Σάββατο 29 Απριλίου 2023

Ο πρόωρος θάνατος

Το μπαλκόνι έβγαζε
στο δάσος.
Οι Αμαρυλλίδες ξεδιάντροπα
είχαν πετάξει μπουμπούκια.
Τα άνθη τους δεν θα αργούσαν
να φανούν.
Με μεστωμένες γυναίκες
όμορφες τα άνθη τους έμοιαζαν.
Λίγες ρυτίδες, βαθύ βλέμμα,
πανάδες στα χέρια και μαλλιά
πιασμένα σε κότσο.
Ω, η ωραιότης δεν χάνεται ποτέ
μα τουναντίον πηγαίνει και κρύβεται
πίσω από το παλιό ντιβάνι
με τα ξεχαρβαλωμένα ρολόγια.

Η γύρη των λουλουδιών
δεν είναι τίποτα άλλο παρά
η πούδρα που βάζουν οι
κυράδες πριν κοιμηθούν
στα μάγουλα για να καμφτεί λίγο
το πουλάρι του χρόνου.
Κάθε απόβραδο οι γυναίκες
ξεστρατίζουν και ντύνονται
μάγισσες με όλα τους τα σύνεργα.
Κανείς δεν τις βλέπει
καθώς ιχνηλατούν μονοπάτια
στο γαλαξία.
Φορούν βαριές μπέρτες,
λεπτές κάλτσες και μπότες
ως το γόνατο.
Αιφνιδιάζονται μόνο μαζί
τους τα σύννεφα κι αλλόκοτες
παίρνουν μορφές.
Τα παραμύθια επιμένουν
να ζουν εκεί κοντά γιατί
την απαλότητα των γοφών
τους ασπάζονται.
Τα σύννεφα είναι οι παλαιές
ξεχασμένες ταινίες σε κάποια
βεβιασμένα στούντιο.

Το μπαλκόνι έβγαζε στον
ουρανό.
Οι ωραίες γυναίκες επιταχυντή
έχουν στα χέρια.
Αρέσκονται να ακούν
το ασίγαστο χτυποκάρδι τους.
Γελούν από μέσα τους όταν
Ψηλαφίζουν το σφυγμό τους.
Κάθονται σε τεράστια
τραπέζια γεμάτα με φρούτα
και ζυμωτό ψωμί.
Τις κόρες του ψωμιού τις πετούν
στα πουλιά για να βλέπουν
με τις ώρες
το επίμονο ράμφισμα τους.
Οι γυναίκες αυτές καλλιεργούν
τετράφυλλο τριφύλλι για
για να τους χαρίζονται
οι ουρανοί όταν ανοίγουν
Αλωνάρη μήνα.

Είναι φίλαυτες   
κι έχουν αφέλειες για να κρύβουν
τα βλέμματα από τους
περαστικούς.
Μοιάζουν με την άνοιξη
και ποτέ δεν έμαθαν
να ισορροπούν στο ένα πόδι.
Αν τους βγάλεις το σκούρο
βέλο δεν θα σου μιλήσουν
μόνο που εκεί στο μέτωπο
τους θα δεις γραμμένο
ένα ποίημα που συντάσσεται
με τον πρόωρο θάνατο τους. 

Παρασκευή 28 Απριλίου 2023

Οι πασχαλιές

Αφιερωμένο στη μητέρα μου

Μάζευα πασχαλιές
στον ύπνο μου.
Στα χέρια μου τις κρατούσα
και συμπύκνωνα το άρωμα τους
το πρωί με το ξύπνημα
να το έχω πλέριο στο σώμα μου.
Ψηλές ήταν
και μόνο στην κορυφή
είχαν τα άνθη.
Δύσκολα τα έφτανα
κι η ήρθε η μάνα μου
να με βοηθήσει.
Με ξυλοπόδαρα εφοδιασμένη
πολλά μπουκέτα
μου έκοψε.
Την ευχαρίστησα με ένα φιλί.

Στο καταράχι
ήταν φυτρωμένες.
Στο κομμάτι της γης
που πουλήθηκε
για τη χρεία της οικογένειας.
Θυμάμαι ακόμα
τη μάνα να πετά
πέτρες και βρισιές
στην καταχράστρια της γης.
Η μάνα μετανιωμένη
τώρα μάζευε τα άνθη.
Λες και στον κόσμο
των ονείρων είχε
σβήσει απ' τη ζωή της
τη μεγάλη απώλεια.

Σαν ξύπνησα
της τηλεφώνησα
Να προσέχεις
τα αρώματα της πασχαλιάς
μου είπε μισοτρελαμένη
Έρχονται οι μέλισσες
και σου στερούν
τους εύοσμους χυμούς.
Την άκουσα
και απαρνήθηκα τις
πασχαλιές των ονείρων.
Άσε που με τα
ξυλοπόδαρα μπορεί
να τσακιστεί και να
χτυπήσει τα γόνατα σκέφτηκα.
Κι η μάνα μου είναι μεγάλη
και πονά υπέρμετρα
τα παιδιά της,
περισσότερο από
το κομμάτι γης που έχασε.
Μόνο που μέχρι
σήμερα στις τσέπες της
κρύβει πέτρες και
φοβάμαι πολύ μήπως
μου λαβώσει τα όνειρα
και τα πανάκριβα που έχω
αρώματα μου πάρει
και τα πάει στο
καλντερίμι του θανάτου. 

Πέμπτη 27 Απριλίου 2023

Τα νυχτοπούλια

Ήρθαν τα νυχτοπούλια
και μου έγνεψαν κοντά τους
να μείνω.
Δυνατές οι φτερούγες τους
να κουρνιάζω εκεί τον πόνο
μου μπόρεσα.
Ήρθες κι εσύ με ένα
παιχνίδι βατραχάκι
στο χέρι
να μου υπενθυμίσεις
την παιδική μου ηλικία.
Τότε που οι οβολοί
περίσσιοι ήταν
κι ο μικρός αδερφός
κρατούσε το σχοινί
της καμπάνας
που σήμαινε Ανάσταση.

Οι νύχτες με έβγαζαν
σε εσένα μα εγώ
με κομμένα τα χέρια
παραμέριζα τη μορφή σου
κι από ένα πούπουλο
κρατιόμουν σφιχτά.
Ήρθαν σου έλεγα
οι ώρες που φυγαδεύουν 
ένα τέταρτο στα ρολόγια τους
κι αιφνιδιάζουν τον θάνατο.

Κρύβω ανάσες
τα φτερά μαζεύω
και στα νυχτοπούλια
εμπιστεύομαι τη φωνή μου.
Ο μικρός αδερφός
με ξυπνά.
Ενδίδω.
Στην Ανάσταση θα πάω
με ένα λιανοκέρι
φτιαγμένο
απ' τα φτερά του
και με τάμα στον κόρφο
τα κομμένα χέρια
που απολησμόνησες.

Ναός μου εσύ
και εικόνα θαυματουργή
να θητεύω μέσα τους
την απογευματινή
ώρα της θυσίας.
Τότε που το αίμα
πίδακας γίνονταν
και έπνιγε ράμφη
κρυψώνες κι
εκείνα τα σταυροδρόμια
που προσπέρασε η ήττα
των εναγκαλισμών μας.
Πλάι τα βρώμικα hotel
με τα λεκιασμένα
από τις αφορμισμένες
πληγές σεντόνια. 
Στα νυχτοπούλια 
αναθέτω τη λεύκανση τους.

Τρίτη 25 Απριλίου 2023

Σομόνκα (ερωτικό ποίημα ανάμεσα σε δύο με την μορφή των τάνκα 5/7/5/7/7)

Τα δώρα

Άνοιξης βλέμμα
αποστατούν λουλούδια
χρυσή η κόμη
εγείρεται η καρδιά
γλυκιά μου απαντοχή.

Άνθη στον κήπο
μαργαρίτες κίτρινες
πλούσια γύρη
σφραγίδα του έρωτα
δίψασα τα χείλη σου.

*
Ραντεβού

Πρωινός ήχος
κίτρινο καναρίνι
κελαδίσματα
εγείρονται αισθήσεις
προσκυνώ τις χάρες σου.

Κρυφή η φωλιά
ερωτικός σύνδεσμος
τα χέρια τρέμουν
ακριβά τα φιλιά σου
μοσχοβολιά κερασιάς.

*
Φιλιά

Αηδόνια λαλούν
εγείρεται η φύση
πρωινός όρθρος
σπαρταρά η καρδιά μου
μαγικά τα χείλη σου.

Άνθη τριγύρω
χρυσός ο αμπελώνας
παλαιός οίνος
τρυγώ άχραντο σώμα
προστρέχω στα κάλλη σου.

*
Αναμονή

Κρύος ο σταθμός
φύγαν όλα τα τρένα
ξένο μαντήλι
κάθομαι στο παγκάκι
πνιγμός η νοσταλγία.

Φαλτσέτα πόνου
καρδιά θρυμματισμένη
ο στίχος λειψός
εγείρεται το σώμα
ξάγρυπνος σ' αναμένω.

*
Συνάντηση

Υγρό το χώμα
ευωδιάζουν κερασιές
άνοιξη λαμπρή
εγείρεται ο κόσμος
σεισμός τα δυο σου χείλη.

Κληματόβεργες
στρογγυλό το στεφάνι
ζεστό το φιλί
άπιαστος καβαλάρης
την κλίνη σου ζητάω.

*
Κάλεσμα

Γλυκά τα χείλη
αιμάτινα τα φιλιά
ζεστός ο κόρφος
εγείρω τα δυο χέρια
ψάχνω τα κύτταρα σου.

Γοργά τα πόδια
νεαρό το ελάφι
πυκνό το δάσος
ολάνοιχτοι οι δρόμοι
φλέγονται τα χείλη μου.

*
Άρνηση

Κρυφός ο γιαλός
κρινάκια καμπανούλες
χνάρια στην άμμο
εγείρω τον έρωτα
ακάνθινος μανδύας.

Πηγή άρνησης
διακλαδωτά ρυάκια
γλυφό το νερό
ξεδιψασμένα χείλη
άπατρις η καρδιά σου.

*
Το γράμμα

Κλαγγές πιστολιών
κλεισμένα τα βλέφαρα
πικρό το δάκρυ
εγείρονται ανέμοι
καρδιάς γραφή σου στέλνω.

Βουή πολέμου
πικραμένα τα χείλη
βαρούν κρόταλα
συλλαβίζω δυο λέξεις
παντοτινή αγάπη. 

Παρασκευή 21 Απριλίου 2023

Η μαθητεία των γλάρων

Ο δρόμος προς την καρδιά σου 
πολλά έχει εμπόδια, παρακαμπτήριους 
κι επικίνδυνες στροφές.
Οι πινακίδες δυσνόητες, ιερογλυφικά
να είναι;
Δεν τα αναγνωρίζω. 
Σε ποιο τώρα προσκυνάς αλφάβητο;
Ποιοι σε συμβουλεύουν προφήτες;
Εγώ που ονομάτιζα κάθε σου κύτταρο
μένω έμπλεη να παρατηρώ τις κινήσεις
των γλάρων μήπως μια πορεία μου χαράξουν
προς τα σένα.

Απιστώ των ματιών μου, σε μάγισσες
καταφεύγω την τρίλιζα για να λύσω του
μυαλού σου.
Πληρώνω αδρά, γρόσια πολλά έχασα 
κι υποθήκη έβαλα την κάμαρα που γλυκά σε κοίμιζα.
Θυμάμαι ακόμα το σκοπό του νανουρίσματος. 
Απέξω συγκρατώ της πεθυμιάς τα λόγια. 
Εκείνο το λεξιλόγιο πως μας πήγαινε!
Πώς το ξέχασες;
Κι η μουσική θεσπέσια να κλείνει τις λέξεις σαν αχιβάδα.

Ναι μια ελαφριά μπαλάντα ήταν στο ρυθμό του κύματος. 
Αύγουστο μήνα στο νησί σου.
Ανάλαφρα την άκουγα να έρχεται στο αμπέλι 
με τα καλογυμνασμένα πόδια των τρυγητών 
να την συνοδεύουν.
Τι θυμήθηκα ξαφνικά, φταίει η μοναξιά που
σωριάστηκε στα μέλη μου θα μου έλεγες.
Ας είναι.
Εγώ εξακολουθώ να ακούω να μιλάς σαν 
μέσα από ένα όστρακο μεγάλο.
Σοβαρά σε παίρνω κι ας αναγνωρίζω πλέον μιλιά σου.

Ακινητώ καράβια, γοργόνες ρωτώ 
αν σε συνάντησαν πουθενά.
Ασαφείς παίρνω απαντήσεις.
Μακριά μου στέκεις.
Σε ποιες άλλες χώρες αφήνεις το στίγμα σου;
Με ποια νανουρίσματα νεράιδων αποκοιμιέσαι;
Στο αγκυροβόλιο μου έλα να σου μάθουν οι γλάροι 
εξαρχής την γλώσσα του έρωτα και παράτησε 
επιτέλους αυτούς τους προφήτες με τα περίεργα 
ιερογλυφικά.
Γλώσσα μου γίνε πάλι ακριβή και κανόνας 
στίξης στο πολυτονικό μου καμβά.

https://princess-airis.blogspot.com/

Δευτέρα 10 Απριλίου 2023

Τάνκα

Λευκές ίριδες
προσκεφάλι του ήλιου
κήπος ανθηρός
η ομορφιά μαγεύει
άνθη κόβω για σένα.

*
Ανθρώπων έργα
κρυφές δροσοσταλίδες
ίριδες γλαυκές
γεμάτο το περβόλι
άνθη αναστάσιμα.

*
Λεπτές ευωδιές
μέλισσες ζουζουνίζουν
ο κήπος θάλλει
άνθη κόβω ίριδας
κεντρί χτυπά το μπράτσο.

*
Χάδια του ήλιου
χορεύουν οι ίριδες
χέρια απλωτά
φτιάχνω δυο ανθοδέσμες
μοσχοβολά το βάζο.

*
Άνθη ίριδας
καμαρωτό συρτάκι
ανέμου κύμα
πάλλονται τα πέταλα
σκόρπιες δροσοσταλίδες.

*
Πένθους ίριδα
μοσχοβολά το μνήμα
μάρμαρο λευκό
ανάβω το καντήλι
ήλιου έχω τσακμάκι.

*
Πουλιά πετάνε
λευκές οι πεταλούδες
άνθη ίριδας
σκηνή ανοιξιάτικη
ο νους μου αλαργεύει.

*
Εύοσμα άνθη
λεπτότητα πετάλων
ίριδες κομψές
ολόστρωτο λιβάδι
αρχονταρίκι ήλιου.

 *
Πλισέ φόρεμα
τρυφερή κορμοστασιά
ίριδας όψη
άνεμος ξαπολιέται
λυγίζουνε τα άνθη.

Κυριακή 9 Απριλίου 2023

Ο έρωτας του θέρους

Έλα να σου χτενίσω την άγρια αλόη
των μαλλιών σου, γαλακτερό υγρό
να μην πέσει στα μάτια σου και τυφλωθείς.
Κουράστηκα να σου διανοίγω
μονοπάτια για τη μεγάλη επιστροφή σου.
Τα χέρια μου πνίγηκαν στα βρύα,
στις σκληρές πέτρες και στην
αλαζονική αγριάδα.
Κόπιασε με ένα εφοπλιστικό χαμόγελο
στα χείλη κι εγώ την εικόνα σου
θα περιεργαστώ και θα λατρέψω.

Ανοιξιάτικο είσαι ύψωμα με κερασιές
κι αγριοτριανταφυλλιές, αχ πόσο σε πόθησα!
Στα στήθη σου φωλιάζουν πουλιά
και για φωνή σου έχεις των κορυδαλλών
το λαμπρό τραγούδι.
Έλα σαν παιδί που φορά τα πασχαλινά του
να περιβρέξεις τον ύφαλο που κατοικώ.
Πείνασα το κόκκινο,
άδειασα από μυρωδιές,
κάηκαν τα τραγούδια
και με τι τώρα να περνώ τις ώρες;

Βουνά πέρασα, κύματα καβαλίκεψα, αγρούς
που φύεται η άγρια σπαραγγιά διάβηκα
με τα πόδια γυμνά και την καρδιά
να σε φωνάζει δυνατά.
Άντεξα χιλιόμετρα μα τώρα ούτε
ένα μικρό δεν μπορώ να κάνω βήμα.
Βάλε ένα χεράκι κι έλα.
Η αλόη των μαλλιών σου πύκνωσε πολύ
κι αν το χτένι μου σπάσει πώς θα σε αντικρίσω,
πώς θα σε ασπαστώ;
Θα ματώσω στις λόγχες σου.
Θα μπλεχτώ στις αδάμαστες ρίζες σου.
Θα ξεμείνω από φιλί και χάδι και δεν θα με γνωρίσεις.

Έλα εδώ τώρα.
Ο ύφαλος που ζω φυλακή μού έγινε,
μόνο γλάροι τον πλησιάζουν κι ένα χταπόδι
τεράστιο τον περισφίγγει .
Έλα να χαλαρώσεις τα πλοκάμια, πνίγομαι.
Στο οξυγόνο των φιλιών σου προσπέφτω
όπως ο μύστης παραδίδεται στα μάτια
της ερωμένης του στα μέρη που μόνο
Αύγουστο έχουν στο καλαντάρι τους.

Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

Το αδιαίρετο σχήμα

Απ' όταν με εγκατέλειψες αγάπη μου
αρχηγός έγινες σε μια ξένη χώρα μακρινή.
Πολεμικός είναι ο λαός που διοικείς.
Τα σπίτια τους δεν έχουν αυλές και
με άπαρτα μοιάζουν φρούρια.
Οι άντρες μαύρες φοράνε στολές
κι ολημερίς γυαλίζουν τις μακριές
τους σπάθες.
Είναι λιγομίλητοι και λάβαρα τοποθετούν
ακούραστα στα απέραντα όρια της πατρίδας τους.

