Παρασκευή 3 Ιουνίου 2022

Νυχτερινές μεταλλάξεις

Απομακρυνσου σου λέω μια νύχτα απ' τους βυθούς
που έχεις στήσει το κονάκι σου δίπλα στα φύκια, στις κασέλες
και στους ιππόκαμπους.
Θα είμαι εδώ με ένα κερί στο χέρι.
Ξέρεις πόσο αγαπώ τις νύχτες με τα ισχνά μισοφέγγαρα.,
και το μυτερό τακούνι της πούλιας.
Ποτέ δεν κοιμάμαι, ξάγρυπνο το σώμα παίρνει αγκαλιά
δράκους και φαντάσματα και σε κάστρα κλειστά έφοδο κάνει.
Και τι δεν βρίσκουμε εκεί δεν φαντάζεσαι.
Αρχαίες πόρπες, μπλε φυσητά μπουκάλια με κιτρινισμένα μηνύματα,
γλαρόφτερα και μπονζάι κέδρων και ευκαλύπτων.
Δεν αγγίζουμε τίποτα, οι φύλακες των κάστρων είναι αυστηροί.
Κρατούν αρμαθιές με μπακιρένια κλειδιά και πουγκιά με χρυσάφι.
Δεν μας βλέπουν γιατί μας δίνεται η χάρη αόρατη να έχουμε μορφή.
Μια φορά μόνο ξεχάσαμε ένα πουκάμισο κι αμπαρωμένες
βρήκαμε τις θύρες για μέρες πολλές.
Σπρώχναμε δοκιμάζαμε την αόρατη φύση μας να μπει απ' τις χαραμάδες,
τίποτα.
Ακούγαμε θορύβους, σύρσιμο ερπετών .
.και δόντια να τρίζουν, δεν ξαναπήγαμε για καιρό ακούγαμε
και την κουκουβάγια που θρηνούσε, φοβηθήκαμε λίγο.
Φορέσαμε μαύρη χάντρα στον λαιμό για να κοπάσει το κακό.
Τα καταφέραμε καλά κι άνοιξαν οι θύρες μόνο που έλειπαν οι φύλακες
κι εκείνο το γλαρόφτερο είχε κρεμαστεί απ' τον πολυέλαιο.
Ελεύθεροι ανοίξαμε τα μπαούλα, το κάστρο κάγχαζε, μόνο
εμείς το ακούγαμε, μη φοβάσαι.
Τα μπαούλα γεμάτα σπαθιά και χιτώνες. Στο τελευταίο βρήκαμε
μια βαλσαμωμένη κόρη με μαλάματα πολλά στα χέρια και
δάκτυλα υπερφυσικά μακριά.
Φύγαμε παίρνοντας μαζί μας τρία σπαθιά ενυπόγραφα.
Τα κρατώ ακόμα πάνω από το τζάκι και λέω πως τρόχισμα θέλουν, έλα!
Συνεννοήθηκα με τα πλάσματα της νύχτας και σε περιμένουν,
ξέρουν πως η αρμύρα σε μεταφέρει στης λήθης τα μονοπάτια...μην πας!
Εδώ ο κόσμος ολοχρονίς τα πτερύγια της φώκιας προσκυνά.
Εδώ οι νύχτες στρώνουν πορφυρά χαλιά για να διαρκεί το λυκαυγές ώρες πολλές.
Εδώ μαθές τα κορίτσια φορούν ξώφτερνα παπούτσια και τρώνε άσπρα κουφέτα.
Έλα σου λέω. Θέλω να ενδυθώ το σώμα σου διάφανη να μην γίνομαι τις νύχτες.
Η βαλσαμωμένη κόρη σε περιμένει, γητευτή των μικρών θαυμάτων, ελευθέρωσε μας.
Αυτές οι αποδράσεις με κούρασαν κι εσένα ζητώ.
έτσι μήπως και βολέψω το σώμα μου στα κερινα φτερά σου και
μάθω να πετάω πάνω από τους ύφαλους και τις κεραμοσκεπές.
Ήρθε ο καιρός να βγω στο φως και γήινη να γίνω με αρωγό το αίμα σου
και το αιώνιο χαμόγελο σου.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2022

