβω κερί και κερήθρα σου φτιάχνω μέσα στα κύτταρά μου.
Σε εμπεριέχω.
Το αίμα μου μέλι,
ζαχαρωτό από μια παλιά εκδρομή.
Σε γεύομαι, σε ποθώ, με ανασταίνεις.
Ψηλώνω, βρίσκω τους χαμένους μου πόντους.
Ηλίανθος γίνομαι κι εσύ ο δεύτερος μου ήλιος.
Ανέφελος ο ουρανός μου, φρένο τραβάει και τον χρόνο
σταματά στην πιο μεγάλη του ηλιοστάσιου μέρα.
Λαμπρός να βγαίνεις στον κόσμο και γλυκύς
σαν τα άλκιμά μου κύτταρα που τις νύχτες σεργιάνι
με πάνε στων ηδονών τις ατραπούς.