Εχθροί δεν πλησιάζουν, οι χάρτες πουθενά
δεν αναφέρουν την ύπαρξη της γης τους.
Απόμακρα έχουν βλέμματα όταν συνομιλούν
με τους θεούς τους.
Αποτρόπαιοι θεοί με μακριές γενειάδες ζητούν
συνεχώς θυσίες απ' τους πιστούς τους.
Διαλεκτά ζώα απ' την άγρια πανίδα τούς
προσφέρουν κάθε δεκάτη του μήνα.
Σε ανταμοιβή αυτοί τους δίνουν τη βροχή,
την καλή σπορά και την ισόβια γαλήνη.
Κανείς δεν πεινά.
Κανείς δεν σκοτώνεται.
Κανείς δεν αποστατεί.
Οι σπάθες τους και τα λάβαρα δεν γνωρίζουν
το αίμα παρά μόνο την δόξα.

Μελισσοκόμοι είναι και τη γη τους καλλιεργούν.
Φυτείες με στάρια και καλαμπόκια εκτείνονται
ως εκεί που βλέπει το μάτι.
Κίτρινες θάλασσες ανακατεμένες με το
κόκκινο της παπαρούνας.
Πάντα η σοδειά τους μεγάλη, ποτέ δεν
διαμαρτύρονται και το περίσσιο το δίνουν
στα πουλιά.
Γιατί αγαπάνε πολύ τα πουλιά και σιωπητήριο
ξεκινούν όταν αυτά κελαηδούν και σε στάση
προσοχής κάθονται.
Αυτά οι ορχήστρες τους.
Αυτά οι θούριοι τους.
Αυτά τα ποιήματα κι οι εωθινοί ύμνοι.

Οι γυναίκες άξιες είναι πολύ.
Ζουν στα άπαρτα φρούρια και με αμαζόνες
μοιάζουν.
Συνδράμουν με το αίμα τους, η ζήση να πάει
παραπέρα.
Πρώτες στο χωράφι, πρώτες στη συγκομιδή
και πρώτες στον έρωτα είναι.
Γεννούν σε μεγάλη ηλικία πολλά παιδιά
και τους νόμους καταργούν της φύσης.
Πάντα κάποιο μωρό θα θηλάζουν.
Ποτέ δεν αναπαύονται και στις ελεύθερες
ώρες τους ράβουν κάτι παράξενα, μεγάλα φυλακτά.
Τα φορούν οι άντρες τους και φτερά βγάζουν
στις φτέρνες.

Είναι ωραίες σαν νεράιδες παρά το
προχωρημένο της ηλικίας τους.
Μακριά έχουν μαλλιά, αβρά έχουν χέρια και
τα σαντάλια τους τα δένουν σε καλλίγραμμες
κνήμες.
Μία από αυτές είμαι κι εγώ τώρα που κοντά
σου ήρθα μέσα από δρόμους δύσβατους.
Δεν θα σου απιστήσω ποτέ, πολλούς θα
σου κάνω διαδόχους και το καντήλι του
έρωτα άσβεστο θα κρατάω.
Μετά από εφτά χρόνια στεναγμών τη γη
σου βρήκα και την κατοίκησα.
Εκλεκτή εύκολα έγινα των θεών σου.
Αλλού δεν θα πάω καθώς αδιαίρετο με
εσένα είμαι σχήμα κι οι θεοί σου με επικουρούν
κι όμορφες μου δίνουν κόρες μέσα σε ζεστές φασκιές. 

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Τάνκα της Άνοιξης

Πυκνό γρασίδι
ρίζα βαθιά του πεύκου
αφράτο χώμα
σκοντάφτω πέφτω κάτω
τη φούστα πρασινίζω.

*
Άνοιξη φτάνει
χρυσομπούρμπουνας πετά
άνθος μανόλιας
ασίγαστα βουητά
φτερά νιώθω να βγάζω.

*
Πουλιά κελαηδούν
μυστηριακό άσμα
ράμφη κίτρινα
τραγουδώ παρτιτούρες
αντάξιος συνοδός.

*
Βγήκαν τα άνθη
κατάσπαρτο λιβάδι
ήχοι φλογέρας
οι μέλισσες ενδίδουν
χαρωπό ζουζούνισμα.

*
Βόμβος εντόμων
ανθισμένες κερασιές
χορός της γύρης
λεπτά κόβω κλαράκια
οι οφθαλμοί θαυμάζουν.

*
Άνθη στο χώμα
θυσία αμυγδαλιάς
τσάγαλα μικρά
καταπράσινα φύλλα
χορός δροσοσταλίδων.

*
Βγήκε ο κούκος
τα χελιδόνια ήρθαν
άσπρες οι κοιλιές
τα σύρματα γεμάτα
εαρινοί οι ήχοι.

*
Νέα εποχή
πετά μια πασχαλίτσα
λεπτά τα πόδια
φιλόξενα τα άνθη
γλυκά ρέει το νέκταρ.

*
Λαλούν κοτσύφια
μεγάλωσαν οι μέρες
γιορτή της φύσης
πρωινό το τραγούδι
άγγελμα εαρινό.

*
Πίνακες κάλλους
δαμασκηνιάς λουλούδια
αέρας φυσά
τα πέταλα χορεύουν
μοσχοβολούν οι κήποι.

*
Χειμώνας φεύγει
μαδούν οι ανεμώνες
στερνό αντίο
νέα προβάλλουν άνθη
κάδρο με παπαρούνες.

*
Κορφές βουνών
αργά λιώνει το χιόνι
ρυάκια κυλούν
φουσκώνουν τα ποτάμια
η χλόη μπόι ρίχνει.

*
Διάσπαρτα άνθη
πετά μια πεταλούδα
η φύση ξυπνά
μαργιόλικο το έαρ
η ομορφιά τυφλώνει.

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2023

Η φωτοβολίδα

Μοναχικός σε ένα άλλο ημισφαίριο ζεις
καλέ μου.
Κάνει πολύ κρύο εκεί.
Ένα παμπάλαιο χιόνι σκεπάζει τα πάντα.
Ίσια που διακρίνονται τα καμπαναριά, οι
δρόμοι, οι πολυκατοικίες και οι σταθμοί
των λεωφορείων.
Κρατάς ένα φτυάρι και προσπαθείς να
διανοίξεις μονοπάτια και περάσματα που
θα σε φέρουν ξανά εδώ.
Μας απομένει δρόμος πολύς μπροστά και τα
σταθμαρχεία δεν άνοιξαν, τα γκισέ δεν πουλούν
εισιτήρια παρά μόνο εφημερίδες με αποτρόπαια νέα.

Τα μαγαζιά δίπλα σου κλειστά, τα ρολά
κατεβασμένα και δεν έχεις ψωμί για να
δειπνήσεις, κρασί για να ονειρευτείς.
Ταξίδι προγραμματίζω κι εγώ για να σε συναντήσω.
Ποιος θα φτάσει πρώτος;
Πολλά τα λεωφορεία στο σταθμό.
Οι επιβάτες στο δικό μου λεωφορείο ασυνήθιστοι. .
Κάποιοι από αυτούς δεν έχουν αποσκευές,
μονάχα στα χέρια τους κρατούν κάτι πελώρια
κλουβιά με πολύχρωμος παπαγάλους.
Μιλούν και μόνο μια λέξη μονότονα ξέρουν
να λένε:
Ζωή, ζωή, ζωή.

Ένα σακίδιο πλάτης κρατώ με ρούχα όμως
ελαφρά, ανοιξιάτικα.
Πώς θα αντιμετωπίσω το κρύο;
Ξεχνάω το παλτό μου, τις μάλλινες κάλτσες,
τα δερμάτινα γάντια, τα πλεκτά κασκόλ.
Η μητέρα μου φωνάζει να ντυθώ ζεστά.
Ψάχνω το παλτό μου και δεν το βρίσκω.
Καμώνομαι πως δεν κρυώνω.
Φορώ στο τέλος αναρριχτά ένα μαύρο μπουφάν,
δεν είναι δικό μου.

Από τότε που έφυγες το κρύο το αψηφώ.
Το συνήθισα, ξέρεις αν έχεις μια καρδιά παγωμένη
και σκληρή τις αντέχεις όλες τις αντιξοότητες.
Με γυμνά πέλματα βαδίζω πάνω στον πάγο.
Γλιστράω και κάνω πιρουέτες στον αέρα,
δεν πέφτω, σε ένα σύννεφο προσγειώνομαι.
Από ψηλά σε αντικρίζω, συνεχίζεις να
εκχιονίζεις τους δρόμους, διάλειμμα κάνεις
μόνο για να σκουπίσεις τα δάκρυα.
Γιατί κλαις;
Φταίει το κρύο μου απαντάς κι αυτός ο ψυχρός
βοριάς, φταίει και το βαρύ σύννεφο
που σωριάστηκε στα μάτια μας και με βροχή
μας απειλεί.

Η βροχή είναι καθαρτική μου λες.
Η βροχή φουντώνει τους θάμνους και το
χιόνι λιώνει, δεν χρειάζεται να εκχιόνιζεις
και να παιδεύεσαι φτυαρίζοντας.
Με τη βροχή λοιπόν θα σε περιμένω.
Πώς δεν το βρήκα;
Ικεσίες θα κάνω κι ο Θεός θα με ακούσει.
Μακριά θα φορώ φορέματα για να με θυμηθείς.
Είναι αδιαπραγμάτευτη η επιστροφή σου
όπως είναι το σημείο που δείχνει ο ραβδοσκόπος.
Δες αναβλύζει νερό, δες το κρύο υποχωρεί.
Όλα θετικά λειτουργούν για εμάς κι ανατρέπονται.
Στο δικό σου ημισφαίριο σοκαρισμένη μπαίνει
η Άνοιξη, πλάι στις κερασιές θα σε συναντήσω.
Φωτοβολίδα η αγάπη μας θα ρίξει τα άνθη
στα μαλλιά μας, στην πορεία του φωτός
κοίτα το χέρι σου κρατώ.

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

Ο ανάδοχος της ποίησης

Διάπλατα άνοιξε τα χέρια της η ποίηση
και με αγκάλιασε.
Φορούσε ακριβό φόρεμα από ταφτά κι ένα
μοντέρνο καπέλο κάλυπτε το κεφάλι της.
Ομορφονιά η ποίηση είχε στα χέρια της
σειρές πολλές από βραχιόλια κι ένα διαμαντένιο
δαχτυλίδι στον παράμεσο.
Έκανε βαθιά υπόκλιση και μου συστήθηκε.
Ειρήνη την λέγανε, Αντιγόνη, Ελένη, Σαπφώ κι Αγάπη.

Μούδιασα και δείλιασα προς στιγμή, δεν
ήξερα ποιο να διαλέξω όνομα ανάμεσα στα
πέντε που μου είπε.
Αρχικά μου άρεσε το Ειρήνη γιατί αντιμάχεται
την μάνητα των χειλιών.
Αλλά και τα υπόλοιπα μια χαρά της πήγαιναν.
Δεν ήθελα να υποτιμήσω κανένα.
Έτσι αφέθηκα να της διαλέξω ένα δικό μου
όνομα, ανάδοχος της να γενώ.
Καλοκυρά θα την αποκαλούσα τις ημέρες
και μάγισσα θα την έλεγα τις νύχτες.

Όντως τις ημέρες ανασκουμπώνει τα μανίκια.
Αυτή είναι που συγυρίζει τα σπίτια μας,
μας μαγειρεύει και μας πλένει τα ασπρόρουχα.
Δεν της ξεφεύγει ούτε κόκκος από σκόνη.
Είναι μανιακή με την καθαριότητα και με
ασβέστη περνάει τις αυλές μας.
Σιδερώνει τους γιακάδες, τα μαντήλια μας
κι ίσια τραβάει τσάκιση στα παντελόνια μας.
Γυαλίζει τα ασημικά και τα μπρούντζινα ρόπτρα.
Μπαίνει στον αργαλειό κι ακούραστα
ετοιμάζει φανταχτερά υφαντά.
Δεν κουράζεται το ροδαλό της χέρι ποτέ
τουναντίον η δουλειές ομορφότερη την κάνουν θεά.

Τις νύχτες μάγισσα γίνεται και εξορμά
στα κλαμπ της πόλης.
Αυτή βάζει την μουσική στο πικ - απ, αυτή
μας κερνάει ποτό κι αυτή ακούει τις εκμυστηρεύσεις μας.
Αγαπά τους εφήβους και φιλιέται σταυρωτά μαζί τους.
Φορά κραγιόν σαμπανιζέ κι αφήνει αποτυπώματα
στις παρειές των νέων.
Ρίχνει τα χαρτιά και κολλάει λίγο στον Άσσο.
Φίλτρα ετοιμάζει και βοτάνια μας φέρνει από
χαράδρες σαν του Βίκου βαθιές.
Για γυάλινη σφαίρα έχει τις δυο κοιλίες
της καρδιάς μας.
Μας λέει την μοίρα κι απ' το μοχθηρό μας
προφυλάσσει κοράκι.

Δύο υποστάσεις της έδωσα με το μικρό μου μυαλό
και με αυτές θα υπογράφω εφεξής το ποίημα.
Αυτή η αφέντρα, άλλοτε ταπεινή κι άλλοτε
νάρκισσος εφορμά στις φλέβες μας,
στα όνειρα μας και στις διενέξεις μας.
Ό,τι περισσεύει από το μελάνι της στους
εκλεκτούς της το δίνει φτάνει να μην
ξεχνούν τα ονόματα της και επιμελώς
να φροντίζουν το καμηλό της παλτό
μην και κρυώσουν οι ετερόχθονες της φίλοι.

Τρίτη 21 Μαρτίου 2023

Τα ακρόνυχα των αετών

Στη χώρα της ποίησης δεν με άφησαν να μπω.
Στον περίβολο της που φύονται σπάνια κακτοειδή,
σαρκοβόρα φυτά κι ηλίανθοι δεν μπόρεσα
να ιερουργήσω.
Με εκδίωξαν οι φρουροί με σαΐτες δηλητηριώδεις.
Τραυματίστηκα βαριά κι έμεινα με την καρδιά
αιμάσσουσα εκτός διωγμένη.
Υψωμα είχα στα χέρια από τους ναούς των δακρύων.
Ανυπόδητη έφτασα ως εδώ διασχίζοντας
τραχείς δρόμους χωρίς μελάνι και πένα
παρά μόνο με λίγο αίμα από τα γραφτά
του έρωτα και κάποια σονέτα παρελθόντων
ετών ντροπαλά ψέλλιζα σαν μάνα που πενθεί σιωπηρά.

Μπροστά στην πύλη έμεινα να εκλιπαρώ.
Ψηλά κάγκελα περιπλεγμένα με κισσούς
και γλυσίνες με εμπόδιζαν να δω προς τα μέσα.
Καστρόπορτες βαριές ερμητικά κλεισμένες
δεν με αναγνώριζαν.
Μόνη ήμουν, ήλιος καυτός με έκαιγε,
οι τρεις συκιές, που υπήρχαν έξω, τον ίσκιο τους
δεν μου παραχωρούσαν.
Ακατάδεκτες βλοσυρά με κοιτούσαν μέσα απ' τα
μάτια των νεκρών ποιητών που στους βρόγχους
των άκαμπτων κλαδιών ζυγίζονταν
έναν θάνατο απεχθή.

Ολόγυμνα είχαν κορμιά και απ' τις βαθιές
πληγές τους έσταζε υπόξινο πύον.
Έμεινα εμβρόντητη να τους θωρώ.
Άφωνη, δεν μπορούσα ούτε ένα στιχάκι τους
να απαγγείλω, εδώ μήπως τους φέρω ξανά,
ωραίους σαν τα Φαγιούμ της ταφής.
Σιχτίρισα την ένδεια των χεριών μου
και της αφής μου την ανεπάρκεια στηλίτευσα.
Δρασκελιά επιθυμούσα να ανοίξω την περιπαθούσα
κόμη τους να χαϊδέψω.

Σκέφτηκα ότι το ίδιο θα είχα τέλος κι εγώ.
Σε μια συκή θηλιά θα έδεναν οι φρουροί πονηρά
να με ποδηγετήσουν.
Τυφλή σχεδόν κι άδοξη το σκαμνάκι έσπρωξα
θαρρετά πριν από αυτούς.
Με το γάλα της συκιάς το αίμα μου έσμιξα,
ρέουσα να έχει το ποίημα μορφή.
Ένα σώμα είμαι που αιωρείται.
Ένα στόμιο είμαι κλειστό και για μάτια έχω
δυο γυάλινες μπίλιες παιδικές.

Τις ταλαντώσεις άλλων μου χρέωσαν.
Εγώ που στα ακρόνυχα των αετών γράφω ποιήματα.
Έναν θάνατο μού διάλεξαν αέναο να ζω.
Τα θαύματα στα μάτια των αγαλμάτων
μου απέτρεψαν να διακρίνω.
Μόνο λίγα ρινίσματα δόξας έχω στο αριστερό
μου πλευρό, μου φτάνουν θαρρώ την σπορά
για να αρχίσω, ρίχνοντας την πάνω στα άτριχα
στέρνα των εφήβων που στον αιώνα τους με καλούν.

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

Στα πρόθυρα της Άνοιξης haibun

Βάδιζε στους αγρούς. Που και που συναντούσε κάποιες τελευταίες ανεμώνες. Ο χειμώνας είχε φύγει και είχαν οι πιο πολλές μαραθεί. Σε έναν γκρεμό αντίκρυσε μια μυγδαλιά. Λίγα λουλούδια κρατούσε πλέον στα κλαδιά της. Τα πέταλα της είχαν πέσει σε στρώσεις πάνω στη γη. Φυλλαράκια πράσινα είχαν εμφανιστεί τώρα πάνω της. Είχε αρχίσει κιόλας να δένει χλωρούς καρπούς.

Άνθη νεραντζιάς
απάτητο το χώμα-
βουή μέλισσας.

Πλάι στη μυγδαλιά οι σπαραγγιές είχαν πετάξει τρυφερούς βλαστούς. Έσκυψε και τους μάζεψε. Μάτωσε λίγο και γρατζουνίστηκε. Στα χέρια της όμως κρατούσε ένα μεγάλο μάτσο απ' τα αγαπημένα της σπαράγγια. Συνέχισε παραπέρα ακολουθώντας ένα χαραγμένο μονοπάτι. Μια πεταλούδα στριφογύριζε πάνω από το κεφάλι της. Τα φτερά της είχαν ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα.