Το τρίο της αποβάθρας

Το τρένο αφού σφύριξε τρεις φορές αναχωρησε. Άδειασε η αποβάθρα και μόνο μια γυναίκα που φορούσε ένα καπέλο με φτερά στρουφοκαμηλου δεν το πρόβαλε. Στο ένα χέρι της κρατούσε ένα κλουβί με ένα καναρίνι που έστεκε βουβο και στο άλλο χέρι κρατούσε ενα καλογυαλισμένο βιολί.
Οι αποσκευές της ελάχιστες μια μπορντό μικρή βαλίτσα με ρόδες. Στο χερούλι της δεμένο ένα καναρινι μαντήλι. Στάθηκε στο ξύλινο, χαραγμένο με μονογράμματα παγκάκι και ισιωσε το αερατο φόρεμα της στο χρώμα του πάγου με κάτι τεράστια, κόκκινα άνθη πιθανόν καμέλιες.
Ο επόμενος συρμός θα έρχονταν σε σαρανταπέντε λεπτά. Ακούμπησε το βιολί στους ώμους και άρχισε να παίζει ένα κλασσικό κομμάτι. Το καναρίνι παρασυρμένο απο τις νότες πήρε να καλαηδαει θαρρετά συγχρονισμένο με τις μελωδίες του οργάνου.
Πιο πέρα εμφανίστηκε ένας κουλουρτζης με την ζεστή πραμάτεια του που την παρακολουθούσε μαρμαρωμένος απ' την μαγεία των ήχων Μάλλον θα άκουσε τις μελωδίες και θα ήρθε. Πέρασαν δέκα λεπτά και ενθουσιασμένος την πλησίασε. Πρόσφερε στο καμαρίνι φρέσκο κουλούρι και ασπάστηκε το χέρι της δεσποινίδας με μια ιπποτική κίνηση. Ύστερα κάθισε δίπλα της στο παγκακι μαγεμένος. Φορούσε παπιγιόν, ένα σκούρο παντελόνι, πουκάμισο λευκό κι ένα στενό γιλέκο πορτοκάλι χρωματος.
Είχε ένα όμορφο και δροσερό πρόσωπο και στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα καπέλο γεμάτο με μπακιρένια κέρματα. Εντύπωση έκανε το μπαστούνι του που ηταν από ξύλο δρυός και είχε κοκκαλινη λευκή λαβή σαν ξεπεσμένος λόρδος έμοιαζε. Η γυναίκα απορροφημένη δεν ένιωσε την παρουσία του και συνέχισε να παίζει πιο ελαφρά τώρα κομμάτια. Το καναρίνι τσιμπολογουσε και κατά διαστήματα δοκίμαζε τις γλυκές του μελωδίες σύμφωνες πάντα με την παρτιτούρα του βιολιού.
Κάποια στιγμή ακούστηκε μια φυσαρμόνικα και στην αποβάθρα πρόβαλε ένας πιτσιρικάς με σκισμένο γαλάζιο πουκάμισο και τριμμένο τζιν.
Η κοπέλα αντιλαμβανόμενη το όργανο σταμάτησε να παίζει και εστίασε την προσοχή της στο μικρό χαμίνι. Πότε της δεν είχε ακούσει τέτοια γλυκοηχη φυσαρμόνικα. Έβγαλε το καπέλο της και χαιρέτησε. Το παιδί βλέποντας την αποδοχή συνέχισε να παίζει όλο και πιο αιθέρια. Ο χρόνος περνούσε και ο συρμός θα έφτανε σε λίγο. Πύκνωσε ο κόσμος και το τρίο στο παγκάκι μασουλουσε αδιάφορο το κουλούρι του. Το τρένο εμφανίστηκε και οι τρεις σύντροφοι αποφάσισαν να πάνε από κοινού στην διπλανή πολιτεία που διοργανώνονταν μια μεγάλη εμποροπανήγυρη. Θα έμεναν μια εβδομάδα. Ο λόρδος, ο πιτσιρικάς κι η γυναίκα σίγουρα θα έβγαζαν πολλά γρόσια. Ξετρελαμενο το αγόρι θα αγόραζε πολλά κόκκινα κοκκορακια που τόσο αγαπούσε. Το κατάμεστο τρένο ξεκίνησε. Το καναρίνι χορτάτο αποκοιμήθηκε. Είχε ανάγκη πολλή να ξεκουράσει τις χορδές του, το περίμενε εξάλλου πολλή δουλειά.

