Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

γη της Ανδαλουσίας



Χαράζει πάνω στους βοστρύχους του κισσού τσιγγάνικες προσευχές ...

Στην άσπρη σελίδα του κύματος
Που βρυχάται πάνω στο πήλινο σώμα σου
Παράδερνες νικημένος από τα εγκόλπια πάθη
Ενός προδομένου έρωτα
Με χαμένα τα αστραφτερά διαμαντικά σου
Θαμμένα θα έλεγες στα θεμέλια του αρχαϊκού ναού του Πλούτωνα
Χόρευε η καρδιά στης αρμύρας το πύργο
Κροταλίζοντας τα φύλλα της σε ρυθμό φλαμένκο
Χόρευε κι η σκληρή παρασχίδα του ανέμου
Διεισδύοντας μέσα στα χυμένα μυαλά των άλμπατρος
Ασήμιζαν τα άλλοτε γκριζαρισμένα μάτια του πόθου
Και γλύκαιναν ελαφρά κάτω από το προσφιλές ντουέτο
Των νοτισμένων φρυδιών σου λαγαρές ενοράσεις του πνεύματος
Νότες με επτασφράγιστα μυστικά αιώνων κούρσευαν
Την ζωή των κλεισμένων πηγαδιών διψασμένες για αίμα και κάρβουνο!

Στην άσπρη σελίδα του κύματος
Που βρυχάται πάνω στο πήλινο σώμα σου
Επιχρωμάτιζες ήλιους και άνθη σαρκοβόρα
Από το σύμπαν μιας πατρίδας που κανονιοβολήθηκε σκληρά
Από Σταυροφόρους με εμβληματικά τρόπαια χαλκού στα χέρια
Κράδαινες σφιχτά το ταφικό πειστήριο μιας αγάπης ξένης
Κι αρνιόσουν να μεταλάβεις τη κρύα κούπα του πειρασμού
Που σου πρόσφεραν της σελήνης τα ακροδάχτυλα
Μπαχτσές οπωροφόρων διεμβόλιζε το πικρό σου περικάρπιο
Κι ατίμαζε την χώρα των Αθλίων με παραπετάσματα αιθάλης
Αποσπούσες από τη γη δυο μαραμένες παπαρούνες κυρτές
Θέλοντας να διασώσεις σε κρυπτή σκοτεινή το ύστερο φως της Άνοιξης
Ιερομάρτυρας της ριζιμιάς πέτρας έστηνες καρτέρι
Σε κάβο απρόσιτο αποκωδικοποιώντας τους ήχους της θάλασσας
Νυκτωδίες με επτασφράγιστα μυστικά αιώνων χάλκευαν
Την ζωή των κλεισμένων κοχυλιών διψασμένες για της λήθης το κάρβουνο!

Γη της Ανδαλουσίας κλείνεις ερμητικά σε μαρμάρινη τεφροδόχο
Το αρχέτυπο μυστικό μου!



Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

αναταράσσω της ψυχής τα πτερύγια



Λιονταριού ανάστημα και ψυχή πάλλουσα πια δεν έχω
Με τόλμη να υπερίπταμαι στο χάλκινο φως της εσπέρας
Πέρα στα απάτητα λημέρια των γιγάντων με τις νωπές μνήμες
Η λέαινα καρδιά μου αποκοιμήθηκε νηφάλια και αδρανής
Μπρος στα μπαλωμένα αντίσκηνα του τροχήλατου τσίρκου
Αρρώστησε στης φλόγας το μικρό αλωνάκι βαριά
Έχασε τις εκλάμψεις που την πυροδοτούσαν με θυμό
Ούτε που διαισθάνθηκε την κλαγγή και το πάταγο των σπαθιών
Στη σκηνή των ουράνιων θαυμάτων
Μονομαχούσαν δυο αρχάγγελοι - σαλπιγκτές του παραδείσου
Βάζοντας στοίχημα τα τετράδιπλα πέπλα μου!

Λιονταριού ανάστημα και ψυχή ασκημένη στο μόχθο πια δεν έχω
Με πυγμή να ανασηκώνω τις προγονικές πέτρες
Στο κήπο με τις μαβιές κουτσουπιές που θάλπουν φωτεινές
Προδόθηκα οικτρά από τα στίφη των αργυραμοιβών και των ηθικολόγων
Και στη χαίτη της εαρινής χλόης εναπόθεσα σφραγιστό το μυστικό μου
Αναταράσσω της ψυχής τα πτερύγια
Και δωρίζω στου γλαυκού αγέρα την εξαίσια αιώρα
Ένα μπουκαλάκι με εσώκλειστο το περιλαίμιο της κουτσής νεράιδας
Χθες το βράδυ μου αποκαλύφτηκε σε όνειρο οιωνό
-Ταξίδια σε τόπους ερωτικούς με τα φτερά του ήλιου-
Μου μίλησε ψιθυριστά για τους χάρτινους ήλιους της Νινευής
Για τα κρυστάλλινα νερά του Βραχμαπούτρα
Και για το απολιθωμένο δάσος στο σύνορο του Πάρνωνα
Στο αγκάθι των κέδρων με μύησε στου Μέγα Σίμου τον απαλό μυχό
Πήρα μορφή ξανά κι απέδρασα σε κόσμους μυθικούς
Βάζοντας στοίχημα τα τετράδιπλα πέπλα μου!

Βυθίστηκα σε αρχέγονες λίμνες στις Ανατολικές περιφέρειες της γης
Εξαγνισμένη: Σοφία αποκομίζοντας από τα υδρόφυτα της όχθης!



Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Η κατοικία των πτηνών


Ξύπνησα βαρύθυμα με μουσκεμένο
Το μαξιλάρι στα δάκρυα
Δάκρυα πρωινά καυτά
Να εμποτίζουν τις κρυφές συρραφές της ψυχής
Τίναξα την σκόνη των ονείρων
Από τα δάκτυλα
Όνειρα που με ταλάνισαν όλη νύχτα
Τα απαρίθμησα ένα - ένα πίνοντας ζεστό καφέ:
Ο νεκρός πατέρας
Ηλικιακά σε ώρα γάμου
Κράδαινε ένα παιδικό τόξο
Και σημάδευε τρυγόνια σε αμπέλι χλωρό
Μπουμπούκιαζαν στο πέτο του ταξιανθίες
Από ισχνά κυκλάμινα
Η μητέρα με έναν γνώμονα στο χέρι
Υπερμεγέθης και σχολαστική
Μέτραγε τα διάκενα στις τρίλιες του παραθύρου
Σαν να αποζητούσε να απαλείψει
Τις σκοτεινές ραβδώσεις απ΄τη ζωή μου
Τίναξα την σκόνη των ονείρων
Από τα δάκτυλα
Μήπως και καταφέρω και βηματίσω
Στην τραχιά επιφάνεια του κόσμου ασφαλής
Λοιδόρησα την εμμονή μου
Να βλασταίνω σαν δέντρο σε χαντάκι τυφλό