Ψηλή η χλόη
οι μαργαρίτες βγήκαν -
τρέχουν τα νερά.

Προχώρησε κάμποσο τώρα είχε φτάσει σε ένα ξέφωτο με μια σειρά ανθισμένες κερασιές. Οι ταξιανθίες από τα άνθη τους ήταν εντυπωσιακές. Μέλισσες πετούσαν εδώ και εκεί αντλώντας χυμούς. Ξαφνικά ήρθε και κάθισε πάνω στο λαιμό της μια πασχαλίτσα. Έμοιαζε σαν να φορούσε μενταγιόν. Στάθηκε για λίγο και πέταξε ανοίγοντας τα μικρά της φτερά.

Βγήκε ο ήλιος
μανόλιες ανθισμένες -
γελούν τα παιδιά.

Είχε περάσει η ώρα κι έπρεπε να φύγει. Ο ήλιος έδυε και ο ορίζοντας έπαιρνε πορφυρό χρώμα. Βρέθηκε μπροστά σε μια πηγή. Το νερό της ήταν πολύ δροσερό. Έσκυψε και ήπιε αχόρταγα γερές γουλιές. Στο ρυάκι που σχημάτιζε η πηγή είδε έναν σκαντζόχοιρο. Είχε πάει κι αυτός να ξεδιψάσει. Έκανε να τον αγγίξει κι ευθύς αμέσως αυτός μαζεύτηκε σε μπάλα.

Πορφυροί ανθοί
οι παπαρούνες βγήκαν-
νέα εποχή.

Κυριακή 19 Μαρτίου 2023

Στα πρόθυρα της Άνοιξης haibun

Τράβηξε τις βελούδινες κουρτίνες. Ένας ήλιος πορτοκαλής είχε κάνει την εμφάνιση του. Τα βουνά είχαν ροδακινί χρώμα. Δυο σύννεφα έπλεαν και σχημάτιζαν μια τεράστια πεταλούδα. Τα πουλιά είχαν ξεκινήσει να κελαηδούν γλυκά. Οι φωνίτσες τους καλούσαν τα όντα της γης να ξυπνήσουν για να δουν την όμορφη μέρα.

Αυγινό άστρο-
ανθισμένη κερασιά
.καρπούς θα φέρει.

Το σπίτι δεν την κρατούσε. Μια όμορφη μέρα έξω από το τζάμι την καλούσε.. Φόρεσε το εμπριμέ φόρεμα της με το βαθύ ντεκολτέ, έβαλε το σάλι της στους ώμους και βγήκε στην αυλή. Μία γάτα κοιμούνταν ρουθουνίζοντας. Μαζί είχε έρθει κι ο σκύλος της που έκανε χαρές κυνηγώντας την ουρά του. Δίπλα του πετούσε μια πεταλούδα που στο τέλος ήρθε και κάθισε πάνω στην υγρή του μουσούδα.

Αχτίδες ήλιου
κλαδάκια αμυγδαλιάς-
πεσμένα άνθη.

Τα φυτά του κήπου κρατούσαν πάνω τους τις πρωινές δροσοσταλίδες. Οι τριανταφυλλιές είχαν πετάξει τρυφερά βλαστάρια. Ένας κάκτος είχε βγάλει ένα λουλούδι εντυπωσιακό. Μία δροσοστάλα έτρεξε πάνω στην παλάμη της και την δρόσισε. Αφού έκανε μια μικρή επιθεώρηση στα γεράνια πήρε το ποδήλατο για μια βόλτα στα χωράφια με τις ανθισμένες κερασιές, λίγο έξω από το χωριό.

Λεπτές μυρωδιές
βγήκαν τα χαμομήλια-
το άστρο δύει.

Ο πρωινός αέρας μπάτσισε το πρόσωπο της. Άρχισε να τραγουδάει έναν σκοπό. Στα ρουθούνια της ήρθε μια λεπτή μυρωδιά, εισέπνευσε βαθιά. Μία νεραντζιά είχε πρόωρα ανθίσει. Στάθηκε κι έκοψε ένα κλαρί, θα το πήγαινε στο σπίτι για να στολίσει το ανθογυάλι. Οι μέλισσες τρυγούσαν τα άνθη. Το πέταγμα τους σήκωνε σύννεφα γύρης.

Σύννεφα αχνά
ανοιξιάτικες μέρες-
ισημερία.

Φτάνοντας έτριψε τα μάτια της. Οι εικόνες μπροστά της πανέμορφες. Οι κερασιές έμοιαζαν με νυφούλες. Άφησε το ποδήλατο και άρχισε να τρέχει σαν παιδί που του χαρίζουν ζαχαρωτά, γύρω από τα δέντρα. Φυσούσε ένα απαλό αεράκι που έπαιρνε τα πέταλα τους και τα άφηνε πάνω στα μαλλιά της. Έκοψε μερικά κλαδιά. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.

Άνθη μανόλιας
τρυφερό το τριφύλλι-
λαμπρές αχτίδες.

Σάββατο 18 Μαρτίου 2023

Η δυαδική θεά

Απ' όταν έφυγες έμειναν τα παντζούρια
κλειστά καλέ μου.
Με μπερδεύει ο μηχανισμός τους και δεν
μπορώ να τα ανοίξω.
Τα χέρια μου αδύναμα, το μυαλό μου
διασκορπισμένο σε μύριες σκέψεις,
η ψυχή μου σκόνη νυχτοπεταλούδας
με σκοτεινή μορφή, έχουν εντός μου
φορέσει το ατημέλητο σκουτί της νύχτας.

Δες κιτρίνισε το πρόσωπο μου, έφυγε από
τις παρειές μου το ροδόχρωμο τριαντάφυλλο
που τόσο λάτρευες, στα πέλματα μου τα
σανδάλια σκίστηκαν.
Αδυνατώ να περπατήσω, έξω για να βγω
και στο καμάκι του ήλιου να αφεθώ σαν
πουλί στις μελωδίες της αυγής.
Εγώ η πολιορκημένη κάποτε από το φως
του έρωτα ψυχρή έγινα τώρα ζωγραφιά.
Έρχονται οι θεραπαινίδες να με δουν
κι άπραγες φεύγουν, τις πληρώνω
εντούτοις ακριβά.
Τελειώνει το κομπόδεμα μου και πώς θα
διανύσω τα χιλιόμετρα της ζωής;

Μένω να κοιτάζω τις φωτογραφίες σου
και απ' το άχραντο χαμόγελο σου να
μεταλαμβάνω κρασί και φιλί σάρκινο.
Το σπίτι υγρός τάφος, ρομφαία του επέκεινα,
καταπίνει όνειρα, αρχαίες συνθήκες, ανάγκες
διαφυγής απ' το όλβιο παρόν.
Στα ταβάνια καθιδρύει η μούχλα βασίλεια,
στα κάδρα οι αράχνες έχουν εξαφανίσει
τα λατρευτά τοπία που κάποτε με πήγες,
στα έπιπλα σκοτεινές κατοικούν φωνές,
τις ακούω, γδέρνεται η ψυχή μου, φοβάμαι.
Πουθενά η φωνή σου, μόνο άναρθρα λόγια
δίπολα καλέσματα κι εκκωφαντικά συνθήματα
μιας πορείας ανώφελης προς τον ελαιώνα των παθών.

Έλα να μπεις στο σπίτι όπως παλιά.
Θέλω να υψώσω το κορμί μου ως στις δικές
σου διαστάσεις.
Χαμήλωσα απ' όταν έφυγες, η ύπτια στάση
με κούρασε, το μισοσκόταδο με συρρικνώνει.
Ξέρω πως μια πλειάδα από άστρα έχεις
στην τσέπη καθώς και δεκάδες δέσμες
από ηλίανθους του Βαν Γκονγκ, στολίδια
πανάκριβα, των δικών σου αγρών καλλιέργειες.
Φωνάζω, άκουσε με, οι φίλοι με εγκατέλειψαν,
μόνα μου όντα τα ερπετά.
Πριονίζω τις πόρτες μήπως και βρω μια
χαραμάδα φωτός δικού σου.
Αδίκως όμως κουράζομαι, ισχνή πεταλούδα
επαμφοτερίζουσα χωρίς κήπο γίνομαι.
Έλα να αποτινάξεις το σκοτάδι, το ξέρω
πως έχεις μαζί σου την αρμαθιά των κλειδιών
που έχασα όταν σε αποχαιρετούσα έναν
σκληρό Απρίλη βουβή με το μαντήλι στο
λαιμό δεμένο όπως ικρίωμα μεσαιωνικό.

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2023

Οι προστακτικές του έρωτα

Άνοιξε τον κόρφο σου αγάπη μου για να
ζεσταθώ.
Το ξέρω πως λείπεις τόσα χρόνια μα εγώ,
κλαράκι ψιλό, αλλού δεν έχω που να πάω.
Η αγκαλιά σου φωλιά αηδονιού, πέρδικας
καταφύγιο και κοτσυφιού καρτέρι.
Συμπαντικό κουδούνι η αγκάλη που κοντά
σου με καλεί.
Ακούω το θόρυβο του και σε εντοπίζω.
Ακούω το τραγούδισμα του και σε θέλω.
Χρόνια τώρα σε πονάω με πόνο πληγής
ξυραφιού.

Σε ένα υποβρύχιο κατοικώ, λιγοστεύει
το οξυγόνο, ο βυθός απειλητικός με συνθλίβει.
Έξι μέτρα ψηλά η επιφάνεια κι εγώ καταποντισμένη
σε ζητώ εναγώνια,
Σαν κυνόδοντα πεινασμένης τίγρης σε θέλω.
Σε ζούγκλα έρημη κι ακατοίκητη περιφέρομαι.
Τροφή δεν βρίσκω, σε πεινάω ολόκληρο.

Όλα γύρω ερημοποιήθηκαν απ' όταν έφυγες.
Σκάνε μαύρα μπαλόνια κι ο κρότος τους με
φοβίζει, κρύβομαι.
Άνθρωποί σκυφτοί με τρεμάμενα χέρια τα κρατάνε.
Κλείνω τα αυτιά, σφραγίζω τα μάτια να μην
βλέπω, σταυρώνω τα χέρια, σε όρθια στάση
κρατώ το κορμί μα ανώφελα όλα δείχνουν,
τίποτα δεν με παρηγορά.
Πολύ το μαύρο γύρω και σε κρύβει.
Όλος ο κόσμος εδώ θαρρώ απελπιστικά
κι αυτός σε ψάχνει.
Πενθεί η φύση και με μαύρη βγαίνει φούστα
κάθε που μπαίνει η άνοιξη στο σκάφος.
Εδώ οι μαύρες τουλίπες της θλίψης.
Εδώ τα εξωτικά μαύρα τριαντάφυλλα του
αποχωρισμού.
Εδώ ο ζαρωμένος πανσές με τα μαύρα
ματόκλαδα ερμητικά κλειστά.

Σφηνωμένη και δεμένη στις μαύρες
πλάκες του οψιανού ακινητοποιούμαι,
υποχωρεί το φως, σε υπόγεια υγρά τελικά
καταλήγω και χτενάκι δεν βρίσκω όμορφη
να σε συναντώ στου ονείρου μου έστω την
γκρίζα πλάνη.
Χάθηκαν τα χρώματα όλα όταν εσύ, όμοιο
ουράνιο τόξο, μετά από μια κίτρινη βροχή
μαζί σου τα τράβηξες.
Μάταια προσπαθώ φορώντας φουστάνια
πολύχρωμα στην σκούρα παλέτα της φύσης
να επέμβω.
Ίσως να φταίνε τα μαύρα γάντια που κρατώ
τα άλλα τα μενεξεδί που μου είχες χαρίσει
τα έχασα σε μια αφιλόξενη αμαξοστοιχία,
Απρίλης ήταν και χιόνιζε ένα χιόνι αμαρτωλό.

Πάνε χρόνια που έπαψες να με ταξιδεύεις
κι εγώ ποθώ να ξαναβρώ εκείνα τα
ταπεινά εικονοστάσια στις απότομες στροφές
των δρόμων, λαμπάδα ενός μέτρου να ανάψω
μην και συγκινηθείς και φανείς.
Πάντα σε λυπούσαν οι νεκροί κυρίως
οι νεαροί που έφυγαν μετά από ένα
δυνατό μεθύσι στην άσφαλτο.
Έλα να συνομιλήσουμε μαζί τους,
στο άχρονο είμαι να ταξιδέψουμε.
Απ' τη αρχή να ξεφλουδίσουμε την λέξη ζωή
και στις προστακτικές του έρωτα να αφεθούμε.
Άνοιξε τον κόρφο σου αγάπη μου για να
λυτρωθούν τα άρπαγα χέρια μου που δεν
σε χάρηκαν ούτε μια στιγμή.

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

Εφημερεύοντα όνειρα

Νύχτα και τα σχοινοτενή όνειρα εφημέρευαν σαν
το συνοικιακό εφημερεύον φαρμακείο με τα
κατεβασμένα ρολά και με τον ακούραστο 
φαρμακοποιό ξαπλωμένο πάνω στο ντιβάνι της
περισυλλογής δίπλα στους πίνακες του Wassily Kandinsky.
Όνειρα μεγάλα, παραδομένα στης νύχτας το πέπλο
που κρυφοκοιτάνε τον κόσμο μέσα από σκούρο
φινιστρίνι ενός πλοίου που οργώνει την άγονη
γραμμή, γεμάτο με τα πολύχρωμα καπέλα των ποιητών.

Τα χαϊδεύεις, να μην παρεκκλίνουν στιγμή και
χάσουν απ' τα χέρια τα κουφέτα που τους φίλεψε
η μοίρα ένα βράδυ όταν οι πελαργοί δίπλωναν
τα φτερά τους και ησύχαζαν στις αχυρένιες
φωλιές τους πλάι στους φθαρμένους χάρτες.
Παίρνεις χώμα και μικρά ξυλαράκια και προσπαθείς
να τα πλάσεις σε μικρά εδώλια, μουσεία να στολίσεις.
Στα χέρια σου η λάσπη κολλάει, στην καρδιά
τα μεγάλα ιδανικά δεν σβήνουν κι ολοζώντανα 
ανασαίνουν διαρκή ελπίδα.

Όνειρα ταξίδια που στο γκισέ βγάζουν εισιτήριο
για τα μέρη που κατοικούνται μόνο από ανθρώπους
τυφλούς που είδαν το φως μέσα από την φλογίτσα
ενός κυρτού κεριού.
Επεξεργάζονται τον κόσμο από την αρχή σαν παιδί
που μπαίνει στην τάξη για πρώτη φορά, σέρνοντας
το χέρι της μάνας του, πριν από τον αποχωρισμό,
τραγουδώντας έναν χαρωπό σκοπό από τις νότες
ενός μεγάλου μουσουργού που ομογάλακτος είναι
των αγγέλων και των θεών.

Εφημερεύουν τα όνειρα απόψε μην το
απολησμονήσεις και χαθείς στο έρεβος του άτοπου.
Φόρεσε την κίτρινη στολή σου να σε γνωρίσει
το φεγγάρι και ήρωα να σε στέψει με του ήλιου το
ολοφώτεινο στεφάνι.
Συμμαχία κλείσε με τα άστρα, γούνινο να σου
φτιάξουν παλτό, ζεστός να γυρνάς στις παγωμένες
πολιτείες που άρχει το δίκιο.
Σαν λεμονιά να μοιάζεις που κατατροπώνει τον
χειμώνα και τα άνθη προετοιμάζει στα εκατόχρονα
κλαδιά της.
Πείσμων εξαρχής, στην άνοιξη ζητά να δοθεί και με
μυριόστομα τραγούδια τα πανέρια των μυροφόρων
να γεμίσει που την ανάσταση εξυφαίνουν των ηγετών
της ζωής με τα πολυφορεμένα καπέλα στα χέρια. 

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2023

haibun Ερέβους πνιγμός

Ξύπνησε αχάραγα. Ράθυμα οδηγήθηκε στην κουζίνα για να ψήσει καφέ. Η πορσελάνινη κούπα της είχε ζωγραφισμένο πάνω ένα αστείο προσωπάκι και δυο καρδιές σε σαμπανί χρώμα. Έστριψε τσιγάρο. Στην καπνοθήκη της απέμενε λίγος ακόμα καπνός. Κάπνισε άπληστα και οι άστατοι κύκλοι του καπνού έφεραν στην επιφάνεια τον μπερδεμένο εφιάλτη που είχε δει προ ολίγου.

Φεγγάρι χλωμό
μονότονοι οι γρύλοι -
βιολιά της νύχτας.

Βγήκε στο μπαλκόνι. Ένα αεράκι απαλό σαν μετάξι της χάιδεψε τα μακριά της μαλλιά. Το σκοτάδι απόλυτο, το γιασεμί ανθισμένο κι ο ουρανός συννεφιασμένος. Αναζήτησε μάταια κάποιο αστέρι ή μια υποψία φεγγαριού. Τίποτα τα σύννεφα βαριά τα είχαν φυλακίσει. Κάθισε στην καρέκλα, ο καφές ζεστός ακόμη άχνιζε. Στο τραπέζι παρατεταγμένα τα ενθύμια της θάλασσας. Βότσαλα στρογγυλεμένα, κοχύλια κι ένας μεγάλος αστερίας με στραβά πόδια.

Σιγανό κύμα
αλλόφρονα τζιτζίκια-
μελωδοί φωτός..

Μία νυχτερίδα πέταξε. Στο μυαλό τής έφερε πάλι το όνειρο. Προσπαθούσε λέει σε έναν βράχο κοφτερό να μαζέψει αλάτι. Είχε γδάρει τα χέρια της κι έτρεχε το αίμα ποτάμι. Ώσπου ξάφνου το σκηνικό άλλαξε, τα βράχια λειάνθηκαν κι οι γούβες του αλατιού την καλούσαν. Το αίμα όμως δεν σταματούσε. Ανήμπορη παρακολουθούσε να πνίγεται μέσα σε βαριά μαύρα κουβάρια. Αδίστακτη η νύχτα την τραβούσε στο βασίλειο της άβουλη σαν αμνός που έχει ξεκόψει απ' το κοπάδι.

