Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

η αδημονία του καβαλάρη


Αποκολλήθηκε από το σώμα μου ο τελευταίος στίχος
Σαν ασύλητο ψαροκόκαλο και λέπι λεπτό που αποκόπτεται
Από τη κρουστή επιφάνεια του φαιού πετρόψαρου
Γοργόνες εμφύτευαν σκούρο καναβάτσο διχαλωτές ρίμες
Και κόμες λευκές στα σαρκώδη χείλη των κυματιστών τέμπλων

Μάκραιναν οι σπασμένες πτυχές του ρόδου
Στο καθολικό νεκροταφείο του ερειπωμένου νάρθηκα
Η Ματθίλδη φορούσε το φόρεμα της πυρκαγιάς
Τα φλογερά της πόδια καθρεπτίζονταν με ανταύγειες πυρός
Στα δακρυσμένα μάτια της κατάστηθης αλήθειας

Ένας μονόκερος αδερφός έκλεβε στο ζύγι και στην αγάπη
Στο παζάρι με τα σπασμένα ακροκέραμα παιδί ακόμα
Πρόδιδε τις χνούδινες παλάμες του Αργίτικου κάμπου
Βύθιζε μικρές κόρες στα αόρατα ενυδρεία του μουσείου
Για να κερδίσει τη προμηθεϊκή φωτιά που τον φλέρταρε επίμονα

Στην πέτρα του μαλαχίτη τραβούσες μια ελικοειδή χαρακιά
Σχηματίζονταν ένα τρεμάμενο ουράνιο τόξο με πικρούς οφθαλμούς
Αποξεχνιόσουν κρατώντας ελεύθερη να στάζει την υδρία
Με τις λεοντοκεφαλές έργο ενός διάσημου γλύπτη των φυλών
Ξεχασμένος αποτραβιόσουν στην αδημονία του αγοροκόριτσου

Απαριθμούσες τις σπασμένες χάντρες του κομπολογιού σου
Ένα άρωμα διαχέονταν στο στερέωμα με τα σβησμένα άστρα
Μάζευες πειθήνια τις χάντρες μη και σε βρει η αυγή μονάχο
Ταυτισμένος πάντα με την οπλή του ελαφιού και του αίγαγρου
Τραυμάτιζες την στιχομυθία του χιονιού πάνω στον εξώστη

Έτρεχες να ανακαλύψεις την παλαιομοδίτικη  λευκή φανέλα
Του αγωνιώδη νεκρού με τα θρυμματισμένα κουμπιά
Σε κοίταζε επίμονα μέσα από τις βαριές βλεφαρίδες και σώπαινε
Πως να υπολογίσεις τα ιερά σκεύη του σκοτεινού χειμώνα
Χωρίς να βάλεις ενέχυρο την κραυγή του αδούλωτου καβαλάρη

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

διαφυγή


Κρατούσες στο χέρι σου απαλά
Το όστρακο της διαφυγής
Παλαιό σου όνειρο ερωτικό
Κορυφωνόταν στην απλίκα
Της δεύτερης εξορίας
Το σκαλοπάτι έτριζε τη νύχτα
Το βάρος διογκώνονταν στο κενό
Καταλάμβανε τις σήραγγες
Των μικρών κοχυλιών
Δάκρυ τα πότιζε και αίμα  
Σαν Κοχλαστό ποτάμι
Που αναδύεται από το φαράγγι
Της μακρινής Ανδαλουσίας    
Το μάργαρο αποκολλιόταν
Από τη βάση της πέτρας
Πέτρα θαλασσινή του σεληνίτη
Ακροδάκτυλο του κύματος
Να σκάει στα λεπτά σου χείλη
Φέροντας αινίγματα και δεσμούς
Που την λύση τους φαιδρά
Επιβουλεύονταν οι αντένες
Των βουβωνικών ρωγμών
Έμπαινε ένα δίχτυ ανάμεσα μας
Στρογγύλευε ο ορίζοντας
Κι έστελνε αμφίβιες
Μελωδίες προανάφλεξης
Στον ερτζιανό έρωτα
Τα σημεία του χρόνου
Αναζητούσαν τις κορυφές
Του άλιου καβαλάρη
Τα μήκη και τα πλάτη της αγχόνης
Επευφημούσαν τον μέγα
Πολιορκητή της σκονισμένης
Ακροποταμιάς βασανιζόσουν  
Άκριτος επαναστάτης ο ήλιος
Μεταμόρφωνε το μπρούτζινο
Χέρι του αγάλματος σε αιθέριο
Νήμα καλοκαιρινής μπόρας
Έπιανες την μια άκρη
Οδηγός του πεπρωμένου
Σε έβγαζε στο πλωριό καράβι
Με τους ματωμένους χάρτες
Βάδιζες στα ακρόπρωρα
Στη προσπάθεια να εξυφάνεις
Το κονιορτό της απογυμνωμένης
Ψυχής μετεωριζόσουν πάνω
Στο ψυχανέμισμα της αορτής
Χόρευες με πόδια γυμνά
Φιγούρες νέγρικες από παιδικά πέλματα
Αργούσε να έρθει η ενηλικίωση
Στο βουβό κλαυθμό της ράγας
Οι νυχτερινοί σταθμοί
Παρηγορούσαν τους άστεγους
Ωροδείκτες
Μιλούσαν για την ακμή
Της πυρωμένης βελόνας
Φευ! Η διαφυγή είναι
Ένα αποδημητικό μαντίλι
Στα ριγωτά σκέλη
Των κολασμένων νυμφών
Ένας αποχωρισμός με χαμένα
Τα προδοτικά αργύρια
Των σπινθηροβόλων αρμών
Ένα μυστικό αραξοβόλι
Στον τελευταίο δείπνο
Του επιθανάτιου ρόγχου
Μαδούσαν οι ύπεροι
Της μεταφυσικής νεροσταγόνας
Πόντιζε ο ναύτης
Τρικάταρτες απουσίες
Σε πελάγη άγρυπνα του σκότους
Ωχριούσες βουβός επισκέπτης
Τσεκάριζες την αντοχή
Του πάθους μπροστά στον ιβίσκο
Της μεταμφιεσμένης αυταπάτης
Ξεχνούσες τα ηλεκτρονικά
Σημάδια της μοίρας
Κι έχριζες αυτοκράτορα
Το ηφαιστειακό αηδόνι
Στις χώρες που γεννιούνται
Οι μαύροι κάκτοι του έρωτα
Την νύχτα των μεγάλων βρυχηθμών
Περιδιάβαινες το κορμί μου
Σαν ήχος απόμακρος της όστριας
Λάβωνες την συνισταμένη
Ελπίδα στους κωδικούς του αίματος
Στις Αφίδνες είχες κατακρατήσει
Τον σπόρο του ηλίανθου
Που ευθυγραμμίζονταν στο άπλετο φως
Του απόλυτου μεσημεριού
Στεκόσουν δίπλα στο χορταριασμένο μνήμα
Του φαιού φοινικόδεντρου
Κι ανάξια προετοίμασες την διαφυγή σου
Πικρό σκίνο του άλγους
Αμφίβολα κατέρχεσαι στο κενό    

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Νυχτερινή περίπολος


Υπάρχουν πόλεις παραμυθένιες
Ιστορικές καστροπολιτείες
Προβλήτες του λιμανιού  
Που μόνο στη φαντασία
Των μικρών παιδιών υπάρχουν
-Μέσα στο φευγαλέο τρικ της Αμάλθειας
Και στις τρέσες των γυναικών-
Σπίτια με ορθάνοιχτα παράθυρα
Και κληματαριές αναρριχώμενες
Να φέγγουν οι πτυχώσεις
Του θαλασσινού φορέματος στα σοκάκια

Δρόμοι χαλικόστρωτοι που οδηγούν
Στις αποθήκες με τα κλειστά σεντούκια
Εκεί που αποθέτουν οι κλόουν και τα παιδιά
Τα μαγικά τους φίλτρα
Τα πένθιμα κυπαρισσόμηλα
Της μέντας το φυλακτό
Και τις ασημένιες πόρπες
Της περιπλανώμενης θεατρίνας
Τα σπίτια κρατούν μισάνοιχτες
Τις βαριές τους θύρες
Μπαίνει ο αγωγιάτης
Να ξεκουραστεί
Μαζί με τον επιστήθιο φίλο του
Φίλος με ξύλινα πέδιλα που κρότο δεν κάνουν
Σε πρώτο πλάνο η σαϊτιά του φιδιού
Να γυρνά το μαγκάνι της νύχτας
Να ξεδιψούν φιλιά οι ερωτευμένοι

Οι καμινάδες ανεβάζουν
Τις κρυμμένες ψυχές της δρυός
Τα ρετσινωτά αρώματα
Του έλατου και του νεαρού πεύκου
Τις κυκλωτικές αναθυμιάσεις
Του θυμαριού και της λαδανιάς
Τις ένδοξες τουλίπες από το φως των καντηλιών
Του τσαγιού το νεφέλωμα