Βγήκα στο μπαλκόνι να διώξω τη νύστα
Την γκρίζα άσφαλτο ατένισα στιγμιαία
Η πρωινή δροσιά με συνεπήρε
Με έσπρωξε σε διάζωμα κοσμικό θαρρείς
Κρατήθηκα στην κόκκινη σάρκα των κρίνων
Και παρατήρησα
Σμήνη από υπερμεγέθη πτηνά
Και μια φωλιά αχυρένια ωοτόκο
Θρονιασμένα πάνω στη γκρίζα άσφαλτο
Πως βρέθηκαν εδώ απόρησα
Ίσως ήταν μέρος του ονείρου
Μπήκα στη κάμαρη
Λυτρωτικά κρατώντας στη μνήμη
Εικόνες από νεανικές περιπλανήσεις
Σε θέρετρα κι εξοχές μακρινές
Πλάι σε πτηνά που κυοφορούσαν
Φτερώματα αγγέλων και γαλήνιους κελαηδισμούς
Τίναξα την σκόνη των ονείρων
Από τα δάκτυλα
Ο πατέρας κι η μητέρα ήταν εκεί λίγο σαστισμένοι
Αχνογέλασα
Τώρα στους διαδρόμους της νύκτας θα διαμηνύσω
Την κατοικία των πτηνών που θώρησα
Να έχω για στρώμα στις ονειρικές πτήσεις μου
Σπειροειδείς πτήσεις σε ένα σύμπαν που αυγάζει

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

θα χαράξω στην βινύλια φύση σου μια αναπνοή



Υπερασπίζομαι με σκισμένη καλτσοδέτα μαύρη στο χέρι
Το συνοριακό φυλάκιο με τα χακί σιδερότυπα στα λάβαρα
Εκεί σου έχω φυλαγμένο σε πηγάδι αλλοτινό
Ένα ματσάκι κόκκινους ιβίσκους
Από το πρόσθιο παρτέρι της αυλής μου
Ωρίμασαν μόνο για εσένα
Ανάθημα να τους προσφέρεις
Στα μικρά φιδάκια της Παναγίας που πεινασμένα ξενυχτούν
Πάνω σε φθαρμένα φωτογραφικά φιλμ
Μιας εκδρομής που σιωπηρά τελεσφόρισε
Την ψευδαίσθηση και την υλακή του έρωτα μας!

Επιθεωρώ με σκισμένη καλτσοδέτα μαύρη στο χέρι
Το συνοριακό φυλάκιο με τα χακί σιδερότυπα στα λάβαρα
Και στον λαιμό σου κρεμώ ενοχικά τον χωρισμό
 - Σφυγμός δηλωτικός της αλαζονείας σου με καταθλίβει -
...................................................................................
Φταίνε τα μακριά σου δάχτυλα
Που έμεναν αλύγιστα και ψυχρά στο χάδι
Όταν γλύκαινε το μέλι στη κηρήθρα της ζήλιας
Φταίει η ευγλωττία του ανέμου
Που μακάριζε με σιωπή τους σελιδοδείκτες του βίου
Και σε απομάκραινε από τις τυμπανοκρουσίες της Άνοιξης
Μα πάνω απ΄όλα φταίει η βινύλια φύση σου
Γεμάτη χαράδρες δρομίσκους και χαοτικά μονοπάτια
Που χώριζε στα δύο την μπάντα της βροχής
Και αμαχητί παρέδιδε τις μελωδίες μου στην ψίχα του θανάτου!

Υπερβαίνω με σκισμένη καλτσοδέτα μαύρη στο χέρι
Το συνοριακό φυλάκιο με τα χακί σιδερότυπα στα λάβαρα
Σύρομαι σε κορυφογραμμή απρόσιτη που ο νους δεν συλλαμβάνει
Κώδικες φέρνοντας διττούς στα σκοτεινά ελατόδασα
Ελίσσομαι στο όνειρο σαν ουρά τρωκτικού κι αδέξια σε παραφράζω
Φταίει η ευγλωττία του ανέμου
Μια τρίλια αηδονιού κλείνει τις ώρες μου
Σε ρυθμικά μουσικά κύμβαλα που εσύ θρυμμάτισες
Συμφιλιώνομαι
Καταφύγιο ζητώ στις στοιχειωμένες λέξεις
Και με τη σέπια της λήθης
Σε ζωγραφίζω ολόγυμνο στο φως
Φταίνε τα μακριά σου δάχτυλα
Ιδροκοπώ και με μελάνι αχνό
Πάνω σε χαίτη αλόγου συνθέτω ολονύχτια ποιήματα
Ωρίμασα μόνο για εσένα και πένητας κυκλοφορώ
Στις παρυφές της μακρινής λιμνοθάλασσας
Μεγάλη η έξοδος
Γραδάρει τον επινίκιο ύμνο με ένα φιλί στερνό!


Τρίτη 2 Απριλίου 2013

τότε που τραγουδούσε η βροχή στις στέγες μας



Βγήκα στη βροχή ανυπεράσπιστη και τρωτή
Σχεδόν εξαϋλωμένη από τις αμμοθίνες του ανέμου
Που με καρτέρεψαν απίστευτα συμπαγείς - κράμα αμφίσημο
Στου Μέγα Σίμου το επιβλητικό οικοσύστημα - μύχος κυκλωτικός του ήλιου

Περιπλανήθηκα στους κόκκους του ασημένιου χαλαζιού
Σαν το φυτό που ανθίσταται στην πολιορκία της φύσης
Και με πανούργα αναδίπλωση σηματοδοτεί την ανελευθερία του
Χωρίς γιορντάνια βγήκα σχεδόν γυμνή να δελεάσω το κρουστό φορτίο της μηλιάς

Βγήκα στη βροχή ανυπεράσπιστη και τρωτή
Σχεδόν εξαϋλωμένη από τις αμμοθίνες του ανέμου
Που με καρτέρεψαν απίστευτα συμπαγείς - κράμα αμφίσημο
Στου Μέγα Σίμου το επιβλητικό οικοσύστημα - μύχος κυκλωτικός του ήλιου

Εποχές και χρόνοι που επιστρέφουν το δακτυλίδι των γιγάντων διάβηκαν
Ταλανίστηκα στη πολυτέλεια του πάθους να μυρίζω και να γευτώ
Του κόρφου σου και του αίματος σου το μπαχαρικό θαύμα
Τότε που η βροχή τραγουδούσε με λύρα επτανησιακή στις στέγες μας

Βγήκα στη βροχή ανυπεράσπιστη και τρωτή
Σχεδόν εξαϋλωμένη από τις αμμοθίνες του ανέμου
Που με καρτέρεψαν απίστευτα συμπαγείς - κράμα αμφίσημο
Στου Μέγα Σίμου το επιβλητικό οικοσύστημα - μύχος κυκλωτικός του ήλιου

Δρολάπι δεν βρήκα στις κοσμοπόλεις με τα τραυματισμένα φουγάρα
Προορισμός στο αχανές που η μοίρα σημάδεψε με κοντύλι
Αθάνατη γραφή πάνω σε διασταυρώσεις που μας χώρισαν
Η Άνοιξη μόνο κρατούσε εμπιστευτικά το βιβλίο των μικρών διαπομπεύσεων

Βγήκα στη βροχή ανυπεράσπιστη και τρωτή
Σχεδόν εξαϋλωμένη από τις αμμοθίνες του ανέμου
Που με καρτέρεψαν απίστευτα συμπαγείς - κράμα αμφίσημο
Στου Μέγα Σίμου το επιβλητικό οικοσύστημα - μύχος κυκλωτικός του ήλιου

Στις στέγες μας η Άνοιξη είχε διανοίξει με νύχια εφηβικά τους πλίθινους κεράμους του έρωτα! 



Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

διακοπτόμενος ήχος από βήματα ελαφιού


Στις ράγες που κύκλωσε με πάχνη η Αυγή
Η ζωή μεταλαμβάνει υπάκουα και συνομωτικά
Το ακροτελεύτιο άστρο του Ωρίωνα
Πριν δύσει φοβισμένα και κλεφτά
Στο παιδικό καθρεφτάκι της Νεφέλης
Που ξέχασε το δαντελένιο της μαντήλι
Κομποδεμένο και δακρυσμένο
Στο ρόπτρο της εξώπορτας - θερισμός πνιγηρός
Κι αποκαμωμένη έτρεξε στο δάσος
Με τις τρεμάμενες σημύδες
Μήπως και βρει ανθισμένο το εφεδρικό φύλλο της ζωής...
Δαμάζω το ατελεύτητο ανασκίρτημα μιας άφυλης σαύρας! 

Ακούγεται σε βάθη απροσπέλαστα
Ο διακοπτόμενος ήχος
Από τα βήματα του ελαφιού
Σαν καμπάνα που αναγγέλλει
Τα επίγεια πάθη Του Σωτήρα
Στο ρύγχο της ταπεινής βιολέτας
Περιεργάζομαι τη παλέτα της γεωγραφίας
Και σμίγω ερωτικά
Με το αμάλγαμα της ενδότερης σκέψης σου
Πάνω σε λευκή κλίνη νυφική
Δροσουλίτης του κάστρου
Και μαινάδα με νεραϊδένια πέπλα
Αναζητώ μια ικμάδα φωτός
Από την λόγχη της ιστορίας
Μήπως κι αλώβητη εισέλθω στο καμίνι των ρόγχων
Κοχλάζει άσβεστος ο μύθος στα βρεχάμενα της επιθανάτιας γαλέρας!



Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

το κηροπήγιο των χεριών


Στάλες κεριού έπεφταν
Στο σκαλιστό τραπέζι
Εκεί που συνήθιζες να ακουμπάς
Τα χειρόγραφα και τις κιτρινισμένες επιστολές σου
Ποτέ δεν χάλκευσες με μελάνι το λευκό επιστήλιο
Των φεγγερών ονείρων μου
Πλανιόσουν αβαρής και άμορφος
-Περίφραξη ατμώδης που τέμνει τον ύπνο
Και διαπερνά αισθαντικά τη χορδή της φλέβας -
Στο κορμί σου φύτρωσε μια συστάδα χεριών
Χέρια κεριά φλεγόμενα
Με τροχούς παλλόμενους
Δια ανατάσεως να με καταδικάζουν!

*
Το κέντημα ήταν ανεβατό με άνθη
Μη πεις πως το κέντησε η Μυρσίνη
Που έστεκε χαμογελαστή
Κι ανιγματική
Μπροστά στη μπαλκονόπορτα
Μια μέλισσα το κέντησε
Σαν είδε τα σπαρτά και τα άνθη της γης
Πυρπολημένα από πύρινους ακάνθους!

*
Ανοίγαμε λάκκους δίμετρους
Και με φτιαριές ατόφιο χρυσάφι
Τους σκεπάζαμε σταυρωτά
Εκεί μέσα θάβαμε τους βολβούς
Της πρωτινής αγάπης
Μιας αγάπης που μυστηριακά
Ένα φθινόπωρο ζήσαμε
Τώρα λάμνει ακυβέρνητη
Στους παφλασμούς του αίματος
Κουρσάροι την εσύλησαν
Μα δεν βγήκε ηττημένη...
Σπάθα αθάνατου να τρυπά οριακά
Το σύνορο της λαμπηδόνας!

*
Ξεσπορίζαμε καλαμποκιές όλη τη νύχτα
Ψάχναμε το καρπό
Που θα μας έδινε
Το πλούσιο πρωτόγαλα της Άνοιξης
Οργίλος αφρός και στάλες αλατιού
Έτριζαν στα χέρια μας
Ανηφόριζαν οι καρδιές μας
Ανήμπορες στα κίτρινα καλαμποχώραφα
Συλλέγαμε αμίλητοι και ευτυχείς
Σε πλατύστερνους αμφορείς
Δάκρυα αρχαίας σκουριάς
Και άλικο αίμα
Από τη σκοτεινή άλω της Δήμητρας!

Στον φίλο Νημερτή
http://nimertis.blogspot.gr

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

ντύθηκα τη πεμπτουσία του σκότους



Πως να διανοίξω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Λύθηκαν οι κάβοι, τραυματισμένο το περιστέρι
Φυγομαχεί στο μολυβί θάμπος της σελήνης
Μετέωρα τα μάτια σου πυργώνουν ξάφνου
Στο πικρό χάδι του επέκεινα παραδομένα
Πικρός ο οιωνός
Σε συντροφεύει στης μέθης τον αργό στρόβιλο
Ανασκαλεύω το χώμα να βρω τα βήματα σου
Ξαστοχώ, τραμπαλίζομαι στον μέσα άνεμο των χαμόδεντρων
Ισορροπιστής σε λιγνό κλαράκι
Αναζητώ το δίχτυ των χεριών σου για να πιαστώ!

Πως να διαβάσω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Μάτια κλειστά κι οι χάρτες στρεβλά σημαδεμένοι
Ντύθηκα τη πεμπτουσία του σκότους την εσπέρα
Καθώς βάλθηκαν οι ώρες μου να οπισθοχωρούν
Μπροστά σε μια συστάδα από κρανία κόκκινα
Κρανία διαβατικών πουλιών που έχασαν το φτέρωμα
Πριν καλά - καλά φέρουν το μήνυμα από τη καμένη γη
Μήνυμα με παραλήπτη τη μοναξιά των ωρών
Επιστράτευσα πάλι τη ζάλη του υπερβόρειου καταρράκτη
Πικρός ο οιωνός
Κι πλάτη του πλανεμένου αμνού φεγγερή και κρύα
Ξαπλώνω στον χλοερό τάπητα του Απρίλη
Στοχεύοντας μια - μια τις ταπεινές καρδιές των εραστών
Που αποξεχάστηκαν σε κάμαρες υγρές με φτηνά κλινοσκεπάσματα!

Πως να ζεστάνω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Ξιφουλκώ τα ημιτελή χωρία των κίβδηλων ποιημάτων
Λογαριασμούς ανοίγοντας με τις λαβωμένες Εστιάδες
Ιερή φωτιά κατοικοεδρεύει στο βωμό του στέρνου σου
Άσβεστη φλόγα από τη μνήμη του πρώτου φιλιού
Παρεκκλίνω από το δριμύ ψύχος και το σκαλοπάτι σου σεμνά προσκυνώ
Προς τι να μην σε αγαπώ;
Αδιόρατος ο οιωνός και που με οδηγεί;
Σε στέπες αχανείς πλανιέμαι πληγωμένη δορκάδα
Πολιορκώ την φούστα μου και αναρροφώ τους γλυκείς σου πόρους
Σχεδίασα το νέο πατητήρι των ερώτων σε κρόταφο φιδιού
Και παγανιστικά μεταλαμβάνω διεγερτικό μούστο
Προς τι να μην σε αγαπώ;
Το φυλακτό το κράτησα σε θυρίδα σιντεφένια πλάι στο αίμα των κορυδαλλών


Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

κόκκινο σημάδι στο αναλόγιο του ουρανού



Στις λεωφόρους του ουρανού
Εκεί που αναρριγεί το άχραντο σώμα του μυστικού Θεού
Δεν υπάρχουν νυχτερινοί φανοστάτες και γρύλοι περιδίνησης
Παρά μόνο το κόκκινο σημάδι του στέρνου σου
Που αποσπάστηκε κρυφά από τα σπάργανα της Άνοιξης
- Αμαρτωλός καρπός μιας αστρικής συνουσίας -
Σημάδι του πόθου εγχάρακτο σε εξάγωνο κρύσταλλο
Του κορυδαλλού ερωτική ματόχαντρα
Ρόδα του τέθριππου σπασμένη πάνω στο ισχύο του πόνου
Καραδοκείς σθεναρά με τη παλάμη σφιγμένη
Μπροστά σε σκαλιστό καθρέφτη προγονικό
Να μολέψεις την πράσινη τριανδρία της χλόης!
Εφάμιλλος ο ορθινός πίδακας της φλέβας σου σε λάμψη
Με τη σκληρή χαρακιά της πυρκαγιάς στου πεύκου το κύμβαλο...