Φυσά μαΐστρος
σγουροί οι βασιλικοί-
το μνήμα ψυχρό. 

Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

Τάνκα με επιλεγμένη λέξη την κάμπια και με 5/7/5/7/7 συλλαβές

Ανάσα ζωής
υπέργηρος ο πεύκος
κάμπια πράσινη
εαρινός ο καμβάς
εωθινοί οι ψαλμοί.

*
Κάμπιες στα δέντρα
ατίθασος άνεμος
άδεια κουκούλια
οι πεταλούδες βγήκαν
γλυκολαλούν τα πουλιά.

*
Σειρές με κάμπιες
γραμμές πάνω στο χώμα
ξερά τα φύλλα
αναγεννάται η γη
τα θαύματα προσμένω.

*
Λάμπει ο κάμπος
πετούν οι πεταλούδες
χορός αγγέλων
οι κάμπιες ανάστατες
αργή μεταμόρφωση.

*
Χλωρό χορτάρι
αλυσίδα με κάμπιες
γόνιμος τόπος
χειροκροτά το παιδί
την απόχη αρπάζει.

*
Κάμπιες στα φύλλα
ασάλευτος πευκώνας
γύρης όνειρα
ξυπνά μια πεταλούδα
οργιώδης ο χορός.

*
Μικρή μια κάμπια
ποδαράκια κινούνται
τα φύλλα τρέμουν
πλησιάζει η ώρα
χαρμόσυνος τοκετός.

*
Άδεια κουκούλια
σκουλαρίκια του πεύκου
αέρας φυσά
αποσταμένες κάμπιες
ο κύκλος τους έκλεισε.

*
Ύστατη στιγμή
αργοσβήνουν οι κάμπιες
γέννημα της γης
προβάλλουν πεταλούδες
μυστηριακός χορός.

*
Κάμπιας όνειρα
ανελέητο το φως
έναρξη γιορτής
κομψές οι πεταλούδες
γλυκοφιλούν τα άνθη.

*
Εαρινό φως
χρυσαλλίδες και κάμπιες
χλωρά τα κλαδιά
εξιτάρει το θαύμα
οργιάζουν κερασιές.

*
Πρωινό το φως
πυκνόφυτο το δάσος
ελάφι περνά
παραμερίζουν κάμπιες
διακλαδίζονται συρμοί.

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2023

Χαϊκού

Χειμώνας φεύγει
αηδόνια ξεμυτίζουν-
ψαλμοί της φύσης.

*
Αργούν οι κούκοι
πάχνη σκεπάζει φύλλα -
φεύγει ο ήλιος.

*
Μεγάλες μέρες
βιολέτες εγείρονται -
το κρύο φεύγει.

*
Τα τρένα φεύγουν
χαμομήλια στις ράγες -
στερνή άνθιση.

*
Εποχές φεύγουν
οι κερασιές νυφούλες -
χορός ανθέων.

*
Κρουστά τα νερά
οι πελαργοί έφυγαν -
κρότοι κρυστάλλων.

*
Μικρό λιβάδι
ξυπνούν οι παπαρούνες _
ύμνοι πρώιμοι.

*
Σκιάχτρο στον κήπο
ρονρονίζει η γάτα -
φεύγουν σπουργίτια.

*
Σκαστός ο σκύλος
τριγυρίζει στις ρούγες -
φεύγει η μπόρα.

*
Μικρός κυνηγός
ανεμώνες μαζεύει-
το βόλι φεύγει.

*
Άπατα νερά
γλιστράει μία τράτα-
οι γλάροι φεύγουν.

*
Ήσυχο κύμα
έριξα παραγάδι -
φεύγουν τα κρύα.

*
Γερανοί φεύγουν 
ψαλίδια χελιδονιών-
άδειο το σύρμα.
 

Σάββατο 11 Μαρτίου 2023

Ακαταδεξιά θανάτου

 Οι κύκνοι στο εθνικό πάρκο δεν ξέρουν
να τραγουδούν.
Μην περιμένετε λοιπόν το κύκνειο άσμα
τους να βγάλουν.
Τα παιδιά των τρένων αγαπούν τους κύκνους,
την ομορφιά τους καμαρώνουν και τον
καλλίγραμμο λαιμό τους ζηλεύουν.
Όταν τους συναντούν ψιχουλάκια τους ρίχνουν.
Η μικρή Φραντζέσκα έρχεται κοντά τους
και τους τραγουδά έναν μελαγχολικό σκοπό.
Οι κύκνοι αγαπούν τις νότες της και τη φωνή
της μα δεν τραγουδούν.
Δεν συμβιβάζονται με του θανάτου το
σκληρό πρόσταγμα.
Κάνουν κύκλους στο νερό και στη ζωή
αφήνονται σαν το κλαράκι της γαζίας
στο υγρό χάδι του νοτιά.

Είναι νεαροί οι κύκνοι και δεν τους πρέπει
ο αποχαιρετισμός, περισσεύει πολύ λάδι
ακόμα στο καντήλι τους.
Βουτούν το λαιμό τους στο νερό με χάρη
και τα παιδιά των τρένων τους χειροκροτούν
ασταμάτητα.
Ένας ταλαντούχος από αυτά πορτρέτα
τους φτιάχνει και τα πινέλα του βουτά
στο αφρώδες λευκό του πρωινού.
Η μικρή Φραντζέσκα τραγουδά ακατάπαυστα.
Ως εδώ φτάνει η φωνή της.
Νιώθει ασφάλεια όταν τους αντικρίζει στη
λίμνη του πάρκου, μακριά από τους
καπνισμένους συρμούς.
Δεν πικραίνεται από την ακαταδεξιά τους.
Είναι νεαρή η Φραντζέσκα, παιδί σχεδόν ακόμα
κι οι κύκνοι αγαπούν τα παιδιά με τα σκισμένα
τζιν παντελόνια και τα αφοπλιστικά
χαμόγελα.

Οι ποιητές το ξέρουν αυτό, γι' αυτό
ξημεροβραδιάζονται για να εξυμνούν
την παρτιτούρα της ζωής.
Οι κύκνοι, τα παιδιά των τρένων και οι
ποιητές φιλεύουν τον κόσμο με νέες
υποσχέσεις, τραγούδια και συνθήματα.
Όλοι μαζί στις πορείες πηγαίνουν των εργατών
των φοιτητών και των μανάδων.
Οι κύκνοι σιωπούν κι αψηφούν το θάνατο.
Η Φραντζέσκα τραγουδά, γιατί αυτό
ξέρει να κάνει καλά.

Το πλήθος αυγαταίνει, πάλλεται ακούγονται
συνθήματα.
Το αίμα μας τα κέρδη σας.
Ποτέ ξανά.
Η Φραντζέσκα κρατά το ρυθμό, οι ωραίοι νέοι
την παρακολουθούν.
Ζει μέσα μας και μετά τις πορείες στο πάρκο
πηγαίνει να ταΐσει τους κύκνους.
Αντιστέκεται και με το φως ολόγυμνη πλαγιάζει.
Δεν σπαταλά άλλο την μελωδική φωνή της
σε πρόβες θανάτου.
Χαμογελάει στη ζωή και προβάρει το καινούργιο
της φόρεμα και τις δυο σειρές πράσινα ζάντ
πάνω στο κρύσταλλο του αιώνιου νερού.

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2023

Ο όρκος

Οι θεριστικές μηχανές ήρθαν απόψε
στα Τέμπη.
Το στόμα τους δεν μάζευε δίκοκκο 
σιτάρι μήτε άγανα κι ούτε κριθάρι σκληρό.
Οι θεριστικές μηχανές κατάπιναν νεαρά
κορμιά, αίμα παφλάζον και ιδρώτα.
Ασταμάτητος ο ήχος τους σαν φωνή τενόρου
σε σκηνή με πολλούς θεατές.
Λάβετε φάγετε, η θυσία ξεκίνησε.
Τα κορμιά των παιδιών μακριά στάθηκαν
από αλλόθρησκους και ιταμές προθέσεις.

Σημαία τα κορμιά τους στους δρόμους
μιας πολιτείας βγήκαν που φοβάται να
κοιμηθεί και την λήθη κυνηγά.
Χαμογελάει η Λουκία κάτω από το λάβαρο.
Προβάλλουν γροθιές υψωμένες, η ντουντούκα
δίνει το ρυθμό και το νεύρο.
Σε ευαγγέλια η Λουκία ορκίζεται να μην
κάνει πίσω.
Το αίμα των παιδιών επαναστατικό σύνθημα.
Ποτέ ξανά.
Ο θερισμός τους αγώνας διαρκής.
Το αίμα τους νάμα και μεταλαβιά μπροστά
στο παλλόμενο πλήθος.
Ο Κώστας κρατάει το δισκοπότηρο.
Λάβετε φάγετε.
Η Λουκία έχει ξανθά μαλλιά σαν στάχυ.
Δεν ξεχνάει, δεν κοιμάται βαδίζει ίσα
προς τα ακίνητα μάρμαρα, δάφνες κρατά
στο χέρι.

Ο ιδρώτας τους κρυστάλλινο νερό από
πηγή βουνίσια.
Δες πως τρέχει απ' τον κρουνό.
Πνίγει χωράφια άκαρπα, πνίγει ταγούς
ανιστόρητους, δροσίζει χείλη που ξάφνου
ενηλικιώθηκαν
Οι θεριστικές μηχανές αποσύρθηκαν μα
εμείς ιστορικά μνημεία θα τις κάνουμε,
νέες γκουέρνικες.
Η Λουκία είναι σβέλτη, ξέρει να ζωγραφίζει 
και να λαξεύει.
Ο Κώστας φοράει μαντήλι στο λαιμό σε
λίγο θα αρχίσουν οι χοροί και τα αγέννητα
ποιήματα σε πολλά τιράζ θα κυκλοφορήσουν.
Λάβετε φάγετε.
Καθαγιάστηκαν τα παιδιά και στους δρόμους
βγήκαν μαζί με τα νεαρά στάχυα του κόσμου
τούτου.
Ο όρκος τους βαθύριζο πλατάνι, ελιά ευλογημένη,
στα χείλη των νέων παιδιών Θούριος
Ο όρκος απόφαση και πείσμα για έναν ατελεύτητο αγώνα. 

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2023

Η ουράνια σύναξη

Το τρένο ποτέ δεν μπήκε στο τούνελ,
θεοσκότεινο δεν ήθελε να αφήσει το
σημάδι στο δέρμα και στα πρόσωπα των
άδουλων νέων.
Τα σκοτωμένα παιδιά μυστικό ραντεβού είχαν
με το φεγγάρι και με τις καλύβες των άστρων
εκείνη τη νύχτα συνομιλούσαν.
Ανέβηκαν ένα ένα πάνω στις φεγγαροαχτίδες
που θα τα οδηγούσαν στα πλάτη του ουρανού.
Ρωμαλέα τα παιδιά δεν καταδέχτηκαν
να μπουν στη φορτηγίδα που είχε φέρει
ο χάροντας για να τα πάρει μαζί του στα
μαύρα λιβάδια που ανθούν τα ασφοδίλια.
Μουτρωμένος έφυγε ανάβοντας το τσιμπούκι
του απ' τη φωτιά των βαγονιών.
Τα παιδιά τον προσπέρασαν.
Τα όνειρα τους μεγάλα, έστησαν ανθρώπινο
τοίχο μπρος στα άπονα του δρεπάνια και
στο αποκρουστικό του βλέμμα, φτύνοντας
οργισμένα τις καμένες του επιδιώξεις.

Τα σκοτωμένα παιδιά στου ουρανού τα
μύχια αθανατούν κι εκεί σφίγγουν δυνατά
της οργής την γροθιά.
Κανείς δεν τα ταράζει, στα σπλάχνα της
σελήνης βρήκαν ένα χέρι ζεστό σαν αυτό
της μάνας που ποτέ δεν ξεχνάει.
Εκεί ο Κυπριανός, η Ιφιγένεια, η Αναστασία,
η Βάγια συντονίζουν τα χαμόγελα των άλλων
παιδιών στις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας.
Άκου το ντέφι τους, άκου το αίμα τους,
άκου το ηχηρό τους μήνυμα.
Θα σε πάρω όταν φτάσω μαμά, κοιμήσου.

Τα σκοτωμένα παιδιά έντυσαν το θάνατο
τους με φως ζωής και κριτές αυστηροί
έγιναν για το σάπιο του κόσμου σύστημα.
Δικαίωση ζητούν κι ασταμάτητα γράφουν
πλακάτ με συνθήματα έγερσης.
Ύψωσε το κεφάλι προς τον ουρανό και θα
τα δεις να συνομιλούν με τις κορυφές της ιστορίας.
Τα αποστήματα σπάζουν της αδιαφορίας
και εχθρεύονται την καπηλεία των αρχείων.

Έχουν γιορτή εκεί ψηλά, ένα ξέφρενο γλέντι,
μια συμπαντική εαρινή σύναξη.
Σμίγουν με τα πλήθη που διαδηλώνουν κι
άφοβα καταργούν τα σκοτάδια απ' τον
πίνακα των πρόχειρων ανακοινώσεων.
Δικά τους βγάζουν δελτία και μας ζητούν
της αγρύπνιας να πάρουμε τον δρόμο.
Νικητές να γίνουμε και ώριμοι διάδοχοι τους.
Το σκληρό κορμί της Άνοιξης να σπαθίσουμε
γλυκιά για να γίνει αδερφή έτσι που οι
μάνες να μην κοιτούν ύποπτα τις ξεχαρβαλωμένες
ράγες και τα σπασμένα κλειδιά που η μοναξιά
τα κατοικεί και η εντροπία.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

Οι τρεις διαστάσεις

Όταν αρρωσταίνεις βαριά εσύ στους ουρανούς
ένα σύγκρυο και μια κακουχία με πιάνει.
Τρέχω στην κουζίνα και φτιάχνω ένα
ζεστό αφέψημα, κατά λάθος βάζω ζάχαρη
και το χύνω, δεν την βαστώ τόση πολλή γλύκα,
με κατακρημνίζει γυμνή σε βάραθρα απύθμενα,
σκορπιούνται τα μέλη μου και πεθαίνω
τρεις θανάτους φρικτούς.

Δεν με βοηθάς, σφυρίζεις ένα ερωτικό
τραγούδι που για εμάς μιλούσε, απομακρύνεσαι
κρατώντας μια δάδα στο χέρι.
Ξοπίσω σου τρέχω ασθμαίνοντας σαν να
με κυνηγά θαρρώ μια αγέλη σκύλων.
Έχουν την γλώσσα τους έξω, τα σάλια τους
τρέχουν και τα δόντια τους σαν καρφιά είναι
αιχμηρά με φτάνουν.
Στο χώμα μια παχιά κηλίδα από αίμα.

Όταν κρυώνεις εσύ στους ουρανούς η καρδιά
μου χτυπάει δυνατά και κρύος ιδρώτας με λούζει.
Τρέχω στο γκάζι και φτιάχνω μια ζεστή σούπα,
τα αρμυρισμένα δάκρυα την νοστιμίζουν.
Την φέρνω στο στόμα μου και ο σφυγμός
ευτυχώς καταλαγιάζει, προς στιγμή ηρεμώ.
Κατεβάζω τους χάρτες και με ένα φακό
ξεχωρίζω τις χώρες που τώρα κινείσαι.
Σε παρακολουθώ και προς τα εσένα προχωρώ,
μαγνήτης και με έλκεις συνεχώς.

Θυμάμαι ξάφνου τα χείλη σου, τα χάδια σου
και τις σφιχτές αγκαλιές σου.
Πόσο μου λείπεις
Πόσο μακριά απιθώνεις κάθε φορά την
εικόνα σου για να μην την βλέπω.
Να σε συνετίσω δεν μπορώ, άπειρες φορές
το προσπάθησα χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Ανυπόμονη τότε σκαλίζω της απώλειας
το αγαλματίδιο και το τοποθετώ πλάι
στον καθρέφτη για να μην ξεψυχήσει
στα χέρια μου σαν τον άγουρο φιλί.

Όταν γελάς εσύ στους ουρανούς μπαίνω
μέσα από τον ύπνο στα πιο όμορφα όνειρα.
Δίπλα ουράνια τόξα έρχονται γεφύρια να
στήσουν, η καρδιά ξανά να σε βρει.
Είναι οι ώρες που εμφανίζεσαι μπροστά
μου με μια εφημερίδα στο χέρι.
Μου μιλάς αδιάκοπα για τα πάθια του κόσμου,
σε προσέχω και σκαμνάκι σου δίνω να κάτσεις.
Φουσκώνει τότε ο πόνος μέσα μου απ' το άδικο
της ζήσης και την πενία των αδυνάτων.
Με παρηγορείς και μου δίνεις ένα μαντήλι
με τα αρχικά σου.

Ύστερα φεύγεις χαμογελαστός κι εγώ
στις σεισμικές δονήσεις των χωρισμών πισωπατώ
και γδέρνεται η αριστερή μου κνήμη.
Μπροστά σε ένα γκρεμό βρίσκομαι,
ανοίγω το μαντήλι σου κι αρχίζω να πετώ,
γλυτώνω την τελευταία στιγμή από μια
βέβαιη πτώση.
Αυτό είναι τώρα το φυλακτό μου.
Κάτω από το μαξιλάρι μου το βάζω.
Το αρωματίζω με λεβάντα.
Με κρατά στη ζωή και στου γέλιου σου
τα μουσικά κρύσταλλα με ταξιδεύει.
Χώρες ήπιες σου διαλέγω ποτέ να μην κρυώνεις
κι αρρώστια κακιά να μην σε βρίσκει.

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2023

Η δεύτερη μου γέννηση

 Απ' την ημέρα που έφυγες γύρισα
στο μακρινό παρελθόν και στην
εμβρυακή επέστρεψα ηλικία.
Μέσα σε μια ευρεία μήτρα μπήκα,
ατελές έχω σώμα και τα νύχια στα
χέρια μου λεπτά κι εύθραυστα είναι
σαν ροδοπέταλα από κήπους άγνωστους
που κανείς δεν κλαδεύει.

