Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010
αμαρτύρητοι στίχοι
Μέσα στην θαλάσσια δρόσο της αυγής
Βγήκαν χιλιόχρονα ιστία
Με σφραγιστά τα ονόματα των πλοιαρίων
Ανακόλουθος ο πόνος πισωγύριζε δειλά
Του απεσταλμένου
Μην αποσπάσεις το ορφανεμένο βότσαλο
Από το έγκλειστο δάκρυ της ζωής
Φύλαξε βαθειά στο αίμα σου
Την κρήνη της εμπόλεμης σκηνής
Έτσι που να μην απεργάζεται
Και ετοιμότατος
Μάζεψε άναμμα από της φυγής το αμπέλι
Για να μην κυρτώσει η ευλογία
Της ελιάς πάνω στο είδωλο της λίμνης
Πάρε χαράκι και στιλέτο της αστραπής
Και βίασε τις λευκές ομπρέλες
Που έκρυψαν για πάντα τη μορφή της ζωής
Και τις αιθέριες γλύπτριες του σήμαντρου
Γαλούχησε τα έμβρυα του ναού
Με το στημόνι της επίγνωσης
Κι άφησε ελεύθερη τη γη να γεννοβολά
Κρινάκια με μαύρους ύπερους
Στη ράχη της αχιβάδας χάραξε έναν χρησμό
Και τον βραχώδη ρόγχο του Τρίτωνα
Και όταν κάποια στιγμή θα έρθουν οι ξένοι
Από της Ρηνανίας τα μέρη
Φίλεψε τους φασκόμηλο μέντα αχνιστή
Και διοσμαρίνι κρύο
Τρεις ξένοι από τα χωριά της Ρηνανίας
Αναθυμούνται τις πλαγιαστές πλάτες
Των ερωμένων τους και σιγούν
Πάρε ένα θυμητάρι φως από την εικόνα
Της γλώσσας
Το στερνό γράμμα από την άνω πόλη
Κι ύστερα αφάνισε μονομιάς
Τις λέμβους της φραγκοσυκιάς
Σαν να ήσουν από χρόνια θαλασσοπόρος
Και μαχητής της αργίλου
Ένας πεισιθάνατος έμπορας της ευστάθειας
Πάρε βαμβάκι που αστόχησε στην αιθάλη
Και πλύνε τις πληγές στο μηρό
Του αγεφύρωτου πόντου
Σήκωσε αχούς και τραγούδια
Την ώρα που τα παιδιά κλαίνε
Την ιλαρότητα του ηλιοβασιλέματος
Κούρντισε το τριζόνι στο κύμβαλο της μέρας
Για να αποκτήσουν ζωή οι αναστημένοι αδερφοί
Με πείσμα και τέχνη τράβηξε τη βαριά
Που βρήκε πάνω στις αμυχές του αιματίτη
Έτσι θα έχεις δυο περιστέρια που θα τσιμπολογούν
Τη χολή του έρωτα σου
Κι έναν αποστολέα γέρο και τυφλό να σου θυμίζει
Τα αλληλούια της λαβωμένης σιταρήθρας
Στάσου κοντά μου όταν σου μιλώ
Για τα κοντόκλωνα δέντρα της αλέας
Κι όταν το δάχτυλο ακουμπήσεις
Πάνω στο μάρμαρο
Δεν θα καείς
Ένα αποτύπωμα θα αφήσεις μόνο
Του εσφιγμένου πόθου
Κι όταν αρχίσεις να αναζητάς την ηδονή
Της εκπνοής
Εγώ θα είμαι η πρώτη που θα σου παρασταθώ
Με χέρια βέβηλα
Και πόδια αποστατούντα
Και μάτια βαθυγάλανης φλέβας
Θα είμαι εκεί δίπλα στα πέτρινα
Μνήματα των κορασίδων
Να επιτηρώ την ανάληψη της Άγιας πέτρας
Με μόνο στολίδι τη διαιρεμένη φωνή μου
Αναζητώντας τις πατρικίες των αθανάτων
Για σένα ήταν οι χαράξεις πάνω στην στήλη
Ο αρχάγγελος έφυγε δαγκώνοντας τα χείλη του
Ώσπου έσταξε αίμα
Άοπλος από πάθη τράβηξε
Για το οφίκιο της λησμονιάς
Σε σένα έλαχε ο κλήρος μιας δεύτερης ζωής
Πρόσεξε μόνο η ετεροθαλής αδερφή σου
Σμιλεύει με το χώμα παγωμένα ανθάκια
Κυκλάμινου
Και κρουστούς λαιμούς εδωλίων
Μην παραπλανηθείς από τα ζυγωματικά της
Κι έλα την ώρα που το πεπρωμένο
Του ενάλιου όρκου ορίζει
Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010
η γητεία της ανεμώνης
"Αλυσοδεμένος ο έρωτας πάνω στην ούγια της γης"
Στους αρμούς των δακτύλων μου
Μουσκεύουν τα δικά σου ρόδα
Ένα βράδυ σάλπαρες για τις
Ωκεάνιες φωλιές των αστερισμών
Η καραβίσια αρμύρα έγλειφε
Τις πληγές στα υπέρθυρα των ματιών σου
Ο φανός της μέρας κομμένος στα δύο
Λιποτακτούσε σβηστός στα χάη
Που ταξιδεύουν τα μάτια σου;
Σε καρτέρεψα
Στις θαλασσινές αγκαλιές των σπηλαίων
Σε γεύτηκα
Σε ουρανίσκους άμωμων παρθένων
Σε λαχτάρισα
Σαν το έμπυο δάκρυ των μεθυσμένων ωρών
Σε λάτρεψα
Σαν που λατρεύουν τα μωρά τη ρώγα της μάνας
Δεν ήρθες
Φύσηξε βοριάς μες τη χοάνη της ψυχής
Άσπιλα όνειρα άνοιγαν μαύρες φτερούγες
Στη γραμμή των χειλιών μου είπα να σε κρύψω
Να μη σε ψαύσει ο κρύος βλαστός της νύχτας