Στις λεωφόρους του ουρανού
Εκεί που δονείται το άχραντο περιβόλι του μυστικού Θεού
Δεν συναντάς αργοπορημένες εμπρήστριες θανάτου
Ούτε των αποδημητικών πουλιών το κελαηδισμό
Παρά μόνο τη χάλκινη προτομή της Μέδουσας
Που έρπει μειδιώντας στο ομιχλώδες υπερώο των σύννεφων
- Πετρωμένη πλώρη ενός γηραλέου σκαριού -
Υποδόριος στεναγμός σε υγρό φαράγγι αντίλαλου
Αρίζωτο δέντρο του βοερού παραδείσου που θάλλει
Νεράκι τρεχούμενο στη χαρούμενη εποχή της παραφροσύνης
Ανατέλλεις και βυθίζεσαι αργά στη σχισμή της Άρνησης
Σαν το στόμιο της φωτιάς που κατατρώει ηδονικούς βυθούς
Έτοιμος να πλοηγηθείς γογγύζοντας στην ασπόνδυλη ερημιά του θέρους
Θαμπώνεις την ανάμνηση  μου με ατμούς της αιθάλης
Και ασκητεύεις νοερά στο μέγα πλάτος των ανατενίσεων
Βωμός υπερώιος και στερνός μνηστήρας της σφαγιασμένης αγάπης....

Σου έκοψα κρίνα από την ήσυχη ροή του Ιορδάνη 
Και σαν αιματωμένος Ιησούς ψηλαφώ το παρθενικό σου σκήνωμα 
Κόκκινο σημάδι εγγίζοντας στο αναλόγιο του ουρανού!


Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα


Ξεφυλλίζω άναρχα της μνήμης το μισάνοιχτο βιβλίο
Ισχνή η κραυγή των αισθήσεων επισκιάζει τη θωριά σου
Την μεταλλάσσει σε δωρικό αγαλματίδιο στα σπλάχνα του Αρδηττού
Κρώξιμο πουλιού ενδημεί στο μαρτιάτικο αεράκι
Της κόμης σου συντονισμένο από τα δικά σου οράματα
Στου προσώπου σου ανατρέχω τις γραμμές
Γραμμικές αναπαραστάσεις μιας μοίρας καθηλωτικής
Βοούν στο οργισμένο σου βλέμμα - μειδίαμα φιδιού
Μοναχικά αντιστέκεσαι στο επικλινές στόμιο του βαράθρου
Σαν λατόμος που εξερευνά με σκαπάνη αργιλώδη έγκατα
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Ξεφυλλίζω βαρύθυμα της λήθης το μισάνοιχτο βιβλίο
Κηλίδες με διαμελισμένα άκρα διατέμνουν τις ρυτίδες σου
Ήδιστον φως δραπετεύει από του ώμου σου την θήκη
Λασπωμένα βέλη σκορπάς σε πρίσματα πολυεδρικά
Μύριοι με τρεμάμενες ασπίδες διαφυλάττουν της ψυχής σου το ίσο
Διαπερνάς ασάλευτος το άνυδρο πεδίο του αίματος
Και παραδίδεσαι εις το κέρας του ελαφιού ικέτης
Φρουροί της πατρίδας σε ακολουθούν περιμετρικά
Μια αχτίδα με καλεί με χρυσοκλωστής νήμα
Να συνθέσω τη σκεπτιστική μουσική των χειλιών σου
Έξω από φόρμες που διασπούν την ευρυθμία σου
Και την περιορίζουν ερμητικά σε κυκλώπεια τείχη Ανατολικά
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Ξεφυλλίζω παθητικά του έρωτα το μισάνοιχτο βιβλίο
Κιονόκρανα φλύαρα παρατεταγμένα στη τύρβη της σιωπής
Επικονιάζουν με γύρη μεθυστική ακροδάκτυλα λατρεμένα
Καλειδοσκόπια εκρηκτικών χρωμάτων επιχρωματίζουν
Την ασπρόμαυρη λιθοδομή του φρουρίου σου
Παρασημοφορείς γενναία το μικρό αλητάκι της αλέας
Που κάποτε της ζωής σου επένδυε τη πολική μοναξιά
Με βάγιες μυριστικές διαμηνύεις την ήττα σου στους ψυχρούς
Κελευστές που της πέτρας διαρρηγνύουν το κρησφύγετο
Σε υποδέχεται ο μέγας κυνηγός των όμβρων
Να σου παραδώσει ακριβά κειμήλια από τα φτερά των αετών
Δρόμους σπαρμένους του ουρανού
Λευκά και ρόδινα οπιούχα φυτά
Αιθάλη από τη κνήμη του καβαλάρη
Περήφανος και διάτρητος να διαβείς την μεγάλη πόρτα της Ιστορίας
Που εσκεμμένα εσύ παραχάραξες διασπαθίζοντας του μυδιού τη σάρκα!
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

το βλέμμα σου μαγνητίζει τα χρώματα



Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που τα χρώματα φτιάχνουν πυρετωδώς
Διπλά ουράνια τόξα κι απέθαντα σώματα
Θα έχεις χάσει το μικρό σου κλεφτοφάναρο
Και θα ατενίζεις νηφάλια της χαρμολύπης το παλάτι
Ωραίος ωσάν άγγελος γονατιστός μπροστά στη μεσόπορτα της γης
Άλικος και τρωτός σαν της Φιλομήλας τα σμιχτά χείλη
Όταν ακουμπούν παθιασμένα στο ηλεκτρικό τρίχωμα της σελήνης!

Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που ο φλοιός της γης σμίγει
Με την υδρόεσσα παλάμη του κάκτου
Μυθικά πλάσματα θα ακολουθούν το αιμάτινο ρυάκι του Έρωτα
Προστάτες και φύλαρχοι της αιώνιας σαγήνης σου
Ξέφευγες απόμακρος από τα τυπωμένα ίχνη του σύμπαντος
Και στο ποτάμι πετροβολούσες αστόχαστα τις καλαμιές
Έτοιμος πάντα να αναμετρηθείς με τον άγριο παλμό της ροής
Μάζευες λυγαριές κι αγριομέντες - στεφάνια της υγρής σου κόμης
Κι αμίλητος παρακαλούσες να συντρίψεις τα κάγκελα της νύχτας!

Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που τα χρυσόψαρα ευφραίνουν ηδονικά τα πελεκημένα στήθη
                                                           της μεθυσμένης γοργόνας
Απουσίαζες στη σκληρή λευκότητα της αρχαίας σινδόνης
Και με χέρια ανοιχτά συνδαύλιζες τη κρυφή φλόγα των νοσταλγών
Απάνεμα αναζητούσες λιμάνια κι αποξεχνιόσουν στους χτύπους
                                              ενός καλοδουλεμένου εκκρεμούς
Επιταχυντές τα μυώδη σου μπράτσα αγκάλιαζαν τον τραυματισμένο ουρανό
Μη και στερέψει το φως στα χαμοκέρασα του δάσους
Και απλωθεί το σκότος στις χρυσές πτυχές του ηλίανθου
Πιασμένο στη παγίδα το σχήμα σου φιλονικούσε με τις τρύπιες τσέπες
                                                                                  του σύννεφου
Μέσα σε έναν απόρθητο ουρανό που αραίωνε λυτρωτικά τη θλίψη σου!


Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

τη βραδιά που κάηκαν τα αγάλματα της πλατείας

                             
Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Μου είχες πει μυστικά ένα πρωί του Γενάρη
Δάκρυζες με αναφιλητά και γόους πικρούς
Ακουμπισμένος διαγώνια με καρδιά ξέχειλη
Στο δισκοπότηρο της προσμονής και της αγάπης
Σαν μια λιθοδομή που ξεκουράζει το εσώτερο βλέμμα των γλάρων
Όταν σκορπίζεται διχαλωτά στο αμετανόητο φως των νήσων
Αστεροειδείς σκούραιναν τη χλωρασιά της ακοίμητης πέτρας! 

Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Σκληρό σαν το τελευταίο βλέμμα πριν το αντίο
Σπάνε οι κρύσταλλοι με ένα ανεπαίσθητο κραχ
Η ωλένη του μαρτυρίου μακραίνει τις υφές
Η μοίρα παραφυλάει σαν εκστατική Ανδρομέδα
Μπροστά στη μεσαιωνική πυρά ανασχηματίζοντας
Απαλά την παραφθορά του ονείρου και του χάους
Πυργίσκοι χάρτινοι στοίχειωναν την αμμουδερή πολιτεία!

Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Τα αγάλματα της πλατείας ζητούν επαιτεία
Από το σβηστό μαγκάλι του Κλύδωνα
Αφελείς νοσταλγοί του μέγα ίλιγγου
Αναζητούν το ανέφικτο στο μετέωρο πυροφάνι
Του νεκρού ιχθυοπώλη
Υφαίνοντας κλεφτά το δίχτυ του πόθου
Μπροστά στη κλειστή πολυτέλεια του άδειου κελύφους
Λάμιες βουβές του ποταμού περιθάλπουν ομαδόν
Την κοφτερή λευκότητα της φυραμένης τους σιλουέτας
Αγάλματα παγανιστικά φιλτράρουν την οδύνη του πρόσκαιρου
Συνθλίβοντας λευκές πεταλούδες στη παλάμη τους
Καραβόπανα σκηνής απομυζούν τη φθορίζουσα μαρμαρυγή του θανάτου!

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

ετερόκλητη σύναξη


Στου δάσους την πολύβουη ερημιά
Συνάχθηκαν
Πίσω από των κορμών
Το αυστηρό περιστύλιο
Νομάδες με χαλκόχρωμες γενειάδες
Μιλούσαν γλώσσες ακατάληπτες
Κι είχαν το κομπόδεμα της μοίρας
Ριγμένο στην αριστερή τους τσέπη
Μοίρα τραγωδός
Σπορά στη μασχάλη του ανέμου
Προσωπείο αρχαϊκό σε λίθινη εξέδρα
Σαϊτιά στης φλέβας το φυλάκιο
Παραπαίουσα στο ασταθές κενό
Κάθετη πτώση των αρμάτων σε ειδεχθές πηγάδι 

Σε στοές κεκλιμένες
Στοιβάχτηκαν
Πίσω από του μέταλλου
Τις φαγωμένες αυλακώσεις
Τα παμπάλαια αρχεία
Της ιστορίας των Βουρβόνων
Δυναστείες πανσπερμίας
Πάνω στο σύγκρυο των λουλουδιών
Ρημάζουν το σπαραγμένο στόμα των λαών
Λαοί σαβανωμένοι στην ανυπαρξία
Παγωμένα συντριβάνια του αστείρευτου
Λιοτρίβια διαπλέοντα στο ασήμι της ελιάς
Πυγμάχοι της πέτρας στον απόμερο στίβο της λήθης
Μεγαλουργούν στης ιστορίας το βούρκο
Καμπύλη των άστρων σε χαλινάρια ανυπακοής 

Σε γόνδολες ανεστραμμένες
Αποσύρθηκαν
Πίσω από την οιμωγή
Του σπάταλου κύματος
Γλάροι με προτεταμένα τα ημίψηλα καπέλα
Θεατρίνοι σε παραστάσεις του μηδενός
Περιοδεύουν ατάκτως στα πέρατα
Εκδρομείς σε αφαλατωμένα κρύα πελάγη
Διαμοιράζουν ανεμώνες σιωπής στους αναχωρητές
Θαλάσσια άνθη της αρπαγής
Κυκλώνουν τα βυθισμένα πάθη του σκότους
Κοράλλια και σεντέφια στολίζουν τα ακρόπρωρα της μνήμης
Στιλέτα ναυαγών χαράσσουν βαθιά το μέτωπο της σελήνης
Γραφή αινιγματική σε τρικυμισμένη παλάμη 

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης


Δεν γεννήθηκα ήρωας τα κρόταλα του έρωτα να απαριθμώ!

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Βάρος δεν θα βάλω στης αθώας φτέρνας
Την απέθαντη κορυφή
Τ΄ αψήλου θα ανεβώ μαυροφορεμένη
Να προσκυνήσω τη συμπαντική σου εικόνα
Το ανθοφόρο περισκόπιο του οίστρου
Σε κάμπο σπαρμένο με παπαρούνες
Θα στήσω
Για να κοιτάξω ευθύβολα
Τα φθινοπωρινά σου χέρια
Και του κορμιού σου το λαμπρό κενοτάφιο
Θάρρος θα οπλιστώ
Μήπως κι αλαργέψει ο φόβος του μαχαιριού
Κάτω από το τραπέζι με τα όλβια ρόδα
Αμάραντη ομολογία αθανασίας εξυφαίνω! 

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Λάφυρα δεν θα πάρω από της μάχης
Το ιδρωμένο σώμα
Όσο κι αν την αιχμαλωσία σου συλλαβίζω
Καιρό τώρα η ζωή μου
Διαπλέκεται μες την αιθαλομίχλη των πόλεων
Και στης πάχνης το θρυμματισμένο κάτοπτρο
Σε αγορές θα βγω με σιαμαίους ιχνηλάτες
Να εμπορευτώ αρώματα της λήθης
Και οδοδείχτες κιτρινισμένους
Θα σταματήσω μόνο
Μπροστά στο κίβδηλο φεγγάρι
Μήπως και εξαγοράσω δυο ρουμπίνια ματαιότητας
Από τα κλαμένα σου μάτια
Που συνταγμένα φράζουν τον λεπτοφυή ιστό μου
Δεν θα σε απαρνηθώ
Δέσμια θα μείνω μιας μοίρας καθηλωτικής
Που στο παράθυρο μου γεράνι γίνεται
Σε κύκνο μαύρο μες την  οχληρή σου επικράτεια
Σιωπηρά θα μεταλλαχθώ
Χορεύοντας του επέκεινα ρυθμούς κυκλωτικούς
Άυλη θα σε πλησιάσω
Μεταθανάτιο μέλι σε τάσι χάλκινο
Να σου προσφέρω - αρωγός της ρίζας
Σεπτή θρυαλλίδα στης ελιάς το εργαστήριο!