Υπάρχουν πόλεις μαγικές
Που τα ηλεκτρικά σύρματα
Έχουν κοπεί από κύκνειους
Γυναικείους λαιμούς
Τις φωτίζει ολονυχτίς
Ο δίσκος του φεγγαριού
Ολόγιομο το φεγγάρι
Προχωρεί στο οδόστρωμα
Να λούζει με σιντέφι
Την αδερφή με το πλούσιο στέρνο

Μια ώρα πριν το χάραμα
Βγαίνουν από τη κρύπτη
Να παρελάσουν
Οι νυχτερινοί περίπολοι
Των έφιππων στρατιωτών
Οι αστραφτερές μαθήτριες
Με τα μοβ ακροδάκτυλα
Οι ακτιβιστές της πλατείας
Που κρατούν αιθέρια τύμπανα
Από δέρματα αντιλόπης
Οι μυστήριοι μαύροι γάτοι
Αινίγματα άλυτα του Οιδίποδα
Που τα μάτια τους ακτινοβολούν
Μαρτυρίες της λιμνοθάλασσας
Και τσιγγάνικα λατρευτικά τραγούδια

Υπάρχουν πόλεις ανέφελες
Με μόνο γυμνές γειτονιές
Πολύδροσες και χρωματιστές
Οι άνθρωποι εκεί δεν πενθούν
Ο θάνατος δεν εισβάλλει
Η Αχερουσία λίμνη στραγγίζει
Μαλάματα λιβάνι και θραύσματα
Της ασημωτής αγριελιάς
Η ρόδα της γης αποδιώχνει
Τα αγριάγκαθα του ναού
Συναρμολογεί και καρφώνει
Το κρουστό πέταλο της ποίησης
Στο μαγιάτικο ξεχερσωμένο κήπο
Σκάει ξάφνου η μήτρα και γεννά αγγέλους
Χαμολούλουδα κάκτων 
Και αρχοντικούς ανθούς λεβάντας

Ευχαριστώ την nameliart 
που έντυσε εικαστικά το ποίημα 

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

ιχώρ της λάμψης



Χάλκινες ραφές έραβες
Πάνω στα φραγκοστάφυλα
Της επηρμένης φλόγας  
Στα μέρη εκείνα του Νότου
Όπου ζούσες απόμακρος
Μαζί με τον εξόριστο ποιητή
Αδιόρατος από το πορτοκαλί υφάδι
Φυγάδευες αργά το δάκρυ σου 
Στην καλύβα με τους απόσκιους
Νερόλακους προστατεύοντας
Την ίριδα του εσταυρωμένου
Νυχτολούλουδου στο αναρρωτήριο
Με τα πράσινα παραθυρόφυλλα
Πονούσες, το απαρηγόρητο κενό
Σε εξαθλίωνε φιλώντας σε
Μέσα στις μαύρες εσθήτες
Της πολύλαλης πεταλούδας
Αναγύρεψες την πικραμένη
Κεραία του εγκλωβισμένου
Ήταν τότε που πέρναγε
Ντυμένη στα λευκά
Η ζωντανή ορδή
Των ακοίμητων μελισσών
Πορεία στο κεχριμπαρένιο νερό
Χόρευαν οι κυκλικοί υδρατμοί
Στο μάγουλο της μοναχικής κόρης
Ονειρευόσουν μια αμμουδιά
Με κελύφη αχινών
Και κόκαλα σουπιάς
Που το κύμα ξέβραζε τις νύχτες
Του ανέσπερου μαλαχίτη
Πράσινη η ουρά του γαλαξία
Παράστεκε την ανέμη του σκότους
Όταν στο πλατύσκαλο απόθετες
Τη στάμνα με τις διαμάντινες ώρες
Η θάλασσα αποκοιμιόταν
Κάτω από το βαρύ της κάλυπτρο
-Απειθάρχητη συνοδός- 
Σαν θαλερός μετεωρίτης
Που χάνει τη πιθανή του πορεία
Και κυρτά γέρνει την πλούσια κόμη του
Στους μαύρους χιτώνες της γης
Μια αγκαλιά αναφαίνονταν
Στους σπόρους της άλικης μιμόζας
Ο χωρισμός βάραινε στα βλέφαρα
Σαν το κοπίδι του ήλιου
Πάνω στο ώριμο στάχυ
Βάραιναν τα βλέφαρα
Ασκήτευε το κρύο χέρι
Αποδιωχνόταν ο σφυγμός των δακρύων
Στο ανώγειο παλάτι του έρωτα
Μαζί με το νεκρό ερωδιό
Στο λιμναίο πάρκο της Υλίκης  
Βλάσταινε η ρίζα της μυρτιάς
Απογευματινές αίλουρες προσευχές
Η ιαχή της καλύπτρας αναπαυόταν
Στους χωμάτινους θόλους των σπηλαίων
Πέταγες ένα πετραδάκι
Στις στεφανωτές υγρές καμάρες 
Άκουγες πολλαπλάσιο τον ήχο
Να διασκορπίζεται στον ιχώρ της λάμψης
Απόκοσμος βάδιζες πάνω στη λάμα του
Στον έρωτα ταγμένος των θεών
Χάλκινες ραφές έραβες
Πάνω στα φραγκοστάφυλα
Της επηρμένης φλόγας   

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

αναγερτό βλέμμα (μικρό μου)


Αναγερτά φορούσες τη περόνη του ήλιου
Εκεί στον αριστερό βραχίωνα, φοβόσουν
Μη και αστοχήσει το πύρινο βόλι της όστριας
Πάνω στην άλω της βακχικής ζαμπέλας
Χρώμα σκληρό του δέρματος
Πέτρωμα του αχάτη αιχμηρό δόρυ κυρτό του έρωτα
Να κόβει οριζόντια τα πτερύγια του ορίζοντα
Οπλή χαραγμένη στην αμμουδιά των κρυστάλλων
Σαν απουσία αποδιωγμένη από το κάματο του κύματος
Πηγή δακρυρροούσα τον μουσικό λυγμό
Έτσι αχνά να διαφαίνεται η ρίζα του λαιμού σου
Που απόγεια αναβλύζει νύχτιο σκλήθρο και ελατοκορφές
Μικρό κορίτσι εσύ λέαινα της σαβάνας
Με τους έγχρωμους βοστρύχους
Ποιος μίτος οδηγεί στον λαβύρινθο σου;
Κυματισμός τρελός βαραίνει τα βλέφαρα σου
Γοητευμένος ο ουράνιος θόλος
Περισφίγγει τα εφηβικά σου δίχτυα
Δίχτυα βαριά απλόχερα στο πέλαγος
Ψαριά του αιώνιου αρσενικού
Ο έρωτας ματίζει τους υγρούς σου κόρφους
Βγαίνει το φαιό παλίμψηστο
Των όρκων να σε προϋπαντήσει
Μικρό κορίτσι εσύ γοργόνα μυθικών αινιγμάτων
Οι πλόιμες μέρες σου με οδηγούν στα ακρόβραχα
Εκεί που κατοικείς με τις ορφικές σου άρπες
Να δέσω θέλησα στην αβρή παλάμη σου
Ένα μικρό χρυσόφτερο του αδερφού σου γλάρου
Να σε στολίσω με φίλντισι το δρόμο να μη χάσεις
Να σε μαγέψω με τα  φίλτρα της καρδιάς για να με βρεις
Καθώς στητά θα ξενιτεύεις τη σαΐτα  της ματιάς σου
Πάνω στην βυθισμένη χώρα των παγετώνων που ζεις
Μέχρι να σημάνει του πόθου σου η ώρα
Στράγγισμα της χνούδινης αγκάλης σου
Μικρό κορίτσι εσύ γραμμωμένη σκιά του σύθαμπου
Κόβεις το φως σε λόγχες σπαθωτές υπαίθριου βιτρό
Αφήνεις πανάκριβα το βλέμμα σου να γυροφέρνει
Στις χαρτογραφημένες ακτές του αδρού σου πιγουνιού
Λάκτισα δυο πέρλες λευκές από το λύχνο των ματιών σου
Να φέγγει ο δρόμος μου σαν πρωινή ομίχλη
Μη και σκοντάψω στην άργιλο των χειλιών σου
Μικρό κορίτσι εσύ του ουρανού αιμάτινη φρεγάτα
Προσκυνητής στον όρθρο σου προσφεύγω
Μέσα στου ναού σου τα σφριγηλά θεμέλια να ζεσταθώ

