Μέθυσα απ' το φεγγάρι απόψε
Κι ήρθα κοντά σου
Όμορφα λημέρια
Χαλικόστρωτα
Να αναπνέει το σώμα ελευθερία
Να χαρίζεται το φιτίλι στο άσβεστο φως
Φως των ματιών σου δειλινό
Φως της αγάπης λυτρωτικό
Φως της αγκαλιάς καρποφόρο
Κι εγώ θηλιά να περιστρέφομαι
Χαρούμενη να με βλέπεις
Ανέσπερο φως σε κόντρα καθρέφτη πουλιά να χρυσίζει
Σε αγγίζω κι ο ουρανός υποχωρεί τρομαγμένος
Μέθυσα απ' την πούλια απόψε
Κι έριξα ανεμόσκαλα
Σεντόνια του έρωτα
Μειδιούν τα έμβρυα
Στα ετοιμόγεννα άστρα
Μειδιάς κι εσύ
Στα πορφυρά ντυμένος
Πορφύρες στέλνεις στα χαμοπούλια
Πορφύρες σκορπάς στα γεράνια
Ζωντανεύουν οι κήποι τ' ουρανού
Κι εγώ αργοσαλεύω με σφιγμένα τα σφυρά
Πορφυρά ν' αντικρίζω τα χρόνια
Κι αυτά τ' αξόδευτα φιλιά να κλειδώνω στα χείλη προσφορά
Σε κοιτάζω και λοξοδρομούν οι αχτίδες τρελαμένες
Μέθυσα απ' τα δάκρυα απόψε
Κι ήρθαν οι νεφέλες να με ζητήσουν
Εκεί ψηλά στ' αέρινα μονοπάτια
Να στροβιλιστώ
Άγγελοι - νεφέλες
Να σε αποκοιμίζουν γλυκά
Άγγελοι - νεφέλες
Να σε πηγαίνουν ταξίδια σ' άγνωρα μέρη
Κι εγώ σε ελαιογραφίες μαγικές μυθικά να στήνω παιχνίδια
Να αμαρτάνει το φέγγος απ' τα τόσα χρώματα
Κι απέθαντες να μένουν οι φτελιές στους κήπους σου
Σε αναζητώ και κλείνουν τα στόμια των ηφαιστείων ερμητικά
Μικρός γίνομαι χάρτης μεμιάς να εξερευνάς τις κοίτες μου
Μόνος ποτέ μη διψάσεις
Μόνος ποτέ μη ξεχαστείς
Στάζουν νάμα τα ακροδάκτυλά μου
Νάμα κι αίμα
Στο πλάι σου μνήσκω
Διπλά να σε φρουρώ ως να πλαγιάσεις
Γαλήνιος στα φύλλα
Με στρώσεις πολλές μη πληγωθεί σε χώμα ξερό τ' όνειρό σου!
Εγώ θα σε κοιτώ
απ' του ουρανού
το άνοιγμά
Σεπτή μορφή
Μελάνι θα στάζω
στους δρόμους σου
Εκείνο να συγγράψεις
το βιβλίο
της αγάπης
Αιώνια να σε θέλω
Παιδί μικρό
Ποθούσα ν' ανοίξουν
οι ουρανοί
μαγικά να μου φέρουν
στολίδια
Τώρα κλειστά περάσματα
μανταλωμένα
απ' τους αγγέλους
της βροχής
Έγκλειστος ο βρόγχος
αργά μερεύει
Πένθιμος τόπος
όμοιο κρανίο ανοιχτό
στη σκιά του μάρμαρου
Ο δρόμος
στην κατωφέρεια
του θανάτου
Εξ ου κι οι ουρανοί
που ανοιχτοί δακρύζουν
φως μεταλλικό
Στην ομορφιά της ψυχής σου
Το πρώτο κατά σειρά έλαβε μέρος στο δρώμενο 25 λέξεις
που διοργάνωσε επιτυχώς η φίλη Μαρία Νικολάου
Στην πανσέληνο του Αυγούστου
Δεν θα είσαι εδώ
Να μου δείξεις τα μονοπάτια
Που οδηγούν στο Θεό
Αρματωμένος με φιλιά
Δεν θα σταθείς μπροστά
Στη θύρα μου να κοιταχτείς
Αγάπη του μακρινού ορίζοντα
Πως τα φτερά μου κλειστά να σε βρουν;
Στην θημωνιά ένα λεπτό μαντήλι
Στην καταιγίδα ένα σβησμένο κερί
Στην καρδιά του νερού ένα αγκαθάκι
Έτσι κι η ψυχή μου ατέρμονα πάλλεται
Σε τόπους σκιερούς
Μακριά σου μαζί σου
Στην καρδιά του νερού ένα αγκαθάκι
Να θυμίζει τη δροσιά του χεριού σου
Πριν σε πάρουν οι ηλιαχτίδες ταξίδι
Μαγεμένα τα φύλλα ξεκολλούν
Απ' τα δέντρα
Μαγεμένοι οι αυλοί σιγούν
Μπροστά στην κρούστα της γης
Γήτεμα λες...
Οι στιγμές μαζί σου
Μια πορεία στις δαντέλες των κυμάτων
Έρχεσαι - φεύγεις
Μικραίνει ο κόσμος
Σαν πως μικραίνει η ανάσα
Των περιστεριών στην πρώτη αχτίδα
Αγάπη των απογευματινών ρεμβασμών
Πως το βλέμμα γυμνό να σε φτάσει;
Στο λίκνο σου αποκοιμιέμαι
Ζεσταίνω το κορμί μου στο χνώτο σου
Σ' ακολουθώ κι άθελα μου ξεφεύγει
Ο ιστός
Σε ξαναβρίσκω
Στο λίκνο σου αποκοιμιέμαι
Συντροφιά με το τελευταίο σου όνειρο
Μακριά σου μαζί σου!
Εσύ όπου κι αν πας
Εδώ θα είσαι...
Φύλλα χαλκού γανιασμένα
Στο κάδρο σκιές
Μια "καλημέρα" απ' τα παλιά
Στον τοίχο
Διαβάζω τα ίχνη σου
Και εισβάλλει στο δωμάτιο
Η πολυμορφία του ουρανού
Ο καταρράκτης όλων των διαλέκτων
Χαράζει τα υψίπεδα
Και παγερά μέμφεται
Τις σπάταλες σιωπές σου
Κι έτσι στα ξαφνικά
Σπάει ο καθρέφτης
Παραμελώ τα είδωλα
Χτενίζω τα μαλλιά μου
Στην αυλαία των λογισμών
Επαίρομαι την απουσίασου
Τα αγάλματα συναινούν
Τείνουν τα χέρια τους
Ένα αγκάλιασμα στιγμιαίο
Ένα δάκρυ που μετεωρίζεται
Χαράμι μη γίνει στο χτες
Κι εσύ να ξεγελάς τις ώρες
Στα ουράνια πάρκα πλάι στους κύκνους
Δεν έχω συμμαχήσει
Με το κρύο
Τα φεγγερά αγαπώ απογεύματα
Τη βροχή που έρχεται
Ταξιδιώτισσα
Μια πρόσκλησηστέλνω
Στους τρελούς εραστές
Να παραστούν στη γιορτή
Γιατί εγώ γιορτάζω
Κάθε που το δάκρυ μετεωρίζεται
Άθυρμα μη γίνει στο χιόνι
Καλώ τους γενναίους
Απαράβατος όρος
Να λούζονται κάθε χάραμα
Στων δροσοσταλίδων την πόρπη
Εσύ όπου κι αν πας εδώ θα είσαι...