Πρωινός αναβάτης εσύ το άρρητο ρίγος προσπερνάς
Σαν άγρια βλαστωμένη πέτρα θα σε αναζητώ
-Άμπωτης των κουρσάρων θα γίνω πριν πνιγώ-
Πυρρόχρωμο η μάνα της νύχτας μου έστειλε ένα νεύμα
Ο έρωτας μου είπε ζει βαθιά μέσα στο ασήμι της ελιάς
Εκεί που ξεψυχά το τριζόνι της μοίρας
Το έχασα το στοίχημα με το άρμα του ήλιου
Κι έμεινα μόνη με σαϊτιές να περιφράζω
Την όμορφη εικόνα σου
Την υπεροπτική ανεμώνη θα αγαπήσω τώρα
Και τις βυθισμένες ανεμότρατες της Βιθυνίας
Ο άλιος καβαλάρης με προσπέρασε γελώντας
Αλυσοδεμένος ο έρωτας πάνω στην ούγια της γης
Αναριγεί πνοή καυτή της λήθης
Δεν θα δειλιάσω στον εξώστη θα παραμείνω
Του απρόσμενου κόσμου μασώντας το σταυρουδάκι
Του ματωμένου δίφθογγου
Μια πένθιμη ιέρεια της μοναξιάς θα γίνω
Να καρπίζω αργά την γητεμένη ανάσα
Της Περιβλέπτου οδύνης
Έχοντας μοναδική συντροφιά την τρίαινα
Του Ταινάριου Ποσειδώνα
Στους όρμους των δακτύλων μου
φυτρώνουν τα δικά σου ρόδα
Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010
οι αμυχές της Αλόης (μονόλογος)
Με τον καιρό κύρτωσαν οι αμυγδαλιές
Στο ανεμοστάσι της πλατείας
Μια μεγάλη οπή προεξείχε στους άλκιμους
Πόρους του κίτρου
Η μαρμάρινη πηγή ανάβρυζε σαρκώδη χείλη
Μηρούς κι οσφύες λουλουδιών
Χρόνος δεν περίσσευε για να γυρίσει η αναλαμπή
Του ήλιου στο μετάξι της σκαπάνης
Ένας πλανόδιος αιώνιος αχινός
Ορέγονταν τη κάψα του μυδιού
Και την ζεστή αιθάλη των κυμάτων
Ο πρωτογιός άπλωνε τα λευκά του ρούχα
Στις κλειδωνιές της νύχτας
Όλοι ήταν εκεί κανείς δεν περίσσευε
Ο ιεροκήρυκας με το στιλβωμένο δωδεκάποντο
Ο ταχυδρόμος με τους διαμαντένιους ιμάντες
Ο πειρατής με την μεσαιωνική στάχτη
Κι ένα παιδί που ανάδευε το σιδερένιο
Λοστό της γλώσσας
Ακούστηκαν φοβισμένα βήματα
Ανάσες κοφτές και ραγισμένοι αγκώνες
Κοντοστάθηκα να αφουγκραστώ
Πλησίασε ένας αναψοκοκκινισμένος
Αγγελιοφόρος
Στην Ισπανία μου είπε τέτοια εποχή
Πακετάρουν στα τρένα δέρματα αντιλόπης
Και στην πατρίδα της γεωμετρίας
Ακούραστοι σφουγγαράδες ανεβάζουν
Συμμετρικούς νυχτόβιους ύμνους λατρείας
Πιάστηκες με δειλία από την φούστα μου
Με παρακάλεσες
Δεν θα έρθω σου είπα
Ειδικά απόψε που στο ελατοδάσος
Βράζει αργά ο μούστος του δεκαπεντασύλλαβου
Γράφω στίχους και με αυτούς εξαγοράζω δυο πόντους
Τριμμένης μουσελίνας
Έτσι επιβιώνω
Θα στο χαρίσω το κορμί της αρμύρας
Όταν στα ναυπηγεία οι αχθοφόροι
Θα μεταγγίζουν αίμα στην καρδιά της καρίνας
Να έχεις λίγο φως να περπατάς
Λίγο δάκρυ να ξοδεύεις
Κι ανάστημα οξιάς για να μετράς τον κόσμο
Μου αντιγύρισες ένα χαμόγελο
Και την βουβή τρέλα ενός ποδηλάτη
Πατρίδα δεν ήσουν
Ανάμνηση δεν έγινες
Ήσουν μονάχα ένα αρχαίο σκάφος
Με την πνοή της αλισάχνης στο χέρι
Από μακριά ακούστηκε το καμπαναριό
Του άγιου Νικόλα
Άδειασε η πλατεία
Ένα επιλήψιμο ψέμα μονάχα χόρευε ανάλαφρα
Πάνω στο φρεσκοβαμμένο παγκάκι
Στα μάτια του το απολίθωμα του χτεσινού φιλιού
Στα χεριά του η μαρτυρία
Του διωκόμενου ποιητή
Και στα πέλματα του η δόξα του εαρινού έρωτα
Μείναμε λίγοι πάνω στη γη
Εγώ εσύ κι ο ναρκωμένος φαροφύλακας
Θα τη κρατήσω την υπόσχεσή μου
Κι αύριο θα σου χαρίσω οριστικά
Τις βουερές βουκέντρες του στίχου
Φτάνει να φέρεις μαζί σου τα ομοιοκατάληκτα
Σπιρούνια του Κένταυρου
Φυλάξου απλά από τις πολυδαίδαλες
Αμυχές της αλόης
Κι έλα στην ώρα της αμυγδαλιάς
Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010
πλην έρωτος
Άφησε τα γυαλιά του δίπλα στη παλιά τσαγιέρα
Μόλις είχε τελειώσει ένα διήγημα
«πλην έρωτος» ο τίτλος
Μια παρελθούσα μέρα κάθισε πάνω στην τσάκιση
Του παντελονιού του σαν εμβρόντητη συνοδός
Αναδιπλώσεις του δάσους δονούσαν το σπίτι
Περίφραγμα με έμπλεες πεταλούδες