Ευχαριστώ πολύ τη Christina
που έντυσε το ποίημα εικαστικά
     

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

ξένιος αναχωρητής


Ξενίστηκα νωρίς την ώρα εκείνη που ήμουν
Το τιμώμενο πρόσωπο της ένδοξης ρίμας
Αναχωρητής ταγός των μετέωρων υδάτων
Οι συστάσεις της αυγής αποσιωπημένες στο χθες
Παρακρατούσαν τα στοιχεία της ενοχικής Ίρμας
Στο ηλιοδρόμιο του φλεγόμενου πόθου
Συναντούσες τους παρελθόντες έρωτες των βυθών  
Οι ακριβείς ημερομηνίες πόντισης είχαν χαθεί
Απάντηση δεν πήραμε στο άλγος του πένθους
Κυνηγοί αφουγκράζονταν απαλά τη φλέβα της γης
Οι βάγιες κομμένες στο αριστερό γόνατο
Εκεί στο πλάι που η Πυθία προμήνυε
Την μυθική αρπαγή του μικρού Ναυτίλου
Αποξεχαστήκαμε στα όνειρα σαν ανάεροι αετοί
Στην χοάνη του πευκώνα κρύψαμε τα αντικλείδια
Του ανακλώμενου σεληνόφωτος
Κανείς δεν φρουρούσε πλέον το Επταπύργιο
Με τις ανυποψίαστες αγράμπελες
Στα δύο αγάλματα αναθέσαμε
Τις διχαλωτές ακμές των Άνδεων
Το αρχιπέλαγος δοσμένο πιστά στα χέρια μας
Από καταβολής του ένθεου πανικού
Περιφερόσουν εύανθος σε στάδια και σε αρένες
Με διχασμένες τις εμπρήστριες των αναμνήσεων
Έμοιαζες με πέπλο της  Άνοιξης σκεπασμένο
Με τις σκιώδεις φυλλωσιές των σκίνων
Ανάσαιναν τα βότσαλα πολύτιμα μέταλλα
Ο ταυρομάχος φορούσε
Ένα κόκκινο περιβραχιόνιο
Στέκονταν απέναντι στα πλήθη γυμνός
Με μόνο το δέος της επερχόμενης μάχης
Στα υγρά του μάτια
Στεφανωμένοι Μινωίτες
Υμνούσαν τις ρωμαλέες διαθλάσεις
Των υπερκόσμιων ηλιαχτίδων    
Στα ανάκτορα δεν είχε απομείνει κανείς
Κορίτσια με έγχρωμους ώμους
Δρασκελούσαν τις σπηλαιώδεις τοιχογραφίες
Το δακτυλίδι με την αχνή σφραγίδα
Ξέπεσε στο πανάρχαιο πηγάδι της σελήνης
Αποξεχνιόσουν στους μηρούς των βιβλικών νεκρών
Θρηνούσε το μπονζάι της γέρικης αγριελιάς
Συστρεφόμενο στις πενιχρές του ρίζες
Οι κόκκινες αμαρυλλίδες φέγγιζαν
Στα δώματα με τους αμαρτωλούς δανδήδες
Έστρεφες το πρόσωπο σου στο ακραιφνές κενό
Να απαγκιστρώσεις το μέγα μυστήριο της διττής λέξης
Ξένιος πολιορκητής εσύ που μαρτυράς στην οργή
Απόξενος τρυγητής εσύ που αναρριγάς στη μέθη
Ονειροτόκος ταξιδευτής εσύ που εφορμάς στα νέφη
Ξενίστηκα νωρίς την ώρα εκείνη που ήμουν
Το τιμώμενο πρόσωπο της ένδοξης ρίμας 

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

η προσευχή του πόθου



Νεκρολούλουδα κρατούσες στα χέρια σου
Άλικα να τα μαδάει ο αγέρας των παρθένων
Ωρών με δυο λαμπιόνια άσβεστα στο κόρφο
Χορευτής άνεμος μπάτσιζε με πελαγίσιες ριπές
Το πρόσωπο σου στις ανώγειες θαλασσορωγμές
Εκεί που τις μέρες του καλοκαιριού περιπλανιόσουν  
Με τα τρεμάμενα βαθυγάλαζα δελφίνια
Της Ακροναυπλίας κατάσαρκα στο μέγα κύμα
Κυπαρισσότοπος κορυδαλλών με απόκρυφα Αγάλματα
Άκαμπτες σιταρήθρες και νυχτέρια γρύλων
Να πάλλει το ζάρι της ζωής ανάμεσα στις ένδοξες
Ορτανσίες χορηγός μιας αδαμάντινης λάμψης 
Τα γόνατα λύγιζαν μπροστά στο ιεροεξεταστήριο
Των υπέρθυρων κιόνων της ιεράς πολιτείας
Καθοδηγούμενες προσευχές πρόσταζαν ψυχρά
Την μετάνοια της ανάδελφης ορχήστρας
Μουσικές εσπερίδες στο υδατοφράκτη της προσμονής 
Φυλάκιζαν ήχους και κλαγγές σαξοφώνων
Το ψηφιδωτό των αισθήσεων καταμαρτυρούσε
Την ανασαιμιά του ασκητικού ιππόκαμπου
Θάλασσες δακρύων και γραίγοι υψιπετείς 
Συνωστίζονταν στο ζεστό φιλί της φιλύρας
Διψούσε η πηγή της νεραγκούλας το πόθο 
Αψύ το μέταλλο της ομιχλώδης ηλακάτης
Πάσχιζε να υφάνει την κεντρομόλο
Επιφάνεια της μοναχικής Ανδρομέδας
Δέντρα με ολοζώντανους δράκους στα φυλλώματα 
Έκαιγαν τα χέρια της λουόμενης κόρης 
Κοντάρια της ανέμελης βροχής
Άδραχναν σκληρά τους πόρους
Του σεπτού σου πέλματος
Μαίανδροι φυσικοί της έχιδνας
Χαράκωναν τις αδρές ρυτίδες του μετώπου
Περιβόλια με ολόφρεσκες περικοκλάδες
Ξετύλιγαν τις κρήνες των υποθαλάσσιων παθών  
Κήποι σεπτοί με νότες αγριόκυκνων  
Πετάριζαν στους μελλοθάνατους ύμνους της Αλόης  
Ένας Απολλώνιος άσπρος ίσκιος καλπάζοντας 
Αποτύπωνε το φως στους εαρινούς άκανθους
Το μανουάλι της καρδιάς αναμμένο
Συλλάβιζε το τροπάριο της οργίλης ήττας
Μια προσευχή θεϊκή του υστερότοκου έρωτα 
Σπαράζουσα ανέβαινε στα λάγνα σου χείλη  
Νεκρολούλουδα φύτρωναν στα χέρια σου
Άλικα να τα μαδάει ο αγέρας των παρθένων
Ωρών με δυο λαμπιόνια ηδονικά στο κόρφο

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

η γύρη της λήθης


Άτακτα τάγματα άπορων σπουργιτιών
Κατέλυσαν τις αλέες της πόλης
Πλάι στους ιστούς του εαρινού δρόμου
Μελαγχολικές υδραντλίες της φυγής  
Θορυβήθηκαν οι σπάνιοι κάλυκες
Των λευκών αστρολούλουδων
Έγυραν τεθλιμμένα και βουβά
Τα σγουρά κεφάλια της μικρής
Καλεντούλας στο πλοιάριο της ζωής
Οι βιοποριστές  της παραλίας
Φύσηξαν αγριεμένοι από το μεθύσι 
Την μπουρού του αρχιπελάγους
Χελιδονοουρές κυμάτισαν
Πάνω στα καφενεία των άστεγων
Προφητών και των λιποτακτών της βροχής 
Οι χρησμοί της ασημένιας ομίχλης
Εκτεθειμένοι κι ανερμήνευτοι 
Ακουμπούσαν στις σκαιές πληγές
Της ευλαβικής λεύκας
Στο πάρκο με τον τυφλό βιολιστή
Βγήκαν τα παιδιά με τα χρυσά λάφυρα 
Οδοιπορούσε το κλέφτικο χιόνι του στίχου
Να συνθέσει τον παιάνα του υπαίθριου άνθους   
Τα μονοπάτια και τα φαράγγια 
Της Όσσας πλημμύρισαν 
Με χαλύβδινους ανθρώπινους καημούς 
Έκαιγε θειάφι και σμύρνα 
Στο θυμιατό των ξεραμένων
Πευκοβελόνων εκεί στο ερημοκλήσι
Με τον ουράνιο άστρινο τρούλο 
Ακάλυπτο το δάκρυ πότιζε 
Το οπάλιο μάγουλο 
Της αμφιλύκης με τις δέσμες της αγάπης  
Μουσκεμένοι οι μηροί έτρεμαν μαζί
Με τα βαθυγάλαζα μάτια 
Του Άχραντου Έρωτα των βυθών 
Ανοικτές πληγές και ανεμικές παντιέρες
Έφεραν το σπόρο του αναγεννημένου 
Σύμπαντος στη κοίτη του ερωτόληπτου Πάμισου 
Όχθες με ποταμόχορτα βότσαλα και μούσκλια 
Αφιερώνονταν στη ροή της άνωθεν γης 
Πικροί δουλευτές ξεχέρσωναν
Το φως του ανθρακίτη
Από το πουκάμισο της γυναίκας
Αργός κι επώδυνος ο θάνατος 
Σημάδευε με δηλητηριασμένα βέλη 
Το γόνιμο χώμα της οπτασίας 
Βάραινε η ζωή στο ζεμπίλι της κόρης  
Η άμπελος κόχλαζε στο γιοματάρι του Ήλιου
Τον οίνο και τα κρασοστάφυλα 
Της νεογέννητης Λακωνικής κοιλάδας
Βομβούσε η μέλισσα μπροστά 
Στους βοστρύχους της Απέθαντης νεραντζιάς 
Ο μανιασμένος άνεμος ύμνος της ζωής 
Χτυπούσε και λάξευε τη πληγή 
Της λησμονημένης  Πανάρετης
Ήρθε ο καιρός της αναπαράστασης του φονικού 
Κλείσε την αυλαία πριν τα σπουργίτια 
Αναπολήσουν το κρύο χνώτο των συστάδων
Και ακμαία δοθούν στη γύρη της λήθης παντοτινά  