Μικρός Θεός που επιστρέφει στο βωμό
Χάρη να δώσει!
Σαν αστέρι που στο γλυκοχάραμα
Θαμπώνει
Έφυγες
Από χρόνια ταγμένος στον ουρανό
Τις γήινες φλόγες επιζητούσες
Να σβήσεις με μια αναπνοή
Αγάπη πόνος στεναγμός τριγμός
Και η ζαριά στα σημεία παιγμένη
Χωρίς συμπαίχτη και κανόνες
Να σου ανοιγοκλείνει το μάτι συνωμοτικά
Στο λεπτό χέρι τρεμόπαιζε
Μια τελευταία αχτίδα
Μην ήταν που στα μάτια σου ανέβαινε
Πλαγιαστά το φεγγάρι σαν τρελό ξωτικό;
Στο χέρι σου τρέμιζε
Το δάκρυ του παγετώνα
Μην ήταν που στα χρόνια σου
Στριφογύριζαν οι πολύγωνες νιφάδες της απώλειας;
Εκείνες του τόπου σου οι τακτικές
Που από μικρο παιδί στοργικά τις τάιζες φιλιά
Αγάπη που στο γέμισμα του φεγγαριού
Γέμιζε ρίζες βαθιές κι απλώνονταν
Στης χλόης τη χλαμύδα διακλαδωτά
Αγάπη γήινη δική σου μοναδική
Μάνας πατέρα κι αδερφού καύχημα
Έφυγες
Στης Άνοιξης την ώρα
Στις παπαρούνες στέγνωσες τα φιλιά σου
Μην τις βλέπεις έτσι ντροπαλές
Είναι περήφανα εύθραυστες σαν πονούν
Περήφανες
Σαν το παγωμένο σου πηγούνι
Σαν το χέρι σου που αποχαιρετούσε την αυγή
Διπλωμένο σε διπλό αντίο
Στερνό
Είχα πολλά να σου δώσω κλώνια
Είχα πολλά να σου πω τραγούδια ακόμα
Νερό δροσερό να ανεβάσω από πηγαδιού καρδιά
Μόνος να μην νιώθεις
Αθανασία να κρυφομιλάς
Δίψα να μην σε βρει στο σεργιάνι
Πλούσια να διαβείς το πέρα σύνορο
Με χρυσάφι στις φούχτες σου αρχαϊκό
Να σε ζηλεύουν τ' άστρα τ' Απρίλη και να γέρνουν
Κι αν έφυγες
Νοερά θα σε θωρώ καβαλάρη σε άσπρο άλογο
Να τινάζεις σεντεφένιες μπάλες στον κόσμο μου
Κι εγώ εκστασιασμένη να σου χορεύω
Δεν σου πρέπουν καημοί μοιρολόγια
Κλαυθμοί και θυσίες
Σου πρέπει ένας ολόασπρος κρίνος
Της αυλής μου στολίδι
Στο μάρμαρο σεμνά να καλλιγραφεί τ' όνομά σου
Μαζί με το μήνυμά μου
Σ' αγαπώ
Θέριεψαν τα κλαδιά
Ακίδες του ουρανού
κεντούν το Άγιο σώμα
του Απρίλη
Πληγωμένο ξύλο
Πόσα ακάνθινα στεφάνια
δικά σου
θα σκηνοθετήσουν
τη σταύρωση του!
Ποιος σου είπε
πως δεν ματώνει ο ουρανός
τα κλωνιά της γης
σαν τον αγγίξουν;
Μια θυσία κι ένας έρωτας
κι απότοκος τους
μια γραφή σιβυλλικη
να τοξεύει
το άπειρο!
Εφορμούν οι μάγοι κλώνοι
Σκυτάλη παίρνοντας
απ' τον αγέρα
Εφορμά κι η ψυχή
να σε φτάσει
στα προπύργια που ζεις
του ουρανού
Με μια δέντρινη σκάλα
που τα ύψη
αγκυλώνει!
Το πρώτο κατά σειρά έλαβε μέρος στις "25 λέξεις "
που διοργάνωσε επιτυχώς η Μαρία Νικολάου
Τα παιδικά χαμόγελα Είναι η παντιέρα που κρατάει Η Άνοιξη Σε μια πλαγιά με παπαρούνες
Χαμογέλα σήμερα
Χαμογέλα στη στροφή της μέρας
Παιδί μονάχο με τη μάσκα
Του πόνου στην όρθια ψυχή
Με τη μάνα συντρόφισσα του ερέβους
Ανέτειλε ήλιε
Τα σμιχτά χείλη να ροδίσουν ξανά
Πως θα θελα με μια κίνηση μόνο
Όμορφα να σου λαμπρύνω τον κόσμο
Στα μάγουλα σου να στάξω
Της χαρμολύπης το δάκρυ
Ν΄ανθίσουν οι κλώνοι του στήθους
Σαν τη μυγδαλίτσα του τόπου σου
Αυτήν που ξεδιάκρινες απ' όλες τις μνήμες
Αδερφικά να σου ράψω την ποδίτσα
Να έρχεται ο χειμώνας να σκοντάφτει
Κι αμήχανα να απομακρύνεται σε καμίνι σβηστό
Μην χιονιστούν τα όνειρα και καούν τα φτερά
Τα παιδικά δάκρυα Είναι οι δροσοσταλίδες Που λυπήθηκαν να γίνουν προσευχές
Μην δακρύζεις σήμερα
Άφοβα να ψηλώνεις το χέρι στο βοριά
Εσύ που είδες το σώμα της γης ν'αδειάζει
Απέλπιδα τώρα ζητάς μια φωλιά καθαρή
Ένα σημάδι στοργής
Τη μορφή της μάνας για στήριγμα
Έχω μικρά να σου φέρω σποράκια στη γη να σκορπάς
Ένα φανάρι φεγγαρίσιο
Μια ψηφίδα να αναστρέψεις τις γραφές
Προσφυγάκι της φαύλας ιστορίας
Που τ' αρκουδάκι σου
Πάνινο έγινε τείχος στο συρματόπλεγμα
Κράτα μιαν ανάσα για εσένα μια γραφή καθαρή
Σαν μεγαλώσεις άγρυπνο να έχεις το βλέμμα
Σπαθί φονικό στο μαύρο φίδι που τρέμοντας θα σε πλευρίσει
Οι παιδικές καρδιές Είναι οι απόχες που μέσα τους Πιάνονται των αγγέλων τα πρώτα σκιρτήματα
Την πρώτη πρόφερε σήμερα συλλαβή
Στην πέτρα σμίλεψε μια μορφή αγαπημένη
Της μάνας της αυλής της αγάπης
Κι ύστερα πρόσταξε τον ήλιο να ζεστάνει
Το ψυχρό μέτωπο του Κρόνου
Τις στεριές που παρέκκλιναν να ενώσει
Κι αν εισακουστεί η φωνή σου
Κι αν στην πόρτα γυρίσει το κλειδί
Κι αν σε βάθος τραβήξουν οι ρίζες
Ψηλόκορμο θα βγει το καράβι στα πλάτη
Με μεσίστια να πλεύσει σημαία
Τη σημαία που ύφαναν τα δυο σου τα χέρια
Σύμβολο ακριβό στις βροντές και στους φόβους