Κέδρινα χέρια περπατούσαν στο κορμί του
Πονούσε σαν όστρακο κλειστό στους πλάγιους φόβους
Στη αμμουδιά τον χλεύασαν οι τραυματιοφορείς
Προχτές στο φορείο του δικέφαλου Αδερφού
Ξεχώρισε την παλιά του ιματιοθήκη
Είχε σκουριάσει από τη πολύ χρήση
Κουρνιαχτός του ιδρώτα
Τα ιμάτια του λίγα κι εκλεκτά
Βυθίζονταν στο βαμβάκι της αρχαίας πανοπλίας
Του περίσσευαν απλά δυο πόρπες ασημένιες
Ανοιχτά του Παγασητικού
Το φεγγαρόφωτο έμπαινε στο σπίτι
Η κουρτίνα τραβηγμένη στη φορά του ανέμου
Λογάριασε τα λόγια του
Λόγια οργής
Σώπασε δεν έπρεπε να μιλήσει
Μια αύρα χήρα παράστεκε το νεκρό παιδί
Στο απέναντι πανδοχείο
Σώπασε δεν έπρεπε να μιλήσει
Ο θάνατος επόπτευε την οξιά του κήπου
Έκοψε δυο πόντους τη καντηλήθρα του ουρανού
Ανήλεη η κάφτρα παραμόρφωσε το πρόσωπο του
Σπίνθηροι τα μάτια του
Τα μαλλιά του άκαυτα προγονικά σπίρτα
Περιεργάστηκε τα κουτάκια
Ένα πράσινο χλωμό του φανερώθηκε
Σαν φέτα στυφού αχλαδιού
Τα δάκτυλα του ονειρώξεις νυχτερίδων
Κιτρινισμένα από το καπνό του μπαρουτιού
Τα γόνατα του υγροί στρατώνες που εκπαίδευαν
Τους αλιείς του μέλλοντος
Και τα αφτιά του βραχώδεις σιωπές του φραγκόσυκου
Ώρα δύο τα μεσάνυχτα
Ακάνθινος ο έρωτας
Αιχμηρή τσακμακόπετρα η λύπη στο δόντι της νύχτας
Πυορροούσε
Πλην έρωτος ψιθύρισε
Πήρε το γραφτό του
Το ψαλίδισε στα 4 στα 8 στα 16 στα 24
Άρχισε να το πετάει ψηλά
Ένα πάλλευκο χιόνι απλώθηκε στην οδύνη της ψυχής
Βγήκε από το σπίτι με μεθυσμένο χαμόγελο
Κι άρχισε να ανηφορίζει στη θράκα του γαλαξία
Στα μαλλιά σκόρπια μικρά χαρτάκια
Ανάπνεαν τη ζεστή μελάνη της πένας
Θυμήθηκε τη τσαγιέρα τα γυαλιά του
Τη μικρή καντηλήθρα το τεμαχισμένο του πρόσωπο
Τα διχασμένα κόκαλα του που άσπριζαν σαν κιμωλία
Στον αγκώνα του τυφλού ποιητή
Βγήκε στο λιμάνι και μοίρασε τα αντίτυπα του
Στους διαβάτες της προβλήτας
Ανάλαφρος απέπλευσε στα χέρσα πεδία
Των μελλοντικών αστερισμών
Σαν αήθης φαρέτρα θανάτου
Μπροστά στο σκούρο μάτι του πόντου
Πλην έρωτος ψιθύρισε αργά...
Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010
οι έλικες της φαντασίας
Εκεί που πνίγεται η πυραμίδα τουΤαΰγετου
Ακμαία και σθεναρή όπως πάντα
Χιόνι έπεφτε πυκνό κι ένας αέρας γρέγος
Φυσούσε δυνατά
Σωστή χιονοθύελλα
Στα εσωτερικά δώματα της ηλιακής μου
Ηλικίας άσπρα είδωλα μαγνήτιζα
Ένας χιονάνθρωπος περιέθαλπε με στοργή
Μια τρέμουσα ηλιαχτίδα
Σαν αυτές που συναντάς Σάββατο απόγευμα
Στα μανουάλια της Αγίας Θέκλας
Μια χιονοθύελλα στον ήλιο
Ταράχτηκες
Το σύμπαν είναι δικό μας σου είπα
Δεν υπάρχει γη ουρανός στερέωμα
Μόνο ο βυθός της καρδιάς
Και το τραγουδισμένο ηλιοκυκλάμινο
Του άπληστου Νοέμβρη
Περιέπαιξες τις επιλογές μου
Το τόπο διαμονής μου
Και την φουρτούνα των αποστάσεων
Κι άρχισες κάτι να ψιθυρίζεις αργά
Δεν σου μίλησα
Φοβήθηκα την προαιώνια έχθρα
Του σύννεφου
Όταν κοιμάσαι να ξέρεις ένας ηλίανθος
Κεντά με αίμα το προσκεφάλι σου
*
Από καιρό σου υπόσχομαι μια δεύτερη
Απόδραση στον ήλιο
Μόνο μάθε να ιππεύεις τον στίχο
Και την άχρονη αβεβαιότητα του ταξιδιού
Τη πρώτη φορά ήσουν πολύ φειδωλός
Άκουγες μόνο τα σφυριά του πυρήνα
Κι έκρυβες το βιολί και τα δοξάρια των αχτίδων
Στο αεροστεγές ερημοκλήσι
Χωρίς προειδοποίηση θα έρθω να σε πάρω
Στον ήλιο κατοικούν μόνο οι ποιητές
Και οι μακάριοι φοίνικες της ένδοξης πόλης
Μη φοβηθείς το υψόμετρο
Συγκλίνει με τα μάτια σου
Που ευωδιάζουν βουνίσιο τσάι
Μέντα και αλυγαριά
Δώρα πολλά θα σου χαρίσω
Στο κάτω - κάτω ένα ηλιοστεφάνι
Το δικαιούσαι
Μόνο που τα χέρια μου βιάστηκαν
Να το φτιάξουν
Το χάρισα αλλού
Στον μικρό επαίτη του Αυγούστου
Που τα μυαλά του λένε σάλεψαν
Από έρωτα βαθύ
Στις συκομουριές του ήλιου καινούριο
Θα σου πλέξω
Μην με αρνηθείς!
