Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

ερωτηματικό;

Αποτέλεσμα εικόνας για μαύρα γυαλιστερά βότσαλα

Με ρωτάς επίμονα πως σε ανακάλυψα
Ήσουν στο τρένο όταν οι άλλοι βάζανε στοιχήματα
Για ιππόδρομο γι' αγώνες για μοναξιές
Κοίταζες μακριά και κάπου - κάπου τίναζες το πουκάμισό σου
Η τσιγαρίλα κυρίαρχη στο χώρο
Ήμουν εγώ που κάπνιζα μαζί με κάνα δυο τρεις συνταξιδιώτες
Επαίτες έμοιαζαν
Δεν με έβλεπες
Θες ο καπνός
Θες η αόματη υπνηλία
Θες το κωδωνοστάσιο των λογισμών
Με είχαν κάνει αόρατη
Πόσο απολάμβανα ξέρεις
Να παρατηρώ τα χρυσά μαλλιά σου
Να μετρώ το μήκος των φρυδιών σου
Να ξεσκονίζω το πέτο σου από τα αίματα του δειλινού
Μια μικρή αράχνη έτσι αισθανόμουν
Με διχτυωτές κάλτσες λεπτές γάμπες και βουβά μάτια
Δεν είχα προορισμό κανένα
Από μικρή το συνήθιζα αυτό:
Να παίρνω τα τρένα χωρίς κατεύθυνση καμία
Λεπτομέρειες...θα μου πεις γελώντας

Με ρωτάς επίμονα πως σε ανακάλυψα
Ήσουν στην ακτή πάνω σ' ένα βραχώδες κομμάτι
Χειμώνας θα 'ταν
Δίπλα σου δειπνούσαν δυο τρεις ξέμπαρκοι γλάροι
Δεν μιλούσες
Δεν γυρνούσες το βλέμμα στα πλοία που έφευγαν άδεια
Εσύ κι οι γλάροι
Εσύ κι η ορμή του πελάγου
Είχα τυλιχτεί στο κασμιρένιο παλτό μου και σε κοιτούσα
Έκσταση να το πεις
Περιέργεια..δεν ξέρω
Σε ακολουθούσα με βλέμματα εστιασμένα κενά
Πήγα να σκοντάψω
Ήταν που κι ο άνεμος φυσούσε διαβολεμένα
Με παρέσερνε
Τα γλαροπούλια μόνο το κατάλαβαν
Κι ήρθαν με λίγο ψωμάκι να ταΐσουν τον πόνο μου
Εσύ αγέρωχος απρόσιτος μεγαλοπρεπής
Κρατούσες ένα κουμπί στο χέρι
Χρυσό ήταν αν θυμάμαι καλά
Και με μια βελόνα το πέρναγες στα μανιασμένα κύματα
(Εκεί που ξεσπάει η γραφή
Μην και χάσει το μίτο στην ιστορία του έρωτα)
Για κλωστή είχες το κορδόνι του μαΐστρου
Με μάγευες έτσι που κεντούσες το νερό
Κι απίθανα όπως έκανες μάγια στην πλώρη της θάλασσας
Ασημαντότητες...θα μου αντιτάξεις επικριτικά

Με ρωτάς επίμονα πως σε ανακάλυψα
Ήσουν στο παγκάκι του αλσυλλίου και διάβαζες
Την τελευταία μου συλλογή
Με εμπεριείχες
Δίπλα ξεχασμένη μια εφημερίδα
Από κάποιον άλλον περιπατητή ίσως
Καμάρωνα
Ανθούσε για λίγο το χαμόγελο
Ένα κεράκι τρεμόπαιζε πάνω στα κρύσταλλα
Οι μελλοντικές μέρες του ποιητή μ' αντάμωναν...
Τα χέρια σου σφιγμένα σε γροθιά σχεδόν
Δεν έβλεπα τα λεπτά σου δάκτυλα
(Να φανταστώ με τα νύχια πολύ περιποιημένα)
Άκουγα όμως την ανάσα σου
Πείναγα τις στιγμές σου
Διάβαζα εξαρχής τις σκέψεις μου
Κι απορούσα πως εγώ συνταίριαξα τόσες συλλαβές
Άχαρος ο ρόλος μου να σε παρατηρώ μέσα από κάτοπτρα
Πως αλλιώς όμως να γίνει
Μέσα μου μια καταιγίδα προετοιμάζονταν
Μέσα μου ένα σπουργίτι τουρτούριζε αγωνία
Κι ήσουν το απάγκιο μου
Ένα μεγάλο λευκό κοχύλι που ξέφυγε απ' τα χέρια μιας γοργόνας
Εκεί να σε κλείνω
Εκεί να σ' αγαπώ
Εκεί να υπάρχεις
Γιατί όταν σε ανακάλυψα -μάθε το- ήταν η εποχή των μουσώνων
Τότε που η στεγνή κοίτη μου γέμισε με γελαστό νερό
Και μαύρα γυαλιστερά βότσαλα
Αναντιστοιχίες.....με μομφή θα μου τονίσεις

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

χαϊκού μικρών θαυμάτων



Δεν ξέρω οι άνθρωποι… 
πάντως τα σκιάχτρα 
κάποτε λυγίζουν

Kobayashi Issa

Ψάχνω κρυψώνα
Μια ξύλινη σχεδία
Π' ανατρέπεται

Λευκό δειλινό
Τα χρώματα βούλιαξαν
Στα δυο σου τόξα

Στα σκούρα μάτια
Ελλειπτική σελήνη
Το πρώτο φιλί

Δες πως σαλεύουν
Στο πρώτο αεράκι
Οι ασπραγκαθιές

Η μέρα φεύγει
Και άδεια αποθέτει
Φιλιά στο βουνό

Απόψε ήρθε
Στον κήπο το κοτσύφι
Ξεκουρδισμένο

Πάνω στο βράχο
Το κύμα σχημάτισε
Μικρούς πυργίσκους

Στάσου για λίγο
Σου έχω υφασμένα
Δυο άσπρα φτερά

Φεγγάρια πιάνω
Στην τρύπια μου απόχη
Παραμυθένια

Στάλα τη στάλα
Στο απαλό μετάξι
Το ρίγος ρέει

Μες στην καρδιά μου
Διπλωμένη μια λέξη
Αδώρητη ζει

Ψηλά κοιτάζεις
Στα καμπαναριά στέκεις
Της μοίρας κλαδί

Στον αμπελώνα
Μεθούν τα ριζώματα
Κι οι τρυγητάδες

Άκου το κύμα
Συστολικά πως στέλνει
Φιλιά στο γιαλό

Γυάλινη σφαίρα
Και μέσα κλεισμένη
Μι' ανάσα κοφτή

Σπάζουν τους κάβους
Με μια κίνηση μόνο
Καρίνες φτενές

Ισχνό δρεπάνι...
Στα σιταροχώραφα
Τουλίπες καπνού

Κεράκι χλωμό
Το δειλινό πεζούλι
Τρεμοφωτίζεις

Τζιτζίκια καλούν
Στα θερινά μπαλκόνια
Οι θύρες ν' αρθούν

Θαυματοποιός
Άνεμος ξεδίπλωσε
Όρτσα την καρδιά

Νωρίς το βράδυ
Η λάμα της σελήνης
Το μπλε διαπερνά

Χάθηκαν όλα
Μα οι κρύες οι πέρλες
Άθικτες μείναν

Ασημοκλωστές
Ακουμπά η σελήνη
Πάνω στις βέργες

Στα κρύα βάθη
Χαλύβδινη η καρδιά
Αντιστέκεται

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Πορεία

Αποτέλεσμα εικόνας για σφένδαμος

Στις χαράδρες που ζουν
Τ' αδέσποτα κοτσύφια κι οι έφιπποι πολεμιστές
Υπάρχει ένα κρυφό πέρασμα
Ένα φιδωτό μονοπάτι
Που βγάζει ίσα σ' ένα παρθένο δάσος
Δάσος του αιώνιου σφένδαμου
Της πικρής κουμαριάς και της ταπεινής νύμφης
Με φύλλα ζωηρόχρωμα
Ρίζες παλλόμενες
Άγραφους κορμούς
Και με άγνωστα φτερωτά ζωύφια
Που κυριαρχούν ολούθε
Σαν αέρινοι παλμοί ερωτικοί που τυλίγουν το βήμα
Εκεί μου είπαν πως μένεις
Σ' ένα βραχώδες λημέρι
Παρέα με ένα λαβωμένο ελάφι
Κι ένα ζευγάρι σκίουρων
Με ξεδιπλωμένα τα όνειρα
Ίδιος ιερουργός πριν τη μεγάλη πορεία στο άκαμπτο "φεύγω"

Έψαξα σε χάρτες
Σοφούς συμβουλεύτηκα
Έδεσα μαντήλι τη θλίψη
Κοντά σου να σταθώ
Κρυφά να μηρυκάζω της μνήμης σου το απόστημα
Καθρέφτες να σου φέρνω
Να μην ξεχνάς τα φεγγάρια
Να μην απαρνιέσαι τα μικρά εδώλια των θεών
Κι ένα αραχνοΰφαντο κιλίμι
Από τα υψίπεδα της πατρίδας σου
Σαν αποσταίνεις εκεί να ακουμπάς τα γόνατα
Τις ακίδες σου και τα παράπονά σου
Άγουροι να μη μείνουν καρποί σε δέντρο ξερό
Για μένα να ζεις
Τη θάλασσα να εμπιστεύεσαι
Στο κύμα να στέλνεις μηνύματα
Κι εκείνο το ακριβό "σ' αγαπώ"
Στους χιτώνες των μαινάδων
Σαν πέπλο να το κρεμάς
Κι εγώ θα σε θωρώ κατάματα
Κι εγώ θα σε θέλω λατρευτικά
Κι εγώ θα σε καλώ συστολικά
Κι αν κάποτε αργοπορήσω
Θα είναι γιατί θα σου ετοιμάζω
Τα πέτρινα πιθάρια που τόσο αγαπούσες
Της μούσας τα μιλήματα που σε άγγιζαν
Τις άναστρες νύχτες εκεί να κλείνεις

Γιατί μόνα σαν τα άφησες τα νερά μου
Λίμνασαν και ξεχνούν
Κόπηκαν οι ιστοί και τα ρεύματα σίγησαν
Θα βρω το μονοπάτι που σε πήρε
Στο αδράχτι μου θα δέσω κορδέλες
Μια κόκκινη του αίματος να σε φωνάζει
Μια κίτρινη της ομίχλης να σε ξακρίνει
Και μια γαλάζια να ψηλαφίζει τα ίχνη σου
Που άγνωρα μείναν
Για μένα μόνο να ζεις
Σε μένα να κλείνεσαι
Ωραίο όστρακο που στη σχισμή του βράχου
Μοναχικά θα μου γράφει ποιήματα
Μαζί να πλέουμε στο γαλάζιο
Στου ύπνου το αβαθές στερέωμα
Ένας κρυφός ανασασμός δικός μας ζωή να πάλλει

Στο ακριβό "σ' αγαπώ" σου που τόσο μου λείπει

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου" 
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης


Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Εσύ εδώ θα ζεις

Αποτέλεσμα εικόνας για εσύ εδώ θα ζεις

Απόψε κατέκλυσες του ύπνου μου τις θύρες
Ναυαγός έμοιαζες
Ουράνιο τόξο περιπλανημένο στις εποχές
Μετρούσα τα χρώματά σου τις ανάσες σου
Χέρι δεν είχες να σε κρατήσω
Ωραίος να βγεις ψηλά στην επιφάνεια
Ρούχο δεν είχα να σε ζεστάνω
Μικρός να γίνεις μύστης του ποθητού
Ή έστω ένα μικρό μπεγλέρι να μετράς τις αποστάσεις
Να μην ξεχνάς τις στιγμές μας
Μεγάλες κι όμορφες στιγμές σαν παιώνιες ορεινές
(Εκείνες τις απάτητες που αγαπούσες)
Εδώ να ζεις ανάμεσα στα υγρά σεντόνια του ύπνου
Χαριτωμένα να κυλιέσαι σαν αστέρας
Ψυχρός να μην προσπερνάς τα θαύματα
Εκείνα που παρέλειψα κάποτε να σου δείξω
Μικρές γυαλιστερές κι αχιβάδες πράσινες
Μεγάλα βότσαλα και γκρεμνοί βατοί
Πειρατικά καπέλα κι ακτές απρόσιτες
Δικά σου να γενούν
Δικά σου να μιλούν
Θαρραλέα να έρχεσαι
Στα γαλανά μου νερά και σαν καραβοκύρης ν' ανοίγεσαι

Εσύ εδώ θα ζεις
Με καψαλισμένες τις φτερούγες
Κι άδεια τα γόνατα
Με ανασηκωμένα τα μανίκια
Και σφαλιστά τα χέρια
Χωρίς λόγια να μου εξηγείς τα ανείπωτα

Μην πλανηθείς στα αστροφέγγαρα
Σου έχω μια φωλιά χρυσαφένια
Μιαν γήινη στέγη
Κι έναν κήπο με αναρριχητικά φυτά
Εδώ να ζεις
Μαζί να ονειρευόμαστε το αχανές
Μαζί να περπατάμε στα ακροκύματα
Να σου μελώνω τη θλίψη με φιλιά
Μικρά να σου κόβω χαρτάκια
Στον αέρα να στροβιλίζεσαι να τα πιάσεις
Στο νερό να πέφτουν
Στον αφρό να σκιρτούν
Σαν μικρό παιδί να χαμογελάς
Στ' ανθάκια της υγρής μοναξιάς μας
Σφιχτοδεμένος με το υγρό στοιχείο
Όπως γυρίνος στη μήτρα της λίμνης
Στην παλάμη μου να επιπλέεις
Μακριά να μη φύγεις και τ' άστρο σου βασιλέψει
Στην αιθάλη του ήλιου αταξίδευτο

Εσύ εδώ θα ζεις
Με αναστατωμένες τις αισθήσεις
Και χαμηλωμένα τα μάτια
Με προτεταμένα τα χέρια
Και κλειστή την αγκαλιά
Χωρίς χρώματα να μου φανερώνεις το λυκαυγές
Με αγάπη να μου επιστρέφεις του κόσμου το μερίδιο
Γυμνή να μη χάνομαι στα αφανή όρια του


Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Ταξιδευτές της ουτοπίας



Εγώ τα ταξίδια μου τα έκανα
Με χάρτινες βαρκούλες
Σχεδίαζα στο χαρτί
Με την τέχνη του σκιτσογράφου
Πέδιλα εκστρατείας φωτιές της άμμου
Σκάλιζα στον πηλό με κοπίδι
Άγκυρες γλάρους σωσίβιες λέμβους
Συρματοπλέγματα κομμένα
Κι εκείνους τους ήλιους του θέρους
Που ως και μες στη νύχτα έλαμπαν
Να φωτίζεται ο κόσμος
Με δροσερά όνειρα να ξαγρυπνάει
Ο τρελός με τις τρεις σκούνες
Που με φεγγαριού αχτίδες ζητά να γητεύσει
Τις μικρές μου αδερφές
Σκυφτός να χαθεί στο έρεβος για πάντα

Ένα ταξίδι η ζωή
Με τα κουρελάκια της γιαγιάς
Για άλμπουρα και πανιά
Να χαμογελούν
Στο απόρθητο μέσα ελπιδοφόρα
Να στοιχίζονται οι στιγμές
Με τα φτερά
Της αέρινης πεταλούδας
Και να ελαφροπατούν στραμμένες προς το γαλάζιο φως

Υγρό κι αέρας
Θάλασσα κι όστρια
Σε κύκλους τεμνόμενους απ' το εγγύς θέλω 
Να λάμνουν αέναα στους αστρικούς βυθούς 

Μύθος το άγνωστο
Μου μαρτυρούσαν οι μούσες
Μύθος το ταξίδι
Μου κέλευαν οι ιεροφάντες
Όλα κοντά
Όλα τα σύνορα προσιτά και στα χέρια σου
Μια μικρή αυλή κι ένα σοκάκι γνώριμο
Να παίζουν μπάλα οι αγύρτες εραστές
Δεν με έπειθαν
Αναχωρούσα διαμέσου των πορθμείων
Καραβοκύρισσα του ονείρου
Ξεχορτάριαζα τις λίμνες της σκέψης
Κυματισμούς σχημάτιζα στις γούβες των πόντων
Έτσι που το ταξίδι αέναα να επαναλαμβάνεται

Επιφάνεια και βυθός
Ουρανός και υπέδαφος
Στεφανωμένα με κισσούς
Πλεγμένα με νήματα γονικά 
Στα άβατα της ψυχής να εισχωρούν και να κρούουν τα σήμαντρα 

Εγώ τα ταξίδια τα έκανα
Με χάρτινες βαρκούλες
Αποδράσεις στης καρδιάς τους κολπίσκους
Βάφονταν τα δάκτυλα κόκκινα
Επαναστατούσε η χαίτη του θυμού
Ράμφιζε το κοτσύφι κι έφευγε
Κελαρύσματα παντού
Νερά πουλιά ηλιοβασιλέματα λυγαριές
Και γλυκά λυκαυγή
Άνοιγα φτερούγες λευκές
Χρυσά φορούσα σανδάλια
Κι ας έλειπε το ψωμί και το μαχαίρι
Απ' το τραπέζι
Φτάνει που περίσσευε το αλάτι στα δάκτυλα των όρμων
Το νέκταρ στου Απρίλη την μπόλια
Εκεί ξεδιψούσα και δείπνιζα
Εκεί μεγάλωνα και μοιραζόμουν
Ψήλωνε ο κόσμος
Έτσι που ψήλωνε το λευκό μαντήλι
Στους αποχωρισμούς μιας άλλης εποχής

Ξένη και γνώριμη
Μακρινή και οικεία
Φίλιωνα με τα χνάρια των ελαφιών
Και σε δάση απάτητα έφερνα το όνομα μου
Ερατώ Ελένη Ελπινίκη Ευτυχία
Στο μέγιστο Έψιλον συναντούσα
Της Ελλάδας την απεραντοσύνη
Τα υπογάστρια της μικρής μου κόγχης με πάθος ερευνούσα 

Μεθούσαν οι οπλές των αλόγων
Σαν που μεθάει ο κυματισμός της σημαίας
Στη γαλάζια επιδερμίδα του ουρανού
Μεθούσα κι εγώ σαν μέδουσα
Πάνω σε αρχαϊκά αγγεία σκαλισμένη
Λατρείας γινόμουν συνοδός
Και σ' έπαιρνα μαζί μου
Αθάνατος να ζεις στα γόνατα της αμφιλύκης

Συγγένεψε με την ανάσα της πλώρης
Κι έλα να πάμε μαζί στο άγνωστο ταξιδευτές της ουτοπίας

                   Σε εσένα που θα αγαπώ για πάντα.....

Έλαβε μέρος στο 12ο Συμπόσιο Ποίησης που επιτυχώς
κι ακούραστα διοργάνωσε η αγαπημένη φίλη Αριστέα

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Αναχωρητής

Αποτέλεσμα εικόνας για αποχωρισμός

Πόσες φτερούγες αγγέλων κάηκαν
Σαν έφτασες σιμά τους;
Αναρωτιέμαι αν καμπύλωσαν
Τα σγουρά φρύδια των σύννεφων
Σαν είδαν την χαρακιά που είχες στο στέρνο
Βαθιά χαρακιά
Εκεί χωρούσε η αγάπη όλη
Τα μωρουδιακά χαμόγελα των τρελών
Οι κρίνοι που πρώτοι νοιώσαν το προμάντεμα
Κι αυτός ο κρίκος ο χρυσός του φεγγαριού
Μια χαρακιά ακριβή
Που τα ουράνια τόξα ζήλεψαν
Κι έσβησαν τις καμπύλες των προσευχών τους
Μετά τη βροχή

Κοντά σου τέμνονταν οι ράγες των τρένων
Φύσαγε ο μαΐστρος κι έπαιρνε τα ψαθάκια της θημωνιάς
Γέμιζε καλοκαίρι ο αγρός κι ο κήπος φιλιά
Μικρά χεράκια έσφιγγαν τα σαντάλια του Ερμή
Μην και θυμώσει η πλάση
Κι ανοίξει προσώρας η μαύρη πύλη του βοριά
Σαν καταπακτή

Κοντά σου μαγικά ηχούσαν οι χείμαρροι
Τα ηφαίστεια έστελναν πεντάγραμμα νέα
Στα παραθύρια μου
Κι εκείνος ο στυφός χυμός της ρώγας
Γλύκαινε χορταστικά
Στο στόμα του ήλιου

Πόσα χαμομήλια τ' ουρανού μάδησαν
Σαν είδαν τις ρίζες σου στην πυρά να λυγίζουν
Άρμα πύρινο που οι θρησκείες ύμνησαν
Κι ο ήλιος ανταποδοτικά του έδωσε χάδια
Πυρά και φόβος γερμένο στάχυ κι άνυδρη πλαγιά

Πόσες στέρνες των σύννεφων λάγγεψαν
Σαν είδαν το χαμόγελο σου να κείτεται νεκρό στον αέρα
Ωραίο χαμόγελο συγκρατημένο
Που πάνω του οι παλιάτσοι έγραφαν στίχους
Ωραίο χαμόγελο αισθαντικό
Αχνογελούσαν τα πελάγη της καλής Παναγίας
Τα βρύα έκρυβαν προστατευτικά τις πυγολαμπίδες
Όλος ο κόσμος μεθούσε κι έπαιρνε τ' αλέτρι
Να σκάψει εξαρχής τους ανθώνες της ψυχής
Της δικής σου ψυχής
Που ανεμόσκονη έγινε μια νύχτα γλυκιά
Και διαρκώς από τότε σκορπιέται
Στους πυλώνες της Άνοιξης
Να ομορφαίνει ο κόσμος
Σαν όπως ομόρφαινες κι εσύ την ώρα της αγάπης
Κι αναχωρούσες για τους νέους τόπους αλαφρωμένος

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

16 τρόποι να κοιτάς τις λέξεις

Αποτέλεσμα εικόνας για ανηφορικά μεθούν οι λέξεις

-Ξαφνικά ένας βλαστός
Ξεπρόβαλε απ' το μάρμαρο
Ήταν η καρδιά σου
Που άρχισε να ριζώνει

-Σκάλισα το μονόγραμμα σου
Στην άκρη της ασφάλτου
Οδοδείκτης να γίνει
Στα χαοτικά όνειρα μου

-Γλιστράει η τέμπερα
Στο κρύο πορτραίτο
Τέμνοντας σταυρωτά
Τα ματοτσίνορα σου
Τρέμοντες σταυροί
Αργά αναφύονται

-Σ' απαντώ στ' όνειρα μου
Κρύσταλλα να σκορπάς
Στην απέθαντη κόμη του θέρους
Λευκές πυραμίδες

-Σαν κλόουν θλιμμένος
Σ' ανούσια παράσταση
Ο πόνος που δράμει
Στην κοίλη της γης

- Στα μαύρα βότσαλα
Έπεσαν του φεγγαριού
Οι εννέα μούσες νεκρές

-Στην πληγή του θέρους
Κρύφτηκε η σπαλέτα του ήλιου
Παρασημοφορημένη

-Κομμένα φτερά
Και πώς να συλλέξεις
Τα μύρα των αιθέρων;