Στις απαρχές της ζωής ξεφτισμένο παιχνίδι
Που κοιμάται παγωμένο στα σύνορα
Μάρτυρας σου ένα πάνινο αρκουδάκι
Με λασπωμένο το κρύο του πέλμα
Στη μνήμη του....ήταν μόλις 55 ετών
Έλαβε μέρος στο 11ο συμπόσιο ποίησης της
αγαπημένης μας πυργοδέσποινας
Κύριο σκοπό δεν είχε το ποίημα
Μονάχα κάποιες επισημάνσεις
Παράταιρες κρατούσε στις επωδούς
Σαν το διακεκομμένο κελαηδισμό
Των πουλιών που βρέθηκαν
Χωρίς ταίρι μετά το κυνήγι
Ή μάλλον σαν την προσευχή
Που την έκοψε στη μέση ξαφνικά
Ο πιο δυνατός τριγμός της έωλης γης
Διάτρητο έμεινε το Άγιο βήμα
Να χορταριάζει κάτω από την πορφύρα
Φτέρες και πυκνόφυλλα πολυρίζια
Παλαιική πορφύρα
Εκεί που το μικρό παιδί του αλιέα
Εκστατικό στέκονταν
Να καταμετρά των προγόνων του
Τα χρυσά αναθήματα
Με δάκτυλα μαυρισμένα απ' το κοντύλι
Μ' ένα σπασμένο πινακάκι στο στήθος
Να συντονίζεται με τους παλμούς
Του ματωμένου χώματος
Βραχιόλια περίτεχνα χρυσές καδένες
Κι εκείνο το επάργυρο ρολόι
Της γερόντισσας θείας του
Με τους δείκτες κολλημένους
Από χρόνια στη δεκάτη νυχτερινή
Δέκα και τα δάκτυλα της ψυχής
Αδύνατον να καταμετρηθούν οι ώρες
Οι ώρες που στο ανοιχτό πιθάρι του λαδιού
Επέπλεαν σαν τις αναρίθμητες σταγόνες
Της καλοκαιρινής βροχής
Πάνω στο πάγκο του επαρχιακού σφαγείου
Μιας βροχής ξαφνικής
Που ούτε καν κι αυτοί οι ιεροσκόποι
Προέβλεψαν τον ερχομό της
Αγαπούν τα ποιήματα
Τα ξεκούρδιστα ρολόγια;
Ρώτησα θαρρετά τα ψαροπούλια
Που απάγκιαζαν στα λαξευτά βράχια των ακτών
Κρωγμοί αινιγματικοί η απάντηση τους
Επιπόλαια τιτιβίσματα πριν την τελική πτήση
Στα υπέρθυρα της φυλακής
Αγαπούν τα παιδιά τα ατελή ποιήματα
Αυτά που αφιερώθηκαν
Σε κλειστά ερημοκλήσια κι ορφάνεψαν;
Τα ποιήματα με τη γαλάζια χάντρα στο λαιμό
Που μόνασαν ευτυχή σε αρχαίους βίβλους
Ματαιόδοξα σαν τα χέρια των τσιγγάνων
Μπροστά στη λαμπράδα της εστίας
Να γυρίζουν της φυγής τη σελίδα
Αδημονώντας ο φεγγίτης να ανοίξει
Κι η στέγη να διαβάσει
Τα αρχέτυπα μυστικά τους μονοπάτια
Λίγο πριν τη γιορτή πληροφορήθηκα
Πως ο αλιέας έχασε τον μοναχογιό του
Στο παζάρι με τις πλωτούς δρόμους
Έκτοτε βυθισμένοι απόμειναν
Κάτω από τα πολυρίζια και τις φτέρες
Οι στίχοι που συνέθεσαν οι τελευταίοι μελωδοί
Και τα μικρά επίχρυσα καντήλια
Απουσία ξεψυχούσαν μαυρισμένα
Πάνω σε τοίχους τραχείς
(Με τις φλόγες ασκημένες στα μικρά θαύματα)
Τα καντήλια της άσβεστης μνήμης
Που ακούραστα οι ποιητές τα διαπότιζαν
Τις ασέληνες νύχτες του Γενάρη
Με θάλλουσες βυζαντινές νότες
Και χωρία άγνωστων γραφών
Τρεμόπαιζε χαίνουσα η ζωή Στη σκιά της φλόγας μετουσιωμένη σε θάνατο!
Ξετυλίχτηκε το κουβάρι
Δέσε το σκοινί
Έτσι που να ακουμπάει
Σε σταθερές το όνειρο
Στων βυθών σου
Τα κατηφορικά μονοπάτια
Φλισκούνι να φυτρώσει
Να πλένονται οι μνήμες
Κι ολόδροσες να βγαίνουν
Το πρωί σαν δροσοπέταλα
Κλωνάρι στο πέτο να τις περνάς
Μικρός περιβολάρης να διαβείς το σύνορο
Στην ώρα σου να είσαι ξέχωρα ενδοτικός
Πέρασε ο χρόνος
Που συμμαχούσες με τις σκιές
Τότε
Που τις πληγές σου γιάτρευες
Μέσα σε στίχους δανεικούς
Έπεφτε αργοσάλευτη η αυλαία της μέρας
Στη ψυχή σαν απουσία
Έστρεφες το βλέμμα στα παλιά
Ξεκινούσες τις αναπολήσεις
Τα πράσινα σμαράγδια που αγαπούσες σε χρόνια εφηβικά
Κάτω απ' το μαξιλάρι ακόμα τα φυλάς
Καρδιόσχημα φιλιά
Παράθυρο θαμπωμένο απ' την αχλύ του εφήμερου η εικόνα σου
Η εποχή των βροχών
Που γέμιζε τις στέρνες
Με υποσχέσεις δημητριακές
Πέρασε
Ξεράθηκε το δεντράκι των οχυρών
Εκεί που έδενε την κούνια
Η αστραπή του γέλιου
Άσε το αστέρι να σου δείξει την πορεία του βέλους
Τώρα πλαγιοκοπούν
Το σώμα σου ριπές της άμμου
Δέσε το σκοινί
Στείλε την πρόσκληση
Διπλό να γίνει
Το στεφάνι του ήλιου στο ψήλωμα
Τη φιλαυτία του να παρακάμψει
Ο αγγελιοφόρος και να φανεί
Παρασημοφορημένος
Τι πιο ακριβό απ' τη στεφάνη της κούπας που τα χείλη σου άγγιξες
Στους ναούς των ακρωτηριών
Η τελευταία σου μάχη
Μιας ημέρας όνειρα
Που έγιναν ικεσίες...
Ο λόγος άρρητος
Στις παρυφές της αγάπης
Κι ακριβό το αντίτιμο
Που θα κομίσεις στου πάθους τη θυρίδα!
Δεν ξεχνά το αίμα ποτέ όταν σαρκώνεται την ηδονή
Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες υπέροχες συμμετοχές κόντρα
στους ανίερους καιρούς προσφεύγουμε στην πρό(σ)κληση της τέχνης!