Πάντα στα όνειρά μου σχεδίαζα φωτοστέφανα
Γνωρίζω τη τέχνη της αγαθοεργίας καλά
Σίγουρα θα έρθεις μαζί μου
Στα φοινικόδεντρα της φαντασίας σου προσπέφτω
*
Στις εσχατιές του ήλιου λούονται
Νεκρά κορίτσια
Ηλιομήκυτες
Αναπαύονται στα σπλάχνα τους
Και μια ηλιόπετρα είναι ο επιτάφιος λίθος τους
Μην φοβηθείς το αδράχτι της μοίρας σου
Στα τραχιά μπράτσα της γέρικης ελιάς
Παραδώσου
Εκεί που ζει η νεροποντή των αχτίδων
Και πελώριοι έλικες που σπρώχνουν τη ζωή
Στους δρόμους της ηλακάτης
Βγάλε μόνο τον οψιδιανό από τις αποσκευές σου
Και κάποια τετριμμένα «σε αγαπώ»
Είναι δύσβατος ο δρόμος και ελικοειδής
Σαν το περίβλημα του κοχλία
Μόνο μη παραλείψεις τα ακούραστα μαντολίνα
Των τζιτζικιών και το σπασμένο
Γλωσσίδι της καμπάνας
Σίγουρα θα έρθεις με δυο φτερά χρυσαετού
Στο χέρι να σου στολίζουν τις παγωμένες
Αναμνήσεις
Κρησάρισε λίγο Φως για το δρόμο
Έτσι για προσφάι
Στις κορυφές του ήλιου σε συνάντησα
Εκεί που πνίγεται η πυραμίδα τουΤαΰγετου
Ακμαίο και σθεναρό όπως πάντα
Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010
αντικρίζοντας τον ουρανό
Κάθε βράδυ στον ύπνο μου
Κρατώντας στα χέρια τους σταφύλια
Από τους στοιχισμένους αμπελώνες
Της Μεσογείου
Ο πρώτος σφυρίζει στο αυτί μου
Μελωδίες από το μάτι του αυλού
Ο δεύτερος απλώνει στα μάτια μου
Τις διάφανες βουκέντρες του μικρού χωρικού
Που πνίγηκε ένα βράδυ στην ουρά του σύννεφου
Κι ο τρίτος ο μικρότερος
Μελετά τα αρχαία πηγάδια
Ρίχνοντας πετραδάκι – πετραδάκι
Τις χρυσές μου ώρες στο στόμιο του φεγγαριού
Τρεις άγγελοι με βαριά φτερά μελετούν
Στα όνειρα μου
Τον παρελθόντα κάματο
Και της Αυγής το αγγείο
Αναγεννησιακά μωρά τους συντροφεύουν
Κοπέλες με αιματοβαμμένες φτέρνες
Όταν ξυπνώ αφήνομαι στο πέταγμα τους
Κρουστά μέλη υγιή και άλια
Ολονυχτίς τρεις άγγελοι μειδιούν
Στο προσκεφάλι μου
Με γκρίζα αστραπόμορφα σώματα
Ένα καλάθι με πέρλες και φίλντισι
Αφήνουν στο κατώφλι μου
Πώς να τους ζωντανέψω μέσα
Άκαρπους αμπελώνες του ουράνιου θόλου
Που ζω μεθυσμένη
Αντικατοπτρίζοντας τα κλειδιά του ουρανού
Στη δεξιά μου παλάμη
Τρεις απαγχονισμένοι άγγελοι μετέχουν
Στον θάνατο μου
Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010
οι κύκλοι του απογεύματος
Βατόμουρα να σε βρω
Εσύ θα στέκεσαι όπως πάντα
Πλάι στο παλαιό λαβομάνο
Υποψιασμένος και ράθυμος
Κύκλους θα διαγράφεις στον αέρα
Με το επίχρυσο κουταλάκι
Του απογευματινού σου καφέ
Η περσική γάτα θα είναι στα πόδια σου
Λιπόθυμη κι αδύναμη θα επιζητεί
Τα χάδια σου
Αδιαφορώντας για το άρωμα σου
Και τις τρύπιες σου τσέπες
Μια καμπύλη θα σχεδιάζεις ύστερα
Στην μικρή φορτηγίδα που έχεις στο χολ
Τα χρόνια θα κολυμπούν μαζί με τους χάρτες σου
Ανάγκη για ταξίδι
Ή επαναφορά στο σώμα του πάθους;
Ας τελειώνουμε με τα ερωτηματικά
Τις όποιες προφάσεις
Και τις απίθανες ηχηρές απαντήσεις
Μετανοεί η σιωπή στο σύθαμπο
Μια μέρα θα έρθω με ματωμένα
Βατόμουρα να σε βρω
Το απόγευμα θα έχει μπει στο σπίτι
Από την ανατολική περσίδα
Και αναπαυτικά θα κάθεται
Στον σκαλιστό καναπέ
Σαν ερημίτης πλοηγός
Δεν θα τολμάς να το κοιτάξεις κατάματα
Μην και ντραπεί ή από φοβία στην τόση ομορφιά
Πάντα αγαπούσες τα μεστά απογεύματα
Τα παρομοίαζες με τα σκελετωμένα πιθάρια
Που έχεις στον κήπο σου
Ολογέμιστα με ατόφιο χρυσάφι
Ποτέ δεν κατάλαβα αυτή σου την υπερβολή
Τόσο χρυσάφι θα φοβίσει τις πεταλίδες
Στο σιντριβάνι της Αυγής
Μια μέρα θα έρθω με ματωμένα
Βατόμουρα να σε βρω
Ανταύγειες χρυσού θα σκορπούν τα μάτια σου
Ακουμπισμένα φιλήδονα
Στις κόγχες του ανέμελου Ιούλη
Θα σε αναγνωρίσω από τα ζουμερά
Πορτοκάλια που θα κρατάς στο χέρι
Ολομόναχος θα είσαι χωρίς επισκέπτες
Το λαβομάνο θα έχει σπάσει
Η περσική σου γάτα θα λαγοκοιμάται
Στο προγονικό καναπέ
Η φορτηγίδα θα επιχειρεί το παρθενικό
Ταξίδι της στις αμφικτιονίες του βορρά
Και στα πιθάρια του κήπου θα σκάνε
Ολόδροσες αγριοτριανταφυλλιές
Με χρυσά πέταλα
Μόνο ένα παιδί στην απέναντι αλάνα
Θα αντικρίζει τον ήλιο μέσα από το σπασμένο
Καθρεφτάκι σου υπνωτισμένο
Θα λυγίσω τα γόνατα να έρθω όσο πιο
Γρήγορα μπορώ
Μη φύγεις
Θα σταυρώσω με αγκάθια τις χελιδονοφωλιές
Της μοναξιάς σου
Κι από τα ματωμένα βατόμουρα οίνο γλυκό
Θα σου φτιάξω
Μόνο κρύψε το παιδί να μη δειλιάσει στο χιόνι
Των κύκλων του απογεύματος.