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Πριονίζω το φως
Κι ακρωτηριάζω τις λόγχες του ήλιου
Να σου φτιάξω ένα μικρό φυλαχτό
Να πορεύεσαι
Να μην έρθει κακόβουλη η αποκλήρωση του χρόνου
Να σε χτυπήσει
Λαχνό θα πάρω
Και σε τυχερά παιχνίδια θα συρθώ
Ποντάροντας διπλά στης αγάπης σου
Το σκοτεινή αριθμητική
Στη λοταρία του έρωτα
Κρυστάλλινες προθήκες ονείρων θα αποτινάξω
Κι αν σπάσει του ευνούχου το γόνατο
Στα μυώδη μέλη του αόρατου θα κρυφτώ
Να γυμνάσω το στρογγυλό θυλάκιο του πόθου
Μη μου αρνηθείς ξανά
Το ορειχάλκινο ρολόι που μου είχες χαρίσει
Τότε που η ζωή μου προέλαυνε
Με γοργό βηματισμό μπρος την αγκαλιά σου
Σεβαστική μυρτιά στο απόκρημνο μνήμα της Αδερφής!

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Χέρσα γη να πατήσω δεν ξέρω
Και στα ορυχεία του δυσδιάκριτου σαν παιδί σκοντάφτω
Εξαρχής κι αφειδώλευτα
Να ενωθώ με το φως αποζητώ
Και το συμπαγή μαστό της ανατολής να θηλάσω
Λαμπαδηδρόμος πάνω σε σπασμένα κρανία
Γυμνή απουσία να πορευτώ
Λοιδορώντας το ακονισμένο σου βέλος
Στρατηλάτης να εισέλθω
Στα πυκνά φάσματα του νου σου
Μόνα μου εφόδια στο διάβα μου
Το ασύμμετρο μειδίαμα σου
Κι ένα τραγούδι από τους χίλιους στίχους
Που για χάρη μου έγραψες
Αγιάτρευτη πληγή ο χωρισμός
Δεν επιδέχεται ξόρκια και μαγγανείες
Το όνομα του Κάλχα αναβαπτίζεται
Σε φρικαλέα τελετή
Κι όσο αντέξεις το πένθος...
Έμμετρη φωνή σκεπάζει της δάφνης την υπεροχή!

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

στροβιλίζομαι


Ας βαστάξει η βροχή
Μια μέρα ακόμα
Να ξεπλυθούν τα φτερά των αγγέλων
-Τι κι από τις πολλές αμαρτίες
Έγιναν κονιορτός αιμάτωμα
Και φενάκη με αρνητικό πρόσημο στο στήθος-
Ας βαστάξει το ψύχος κι η νεροποντή
Να ξεπλυθούν οι ράχες των αγγέλων
Αυτών που δραπέτευσαν
Από το στροβιλισμό και τη δίνη
Μιας καταιγίδας που μεσοπέλαγα
Τους έπληξε

Φανοί που ασθμαίνουν αργά
Σε αιγαιοπελαγίτικο περιβόλι
Τους κυκλώνουν δυνητικά
Όταν το κατώφλι μας ξιφουλκούν
Απεγνωσμένα
Άγγελοι θρασείς
Και ποτέ δεν συνάντησαν
Στη κουβέρτα του πλοίου
Έναν γλάρο να ξεφυλλίζει
Φιγουρίνια και ρομάντζα
Με ατυχείς ερωμένες
Ας βαστάξει καθαρή η χαρακιά του χρόνου
Να έρθουν οι ληστές
Με το πινάκιο σπασμένο
Μήπως λειτουργηθεί ο βίος
Των γερασμένων άστρων
Στου μικρού Γενάρη το παρεκκλήσι

Ήρθε ο καιρός να εισπραχτεί
Το χρεολύσιο του Έρωτα
Στο πατριδοκτόνο Παράδεισο
Που με μια σχεδία της βροχής
Προσάραξες ένα πρωί
Θριαμβικά
Αναφλέγω τη γη μου και τυφλά στροβιλίζομαι
Στη γιγάντια τροχοπέδη ενός άλυτου αινίγματος
Επισφαλής και μονήρης
Ικετεύω τους δικούς μου βροχοποιούς
Σφιχτά να επιδέσουν τη πληγή της νοσταλγικής σταγόνας     

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Υδατογραφία πυρός



Χάλκινοι πυρσοί σε περιβάλλουν
Υδατογραφίες του ουρανού
- Όταν τα νέφη επιχρωματίζονται το δείλι -
Κουρσεύουν τα χείλη σου ηδονικά
Αμύγδαλο κρατώ στα χέρια μου μυστικά
Κι άμα το διανοίξω
Θα δω τη μορφή σου δακρυσμένη...

Σαν αγιορείτικη πηγή θα σε συντηρώ
Νάμα γιορτής θεόπεμπτο θα σου δώσω
Αγγέλων ουράνιο μονοπάτι
Διαβαίνω στο χάρτη σου
Σπαθίζοντας όξινους οπωρώνες
Σε ακολουθώ
Χαριεντίζομαι με το χρώμα των ματιών σου
Και με χρωστήρα χιονιαδίτικο
Αποδίδω την λάμψη τους

Το σκιερό πορτρέτο σου
Στη πυριφλεγή σπηλιά του Έρωτα
Επαίτης θα προσκυνήσω
- Παραμυθάδες
Με χρυσή κλωστή στο χέρι
Θα με ακολουθούν
Στο χνάρι του μεταξοσκώληκα
Να φτάσουμε -
Που να σε βρω;
Υδατογραφία πυρός
Δραπετεύεις
Πάνω σε καμβά λεκιασμένο με μολύβι

Δραγουμάνο θα βάλω τη σελήνη
Στα τοξωτά σου φρύδια
Να φέγγει την απουσία σου
Αγαρηνοί με δόρατα φλεγόμενα
Πολιόρκησαν την βυζαντινή ομορφιά σου
Σε πήραν σε υποδούλωσαν
Που να σε βρω;
Μέσα σε κρύπτες τυφλές
Διέσπειραν σε λευκά πέταλα
Τον όραμα σου
Χαίτη του Πήγασου
Πάνω στους λεπτούς ώμους του ποιητή

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

η γεωμετρία της μέλισσας



Η Μεσόγειος διασκορπίζει τους αφρούς του οξύρρυγχου
Στο χάρτινο σταυροδρόμι της σκοτεινής σου δίνης
Αναίτια περιπλανιέσαι στο μέλλον της συντριβής
Αιχμάλωτος στρατιώτης με κόκκινο περιβραχιώνιο
Πλανήτης της σιωπής ανασκολοπισμένος
Από την αιωνιότητα των αγαλμάτων του κήπου σου
Νάρκισσος καθρέφτης
Μιας ομορφιάς αρρενωπής που εξαερούται στη μόνωση
Της απόγνωσης που μεταλλάσσει παλμικά την ύστερη χαρά μου
"Σύνδεσμος φθαρτός εσύ πάνω στο χρυσό κρίκο της μέλισσας"

Πειθαρχημένος εξαρχής στη στιλπνή υγρασία του βότσαλου
Αιχμάλωτος μένεις και σε σεληνιακά εφαλτήρια πυορραγείς
Νάρκισσος καθρέφτης
Μιας ομορφιάς εξόριστης που ενδημεί σε Μηλίσιους κρατήρες
Διαποτισμένος με τα φωτισμένα στίγματα του κηλιδωμένου γρέγου
Ακροβατείς τεχνεόντως σε νήματα αράχνης
Λουλουδιασμένος σαν ακακία του γκρεμνού μειδιάς ιστορώντας
Την ώρα της εκκόλαψης των σπίνων στα οικητήρια των Λεύκτρων
"Σύνδεσμος φθαρτός εσύ πάνω στο χρυσό κρίκο της μέλισσας"