-Χρόνια προετοίμαζες τη μέρα
Που βουβά θα ριγούσες
Μπρος σ' ένα άδειο ψαθάκι

-Πλησίασες τον αντίχειρα
Στα πόδια του σκιάχτρου
Προειδοποιώντας τους ουρανούς
Για τον επικείμενο κατακλυσμό

-Είχαν σύναξη οχληρή
Στον κήπο τ' αγάλματα
Πριν φανεί η εποχή
Με τους μυστικούς έρωτες

-Με δυο βελανίδια για μάτια
Το 'σκασε στο δάσος ο σκίουρος
Προτάσσοντας το αβλαβές

-Ακίδες στα χέρια
Στο λίκνο σταυρώθηκαν
Οι πρώιμοι ροδώνες...
Στη χάση του ο κόσμος

-Σαν έφυγες
Οι φωλιές των περιστεριών
Γέμισαν τρωκτικά
Φίδια οι αυλοί

-Είδες ποτέ τη νύχτα
Να έρπει στα πηγάδια
Σαν άλλος σκοτεινός μάγος
Πριν στεφτεί τροπαιούχος;

-Στομώνει τ' αλέτρι
Χρόνια καρτέραγε
Μια πορεία στα χρυσά γεννήματα
Μια φρενήρη φυγή

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Οι χώροι του "ανέφικτου"

Αποτέλεσμα εικόνας για μαγικά χωριά

Είναι κάτι χωριά απομονωμένα
Που δίπλα στ' αγριεμένα κύματα
Αιώνες στέκουν βουβά
Σαν κύλικες
Θαμμένοι στη γη
Χωρίς εκκλησίες και καμπαναριά
Μόνο με σκούρους τσίγκους
Ασπρόμαυρα βότσαλα
Και πετρόχτιστα μνημεία
Στ' αμπέλια θάβουν τους νεκρούς τους
Στις ασημοελιές προσφέρουν τα τάματα
Και στα μικρά ρυάκια βαφτίζουν
Τα παιδιά τους μ' ονόματα κρίνων και πουλιών

Οι άνδρες είναι ταξιδευτές
Και κάποιοι άλλοι πολεμιστές γενναίοι
Φορούν πανοπλίες
Αμπέχονα από τρίχα ζαρκαδιών
Και μαύρα τσόχινα παπούτσια
Που δένουν ως το γόνατο
Αγαπούν τις γυναίκες
Τα κόκκινα κεράσια
Τις κληματαριές
Τον ίσκιο των κυπαρισσιών
Εκεί τα μυστικά τους εκεί οι βλέψεις τους
Και οι μεγάλες τους προσδοκίες

Οι γυναίκες είναι άξιες κεντήστρες
Κι ακούραστες υφάντρες
Λινό χασέδες και βαμβάκι η ζωή τους
Πολύχρωμα νήματα και κλωστές οι πλευρές τους
Έχουν αυλές ολάνθιστες με ζουμπούλια
Που ανθούν ολοχρονίς σε χρώματα λιλά
Με κατσικίσια δέρματα φτιάχνουν
Τα στολίδια τους
Μενταγιόν βραχιόλια δακτυλίδια
Με αχάτη των βουνών τα καλύπτουν
Τα σχέδια των ινδιάνων αγαπούν
Τα προγονικά κειμήλια αντιγράφουν
Τις συμβουλές των μάγων ακολουθούν
Στις θυσίες και στα τελετουργικά τους

Τα παιδιά αν και λιγοστά
Κατακλύζουν σαν σμήνη τις ρηχές όχθες
Ορχήστρες φτιάχνουν με ασκούς
Πετραδάκια και ξυλόφωνα
Καλαμένια πλέκουν καλάθια
Υφασμάτινα φτιάχνουν παιχνίδια
Και κάθε λιόγερμα
Γεμίζουν με άμμο μικρά αγγεία
Σαν να θέλουν αμέτρητες να γίνουν οι χαρές
Πλούσια τα αποτυπώματα της ζωής
Ρευστά να κυλούν οι μύθοι των νερών
Στις τρύπιες ράχες των λειμώνων
Άγκυρες και κοχύλια σκαλίζουν στα μπράτσα
Έτσι που οι μικρές αχιβάδες των βυθών
Αβίαστα να σκεπάζουν τον ύπνο τους
Και συνωμοτικά να απιθώνουν στιχάκια
Στα νοτερά προσκεφάλια των βράχων

Είναι κάτι μέρη που ο χάρτης τα ξέχασε
Οι δρόμοι δεν τα βρίσκουν
Κι οι καβαλάρηδες περιπαιχτικά τα αγνοούν
Μέρη δικά μας αβεβήλωτα
Που κάθε Μεγάλη Παρασκευή
Περιφέρουν στα στενά τους
Αντί για επιτάφιους
Ολάνθιστα άρματα και ξόανα γιορτής
Εκστατικά οι γέροντες τα ραίνουν
Με οίνους και ύμνους διονυσιακούς
Να μεθά η μέρα
Κι η νύχτα να γιορτάζει
Με κρόταλα κι αχτίδες πυγολαμπίδων

Είναι της ποίησης χωριά
Που καλά τα φυλάει ο Θεός
Ξένο μάτι να μην τα δει
Κακόβουλο χέρι να μην τ' αγγίξει
Απρόσιτοι να μείνουν παράδεισοι
Κοιτίδες να γίνουν αγάπης
Στωικά να μας επιστρέφουν το ανέφικτο
Που μες στα όνειρα σαν ζύμη φουσκώνει
Τον κόσμο όλον να θρέψει
Με φως και τραγούδι
Μελωδικός να γίνει ο σκοπός
Κι ο λόγος κροτίδα λευκή
Βροντερά να λάμψει στα στήθη....
Της ποίησης τα δικά μας ασκητήρια!

Συμμετέχει στο δρώμενο της αγαπημένης φίλης Αριστέας
με θέμα: "Κοινωνία Ώρα Αγάπης" 

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

το σπίρτο

Αποτέλεσμα εικόνας για φλόγες

Ξαφνικά ένα εκτυφλωτικό φως κι ένας εκκωφαντικός κρότος έκρυψε
το σπίτι Χάθηκαν ολότελα οι μαργαρίτες οι τριανταφυλλιές και τα
μοσχομπίζελα Η ογδοντάχρονη μάνα με τα κλαμένα μάτια και τα
αχνογέλαστα χείλη Κι η ασβεστωμένη μάντρα που ποτέ δεν της
πήραν του έρωτα μυστικό χάθηκε κι αυτή στην κραυγή της πόλης 
Έτριψε τα μάτια με το παιδικό της μαντήλι Το φύλαγε πάντα στην
τσέπη της Αποκούμπι του φόβου της
Σαν να της φάνηκε πως ακόμα κρατούσε πάνω του τη μυρωδιά
απ' το λουλάκι την αψάδα από την αλισίβα το κάμα απ' τον ιδρώτα

-Μάνα! τι άνεμοι πέρασαν απ' τα μικροσκοπικά σου χέρια;
Παλάμες αργασμένες Ρόζοι σκληροί που μόνο στο μαύρο σου τσεμπέρι
μιλούσαν Πως να τρυφερέψουν κλειστοί οι ουρανοί
-Αχ μάνα πόσο εύκολα συμμάχησες με την αξίνα και με την οργή
της ασπαλαθιάς και πόσο ο καιρός ασυμπόνεστα ξέχασε να σου δώσει
το μερτικό σου...μια κιμωλία να χρωματίσεις τα μαύρα σκίνα του κήπου!

Σ' έσκαψε ο χρόνος μετά το θάνατο του πατέρα Έσκυψε το κορμί σου
σαν όπως σκύβει παραπατώντας ο μεθυσμένος στα σκαλοπάτια του
καπηλειού
Δεν τον ημπόρεσε αυτόν το θάνατο Μεγάλος έρωτας Μακρινά ξαδέρφια
οι δυο τους Στέγνωσε η μάνα Τραβήχτηκε απ' τη ζωή Έκλεισε την πόρτα
στους γειτόνους και μόνο στο μεροκάματο έστρεψε τη σκέψη της στο
αγώι και στα δυο της ορφανά
Μεγαλώσαμε μες την καταφρόνια και την ορφάνια με τη μάνα να
γδέρνει τα μνήματα και κάθε απόγευμα στο σπίτι να ανάβει εμπρός
στη νυφική φωτογραφία το καντήλι αποθέτωντας ευλαβικά ένα
ματσάκι άνθη κατά το πλείστον μαργαρίτες στη μνήμη του
Που τις έβρισκες βρε μάνα μες το καταχείμωνο τις μαργαρίτες
όταν όλα γύρω χείμαζαν νεκρά;
Αχ μάνα! Ποτέ δεν μας πήγες στα εαρινά σου περβόλια εκείνα
που μες στην καρδιά καλά κρυμμένα τα φύλαγες κακές γλώσσες
μη τα μολύνουν

Τι να ήταν αυτή η σκοτεινιά; Ο καιρός στου Απρίλη το ευωδιαστό
μίσχο δεν προμήνυε καταιγίδα Έλαμπε ο ήλιος μέχρι πριν λίγο στο
κάδρο τ' ουρανού όπως έλαμπε το χρυσό σου χαμόγελο ανακουφισμένο
μετά την πάστρα στην αυλή του παλατιού σου
Όταν συνήλθε μετά το πρώτο σοκ είδε τις φλόγες να καταπίνουν το σπίτι
Είδε τον ουρανό να μεριάζει να διαβούν δυο ψυχές σφιχταγκαλιασμένες
με κίτρινα στεφάνια στα μαλλιά Άγγελοι έμοιαζαν αληθινοί
Όταν τελείωσε το κακό κι οι φλόγες απόστασαν πια να καίνε το πρώτο
που αντίκρισε σαν μπήκε στο σπίτι ήταν ένα μάτσο ολόφρεσκες
μαργαρίτες δίπλα στα άψυχα χέρια της μάνας της κι έπειτα εκείνη τη
νυφική φωτογραφία θάνατο να καπνίζει
Στο γκάζι ένα μπρίκι Ετοίμαζε φαίνεται το βραδινό της γεύμα Μια
κούπα τσάι του βουνού και μια φρυγανιά όπως συνήθιζε Οκτώ η ώρα
το βράδυ Την ώρα εκείνη ακριβώς που άναβε επί πενήντα συναπτά
έτη το καντήλι
-Αχ μάνα έφυγες αναπαμένη κι αβαρής σαν φτερό
Έφταιξε το αίμα είπε το χωριό κι αυτό ήταν που την εκδικήθηκε!