Κυριακή 20 Ιουνίου 2010
οριζόντια χαμόγελα
Των ματωμένων ασφοδέλων
Νύχτες με οριζόντια χαμόγελα
Και με ιπτάμενες ασημένιες ομπρέλες
Μπροστά στην αίγλη του θερινού ορίζοντα
Στρατοκόπος ο θεός του φεγγαριού
Μάγευε τα δάκτυλα στην πλατεία
Με λησμοσύνη
Υγρές κολυμπήθρες έτεμναν την κόψη
Του σεληνόφωτος στα δύο
Βάπτισμα του έρωτα
Και της οδύνης κρυφό μνημείο
Πέτρωναν οι ίσκιοι
Πέτρωναν οι φόβοι
Πέτρωναν τα χρυσά δακτυλίδια του θανάτου
Μια ρήγισσα Θεά αναζητούσε
Το βαθυγάλαζο σάλι της
Άδειοι οι σταθμοί του απείρου
Εκτροχιασμένα τρένα
Ακρωτηριασμένα μέλη
Κι ένας επιστήθιος τρόμος
Περικύκλωνε το μουδιασμένο αδράχτι
Της μαρμαρυγής
Στις τσέπες της χοάνης τρεμούλιαζε
Η επερχόμενη νεροποντή
Μια λωρίδα ουρανού πυροδοτούσε
Σβηστά ηφαίστεια
Κόσμος φαιός νυχτερινός
Εσύ είσαι που αμάρτησες
Εσύ είσαι που πρόδωσες
Εσύ είσαι που δεν δικαιώθηκες
Ομόκεντροι κύκλοι εμπότιζαν με πύον
Την άλω της αρχαίας σκουριάς
Σκισμένο το φουστάνι
Λευκά τα όστρακα
Τα οστά μαραμένα και οι βλέννες νεκρές
Δεν ήξερες τι να περισώσεις
Χανόσουν άπελπις
Στο στρόβιλο της ανεμόεσσας Κυριακής
Το ξημέρωμα μου είπες θα ψαύσω
Τα νεκρά σου στήθη
Λακκάκια θα ανοίξω πάνω στα γόνατά σου
Χορός μεδουσών
Οριζόντια χαμόγελα θα ακουμπήσω
Στα φαύλα νύχια σου
Και στην αχλή των μαλλιών σου
Θα αποθέσω το ξεφλουδισμένο φεγγάρι
Να μην χαθείς
Να μην χαθώ
Μαζί να κωπηλατήσουμε τον αιώνα
Των χέρσων απαριθμήσεων
Σε νύχτες άκαρπες ναό θα σου στήσω
Από το περίσσιο αίμα μου
Στα χέρια μου θα σε κρατώ
Σαν τον πηλό του Πλάστη
Εμπεριέχω τις φλέβες σου
Καθρεφτίζω τα καλοκαίρια σου
Στα κρυφά ανάβω το τσιγάρο
Της δικής σου μνήμης
Αφοπλίζομαι στο φως
Κι ήρθαν οι νύχτες
Με την σκιασμένη μνημοσύνη
Των άνυδρων πηγαδιών
Να μην χαθείς
Να μην χαθώ
Μαζί να κωπηλατήσουμε τον αιώνα
Των χέρσων απαριθμήσεων
Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010
οι χρησμοί του δάσους
Τη μέρα που έφυγες προς το δάσοςΚρατούσες στα χέρια σου
Δυο ελατοκορφές
Πικρά ρυάκια σε συνόδευαν
Απέριττα ελεύθερα
Δεν έβρισκαν τρόπο να συγκλίνουν
Με τον μέγα ποταμό
Ή μήπως τρελά απιστούσαν;
Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου
Να φτάσεις τη κορυφή του ρετσινόδεντρου
Η φωλιά της γερακίνας σου έστελνε
Μηνύματα
Λιτά νοήματα ασαφή
Πώς να τα ερμηνεύσεις;
Η βροχή κόχλαζε στο τζάμι του βράχου
Αλαβάστρινες λέξεις
Λιτά νοήματα ακριβά
Που να τα εμπιστευτείς;
Απλά τα απομνημόνευες στο κίτρινο
Κουτάκι της μαργαρίτας
Ξένιος ο πόνος απαρηγόρητος
Τα ονομάτισες τα Πάθη του Αυγούστου
Και τα φυγάδευσες σιγά- σιγά στη γλώσσα
Της ναρκωμένης οχιάς
Ποτέ δεν τα ερμήνευσες
Απλά παρακαλούσες την έλευση τους
Οι ελατοκορφές έγιναν το σημείο
Της δικής σου σταύρωσης
Αποκλίνουσες λέξεις και εύλαλοι ήχοι
Συνόδευαν την κίνηση της ευκαρπίας
"Ακριβά αρώματα έκρυψε στο χώμα
Μια βιαστική νυφίτσα
Ο επιτάφιος κίονας χλόμιασε ξάφνου
Στον υαλοκαμβά της γης έπεσε νεκρό
Το φτερό του πορφυρού πετεινού
Πριν το ξημέρωμα
Θυμωμένη η πυρκαγιά
Ανέβαζε στην κόμη της
Ψιχαλιστά ώριμα κίτρα
Στο ψυχανθή ιστό της πέτρας
Πέτρωσε της φυγής το ελάφι
Άναψες την οργή του κεραυνού
Σαν ντύθηκες την ομίχλη
Των κοιμητηρίων
Κύκνοι κι ασφόδελοι ταξίδευαν
Στα υπώρεια χωριά
Αποσοβώντας την θράκα των άστρων
Στο θρυμματισμένο τσόφλι του κύματος
Επωάζεται η ευθανασία των εραστών"
Διττά μηνύματα ακριβά
Ξάφνισμα της εικόνας
Σκόρπισες τη γύρη της πέτρας στην θάλασσα
Εκεί που πνίγηκε το τρίσβαθο όνειρό σου
Κι ύστερα κανάκεψες με νανουρίσματα ακριβά
Τα μαύρα ρόδα που είχαν μείνει ορφανά
Στο ανθογυάλι της λίμνης
Τώρα κοιμάσαι αγκαλιά με τα παγωμένα μούσκλια
Τροφή έγινες
Χλόη έγινες
Και φωλιά των γερακιών
Κυριακή 6 Ιουνίου 2010
στιγμές
Υψιπετής κράδαινες στο αριστερό χέρι