Αποκαλύπτεσαι νεφελικά μες στις αναθυμιάσεις του Έρωτα
Και απόρθητος γρικάς ουλαμούς άτακτους να συλλύουν το φως
Κελαηδισμούς πλάνους από το ζευγάρωμα των σταυραετών
Σε αυθυποβάλλουν στην μέθη του ίλιγγου
Αντιχήσεις φυσητού γυαλιού σε σπηλιές έγκλειστες
Κωφεύουν τις μικρές αντιλόπες στις πηγές τους
Φιλοπερίεργες αλχημείες φωτιάς στο παράθυρο της κόγχης
Προσμετρούν το αλάτι που σε ύφαλους γλαυκούς αλίευσες
"Σύνδεσμος φθαρτός εσύ πάνω στο χρυσό κρίκο της μέλισσας"

Αμέτρητες οι οδύνες στην χώρα του "γιατί" και του "πότε"
Που εκούσια αμέλησες να πυρακτώσεις μια νυχτιά του Αυγούστου
Με γαλουχούν με νάμα της λήθης στη μεσόπορτα των φαντασμάτων
Κατακλίνομαι στο πλευρό σου υδροχαρής κισσός
Και σαν ελαφίνα που πολιορκεί τη χλοερή σαβάνα
Αποθέτω το σώμα μου ύπτια στα άροτρα του ήλιου
Σκηνογραφώντας με τέχνη την άγρια χαρά της απιστίας σου
Ανέγγιχτος κοιμάσαι στη μουσική σου φωλιά χωρίς ρηγματώσεις
Στο λυκαυγές της σοφίας σου παραδομένος
"Σύνδεσμος φθαρτός εσύ πάνω στο χρυσό κρίκο της μέλισσας"
........................................................................................
Απεγνωσμένα αναζητάς την χαμένη σου αθωότητα 
Στοιχίζοντας ελλειπτικά φεγγάρια σε εξάγωνες κηρήθρες! 

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

η γυναίκα μέδουσα



Ι

Κοίλο σελοφάν το φεγγάρι
Εισχώρησε στο αλαβάστρινο σώμα σου
Κρυφομιλώντας σου ψιθυριστά
Λόγια της γητειάς και του πάθους!

ΙΙ

Ασημοκούμπωσα τις ραφές των μυώνων σου
Κι αναδιάταξα τις κρυφές ροές σου...φτερίζοντας φως
Γερακάρης στα υψίπεδα των ματιών σου
Πληγωμένος ανήλθα το διάφανο μαντείο της ηδονής!

ΙΙΙ

Η πέτρα που κοσμεί
Την τιάρα των μαλλιών σου
Είναι το αγόγγυστο τραγούδι του ουρανίσκου μου
Που διατέμνει κάθετα την ομορφιά σου!

ΙV

Κοίλο σελοφάν το φεγγάρι
Εισχώρησε στο αλαβάστρινο σώμα σου
Κρυφομιλώντας σου ψιθυριστά
Λόγια της γητειάς και του πάθους!

V

Στην ονείρωξη των άστρων
Μετέρχεσαι σαν Μέδουσα στιλπνή
Με νιφάδες του αφρού να ντύσεις
Τον υπερκόσμιο θόλο του γαλαξία που πλάι σου ξαγρυπνά!

VI

Ευωδιάζει μύρα μαγιάτικα
Του στήθους σου η νοτερή κοιλάδα
Αιμοδοτείς την σπασμένη υδρία του αίολου χρόνου
Με παυσίλυπες αναμνήσεις!

VII

Κοίλο σελοφάν το φεγγάρι
Εισχώρησε στο αλαβάστρινο σώμα σου
Κρυφομιλώντας σου ψιθυριστά
Λόγια της γητειάς και του πάθους!


VIII

Στην άρπα των δακτύλων σου
Παρείσφρησε χιμαιρικά της φλέβας μου ο αιμάτινος κρίκος
-Διαμάντι καλοδούλευτο στης σελήνης το παράπηγμα
Μονόπετρο αρραβώνα σε δόλια συναλλαγή!-

IX

Με λάμα τρυγητή θα διανοίξω εγκάρσια
Τη καλύπτρα του πέπλου σου
Ποθώντας να εκβάλλω στου τρυφερού λαιμού σου
Τον ασίγαστο δεκαπεντασύλλαβο!

X

Κοίλο σελοφάν το φεγγάρι
Εισχώρησε στο αλαβάστρινο σώμα σου
Κρυφομιλώντας σου ψιθυριστά
Λόγια της γητειάς και του πάθους!

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

οι ίριδες της διασποράς


Στο Βαβυλώνιο κήπο σου ανθίζουν αθάνατες διαλεκτές ίριδες ενδημικές
Με αφοπλιστικά χρώματα εμποτισμένα επιδέξια στο σκαιό λαμπάδιασμα του έρωτα
Στεφανώνουν το χλωμό πρόσωπο σου περιμετρικά - στο νωπό δάκρυ της συγκομιδής ταγμένες
Σαν διάδημα Θεού ρασοφόρου το ανασκάπτουν ασταμάτητα -λαγούμι επιστόμιο

Τραγουδάς κι ο λόγγος πρασινίζει πιπεράτη μέντα και φλισκούνι της βροχής

Η πατίνα της φύσης σκαλίζει στις βραχώδεις παρειές σου αναχώματα πυρός
Της Σεμέλης διαβρωτικά παρακλάδια σε οιωνοσκοπούν με φειδώ ακροβολιστή
-Κεραυνοί και άστατες νεφέλες τρέφουν τον Διόνυσο με αίμα θεικό μαινάδας-
Η πατίνα της Άνοιξης αποθέτει στους κολπίσκους του ματιού σου χαμολούλουδα στεφάνης

Τραγουδάς κι ο λόγγος πρασινίζει πιπεράτη μέντα και φλισκούνι της βροχής

Σαν εικόνα λατρείας σε εξωκκλήσι διασποράς με φούμο ντύνεις την αγιογραφία σου...
Μετέρχεσαι του αρχαίου κόσμου τη πορφύρα και στον ουρανό στέλνεις σήματα σανσκριτικά
Εσύ το άλας του δρομέα και ο ιδρώς του εργάτη πάνω στα ύφαλα της ένδοξης τριήρης
Και το ταξίδι σου μια Ιθάκη που ναυαγοί ηττημένοι σε φτερό γοργόνας χαρτογραφούν!

Τραγουδάς κι ο λόγγος πρασινίζει πιπεράτη μέντα και φλισκούνι της βροχής

Οι άμυνες σου και οι πόθοι σου κρωγμοί περιστεριών που παραδίδουν τον κλάδο της λήθης
                                                                                   στον φολιδωτό λίκνο της αρμύρας
Πάνω στο σήμαντρο σου λίθινες κόρες ανασκευάζουν ακροστιχίδες πελάγους -χρησμούς Δελφικούς
Μακρόθυμα και αβίαστα παρατηρείς από τα τείχη της φοινικιάς του Πήγασου τη φτερωτή μούσα
Κι αποκαρδιωτικά ξεχερσώνεις με σφυρί και καλέμι τους γαληνούς βλαστούς στην συστάδα της γης

Τραγουδάς κι ο λόγγος πρασινίζει πιπεράτη μέντα και φλισκούνι της βροχής

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Ευχές!!!!