Στο ζεστό αμνιακό υγρό κολυμπώ
κι ανάσα δεν βγάζω, εκτινάξεις κάνω
για να βγω στη ζωή, δεν τα καταφέρνω.
Σώμα μάγισσας ξακουστής με φιλοξενεί
που τα πλήθη την κυνηγούν σιδηροδέσμια 
να την οδηγήσουν στην πυρά.
Κινδυνεύω με αόριστη να μείνω φύση.
Παραδέρνω ανάμεσα σε κυματισμούς
κι έξοδο δεν βρίσκω στου ήλιου το
μαξιλάρι να βγω το σκοτάδι να νικήσω.

Ο ομφάλιος λώρος της με θρέφει αργά
και οξυγόνο από τα χείλη της παίρνω.
Βλέννες με καλύπτουν, κλειστό έχω
στόμα και η γλώσσα μου σαν ψάρι βουβό
μοιάζει που δεν γνωρίζει να μιλά.
Ξέχασα τα ποιήματα, τα τραγούδια κι οι
όρκοι μου μείναν χωρίς αποδέκτη.
Οριοθετημένη η ύπαρξη μου αναζητά
των στίχων σου την ελεύθερη οδό.
Μόνο να ονειρεύομαι μπορώ αδιαλείπτως
Τα όνειρα μου εσύ, φορούν των φιλιών
σου τα αρώματα, κρατούν την σκυτάλη
του έρωτα και μπροστά σε δικαστές
στέκονται και ζητούν χάρη.

Ξόρκια και μαγικά κόλπα έμαθα πολλά.
Ίσως αυτά με βοηθήσουν κάποτε τις
στράτες σου να διαβώ και να σε φέρω πίσω.
Γιατί όπως και να το κάνεις κάποτε
στον πάνω κόσμο θα βγω.
Το ξέρω πως σταυρωτήδες θα με κυνηγήσουν
κι άκαμπτοι νόμοι θα με περιμένουν.
Μα εγώ όμορφη, με κλωνάρια μυγδαλιάς
θα σε καρτερέψω, τον άπονο χειμώνα να
διώξω από τη ζωή σου και τους φυσικούς
να καταλύσω νόμους.

Η δεύτερη γέννηση μου μέσα στων άστρων
σου την παχιά θράκα θα σημειωθεί.
Με την άνοιξη θα φτάσω φορώντας αέρινα
πέπλα για να τυλίξω το σεπτό σου σώμα.
Η μάγισσα μου αφιλοκερδώς μια άμαξα
θα μου χαρίσει χρυσοποίκιλτη με αυτή
να οδηγηθούμε σε άλλες πολιτείες ερωτικές
εκεί που δεν υπάρχουν του θανάτου οι
σκληροί δεσμώτες με τις τρύπιες βάρκες.  

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2023

Η εξοδούχος του φθινοπώρου

Μαύρα θα βάψω τα νύχια μου, κόκκινα
τα χείλη και θα βγω στην πολιτεία.
Μαζί μου θα πάρω και την ομπρέλα μου.
Όχι πως θα βρέξει αλλά όλη τη νύχτα
με κυνηγούσαν τα δάκρυα σου.
Δακρυσμένος όπως είσαι, φοβάμαι μήπως
ένα απότομο μπουρίνι πιάσει.
Να! σαν να είδα πέρα στον ορίζοντα μια
αστραπή.
Δεν λάθεψα, ένας υπόκωφος θόρυβος φτάνει
ως εδώ, τον άκουσα καλά.
Βροντή ήταν δίχως άλλο.

Τι καλά που πήρα την ομπρέλα, πρέπει την
συννεφιά σου να αντιμετωπίσω.
Πολλά μάζεψες δάκρυα κι όπου να είναι
θα ξεσπάσουν.
Τα μάγουλα σου είναι το χώμα της γης
που ζητά να ξεδιψάσει.
Απορώ κι αναρωτιέμαι πως έφτασες ακόμη
και τα καιρικά φαινόμενα να καθορίζεις.
Μελαγχολικός όπως είσαι ίσως τώρα
πολλαπλασιαστούν και τα πρωτοβρόχια πάνω στη γη.

Σίγουρα θα βρέξει σήμερα.
Σου πάει το φθινόπωρο με τα γονατισμένα
από τη βροχή χρυσάνθεμα.
Ήλιοι είναι αυτά τα άνθη που τα αφόρισε
ο ουρανός και τα έστειλε πάνω στη γη.
Θυμάμαι πόσο σου άρεσαν.
Στην πίσω αυλή τα είχαμε, τα καμάρωνες,
σε παίδευε λίγο η μελίγκρα, τα φρόντιζες.
Στο ανθογυάλι τα έβαζες και φωτίζονταν
το δωμάτιο, το σπίτι, το πρόσωπο σου και
εκείνο το βαρύ μαύρο της καρδιάς.

Έτοιμα τα νύχια μου, καιρός να βγω.
Αλλά το μετάνιωσα δεν θα πάρω ομπρέλα.
Θα την αφήσω εδώ ανοιχτή να προστατεύει το σπίτι.
Τα δάκρυα σου το έχουν διαβρώσει.
Φούσκωσε το πιάνο, το τραπέζι ξεφλούδισε
και τα συρτάρια του δεν ανοίγουν.
Και τι δεν είχες κρύψει εκεί.
Τον νυχοκόπτη, τη χτένα σου, την οδοντόπαστα
και τα ποιήματα του φθινοπώρου.
Δεν με είχες αφήσει να τα διαβάσω,
τα έκρυβες και μόνο στα ταπεινά σπουργίτια
τα απήγγειλες.

Προσπάθησα να σε μεταπείσω μα δεν
έπαιρνες κουβέντα.
Θησαυρός αυτά τα ποιήματα, έλα να τα
διαβάσουμε μαζί.
Καιρός να φύγεις από εκεί ψηλά, λέω πως
πλησίασε πια η ώρα τέλος να πάρουν τα δάκρυα σου.
Δεν νομίζεις πως οι τόσες βροχές δεν θα επηρεάσουν
κι αυτό τον έρωτα μας και δεν θα τον κοιμίσουν πλάι
στα γονατισμένα χρυσάνθεμα; θα λαβωθεί...
Είναι επικίνδυνα εκεί, από τότε που έφυγες
μονοετή έχουν πλέον φύση κι εγώ έχω διαλέξει
να σε θέλω εδώ για πάντα. 

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

Οι παλαίστρες του έρωτα

"Στις παλαίστρες του παράφορου έρωτα
κυκλοφορώ με αψέντι δυνατό στο χέρι."

Στέριωσα την αγάπη στα περβάζια των σύννεφων.
Βρεγμένα έχω ρούχα και μαλλιά και
στα πόδια μου φυτρώνουν λειχήνες.
Νοτερή υδατογραφία το πρόσωπο μου
κλαίει όταν προφέρει το όνομα σου.
Η καρδιά μου ανοιχτός κήπος υποδέχεται
όλα τα χρώματα και τα αρώματα.
Αναρριχώμενα φυτά θωρώ, αγιόκλημα,
γιασεμιά και ρολογιές.
Κοντά μου έρχονται σμήνη μελισσών
απομυζούν χυμούς και μέλι με ταΐζουν
και βασιλικό πολτό.
Βασίλισσα τους γίνομαι και γεννώ
όμορφα παιδιά και τα πιο μεγάλα όνειρα
βλέπω να πραγματώνονται.
Τα καρπώνομαι και το σιροπιαστό
γλυκό της ευτυχίας διαλέγω.

Στέριωσα την αγάπη στην όχθη του φεγγαριού.
Γέμισα κρατήρες, ισχνό φως και τα
ποτισμένα μου φλάμπουρα μου ζεστό
έχουν αίμα.
Εδώ οι στεναγμοί του έρωτα, οι ακίδες
της λήθης και της μνημοσύνης το καλό νερό.
Το πίνω και ομορφαίνω, κερασιάς κλωνάρια
γίνονται τα χέρια μου.
Τον έρωτα παίρνω αλαμπρατσέτα και
διεισδύω στα φαρμακωμένα νερά της
λήθης, πολλά τα προσωπεία της δεν με
ξεγελούν.
Νικητής βγαίνω και για τρόπαια μου έχω
μια αγκαλιά άλικα τριαντάφυλλα.
Στα πόδια σου τα αφήνω περικαλλής να
κυκλοφορείς στον κόσμο.

Στέριωσα την αγάπη στη γειτονιά του ήλιου.
Εδώ ξαναβρίσκω τα πορτρέτα σου που
είχα από χρόνια χάσει.
Αλώβητη η μορφή σου δεν ζητάει καμία
επιδιόρθωση, φωτοστέφανο έχει και λάμπει
Συντροφιά μου έχω τον ανθοφόρο κήπο
της Άνοιξης και τα ωδικά πουλιά.
Πεταλούδες πετούν κι εγώ στα εύθραυστα
φτερά τους γράφω ποιήματα για τον
ηλιόκαλλο έρωτα.
Μου χαμογελάς με γέλιο γήινο παιδιού και
στην υποδοχή σου άγγελοι με χαιρετούν.
Τους καλωσορίζω, στα περιβόλια τους μπαίνω,
σε θεώνω και στων φιλιών το ανασκίρτημα
ζω εξαρχής την ζωή μου. 

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

Χαϊκού των ψαριών

Ουρά του ψαριού
πέταλα της μυγδαλιάς-
λικνιστός χορός.
*
Πλακί το ψάρι
αναμμένα κάρβουνα-
βροχερός καιρός.
*
Ψάρια στα δίχτυα
κορμί ξεροψημένο-
ο λίβας καίει.
*
Λάδι η λίμνη
ψάρι χοροπηδάει -
χορός της βροχής.
*
Χιόνια στις πλαγιές
διάφανα τα κρύσταλλα-
λέπια του ψαριού.
*
Πάγος στη λίμνη
τα ψάρια βουβάθηκαν-
σκιέρ ο ψαράς.
*
Γυμνά τα πόδια
καλαθούνα με ψάρια-
σκηνικό θέρους.
*
Ψάρια σπαρταρούν
ήλιος του αλωνάρη-
ιδρώτας μόχθου.
*
Ψάρι στο φούρνο-
νιαουρίζει η γάτα
τζιτζίκια συνοδοί.
*
Τσαμπί σταφυλιού
τηγανητά τα ψάρια-
τερπνό το δείπνο.
*
Ψάρια του αφρού
γαληνεμένη θάλασσα-
τσιμπούσι γλάρων.
*
Χωνί με ψάρια
βαριά ψαροκασέλα-
ήλιος με δόντια.
*
Ψάρια στον πάγκο
χιόνι ως το γόνατο-
ουδείς πελάτης.
*
Ψάρι αχνιστό
λεμόνια στην πιατέλα -
ούζου καράφα.
*
Χιόνι στην αυλή-
άδεια η αλατιέρα
παστό το ψάρι.
*
Βροχερή νύχτα-
η σούπα στο τσουκάλι
μυρωδιά ψαριού. 

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

Οι αποτρόπαιες μορφές σου

Στιγμές πολλές δεν έζησες
κοντά μου, κρέμονταν στους
ώμους σου φτερά και συχνά
τα δοκίμαζες και από το πλάι
μου σαν νεφέλωμα εξαφανιζόσουν.
Δύσκολα σε παρακολουθούσα,
άνεμος ταχύς σε κυνηγούσε
και στα υπερώα σε έβγαζε,
κονάκι να στήσεις εκεί απόμακρο.
Στη βίγλα σου κανείς δεν τολμούσε
ποτέ να φτάσει καθώς για φρουρό είχες 
βάλει ένα τερατόμορφο ον με δέκα κεφαλές 
κι εφτά δαγκάνες.
Σε φοβόμουν σαν όπως τρέμουν
τα παιδιά τους μασκοφόρους ήρωες.

Βιαστικός ήσουν σαν την πορεία
των κομητών κι έναν ημιτελή πάντα
διέγραφες κύκλο γεμάτο από λευκή
παχιά σκόνη.
Όλος σκεπασμένος με αυτή τη
σκόνη δεν σε αναγνώριζα, μου
διέφευγαν τα χαρακτηριστικά σου.
Μια μπέρτα κάλυπτε το πρόσωπο
σου και σαν ληστής έκλεβες ό,τι από
τα φωτεινά τετράγωνα της ζωής
μου απέμεναν άθικτα.
Στη λαξευτή μου σκάλα ερχόσουν,
εραστής του σκότους, τους πρόδηλους
να γράψεις στίχους σου.
Σε κοιτούσα έντρομη σαν όπως
θωρούν οι γέροντες του θανάτου
την κλίνη.

Ετοιμόρροπος ήσουν, έτριζαν τα
θεμέλια σου κι υπόκωφοι ήχοι
έκαναν τυφλά την εμφάνιση τους
στο στερέωμα σου.
Ισχυροί σεισμοί διατάραζαν την
γεωγραφία σου.
Ύφαλοι έβγαιναν από το στέρνο σου
μικρά νησιά σχηματίζονταν στους
κόλπους της καρδιάς σου.
Κώνοι εξείχαν από τα μάτια σου
και ηφαιστειακή λάβα κυλούσε
στα χείλη σου.
Απομακρυνόμουν να μην με καταπιείς.
Σε παρακαλούσα εμβρόντητη σαν όπως
σεμνά κάνει στην Παναγία το τάμα
της μια μάνα για τον ναύτη γιο της.

Διώκτης εσύ, στόχο έβαζες τα
πικρά μου χείλη, διπλωνόσουν
από αυτά και ερωτικά φιλιά
ζητούσες να πάρεις.
Ένα υπερβατικό ήσουν πλάσμα που
όμοιο με αυτό του ποτέ άλλοτε δεν είδα.
Ένας υποχθόνιος Θεός ψυχορραγούσε
στα πόδια σου και σε μάλωνε.
Δεν συνθηκολογούσες ασυγκίνητος 
την απόλυτη εξουσία του ζητούσες δική
σου να κάνεις.
Άρχος σε θρόνο παγερό, ακάνθινο
φορούσες στεφάνι και στη δούλεψη
σου είχες τοποθετήσει πλειάδες
αστεριών τα σκοτάδια σου να κρύβουν
και το μοχθηρό σου βλέμμα να λειαίνουν.
Σε απέφευγα σαν όπως κρατά μακριά
μια ερωτευμένη κόρη το νερό της λήθης.

Έρωτας δεν είσαι κρυφός, παρά
μονάχα ολοκληρωτικά τη μορφή
μιας δερμάτινης σφεντόνας παίρνεις
που ανηλεώς τις καρδιές σκοτώνει
με τα μυτερά της βότσαλα.
Αποστάλαγμα φωτιάς είσαι, που
βωμολοχεί άγρια και φτύνει ποιήματα
πάνω στις αιμάσσουσες πληγές.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Ο ξεχασμένος κωδικός

Αφιερωμένο στην Αλίκη Πέικου 

Αβάσταχτο να σε αγαπώ καλέ μου
Παίρνω τις μεταξωτές κουρτίνες και
τις σκίζω με τα νύχια μου.
Γαμψά έχω νύχια γυπαετού αφρόντιστα
κι επιτίθεμαι σε ό,τι βρω μπροστά μου.
Μικρά κουρελάκια στα πόδια μου, τεράστιο
έχω μένος κι οργή και πως να σταματήσω δεν
ξέρω, ο εαυτός μου ένας μοναχικός λύκος 
που σε νέες εκτινάξεις όλο πιο αγριωπές 
με πηγαίνει.

Το σπίτι της ψυχής μου καλοσυντηρημένο, 
τραβώ τα παντζούρια, στο ημίφως γράφω
στίχους και διαρκώς πλέκω εκείνη την
βαμβακερή κουβέρτα που σου άρεσε.
Μισοτελειωμένη την είχα από τα χρόνια
που έφυγες.
Πονούν οι καρποί μου μα δεν την αφήνω.
Πετσετάκι πετσετάκι την συναρμολογώ.
Τεράστια έχει γίνει, φτάνει να σκεπάσει
το σπίτι απ' άκρη σε άκρη.

Τα νήματα δεν τελειώνουν πολλά μου
είχες αγορασμένα στο παζάρι, κούκλες
τις έλεγες κι εγώ γελούσα σαν παιδί.
Μακριά τις έκρυψα από τον ήλιο να μην
τις κιτρινίσει και τις φθάρει.
Το λευκό τους με παιδεύει, πώς να συνηθίσεις
τόση λευκότητα μαζεμένη;
Τους άγριους μου θυμίζουν κρίνους που
φύονταν στο πατρικό μου.
Δεν είναι αθώα η ψυχή μου, πολλά μάζεψε
μαράζια που στο τέλος έγιναν αμφορείς
μίσους.

Αβάσταχτο να σε αγαπώ καλέ μου.
Λινά φορώ ρούχα χειμώνα καλοκαίρι.
Δεν κρυώνω, δεν ζεσταίνομαι, το
διαχειρίζομαι.
Φορέματα μακριά ως τα νύχια με ντύνουν.
Αυτά απαιτεί η ψυχή ανάλαφρη για να πετά.
Λευκά κι αυτά όπως τα νήματα λερώνονται
εύκολα και με πηγαδίσιο τα πλένω νερό.
Δεν γαριάζουν, αλυσίδα τους βάζω παρμένη
από τη θράκα της ψυχής.
Με ολόλευκα φτερά μοιάζουν σαν μ' εκείνα
του πουλιού με τη λαλιά στα δημώδη ποιήματα.

Συναγερμούς εσύ είχες τοποθετήσει στο
έμπα της ψυχής κανείς άλλος να μην την
κατακτήσει.
Ξεχνώ τους κωδικούς κι ανελεύθερη μένω
να κοιτάζω το πορτρέτο σου που σε μια
μας έξοδο μια υπαίθρια ζωγράφος σου
είχε φτιάξει, πόσο το πέτυχε!
Έλα μόνο εσύ γνωρίζεις τον κωδικό για να
μου ανοίξεις λιγοστεύει το οξυγόνο,
κουτσαίνουν τα πόδια από την ακινησία,
τα χέρια πονούν και τα μάτια περιορισμένα
όπως είναι δεν βλέπουν.
Απελπίζομαι να δοκιμάζω νέους αριθμούς
και συνδυασμούς, η πόρτα δεν ανοίγει.