Ξέφυγε τελικά Σίγουρα ξέφυγε Κοντανάσαινε Τα πόδια της έτρεμαν
Ψυχή πουθενά Τρεις η ώρα τα ξημερώματα Το γλέντι η μουσική
το πέρασμα του ποταμού ο σπασμένος τροχός Έμειναν όλα πίσω
Το χαρτάκι της πρόσκλησης τσαλακωμένο ή μάλλον μουλιασμένο
στον ιδρώτα του πανικού
Ένα άστρο ξαφνικά ξέφυγε από του ουρανού την αυλαία Που καιρός
για ξόρκια κι ευχές Σκιά έγινε Ένα μπεγλέρι σκορπισμένο στα σκαλοπάτια
Θυμήθηκε την προγιαγιά της Αγαπούσε πολύ τα μπεγλέρια και τους
χαρταετούς Είχε κίτρινα απ' τον καπνό δάχτυλα κι ασβέστωνε κάθε
Πάσχα τη μάντρα του κοιμητηρίου κι ας μην προσδοκούσε ποτέ
ανάσταση στη ζωή της Φτώχεια και Προσφυγιά κι η Πατρίδα
χαραγμένη στη χρυσή καδένα να δακρύζει
Ξέφυγε τελικά Όσο έφτανε το μάτι -παρά το σκότος- καμιά φιγούρα
κανένας ίσκιος δεν την ακολουθούσε
Χάιδεψε το αριστερό της πόδι στο ύψος του γόνατου Με τις βροχές
πονούσε Σταμάτησε να τρέχει Φάνηκαν τα πρώτα σπίτια με τους
εσωτερικούς κήπους
Ίσως αν χτυπούσε μια πόρτα να της άνοιγαν Ας μην της παραχωρούσαν
μια ζεστή θέση να κοιμηθεί Αυτή τους κήπους θα διάλεγε τα παγκάκια
με την αγαπημένη τους φλυαρία το χώμα που μοσχοβολά πρωτεϊκά
αρώματα!
Θα το αποτολμούσε!
Αν της έδιναν -θα το ζητούσε- ένα σκοινί θα έδενε μια κούνια Ένα
δέντρο θα υπήρχε Πως αλλιώς; Όλοι οι κήποι έχουν δέντρα Έστω μια
ταπεινή κουτσουπιά
Ωραία με μωβ - βυσσινιά λουλούδια Γιατί βυσσινιά είναι τα λουλούδια
που πενθούν
Θα το αποτολμούσε Έφτανε άλλωστε στο πρώτο σπίτι
Είχε ροζ παραθυρόφυλλα και μια εξώπορτα με σκαλιστά αραβουργήματα
Φεγγίτες κωνικούς και υπέρθυρα με δυο σειρές από ερωτιδείς
Θα πλάγιαζε στην χλόη Ένα μερμηγκάκι ένα σκαθαράκι θα την
συμπονούσαν Ο χάρτης του κόρφου της να ημερέψει Δρόμους ν' ανοίξει
Τους βημάτισε παλιά αυτούς τους δρόμους Απρόσκοπτη πορεία Χρόνια
πριν - όταν κάποιος της χρέωσε τη φιλαυτία του - έστρεψε τα μάτια στη
γαλήνη της γης στη μοναδική της ασφαλή μήτρα
Κι απόψε εκεί θα κατέφευγε σαν ορφανό μωρό που πεινάει στοργή
Να ασβεστώσει σαν την προγιαγιά της τα μικρά πετραδάκια του
σιντριβανιού
Να ανάψει ένα σέρτικο τσιγάρο να καεί το πρόσωπο του εφιάλτη που
την έβαλε στο κυνήγι αχάραγα
Θα το αποτολμούσε!
Μην ξεχάσει να συστηθεί Μην την πουν κι αγενή:
Μαρία όπως όλες οι μοιραίες Μαρίες του κόσμου τούτου
Ήδη μιλούσε με τους κήπους κι ας ξαστόχησε στα λόγια κι ας
έκλεισαν με πάταγο οι σύρτες πριν το ξημέρωμα...
Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες υπέροχες συμμετοχές κόντρα
στους ανίερους καιρούς προσφεύγουμε στην πρό(σ)κληση της τέχνης!
Αχ γη μου
και τι δεν βλασταίνεις
Απ' το ταπεινό
χορταράκι
ως το περήφανο έλατο
Κι οι φράκτες ακόμα
δημιούργημα σου
Μικρά ημικύκλια
να ξαμολά το χώμα
τα λουλούδια του
Έλα στην ακουαρέλα
του χώματος
να γεμίσεις χρώμα
το βλέμμα
Πάρε κόκκινο και θαλασσί
Να φτιάξεις το προικιό
της ψυχής
Κι ύστερα με μια πινελιά
κατάργησε της γης
τα συρματοπλέγματα
Ποιος χρωμάτισε
τα ημικύκλια;
Ίσως το χέρι του Θεού
που αποκαμωμένο
απ' το γκρίζο
επαναστάτησε
Μείναν οι φράχτες
Κισσούς να υψώσεις
και συρματόσκοινα
Ν' απλώνει η αγάπη
τα κεντίδια της
Το τελευταίο στην κατάταξη έλαβε μέρος στο δρώμενο "25 λέξεις"της Μαρίας Νικολάου τα δύο άλλα προηγήθηκαν
κι είπαν να το συντροφέψουν
Χιονίζει η Άνοιξη μαργαρίτες στους αμπελώνες
Έλα με του νοτιά το ιδρωμένο σύννεφο
Κρυφά να σου μάθω τα μυστικά της γης
Τα πρώιμα φιλιά να σε αγγίξουν
Θωπείες σπουργιτιών και κελαρύσματα
Λατρεύω τις ανοιξιάτικες ώρες
Πως ανοίγει τα πέταλα ένα λουλούδι
Μια ηλιαχτίδα να κρύψει στους στήμονες
Έτσι κι εγώ
Ασημένιο απλώνω χέρι
Το τάμα μου να φτάσει στα ουράνια χελιδόνια
Γιατί της Άνοιξης χρωστώ μια γραφή ακόμα
Έναν παλμό οξύ δίπλα στην υψικάμινο
Μεθούν οι μέλισσες κι απειλούν
Κεντρί να στείλουν στα θυμάρια
Μεθώ κι εγώ σιμά στις ρίζες της αμπέλου
Χαλίκια αρπάζω
Σφιχτή η παλάμη κουδουνίστρα
Τα βρέφη της Άνοιξης να νανουρίσω
Τι έχουν από τη σάρκα μου ξεφύγει
Και στην πολύ ομορφιά χαρίζουν γέλια
Της ψυχής πεταρίσματα και φθόγγους
Φθόγγους που το αίμα
Στο πέρασμα των χρόνων σωστά τους ταίριαξε
Πλάι στο γιασεμί στο πελαργόνι και στο ρόδο
Δίπλα στο δάκρυ της μυρτιάς να κρεμαστούν
Διάφανο να στήσουν κτίσμα
Της αγάπης την εύθραυστη κιβωτό
Αρματωμένη φέτος η φύση θα φανεί
Ν' αποσύρει τη λάσπη απ' τον κόσμο
Πληγωμένος μη περπατήσει
Πλάι στα κλειστά σπίτια του βοριά ο Θεός
Απελπισμένος μη νυχτωθεί
Στο χτιστό πεζούλι χωρίς ψωμί ο άγγελος
Γαργαριστό ν' ακουστεί το γέλιο των παιδιών
Πλάι στα επταπύργια
Παιδιά που την ιστορία έμαθαν σε δυο συλλαβές
Κι είπαν μες στην υφήλιο
Τη μαρτυρία της φυγής καλά να κρύψουν
Χλωρός κορμός
Κι απάνω σκαλισμένος ένας όρκος
Κόμπο τον κόμπο το δάκρυ φυλακτό να πλέξεις
Μόνη μη φοβηθεί η Άνοιξη στην τόση νύχτα και χαθεί
Πόντο τον πόντο το γέλιο στωικά να υφάνεις
Μαξιλαράκι παιδικό να καρφιτσώνει η Άνοιξη
Ολοφώτιστα τα όνειρα της νέας εποχής!