Το σείστρο της γηραιάς σελήνης
Χρωματιστά καρό μαντίλια ταξίδευαν
Στα γαμψά νύχια του αγριοπερίστερου
Μετάξι στιλπνό
Πάνω στο χαρτί της παλάμης
Η θάλασσα χαρτογραφούσε
Αυστηρά ισοσκελή τρίγωνα
Θέλησα να διαβάσω την ακμή των πραγμάτων
Και τον τέμνοντα κόσμο που αργοπέθαινε
Χρωματιστά καρό μαντήλια
Ξέφευγαν από τις κηλίδες του ανέμου
Πετούσαν
Άπειρος η νύχτα
Που ταξιδεύεις αθώρητη;
Στο προαύλιο χώρο της μονής
Τα σπουργίτια τσιμπολογούσαν
Αβέβαιους αποχωρισμούς
Και το ιερό αντίο των ερωτευμένων τραγωδών
Δεν ήσουν μόνη
Ξυλόγλυπτα αγγεία και ψυχρές οθόνες του ουρανού
Προπηλάκιζαν στιγμιαίες αιτιάσεις
Πορφυρό το μετάξι πλαισίωνε τις ίνες
Των ακροδαχτύλων σου
Κι ένας σεσημασμένος ακροβάτης
Φυλάκιζε κιτρινισμένα φύλλα ονείρων
Οι σκοποί της πύλης απέδρασαν
Σιγοψιθύρισες
Άδειασαν ξάφνου οι φυλακές της ψυχής
Κλειδαριές σπασμένες
Αρμαθιές από κλειδιά
Και Τροχοί της καρδιάς
Ηλεκτροφόρα κάγκελα
Και άπιστοι λυγμοί
Οι σειρήνες της λήθης χάλκευαν
Τα αντικλείδια της μεγάλης απόδρασης
Για πού;
Ποτέ δεν ήξερες
Στα φυλάκια των βράχων ένας μονόκερως
Γίγαντας έψαχνε για το χαμένο δακτυλίδι
Με τη σμαραγδένια πέτρα
Ο τελευταίος στόλος των γλάρων είχε αποπλεύσει
Προ πολλού
Δεν είχες που να πας
Έκρυψες το σείστρο στο κόρφο σου
Σαν φυλακτό
Κι έπλυνες την κόμη του φεγγαριού
Με το λάδι των φοινικόδεντρων
Δεν είχες που να πας
Ένα λουλούδι στο πόντο των ερώτων
Ξεψυχούσε κάτωχρο
Μια κάθαρση στο αίμα των δακρύων
Ένα ακροκέραμο στην ανθοστήλη του φιλιού
Καράβι δίχως άλμπουρα κι ένας νότος νεκρός
Ακολουθούσαν τις ώρες σου
Απογειώθηκες στους λευκούς κύκλους των νυμφών
Ατημέλητη και μόνη έσυρες το χορό
Ο βρόγχος της συκής σου παρέστεκε
Την νύχτα εκείνη που έφυγες η Αδερφή
Έβαλε την τελευταία βελονιά
Στο εορταστικό γάντι της μοναχής
Κρουστό το χέρι
Τελώνια και σάτυροι παρέβγαιναν στον πόνο σου
Δεν είχες πώς να ντύσεις τις φλέβες της βάτου
Το σείστρο της σελήνης ξέφυγε από το κόρφο
Της μοναξιάς
Λυπήθηκες
Μόνη τώρα αναμασούσες τη τροφή των γλάρων
Περιπλανιόσουν άεργη με κρύο το μέτωπο
Και πληγιασμένα πόδια
Ο χώρος σου κι ο χρόνος σου περιορισμένος
Σε αυστηρά ισοσκελή τρίγωνα
Πώς να γυρίσεις τώρα τη σελίδα;
Στο χρυσελεφάντινο άγαλμα εμπιστεύτηκες
Τα φεύγω σου και την διαθήκη του ήλιου
Τετάρτη 26 Μαΐου 2010
η έξοδος του φιλιού
Παρέα με τους ναυαγισμένους μύθους σου
Δεν είχες εστία να προστρέξεις
Χώμα να ακουμπήσεις
Θάλασσα να περιφράξεις
Βάγια σεπτή του ερχομού
Το κλωνάρι της να διαβάσεις
Μόνος και ανέσπερος
Προσεύχεσαι με ολοφυρμούς
Κι η φλούδα του πορτοκαλιού
Μοιραίνει τους ύμνους σου
Στο διπλό πέλεκυ της νύχτας
Παραδίδεσαι μυστικά
Βασίλεια μυθικά
Και χώρες του σπάργανου
Ποτέ εσύ δεν γνώρισες
Περιπλανάσαι νεκρός και αίολος
Στους τροχούς του γαλαξία
Πόθος οι ώρες σου
Και άλιος ο κατατρεγμός σου
Μαζί σου ανεβόησα στην εσοχή
Των λευκών σπάργανων
Την άηχη μνήμη της λάβας
Τις ωδές του φίλιου έρωτα διαμοίρασα
Στην ειμαρμένη κόψη των κρατήρων
Της σελήνης
Απρόσμενα σε βρήκα την εσπέρα
Στην υψικάμινο της ερήμου
Να φλέγεσαι
Λίθινη η μορφή σου
Έχασα το κλειδί που θα άνοιγε
Το κράσπεδο της πυραμίδας
Μου είπες
Κι ύστερα επέδρασες
Επενδυμένος τα σπλάχνα μου
Δραπέτης της φυλακής των παθών
Ιερομάρτυρας και ποιητής της λέξης
Τώρα φοράω τις μούσες σου
Ντύνομαι τον καπνό σου
Σε αφορίζω στην έξοδο φιλιού
Ηττημένη και νηστική προχωρώ πάνω
Στη μονοκοντυλιά των βημάτων σου
Σε χάνω και σε βρίσκω μέσα
Στον θρήνο του καμηλιέρη
Προσπέφτω
Φτερά σπασμένα
Γύρη ιδιαζόντων διαδρομών
Φέρω στους ώμους
Ο δικαστής έφυγε φορώντας
Την αμαρτία του κάτοπτρου
Κήποι χλωμοί σε αποχαιρετούν
Πάγοι απρόσιτοι σε κρύβουν
Και ξαρμυρισμένες θάλασσες
Φιλιώνονται μαζί σου
Στου Σηκουάνα τον αφρό