Πρέπει να βγω έξω μαζί σου επειγόντως.
Οι αμφορείς γεμίζουν ολοένα, δεν έχω χώρο
να αγαπήσω τον κόσμο.
Απέναντι μένει ένα παιδί που ολοένα μου
ζητά να παίξω μαζί του είναι πολύ καλός
σέντερ φορ.
Έλα για εκείνο τουλάχιστον είναι μόνο
σαν εμένα κι άλλους μπαλαδόρους  δεν 
βρίσκει να κλωτσήσουν τη μπάλα.
Βαρέθηκα κι αυτά τα λευκά ρούχα πήραν
να μοιάζουν με το πρωτόγαλα που ήπια,
να μεγαλώσω θέλω και να κοιταχτώ στους
καθρέπτες των ματιών σου. 

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

Η ιδιόχειρη επιστολή

Τις πρώτες πρωινές ώρες μου έδωσες
το χέρι σου αγάπη μου.
Είχα χρόνια να το σφίξω πολλά.
Αποστεωμένο ήταν και κρύο σαν
τη λαβίδα της τανάλιας που
ξεκαρφώνει τα καρφιά από το
καφασωτό της πόρτας στο σπίτι
μέσα για να μπει ο ξένος κι ο απόκληρος.
Γιατί έφυγες για άλλους κόσμους
αγάπη μου και έτσι σκληρά παραμέλησες
τη ζωή σου και στο τέλος άοπλη κάμφθηκε
η ουσία του ονόματος σου;

Το χέρι αυτό και τι δεν μου έμαθε αγάπη.
Το σταυρό μου έδειξε πως να κάνω
στα θεία να πιστεύω και τα υπερβατά 
θαύματα να προσκυνώ.
Τη γραφή μου δίδαξε, απ' το αλφαβητάριο
πως να τραβώ τα γράμματα και ύμνους
να συνθέτω και ποιήματα προς χάριν
του έρωτα.
Στην ζωγραφική με έμπασε, πως καλά τα
χρώματα να ανακατεύω και τα πορτρέτα
των φτωχών παιδιών να φτιάχνω.
Τις νότες της μουσικής πάνω στην αιθέρια
άρπα μου έδειξε ορατόρια να συνθέτω και
μπαλάντες για την προδομένη αγάπη.
Κεντήστρα με έκανε τη μορφή της 
Μόνα Λίζας να αναπαριστώ με κλωστή 
μεταξωτή. 

Τώρα τι να κάνω που μου διαφεύγουν
όλα και ξεχνάω;
Το χέρι αυτό δεν το γνωρίζω πλέον.
Το καμάκωσε ο χρόνος σαν τη βεντούζα
του χταποδιού πάνω στον απόμερο βράχο.
Έλα πιο κοντά ζωή να του εμφυσήσω
και με του αίματος μου την οργή να το
κλείσω και να το ζεστάνω.
Απ' την αρχή πρέπει πάλι να τα μάθω όλα.
Πένητας της ομορφιάς κι αγράμματη των
στίχων και των χορδών έμεινα να σε
περιμένω αιώνες ψυχρούς.

Έλα με την φωτιά της καρδιάς να
το χαϊδέψω, αφέψημα να φτιάξω και
καυτή σούπα για να δυναμώσει λίγο.
Προεξέχουν οι φλέβες και ομοιάζουν
με φίδια έτοιμα για επίθεση.
Φοβάμαι το δηλητήριο τους και την
κακιά τους γλώσσα.
Λεκέδες σαν σχολικοί χάρτες κρύβουν
την περασμένη του ομορφιά.
Χάνω την όραση μου μπροστά στο
θαμπωμένο τους τζάμι.
Κόμποι σαν τα δεμένα σκοινιά των κάβων
εμποδίζουν την ευλυγισία του.
Ανησυχώ μην μείνει στη μέση το ποίημα
και στερέψει της φαντασίας η κρήνη.
Έλα πιο κοντά το γραμματόσημο να κολλήσω
στο φάκελο που κρατάς, τον ταχυδρόμο
να φωνάξω επιστολή να στείλω ιδιόχειρη
στα μέρη που σε κράτησαν μακριά ποτέ
άλλοτε να μην τα πλευρίσεις. 
Έχω περιφράξει ένα εκτάριο με κυδωνιές
γλυκάκι του κουταλιού να σε κερνάω.

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

Χειμωνιάτικη μαγεία

Άφησε το παράθυρο ανοιχτό να μπει
η σελήνη με τα μακριά της δάκτυλα
να σε χαϊδέψει και σε ονείρατα να σε
πάει φωτεινά μέσα από του Βίνσεντ Βαν Γκογκ
τους άφταστους ηλίανθους.
Στο πιάνο του σαλονιού τα πλήκτρα
απαλά να αγγίξει με μουσικές να ντύσει
τα όνειρα σου έτσι που της καρδιάς σου
το ασταμάτητο ρολόι νέους ρυθμούς
να παίξει ο κόσμος ορθόστηθος να ομορφαίνει.

Είναι καλή η σελήνη κι αν φυσά κι αν
χιονίζει οι ασημιές αχτίδες της σώμα
θα γίνουν θερμαντικό, εσύ να μην κρυώνεις.
Με χέρια και πόδια ζεστά να βυθίζεσαι
στου ύπνου τα δαντελωτά σεντόνια
παρέα με τις μούσες κι άσπιλα να γράφεις
ποιήματα να μην πεινάσει η πλάση θαύματα
και ξαφνικά σωριαστεί ανήμπορη στο βάραθρο
της θλίψης.

Αυτή με το χαμηλό της φως τα σκοτάδια
της λήθης θα παίρνει μακριά και στου έρωτα
θα σε πηγαίνει τους οπωρώνες.
Δες στα χέρια μου τα δώρα της κρατώ από
τα περασμένα μου ταξίδια.
Εδώ τα θέλγητρα κι ο κρυφός έρωτας.
Εδώ τα μεγάλα όνειρα κι οι χυμώδεις
οπώρες.
Εδώ τα σκωπτικά ποιήματα και η μουσική
της μπαλάντας.
Στην αγκαλιά σου τα αφήνω έτσι που να
αποχαιρετάς της μοναξιάς το στοιχειωμένο
σπίτι το στεριωμένο με μπετόν πλάι στους
γκρεμνούς.

Άσε την σελήνη να σε πλησιάσει και μέθυσε
μαζί της μέχρι το ξημέρωμα.
Κρατήρες έχει ανοιχτούς εκεί να σαρκωθούν
όλες σου οι επιθυμίες, στη χόβολη της ρίξε
τα κάστανα της απουσίας κοντά μου να
'ρθεις και να πλαγιάσεις ωραίος σαν άγαλμα
κοιμητηρίου.
Τα σκοτάδια ξέρει να διαχειρίζεται και ασημιά
να ανοίγει μονοπάτια που οδηγούν πίσω από
τον ναό με τα ιερά εξαπτέρυγα και ραντεβού
εκεί να σου δίνει.

Απόψε εσένα διάλεξε επιστήθιο να σε κάνει
φίλο μην την προδώσεις κι άφησε έστω μια
χαραμάδα ανοιχτή.
Στο πιάνο έβαλα τα δικά σου χειρόγραφα
και την ενάτη του Μπετόβεν, έλα μαζί
να ακούσουμε τη μουσική κι άφησε δια παντός
τις κρύες κοίτες και την τάφρο που σε σκεπάζει.
Τις παρτιτούρες έλα να αντιγράψεις πάνω στης
ωλένης τα μούσκλια. 

Την ανάσταση σου λαχταρώ καίγοντας των
λειμώνων τα ασπροκέντητα σάβανα, εμβρυακές
να σου χαρίζω ώρες, στις λίμνες μου να
κολυμπάς κι εγώ να σε γεννάω με κλαυθμούς
μέσα από του έρωτα την σάρκινη μήτρα και
σαν από μαγεία το σώμα μου ξανά να κατοικείς.
Σταυρώνουν τα ρόδα απόψε οι καλφάδες.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023

Η άγνωστη φύση των ποιημάτων

Τις νύχτες επιθεωρώ τα φτερά μου
και βγαίνω στην χώρα της ποίησης.
Τσακισμένα κάποτε τα βρίσκω και
τα μπαλώνω με τη χρυσοκλωστή
του σύμπαντος.
Είναι ο λόγος αυτός που λάμπουν
και από ώρες μακριά ξεχωρίζουν 
σαν τα νυχτερινά φώτα μιας πολιτείας
βυθισμένης στα πλάτη της θάλασσας.
Άστρα μου δίνονται πολλά κι η σελήνη
στο σκάφανδρο της με αφήνει να μπαίνω.
από εκεί να απομυζώ χρυσάφι.

Καλοκυρά η νύχτα με γνοιάζεται και
μου προσφέρει το ζεστό της από
τα εφήμερα όνειρα αίμα.
Βάφονται τα χέρια μου χρυσαφιά και
κόκκινα μα κανείς δεν τα βλέπει.
Κι αν στο διάβα μου κάποιον συναντήσω
ξέρω να τα κρύβω στα συρτάρια της καρδιάς.

Αποφεύγω τους πλατιούς δρόμους ποτέ
δεν μου άρεσε η κοσμοσυρροή.
Η νύχτα αυστηρούς μου βάζει όρους στο
παιχνίδι που ξεκινώ μαζί της.
Τους ακολουθώ και πάμπλουτη με ορίζει
αδερφή της όταν τα ακριβά δώρα της δέχομαι.
Δεν είναι εύκολο πράγμα να επιθεωρείς
την ψίχα του ποιήματος και τα φτερά να
ανοίγεις χωρίς να ακουστείς.

Κοχλαστό το αίμα ζεματάει κι ο χρυσός
βαρύς είναι δυνατά θέλει μπράτσα και
χαμηλωμένο βλέμμα για να καρπίσει το
ποίημα.
Με τα ονειρικά φτερά μου έξω από τα
ανθρώπινα πηγαίνω και σε κάστρα
ετοιμόρροπα καταλήγω καθώς μόνο
εκεί η νύχτα ξαπλώνει παρέα με τους
εραστές της.
Μύρα έχει δίπλα της, λουλούδια φορά
στο κεφάλι άγνωστης προέλευσης και
τα πακέτα των ονείρων ετοιμάζει προς
τους επίλεκτους της να τα στείλει.

Μέσα από αυτά τα εύθραυστα πακέτα την
γνώρισα παιδί ακόμα όταν μονάχη στο
ανατολικό μπαλκόνι ξενυχτούσα κι ήρθε
και με βρήκε συνωμοτικά να μου πει λόγια.
Από εκείνη την στιγμή μύρα έχω στους
κόρφους μου, με αθάνατα λουλούδια
είμαι στολισμένη και ονείρατα υπερκόσμια
στα ράφια μου στοιβάζω.

Μόνο που τα χέρια μου κοίτα καμένα είναι
από τις φωτιές των άστρων και της σελήνης
το καυτό ηφαίστειο.
Εγκαύματα βαθιά πυορροούν, τα φροντίζω
και στον κόσμο τους εισχωρώ το στάχυ
του ποιήματος να θερίσω.
Πάνω στις πληγές αυτές φύτρωσαν
αργά τα φτερά μου με αυτά να ταξιδεύω
στο φευγαλέο μακριά από μικρότητες κι από
το ζιζάνιο του εφικτού που μόνο κλειστές
γνωρίζει φτερούγες.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023

Η θάλασσα του χειμώνα

Η θάλασσα του χειμώνα έχει πηδάλιο
και ταξιδεύει με πολλά μποφόρ.
Έχει δραμαμίνες στη τσέπη και τις
μοιράζεται με τους αθώους ψαράδες.
Ακούει τις προσευχές των μανάδων
και το φωτοστέφανο φορά του Αϊ Νικόλα.
Τα τάματα δέχεται των κορασίδων
και μέσα στα αμπάρια τα βάζει των
σκουριασμένων ρεμουλκών.

Ο ασήκωτος ο πόνος, με γδαρμένα
τα μάγουλα από νύχια νεανικά, την
συνοδεύει στα απατηλά ταξίδια της.
Ζεστό το δάκρυ τροφοδοτεί τα
κυρτωμένα κεριά στο μανουάλι της
Παναγίας.
Μαντίλια άσπρα μοιράζει στους πιστούς
της εκεί να ακουμπούν τους στεριανούς
καημούς τους.

Αντάρτισσα πρώτης γραμμής η θάλασσα
ζώνεται με δυο σειρές από φυσεκλίκια κι
αμολιέται στα ανοιχτά πελάη.
Τις γοργόνες αγαπά και πάνω στις ακμές
των κυμάτων τις βάζει μαζί με τρία
γλαροπούλια που ξεχάστηκαν στην
αγκάλη της κάποιο απομεσήμερο του
Αυγούστου μην ακούγοντας τον απόπλου
από την βραχνή μπουρού.

Κοντοστέκεται δίπλα στους φάρους
και κουβεντολόι πιάνει με τους μικρούς
φαροφύλακες.
Ιστορίες των ωραίων πνιγμένων τους
λέει κι αυτοί δεν παραλείπουν να την
κερνούν τσίπουρο με μέλι και φτωχά
συνοδευτικά πιάτα με ελιές και λιαστή
ντομάτα.
Μάχεται την μοναξιά και μεσίστια απλώνει
πειρατική σημαία στα ξερονήσια.

Λάφυρα έχει στα χέρια της και τα θάβει
δίπλα στα κόκκινα κοράλλια και ξαπλωτά
πάνω σε στρώσεις από φύκια τα ακουμπά.
Με αυτά εξαργυρώνει τις σκοτεινές βουλές
του θανάτου που στην αριστερή πλευρά της
κοιμάται, ροχαλίζοντας δυνατά, πανάρχαιος
και μονήρης.

Η θάλασσα του χειμώνα πλεξίδα μακριά
έχει πειρατική κι ο ένας οφθαλμός της
λείπει έτσι που να μην βλέπει την πορεία
που πρέπει να ακολουθήσουν τα μικρά
πλεούμενα.
Έρμαιο στα χέρια της πάνε του χαμού και
δεν υποκύπτει καθόλου στα παρακάλια τους.
Σαν γόησσα γυρίζει στις σκοτεινές σπηλιές
ζητώντας να δοθεί στον πρώτο τυχόντα.
Πόρνη και Θεά πετά τον βαρύ μανδύα της
και εκδίδεται με αρκετά σοβαρό αντίτιμο.
Κυοφορεί τον ζέφυρο, την τραμουντάνα και
τον αλήτη γραίγο.

Όταν κοιλοπονά οι χαίτες των κυμάτων
την γνοιάζονται κι η τρίαινα του Ποσειδώνα
την συνεπικουρεί.
Είναι να μην πέσεις μπροστά της εκείνη
την ώρα θα σε αρπάξει στα παλάτια της
μαζί με τις κομμένες άγκυρες αδερφοποιτό
της να σε κάνει και ξεχωριστό εραστή της.

Μόνο πρόσεξε σφιχτά να της δέσεις την
μαντήλα, όταν την συναντήσεις, γιατί
αλόγιστη είναι και αμνήμων και πολλούς
ζητάει να έχει παραστάτες στις παρελάσεις
της πλάι στα τρικυμισμένα της καράβια
που βάθρα πονηρών θεών τα έχει κάνει.
Η θάλασσα του χειμώνα έχει το πηδάλιο
του έρωτα για οδηγό βρυχάται και ταξιδεύει
χωρίς φρένα με φαγωμένα τα όκια της.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

Τάνκα 5/7/5/7/7 συλλαβές και με απαραίτητη λέξη το επίρρημα γρήγορα.

Χοντρή η κάπα
γρήγορα πέφτει χιόνι
μοναχού κελί
αναμμένη η σόμπα
τριζοβολούν τα ξύλα.

*
Κρύος ο καιρός
η πυροστιά στο τζάκι
σούπα κοχλάζει
δουλεύουν τα κουτάλια
γρήγορα χορταίνουμε..

*
Θράκα στο τζάκι
τα κάστανα ψημένα
γλυκιά η σάρκα
γρήγορα καταπίνω
ξεγελώ την πείνα μου.

*
Ελάφι περνά
οι κυνηγοί έφυγαν
λαλούν τα πουλιά
γρήγορα ανασαίνει
τα πόδια βγάζουν σπίθες.

*
Φλοκάτες χοντρές
η νεροτριβή πλένει
κύκλοι του νερού
ξαποσταίνουν οι κυράδες
γρήγορα τσιμπολογούν.

*
Φτάνει το βράδυ
αραιό πέφτει χιόνι
άσπροι οι θάμνοι
παιδιά τρέχουν γρήγορα
χιονόμπαλες στα χέρια.

*
Ίσκιοι στον τοίχο
αναμμένο μαγκάλι
τρίζουν κάρβουνα
γρήγορα ζεσταίνομαι
πετώ το πανωφόρι.

*
Παγωνιά γύρω
σταλακτίτες στην στέγη
τρίζουν κρύσταλλα
χουχουλιάζω τα χέρια
σπίτι φτάνω γρήγορα.

*
Νύχτα μάγισσα
απόκοσμοι οι ήχοι
λάμψη αστεριών
πετά μια κουκουβάγια
γρήγορα πέφτει χιόνι.

*
Μικρό σπουργίτι
φτεροκοπά γρήγορα
ζεστασιά ζητά
ψίχουλα ψωμιού σκορπώ
τη χούφτα μου ανοίγω.

*
Ομίχλη πιάνει
το χιόνι δύο πόντους
άσπρος μανδύας
γρήγορα τρίβω χέρια
πέφτουν στο κρύο μύτες.

*
Άστεγος ξυπνά
χαρτόνια έχει στρώμα
κουβέρτες ψιλές
γρήγορα φτιάχνει τσάι
λιγοστά τα κέρματα.