Στο ξόδι της όλοι κρατούσαν κίτρινες μαργαρίτες από εκείνες τις
ολόφρεσκες της καρδιάς που ανθούν ολοχρονίς και ποτέ δεν χειμάζουν
Οι μαργαρίτες σου μάνα που κρυφά με μύησαν σ' ένα αδιάψευστο
μέχρι τέλους σ'αγαπώ!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η αγαπημένη φίλη me(maria)

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Της πορφύρας όνειρο

Αποτέλεσμα εικόνας για Μέθυσα απ' το φεγγάρι απόψε
           
                                  για σένα

Μέθυσα απ' το φεγγάρι απόψε
Κι ήρθα κοντά σου
Όμορφα λημέρια
Χαλικόστρωτα
Να αναπνέει το σώμα ελευθερία
Να χαρίζεται το φιτίλι στο άσβεστο φως
Φως των ματιών σου δειλινό
Φως της αγάπης λυτρωτικό
Φως της αγκαλιάς καρποφόρο
Κι εγώ θηλιά να περιστρέφομαι
Χαρούμενη να με βλέπεις
Ανέσπερο φως σε κόντρα καθρέφτη πουλιά να χρυσίζει

Σε αγγίζω κι ο ουρανός υποχωρεί τρομαγμένος 

Μέθυσα απ' την πούλια απόψε
Κι έριξα ανεμόσκαλα
Σεντόνια του έρωτα
Μειδιούν τα έμβρυα
Στα ετοιμόγεννα άστρα
Μειδιάς κι εσύ
Στα πορφυρά ντυμένος
Πορφύρες στέλνεις στα χαμοπούλια
Πορφύρες σκορπάς στα γεράνια
Ζωντανεύουν οι κήποι τ' ουρανού
Κι εγώ αργοσαλεύω με σφιγμένα τα σφυρά
Πορφυρά ν' αντικρίζω τα χρόνια
Κι αυτά τ' αξόδευτα φιλιά να κλειδώνω στα χείλη προσφορά

Σε κοιτάζω και λοξοδρομούν οι αχτίδες τρελαμένες 

Μέθυσα απ' τα δάκρυα απόψε
Κι ήρθαν οι νεφέλες να με ζητήσουν
Εκεί ψηλά στ' αέρινα μονοπάτια
Να στροβιλιστώ
Άγγελοι - νεφέλες
Να σε αποκοιμίζουν γλυκά
Άγγελοι - νεφέλες
Να σε πηγαίνουν ταξίδια σ' άγνωρα μέρη
Κι εγώ σε ελαιογραφίες μαγικές μυθικά να στήνω παιχνίδια
Να αμαρτάνει το φέγγος απ' τα τόσα χρώματα
Κι απέθαντες να μένουν οι φτελιές στους κήπους σου

Σε αναζητώ και κλείνουν τα στόμια των ηφαιστείων ερμητικά 

Μικρός γίνομαι χάρτης μεμιάς να εξερευνάς τις κοίτες μου
Μόνος ποτέ μη διψάσεις
Μόνος ποτέ μη ξεχαστείς
Στάζουν νάμα τα ακροδάκτυλά μου
Νάμα κι αίμα
Στο πλάι σου μνήσκω
Διπλά να σε φρουρώ ως να πλαγιάσεις
Γαλήνιος στα φύλλα
Με στρώσεις πολλές μη πληγωθεί σε χώμα ξερό τ' όνειρό σου!


Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

25 λέξεις # 8



   Εγώ θα σε κοιτώ
   απ' του ουρανού
      το άνοιγμά
   Σεπτή μορφή
Μελάνι θα στάζω
στους δρόμους σου
Εκείνο να συγγράψεις
      το βιβλίο
    της αγάπης
Αιώνια να σε θέλω

       Παιδί μικρό
Ποθούσα ν' ανοίξουν
       οι ουρανοί
μαγικά να μου φέρουν
         στολίδια
Τώρα κλειστά περάσματα
    μανταλωμένα
απ' τους αγγέλους
    της βροχής
Έγκλειστος ο βρόγχος
   αργά μερεύει

     Πένθιμος τόπος
όμοιο κρανίο ανοιχτό
στη σκιά του μάρμαρου
      Ο δρόμος
 στην κατωφέρεια
      του θανάτου
Εξ ου κι οι ουρανοί
που ανοιχτοί δακρύζουν
    φως μεταλλικό

Στην ομορφιά της ψυχής σου

Το πρώτο κατά σειρά έλαβε μέρος στο δρώμενο 25 λέξεις 
που διοργάνωσε επιτυχώς η φίλη Μαρία Νικολάου

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

μακριά σου μαζί σου

Αποτέλεσμα εικόνας για Στην πανσέληνο του Αυγούστου  Δεν θα είσαι εδώ

                                  για σένα

Στην πανσέληνο του Αυγούστου
Δεν θα είσαι εδώ
Να μου δείξεις τα μονοπάτια
Που οδηγούν στο Θεό

Αρματωμένος με φιλιά
Δεν θα σταθείς μπροστά
Στη θύρα μου να κοιταχτείς

Αγάπη του μακρινού ορίζοντα
Πως τα φτερά μου κλειστά να σε βρουν;

Στην θημωνιά ένα λεπτό μαντήλι
Στην καταιγίδα ένα σβησμένο κερί
Στην καρδιά του νερού ένα αγκαθάκι
Έτσι κι η ψυχή μου ατέρμονα πάλλεται
Σε τόπους σκιερούς
Μακριά σου μαζί σου
Στην καρδιά του νερού ένα αγκαθάκι
Να θυμίζει τη δροσιά του χεριού σου
Πριν σε πάρουν οι ηλιαχτίδες ταξίδι

Μαγεμένα τα φύλλα ξεκολλούν
Απ' τα δέντρα
Μαγεμένοι οι αυλοί σιγούν
Μπροστά στην κρούστα της γης
Γήτεμα λες...
Οι στιγμές μαζί σου
Μια πορεία στις δαντέλες των κυμάτων
Έρχεσαι - φεύγεις
Μικραίνει ο κόσμος
Σαν πως μικραίνει η ανάσα
Των περιστεριών στην πρώτη αχτίδα

Αγάπη των απογευματινών ρεμβασμών
Πως το βλέμμα γυμνό να σε φτάσει;

Στο λίκνο σου αποκοιμιέμαι
Ζεσταίνω το κορμί μου στο χνώτο σου
Σ' ακολουθώ κι άθελα μου ξεφεύγει
Ο ιστός
Σε ξαναβρίσκω
Στο λίκνο σου αποκοιμιέμαι
Συντροφιά με το τελευταίο σου όνειρο
Μακριά σου μαζί σου!


Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Μικρός Θεός



Εσύ όπου κι αν πας
Εδώ θα είσαι...
Φύλλα χαλκού γανιασμένα
Στο κάδρο σκιές
Μια "καλημέρα" απ' τα παλιά
Στον τοίχο
Διαβάζω τα ίχνη σου
Και εισβάλλει στο δωμάτιο
Η πολυμορφία του ουρανού
Ο καταρράκτης όλων των διαλέκτων
Χαράζει τα υψίπεδα
Και παγερά μέμφεται
Τις σπάταλες σιωπές σου

Κι έτσι στα ξαφνικά
Σπάει ο καθρέφτης
Παραμελώ τα είδωλα
Χτενίζω τα μαλλιά μου
Στην αυλαία των λογισμών
Επαίρομαι την απουσία σου
Τα αγάλματα συναινούν
Τείνουν τα χέρια τους
Ένα αγκάλιασμα στιγμιαίο
Ένα δάκρυ που μετεωρίζεται
Χαράμι μη γίνει στο χτες
Κι εσύ να ξεγελάς τις ώρες
Στα ουράνια πάρκα πλάι στους κύκνους

Δεν έχω συμμαχήσει
Με το κρύο
Τα φεγγερά αγαπώ απογεύματα
Τη βροχή που έρχεται
Ταξιδιώτισσα
Μια πρόσκληση στέλνω
Στους τρελούς εραστές
Να παραστούν στη γιορτή
Γιατί εγώ γιορτάζω
Κάθε που το δάκρυ μετεωρίζεται
Άθυρμα μη γίνει στο χιόνι
Καλώ τους γενναίους
Απαράβατος όρος
Να λούζονται κάθε χάραμα
Στων δροσοσταλίδων την πόρπη

Εσύ όπου κι αν πας εδώ θα είσαι...
Μικρός Θεός που επιστρέφει στο βωμό
Χάρη να δώσει!

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Κι αν έφυγες...

Αποτέλεσμα εικόνας για έφυγες.....

Σαν αστέρι που στο γλυκοχάραμα
Θαμπώνει
Έφυγες
Από χρόνια ταγμένος στον ουρανό
Τις γήινες φλόγες επιζητούσες
Να σβήσεις με μια αναπνοή
Αγάπη πόνος στεναγμός τριγμός
Και η ζαριά στα σημεία παιγμένη
Χωρίς συμπαίχτη και κανόνες
Να σου ανοιγοκλείνει το μάτι συνωμοτικά

Στο λεπτό χέρι τρεμόπαιζε
Μια τελευταία αχτίδα
Μην ήταν που στα μάτια σου ανέβαινε
Πλαγιαστά το φεγγάρι σαν τρελό ξωτικό;
Στο χέρι σου τρέμιζε
Το δάκρυ του παγετώνα
Μην ήταν που στα χρόνια σου
Στριφογύριζαν οι πολύγωνες νιφάδες της απώλειας;
Εκείνες του τόπου σου οι τακτικές
Που από μικρο παιδί στοργικά τις τάιζες φιλιά

Αγάπη που στο γέμισμα του φεγγαριού
Γέμιζε ρίζες βαθιές κι απλώνονταν
Στης χλόης τη χλαμύδα διακλαδωτά
Αγάπη γήινη δική σου μοναδική
Μάνας πατέρα κι αδερφού καύχημα

Έφυγες
Στης Άνοιξης την ώρα
Στις παπαρούνες στέγνωσες τα φιλιά σου
Μην τις βλέπεις έτσι ντροπαλές
Είναι περήφανα εύθραυστες σαν πονούν
Περήφανες
Σαν το παγωμένο σου πηγούνι
Σαν το χέρι σου που αποχαιρετούσε την αυγή
Διπλωμένο σε διπλό αντίο
Στερνό

Είχα πολλά να σου δώσω κλώνια
Είχα πολλά να σου πω τραγούδια ακόμα
Νερό δροσερό να ανεβάσω από πηγαδιού καρδιά
Μόνος να μην νιώθεις
Αθανασία να κρυφομιλάς
Δίψα να μην σε βρει στο σεργιάνι
Πλούσια να διαβείς το πέρα σύνορο
Με χρυσάφι στις φούχτες σου αρχαϊκό
Να σε ζηλεύουν τ' άστρα τ' Απρίλη και να γέρνουν

Κι αν έφυγες
Νοερά θα σε θωρώ καβαλάρη σε άσπρο άλογο
Να τινάζεις σεντεφένιες μπάλες στον κόσμο μου
Κι εγώ εκστασιασμένη να σου χορεύω
Δεν σου πρέπουν καημοί μοιρολόγια
Κλαυθμοί και θυσίες
Σου πρέπει ένας ολόασπρος κρίνος
Της αυλής μου στολίδι
Στο μάρμαρο σεμνά να καλλιγραφεί τ' όνομά σου
Μαζί με το μήνυμά μου
Σ' αγαπώ

                                         Σ' εσένα αγάπη

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

25 λέξεις # 7



                        Σε εσένα
 
 Θέριεψαν τα κλαδιά
    Ακίδες του ουρανού
  κεντούν το Άγιο σώμα
         του Απρίλη
    Πληγωμένο ξύλο
Πόσα ακάνθινα στεφάνια
         δικά σου
  θα σκηνοθετήσουν
  τη σταύρωση του!

       Ποιος σου είπε
πως δεν ματώνει ο ουρανός
     τα κλωνιά της γης
     σαν τον αγγίξουν;
Μια θυσία κι ένας έρωτας
    κι απότοκος τους
 μια γραφή σιβυλλικη
         να τοξεύει
          το άπειρο!

Εφορμούν οι μάγοι κλώνοι
    Σκυτάλη παίρνοντας
       απ' τον αγέρα
    Εφορμά κι η ψυχή
        να σε φτάσει
στα προπύργια που ζεις
        του ουρανού
Με μια δέντρινη σκάλα
        που τα ύψη
        αγκυλώνει!

Το πρώτο κατά σειρά έλαβε μέρος στις "25 λέξεις "
που διοργάνωσε επιτυχώς η Μαρία Νικολάου

Καλό Πάσχα

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Ένα πάνινο αρκουδάκι


                             Σας αγαπώ...