Μια πέστροφα σε κρυφοκοιτάζει
Και στην ακτή των θαυμάτων
Περιπαίζει το μαγικό
Ράβδισμα των υδάτων σου
Βουλιάζω στην σκέπη των δρόμων σου
Και σαν έμβρυο θηλάζω τις ωδίνες της μήτρας
Προτεταμένο το δάχτυλο των ποταμών
Νουθετεί τις πτυχές σου
Και η φτέρνα της άμμου απορροφά
Τις ικμάδες του αίματος σου
Μια ακίδα από το φιλί σου διαπερνά
Τους αιώνες μου
Στον οικουμενικό πόντο αγρυπνάς
Πέμπτη 20 Μαΐου 2010
οι νύμφες του έρωτα
Και σε φιόρδ απάνεμα συναντώ τις νύμφες
Με τις χάλκινες προσωπίδες στο χέρι
Θαλασσινή αύρα διακόπτει τον ίσαλο της ζωής μου
Προσμετρώντας τα άγια πάθη
Στο αριθμητήριο του έρωτα
Εμείς ποτέ δεν εξαντλήσαμε την κάματο των κυμάτων
Λαχουράτοι οι κήποι της Μεσογείου
Φορτώνουν στους κλώνους τους χρυσές εσπερίδες
Ένιπποι αργοναύτες μετοικίζουν
Το χρυσόφυλλο δάκρυ στη χώρα της αμφιλύκης
Χλωμή η παρθένα του πελάγους
Υφαίνει το σεντόνι της αποκάλυψης
Στο αναστάσιμο κύτταρο του ιππόκαμπου
Διάβασες τη σκούρα άρμη της μοίρας σου
Η Ιωλκός χαμένη από το χάρτη
Έναρξη της ζωής συναπάντημα του θανάτου
Σε αποκοιμίζει
Όνειρα ποδηλατούσες
Και κρύο θειάφι γευόσουν τις νύχτες
Του πανσέληνου πόνου
Ο αιματίτης στα χέρια σου σπασμένος
Από φτέρνα θεϊκή
Σε είπαν ρήγισσα του πόντου
Σε φώναξαν ταπεινό αρμυρίκι
Στην αμμουδιά της Χάλκης
Και το όνομα σου απέκρυψαν στους παλλόμενους
Πνεύμονες του δελφινιού
Αδερφή εσύ
Ελένη Ελπινίκη Ερατώ Έλλη Ελισάβετ
Καμία
Βουεροί ποταμοί σχημάτιζαν πάνω στους ύφαλους
Το δέλτα της ανθρώπινης συγκομιδής
Φτερά των γλάρων αποσκιρτούσαν
Δίπλα σε κλειστά βιβλία
Βιάζοντας τη πορεία της ειμαρμένης Ιστορίας
Η Ιωλκός χαμένη από το χάρτη
Σώπαινες
Με μπράτσα από πηλό και δέρμα αγγέλων
Κωπηλατούσες στο αχανές αύριο
Κρατώντας ένοχα στη παλάμη σου
Το αιμάτινο μαντήλι από τις δροσοσταλίδες
Της λάγνας δύσης
Άκαμπτη και μόνη περιφέρεσαι αργά
Σαν το φαιό σώμα της μυροφόρας νύχτας
Στη γαλαζόπετρα το σπίτι σου
Και στον αιθέρα οι έρωτες σου
Ποτέ κανείς δεν θα σε βρει
Μέσα σε μαιάνδρους πλέκεσαι
Και σε δροσάτα κρίνα ανεβάζεις το λυγμό σου
Μικρή θεραπαινίδα του δεσμώτη χρόνου
Τους μύθους σου σιγοκαίς
Μέσα σε βαθύ πιθάρι
Άκαμπτη και μόνη παραδίνεσαι απαλά
Στο χοροστάσι του ήλιου
Χωρίς πορεία και οδηγούς
Αναβαπτίζεσαι στο χνώτο του θανάτου
Στη κολυμπήθρα σου σιωπούν
Ένδοξες σειρήνες της αυγής
Στους κοραλλιογενείς σου κήπους
Εφορμούν τα μουσκεμένα πηδάλια
Του μαΐστρου
Πατρίδα δεν γύρεψες
Στην γεωμετρία της υδρογείου
Κατέλυσες
Ένας άνεμος βαρκάρης σε καθελκύει
Με σπασμένα ιστία
Στη χώρα σου ποτέ δεν θα εκπνεύσει
Ο στεναγμός
Και το τραγούδι του έρωτα
Μόνη θα χτίζεις εξαρχής
Των εραστών τα κοιμητήρια
Ιδού το έργο σου και το μέγα σου πάθος
Ιδού η θάλασσα και του καημού το αλάτι
Την ανάσταση θα προσδοκάς
Του εξαπατημένου μπάτη
Χωρίς ποτέ να γυρίζεις σελίδα
Στο συναξάρι της Αφροδίτης
Λάμνω το φως σε σκιερά ακρωτήρια
Και με το νύχι χαράζω
Στους κάβους το τραγούδι του έρωτα
Ακάνθινο φορώντας το στεφάνι
Στα τριζόνια εμπιστεύτηκες το μύθο σου
Για αυτό αργοπεθαίνεις τις μελαψές νύχτες
Του Αυγούστου
Χρυσή κλεψύδρα σου χαρίζω
Από ένα βουβό πεντάγραμμο
Μονάχη να συνθέτεις τις επίορκες αλήθειες σου
Δευτέρα 17 Μαΐου 2010
οι άυλοι δρόμοι του φεγγαριού
Γυναίκα πανωραία
Γοργόνα του βυθού
Δυο μαύρες τουλίπες προσέκρουαν τους άσπρους
Κυματισμούς των ματιών σου
Που κοιμήθηκες;
Οι λωτοφάγοι εξυμνούσαν τις γραφές σου
Μπακιρένια τα χέρια σου
Στη κουπαστή σου ξεψυχούσε η φωνή του παπαγάλου
Πολύχρωμες ώρες πολιορκούσαν τα τείχη σου
Δεν υπάρχει βυθός μου είπες που να μην τον έχω διαβεί
Εκεί έζησα, με το περήφανο φτερό
Του παγωνιού στο χέρι
Ένα βράδυ μόνο κατέλυσα στην αμμουδιά των Παξών
Ανεμοστρόβιλοι τύπωναν πηγάδια στην άμμο
Ήχοι ισχυροί μονότονοι της γης