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

η μπαλάντα των μουσών


Το χακί της ανοιξιάτικης νύχτας
Είναι το κλειδί των Λυδικών φυλακών
Το χαμόγελο της στρατευμένης χαράς
Που λάμνει στο σκούρο κάγκελο του ναού
Με ένα γράμμα ερωτικό στη τσέπη
Τα αστέρια του ουρανού στασιάζουν
Μπροστά στο φως της τρεμάμενης αναλαμπής
Ο αποσπερίτης κρούει μια μικρή καμπάνα
Σμιλευμένη στο αδιαίρετο κέντρο
Του ήλιου και στης σελήνης τη φαρέτρα
Απάτητες απλόχωρες οι εκτάσεις
Που αρμονικά διάβαζες τις γραμμές τους
Τα πολυβολεία θαμποί καθρέφτες
Με είδωλα ανεμόδαρτων γλάρων
Το τατουάζ ξέφτισε στους μηρούς
Της λικνιζόμενης μπαλαρίνας
Το χακί της ανοιξιάτικης νύχτας
Είναι το άρωμα της μακρινής μανόλιας
Το όραμα της παλιάς αχυρένιας πολυθρόνας
Που πάνω της ξεκουράζεται
Ο πολεμιστής λαϊκός μάρτυρας
Της πυρπολημένης πεταλούδας
Πυρετός μπλοκάρει τους μαγικούς
Λεπτοδείκτες του υπαίθριου ρολογιού
Ο ερχομός του θερμαστή στο λατομείο
Ανατινάζει τις μεταξωτές κάλτσες
Της έγχρωμης ιερόδουλης
Τα γιασεμιά της πουλήθηκαν
Σε τιμή ευκαιρίας στα πλωτά παζάρια
Ναυαγοσώστες αποσύρουν στο σκοτάδι
Τις σκουριασμένες άγκυρες
Και τα αγάλματα των κούρων της πλατείας
Χαλιά με μαινάδες και σάτυρους
Στρώνονται στο ιερό βήμα του έρωτα
Τάματα ακριβά στο μεσαίο δάκτυλο
Της ατιμασμένης αδερφής προσκρούουν
Στις γροθιές της ανθισμένης τρικοκκιάς
Μένουν οι σκοτωμένοι ερωδιοί άταφοι
Στα κοιμητήρια ζητούν σειρά προτεραιότητας
Κυπάρισσοι αργοσαλεύουν
Τις φαιοπράσινες χλαίνες τους και μειδιούν
Το χακί της ανοιξιάτικης νύχτας
Είναι το μεσιανό κατάρτι
Της Αιγαιοπελαγίτικης πολιτείας
Ανήμερα στη γιορτή
Της πολιούχου Ορθίας Αρτέμιδος    

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

απαγορευμένη συνομιλία


Η αναχώρηση ορίστηκε στις 5μ.μ
Τριμμένα χαρτιά αποσιωπήσεις ζωής
Χωρίς μεθεπόμενους προορισμούς
Χάθηκαν οι διευθύνσεις των παρόδων
Που ακροπατούσες αβέβαιος
Η ζωή με αποτυπώματα γνήσια
Αμαρτάνει στη συνήθεια των διωγμών
Μένει μονάχα η αποβίβαση να πραγματωθεί
Βαλίτσες ξέχειλες με στοίβες κηρήθρων
Τρένα που κλειδώνουν αναμνήσεις
Στα ατίθασα μέλη της βουκέντρας
Παρηχήσεις πλοίων που εξωκοίλουν
Στις παρυφές των νεκρών Νηρηίδων
Φορτηγά με προσημειωμένες πορείες
Ένα χαντάκι σμίλη στη ροή των ωρών
Δαίδαλοι ωραιοί καλύπτουν με κερωμένες
Σημαίες το βουβό σώμα του πελάγου
Πικρός καφές να σε συνόδευει
Τσιγάρο στριφτό σέρτικο
Η συντροφιά κρύβει την συντριβή
Της απαγορευμένης νουβέλας
Οι ήρωες μεθούν με λευκές
Περγαμηνές χτυπώντας το τέλι της θύρας
Καταδότες καταγράφουν
Την απαγορευμένη συνομιλία
Κίβδηλος ο χρόνος μακαρίζει
Το οργιαστικό κόκκινο της παπαρούνας
Συνταξιδιώτες οδοφραγμάτων
Κρούουν αυλούς και σήμαντρα
Μπροστά στα διπλοκλειδωμένα
Ερημοκλήσια των παγωμένων Αγίων
Χαμηλωμένα τα παραθυρόφυλλα
Κυριεύουν στο πετάρισμα της όρασης
Την ακριβή αδούλωτη αξία της αγάπης
Επανέρχεται αργά το άλγος της επαφής
Πάνω στο χρυσοκέντητο τούνελ
Του διακορευμένου Έρωτα
Ήρεμο ήμαρ βυθοσκοπεί
Το ρευστό κελαρυστό ποτάμι
Της αρχαίας Λούσιας αγκάλης
Το δάκρυ λοιδορεί τους νύχτιους 
Αφορισμούς της ειμαρμένης παγόδας
Η αναχώρηση ορίστηκε στις 5μ.μ
Τριμμένα χαρτιά αποσιωπήσεις ζωής
Χωρίς μεθεπόμενους προορισμούς    

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

η περιδίνηση του όρκου



Ανάπαιστοι σιωπές και μωβ βιολέτες
Στόλιζαν τον επιθανάτιο θρήνο
Του ασβεστωμένου κάστρου
Μια περιδίνηση ξαφνική
Της μοιραίας αστραπής πάνω στις
Κακώσεις που χάραξαν οι ορδές
Των μακρόθυμων πεύκων
Στα θεμέλια του γκρίζου θανάτου
Απίθωνες το χέρι σου
Πάνω στο ψίθυρο του βιολιού
Μιλούσες με τον κοίλο φακό
Αριστερά στο στέρνο σου
Το αύριο μια λέξη
Φασκιωμένη από το σκοτάδι
Μεμψιμοιρούσες σαν τον μικρό
Θαλασσομάχο μπροστά
στο προσκυνητάρι του κύματος
Πως απασφαλίζεται  πες μου
Ο θυμός του χαμινιού
Που σου γυάλισε
Τα παπούτσια με τις τρύπες σόλες;
Οι δροσοσταλίδες δεν γερνούν
Απάντησες
Απλά και μόνο
Ταριχεύουν τα όνειρα τους
Στα μακρόμαυρα μαλλιά
Της νύχτας
Βουβές κι αιώνιες
-Οι φυσιοδίφες εμπιστεύονται  
Στις καλοκυράδες του Ρεμπώ
Τον όνυχα της αράχνης-
Ξαναγεννιούνται οι δροσοσταλίδες
Πάνω στα μενεξεδένια
Κρουστά μαντήλια του πετρόχορτου
Εκεί κοντά στο καρπό
Του πέτρινου λήθαργου
Ακουμπισμένος ράθυμα
Συνήθιζες να ανασαίνες κάθε πρωί
Τα μύρα της ανθισμένης τρικοκκιάς
Αναρριχώμενος πάντα στις πλευρές
Της ανίκητης Άνοιξης
Να φτάσεις που;
Στην άγονη κοιλάδα την εσπέρα
Περίμενες βουβός το φεγγαρόφωτο
Και με μια χούφτα σκόνη χλόης
Στα ματόκλαδα σου
Να σε περισφίγγει απαλά
Σαν τη θηλιά των τρομαγμένων Δαναών  
-Παρείσφρηση οικτρή του πόνου-
Οι λευκοί αμαξηλάτες
Περίμεναν την βροχή των δακρύων
Δάκρυα ζεστά του φλοίσβου
Δάκρυα ηχηρά από αρχαίο σουραύλι
Δάκρυα θύελλας της τρυφερής κληματσίδας
Γύριζε το μαγκανοπήγαδο
Της αυταρέσκειας σου αργά
Το δάσος έθαλλε στις φτερούγες του
Η φωλιά της δασολάλητης πέρδικας
Μοναχική και συλλημένη
Από τους κουρσάρους
Της κατηφορικής λιακάδας
Μαύρους κρίνους έμπαζες
Στα μύχια σπλάχνα
Της θετικής ώρας
Αποσβολωμένος
Από τη γύμνια της ψυχής
Ανοιχτά τα χέρια σου
Θεατρικά στους χωμάτινους δρόμους
Έκλειναν μικρές κουκκίδες γύρης
Στις απολήξεις των δακτύλων τους
Έφυγα κρατώντας την εικόνα σου
Και την απροσπέλαστη ανάκλαση
Των ματιών σου στα χείλη μου
Όταν φιλώ το χέρι Του Θεού
Αφήνω το σημάδι σου
Χνάρι χρυσό στην νιότη της αγάπης
Όρκος βαθύς στο κέλυφος του έρωτα
Ανάπαιστοι σιωπές και μωβ βιολέτες
Στόλιζαν τον επιθανάτιο θρήνο
Του ασβεστωμένου κάστρου
Έφυγες
Εξιλεώνοντας τις όχθες 
Της δικής σου δίνης      