Τα παιδικά χαμόγελα 
Είναι η παντιέρα που κρατάει
Η Άνοιξη  
Σε μια πλαγιά με παπαρούνες 
Χαμογέλα σήμερα
Χαμογέλα στη στροφή της μέρας
Παιδί μονάχο με τη μάσκα
Του πόνου στην όρθια ψυχή
Με τη μάνα συντρόφισσα του ερέβους
Ανέτειλε ήλιε
Τα σμιχτά χείλη να ροδίσουν ξανά
Πως θα θελα με μια κίνηση μόνο
Όμορφα να σου λαμπρύνω τον κόσμο
Στα μάγουλα σου να στάξω
Της χαρμολύπης το δάκρυ
Ν΄ανθίσουν οι κλώνοι του στήθους
Σαν τη μυγδαλίτσα του τόπου σου
Αυτήν που ξεδιάκρινες απ' όλες τις μνήμες
Αδερφικά να σου ράψω την ποδίτσα
Να έρχεται ο χειμώνας να σκοντάφτει
Κι αμήχανα να απομακρύνεται σε καμίνι σβηστό
Μην χιονιστούν τα όνειρα και καούν τα φτερά

Τα παιδικά δάκρυα
Είναι οι δροσοσταλίδες
Που λυπήθηκαν να γίνουν προσευχές 
Μην δακρύζεις σήμερα
Άφοβα να ψηλώνεις το χέρι στο βοριά
Εσύ που είδες το σώμα της γης ν'αδειάζει
Απέλπιδα τώρα ζητάς μια φωλιά καθαρή
Ένα σημάδι στοργής
Τη μορφή της μάνας για στήριγμα
Έχω μικρά να σου φέρω σποράκια στη γη να σκορπάς
Ένα φανάρι φεγγαρίσιο
Μια ψηφίδα να αναστρέψεις τις γραφές
Προσφυγάκι της φαύλας ιστορίας
Που τ' αρκουδάκι σου
Πάνινο έγινε τείχος στο συρματόπλεγμα
Κράτα μιαν ανάσα για εσένα μια γραφή καθαρή
Σαν μεγαλώσεις άγρυπνο να έχεις το βλέμμα
Σπαθί φονικό στο μαύρο φίδι που τρέμοντας θα σε πλευρίσει

Οι παιδικές καρδιές
Είναι οι απόχες που μέσα τους
Πιάνονται των αγγέλων τα πρώτα σκιρτήματα
Την πρώτη πρόφερε σήμερα συλλαβή
Στην πέτρα σμίλεψε μια μορφή αγαπημένη
Της μάνας της αυλής της αγάπης
Κι ύστερα πρόσταξε τον ήλιο να ζεστάνει
Το ψυχρό μέτωπο του Κρόνου
Τις στεριές που παρέκκλιναν να ενώσει
Κι αν εισακουστεί η φωνή σου
Κι αν στην πόρτα γυρίσει το κλειδί
Κι αν σε βάθος τραβήξουν οι ρίζες
Ψηλόκορμο θα βγει το καράβι στα πλάτη
Με μεσίστια να πλεύσει σημαία
Τη σημαία που ύφαναν τα δυο σου τα χέρια
Σύμβολο ακριβό στις βροντές και στους φόβους
Στις απαρχές της ζωής ξεφτισμένο παιχνίδι
Που κοιμάται παγωμένο στα σύνορα
Μάρτυρας σου ένα πάνινο αρκουδάκι
Με λασπωμένο το κρύο του πέλμα

Στη μνήμη του....ήταν μόλις 55 ετών

Έλαβε μέρος στο 11ο συμπόσιο ποίησης της
αγαπημένης μας πυργοδέσποινας

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Ο μικρός αλιέας

Αποτέλεσμα εικόνας για αγαπούν τα ποιήματα τα τάματα;

Κύριο σκοπό δεν είχε το ποίημα
Μονάχα κάποιες επισημάνσεις
Παράταιρες κρατούσε στις επωδούς
Σαν το διακεκομμένο κελαηδισμό
Των πουλιών που βρέθηκαν
Χωρίς ταίρι μετά το κυνήγι
Ή μάλλον σαν την προσευχή
Που την έκοψε στη μέση ξαφνικά
Ο πιο δυνατός τριγμός της έωλης γης

Διάτρητο έμεινε το Άγιο βήμα
Να χορταριάζει κάτω από την πορφύρα
Φτέρες και πυκνόφυλλα πολυρίζια
Παλαιική πορφύρα
Εκεί που το μικρό παιδί του αλιέα
Εκστατικό στέκονταν
Να καταμετρά των προγόνων του
Τα χρυσά αναθήματα
Με δάκτυλα μαυρισμένα απ' το κοντύλι
Μ' ένα σπασμένο πινακάκι στο στήθος
Να συντονίζεται με τους παλμούς
Του ματωμένου χώματος

Βραχιόλια περίτεχνα χρυσές καδένες
Κι εκείνο το επάργυρο ρολόι
Της γερόντισσας θείας του
Με τους δείκτες κολλημένους
Από χρόνια στη δεκάτη νυχτερινή
Δέκα και τα δάκτυλα της ψυχής
Αδύνατον να καταμετρηθούν οι ώρες
Οι ώρες που στο ανοιχτό πιθάρι του λαδιού
Επέπλεαν σαν τις αναρίθμητες σταγόνες
Της καλοκαιρινής βροχής
Πάνω στο πάγκο του επαρχιακού σφαγείου
Μιας βροχής ξαφνικής
Που ούτε καν κι αυτοί οι ιεροσκόποι
Προέβλεψαν τον ερχομό της

Αγαπούν τα ποιήματα
Τα ξεκούρδιστα ρολόγια;
Ρώτησα θαρρετά τα ψαροπούλια
Που απάγκιαζαν στα λαξευτά βράχια των ακτών
Κρωγμοί αινιγματικοί η απάντηση τους
Επιπόλαια τιτιβίσματα πριν την τελική πτήση
Στα υπέρθυρα της φυλακής
Αγαπούν τα παιδιά τα ατελή ποιήματα
Αυτά που αφιερώθηκαν
Σε κλειστά ερημοκλήσια κι ορφάνεψαν;

Τα ποιήματα με τη γαλάζια χάντρα στο λαιμό
Που μόνασαν ευτυχή σε αρχαίους βίβλους
Ματαιόδοξα σαν τα χέρια των τσιγγάνων
Μπροστά στη λαμπράδα της εστίας
Να γυρίζουν της φυγής τη σελίδα
Αδημονώντας ο φεγγίτης να ανοίξει
Κι η στέγη να διαβάσει
Τα αρχέτυπα μυστικά τους μονοπάτια

Λίγο πριν τη γιορτή πληροφορήθηκα
Πως ο αλιέας έχασε τον μοναχογιό του
Στο παζάρι με τις πλωτούς δρόμους
Έκτοτε βυθισμένοι απόμειναν
Κάτω από τα πολυρίζια και τις φτέρες
Οι στίχοι που συνέθεσαν οι τελευταίοι μελωδοί
Και τα μικρά επίχρυσα καντήλια
Απουσία ξεψυχούσαν μαυρισμένα
Πάνω σε τοίχους τραχείς
(Με τις φλόγες ασκημένες στα μικρά θαύματα)
Τα καντήλια της άσβεστης μνήμης
Που ακούραστα οι ποιητές τα διαπότιζαν
Τις ασέληνες νύχτες του Γενάρη
Με θάλλουσες βυζαντινές νότες
Και χωρία άγνωστων γραφών

Τρεμόπαιζε χαίνουσα η ζωή 
Στη σκιά της φλόγας μετουσιωμένη σε θάνατο!


Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Μιας ημέρας όνειρα



Ξετυλίχτηκε το κουβάρι
Δέσε το σκοινί
Έτσι που να ακουμπάει
Σε σταθερές το όνειρο
Στων βυθών σου
Τα κατηφορικά μονοπάτια
Φλισκούνι να φυτρώσει
Να πλένονται οι μνήμες
Κι ολόδροσες να βγαίνουν
Το πρωί σαν δροσοπέταλα
Κλωνάρι στο πέτο να τις περνάς
Μικρός περιβολάρης να διαβείς το σύνορο

Στην ώρα σου να είσαι ξέχωρα ενδοτικός

Πέρασε ο χρόνος
Που συμμαχούσες με τις σκιές 
Τότε
Που τις πληγές σου γιάτρευες
Μέσα σε στίχους δανεικούς
Έπεφτε αργοσάλευτη η αυλαία της μέρας
Στη ψυχή σαν απουσία
Έστρεφες το βλέμμα στα παλιά
Ξεκινούσες τις αναπολήσεις
Τα πράσινα σμαράγδια που αγαπούσες σε χρόνια εφηβικά
Κάτω απ' το μαξιλάρι ακόμα τα φυλάς
Καρδιόσχημα φιλιά

Παράθυρο θαμπωμένο απ' την αχλύ του εφήμερου η εικόνα σου

Η εποχή των βροχών 
Που γέμιζε τις στέρνες
Με υποσχέσεις δημητριακές
Πέρασε
Ξεράθηκε το δεντράκι των οχυρών
Εκεί που έδενε την κούνια
Η αστραπή του γέλιου

Άσε το αστέρι να σου δείξει την πορεία του βέλους 

Τώρα πλαγιοκοπούν
Το σώμα σου ριπές της άμμου
Δέσε το σκοινί
Στείλε την πρόσκληση
Διπλό να γίνει
Το στεφάνι του ήλιου στο ψήλωμα
Τη φιλαυτία του να παρακάμψει
Ο αγγελιοφόρος και να φανεί
Παρασημοφορημένος

Τι πιο ακριβό απ' τη στεφάνη της κούπας 
που τα χείλη σου άγγιξες 

Στους ναούς των ακρωτηριών
Η τελευταία σου μάχη
Μιας ημέρας όνειρα
Που έγιναν ικεσίες...
Ο λόγος άρρητος
Στις παρυφές της αγάπης
Κι ακριβό το αντίτιμο
Που θα κομίσεις στου πάθους τη θυρίδα!

Δεν ξεχνά το αίμα ποτέ όταν σαρκώνεται την ηδονή 

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες υπέροχες συμμετοχές κόντρα
στους ανίερους καιρούς  προσφεύγουμε στην πρό(σ)κληση της τέχνης!