Στην εμπασιά του ορίζοντα μανάδες θρηνούσαν
Τον επίορκο βίο της Κόρης
Αγρίμια θήλαζαν τα μωρά τους
Με το γάλα της λήθης
Και καμαρωτά δελφίνια νανούριζαν
Τη ψίχα της αρμύρας
Δεν υπάρχουν προβλέψεις στη ζωή φώναξες
Ούτε προσδοκώμενα
Την μέρα μου ζω σαν αιώνα
Ανάβοντας τη μικρή καντηλήθρα των άστρων
Δεν υπάρχουν προβλέψεις ούτε προσδοκώμενα
Όταν ο άνεμος παρασέρνει τα δάκρυα της φιλύρας
Και στωικά τα κλείνει στις στοές του ωκεανού
Μόνο ένας αρχάγγελος με χρυσή ρομφαία
Που ακυρώνει τις αποστάσεις της καρδιάς
Ένα τραγούδι πρωινό πλάι στο παλλόμενο κύμα
Σαν αναριγά της μορφής σου η ώρα
Μεταλαμβάνω το φως του κρύου ρείθρου
Και στα μάτια σιγοκλείνω βουερές επαναστάσεις
Στα υπέρθυρα του κόσμου ματώνω
Και χωρίς μαντήλι κατευοδώνω τους νεκρούς
Διανοίγοντας πανάγιους τάφους
Στη χώρα της συκομουριάς
Προσευχές και τερπνούς ύμνους σιγοψιθυρίζω
Και χωρισμούς ανήλικων εραστών κρατώ στα χέρια μου
Δεν θα με βρεις
Στο στήθος μου χάραξα το αντίο
Και στις πόλεις του Νότου μοίρασα αντίδωρο
Στα μοναχικά περιστέρια των νόστων
Με τη αχλή της αύρας διασπείρω τη στάχτη μου
Και Κόρες με σεντεφένια φορέματα
Απαγάγω τις νύχτες
Ο μέγας καβαλάρης διαρρηγνύει
Τις χάλκινες ώρες της ανατολής
Ξέχασα το όνομα σου
Και στους ιστούς της πέτρας
Έκρυψα το πανάρχαιο βόλι του δράκοντα
Στα τέρμινα του βυθού θα ζήσω
Το πολυτάραχο βίο του μαργαριταριού
Μοναχική και μόνη θα φυγαδεύω τα πλοιάρια
Της Αχερουσίας ψυχής
Εγώ ο ουρανός και ο ένδοξος μύστης
Εγώ η φυλακή και ο σιωπηλός αποστάτης
Θα διαβάζω εξαρχής τη τέμνουσα γεωμετρία του πόθου
Μια μελανιά ακριβή χάραξες στο στήθος σου
Παρασκευή 23 Απριλίου 2010
ταξίδι
Στην αυλή σου μπροστά άφησεςΤο τσιγγάνικο πέπλο της νύχτας
Αραχνοΰφαντες ώρες σε καθήλωναν
Με λεπτά λεπίδια
Και μάτια βουβά ουρανούς
Αδερφή του χειμώνα
Με λαγνεία τραβούσες τα πέπλα σου
Αγαπημένη Θεά του κρύου στρατώνα
Φύλακα της βροχής
Ιερατείο φοβικό εκκωφαντικών σειρήνων
Στα σπλάχνα σου μια πέτρα ρύθμιζε
Τις εποχές της μελαγχολίας
Ήρθαν ανήλικα τα χρόνια
Με δυο βεργίτσες ταπεινές στα χέρια
Ο ήλιος είχε λύσει τα άλογα του
Ανάβαση, Ανάσταση, ανύψωση
Ταξίδι στους Ιερούς μίτους
Του λαβυρίνθου που αποζητούσες
Ποιος σε καλεί;
Λαμπρές οι μέρες δίπλα στον σημαδεμένο
Ασβέστη του ενδεή Απρίλη
Κι οι νύχτες λευκές σαν το κρύο δόντι
Της αρκούδας
Φευγάτοι ίσκιοι μάτωναν
Τις κληματσίδες της σελήνης
Ξάφνου κοιμήθηκες Του Θεού τον ύπνο
Τριγυρισμένη από αίολους εραστές
Μάινα του δάσους πληγωμένη
Συλλάβιζες το λεξικό του πόνου
Μεγάλη η τομή βοούσε στο στήθος σου
Στο περιστύλιο της αύρας προεξείχαν
Τα μαύρα ιμάτια της σαβάνας
Ραψωδίες απήγγειλαν τα δέντρα
Κι ακόντια θλιμμένα της αστραπής
Άγρυπνος στρατολογούσες
Τους Άυπνους Ταξιδιώτες των λιμανιών
Ένα ταξίδι κι ένας προορισμός
Ακυρωμένος στα άδυτα δώματα της ψυχής
Άλογα αφηνιασμένα, πετούμενο νερό
Μια σάρκα γυμνή από ιδεολογήματα
Και προφάσεις της στιγμής
Στα τρένα επιβιβάζονταν πεταλούδες
Κι ανεμότρατες βυθισμένες
Ένα ταξίδι κι ένας προορισμός
Στο αχανές σημείο του ωκεανού
Παράταση της έφηβης μνήμης
Σε κυρτωμένους ιμάντες
Ένα ταξίδι στη κόλαση της τάφρου
Ποιός σε καλεί;
Ουρανοφόροι πελαργοί θρηνούσαν
Τα νεογέννητα μάτια του ηφαιστείου
Ένα Ταξίδι στην πανανθρώπινη
Ιστορία του πόνου
Δυο παγοκύστες στο υπογάστριο
Της θλίψης
Σιωπηλές ακροάσεις και δίκες χαμένες
Σε περιχαράκωσαν
Στο περιλαίμιο σου
Μια αρματοφόρα κονκάρδα
Αιμορραγούσε
Ένα ταξίδι κι ένας προορισμός
Φόρεσες τον τήβεννο της νύχτας
Δεν αποστάτησες
Διττή πορεία χωρίς ηγεμόνες
Και μάρτυρες
Το διάφανο δάκρυ της πέτρας
Αστόχησε στο μέτρημα της σκόνης
Στο βυθό της νύχτας αποτεφρώνω
Τις σελίδες μου και σε καλώ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