 

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

Η ακρόπολη της πέτρας

 Nikki

Το σκηνικό του τοπίου γύρω άλλαζε διαρκώς. Η σκληροτράχηλη μήτρα της γης έκοβε την ανάσα όσο προχωρούσαμε προς τον τελικό προορισμό

Κυρίαρχος παντού ο ήλιος η αρμύρα και η πέτρα και που και που λιγνα δεντράκια, αγκάθια και αφανωτοι θάμνοι. Χαμηλές ελιές, συκιές, γκορτσιες και φραγκοσυκιες  κάλυπταν αναρια το τοπίο 

Οι ελιές με τον ψιλό σαν ράμφος σπουργιτιου καρπό έδιναν αγώνα  να πάρουν ένα μέρισμα από το χώμα. Ο καρπός τους έβγαζε ένα θεϊκό λάδι

Κάθε του σταγόνα και μια μικρή κεχριμπαρένια χάντρα.

Μετά από μια ανοιχτή στροφή βρεθήκαμε μπροστά στην παντοκρατορία της πέτρας. Διπατοι και τριπατοι πύργοι σφιχτά δεμένοι μεταξύ σαν τα παιδιά που παίζουν την μέλισσα έκαναν ντεμπούτο μπροστά μας.

Ήταν η Βάθεια με τα οχυρωματικά πυργόσπιτα και τα χαλάσματα. Στενά παράθυρα σαν πολεμίστρες είχαν αντέξει επιδρομές κουρσάρων. Η καρδιά αντλούσε αίμα για να αντέξει το δέος που προκαλούσε το σκηνικό. Ατίθασα σκυλάκια καθώς και φτέρες φύτρωναν στις ρωγμές των χαλασματων δίνοντας ένα σάλπισμα ζωής στην αδηφάγα εγκατάλειψη τους. 


Ωδικά πουλιά 

φιλόξενη η ελιά 

κρισαρει το φως.


Δευτέρα 30 Μαΐου 2022

Το Γιβραλτάρ της ανατολής

Nikki 

Βαριά η καστροπορτα οδηγούσε στην ψημένη απ' την αλμύρα καστροπολιτεία. Σπίτια στο χρώμα της γης ανέβαιναν τον βράχο σαν την κανέλλια φοράδα που στα κοφίνια μέσα είχε το χρυσό στάρι της φαμίλιας.
Το σκουξιμο της φώκιας έσμιγε με την καμπάνα Του Ελκομενου Χριστού.
Στην ταπια τα κανόνια πυρπολουσαν λες ακόμα πειρατές και κατακτητές μη και μολεψουν τη γη τους νέοι άρπαγες.
Καράβι το κάστρο συνομιλούσε με την ψυχή του ποιητή που τις νύχτες έβγαινε ως την Αγία Σοφία για να κατευνάσει το Μυρτώο πέλαγος με κάθε λογής γητειες
Μονεβασιωτισσες κυράδες άξια ζύμωναν το ψωμί, ασπριζαν τα κονάκια και με το χέρι τους - που προέκταση είχε το τραγισιο νήμα - έπλεκαν την χοντρή φανέλα του κύρη τους. Έπαιρναν το δρόμο για την αυλή της κυρά Ματουλας για το βαρύ γλυκό. Τα παιδιά τραγουδούσαν: Λουλου βάι βάι λουλου λουλούδι της Μονοβασιας. Καρδιοχτυπουσαν οι καλοκυραδες και τα ξεβασκαναν με τις προσευχές των προγιαγιαδων.

Στέμματα ήλιου 
καταντικρυ πέλαγος 
πλοίο ο βράχος.

Παρασκευή 27 Μαΐου 2022

Οι δικοί σου ήρωες

Μην ξεχνάς στο ουράνιο κρυσφήγετο που κοιμάσαι

κλαράκια βάγιας να στρώνεις να έρχονται

οι ήρωες να σε συναντούν μαζί τους να μοιράζεσαι

ώρες δοξαστικές.

Κι είχες πολλούς ήρωες που αγαπούσες και

συνδιαλεγόσουν μαζί τους στα φεγγερά παράθυρα

της ζωής.

Το κορίτσι που μάζευε ασημόχαρτα κι έφτιαχνε

ανεμόμυλους που τους πουλούσε στα πλωτά παζάρια.

Θυμάσαι την ζακέτα του;

Όλη γεμάτη τσέπες παραφουσκωμένες με όνειρα.

Κάθε μέρα πρόσθετε κι από μία άλλη κι εσύ

γελώντας του χάριζες νήματα στα χρώματα της ώχρας

να έχει ο κόσμος γη να πλαγιάζει τα απομεσήμερα.