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Εικοσιτετράωρος εφιάλτης

persephone with pomegranate-kris waldherr

Ξέφυγε τελικά Σίγουρα ξέφυγε Κοντανάσαινε Τα πόδια της έτρεμαν
Ψυχή πουθενά Τρεις η ώρα τα ξημερώματα Το γλέντι η μουσική
το πέρασμα του ποταμού ο σπασμένος τροχός Έμειναν όλα πίσω
Το χαρτάκι της πρόσκλησης τσαλακωμένο ή μάλλον μουλιασμένο
στον ιδρώτα του πανικού
Ένα άστρο ξαφνικά ξέφυγε από του ουρανού την αυλαία Που καιρός
για ξόρκια κι ευχές
Σκιά έγινε Ένα μπεγλέρι σκορπισμένο στα σκαλοπάτια
Θυμήθηκε την προγιαγιά της Αγαπούσε πολύ τα μπεγλέρια και τους
χαρταετούς Είχε κίτρινα απ' τον καπνό δάχτυλα κι ασβέστωνε κάθε
Πάσχα τη μάντρα του κοιμητηρίου κι ας μην προσδοκούσε ποτέ
ανάσταση στη ζωή της Φτώχεια και Προσφυγιά κι η Πατρίδα
χαραγμένη στη χρυσή καδένα να δακρύζει
Ξέφυγε τελικά Όσο έφτανε το μάτι -παρά το σκότος- καμιά φιγούρα
κανένας ίσκιος δεν την ακολουθούσε
Χάιδεψε το αριστερό της πόδι στο ύψος του γόνατου Με τις βροχές 
πονούσε Σταμάτησε να τρέχει Φάνηκαν τα πρώτα σπίτια με τους
εσωτερικούς κήπους
Ίσως αν χτυπούσε μια πόρτα να της άνοιγαν Ας μην της παραχωρούσαν
μια ζεστή θέση να κοιμηθεί Αυτή τους κήπους θα διάλεγε τα παγκάκια
με την αγαπημένη τους φλυαρία το χώμα που μοσχοβολά πρωτεϊκά
αρώματα!
Θα το αποτολμούσε!
Αν της έδιναν -θα το ζητούσε- ένα σκοινί θα έδενε μια κούνια Ένα
δέντρο θα υπήρχε Πως αλλιώς; Όλοι οι κήποι έχουν δέντρα Έστω μια
ταπεινή κουτσουπιά
Ωραία με μωβ - βυσσινιά λουλούδια Γιατί βυσσινιά είναι τα λουλούδια
που πενθούν
Θα το αποτολμούσε Έφτανε άλλωστε στο πρώτο σπίτι
Είχε ροζ παραθυρόφυλλα και μια εξώπορτα με σκαλιστά αραβουργήματα
Φεγγίτες κωνικούς και υπέρθυρα με δυο σειρές από ερωτιδείς
Θα πλάγιαζε στην χλόη Ένα μερμηγκάκι ένα σκαθαράκι θα την
συμπονούσαν Ο χάρτης του κόρφου της να ημερέψει Δρόμους ν' ανοίξει
Τους βημάτισε παλιά αυτούς τους δρόμους Απρόσκοπτη πορεία Χρόνια
πριν - όταν κάποιος της χρέωσε τη φιλαυτία του - έστρεψε τα μάτια στη
γαλήνη της γης στη μοναδική της ασφαλή μήτρα
Κι απόψε εκεί θα κατέφευγε σαν ορφανό μωρό που πεινάει στοργή
Να ασβεστώσει σαν την προγιαγιά της τα μικρά πετραδάκια του
σιντριβανιού
Να ανάψει ένα σέρτικο τσιγάρο να καεί το πρόσωπο του εφιάλτη που
την έβαλε στο κυνήγι αχάραγα
Θα το αποτολμούσε!
Μην ξεχάσει να συστηθεί Μην την πουν κι αγενή:
Μαρία όπως όλες οι μοιραίες Μαρίες του κόσμου τούτου
Ήδη μιλούσε με τους κήπους κι ας ξαστόχησε στα λόγια κι ας
έκλεισαν με πάταγο οι σύρτες πριν το ξημέρωμα...

                                     

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες υπέροχες συμμετοχές κόντρα
στους ανίερους καιρούς προσφεύγουμε στην πρό(σ)κληση της τέχνης!

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

ανέμου κλωστές (χαϊκού)

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού

Τετράδια τα νέφη
να γράφει τις Μουτζούρες του
πιτσιρίκος Θεός

Alberto Guillen

Μακριά να πας
Στων πεύκων τα ιστία
Να ρίξεις θηλιές

Ψυχρό το χώμα
Ξύπνησε το φεγγάρι
Φωτιά να γευτεί

Ανεμοδείκτης
Στους εξώστες της νύχτας
Με τ' άστρα παίζει

Έλα στ' αμπέλι
Μέστωσαν τα σταφύλια
Δες! αναβρύζουν

Στο παραγώνι
Σιγόβρασε ο καφές
Μερακλίδικα!

Μέρωσε κύμα
Χρέωσα στην αγάπη
Μι' ακόμα πληγή

Δρόμου διχάλα
Κι αμφιταλαντεύεσαι
Μ' άδεια την τσέπη

Βροχή στην καρδιά
Κι εσύ ακόμα αργείς
Ήλιους να σπείρεις

Το κυπαρίσσι
Ουράνια μαζεύει
Κουβάρια πόνου

Γέρικος κρίνος
Σαν παραγκωνισμένος
Ανταποκριτής

Μια πεταλούδα
Σε κρίνου ανάκλιντρο
Ονειροπολεί

Τις κρύες νύχτες
Ναυαγούν στα σύννεφα
Σμήνη διαττόντων

Ξεκλέβεις σιωπές
Απ' τα ξερά ποτάμια
Δίκλωνη ρίζα

Κόκκινη μπέρτα
Στους ώμους της Άνοιξης
Η παπαρούνα

Τρυγάς τη ζωή
Μελισσούλα του βράχου
Σε πέτρας ανθούς

Απεγνωσμένα
Ξεκλέβεις στην άμμο
Κουκκίδες φωτός

Κρεμάς σελήνη
Πύρινα ηφαίστεια
Στο στέρνο της γης

Πού να κοιτάξεις;
Τύλιξε η ομίχλη
Με γάζες τη γη

Μπροστά πηγαίνει
Σπαθίζοντας τα νέφη
Αγγέλων πομπή

Φόβος σκοτεινός:
Σαν βλέμμα κουκουβάγιας
Διαπεραστικό

Άσπιλο χιόνι
Στη δράνα των φρυδιών σου
Στρώνει ο χρόνος

Μέθη πρωινή:
Στης χλόης το ποτήρι
Δροσοσταλίδες

Πράσινο φύλλο
Τρέμει στο γυμνό δέντρο
Την έλξη της γης

Εγκλωβίστηκες
Στης μοίρας τα νήματα
Άδοξε στίχε

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

25 λέξεις # 6



         Αχ γη μου
 και τι δεν βλασταίνεις
    Απ' το ταπεινό
       χορταράκι
ως το περήφανο έλατο
 Κι οι φράκτες ακόμα
   δημιούργημα σου
   Μικρά ημικύκλια
να ξαμολά το χώμα
 τα λουλούδια του

Έλα στην ακουαρέλα
     του χώματος
 να γεμίσεις χρώμα
         το βλέμμα
Πάρε κόκκινο και θαλασσί
  Να φτιάξεις το προικιό
          της ψυχής
Κι ύστερα με μια πινελιά
   κατάργησε της γης
 τα συρματοπλέγματα

   Ποιος χρωμάτισε
      τα ημικύκλια;
Ίσως το χέρι του Θεού
   που αποκαμωμένο
      απ' το γκρίζο
     επαναστάτησε
 Μείναν οι φράχτες
Κισσούς να υψώσεις
 και συρματόσκοινα
Ν' απλώνει η αγάπη
  τα κεντίδια της

Το τελευταίο στην κατάταξη έλαβε μέρος στο δρώμενο
"25 λέξεις" της Μαρίας Νικολάου τα δύο άλλα προηγήθηκαν
κι είπαν να το συντροφέψουν

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Οι πρώιμες μέρες της Άνοιξης



                                                 Στην Αριστέα

Χιονίζει η Άνοιξη μαργαρίτες στους αμπελώνες
Έλα με του νοτιά το ιδρωμένο σύννεφο
Κρυφά να σου μάθω τα μυστικά της γης
Τα πρώιμα φιλιά να σε αγγίξουν
Θωπείες σπουργιτιών και κελαρύσματα
Λατρεύω τις ανοιξιάτικες ώρες
Πως ανοίγει τα πέταλα ένα λουλούδι
Μια ηλιαχτίδα να κρύψει στους στήμονες
Έτσι κι εγώ
Ασημένιο απλώνω χέρι
Το τάμα μου να φτάσει στα ουράνια χελιδόνια
Γιατί της Άνοιξης χρωστώ μια γραφή ακόμα
Έναν παλμό οξύ δίπλα στην υψικάμινο

Μεθούν οι μέλισσες κι απειλούν
Κεντρί να στείλουν στα θυμάρια
Μεθώ κι εγώ σιμά στις ρίζες της αμπέλου
Χαλίκια αρπάζω
Σφιχτή η παλάμη κουδουνίστρα
Τα βρέφη της Άνοιξης να νανουρίσω
Τι έχουν από τη σάρκα μου ξεφύγει
Και στην πολύ ομορφιά χαρίζουν γέλια
Της ψυχής πεταρίσματα και φθόγγους
Φθόγγους που το αίμα
Στο πέρασμα των χρόνων σωστά τους ταίριαξε
Πλάι στο γιασεμί στο πελαργόνι και στο ρόδο
Δίπλα στο δάκρυ της μυρτιάς να κρεμαστούν
Διάφανο να στήσουν κτίσμα
Της αγάπης την εύθραυστη κιβωτό

Αρματωμένη φέτος η φύση θα φανεί
Ν' αποσύρει τη λάσπη απ' τον κόσμο
Πληγωμένος μη περπατήσει
Πλάι στα κλειστά σπίτια του βοριά ο Θεός
Απελπισμένος μη νυχτωθεί
Στο χτιστό πεζούλι χωρίς ψωμί ο άγγελος
Γαργαριστό ν' ακουστεί το γέλιο των παιδιών
Πλάι στα επταπύργια
Παιδιά που την ιστορία έμαθαν σε δυο συλλαβές
Κι είπαν μες στην υφήλιο
Τη μαρτυρία της φυγής καλά να κρύψουν
Χλωρός κορμός
Κι απάνω σκαλισμένος ένας όρκος
Κόμπο τον κόμπο το δάκρυ φυλακτό να πλέξεις
Μόνη μη φοβηθεί η Άνοιξη στην τόση νύχτα και χαθεί
Πόντο τον πόντο το γέλιο στωικά να υφάνεις
Μαξιλαράκι παιδικό να καρφιτσώνει η Άνοιξη
Ολοφώτιστα τα όνειρα της νέας εποχής!

Συμμετέχει στο δρώμενο της αγαπημένης μας και ανήσυχης
φίλης Αριστέας με θέμα: "Μέρες Άνοιξης"

Μέρες άνοιξης


Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Μάτια όλο φως



Μάτια όλο φως
Από εκείνο το αστέρι που έβλεπες
Στους παιδικούς σου ουρανούς
Κάψα το καλοκαίρι και λίβας
Απειλητικός νοτιάς στα σιταροχώραφα
Κι οι δρόμοι χωματένιοι
"Αν σκοντάψεις βάλε λίγο χώμα στην πληγή
Σταματάει το αίμα, θα δεις"
Σήμερα κρατάς την ανάσα μπρος στα ποτάμια
Ανακουφιστικά σκέφτεσαι ιάματα
Τρέμεις μην τρυπήσει το σακουλάκι
Που της πατρίδας κλείνει τον καημό
Ψηλαφίζεις
Εκείνο το δακτυλίδι το χρυσό που η μάνα
Βρήκε στη δέση
Και τώρα στον αντίχειρα σου φυραίνει σιωπηλά

Χέρια όλο γρατζουνιές
Από εκείνα τα ακριβά σπάρτα που συνόδευαν
Τους δρόμους σου
Χωράφια της μαργαρίτας που κυλιόσουν
Παρέα με τους αγγέλους
Ευωδιές διάσπαρτες αγνές σαν Παναγίες
Βιολέτα γιασεμί γαρύφαλλο πικραλίθρα χαμομήλι
"Αν δεις σκιές μην φοβηθείς είναι οι καλές
Νεράιδες που φυλάνε το βήμα σου"
Και τώρα τι;
Μιλάς με την καρδιά σου ανυπόκριτα
Στρίβεις το νόμισμα κι η τύχη σε διαψεύδει
Στο αυτί σου ζουζουνίζει μια μέλισσα
Οπισθοχωρείς
Τρέχεις με ταχύτητα να ξεπλύνεις
Την πληγή των δακρύων
Στις αυλακώσεις των βιβλίων ξαγρυπνάς
Και στα υγρά μαντηλάκια των προθέσεων ξενιτεύεσαι

Πόδια όλο νεύρο
Από εκείνα τα βουνά που σταυραδέρφια
Τα ένιωθες στα όνειρα σου, παρέα στον κουτσονήλιο σου
Πότε σου δεν απόσταινες
Πείσμωνε η καρδιά
Σαν το αλέτρι του πατέρα που χάραζε την πέτρα
Μήλα κι αμπάριζα
Και μια μηλίτσα στον γκρεμό ξεμυαλισμένη
"Αν πέσεις σου δίνω το χέρι μου, πονάς παιδί μου;"
Σήμερα ο πόνος παγκόσμιος
Ζιπουνάκια παιδικά που έγιναν στρωσίδια
Βούρκοι που στεγάζουν τη βάσανο της επιβίωσης
Κι αν βουρκώνεις
Κι αν προχωράς
Πώς αλλιώς;
Εκεί θα γυρνάς, στέγη θα βρίσκεις στο άτοπο
Τα βήματα θα ικετεύεις να αντέξουν
Και σαν μικρό παιδί που λέει
Δυνατά το ποίημα του στα σχολικά πεζούλια
Με δυο γραμμές θα καταγγέλεις το άδικο του κόσμου!