Συμμετέχει στο δρώμενο της αγαπημένης μας και ανήσυχης
φίλης Αριστέας με θέμα:"Μέρες Άνοιξης"
Μάτια όλο φως
Από εκείνο το αστέρι που έβλεπες
Στους παιδικούς σου ουρανούς
Κάψα το καλοκαίρι και λίβας
Απειλητικός νοτιάς στα σιταροχώραφα
Κι οι δρόμοι χωματένιοι
"Αν σκοντάψεις βάλε λίγο χώμα στην πληγή
Σταματάει το αίμα, θα δεις"
Σήμερα κρατάς την ανάσα μπρος στα ποτάμια
Ανακουφιστικά σκέφτεσαι ιάματα
Τρέμεις μην τρυπήσει το σακουλάκι
Που της πατρίδας κλείνει τον καημό
Ψηλαφίζεις
Εκείνο το δακτυλίδι το χρυσό που η μάνα
Βρήκε στη δέση
Και τώρα στον αντίχειρα σου φυραίνει σιωπηλά
Χέρια όλο γρατζουνιές
Από εκείνα τα ακριβά σπάρτα που συνόδευαν
Τους δρόμους σου
Χωράφια της μαργαρίτας που κυλιόσουν
Παρέα με τους αγγέλους
Ευωδιές διάσπαρτες αγνές σαν Παναγίες
Βιολέτα γιασεμί γαρύφαλλο πικραλίθρα χαμομήλι
"Αν δεις σκιές μην φοβηθείς είναι οι καλές
Νεράιδες που φυλάνε το βήμα σου"
Και τώρα τι;
Μιλάς με την καρδιά σου ανυπόκριτα
Στρίβεις το νόμισμα κι η τύχη σε διαψεύδει
Στο αυτί σου ζουζουνίζει μια μέλισσα
Οπισθοχωρείς
Τρέχεις με ταχύτητα να ξεπλύνεις
Την πληγή των δακρύων
Στις αυλακώσεις των βιβλίων ξαγρυπνάς
Και στα υγρά μαντηλάκια των προθέσεων ξενιτεύεσαι
Πόδια όλο νεύρο
Από εκείνα τα βουνά που σταυραδέρφια
Τα ένιωθες στα όνειρα σου, παρέα στον κουτσονήλιο σου
Πότε σου δεν απόσταινες
Πείσμωνε η καρδιά
Σαν το αλέτρι του πατέρα που χάραζε την πέτρα
Μήλα κι αμπάριζα
Και μια μηλίτσα στον γκρεμό ξεμυαλισμένη
"Αν πέσεις σου δίνω το χέρι μου, πονάς παιδί μου;"
Σήμερα ο πόνος παγκόσμιος
Ζιπουνάκια παιδικά που έγιναν στρωσίδια
Βούρκοι που στεγάζουν τη βάσανο της επιβίωσης
Κι αν βουρκώνεις
Κι αν προχωράς
Πώς αλλιώς;
Εκεί θα γυρνάς, στέγη θα βρίσκεις στο άτοπο
Τα βήματα θα ικετεύεις να αντέξουν
Και σαν μικρό παιδί που λέει
Δυνατά το ποίημα του στα σχολικά πεζούλια
Με δυο γραμμές θα καταγγέλεις το άδικο του κόσμου!
Γλυκαίνει το φως
Στα μάτια σου
Στο λιμάνι
Ταραχοποιός ήλιος
Λάβαρα αχτίδων
Περιβολές χαράς
Κι εκείνο το πλεούμενο
Με τ' αυστηρά χρώματα
Στάσου για λίγο
Με παρρησία η Άνοιξη
Φυλλομετρά τις στιγμές
Στιγμές πλάνες
Που οικειοποιήθηκες
Μικρά χαρτάκια
Στροβιλίζονται
Σε σταυροδρόμια κρύα
Κι οι αλήθειες μου
Ξαφνιάσματα εφιάλτη
Φυγοδικούν ηττημένες
Λαβωματιές της παπαρούνας
Μελανόχρωμες ρίζες
Κολλημένες στα υπερώα
Άγγιγμα δροσερό
Στον ήχο του σήμαντρου
Οι υδρίες στεγνώνουν
Αν σε λαβώσει άνθος
Τράβηξε μια τεθλασμένη
Στο σκούρο χώμα
Εκεί η σπορά σου
Το βιος του ηγήτορα
Αντίστροφο μέτρημα
Στοιβάζονται λάφυρα
Σε πύλες κλειστές
Στα καλντερίμια
Ιστορίες της πέτρας
Ξεχασμένες
Δίστιχα ακατάληπτα
Μορφές ιπποτών
Ο δρόμος προς το υποστατικό
Χορταριασμένος
Γυάλισε το σπαθί
Πέρνα στον άνεμο
Πετράδια δίχρωμα
Αύριο στη μάχη
Θα νικήσει ο κίβδηλος
Ο γαλαξίας ανασαίνει
Βαριά σκουριά
Προκαθορισμένα τα σημεία
Εγώ θα υπάρχω
Όσο περισσεύει ο θυμός
Στα κλήματα
Κοντά πολύ κοντά
Το προμάντεμα της θάλασσας
Κι ο Θεός της λήθης νεκρός
Πενθούν οι ουρανοί μου σκοτεινιά
Ο Άδης διπλοκλείδωσε
Του έρωτα τ' αστέρι σε τάφρο στενή
Είπες πως μια μέρα θα 'ρθεις
Κι άφησα το κλειδί κάτω απ' τη γλάστρα
Απροσδιόριστα μίλησες
Χωρίς σημάδια καθαρά
Πάντα έλειπε το χάδι απ' τις λέξεις σου
Χάδι
Χνάρι
Χαμόγελο
Χρώμα....