*
Αφράτο χιόνι
πατημασιές στην πόρτα
γρήγορα κλείσε
άστρα πέφτουν στη στέρνα
ο άνεμος δρεπάνι.

*
Άγρυπνος σκύλος
το κόκκαλο γυρεύει
στοίβες το χιόνι
γρήγορα σκάβει λάκκο
αχνίζουν τα ρουθούνια.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2023

Το διπλό νύχι του πατέρα

Πόσο σπανάκι, πόσα αντίδια, 
πόσα σέλινα κι άλλα μυρωδικά 
πέρασαν από τα χέρια σου πατέρα;
Βυθισμένος στο χώμα, μαύρα
τα νύχια σου και σκληρά σαν καλάμι
ή σαν σχιστόλιθο από το αρρενωπό βουνό.
Έξυνες το γούλι απ' το σέλινο,
καθαρό να το αγοράσουν οι καλοκυράδες.
Πρώτο πόστο στο παζάρι με 
παλάντζα ακριβείας, παραδίπλα
σου ένας χοντρός ορεσίβιος που
έστριβε διαρκώς το μουστάκι του.
Τα ξεπουλούσες τα χορταρικά όλα,
πολύ πριν από αυτόν.

Άσαρκος ήσουν πατέρα με κάτασπρα
δόντια και μαυριδερό δέρμα.
Η μάνα σου σε ξέχασε στη νάκα
μωρό ακόμη κι ο ήλιος σε πήρε και 
σε έψησε.
Μήπως πατέρα κατσιβέλα σε έφερε
για μαγιοπούλα για γενιά ξένη;
Καταπώς έλεγε η γιαγιά.
Αστειεύομαι...
Έπλενες ταχτικά τα πόδια σου στην 
χτυπημένη τσίγκινη λεκάνη, μαύριζε
το νερό πατέρα.
Βυθισμένος στο χώμα μια ζωή με 
παροιμιώδη ευστροφία πώς τα χάλασες
στο τέλος με τα γράμματα;
Τρίτος μαθητής στο σχολαρχείο αλλά τη γη
εσύ διάλεξες ή με το στανιό σου εδόθη;
Τα ατίθασα τσουλούφια στην κορυφή 
του κεφαλιού με ζαχαρόνερο τα πέρναγες
για να ισώσουν και τον τελευταίο
καιρό θυμάμαι με μπριγιαντίνη.

Δάκρυζες εύκολα πατέρα μα δεν 
γνοιαζόσουν τόσο τις αγκαλιές.
Διψούσαμε πατέρα για την σκέπη σου 
μα εσύ καντήλια άναβες στους Αγίους 
και μάζευες στις ρεματιές σπαράγγια.
Διψούσαμε πατέρα το χαμόγελο σου 
μα εσύ με ένα τσαπί μάλωνες με τις πέτρες
και τους χοντρούς σβώλους και την αγία
γραφή διάβαζες με τα πουλιά παρέα.
Σώμα μυώδες, σάρκα και κόκκαλα ένα.
Κρησάριζες το χώμα και το όργωνες με
τα τσιμεντένια μπράτσα σου μόνο.
Η φοράδα ξεκούραστη χλιμιντρούσε στο
κατώι. 
Μόνο κάθε Σάββατο της φερόσουν 
σκληρά σαν ήταν στο παζάρι να πας
με δυο μεγάλες κοφίνες ζωσμένες γύρω 
στην κοιλιά της.
Πόσες χιονίστρες, πόσο θειάφι, πόσο λίπασμα
και κουρνιαχτός πέρασαν από τα 
χέρια σου πατέρα;

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Ο επιστήθιος φρουρός

Κάθε μέρα απουσίας σου και μια διαμάχη, 
ένας ανεκπλήρωτος έρωτας που φυγαδεύτηκε
στον ουρανό και συλήθηκε από κοντάρια 
αρχαγγέλων αιχμηρά.
Αμέτρητες οι μέρες κι ο έρωτας επιθετικό σκυλί 
στα πόδια να παραφυλά πότε την καρδιά σου 
θα αρπάξει.
Κυνηγόσκυλο που ονομαστές έδωσε μάχες 
ορμίζοντας πλάι στην καπνιά της καραμπίνας.
Δασύτριχο λαμπραντόρ που κάθε που πιάνει 
ο χιονιάς βγαίνει στην αυλή τις απροστάτευτες 
να πνίξει όρνιθες ζητά.
Αλσατίας λυκόσκυλο που παιδεύεται την ουρά 
του να πιάσει, ζαλίζεται προς στιγμή και τείνει 
το βλέμμα  προς στον ουρανό σύμμαχο 
για να βρει, ένα σύννεφο με σκούρα ουρά.

Πιστός μου σύντροφος εσύ καταλύεις τις θύρες 
μου κι έρχεσαι πότε με ένα ορτύκι στο στόμα.
πότε με δύο ματωμένα πούπουλα κι άλλοτε 
πάλι με ένα παιχνίδι στα δόντια.
Στα πόδια μου διαρκώς μπερδεύεσαι, βογκώντας.
Οικόσιτο σε έχω φρουρό και πολλά μου κάνεις 
νεύματα συμπάθειας όταν στο κελάρι μπαίνω
λίγο για να κολατσίσω.
Ξερογλείφεσαι, περιμένεις, με την γλώσσα έξω 
λαχταράς, το δικό σου φαΐ  να σου φέρω. 
Σάρκες ωμές να σε ταΐσω με μπόλικο λίπος
στα πλευρά.
Στέκεσαι πάντα καρτερικός σαν τον έρωτα που 
ξενυχτά στα βρεγμένα σεντόνια και με ανθρώπινες 
σάρκες τρέφεται.
Κάθε μέρα απουσίας σου κι ένας ανεκπλήρωτος 
έρωτας που γλείφει στωικά το πληγωμένο του πόδι,
ένας μυθικός περιφρονημένος Άργος.

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Λαφοπηδησιά

Γλυκός ο καιρός φέτος άφησε τα φύλλα
της συκιάς ως τον Δεκέμβρη πάνω στα δέντρα.
Χνουδάτα στέκουν και το ψεύτικο φιλί
διαλαλούν αλλόφρονα στα πετεινά.
Ζηλεύουν τα παιδιά και ασυγκράτητα τρέχουν
στους αχυρώνες το θεατρικό της αγάπης να παίξουν.
Πλατύφυλλοι έρωτες ζωντανεύουν κάτω
από το χώμα κι αποφασίζουν να μην γεράσουν.
Άδικοί έρωτες του χαμού, και να που
δεν δείλιασαν τους σπόρους να καρτερέψουν
μαζί τους να βγουν στο κατώφλι της γης.
Κατανόηση είχε του χειμώνας η μαγκούρα.
Σαν να ξελογιάστηκε απ' τα φιλήματα της Άνοιξης
κι άρπαξε πολλές από τις νύμφες της
και ξεμπράτσωτες στο χορό τις έσυρε .
Παρέα ακολούθησαν οι αναμάρτητες
κόκκινες ανεμώνες που στα διάσελα
σαν πεταλούδες λικνίζονται στον αέρα.
Ψυχροί εραστές δεν ήρθαν για να τους
βατέψουν το ισχνό κορμί και αειπάρθενες έμειναν,
γοργά τα στεφάνια να πλέξουν του έρωτα.

Μεγαλώνουν στο διάβα τους οι μέρες
και το αγριόχορτο θυμώνει και λουλούδι
θέλει να βγάλει, ένα κίτρινο σκουλαρίκι.
Σούσουρο μεγάλο στο δάσος ακούστηκε.
Ξαφνιάστηκαν τα λάφια κι είπαν να ανοίξουν
σταθερά το βήμα τους παίζοντας άρπα με του
Φλεβάρη το ασταθές αριθμητήριο.
Πηδούν στα πεζούλια ανάστατα και καρτερούν
την κύλικα του ζευγαρώματος να δεχθούν.
Της μικρής Περσεφόνης τη ξανθιά κόμη, τρίχα
τρίχα θέλουν να ξεμπερδέψουν
κι απ' τα σκοτάδια να την τραβήξουν αψηλά.
Η ζωή να επιστρέψει πρασινίζοντας τους
γύρω λόφους με μούσκλια παχιά κι οργιώδη.
Περδικάκια να προβάλλουν στους αγρούς
κι από το θυμίαμα τους οι πλάκες
των νεκρών να ανοίξουν κι ολοταχώς
στην ζωή να ριχτούν καλοσυνάτοι κι ωραίοι
απελευθερωμένοι απ' τους βρόγχους τους.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

Αντλίες φωτός

Είναι καιρός τώρα που κατοικώ
τους ουρανούς σου.
Πλούσια νιώθω κι ευλογημένη.
Τις νύχτες μαζεύω αστερόσκονη
σε σατέν σακουλάκια.
Πληγώνομαι λίγο μα τα καταφέρνω.
Σπινθήρες βγάζουν τα άστρα
και με καίνε.
Το τσακμάκι του παππού μου
θυμίζουν που σαν άτακτο παιδί
κρυφά έπαιρνα και το άναβα.
Έχω μαζέψει πολλά από αυτά
σακουλάκια.
Στολίζω τους σκοτεινούς μου
στίχους, αέρα τους δίνω και φως
στα χάη να αιωρούνται κι
επιλεκτικά να διαλέγουν
αναγνώστες.
Είναι αμαρτία να φέρουν
μέσα τους τόσο σκότος και αίμα
τα τραγούδια μου.
Ο κόμπος στο λαιμό σφιχτός
πρέπει να τον ξεσφίξω και
να προσέξω να μην πέσω
απ' το σκαμνάκι.

Είναι καιρός τώρα που κατοικώ
τους ουρανούς σου.
Μετέωρη νιώθω και δυνατή.
Τις ημέρες γνέμα τραβώ
από τον ήλιο.
Σε κουβάρια το μαζεύω.
Στο ψάθινο καπέλο μου
τα τοποθετώ.
Εργάζομαι εντατικά.
Βγαίνω στην πόλη
κι ακτινοβολώ.
Όλοι με κοιτάζουν περίεργα.
Πολλά έχω κουβάρια.
Στους ανθρώπους με τα
σαραβαλιασμένα πόδια τα
χαρίζω, ενέργεια να πάρουν
κι ορθοί να περπατούν.
Έτσι έχω φτιάξει ένα
ολόκληρο στράτευμα
με φωτεινούς ανθρώπους
Είσαι κι εσύ ο ένας από
αυτούς.
Επικεφαλής του στρατού μου
γίνεσαι και τα τάγματα μου
οδηγείς.
Δεν μου λείπεις, τα πυρωμένα
κουβάρια δώρα σου είναι.

Αγαπάς την άνοιξη
και το καλοκαίρι τότε
που το φως ανελέητα χτυπά
τον κόσμο.
Εγώ φροντίζω απ' τους χειμώνες
φωτεινές μέρες να αποσπάω
Αλκυόνες με συντροφεύουν
και στο πέτο μου πάντα
καρφιτσώνω ένα κλαράκι
ανθισμένης αμυγδαλιάς.
Τα καταφέρνω μια χαρά.
Στις εκστρατείες μου
μόνο προσέχω κι άλλους
ακόλουθους να βρίσκω
έτσι που να μην κρυώνεις
στα σκιερά που κατοικείς
μονοπάτια.
Αρχηγό του φωτός σε διορίζω
και μαγικά κόλπα κάνω
κοντά μου να έρχεσαι.
Επικεφαλής πάντα εσύ, τους
στίχους μου τους λουσμένους 
από αστερόσκονη
να απαγγέλλεις και μπροστά
να τραβάς σαν άρχος του έρωτα. 

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

Το πένθος της μαμάς

Η μαμά φόραγε πάντα το ίδιο μπεζ μπλουζάκι.
Όμορφο ρούχο, αμερικάνικο με γιακαδάκι
και τρία κουμπιά.
Τσίτα στο σώμα της αναδείκνυε τον πλούσιο
μπούστο της και την λεπτή της μέση.
Δεν άλλαζε ρούχο η μαμά, δεν μύριζε ο ιδρώτας της,
δεν πυορροούσε η καρδιά της.
Το έπλενε αποβραδίς για να το έχει καθαρό το πρωί.
Της πήγαινε πολύ η φρεσκάδα του.
Καμάρωνε δίπλα στους καθρέφτες, στις τζαμαρίες
και στο νερό της λεκάνης.
Εμείς της λέγαμε να αλλάξει, να δούμε κι αλλιώς
την εικόνα της, να φορέσει εκείνο το
φούξια πουκάμισο με αμυγδαλιά να μοιάζει.
Χαμογελούσε, μας χάιδευε τα μαλλιά κι έμενε
ακλόνητη στην επιλογή της.

Εγώ δυστροπούσα πιο πολύ απ' όλους.
Εκείνο το μπεζ μπλουζάκι, το τσιτωτό
με είχε κουράσει, το εχθρευόμουν.
Μια νύχτα που τα αστέρια δεν με άφηναν
να κοιμηθώ έκανα το μεγάλο βήμα
να καταστρέψω την μονότονη εικόνα της μαμάς
και να την δω επιτέλους να μοιάζει
σαν αμυγδαλιά ανθισμένη.
Ξετρύπωσα το ψαλίδι, κατέβασα το νωπό
ρούχο απ' το σκοινί της αυλής και σφιχτά
το κράτησα στα χέρια σαν να το νανούριζα.
Άρχισα να κόβω το ρούχο, δεν πρόσεξα
και αίμα ανάβλυσε από το πόδι μου.
Είχα κοπεί για τα καλά.
Ακόμα έχω αυτό το σημάδι σαν να ήθελε
μέσα από τον ύπνο της αυτή να με μαλώσει
ή να με εκδικηθεί.

Έδεσα το τραύμα μου πρόχειρα και συνέχισα
το καταστροφικό έργο μου.
Είχα μια κούκλα μονοπόδαρη που φορούσε
ένα πολύ φτηνό τσίτι, δεν μου άρεσε καθόλου.
Θα της έραβα ένα καινούργιο φόρεμα απ' το
κομματιασμένο μπεζ μπλουζάκι.
Όλη τη νύχτα πάλεψα με βελόνες, κλωστές, δακτυλήθρες.
Τα κατάφερνα πολύ στην ραπτική.
Έτοιμο το φόρεμα στα χέρια μου, χάρηκα
και το έβαλα στην μονοπόδαρη κούκλα μου.
Πόσο την άλλαξε δεν φαντάζεστε.
Μπούστο στητό, μέση δακτυλίδι, ώμοι γραμμένοι.
Πήγα για ύπνο με το ξημέρωμα έχοντας στο
πλάι του μαξιλαριού μου την κούκλα μου κι ένα
αίσθημα αυτάρκειας.

Η μαμά όταν ξύπνησε κι αντιλήφθηκε
την σκανταλιά μου δεν είπε τίποτα.
Βουβή η μαμά πάντα. μαζεμένη μαζί με τα
αμέτρητα οικογενειακά μυστικά.
Δεν ξέρω αν με συγχώρησε, δεν μου
ανάφερε τίποτα ποτέ.
Η μαμά πένθησε το μπεζ μπλουζάκι της
κι έκτοτε φόρεσε δια παντός μόνο μαύρα ρούχα.
Είχε πολλά μαύρα ρούχα από το ξόδι του αδερφού
μας κρυμμένα στο σαρακοφαγωμένο σεντούκι
Ούτε κουβέντα δεν έπαιρνε για εκείνο το φούξια
πουκάμισο που θα την έκανε να μοιάζει με
ανθισμένη αμυγδαλιά.

Την παρακάλεσαν τα αδέλφια μου αδίκως
Εγώ κρυβόμουν στον αχυρώνα παρέα με την κούκλα μου.
Μια μέρα δεν άντεξα μετάνιωσα και βγήκα.
Πήρα την μονοπόδαρη κούκλα και της την έδειξα.
Δεν είπε τίποτα.
Την ταρακούνησα, έκλαψα δυνατά, μαζεύτηκα
σε εμβρυακή στάση.
Δεν λύγισε παρά μόνο άρχισε να μου
χαϊδεύει τα μαλλιά και να μου πλέκει πλεξίδες.

Από εκείνη την στιγμή και πέρα οι ενοχές
ως σήμερα με παιδεύουν κι εφιάλτες μου γίνονται.
Ξέσπασα στο παιχνίδι μου με φρικτό τρόπο.
Πήρα την κούκλα, την ακρωτηρίασα,
απ' το πολύ γινάτι μου, και την παράχωσα
κάτω από την ανθισμένη αμυγδαλιά,
πλάι στην χαμένη εικόνα της όμορφης μαμάς μου.
Κράτησα μόνο το κομματιασμένο ύφασμα,
το αυτοσχέδιο φόρεμα που έμελλε
να γίνει η αρχή του πένθους για όλη την φαμίλια.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023

kyoka (σατυρικό είδος με 31 συλλαβές)

Στομάχι άδειο
εκρήγνυται ηφαίστειο
μαύρες οι πέτρες
πυρακτωμένη λάβα
τρεχάτε ποδαράκια μου.

*
Αγάπης γραφή
ο ταχυδρόμος φεύγει
κλειστή η πόρτα
ηφαίστειο τα φιλιά σου
μονογαμικός μένω.

*
Λάβα ηφαιστείου
εποχικά τα φρούτα
σήπονται μήλα
τρόμος χτυπά τα πλήθη
ξεκάλτσωτη η κόρη.

*
Βρυχάται η γη
το ηφαίστειο ξυπνάει
μαύρα τα μάτια
ποτάμια λάβας κυλούν
μύρια μερμήγκια τρέχουν .

*
Σιγανή βροχή
το ηφαίστειο μουγκρίζει
κοιλιά αδειανή
μουκανίζουν τα ζώα
ανεπρόκοπη νύφη.

*
Πέτρινο σπίτι
απλωμένο σεντόνι
ήχος τρομερός
ένα ηφαίστειο ξυπνά
τρελά πλοκάμια τρέχουν.

*
Εύφλεκτη μάζα
βουνίσια τα μάγουλα
ανάρια δόντια
ηφαίστειο τα λόγια του
βουλευτής από σόι.