Μην ξεχνάς λοιπόν τα βαγιόφυλλα απ' αυτά

που στεφανώνουν τα παλικάρια που έμειναν

τα χέρια τους πάνω στην κάνη σε ένα διάσελο ψηλά.

Θυμήσου το μην και πικραθεί το αγόρι που

ορφάνεψε από ψωμί και χώμα έπαιρνε και έπλαθε

τους καλόσχημους άρτους με προζύμι αληθινό

απ' το σκαφίδι του ήλιου.

Έρχονταν τα πουλιά, τσιμπολογούσαν τα ψωμιά

κι έφτιαχναν τις φωλιές τους στης κυρά Ξένης

το παράπηγμα.

Γέμιζε η γειτονιά με μελωδίες και ξαφνιάσματα νεοσσών.

Χαίρονταν τα κορίτσια κι έδεναν πολύχρωμους φιόγκους

στον φράκτη του φτωχόσπιτου.

Αμολυτά έμεναν τα μαλλιά τους να κυματίζουν

σαν τα χρυσά στάχια στο αντάμωμα τους με τον λεβάντε.

Κι αν βαγιόκλωνα δεν βρεις μην πικραθείς καθόλου

σου έχω εγώ πολλά δεμάτια για να πάρεις.

Μην φανταστείς πως κλάδεψα κανένα δέντρο

τουναντίον στα ματωμένα γόνατα

των παιδιών τα βρήκα αποξηραμένα

να με περιμένουν στην κλίνη σου

σε βραγιες να τα αποθεσω, κρυφά να δαμάζεις

τα αρμυρά κύματα της λήθης με τα θορυβώδη

ταμπούρλα του ερωτα

Αέναα στα χέρια μου να σε κρατώ σαν το μαλαματένιο

κλειδί που ανοίγει όλες τις θύρες των πνισμένων

με κισσούς  και αγράμπελες μεγάρων της

μνημοσύνης.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

Το εύρημα

haibun

Έβρεξε με το λάστιχο τις γκρίζες πλάκες της αυλής. Μια πούδρα σκόνης φερμένη απ' την έρημο και μια στρώση γύρη απ'τα γύρω πεύκα επικαλυπταν την επιφάνεια τους. Τέλος της άνοιξης κι οι πλάκες αχνιζαν κατά την επαφή τους με το νερό. Μέσα σε λίγα λεπτά ήταν κιόλας στεγνές. Η ζέστη αφόρητη σήμερα είχε κάνει τα λουλούδια της αυλής να μαραγκιαζουν και να γέρνουν τα φύλλα τους όπως και τα πλούσια τους άνθη.


Κόκκινοι καρποί

στολίδια οι κερασιές-

φέρουν στα κλαδιά.


Καθιδρη με το μαντήλι στο χέρι να σφουγγιζει το μέτωπο της συνέχισε το έργο της. Σειρά είχαν τα ταλαιπωρημένα απ'τον ήλιο λουλούδια. Πολλά τα άνθη της αυλής τα φρόντιζε επιμελώς σαν να ήταν παιδιά της. Που και που τους ψιθύριζε λόγια αγάπης. Από παλιά είχε μια αμφίδρομη σχέση μαζί τους.


Μια μαργαρίτα

κρύβει καλά την αλήθεια-

βράχος την θρέφει.


Ξεκίνησε το πότισμα απ' τα βασιλικά που είχαν πάρει να φουντώνουν όλο καμάρι. Τα χάιδεψε και τα αρώματα τους πότισαν βαθιά την παλάμη της. Τα κορφολογισε λίγο και έφτασε στο γιασεμί που είχε πετάξει πολλά ανοιχτοπρασινα κλωνάρια. Τα είχε τα χρόνια του κι ο γερός ξύλινος κορμός του είχε αναρριχηθεί πάνω στην μάντρα.


Βαδίζει μόνη

παπαρούνες στον κάμπο-

ρεσάλτο κάνουν.


Οι τριανταφυλλιές της παρά το προχωρημένο της εποχής είχαν ακόμα άνθη. Ειδικά στην βελούδινη κόκκινη μέτρησε ίσα με  δεκαπέντε άνθη. Η μόνη παραπονεμένη ήταν η ροζ εκατοφυλλη που είχε γίνει λικέρ και γλυκό του κουταλιού. Φέτος μάλιστα ήταν τόσο η άνθιση της που στόλισε με τους ακριβούς θησαυρους της τα μπουκάλια και τα βάζα όλης της γειτονιάς για τα απογευματινά ταρταρισματα.