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

ανέστιος νόστος


Στα αφρόξυλα πάνω  κυλούσε το δάκρυ σου ζεστό
-Άυπνος και μεστός μετρούσες το βάθος της στέρνας
Η αναμονή του αποχωρισμού πήρε να πονά με ριπές ασυλίας-
Τρομακτικά αργούσε να σε βρει η σπονδή των Αλπικών ονείρων
Στο μαξιλάρι σου πλάι ένα ρουμπινί κεντίδι προεξείχε
Ξέχασες την ημέρα που αργοσάλευαν τα σεντόνια του Νόστου
Το βράδυ έμπαινε οκνηρά στην κουρτίνα του κάβου
Χνούδια ύφαινε η μορφή σου στην κατάξερη αμμουδιά
Μια αντανάκλαση στυφή στο υπέρθυρο της πνοής σου
Έσφιγγε ως πάνω τις μυστικές ρυτίδες των ματιών σου
Κατάντικρυ η θάλασσα με το πόνο των όρμων
Στο δεξί της θύλακα παίνευε την αμεριμνησία
Των θηλυκών γλάρων και το κρύο χιτώνα
Του πατριάρχη της Κόλασης που είχε απιστήσει στον φθόνο
Κωπηλατούσες παρέα με το πράσινο αυγινό φεγγάρι
Στα πελάγη ξανοιγόσουν κάθε που ψήλωνε η διαύγεια της πέτρας
-Άυπνος και μεστός μετρούσες το βάθος της στέρνας 
Η αναμονή του αποχωρισμού πήρε να πονά με ριπές ασυλίας-
Σε πλατύ τάσι μεταλάμβανες τον παχύ ίσκιο του κισσού
Ο έρωτας σκίαζε τους φολιδωτούς αρμούς του κορμιού σου
Ώρα αναπολήσεων πλάι στο ξεροπήγαδο της μνημοσύνης
Φωτιές προγεύσεων άνθιζαν στους εσωτερικούς τριγμούς της ομορφιάς
Κατάντικρυ το αστέρινο βλέφαρο του γαλαξία σκιρτούσε στον θυμό σου
Φως στάχτη αρμύρα ματαιότητα πλήγωναν την απουσία σου
Σκοτάδι θράκα γλυκύτητα αιθάλη πυρός χαράκωναν τη καρδιά
Σημάδι ξεκάθαρου ουρανού αναλαμπή στην εστία της άμπωτις
Μικροί ερωτιδείς ζωγράφιζαν κυκλωτικές ανάσες στον αέρα
Άπειρες διελεύσεις στην συμπαντική ακμή της λέξης σε προσπερνούσαν
Τρίσβαθος ο έρωτας γαλήνευε την τυραννία της άχρονης πεταλίδας
Διαγράφοντας το έπος και την έπαρση της αβουλίας στο στόμα
Ακάθεκτος παραδόθηκες στο κρουστό άναμμα της θλίψης   
Στα αφρόξυλα πάνω  κυλούσε το δάκρυ σου ζεστό
-Άυπνος και μεστός μετρούσες το βάθος της στέρνας
 Η αναμονή του αποχωρισμού πήρε να πονά με ριπές ασυλίας-

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

κόκκινη στεφάνη

*
Μέσα σε λάμπα μυστική
Εσωκλείω το όνομα σου
Με κίνηση αργή σαλαμάντρας
Ακούω τους παλμούς της καρδιάς σου
Να χτυπούν ασταμάτητα
Το φτερό της αυταπάτης
Λειαίνει την κόκκινη στεφάνη της αμμουδιάς
Χτυπούσα με σίδερο αιχμηρό
Τη φλέβα της πέτρας στο ακροθαλάσσι
Το μακρινό νερό βοούσε
Στις στενωπούς της θύμησης
Ανέβαιναν τα κλαδιά της φτελιάς που φυτέψαμε
Πήρες την πέτρα του αχάτη
Με το αριστερό σου χέρι
Και μου την χάρισες

*
Είναι μακρινές οι μέρες
Που το ψυχρό είδωλο του λόγου σου
Χτύπησε πάνω στη γλώσσα της φωτιάς
Οι κουρσάροι της νύχτας
Κατέλυσαν το σώμα σου
Πλαισίωσαν με μπλε κορνίζα
Την αθέατη πλευρά του σφριγηλού σου στέρνου
Ήταν κοντά η αδερφή σου
Που κρατούσε το πανέρι
Με τα ολόγλυκα μήλα
Μια νεροποντή ξαφνική πέρασε
Κάτω από την υπνωτισμένη
Επιφάνεια της λήθης
Το μπουμπούκι φλέγεται είπες
Η μνημοσύνη ζητά λύτρωση
Η κυρά των μουσών
Κρατάει ένα μαυρομάνικο μαχαίρι

*
Όταν πλησιάσει το πλοίο στην ακτή
Θα ανοίξω τα αμπάρια του
Θα ψάξω τα κιτρινισμένα κείμενα
Και τη γραμμή της αλήθειας στο χέρι
Θα αναζητήσω
Ύστερα θα αφιερωθώ
Στην ματωμένη στιγμή
Της εαρινής παπαρούνας
Σκεπάζοντας απαλά με χάδια
Τους φλοιούς του σχιστόλιθου που την κλείνουν
Θα μείνει το δίχτυ μου αδειανό
Οι καθρέφτες θα έχουνε σπάσει
Και αίμα θα στάζουν τα κρεβάτια
Που κοιμήθηκες

*
Μέσα στο δρόμο και στα χαμαιτυπεία
Θα μαζέψω νέες δυνάμεις
Και τον ίσκιο της πανοπλίας θα ντυθώ
Ύστερα με τραχιά την παλάμη
Θα ιχνηλατήσω την αχυρένια
Καλύβα των εκδρομέων που δεν γύρισαν
Διασπαρμένη σε άπειρους ήλιους
Θα ανεβάσω την ψυχή μου στον αιθέρα
Πυρό το φως
Ήρθε η στιγμή να αγαπηθούμε

*
Στο σκοτάδι θα διαφυλάξω
Το κυματιστό σώμα της ζωής
Μην απορρίψεις τη χρυσή τομή της σελήνης
Τον νόμο των αθώων
Την αιώνια δόξα της ρίμας
Σιωπηλά να ζυγίσεις τον αέρα
Και με το νύχι να χαράξεις
Ένα φτιασίδι στο πουκάμισο του Γενάρη
Σπηλιά  να σκάψεις πάνω στο φρύδι του ορίζοντα
Απόρθητος και μόνος
Να ανασύρεις απ τα μαβιά βάθη της θάλασσας
Τη φωλιά των γλυκών αναμνήσεων
Εγώ θα στερεώσω μια επιγραφή στον ουρανό
Να σε προσέχει από το περίλαμπρο φως της αυγής

*
Τα ζεστά σου μπράτσα
Είναι οι άγκυρες στα τριγωνικά
Μάτια της θάλασσας
Ο κυματισμός που προσελκύει τις μέλισσες
Φλοίσβοι θα πνίξουν τα όνειρα σου
Κι ο έρωτας καλπασμός μυθικός
Στις έφιππες γλώσσες του νοτιά
Θα σε εκπορθεί ασώματο κέλυφος
Μέσα σε λάμπα μυστική
Εσωκλείω το όνομα σου 
Με κίνηση αργή σαλαμάντρας για να το θωρώ τις νύχτες 