Είχες στα χέρια σκισμένη μιαν επιστολή
Έπρεπε να φύγεις
Τα όνειρα σε καλούσαν
Στο μπαλκόνι σου είχαν στήσει φωλιά
Δυο μικροί κορυδαλλοί
Οι αγγελιοφόροι σου έλεγες
Σπαταλούσες στιγμές να τους μάθεις να πετάνε
Μελαγχολικά τους ξεναγούσες στους κρύους βωμούς
Στο μπαλκόνι με το πένθιμα νυχτολούλουδα
Και τη δίχρωμη μπιγκόνια
Σπαταλούσες τέχνη για να προσαρμόσεις
Στις πληγές σου τις γνώριμες ρωγμές των διαδρομών
Τώρα σε αποβάθρες κρύες παραπαίεις
Δίπλα σε κατεστραμμένα παγκάκια περιφέρεσαι
Σφαλνώντας τα βλέφαρα ξεχνιέσαι
Στο χέρι
Διπλός καφές
Στο μάγουλο διπλή ξυραφιά
Σε προσπερνούν τα πλήθη βιαστικά
Ψάχνεις την τσέπη σου
Την αδειάζεις μπροστά στα βρώμικα σκαλοπάτια
Ούτε ένα κέρμα
Εξαργυρώνεις φτηνά τα πάθη σου
Για μια θέση στο βαγόνι
Ο εφιάλτης σου δυο γνώριμα μάτια που επίμονα σε ερευνούν
Στο σπίτι έμεινε η σκιά σου
Ένα χαρτί διαγραμμάτων
Μια χτένα χωρίς δόντια
Και το κυρτό κυπαρίσσι
Όλη σου η περιουσία μια σελίδα λευκή
Όλη σου η μνήμη μια νύχτα έρωτα
Κι ο στόχος πάνω στον τοίχο όλος καλυμμένος με βέλη
Εξαφανισμένο το κέντρο
Εξαφανισμένος κι εσύ
Στα λόγια σου περίσσευαν οι επαναλήψεις
Χάνομαι πνίγομαι χάνομαι επιστρέφω
Στα νοήματά σου υπερίσχυαν τα περίπου
Περίπου σε θέλω
Περίπου πεθαίνω
Περίπου σε γνωρίζω
Η ενθύμηση η απόσταση το αδιαχώρητο των ωρών
Τρεμίζουν στο σώμα
Κι εσύ μια απουσία παγερά ανοιχτή
Μου είπαν πως σ' ένα συρμό
Κάποιοι σε είδαν φωναχτά να απαγγέλεις
Στίχους στους μικρούς επαίτες
Κι αυτοί με δάκρυα χαράς δυνατά
Σε επευφημούσαν
Σίγουρα εκεί θα μείνεις
Χωρίς άλλο εκεί θα ξεχνάς
Ο κόσμος σου δυο αράδες ανέξοδες
Χωρίς ούτε ένα ψηφίο αγάπης πάνω στο αβέβαιο σου βήμα!
Γύρε στο σώμα μου Βοριάς χτυπάει τις γρίλιες Βλέπω τα νύχια του το γκρίζο χιτώνα του Φυλάξου Οι πέτρες που πέφτουν είναι τα πετρωμένα δάκρυά του Ασπίδα σου θα γίνω Η κρυφή σου αμαρτία! * Όταν αποσταίνουν τα σπίτια Σφαλνάνε τα παραθύρια τους Ξεχνούν τις χαρές Τ' ασπροσέντονα της λεβάντας Μόνο οι γρίλιες αγρυπνούν Με δυο κλωνιά γαζίας φωλιές ονείρων στο τέμπλο των τοίχων σχεδιάζουν! Το πρώτο ολιγόλεκτο συμμετείχε στο δρώμενο της Μαρίας Νικολάου "25 λέξεις" στην πορεία ήρθε να προστεθεί το 2ο
Είναι η εποχή των υακίνθων σου λέω
Νιώθω τη ρόδινη μορφή της Άνοιξης
Από μακριά να βγάζει τον πρώτο της νεογιλό
Τι κι αν θεριεύει ο χειμώνας στις στέγες
Τι κι αν οι μέρες κλαίνε σε αίθουσες σκοτεινές
Για μένα στα κατώφλια ανθίζουν δέσμες ελπίδας
Για μένα τα αρώματα γλυκαίνουν το λάθος του μισεμού
Και τα τραγούδια πάνω σε χείλη εφηβικά
Αμαρταίνουν χάδια πρώιμα
Σε χείλη που ξεστόμισαν θεατρικά
Το πρώτο "σ' αγαπώ" κάτω από τις φιλύρες
Κι αυτό τώρα κοσμεί διστακτικά παλίμψηστες γραφές
Στα όνειρά μου έρχεται το απύθμενο γαλάζιο
Θάλασσες μικρές και μεγάλες με καθελκύουν
Θα στις γνωρίσω
Είναι κήποι οι θάλασσες στην πατρίδα μου
Χωρίς καν ούτε μια σχεδία τις ταξιδεύεις
Σαν ιερέας μεταλαβιά τις κάνεις
Να κοινωνήσει ο κόσμος του κοραλλιού το δάκρυ
Κι οι υάκινθοι στον κήπο μου
Μενεξελιές ακτές θα γίνουν κι αποβάθρες
Εκεί να φτάσω άσπιλη σαν αιθέρας
Της Άνοιξης παραγγελιά να δώσω
Να' ναι η πνοή της σαν τη σκέψη της μάνας καθάρια
Να βρει στη μακριά σου απουσία έναν έστω λόγο
Παραμύθι να τον κάνω, με συστολή μεγάλη
Να τον ιστορήσω στα πουλιά πριν φύγουν
Ταξιδιάρικα όπως είναι δεν θα απαιτήσω απ' αυτά
Ζεστές φωλιές να στήσουν
Ούτε κλαράκι μόνιμο για να υμνούν τον στρατηλάτη ήλιο τα πρωινά
Είναι η εποχή των υακίνθων σου λέω
Αν θέλεις ανέβα στο πηδάλιο της λήθης
Εκεί που ο έρωτας αντιμάχεται την αρμύρα
Να μπεις κατακτητής
Ανερμάτιστα ν' αγαπήσεις της φυγής την κόρη
Έχει πλούσια και μαύρα τα μαλλιά
Και το λαιμό στητό στον άνεμο σαν τόξο φλέγον
Αν σου βρεθούνε βέλη φονικά
Μην τοξεύσεις τον κήπο μου
Πονούν οι θάλασσές μου και δεν πεθαίνουν
Κι έτσι όπως κάποτε τις αρμένισες θα σε ξαναζητήσουν
Όσο φαρμάκι κι αν βάλεις στις αιχμές σου
Αυτές θα σε καλούν
Γι αυτό εμμένω στους υακίνθους
Αυτοί τουλάχιστον -καθώς από τα σπλάχνα
Της πατρίδας μου βγήκαν-
Πιστοί θα μείνουν στο φιλί
Τους χάρτες των πορθμών μου
Ιχνηλατώντας θα διατρέξουν
Χνάρια να βρουν δικά σου κι εκεί να χαραχτούν!
Ζώντας την απουσία σου
Μικρό γίνομαι κοχύλι
Στις βυθισμένες πολιτείες
Εκεί που ο λόγος σου ανθεί
Να πάω
Δίπλα στα ηχηρά σου φωνήεντα
Αποσιωπητικά να προσθέσω
Μήπως και κάποια στιγμή
Το ακατάληπτο διαβάσεις γράμμα
Κοντά σου να φέρω
Ερωτικά κελεύσματα
Απ' τον γόο των ωκεανών
Τις λέξεις που χήρεψαν
Με στοργή να στρογγυλέψω
Γιατί τις φροντίζω τις λέξεις
Διαβατικές
Απείθαρχες
Κλονισμένες
Ιδιαίτερα εκείνες που στις λεύκες ξεστόμιζες
Κι ήταν σαν να συνομιλούσες
Με την άγραφη σοφία των δρόμων
Τσιγγάνος - δρόμος κι εσύ!
Κι αν όπως τότε
Αγαπάς τα βάθη των τραγουδιών
Θα σου σφυρίζω σκοπούς
Απ' τα λάγνα μιλήματα
Της άγκυρας στην πλώρη Αρώματα ακριβά
Από ναυάγια φοινικικά θα σου φέρνω
Να αρωματίζεις τις σελίδες των ποιημάτων
Που αστόχησαν σε χείλη ξένα
Κι εκείνα τα τρύπια ρούχα να βγάζεις
Που συνήθιζες να φοράς
Πριν αφεθείς στις φλόγες μου
Ρούχα με ύποπτες ραφές σκονισμένα
Που εγώ τα φύλαξα βαθιά
Στου έρωτα το εργαστήρι
Κι όταν ο νους σ' αποζητά
Και πόθους στραγγίζει το σώμα
Σ' αυτά καταφεύγω, ιστία τα κάνω
Να περάσω τις ηράκλειες στήλες της μόνωσης!