Συμμετέχει στο δρώμενο της αγαπημένης φίλης Πέτρας
"Μια φορά μια γειτονιά"

Δεν ξεχνάμε τον Παύλο: εδώ


                  

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Προμάντεμα



Γλυκαίνει το φως
Στα μάτια σου
Στο λιμάνι
Ταραχοποιός ήλιος
Λάβαρα αχτίδων
Περιβολές χαράς
Κι εκείνο το πλεούμενο
Με τ' αυστηρά χρώματα

Στάσου για λίγο
Με παρρησία η Άνοιξη
Φυλλομετρά τις στιγμές
Στιγμές πλάνες
Που οικειοποιήθηκες
Μικρά χαρτάκια
Στροβιλίζονται
Σε σταυροδρόμια κρύα
Κι οι αλήθειες μου
Ξαφνιάσματα εφιάλτη
Φυγοδικούν ηττημένες

Λαβωματιές της παπαρούνας
Μελανόχρωμες ρίζες
Κολλημένες στα υπερώα
Άγγιγμα δροσερό
Στον ήχο του σήμαντρου
Οι υδρίες στεγνώνουν
Αν σε λαβώσει άνθος
Τράβηξε μια τεθλασμένη
Στο σκούρο χώμα
Εκεί η σπορά σου
Το βιος του ηγήτορα
Αντίστροφο μέτρημα
Στοιβάζονται λάφυρα
Σε πύλες κλειστές

Στα καλντερίμια
Ιστορίες της πέτρας
Ξεχασμένες
Δίστιχα ακατάληπτα
Μορφές ιπποτών
Ο δρόμος προς το υποστατικό
Χορταριασμένος
Γυάλισε το σπαθί
Πέρνα στον άνεμο
Πετράδια δίχρωμα
Αύριο στη μάχη
Θα νικήσει ο κίβδηλος

Ο γαλαξίας ανασαίνει
Βαριά σκουριά
Προκαθορισμένα τα σημεία
Εγώ θα υπάρχω
Όσο περισσεύει ο θυμός
Στα κλήματα
Κοντά πολύ κοντά
Το προμάντεμα της θάλασσας
Κι ο Θεός της λήθης νεκρός

Πενθούν οι ουρανοί μου σκοτεινιά
Ο Άδης διπλοκλείδωσε
Του έρωτα τ' αστέρι σε τάφρο στενή

Δεν ξεχνάμε τον Παύλο: εδώ

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Είπες...



Είπες πως μια μέρα θα 'ρθεις
Κι άφησα το κλειδί κάτω απ' τη γλάστρα
Απροσδιόριστα μίλησες
Χωρίς σημάδια καθαρά
Πάντα έλειπε το χάδι απ' τις λέξεις σου
Χάδι
Χνάρι
Χαμόγελο
Χρώμα....

Είχες στα χέρια σκισμένη μιαν επιστολή
Έπρεπε να φύγεις
Τα όνειρα σε καλούσαν
Στο μπαλκόνι σου είχαν στήσει φωλιά
Δυο μικροί κορυδαλλοί
Οι αγγελιοφόροι σου έλεγες
Σπαταλούσες στιγμές να τους μάθεις να πετάνε
Μελαγχολικά τους ξεναγούσες στους κρύους βωμούς
Στο μπαλκόνι με το πένθιμα νυχτολούλουδα
Και τη δίχρωμη μπιγκόνια
Σπαταλούσες τέχνη για να προσαρμόσεις
Στις πληγές σου τις γνώριμες ρωγμές των διαδρομών

Τώρα σε αποβάθρες κρύες παραπαίεις
Δίπλα σε κατεστραμμένα παγκάκια περιφέρεσαι
Σφαλνώντας τα βλέφαρα ξεχνιέσαι
Στο χέρι
Διπλός καφές
Στο μάγουλο διπλή ξυραφιά
Σε προσπερνούν τα πλήθη βιαστικά
Ψάχνεις την τσέπη σου
Την αδειάζεις μπροστά στα βρώμικα σκαλοπάτια
Ούτε ένα κέρμα
Εξαργυρώνεις φτηνά τα πάθη σου
Για μια θέση στο βαγόνι
Ο εφιάλτης σου δυο γνώριμα μάτια που επίμονα σε ερευνούν

Στο σπίτι έμεινε η σκιά σου
Ένα χαρτί διαγραμμάτων
Μια χτένα χωρίς δόντια
Και το κυρτό κυπαρίσσι
Όλη σου η περιουσία μια σελίδα λευκή
Όλη σου η μνήμη μια νύχτα έρωτα
Κι ο στόχος πάνω στον τοίχο όλος καλυμμένος με βέλη
Εξαφανισμένο το κέντρο
Εξαφανισμένος κι εσύ

Στα λόγια σου περίσσευαν οι επαναλήψεις
Χάνομαι πνίγομαι χάνομαι επιστρέφω
Στα νοήματά σου υπερίσχυαν τα περίπου
Περίπου σε θέλω
Περίπου πεθαίνω
Περίπου σε γνωρίζω
Η ενθύμηση η απόσταση το αδιαχώρητο των ωρών
Τρεμίζουν στο σώμα
Κι εσύ μια απουσία παγερά ανοιχτή

Μου είπαν πως σ' ένα συρμό
Κάποιοι σε είδαν φωναχτά να απαγγέλεις
Στίχους στους μικρούς επαίτες
Κι αυτοί με δάκρυα χαράς δυνατά
Σε επευφημούσαν
Σίγουρα εκεί θα μείνεις
Χωρίς άλλο εκεί θα ξεχνάς
Ο κόσμος σου δυο αράδες ανέξοδες
Χωρίς ούτε ένα ψηφίο αγάπης πάνω στο αβέβαιο σου βήμα!


Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

25 λέξεις # 5



     Γύρε στο σώμα μου
Βοριάς χτυπάει τις γρίλιες
     Βλέπω τα νύχια του
    το γκρίζο χιτώνα του
            Φυλάξου
  Οι πέτρες που πέφτουν
   είναι τα πετρωμένα
       δάκρυά του
 Ασπίδα σου θα γίνω
Η κρυφή σου αμαρτία!

               *

    Όταν αποσταίνουν
           τα σπίτια
Σφαλνάνε τα παραθύρια τους
      Ξεχνούν τις χαρές
Τ' ασπροσέντονα της λεβάντας
     Μόνο οι γρίλιες
       αγρυπνούν
Με δυο κλωνιά γαζίας
    φωλιές ονείρων
στο τέμπλο των τοίχων
     σχεδιάζουν!

Το πρώτο ολιγόλεκτο συμμετείχε στο δρώμενο της Μαρίας Νικολάου
"25 λέξεις" στην πορεία ήρθε να προστεθεί το 2ο

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

αποστάζοντας (χαϊκού)



Ψιλή βροχούλα
σκέπασε το τραγούδι
του αηδονιού
ISSA

Μες στον κυκλώνα
Μικρό πουλί κλειδώνει
Το σπιτικό του

Σαν χαλαρώνει
Τα κουμπιά η Άνοιξη
Σκιρτούν οι μυρτιές

Κόκκινη κλωστή
Πως να βρεις το ταίρι σου
Μες στη σκοτεινιά!

Μέσα στις φλόγες
Αέρας στρατηλάτης
Πανηγυρίζει

Με μιαν ανάσα
Ο βοριάς χρωμάτισε
Ωχρά τα χείλη

Σαν ξημερώνει
Η γαζία φλερτάρει
Με τον ουρανό!

Πάνω στη χλόη
Ξεδιπλώνουν οι γρύλοι
Τις παρτιτούρες

Μικρό κολιμπρί
Πετάρισε στ' αυτί μου
Κρυψώνα ψάχνει

Σκίζεις την πέτρα
Κι είναι σαν να κόβεται
Στα δυο η πλάση!

Ιερά φυλακτά
Πράσινου χαλαζία
Τα δυο σου μάτια

Μες στα γιασεμιά
Απορώ αν άγγιξες
Τις λεπτές νότες

Ανέμου θυμός
Κι αίφνης στα κεραμίδια
Άμορφος φόβος

Πολεμοχαρή
Άνεμε του Φλεβάρη
Νύφες γυμνώνεις

Πόσο κοστίζει
Ένα χειροκρότημα
Σαν έχεις "φύγει"

Σφυριά χτυπάνε..
Ίσως στον κάτω κόσμο
Γκρεμνούν τα τείχη

Ο ξερός κορμός
Στον πυθμένα της λίμνης
Κοίτα βλάστησε!

Λάγνα φοινικιά
Γιορντάνι στολίστηκε
Πορτοκολόχρουν

Μέσα στις φτέρες
Βρήκαν καταφύγιο
Του φόβου παλμοί

Σαν ξημερώνει
Διαρκές μουρμούρισμα
Ξυπνά τις ράγες

Στο πανωχείλι
Σταθηκ' η μελισσούλα
Είδε πως ανθείς..

Πετώντας τόξα
Η αστραπή τ' ουρανού
Πληγώνει τ' άστρα

Απ' όταν έριξες
Στην πλάτη το στιλέτο..
Φύτρωσαν ρόδα

Δραπέτης ήλιος
Σε σέλα ποδηλάτου
Σπάει τα φρένα

Ξάφνου στο φάρο
Παιχνιδίσματα γλάρων
Κι ο ερχομός σου!