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

βραδιές αγάπης


Ελλοχεύουν οι αλήθειες στα χέρια σου
Σαν τα αμαρτήματα της πρώιμης
Παπαρούνας στις λαγόνες της γης
Οι λεύκες ετοιμοθάνατες λυγίζουν
Ακατάπαυστα  τις λόγχες τους
Σαν τα κορμιά  των ζητιάνων που απαρνήθηκαν
Τη φτώχεια των υπόγειων σταθμών
Κι άδολα τώρα επαίρονται
Την απληστία των συρμών
Πάνω στο ζωγραφιστό μάγουλο του Σαββάτου
Δροσερό το απόβροχο της πληγής
Πίσω από την κεντρική αψίδα του ουρανού
Περιμένει τον αποστολέα της γιορτής
Για να ανάψει τα τέλια του σώματος
Αστόλιστη η ομίχλη λοιδορεί και
Κρούει το ασημένιο της τύμπανο
Σε ρυθμούς απίστευτα δωρικούς
Το αλουμίνιο της πόρτας σκληρό
Εγκάρσια διπλωμένο στη διττή κρύπτη
Μέσα στα υπόγεια ρεύματα των θαλασσών
Σε είδα με τον Πήγασο να διαβαίνεις
Χωρίς ματοκλάδια και αστερισμούς με μόνο
Το τραχύ σου στήθος στητό στο φως
Όμοιο μικρό ελάφι που έχει λύσει τις οπλές του
Πόλεμο σε είπανε
Νίκη εγώ σε βάφτισα
Παιάνα σε τραγούδησαν
Νανούρισμα εγώ σε αποκοίμισα
Σάλπιγγες σε συνόδεψαν
Αιμάτινη ακολουθία του έρωτα εγώ σε μύησα
Κρόταφοι και εξάσφαιρα τραβούσαν το αίμα σου
Μικρές βελούδινες αγκαλιές εγώ σου πρόσφερα
Πόλεμος η αγάπη και ανιδιοτελές στέμμα
Σε βασίλισσες που το θρόνο τους ανέτρεψαν
Τα πανάρχαια στρατεύματα του παγετού
Ζωή συνεσταλμένη σε υπέργεια πηγάδια
Με το κρότο της σελήνης στο ηθικό φορτίο του νερού
Μια στάμνα με υγρό περίγραμμα
Αναμένει το κυρτό έλασμα του αστρολάβου
Πριν βυθιστεί στα πλοκάμια του κισσού
Μάντρες και κορμοί δέντρων απίθωσαν
Δάκρυα διαμαντικά πάνω στα ημισφαίρια σύννεφα
Είχε σταλάξει ο χρόνος αλλοτινά θραύσματα
Στη κεντημένη του ποδιά
Μια απαρχή στις αναρριχημένες φωτιές των γλάρων
Ανέδυε τους μυστικούς κώδικες της πτήσης σου
Ναϊάδες σε ταξίδευαν
Εσπερίδες σε πολιορκούσαν
Μούσες σε διαπερνούσαν
Λιανοτράγουδα με τα μικρά βάσανα στο πέλμα
Σε τραγουδούσαν μες το κρύο χνώτο του θυρεού
Σαν απήγανος και κεφάλι ώριμου σταριού
Θυσιάστηκες στην πορφύρα της κοσμικής ελευθερίας
Ανάμνηση του φιλιού θλίβει το κουρασμένο σου βλέμμα
Πικρό φιλί της γλυκόριζας  μεσουρανεί
Στο κάτοπτρο της εφήμερης σελίδας της πλάνης
Απόβραδο της ποίησης στην μεγάλη λεωφόρο
Χρήζουν θεές τις βραδιές της αγάπης
Που τόσο οικτρά ένα βράδυ αποποιήθηκες
Καφετί νότες στα ερτζιανά κύματα
Ξιφουλκούν το σμίξιμο των άστρων
Ζώντας στο περιθώριο των αιώνιων κρίνων
Ελλοχεύουν οι αλήθειες στα χέρια σου
Σαν τα αμαρτήματα της πρώιμης
Παπαρούνας στις λαγόνες της γης 

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

η αδήριτη πέτρα




Χιόνι λευκό άγγιζε τις αρτηρίες της γης
Απέθαντο και καρπερό όπως τις πηγές
Στα μογγολικά μάτια των Εσπερίδων
Σε είδα να κλαις με το δάκρυ του Ιησού
Ήταν τότε που έφευγαν οι πελαργοί
Για τις χώρες με τα καλά μαντάτα στην αυλή
Χτυπούσες δυο φορές το χέρι πάνω
Στο πτερύγιο της αυξανόμενης παρηγοριάς
Περίμενες να εμποτίσεις το νου σου
Με τα λόγια από τα άτακτα στρατεύματα
Στο κράτος εκείνο της σκόνης που ζούσες
Κράνη παλάσκες κάλυκες κι οβίδες
Στο χέρσο πεδίο του θεληματικού σου βλέμματος
Έσπερναν με μελένιες ανακωχές
Το τρίχρωμο ανεμοστάσιο της οργής σου
Χρώματα ιριδισμοί και γήινοι φανοστάτες
Τραυμάτιζαν την ξιφολόγχη της καρτερίας
Ανοιχτές πληγές κρατήρες αιμορραγούντες
Δάκρυζαν στις απελπισμένες ιαχές του έρωτα
Γυμνά τα πέλματα κι ο γύψος της λήθης
Καραδοκούσε δίπλα στο φωσφορίζον φως
Λάμψη δική σου που με λαγνεία σε παρέσερνε
Σε σεληνιακά τοπία που οριστικοποιούσαν
Την ενοχή της μαύρης τηβέννου
Άνοιγες τα τρίτομα λεξικά της μαγείας
Αδιόρθωτα τα εδάφια εκλιπαρούσαν τη σοφία
Της αδήριτης πέτρας στο αλωνάκι με τους γύπες
Κατακρατούσες λίγο χώμα στο μεσιανό σου δάκτυλο
Εκεί που χτυπούσε ο παλμός του σπασμένου καθρέφτη
Ιστοί αράχνης περιέλουζαν την κρύα κόμη του φεγγίτη
Βουβές οι ώρες πικραμένες φυλλομετρούσαν τις εποχές
Δάκρυα και γόες φιδιών καταλάμβαναν τους ουρανούς
Απόγευμα θανάτου κι εσύ διάβαινες γυμνός στις ράγες
Της αποπνικτικής ομίχλης χωρίς να μιλάς
Η φωνή σου κατακερματισμένη σε δέκα κομμάτια
Αποζητούσε το λάγνο φως της αμφιλύκης
Για να αναστήσει την λέξη του άπιαστου ονείρου
Που κρυφά αποκοίμιζες
Πάνω στο χλοοτάπητα της μνήμης
Χιόνι λευκό άγγιζε τις αρτηρίες της γης
Απέθαντο και καρπερό όπως τις πηγές
Στα μογγολικά μάτια των Εσπερίδων
Άλλη μια μέρα μόνη να γεύομαι
Την αρμύρα του σπασμένου κοχυλιού 
Πλάι στο σκαλοπάτι της θάλασσας 
Μην απορείς... καλύψου!

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

το πορτρέτο της ποίησης


Όταν σε πλάθω με πηλό μου διαφεύγει πάντα
Η ακτινοβολία του παγωμένου βλέμματος σου
Το δάκρυ που αργοκυλάει  η απουσία πάνω στα χείλη σου
Ο χρόνος κρυμμένος στον βραχίωνα του άστρου
Μέτρο αυστηρό στην ώρα της καρδιάς
Πριν τελικά  ξεπεταχτεί το βέλος του ουράνιου τόξου στο πελιδνό σου χώμα..
Αμφίρροπες μεταλλάξεις του μικρού σου  κόσμου με κατοικούν ακούσια
Που ζεις;
Τι γεύεσαι;
Πως ξυπνάς;
Μήπως πονάς;
Ή απλά περιφέρεσαι στον άγνωστο ολολυγμό του ανθρακίτη
Μέσα σε υποθαλάσσιες νησίδες που απανθράκωνες με τόση συστολή
Αναμετριόσουν με το υπογάστριο πόνο της βουβής αράχνης
Κολόνες ανάπαιστοι και εδάφια κλείδωναν τις ψυχές των εντόμων
Μέσα σε τετράκλινα δωμάτια περιφερειακών νοσοκομείων
Νοσούσε το επτάφωτο σμαράγδι της αγριελιάς του νόστου
Ο πλους στην πύλη με τις μαρμάρινες λεοντές κρατούσε αιώνες
Ο Οδυσσέας απερίφραχτο αλωνάκι με τη μικρή λεμονιά στο κέντρο
Να σπαρταρά αταξίδευτους παμπάλαιους χάρτες με κλειδωνιές ξένες
Γραφήματα αυστηρά στο χέρι του από το μελανοδοχείο της ειμαρμένης φύσης
Ο έρωτας είπες μικρός κορυδαλλός με τη  σεπτή φωνή του αρχάγγελου
-Παραλίμνια η αγάπη με τις υφές της επαρμένης πικραλίθρας στη χαίτη-
Μικρός ηνίοχος ο έρωτας με σπασμένο το σταμνί των μύρων του
Καλπάζει ορθός στα χάη της ψυχής
Όταν σε πλάθω με πηλό μου διαφεύγει πάντα
Η ακτινοβολία του παγωμένου βλέμματος σου
Το δάκρυ που αργοκυλάει η απουσία πάνω στα χείλη σου
Ποτέ δεν μου δόθηκαν ακέραια
Σαν να φοβόντουσαν το ατελεύτητο
Δάμασμα  της βυζαντινής πορφύρας
Που δειλά αντίφεγγε κάτω από δίχρωμο φέγγος των ματιών σου
Που ζεις;
Τι γεύεσαι;
Πως ξυπνάς;
Μήπως πονάς;
Μια καμπάνα στο σκοτεινό σύμπαν δονείται από τις χειρονομίες σου
Υγρή απόκοσμη ιερότητα στο περικάρδιο ιστό της νύχτας
Επανέρχεται αέναα στο φως του λησμονημένου κεριού
Χαοτική σκιά στο ακάνθινο στεφάνι της ανοιχτής πληγής 
Αφυπνίζει το έφυδρο πορτρέτο της ποίησης
Μετά λύπης σου μιλώ!