Έπειτα μη νοιαστείς
Θα φύγω ακροπατώντας
Μου φτάνει μόνο
Που ένωσα τα δευτερόλεπτα
Μου αρκεί
Που αφαίρεσα απ' την κλεψύδρα σου
Το φευγαλέο μαζί
Και μάρτυρας έγινα των βυθών
Ο σπασμένος καθρέφτης
Που τα είδωλα σου πολλαπλασιάζει
Στο απέραντο γαλάζιο
Αν θα ξανάρθω δεν το ξέρω
Είναι που με γοητεύουν τα ουράνια
Που με δονεί η λάβα των ηφαιστείων
Και τη βαρύτητα απωθώ των γραμμών
Μείνε εκεί
Κι όταν στην Αχερουσία θα εισέλθω λίμνη
Κι όταν οι σφένδαμοι περίλυποι
Στις όχθες μου θα στέκουν
Θα σου δώσω ό,τι σου χρωστώ:
Το σώμα του κοχυλιού που ονειρεύτηκες
Κοντά σου θα ζήσω
Με συστολή να σε κοιτώ κατάματα
Όλη μια υδρία με κομματιασμένα όστρακα μέσα
Να απαριθμείς εκείνες τις νύχτες
Που η φωτιά επίλεκτο με έχρησε συνοδό της!
Ήταν κάποτε ένας ανηφορικός δρόμος
Ένας δρόμος πλάι στο ακροθαλάσσι
Όχι ένας απλός δρόμος
Όπως τον φαντάζεσαι και τον ξέρεις
Δεν ήταν καθόλου επίπεδος
Αλλά ολούθε στρωμένος με σκαλοπάτια
Λαξευτά σκαλοπάτια της πέτρας
Και στο πλάι του φύτρωναν λουλούδια πολλά
Όχι λουλούδια κοινά
Όπως στα λιβάδια την άνοιξης βλέπεις
Αλλά θαλασσολούλουδα αθάνατα
Με κοραλλένια τουρκουάζ
Και χρυσαφί χρώματα
Λουλούδια όμορφα που οι γοργόνες
Τα είχαν ραντίσει με αρώματα θυσίας ακριβά
Στον δρόμο αυτό
Που ήταν απαγορευμένος στους θνητούς
Ήρθε τυχαία μια μέρα
Ένα μικρό κορίτσι δώδεκα χρονών
Έτρεξε στα λαξευτά σκαλοπάτια
Έπαιξε ξένοιαστο κουτσό
Θαύμασε τη θέα μα και τα λουλούδια
Αλλά μαγεμένο καθώς ήταν από την ομορφιά
Δεν πρόσεξε την εγχάρακτη γραφή
Πάνω στο δεύτερο πλατύσκαλο "Τα άνθη γύρω σου είναι τα πνιγμένα παιδιά της θάλασσας κι όποιος τα κόψει στο ουράνιο βασίλειο της σιωπής θα κλειστεί κι αντάμα με τις ψυχές τους θα μείνει"
Έσκυψε λοιπόν κι έκοψε ένα θαλασσόκρινο
Και μόλις το έφερε στα ρουθούνια της να το μυρίσει
Ο δρόμος ξάφνου μετακινήθηκε, αλλάξε φορά
Ξέσπασαν γοερά σε κλάματα τα λουλούδια
Σκλήρυνε η φλέβα της πέτρας
Τραβήχτηκαν στους βυθούς οι γοργόνες το κακό να μην δουν
Ο δρόμος της θάλασσας
Απομακρύνθηκε λοιπόν απ' τη γη
Και σαν διπλό πλοκάμι ανέμου
Αναχώρησε για τ' ουρανού τα βασίλεια
Εκεί που η σιωπή κατοικεί
Εκεί που οι νεφέλες σκεπάζουν τις γήινες χαρές με γκρι μπέρτες
Εκεί που ο ήλιος σαν καυτό σίδερο
Καίει και διαπερνά πέρα ως πέρα τα σώματα των μίσχων
Τρόμαξε το κορίτσι πολύ
Έκανε να γυρίσει πίσω
Ακατόρθωτο
Ώσπου ένας αιωνόβιος γέροντας στρυφνός
Το διπλοκλείδωσε
Σ' ένα παγερό κελί
Να αγναντεύει μόνο του από ψηλά σπαράζοντας
Τη γη τη θάλασσα κι αυτήν τη μάνα του
Μαυροφορούσα
Αλλόφρονα να ψάχνει πλάι στο κύμα
Το μονάκριβό της πνίγοντας τα καράβια με τα χέρια της!
.............................................................................................
Ποιος ξέρει αν αυτός ο δρόμος ξαναεπιστρέψει στη γη
Μαζί με το δωδεκάχρονο κορίτσι και τα λουλούδια των ψυχών
Ίσως περάσουν χρόνια πολλά αλλά ίσως κι απόψε να φανεί!
Σήμερα εκλιπαρούσα
Να 'ρθει η βροχή
Κι ήρθε
Παρότι δεν είχα στέγαστρο
Κίτρινο πανωφόρι
Φιδίσια χέρια να γλιστρώ
Ήρθε να με δαμάσει
Με σφύρα κι άκμονα να με γνοιαστεί
Σύριγμα πρωινό
Πριν σπάσει ο ιμάντας
Μια μολυβένια μπόρα ορμητήριο της ψυχής
Δική μου πιστή μου αδερφή
Βροχούλα της πέτρινης θλίψης!
Μάλωσα με τον ήλιο σήμερα
Εγώ που τα σκαλοπάτια του
Γυάλιζα ασταμάτητα
Τώρα τον αποδιώχνω
Ίσως οι αχτίδες του καυτές
Ίσως το μεθύσι του πλάνο
Ζητώ το σύννεφο
Του αρχάγγελου το τόξο
Βυθίζομαι στα νερά σήμερα
Κι είναι μια αναβάπτιση αυτή
Ένας δρόμος που με διασταυρώνει
Με τα δάκρυα των πουλιών
Δικά μου πιστά μου αδέρφια
Οδηγοί του ανεξερεύνητου!
Τραβάω τις κουρτίνες
Ανοίγω τα στόρια
Τα βουνά χαμογελούν
Τα δέντρα επαίρονται
Κλείνει θριαμβικά
Η χλόη το στόμα
Καταπιόνας δροσιάς
Τρίζει το πόδι της μάνας
Τι ευτυχία να υπάρχεις ακόμα
Τι ευτυχία ν' απλώνεις το χέρι
Και βουβό ένα χνούδι να σε χαϊδεύει
Δικά μου πιστά μου σημάδια
Συμβουλάτορες της νύχτας!