*
Γαλανή μέρα
κοιμάται το ηφαίστειο
κρόκοι στο χώμα
βρυχηθμοί ακούγονται
ερωτευμένοι γάτοι. 

Οι θαλασσογραφίες

Βαδίζανε μέσα σε ένα βαθύσκιωτο
δάσος αγκαλιά.
Αυτή κι ο νέος της έρωτας.
Δεν υπήρχαν μονοπάτια, άντε και στενά
δρομάκια να πεις παρά χωμάτινοι λεωφόροι
με πολλές στροφές χωρίς σήματα.
Αρρενωπό το βουνό, συνόρευε με τη θάλασσα.
Στο τέλος της πορείας όμως θα κατέφευγαν σε αυτή.
Προηγούνταν άλλα.
Μπροστά τους το μοναστήρι με τις παλιές
βυζαντινές εικόνες και τα τάματα.
Ένας γρήγορος λαγός στάθηκε μπρος τους.
Τους κοίταξε τρομαγμένος κι ύστερα χώθηκε
στο λαγούμι του, πίσω από τις φτέρες.
Το δάσος κελαηδούσε, μια ορχήστρα εγχόρδων
ακούγονταν κι ήταν τα πουλιά εκεί που δεν έλεγαν
να σταματήσουν.
Περιπλανήθηκαν ώρες πολλές.
Οι δρόμοι τους αγαπούσαν.
Η άγρια πανίδα τους ήθελε.
Το μοναστήρι είχε μια στέγη από κόκκινα κεραμίδια.
Έφτασαν σφιχταγκαλιασμένοι, προσκύνησαν
Μύριζε λιβάνι, λιωμένο κερί, ρετσίνι
από τα γύρω δέντρα κι αγριολούλουδα.

Αφού επιτέλεσαν το καθήκον τους,
κίνησαν για την θάλασσα.
Ένα παραθαλάσσιο σπίτι τούς περίμενε.
Γύρω γύρω θάλασσα κι αυτό στην μέση ίδιο
με μια μικρή νησίδα με κύματα που πολλούς
παραθεριστές δέχονταν.
Αίθουσες μεγάλες με πολλά ράντζα κι ένα
κοινό ντους για να ξεπλένουν την αλμύρα.
Ο ιδιοκτήτης αυστηρός έκρυψε τις βαλίτσες
τους σε έναν χώρο που έμοιαζε με αποθήκη.

Φόρεσαν τα μπανιερά για να κατέβουν στην
θάλασσα.
Σκάλες πολλές μαρμάρινες οδηγούσαν σε αυτή.
Στριφογυριστές σκάλες κατηφορικές κι επικίνδυνες.
Είχαν και κουπαστή για να κρατιέσαι.
Η θάλασσα μπροστά τους κατανεμημένη σε
μεγάλα τετράγωνα οικόπεδα.
Ο καθένας είχε και το δικό μετρικό σε αυτή.
Απόρησαν, άφησαν τις αγκαλιές, έπρεπε να
χωριστούν και να διαλέξουν το δικό τους
περιορισμένο χώρο.
Συνηθίσανε κολύμπησαν και δεν παραβίασαν
ούτε στιγμή τα όρια.

Σαν βγήκαν στην ακτή ένωσαν πάλι τα
σώματα τους, αγκαλιάστηκαν όπως για
πρώτη φορά.
Σφούγγισαν την αρμύρα με τις πολύχρωμες
πετσέτες τους κι αφέθηκαν στον ήλιο.
Έμειναν πολλή ώρα, στέγνωσαν.
Καθυστερούσαν, σκέφτονταν τις μαρμάρινες
σκάλες και τον δύσκολο τώρα ανήφορο.
Έπεσε ο ήλιος και πήραν να φύγουν.
Αφού λαχάνιασαν ανεβαίνοντας, περιέργως
δεν βγήκαν στο σπίτι αλλά στο δάσος με το μοναστήρι.
Η νησίδα είχε εξαφανιστεί.
Η θάλασσα χιλιόμετρα μακριά.
Τα υπάρχοντα τους κατασχεμένα στις άλλοτε αποθήκες.

Αγκαλιάστηκαν φοβισμένοι, δεν ήταν οι ίδιοι.
Είχαν απωλέσει την νεότητα τους και σαν
δυο γέροντες έμοιαζαν τώρα που κούτσαιναν
και τραύλιζαν.
Άδοξο είπαν, πήγε το ταξίδι τους.
Έφτασαν στο μοναστήρι κι εκεί δέθηκαν
με τις ευωδιές και τα αρώματα και μόνασαν.
Αφιερώθηκαν στα θεία, άλλαξαν ριζικά
και μπήκαν κάτω από τα φαρδιά τους
κατάμαυρα ράσα, πουθενά η θάλασσα.
Μόνο που οι βυζαντινές εικόνες είχαν εξαφανιστεί
και τη θέση τους είχαν πάρει σπάνιες θαλασσογραφίες. 

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

Μεταμορφώσεις

Καλέ μου εσύ, φόρεσες όλα τα άστρα
και τους πλανήτες για να σε βλέπω.
Εδώ ο Ωρίωνας, εδώ η Πούλια, εδώ
ο Κρόνος και η απόμακρη Αφροδίτη.
Φωτεινός κι απόκοσμος έγινες
στις νύχτες μου να κυλάς σαν
τρένο ονειρικό που μασάει κάρβουνο.
Κατά κύματα με πλησιάζεις και καρτέρι
σου στήνω, χάνεσαι.
Φωτεινή πεταλούδα που η απόχη μου
δεν φτάνει, αγκομαχάω μια στιγμή να σε βρω
μα πονηρά στις φυλλωσιές κρύβεσαι,
σε χάνω.
Ταλαντεύεσαι σε δάσος παρθένο με τα
φτερά σου ολάνοιχτα, αχ πως με παιδεύεις.

Έρχεσαι φεύγεις σαν μέλισσα που
ξέφυγε από το μελίσσι και ανθούς
ψάχνει αμάραντους το νέκταρ να τρυγήσει.
Απείθαρχος φεύγεις μακριά και κόσμους
άλλους αναζητάς και νέα στέγη στήνεις.
Πάνω στα ακρολίθια του ποταμού ζυγιάζεσαι.
Σε συμβουλεύω, εκλιπαρώ εδώ να μείνεις.
Κερήθρα που θα βρεις να αποθέσεις
τους χυμούς σου; Αντιτίθεμαι....
Δεν συλλογάσαι τίποτα, αλαργεύεις μόνος
αφού από πάντα μια ατίθαση είχες καρδιά.
Μέλισσα μου με το αριστερό σου φτεράκι
σκονισμένο πάνω στον ζεστό καρπό μου
έλα να καθίσεις να μεταμορφωθώ.

Ντύθηκες όλα τα χρώματα του ουράνιου
τόξου όμορφο να σε ποθώ και να σε βλέπω.
Τα πουλιά με τα ζωηρά πετάγματα αγαπάς
κι αυτά ολοένα πλησιάζεις.
Μίλησα μαζί τους και μου είπαν πως εδώ
δεν μπορείς να έρθεις.
Ένας σταυραετός μάλιστα μου μαρτύρησε
πως αίμα ανταλλάξατε σκοπεύοντας για πάντα
να μείνετε φίλοι κι αδερφοί.
Τον ζήλεψα σαν μου έδειξε την πληγή στον
αδούλωτο λαιμό του.
Τα χνάρια σου έψαξα, μια ρανίδα δική σου
ζήτησα έστω να βρω.
Δεν με κατανόησε, δεν με συμπόνησε και
έφυγε πετώντας μακριά.
Πρόλαβα ευτυχώς να καρφώσω στα ακρονύχια 
του μια γραφή δική μου, ένα ποίημα λατρείας,
ένα σονέτο του έρωτα.
Ραντεβού κρυφό σου έκλεισα πλάι στα
ασβεστωμένα σήμαντρα.
Αρκεί να θελήσεις να διαβάσεις τις πεθυμιές μου,
αρκεί να με νιώσεις και το αδύνατο νικήσεις
και κοντά μου έρθεις μαζί με όλη σου
την κουστωδία κι εγώ στο νυχάκι
του ποδιού μου θα σε κρύψω ποτέ να μην χαθείς.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Αδικαίωτοι αγώνες

Εκθειάζω την ομορφιά σου αγάπη μου.
Στο πρόσωπο σου στέκομαι.
Χείλη ηδονικά, παρειές από σκούρο μετάξι,
γλώσσα σοφή που για επαναστάσεις μιλούσε.
Τα μάτια σου αναθυμάμαι.
Ευθύβολο βλέμμα καθαρό που μέσα τους
νέα τοπία ανακάλυπτα.
Οροσειρές με έλατα, κάμπους με σιτηρά ώριμα,
θάλασσες που μέσα τους ανάπνεαν ζωή οι δέκα ναυαγοί.
Τα μάτια σου, ο χάρτης που δεν πρόλαβα να ξετυλίξω.
Έχασα τον δρόμο μετά από αυτό.
Στενάκια με πνίγουν και φιδίσια μονοπάτια
άγνωρα με περισφίγγουν.
Χάνομαι, βουρκώνω, θλίβομαι.

Αλάνες τα μάτια σου που δεν με πήγες ποτέ να δω.
Καθρέφτες που ένας υπέργηρος αλήτης έσπασε.
Έφυγες κι απώλεσα τις συνοικίες, τις γεμάτες
από παιδιά ανέμελα που έπαιζαν κουτσονήλιο,
μήλα και αμπάριζα.
Κρατώ τα κομμάτια και να τα συναρμολογήσω
δεν μπορώ, πάντα μου λείπει ένα βασικό κομμάτι,
το ψάχνω, μήπως το πήρες;

Εκθειάζω το σώμα σου αγάπη μου
και μέτρο δεν βρίσκω για να το περιγράψω.
Κορμί, στητό κυπαρίσσι, που αναπνέει ελευθερία.
Στέρνο, πλατεία με πολύχρωμα μπαλόνια.
Με μάγους που από το καπέλο τους βγάζουν
ζαχαρωτά και μακριά μαντήλια που τους λαιμούς
των κοριτσιών στολίζουν.
Μα δεν ξεχνώ να υμνώ τα καλόβολα χέρια σου.
Πεύκου κλωνιά που με αγκάλιαζαν σφιχτά τις νύχτες.
Νύχτες ατέλειωτες που ξημέρωμα δεν είχαν.
Νύχτες με χτυποκάρδια, μεθυσμένες από δροσοσταλίδες
που τρεμόπαιζαν πάνω στα πέταλα μιας μαργαρίτας.

Τα χέρια σου κουπιά που οι αλιείς ζηλεύουν.
Τις θάλασσες εσύ μου γνώρισες κι από την
καλή σου ψαριά δείπνα εκλεκτά μου ετοίμαζες.
Μου αρκούσαν, μου περίσσευαν.
Τώρα πεινώ, ο άρτος λειψός δεν πολλαπλασιάζεται.
Εσύ ο θαυματοποιός, εσύ ένας φιλεύσπλαχνος θεός
που μαζί του πήρε τα ανείπωτα λόγια.
Πώς να τραφώ;
Πώς να γράψω;
Ημιτελή μένουν τα ποιήματα.
Τα φασκιώνω να μην χαθούν.

Οι σημερινοί στίχοι μου επίλογο δεν θα έχουν.
Κλαψιάρικα παιδιά θα μοιάζουν που το πάνινο τόπι
κλωτσούν σε μια φτωχική γειτονιά.
Έλα να τους στήσεις τα δίχτυα.
Να σουτάρουν θέλουν και με ιδρωμένα
τα σώματα τους ύστερα να γιορτάσουν.
Εσύ θα πάρεις τους πόντους όλους
και στην κορφή θα αναρριχηθείς.
Τα ποιήματα που άφησα στη μέση σε καλούν..
Τους δίκαιους αγώνες σου θέλουν να ιστορίσουν.
Αυτούς που δεν πρόλαβες εδώ πέρα να τερματίσεις.
Το σκορ έλα να ανοίξεις, πριν η σφυρίχτρα
τη λήξη σημάνει κι αδειάσει η κερκίδα..... 

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023

Η διαρκής δίψα

Υπάρχεις στην μαρμάρινη κρήνη
που πρόπερσι είχε στερέψει και τώρα
σταγόνα σταγόνα φτύνει το βουνίσιο νερό.
Κρήνη στα ριζά του λόφου που τη δίψα
αδυνατεί να καταλαγιάσει.
Έρχονται εδώ τα μουλάρια τα φορτωμένα
με καλαμπόκι να ξεδιψάσουν λιγάκι.
Λίγο το νερό, στεγνή η λακκούβα, το ρυάκι
πεθαμένο κι η κρήνη μισοξεραμένη.
Αναπηδούν τα ζώα και χώνουν τη μουσούδα
τους στο άφταστο κενό.
Νερό ζητούν τρεχούμενο.
Κεφαλάρι ζητούν μεγάλο.
Στέρνες ζητούν με φρέσκα μούσκλια,
ως τη μέση του τσιμέντου γεμάτη.

Τα αφεντικά τους, τα κουρασμένα από
τους δρόμους, στέκουν για λίγο και
τα αφηνιασμένα ζώα απ' τα καπίστρια
πιάνουν.
Τα ημερεύουν, δένουν πιο σφιχτά το φορτίο
τους και νερό τους δίνουν από το παγούρι τους.
Έπειτα βγάζουν τις πετσέτες με το προσφάι,
τις ξεδιπλώνουν πάνω στο μαρμάρινο πτερύγιο.
Τρώνε ξερό ψωμί, ψημένο κεφαλοτύρι
και ελιές μέσα απ' την άρμη.
Μένουν εκεί για λίγο και μια βλαστήμια
ξεφεύγει απ' τα χείλη τους.
Σταγόνα σταγόνα η κρήνη παρακολουθεί
αναστατωμένη, φοβάται μην αποξηραθεί
εντελώς.

Βροχές δεν έριξε εδώ και τρία χρόνια,
χιόνια δεν έπεσαν, χαλάζι δεν ήρθε και
βροντές δεν ακούστηκαν στα χάη.
Η μαρμάρινη κρήνη αναθυμάται τις παλιές δόξες της.
Τότε που ο έρωτας πηγαίο ήταν θαύμα.
Τότε που η αγάπη μοίραζε απλόχερα αντίδωρο.
Τότε που το νερό με δύναμη εκτινάσσονταν
από τον κορμό του βουνού για να ξεδιψούν
όλα τα γήινα πλάσματα.
Φθίνει κι αυτό το νερό σαν έφυγες.
Φθίνει το χώμα και το σκαλοπάτι που
πατούσες για να δώσεις το φιλί.
Φθίνει ο αέρας που χνώτιζε τους
υαλοπίνακες της λίμνης.
Φθίνω κι εγώ. 

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

Καθ' οδόν

Σε περιμένω σαν τρέμουλο φύλλου
που λαχταρά το νερό.
Σου έφτιαξα μια γωνιά για να σταθείς .
Ωραία να περνάς, κακά να μη σε βρίσκουν
όνειρα, πικρές να μην λαμβάνεις ειδήσεις.
Κατέβασα τα κιλίμια της γιαγιάς.
Παρακάλεσα δυο άστρα να σε συντροφεύουν.
Μέσα σε ένα πολύχρωμο κόσμο να ζεις.
Πουλί που ζευγαρώνει την Άνοιξη.
Παιδί που τρίλιζα παίζε με τα παιδιά της
Πούλιας τις αυγουστιάτικες νύχτες.

Σε περιμένω σαν το αγέρι που χτυπά το ιστίο
κι ο πλους ξεκινά.
Σου έφερα ψωμί ζυμωτό για να δειπνήσεις
και κρίθινο παξιμάδι με ελιές.
Είναι καιρός που έμαθα άρτους να φτιάχνω
για εσένα.
Σκαφίδι μου ο θώρακας που την καρδιά
καλά προφυλάσσει.
Πρώτες μου ύλες η ψίχα του κορμιού και το
δάκρυ του άστεγου.
Εδώ να ζεις μακριά από τα σταφιδιασμένα
πρόσωπα και τα άρπαγα χέρια.
Εδώ να χορταίνεις και να χαμογελάς με
του έρωτα τα ακριβά εδέσματα περικυκλωμένος.

Σε περιμένω σαν το φιλί πριν τον χωρισμό.
Σου έφερα μια ασημένια χτένα να ομορφαίνεις
τον κόσμο.
Τα χυτά σου μαλλιά να μην κομπιάζουν.
Ελεύθερα να πέφτουν στους ώμους σου.
Με την χαίτη του αλόγου να σμίγουν και
σε χωράφια οργωμένα να καλπάζουν.
Να σε θωρώ, να σε θαυμάζω, να σε νοιάζομαι.
Όλες οι φυλές να αναγνωρίζουν την γλώσσα
σου και ποιήματα να γράφουν κρυφά στις ατζέντες.

Σε περιμένω σαν τον σπινθήρα στις ράγες
των τρένων.
Σου έφερα ρούχα καθαρά στα γιορτάσια της
σελήνης να πηγαίνεις και πρώτος να
μπαίνεις στο χορό.
Στον προγονικό αργαλειό τα ύφανα με της
καρτέρευσης το νήμα.
Ρούχα της αγάπης κρουστά.
Κανένας πόντος να μη τους λείπει και στο
νούμερο σου να είναι και να στέκονται.
Ποτέ να μην κρυώσεις στον βοριά όταν
σταθείς.
Το δρόμο να βρίσκεις εύκολα κοντά μου
για να 'ρθεις να ξεκουράσεις λίγο τα
πέλματα σου.

Πάει καιρός που στα τρίστρατα βαδίζεις
αλύτρωτος και μόνος.
Εδώ ο κόσμος σου.
Εδώ τα ζεστά χνώτα των μυθικών σπηλαίων.
Εδώ και η γη σου και το ένδοξο βασίλειο σου
που για σένα τις νύχτες ακάματα σμίλευα.
Σε περιμένω σαν τρέμουλο φύλλου
που λαχταρά το νερό.