Πάνω στο χώμα

θεριαψε το τριφύλλι-

τύχη θα φέρει.


Ύστερα κατευθύνθηκε προς τις ορτανσίες που δειλά είχαν αρχίσει να πετάνε λουλούδια. Πράσινα ακόμα μα το καλοκαίρι θα έπαιρναν το ροζ χρώμα απ'τα μάγουλα των άγουρων κοριτσιών. Ήταν λίγο απαιτητικές και ζητούσαν χωνεμενο φουσκι για να καμαρώνουν σαν αρχοντοπουλες στο σεργιάνι που κρατούν στα χέρια για προστασία ροζ ομπρελινα.


Οργασμός της γης

λαμπρά τ' άγρια κρίνα -

μέλισσες καλούν.


Μόνο μια ορτανσία παλαιικη απο τα χρόνια της γιαγιάς της φέτος είχε πάρει να χλωμιαζει. Είπε να αφρατεψει το χώμα της και πήγε στην αποθήκη να πάρει το σκαλιστήρι. Σε ένα κουτί βρήκε πέντε σκουριασμένα πέταλα αλόγου. Τυχερό ήταν το φυτό. Πήγε κοντά του το σκάλισε και παράχωσε τα πέταλα κοντά στις ρίζες του. Ίσως με την κίνηση αυτή αποκτούσε μελλοντικά το ροζ χρώμα απ' τις παρειές των κορασίδων.


Κάτω στον κάμπο

χορός των πεταλούδων -

μαέστροι τ' άνθη.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Φτερωτός φίλος

 haibun


Τελευταία είχε πάρε δώσε με ένα σπουργίτι.Το είχε βρει σχεδόν κοκκαλωμενο μια μέρα του χιονιά να της χτυπάει αποκαμωμενο το τζαμί του σαλονιού. Το πήρε αγκαλιά, το ζέστανε με την ανάσα της κι όταν άρχισε να δυναμώνει το τάιζε σπόρια και ψιχες από το μπαγιάτικο ψωμί που είχε στην ψωμιερα. Αυτό την κοίταζε με μάτια ευγωμοσυνης και κατάπινε τους σπόρους.


Τικ τακ στην πόρτα

δύο μετρα το χιόνι-

σβήνει η ζωή.


Απο τότε κι ύστερα ήταν ο καθημερινός της επισκέπτης. Έρχονταν πάντα με τους κελαηδισμους των πουλιών πριν φωλιάσουν στα κλαριά και την έβρισκε. Πάντα το φιλευε κάτι άλλοτε σταφιδόψωμο άλλοτε σπόρους ή κριθερενιο ψωμί που κατά το πλείστον το λάτρευε.


Μπουκιά στο στόμα

φτεράκια αδύναμα-

κρύσταλλοι πάγου.


Μια μέρα που ο βοριάς με τα ξυράφια του ξυριζε δέντρα και υπάρξεις το σπουργιτακι δεν ήρθε. Έμεινε να παραμένει με την φουχτα γεμάτη για ώρες πολλές. Ανησύχησε, βγήκε στον κήπο να το ψάξει πίσω από τους θάμνους χωρίς αποτέλεσμα. Πάγωσαν τα χέρια της να παραμερίζει τα κλαδιά. Η πρόχειρη φωλιά του άδεια.


Χαλάζι στη γη

τρύπησε τις φυλλωσιές-

ενσκηπτει χιονιάς.


Την επόμενη μέρα το φιλαράκι της ήρθε ζωηρό και με καλή διαθεση. Μαζί του είχε το ταίρι του, έναν διπλάσιο σχεδόν σπουργιτα που της τσιμπούσε παιχνιδιάρικα τα φτερά και γουργουριζε ερωτικά πλάι της. Απερίγραπτη ήταν η χαρά της. Το μικρό σπουργιτακι θα της χάριζε κι άλλους χνουδωτους φίλους λίαν συντόμως. Η φωλιά στον κήπο θα έδινε ροτα χαράς στην ζωή.


Λυγίζουν δέντρα

κρούστα πάγου στην λίμνη-

θαμπή ανάσα.

Τρίτη 24 Μαΐου 2022

Αυγινη ώρα

 haibun


Η αυγη φόρεσε το βαρύ ρόδινο από ακριβά  ταφτα φόρεμα και βγήκε στον κόσμο. Μαζί της εφερνε καλαηδισμους από βιολεντζελο και ένα πλήθος δροσοσταλιδων Βάραιναν τα φυλλώματα και το ταπεινό χορτάρι έπαιρνε το πρωινό του μπάνιο


Χαρά πρωινή

σταμάτησαν οι γρύλοι-

σκήπτρα αλλάζουν.