Κοίτα το δίχτυ
Απ' τη χρήση τρύπησε
Χωράω να βγω
Αγαπώ τα σύννεφα
Που τα διαπερνάει το φως
Όμοια με τούτο το δίχτυ
Εδώ στο νότο
Περισσεύουν τα παράθυρα
Αλλά τα τείχη βαριά
Κι αδιαπέραστα
Ήξερε ο ποιητής
Μαθαίνω να περιγράφω
Μαθαίνω την ανάσα να κρατώ
Μια ανάσα ακόμα κι αναδύομαι
Στον κόσμο μου φραγμένες ως χτες οι ακτές
Στολίστηκαν βλέμματα
οι τοίχοι
Έλα καρδιά μου
να βρεις το φως
το ανέσπερο
Το σκότος της ψυχής
να λεπτύνεις
Τα μοσχοκάρφια
της ευτυχίας
καρπίζουν εδώ!
*
Χέρια και μάτια
περιστοιχίζουν μια καρδιά
Ολοπόρφυρη καθώς είναι
τραβάει ίσα τα βέλη
τους ίσκιους
και τα τελώνια
Κορμοί κλώνοι και φύλλα
και στο εικονοστάσι
του δρόμου
μια καρδιά υμνωδός
κλυδωνίζεται!
Το πρώτο ολιγόλεκτο έλαβε μέρος στο δρώμενο
της φίλης Μαρίας Νικολάου "25 λέξεις"
το επόμενο ήταν η δεύτερη μου επιλογή κι είπα
μην στην αφάνεια ατυχήσει!
Στις αλάνες χορεύουν
Τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
Τραβάνε ψηλά
Κι οι άγγελοι ζηλεύουν
Τα σώματά τους
Επιπλέουν στα ουράνια
Σαν πειρατές μ' άμορφα πρόσωπα
Τα σύννεφα κουρσεύουν
Απλώνουν την πραμάτεια τους
Στις πόλεις με τους χρυσούς εξώστες
Τα τραγούδια των εραστών
Όμοια έμβρυα μιας κύησης άχρονης
Που οι μύστες στα όνειρα τους
Υπογράφουν την έλευσή τους
Με μάγμα πύρινο απ' τις φωτιές των πλανητών
Σε περγαμηνές γράφουν οι ανάσες
Τους άγραφους στίχους
Και τις μελωδίες κεντούν στα νερά
Παίρνουν αυλούς καλαμιάς
Και άρπες αρχαίας γιορτής
Στα λουλούδια να τα εμπιστευτούν
Στων πλειάδων τα σύννεφα
Να τα βαφτίσουν
Αγάπη τα τραγούδια
Που δεν ειπώθηκαν
Έρωτας σφοδρός που γεμίζει
Τους αμπελώνες με χυμούς ελάτης
Να έρθει ο Διόνυσος με άσπρα τα βλέφαρα
Να παίξει πάνω στους μηρούς των κορασίδων
Ρυθμούς σαγηνευτικούς
Στους αστεροειδείς κατέφυγα
Για να τα βρω
Σε χρόνους υπερβατικούς
Ένα ψήγμα τους ζήτησα μικρό
Τα ακολούθησα
Σαν ο γητευτής τις οπλές των άστρων
Κι εμβρόντητη μια νύχτα
Σε πανωφόρι αγαπημένο
Στην τσέπη της καρδιάς
Απόκριση πήρα και μήνυμα
Δικό τους
Τα κέρδισα!
Επηρμένα ήρθαν κοντά μου
Με δίκοπα μαχαίρια στους ιστούς
Δεν φοβήθηκα
Τι είχαν τη ζέστα σου
Δεν απόρησα
Τι είχαν το αίνιγμά σου
Κι ένα μεγάλο στόμιο στο μέτωπο
Απ' όπου μια φωνή με καλούσε
Στα νυχτέρια να πάω των ερωτιδών
Με βέλη να νικήσω
Του σκοταδιού τον οστέινο γίγαντα
Αγάλματα ιερά να στήσω στο όνομά σου
Κιθαρωδούς μαυλιστικούς
Στους κήπους σου να φέρω να γελαστείς!
Έλαβε μέρος στο10ο Συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε καθ' ομολογία
τόσο άψογα η φίλη Αριστέα μαζί με άλλες 31 υπέροχες συμμετοχές!!!
Σήμερα έμαθα γιατί ανθίζουν οι λεμονιές
Είχα χρόνια που θήτευα στη φύση τους
Περιπλανήθηκα
Ρώτησα
Άκουσα προπαντός άκουσα
Κι αμφέβαλα τόσο στο δρόμο που σιγά σιγά
Έφτασα στον άτακτο κόσμο των εντόμων
Σαν επιστήθιος φίλος ψηλά να ζυγιστώ
Πήρα πολλά δίνοντας μόνο ανάσες
Πολύτιμες απόχες νοημάτων κρατώντας
Στο μεταίχμιο του χρόνου έφτασα
Και πάνω εκεί τις απαρχές της ιστορίας μου σκάλισα
Ίσως γι αυτό κι αυτή η κιτρινοπράσινη
Πεταλούδα που έρχεται κι επικάθεται συνεχώς
Στης σκέψης μου το νοτισμένο μύλο
Χωρίς ποτέ να ζητά δεσμεύσεις και όρια στενά
Κάτι σαν εξαγνισμό το ένιωσα
Εκείνο το γαντζάκι του έρωτα
Που αναφορικά με οδήγησε στα πανάρχαια μυστικά:
Πως οι χυμοί ανερώτητα τρέχουν σαν κραυγές στο σώμα
Πως τα πέταλα αργά προετοιμάζονται βαθιά μέσα στις ρίζες
Και τα στεφάνια περιμένουν στις πύλες ολάνθιστα
Για να παραστούν στις τελετές των εκλεκτών
Γόνιμα έμαθα το έλασσον
Αποστάζοντας τις ρίμες είδα το μέγιστον
Γιατί
Επικλινής θα πρέπει να σταθείς στο νερό για να καρπίσεις
Έτσι κι εγώ ονομάτισα νύμφη τη στιγμή
Και πικραμύγδαλο σκληρό όλη τη γνώση του πάθους
Έρωτας είναι ο λεμονανθός λαβωμένος
Πηγαίο ρεύμα η άχρονη ομορφιά του
Και τ' αρώματα κρυφά ραβασάκια παράνομων εραστών
Που άμεμπτοι έμειναν στην κλίνη του χρόνου
Κι εγώ γεννημένη μέσα στα λεμονοδάση δίπλα στη θάλασσα
Είχα την τύχη να γυρίζω τους τροχούς
Μέχρι να φτάσω στα κύματα
Εκεί που σε γνώρισα
Όμοιος Πήγασος να δουλεύεις το στίχο
Να σκορπάς ανθούς στα πελάγη
Να γητεύεις τις μέδουσες με το γέλιο σου
Κι απ' το αίμα των οδυρμών να πληθαίνεις τα κάλλη σου
Είσαι ένας κύκλος που περιδινίζεται στα χείλη του Δεκέμβρη
Και κοντά μου έρχεσαι
Ολόκληρος ένα άρωμα γήινο
Που πριν το χαρώ στα φυτολόγια της μνήμης το κρατούσα
Άναρχο
Ηδυπαθές
Ανεξερεύνητο
Μυστηριακό σαν την προαιώνια μήτρα της γης
Που τους μύθους γεννά κι ανασταίνει
Πάντα ήξερα γιατί ανθίζουν της σάρκας οι λεμονιές!
Έλαβε μέρος στο10ο Συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε καθ' ομολογία
τόσο άψογα η φίλη Αριστέα μαζί με άλλες 31 υπέροχες συμμετοχές!!!
Ευχαριστώ που το περιβάλλατε με αγάπη!!!