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης και τον ευχαριστώ πολύ

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Η εποχή των υακίνθων



Είναι η εποχή των υακίνθων σου λέω
Νιώθω τη ρόδινη μορφή της Άνοιξης
Από μακριά να βγάζει τον πρώτο της νεογιλό
Τι κι αν θεριεύει ο χειμώνας στις στέγες
Τι κι αν οι μέρες κλαίνε σε αίθουσες σκοτεινές
Για μένα στα κατώφλια ανθίζουν δέσμες ελπίδας
Για μένα τα αρώματα γλυκαίνουν το λάθος του μισεμού
Και τα τραγούδια πάνω σε χείλη εφηβικά
Αμαρταίνουν χάδια πρώιμα
Σε χείλη που ξεστόμισαν θεατρικά
Το πρώτο "σ' αγαπώ" κάτω από τις φιλύρες
Κι αυτό τώρα κοσμεί διστακτικά παλίμψηστες γραφές

Στα όνειρά μου έρχεται το απύθμενο γαλάζιο
Θάλασσες μικρές και μεγάλες με καθελκύουν
Θα στις γνωρίσω
Είναι κήποι οι θάλασσες στην πατρίδα μου
Χωρίς καν ούτε μια σχεδία τις ταξιδεύεις
Σαν ιερέας μεταλαβιά τις κάνεις
Να κοινωνήσει ο κόσμος του κοραλλιού το δάκρυ
Κι οι υάκινθοι στον κήπο μου
Μενεξελιές ακτές θα γίνουν κι αποβάθρες
Εκεί να φτάσω άσπιλη σαν αιθέρας
Της Άνοιξης παραγγελιά να δώσω
Να' ναι η πνοή της σαν τη σκέψη της μάνας καθάρια
Να βρει στη μακριά σου απουσία έναν έστω λόγο
Παραμύθι να τον κάνω, με συστολή μεγάλη
Να τον ιστορήσω στα πουλιά πριν φύγουν
Ταξιδιάρικα όπως είναι δεν θα απαιτήσω απ' αυτά
Ζεστές φωλιές να στήσουν
Ούτε κλαράκι μόνιμο για να υμνούν τον στρατηλάτη ήλιο τα πρωινά

Είναι η εποχή των υακίνθων σου λέω
Αν θέλεις ανέβα στο πηδάλιο της λήθης
Εκεί που ο έρωτας αντιμάχεται την αρμύρα
Να μπεις κατακτητής
Ανερμάτιστα ν' αγαπήσεις της φυγής την κόρη
Έχει πλούσια και μαύρα τα μαλλιά
Και το λαιμό στητό στον άνεμο σαν τόξο φλέγον
Αν σου βρεθούνε βέλη φονικά
Μην τοξεύσεις τον κήπο μου
Πονούν οι θάλασσές μου και δεν πεθαίνουν
Κι έτσι όπως κάποτε τις αρμένισες θα σε ξαναζητήσουν
Όσο φαρμάκι κι αν βάλεις στις αιχμές σου
Αυτές θα σε καλούν
Γι αυτό εμμένω στους υακίνθους
Αυτοί τουλάχιστον -καθώς από τα σπλάχνα
Της πατρίδας μου βγήκαν-
Πιστοί θα μείνουν στο φιλί
Τους χάρτες των πορθμών μου
Ιχνηλατώντας θα διατρέξουν
Χνάρια να βρουν δικά σου κι εκεί να χαραχτούν!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις"
που διοργάνωσε με επιτυχία η me(maria)


Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Μάρτυρας των βυθών


Ζώντας την απουσία σου
Μικρό γίνομαι κοχύλι
Στις βυθισμένες πολιτείες
Εκεί που ο λόγος σου ανθεί
Να πάω
Δίπλα στα ηχηρά σου φωνήεντα
Αποσιωπητικά να προσθέσω
Μήπως και κάποια στιγμή
Το ακατάληπτο διαβάσεις γράμμα
Κοντά σου να φέρω
Ερωτικά κελεύσματα
Απ' τον γόο των ωκεανών
Τις λέξεις που χήρεψαν
Με στοργή να στρογγυλέψω
Γιατί τις φροντίζω τις λέξεις
Διαβατικές
Απείθαρχες
Κλονισμένες
Ιδιαίτερα εκείνες που στις λεύκες ξεστόμιζες
Κι ήταν σαν να συνομιλούσες
Με την άγραφη σοφία των δρόμων
Τσιγγάνος - δρόμος κι εσύ!

Κι αν όπως τότε
Αγαπάς τα βάθη των τραγουδιών 
Θα σου σφυρίζω σκοπούς
Απ' τα λάγνα μιλήματα
Της άγκυρας στην πλώρη
Αρώματα ακριβά
Από ναυάγια φοινικικά θα σου φέρνω
Να αρωματίζεις τις σελίδες των ποιημάτων
Που αστόχησαν σε χείλη ξένα
Κι εκείνα τα τρύπια ρούχα να βγάζεις
Που συνήθιζες να φοράς
Πριν αφεθείς στις φλόγες μου
Ρούχα με ύποπτες ραφές σκονισμένα
Που εγώ τα φύλαξα βαθιά
Στου έρωτα το εργαστήρι
Κι όταν ο νους σ' αποζητά
Και πόθους στραγγίζει το σώμα
Σ' αυτά καταφεύγω, ιστία τα κάνω
Να περάσω τις ηράκλειες στήλες της μόνωσης!

Έπειτα μη νοιαστείς
Θα φύγω ακροπατώντας
Μου φτάνει μόνο
Που ένωσα τα δευτερόλεπτα
Μου αρκεί
Που αφαίρεσα απ' την κλεψύδρα σου
Το φευγαλέο μαζί
Και μάρτυρας έγινα των βυθών
Ο σπασμένος καθρέφτης
Που τα είδωλα σου πολλαπλασιάζει
Στο απέραντο γαλάζιο
Αν θα ξανάρθω δεν το ξέρω
Είναι που με γοητεύουν τα ουράνια
Που με δονεί η λάβα των ηφαιστείων
Και τη βαρύτητα απωθώ των γραμμών
Μείνε εκεί
Κι όταν στην Αχερουσία θα εισέλθω λίμνη
Κι όταν οι σφένδαμοι περίλυποι
Στις όχθες μου θα στέκουν
Θα σου δώσω ό,τι σου χρωστώ:
Το σώμα του κοχυλιού που ονειρεύτηκες
Κοντά σου θα ζήσω
Με συστολή να σε κοιτώ κατάματα
Όλη μια υδρία με κομματιασμένα όστρακα μέσα
Να απαριθμείς εκείνες τις νύχτες
Που η φωτιά επίλεκτο με έχρησε συνοδό της!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις"
που διοργάνωσε με επιτυχία η me(maria)

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Τα λουλούδια των ψυχών

Αποτέλεσμα εικόνας για παραμύθι

Ήταν κάποτε ένας ανηφορικός δρόμος
Ένας δρόμος πλάι στο ακροθαλάσσι
Όχι ένας απλός δρόμος
Όπως τον φαντάζεσαι και τον ξέρεις
Δεν ήταν καθόλου επίπεδος
Αλλά ολούθε στρωμένος με σκαλοπάτια
Λαξευτά σκαλοπάτια της πέτρας
Και στο πλάι του φύτρωναν λουλούδια πολλά
Όχι λουλούδια κοινά
Όπως στα λιβάδια την άνοιξης βλέπεις
Αλλά θαλασσολούλουδα αθάνατα
Με κοραλλένια τουρκουάζ
Και χρυσαφί χρώματα
Λουλούδια όμορφα που οι γοργόνες
Τα είχαν ραντίσει με αρώματα θυσίας ακριβά

Στον δρόμο αυτό
Που ήταν απαγορευμένος στους θνητούς
Ήρθε τυχαία μια μέρα
Ένα μικρό κορίτσι δώδεκα χρονών
Έτρεξε στα λαξευτά σκαλοπάτια
Έπαιξε ξένοιαστο κουτσό
Θαύμασε τη θέα μα και τα λουλούδια
Αλλά μαγεμένο καθώς ήταν από την ομορφιά
Δεν πρόσεξε την εγχάρακτη γραφή
Πάνω στο δεύτερο πλατύσκαλο
"Τα άνθη γύρω σου είναι τα πνιγμένα παιδιά 
της θάλασσας κι όποιος τα κόψει στο ουράνιο 
βασίλειο της σιωπής θα κλειστεί κι αντάμα με τις
ψυχές τους θα μείνει"
Έσκυψε λοιπόν κι έκοψε ένα θαλασσόκρινο
Και μόλις το έφερε στα ρουθούνια της να το μυρίσει
Ο δρόμος ξάφνου μετακινήθηκε, αλλάξε φορά
Ξέσπασαν γοερά σε κλάματα τα λουλούδια
Σκλήρυνε η φλέβα της πέτρας
Τραβήχτηκαν στους βυθούς οι γοργόνες το κακό να μην δουν

Ο δρόμος της θάλασσας
Απομακρύνθηκε λοιπόν απ' τη γη
Και σαν διπλό πλοκάμι ανέμου
Αναχώρησε για τ' ουρανού τα βασίλεια
Εκεί που η σιωπή κατοικεί
Εκεί που οι νεφέλες σκεπάζουν τις γήινες χαρές με γκρι μπέρτες
Εκεί που ο ήλιος σαν καυτό σίδερο
Καίει και διαπερνά πέρα ως πέρα τα σώματα των μίσχων
Τρόμαξε το κορίτσι πολύ
Έκανε να γυρίσει πίσω
Ακατόρθωτο
Ώσπου ένας αιωνόβιος γέροντας στρυφνός
Το διπλοκλείδωσε
Σ' ένα παγερό κελί
Να αγναντεύει μόνο του από ψηλά σπαράζοντας
Τη γη τη θάλασσα κι αυτήν τη μάνα του
Μαυροφορούσα
Αλλόφρονα να ψάχνει πλάι στο κύμα
Το μονάκριβό της πνίγοντας τα καράβια με τα χέρια της!
.............................................................................................
Ποιος ξέρει αν αυτός ο δρόμος ξαναεπιστρέψει στη γη
Μαζί με το δωδεκάχρονο κορίτσι και τα λουλούδια των ψυχών
Ίσως περάσουν χρόνια πολλά αλλά ίσως κι απόψε να φανεί!

                      

Συμμετέχει στο νέο δρώμενο "Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι"
της άοκνης φίλης μας Αριστέας με πολλές ήδη όμορφες συμμετοχές!!

(μια διευκρίνηση το κορίτσι είναι η ανθρωπιά που απέδρασε μπροστά
στο δράμα των προσφύγων)

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

επ' αφορμή μιας βροχής

Αποτέλεσμα εικόνας για βροχή

Σήμερα εκλιπαρούσα
Να 'ρθει η βροχή
Κι ήρθε
Παρότι δεν είχα στέγαστρο
Κίτρινο πανωφόρι
Φιδίσια χέρια να γλιστρώ
Ήρθε να με δαμάσει
Με σφύρα κι άκμονα να με γνοιαστεί
Σύριγμα πρωινό
Πριν σπάσει ο ιμάντας
Μια μολυβένια μπόρα ορμητήριο της ψυχής

Δική μου πιστή μου αδερφή
Βροχούλα της πέτρινης θλίψης!

Μάλωσα με τον ήλιο σήμερα
Εγώ που τα σκαλοπάτια του
Γυάλιζα ασταμάτητα
Τώρα τον αποδιώχνω
Ίσως οι αχτίδες του καυτές
Ίσως το μεθύσι του πλάνο
Ζητώ το σύννεφο
Του αρχάγγελου το τόξο
Βυθίζομαι στα νερά σήμερα
Κι είναι μια αναβάπτιση αυτή
Ένας δρόμος που με διασταυρώνει
Με τα δάκρυα των πουλιών

Δικά μου πιστά μου αδέρφια
Οδηγοί του ανεξερεύνητου!

Τραβάω τις κουρτίνες
Ανοίγω τα στόρια
Τα βουνά χαμογελούν
Τα δέντρα επαίρονται
Κλείνει θριαμβικά
Η χλόη το στόμα
Καταπιόνας δροσιάς
Τρίζει το πόδι της μάνας
Τι ευτυχία να υπάρχεις ακόμα
Τι ευτυχία ν' απλώνεις το χέρι
Και βουβό ένα χνούδι να σε χαϊδεύει

Δικά μου πιστά μου σημάδια
Συμβουλάτορες της νύχτας!

Κοίτα το δίχτυ
Απ' τη χρήση τρύπησε
Χωράω να βγω
Αγαπώ τα σύννεφα
Που τα διαπερνάει το φως
Όμοια με τούτο το δίχτυ
Εδώ στο νότο
Περισσεύουν τα παράθυρα
Αλλά τα τείχη βαριά
Κι αδιαπέραστα
Ήξερε ο ποιητής
Μαθαίνω να περιγράφω
Μαθαίνω την ανάσα να κρατώ
Μια ανάσα ακόμα κι αναδύομαι
Στον κόσμο μου φραγμένες ως χτες οι ακτές

Δικές μου πιστές μου αδερφές
Ταξιδιάρικα μου τάζουν σκαριά κι άνυδρα μέρη