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

η ελεγεία της αγάπης


Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας νοσταλγούσαν την όψη σου
-Μέσα στο χθόνιο αναλόγιο της θεϊκής ποίησης-
Κατακρατούσαν τις αποδομίσεις της ιερής Σελάνας
Έναστρος κλαδίκαρπος ο ουρανός του Αυγούστου
Μεθούσε με την φύση του αγριοτριαντάφυλλου
Ριγμένου στις αποχρώσεις των οπάλιων μαλλιών σου
Παιδιά της θύελλας με τα ακριβά γιορντάνια στο λαιμό
Δεμένα στο μεσιανό κατάρτι μιας απορρεούσας ζωής
Βάφτιζαν το σύννεφο σε άσπρο τούλι της τουλίπας
Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας σιωπούσαν όνειρα απουσίας 
Χόρευες με τα ιστία της αρχαίας τριήρης
Απολαμβάνοντας τους ασημένιους σβόλους
Της αναρριχτής άμμου που για χρόνια πολλά απιστούσες
Ένα δάκρυ στυφό στέγνωνε στο πρόσωπο σου
Σαν να φοβόταν την ύπουλη έκρηξη του ηφαιστείου
Δονούσε αργά ο τριπλός κραδασμός της φαλτσέτας
Μάζευες το μίσος της αγάπης από τα υγιή φύλλα
Του νοσταλγού ευκαλύπτου στο κήπο της πολύλαλης τρέλας
Η ώρα του καφέ πλειοδοτούσε τα μύρα των μουντών κτιρίων
Έφερνε στριφτά τσιγάρα στο χέρι του ζητιάνου χρόνου
Γλυκιές επικαρπίες στο χνούδι του καλοκαιρινού ορίζοντα
Ένα πιάνο υμνούσε την ομορφιά του ακροδάκτυλου κρίνου
Αλχημιστές και μοναχικοί αρτεργάτες κατακρεούργησαν
Τις σιγαλές νύχτες με τους απλωμένους χιτώνες των χειρουργείων
Στον ώμο του περιπλανώμενου νεκρού επιβάτη, γιος του βάλτου
Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας ενθυμούνταν τις παύσεις του πυρός
Πράσινες κηλίδες μιας απρόσμενης αυταπάτης
Πυροδοτούσαν τους έγχρωμους ναύτες
Του καλοκαιρινού ταξιδιού στον πόντο της Ανατολής
Έβριθε το φως αρμύρα κι απόξενους αρματηλάτες
Αίμα ζεστό πλημμύριζε τις κούπες του αμαρτωλού έρωτα
Χρυσάφι και στάχυα πύρωναν τα χέρια του κύματος
Παφλασμοί καλωσόριζαν τους κρουνούς της πίκρας
Έγκλειστοι οδοί ιχνηλατούσαν τις οιμωγές του φιδιού
Πονούσαν οι κήποι με τις ανασαμιές του θανάτου στο βέλο
Φλέγονταν οι πόθοι του ενοχικού παλιομοδίτικου καπέλου
Χρύσιζαν οι αστραπές του άπορου λεοντόκαρδου έρωτα
Βυθός παντού και αναστάσιμες κλαίουσες μέρες
Τραβούσαν για το θερινό ηλιοστάσιο της απόχης
-Μέσα στο χθόνιο αναλόγιο της θεϊκής ποίησης-
Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας αναριγούσαν λευκές κρύπτες
Μιας απόδρασης στα υφαντά πέπλα ενός μεσουρανούντα ήλιου   

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

η θυσία


Πυράκανθοι και ρόδα φύτρωναν στα χέρια σου
Χέρσα η γη σαν την πικραμένη μικρή  Περσεφόνη
Απομυζούσε  τους χυμούς από τις ρίζες της  αγριελιάς
Και απ τον φλεγόμενο δίκταμο του σκιερού δάσους
Γκρεμνοί ακολουθούσαν το διάβα σου
Αλπινιστές με θείους χιτώνες σε προσπερνούσαν
Καθηλωμένοι στωικά στις αξίες της υψιπετούς ιδέας
Παρέκαμπτες  την ανηφόρα των αγαλμάτων
Με βουβές ικεσίες στην απόξενη παρουσία
Των συρμών που ένα απόβραδο πικρά εγκατέλειψες
Σμίλευες στα ακροδάκτυλα  σου με τέχνη περισσή
Μιαν ανάσα από τη μάχη των ερωτευμένων
Σωμάτων,  ίαμβοι των περιχαρακωμένων πόθων
Αντανακλούσαν στις περσίδες του χάους
Μικρούς ερωδιούς και αισθαντικές Αφροδίτες
Μάζευες τους ιστούς και τα πέπλα της βροχής
Στη κατερχόμενη κολασμένη πέτρα των χειλιών σου
Σαν αλιέας που εξορκίζει τον μύθο της τραμουντάνας
Σε λιμένες και παράκτιες πόλεις με αμύθητους πόνους
Ο θησαυρός του αδικοχαμένου παλαίμαχου Τρίτωνα
Ανέδυε  αρμυρισμένα φύκια και εμβόλιμες νύχτιες ζωές
Φουσκοθαλασσιές  κατακρατούσαν όστρακα αγγέλων
Χνώτιζαν το διπλό γυαλί του αβυσσαλέου πόντου
Και υγρές κηλίδες μετασχημάτιζαν το σόλο του κάστρου
Σε ήχους και κρεσέντο ενός γεναριάτικου ημεροδειχτίου
Μουσικοί αναδίπλωναν τις νότες τους στην πληγωμένη άρπα
Ορατόρια και όρθρους ανέσυρε το κρύο σκάφος της αορτής
Μελετούσες θανάτους και πικρές ομολογίες μικρών παρθένων
Έπειτα χρησμούς απήγγειλες στα αδέσποτα πετεινά
Κρύωνε ο αέρας, κρύσταλλοι προεξείχαν από τα μάτια
Και τα μεσοφόρια της ασημένιας καταιγίδας
Μοναχικός κι απρόσμενος έδινες ραντεβού
Στο μαρτυρικό εκκλησάκι με τις μούσες του Νότου
Ακροβολώντας σε εικόνες βυζαντινές
Λατρείες και αναθήματα από το καιρό της αμπέλου
Ευλαβικά σιωπούσες σε υστερότοκες μικρές στιγμές
Προσφέροντας θυσία το κόκκινο μαχαίρι
Μιας περγαμηνής θαλάσσιας ανεμώνης
Πυράκανθοι και ρόδα φύτρωναν στα χέρια σου
Καθηλωμένος πάντα στις αξίες της υψιπετούς ιδέας
Κι ώριμος για την θυσία της δωδέκατης νυχτερινής
Στου έρωτα το στερνό χοροστάσι αρχάγγελος ήχος