Σε λίγο ένας ήλιος στρατηλάτης βγήκε στην βίγλα των βουνών. Η αυγή στράφηκε προς την γκαρνταρόμπα της κι άλλαξε το φόρεμα της με ενα αραχνουφαντο γεμάτο χρυσές πουλιες κι ασημενιες πόρπες ελαφρύ φόρεμα κι ανάλαφρη μπήκε στην στράτα του ήλιου σαν συνοδός.


Λαμπρή μερα 

τραγουδισμα τζιτζικιών-

βοη στην φύση.


Αυτή ήταν η πιο όμορφη ώρα της μέρας.Πιστη στο ραντεβού της πάντα την συναντούσε με μια κούπα αχνιστο τσάι με γεύση μύρτιλου. Ψηλό κατάστρωμα το μπαλκόνι της επέτρεπε να ζει σε όλες τις εκφάνσεις του τα πρώτα ντροπαλά φιλιά της αυγής. Έτσι φύλαγε στην τσέπη της για όλη τη μέρα την μαγεία των θαυμάτων και μια χούφτα  βαρύτιμο χρυσάφι.


Χρυσά σανταλια

κνήμες ζεστές του θέρους-

ίχνη στην άμμο.


Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

Kou-ta ( μια στροφή με τη μορφή 7/57/5 συλλαβών)

Πρόβαλλε το φεγγάρι
φέτα κίτρινη
έχασε το μισό του
ταίρι ζηλευτό.

*
Δείχνει τις δαγκάνες του
όρθια η ουρά
φαρμακερός σκορπιός
άοπλο θύμα.

*
Γονατιστή πηγαίνει
μπρος στην εκκλησιά
μετρά το κομποσκοίνι
μένουν δυο ψαλμοί.

*
Ποιήματα θα γράψει
γκρίζα τα μάτια
του σπάει το μολύβι
τη μνήμη .καλεί

*
Έφυγε το καράβι
μόνος περπατά
ξάφνου βουτά ο γλάρος
λίμνη δακρύων.

*
Ακύμαντη θάλασσα
πετάς μια πέτρα
φουσκώνουν τα νερά της
αφρούς σηκώνει.

*
Σκανδαλιαρικό παιδί
τσιρίδες βγάζει
σκίζει τ' αρκουδάκι του
το παζλ σκορπίζει.

*
Γάτος τρίχα σηκώνει
περνά ποντίκι
καταπάνω εφορμά
μια χαψιά κρέας.

*
Ολοσκότεινο κάστρο
σβήσαν τα κεριά
φαντάσματα θα βγούνε
κρύο το αίμα.

*
Παρακμή οξυγόνου
κάηκαν δέντρα
καλαηδισμοί ολίγοι
φτωχικός όρθρος.

*
Σπασμένη η ομπρέλα
αέρας φυσά
μοιάζεις με ηρωίδα
του παραμυθιού.

*
Κίτρινες μαργαρίτες
γύρη σκορπούν
ποταμός τα δάκρυα
βρεγμένο σατέν.

*
Κίτρινη κολοκύθα
αργεί ο χορός
νοικοκυρά την σπάει
σούπα θα γένει.

*
Έντρομη η αλεπού
τρέχει να κρυφτεί
φουντωτή ουρά έχει
τσιμπιές πετεινού.

*
Κυκλάμινα στον βράχο
χώμα γυρεύουν
ρωγμές βρίσκουν και μπαίνουν
σκίζουν την πέτρα.

*
Άοκνος ο ναυτίλος
πανιά μαζεύει
φύσηξε τραμουντάνα
σκούφο αποσπά.

*
Μικρή η μαγιοπούλα
στίχους σκαρώνει
λουλούδι τ' όνομα της
καρδιές λαγγευει.

*
Φωνάζει ο κόρακας
τρέμει η κυρά
τυρί βρίσκει του δίνει
φεύγει παρακεί.

*
Μικρό το βαφτιστήρι
νύχια ροδαλά
παπά γενειάδα πιάνει
τούφες τα μαλλιά.

*
Μικρή πεταλούδα
ανοίγει φτερά
χαίρει σε μίσχους πάνω
πλάνη ή ανθός.