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

η ενδέκατη ώρα


Πονούσε η χορδή της καρδιάς
Στην θέα του ερεβώδους ωκεανού
Σήκωνες τα χέρια ψηλά
Να φτάσεις τους πολιορκητές
Της Άγιας Αρμύρας
Αποστασιοποιημένος πάντα
Στα κελιά των μοναχικών λειμώνων
Οξειδωνόσουν σε πλανήτες
Μακρινών ονειροδρομίων
Έκλαιγε η Αυγή
Με το τραχύ ύφασμα στο χέρι
Και τα μπουκέτα της αγράμπελης
Στην περίφρακτη αγκάλη
Υποταγμένη λες από χρόνια
Να ανακοινώνει αργά και παρήγορα
Τις οικτρές αναχωρήσεις
Και τις άχρονες αναγγελίες
Των υπόγειων σιδηροδρόμων
Άφαντοι οι επιβάτες
Ολοφύρονταν
Στις τροχιές του ισημερινού
Τα λαβωμένα δάκρυα τους
Κυλούσαν αέναα μετά
Πάνω στην προβλήτα
Με τις τρέμουσες γωνίες
Μαστίγωνε η σελήνη
Τον τροχό και το θείο χέλι
Του αόρατου ποταμού
Οι πέστροφες των πόλεων αδερφές
Βυθίζονταν απαλά
Σε καλοσυνάτες μοναξιές
Αργοπορούσες στην κλίμακα
Των τραυμάτων πυώδης και ωχρός
Σαν τη γλώσσα του φιδιού
Που παραπαίει στο φως
Φλέγονταν τα υπέρθυρα
Της πράσινης ματιάς
Κραυγές έγερσης σε διαπερνούσαν
Θάλασσες και σμήνη γλάρων
Περιέβαλλαν το δαχτυλίδι του πόθου
Με την αλυσίδα του νερού
Μοσχοβολούσε το άπαρτο
Στέμμα του έρωτα
Λεμονάνθια και υγρές αμαρυλλίδες
Οι αιώνες των αγαλμάτων
Σήμαιναν την ενδέκατη ώρα
Απωθούσαν τα νεκρά χέρια των πηγαδιών
Και την χοάνη της πορφύρας
Σε μακρινούς απόκρυφους μαιάνδρους
Ατημέλητος διάβαινες
Και δειλά προσκαλούσες
Το πάλλευκο περιστέρι
Στο περβάζι με τα αειθαλή ρόδα
Και τους πικραμένους κατιφέδες
Εμβόλιζες τις πτυχώσεις
Της γιορτινής γιρλάντας
Στον στολισμένο πόντο
Των θριαμβικών ενθυμήσεων
Μια χούφτα ασημένιου δελφινιού
Πρόδιδε το βλέμμα του Αδερφού
Τα λύτρα σου παραγκωνισμένα
Στις φιλύποπτες φραγκοσυκιές
Του εφήμερου Έρωτα
Βραδιά δυσοίωνη
Με τα σκάφανδρα
Ενός βραδυφλεγή Δεκέμβρη
Πώς να δώσεις έμφαση
Στην ματωμένη πλευρά
Του φεγγαρόφωτου;
Πονούσε η χορδή της καρδιάς
Στην θέα του ερεβώδους ωκεανού 
Σήκωνες τα χέρια ψηλά
Να φτάσεις τους πολιορκητές
Της Άγιας Αρμύρας

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

η εφαπτομένη της ζωής


Ύψωνες την εφαπτομένη της καρδιάς
Μπροστά στη μαβιά σημαία της Δύσης 
Αλύτρωτος βάδιζες
Παγιδευμένος 
Στις κυανώσεις της άναρχης λήθης
Έρχονταν η νύχτα με τους νάρδους
Και τους κρίνους στο χέρι
Καρδιοχτυπούσες
Ανάπλεκες λέξεις
Βουβή η νύχτα
Σε χτυπούσε με το ρομφαία της
Και το αιχμηρό χαράκι στους ώμους
Σκιρτούσες
Σαν μπροστά σε μια παλιά
Αγαπημένη φωτογραφία
Ταπεινωτικά θαμμένη
Στην αφιλόξενη τσέπη του χρόνου
Ποτέ το παρελθόν δεν σε σκίασε
Με τις προκρούστειες κλίνες του
Είχες  τις πόρπες σου καλογυαλισμένες
Το τόξο σου στο ερμάρι των πλανητών
Και τη σοφή σου κλεψύδρα στα αιμάτινα
Κλαριά της χαραυγής
Διάστικτο το φεγγάρι
Παράστεκε  το αφιονισμένο
Κυπαρίσσι του αναφιλητού
Ολόγραμμα ζωής μιας σπονδής
Στον κήπο με τα διαυγή αγάλματα

Ένας προφήτης μελετούσε
Τον ρόγχο του κόκκινου ουρανού
Παραδόθηκαν οι ρίζες του έρωτα έλεγε
Στους ωχρούς βράχους
Με τις κρύες πηγές
Η νύχτα σκούπιζε τη τέφρα της
Άναβε τα αστέρια
Των κολασμένων ποιητών
Με τα μεγάλα όνειρα
Και τα σταυροκάρφια στο χέρι
Προνοούσε για τους
Μυστικούς τους περιπάτους
Στα βαλτώδη νερά του Άδη
Κι έδινε το αντίτιμο
Στον βαρκάρη
Της Αχερουσίας αγκάλης
Τα δάκρυα των μυστών ύφαιναν
Τις εύθραυστες φτέρες
Και την άδολη μνήμη των άνθεων
Ο θάνατος έπλενε
Τα χέρια της ζωής
Με το αρμυρό νερό των βωμών
Και τα μύρα των ασφόδελων
Έσβηνε το μονόγραμμα σου
Από την άμμο των κυμάτων
Αδρανής ο μύθος των ουρανών
Πρόβαλε τα ικριώματα
Των διυλισμένων νεφών
Στον υπέργειο υδρατμό της μουσικής
Ύψωνες την εφαπτομένη της ζωής
Μπροστά στη μαβιά σημαία της Δύσης
Αλύτρωτος βάδιζες
Παγιδευμένος 
Στις κυανώσεις της άναρχης ανάμνησης 

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

το πληγωμένο χέρι του έρωτα



Με ευχές ντύσαμε το ασημένιο πουκάμισο της αρπαγής 
Μάτωνε το σώμα στην ανάκρουση του τελευταίου μύθου
Περιμέναμε ανέστιοι μπροστά στον φεγγερό ορίζοντα
Λυπημένοι να δούμε  την φρενιασμένη λήθη να περνά
Φοβηθήκαμε να κοιτάξουμε το στεφάνι του πηγαδιού
Η λάμα κύρτωνε πάνω στο λεκιασμένο μπράτσο της λίμνης 
Ήταν νωρίς να αποκοιμίσεις τα όνειρα πάνω στον πάγο
Πως να φυγαδεύσεις το πληγωμένο χέρι του έρωτα;

Προσπέσαμε θρηνητικά  ένα πρωί στο άρμα της αγάπης
Ο χωρισμός σπαραγμένο αιλουροειδές χωρίς αίμα 
Ένας ύφαλος ο πόνος κυμάτιζε στα στήθη μας
Δεν πήραμε απόκριση, θυμωμένο το κτέρισμα
Με το κέρινο χερούλι πολιορκούσε τα απογεύματα μας
Μακρινές εξοχές συλλάβιζαν τις αποχρωματώσεις του κάδρου
Στένεψαν οι θάλασσες και τα βυσσινιά μουράγια
Πάνω στα  χείλη των ψαράδων απλώθηκε το χαραγμένο
Όστρακο των Αδερφών με τα κατάστικτα μάτια
Πως να φυγαδεύσεις το πληγωμένο χέρι του έρωτα;

Μέσα σε διττές απουσίες καλύψαμε τον αγιασμό
Με το σκουρόχρωμο βασιλικό και την μεθυσμένη λεβάντα
Το θυμίαμα έκαιγε στο αργυρό φτερό του αητού
Χρύσιζε ο ουρανός το ρόδο έπεφτε  νεκρό στα πόδια μας
Αιχμηρούς σταυρούς καρφώσαμε στο φεγγίτη του σπηλαίου
Δίπλα στον σταλαγμίτη βρήκαμε το σφαγιασμένο
Φως του αποσταμένου κωδωνοκρούστη, δεν μας μίλησε
Κινούσε τα χέρια του δεξιόστροφα σαν να ήθελε να πετάξει   
Πως να φυγαδεύσεις το πληγωμένο χέρι του έρωτα;

Στην αποτέφρωση του κορμιού μας συνάξαμε σταγόνα σταγόνα
Την αφρώδη αρμύρα, απέριττοι περιμέναμε το ξημέρωμα
Έπειτα ήρθαν οι άγγελοι με τις λευκές τριζάτες μπλούζες
Μας φίλησαν στο μέτωπο και ένα κλωνάρι βάγιας μας χάρισαν
Σε πολυεπίπεδες αίθουσες μας οδήγησαν, βγάλαμε τα μαντήλια μας
Στρίψαμε τσιγάρο με φεγγαρόσκονη μη μας αναγνωρίσει ο δήμιος
Τα απογεύματα την ώρα του καφέ αυτοκτονούσαμε στη γαλήνη του τραπεζιού
Μαζεύαμε τα ψίχουλα από το μπαγιάτικο μάτι του ήλιου και  δέσμιοι
Περιμέναμε μάταια το πιάνο να κατρακυλήσει τις νότες του στην ψυχή μας
Ελεήμονες σβήναμε τα πέλματα μας από τις τροχιές και τα σκοινιά του χρόνου
Απάντηση δεν πήραμε για το άγος, η ζωή μας πύρωνε τους κρυστάλλους
Είχαμε χρόνια αποκλεισμένοι στα θαλερά μαύρα κουτιά της αγάπης
Πως να φυγαδεύσεις το πληγωμένο χέρι του έρωτα;

στον φίλο Φάρο