Χριστούγεννα αγάπης σε όλους
και εύχυμο το 2013

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

η μελαγχολία της ποίησης


Χτύπησες νευρικά το χέρι πάνω στο οβάλ τραπέζι προτάσσοντας την κραυγή σου
Περιπλεγμένος όπως πάντα στο πικρό δίχτυ των λυγμών της μέθεξης
Που τον αισθησιασμό της ματιάς σου ακούσια καταργούσε, χάλκευες με πείσμα τον αυλό
                                                                                                 του αράθυμου Φαύνου... 
Μαχόμενος πορευόσουν προς τη καταπόρφυρη γη του Έρωτα - τοξοβόλος Θεός!

Mόρφασε ξάφνου η μικρή Σίβυλλα σαρκαστικά στη παρουσία σου
Παλινωδώντας επιμελώς τη μανιέρα της σκέψης της
Πάνω στους πλάγιους συνειρμούς της αδιαίρετης αμαρτίας
Άγρυπνη στο ιερατείο της μελετούσε τις πτυχώσεις του μεταξωτού σου μανδύα

Στην εφτάχορδη σαμβύκη έκρουες ήχους εσπερινούς
Συρρικνώνονταν βιαστικά το απογευματινό σκηνικό του θερινού κήπου
Μπρος στην αχλή- ρυτίδα των χειλιών σου!
Για που χάραξες πορεία με το δοιάκι της παραδρομής αγκαλιά;

Αποσοβούσες αργά το φόβο και το τρόμο των ανήλικων ερωτιδέων
Σαν σκαπανεύς αληθινός των ωρών και των κρυφών επελάσεων της μνήμης που πονεί
Ανέστιος από καρδιά -νηπενθές φαράγγι χαοτικό- αποτραβιόσουν
Στην περιλαίμια καδένα της απόκοσμης μούσας!

Οι ποιητές των δρόμων ερωτεύονταν σιωπηλά και καρτερικά
Τα γραμμωμένα αγάλματα του Ερμή επιπλέοντα πάνω στη λίμνη
Διάσπαρτα με επιγραφές και στο έρεβος της θύελλας παραδωμένα
Κηλιδωμένα από μούσκλια και κρουστώδεις λειχήνες της δικής σου πένας

Αιμορραγώντας σύρθηκες στα βουερά πελάγη της Αμφιτρίτης
Στέλνοντας πυρσούς και πίδακες καπνού και τέφρας σε άγνωστα λιμάνια
Ένα μοιρολόι ακούγονταν από μακρυά- πέρα από το σύνορο του πρώτου κλαυθμού
Οι μικρές φώκιες σιγούσαν τρεμοπαίζοντας το αργυρό πέπλο της αρμύρας

Η ποίηση έλαμνε στα ρείθρα του φωτός και σαν αμίλητη θεραπαινίς ξαγρυπνούσε
Σκορπώντας μυροβόλους νάρδους στις θεοσκεπείς φοινικιές της απουσίας
Είχε ανοιχτούς τους κρατήρες της και τόξευε μικρά ζαρκάδια για να θηλάσει το αίμα τους
Η ποίηση αδιόρατη αδερφή αργά ακολουθούσε το φωτισμένο τετράγωνο του μηρού σου...

Στην εφτάχορδη σαμβύκη έκρουες ήχους εσπερινούς
Συρρικνώνονταν βιαστικά το απογευματινό σκηνικό του θερινού κήπου
Μπρος στην αχλή- ρυτίδα των χειλιών σου!
Για που χάραξες πορεία με το δοιάκι της παραδρομής αγκαλιά;

Μελαγχολώντας πορευόσουν προς τη καταπόρφυρη γη της Ποίησης- τοξοβόλος Θεός!

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Πυργόσπιτα ομίχλης (ύστερη απολογία )


Τι να σου προσάψω μάγιστρε χρόνε τώρα που κοιμήθηκαν οι εφιάλτες μου
Μέσα σε πυργόσπιτα ομίχλης με διπλά μανταλωμένες τις κάτω θύρες της ενοχής;
Διαβαίνουν οι μέρες μου βαριά σαν την ασθμαίνουσα ανάσα του ταύρου
Στη περιθωριακή υψικάμινο που διαθλάται κάθετα στον αγέρα της συνοικίας


Μια λαίλαπα αβυσσαλέα πυροκροτεί το έμβολο της ψυχής  μου
Ξεχνιέμαι σε επαρχιακά καφωδεία παρέα με τα ψαλιδισμένα φτερά μου
Πονώ και με άκρα μυστικότητα φυγαδεύω μικρές τουλίπες στο φως
Με ελικοειδή σχισμή διατέμνω τον άγουρο καρπό της δακρυσμένης Οφηλίας


Σείω τα βουνά όταν βοούν οι βράχοι από τον ασημένιο βραχίωνα του κύματος
Αλάτι και φως κουρσεύουν οι μικροί ηλιάτορες απ της γαίας τον ερυθρό περίβολο
Πουθενά δεν βρίσκουν αναπαμό οι χάλκινοι δισκοβόλοι του κερασφόρου θεού
Αδράχνω μικρές κουκκίδες κρυπτογραφημένης προσευχής σε ζωηφόρο παλάμη


Πληγιάστηκαν οι φτέρνες μου να αναζητούν την αλκή και τη λάμψη της θλιβερής παντιέρας
Στην ειμαρμένη σφραγίδα του νου δένω μεταξένια κλωστή για να δικάσω τους λιθοξόους
αγέρες
Καταδύομαι στα ωκεάνια πάθη της θείας πορφύρας και προϊστορικούς θησαυρούς ανασύρω
Μια μέγγενη κρατά τα πόδια μου σε στάση προμηθεϊκή και την πυρά πειθαναγκάζει στο σκότος!


Προσπέφτω στα πόδια του ουρανού ικέτης και με το χαράκι της ψυχής λοβοτομώ
την άδολη μνήμη των πουλιών
Κατεβαίνω τα χάρτινα σκαλοπάτια σαν κλέφτης και ασκούμαι στη ματωμένη γραμματική
του ξίφους
Συλλέγω ακατάπαυστα γλυκόηχους αυλούς και λινές κλωστές από της πεταλούδας το σάβανο
Και τελετουργικά φορώντας τα γάντια της πραότητας τα κοντσέρτα των λυγμών διευθύνω!

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Αγράμπελη (λόγος ερωτικός)



Στο σκοπευτήριο των ματιών σου
Κλειδώθηκε ολόκληρος ο αστρικός ιστός μου!
Διάπυροι δακτύλιοι  εκτινάσσουν φως στα μοιρογνωμόνια της λήθης
Διεσταλμένες κόρες ακοίμητες μες στα ενεργά ηφαίστεια της ζωής μου με εξετάζουν
Ματοτσίνορα νωπά σε αμφίκοιλη διάταξη με τον θείο πόθο μου μιλούν
Αγράμπελη των τραγουδιών λιμναίο πάρκο του Έρωτα
Της ωδής τίμια και αγαστή συνοδός
Αθώρητη ξεφεύγεις απ την οργή μου και λάμνεις στο εγκάρσιο πλάτος του Νοέμβρη
Στο περβόλι σου γέρνω αναρριχώμενος κισσός
Να περιπλέξω με μαεστρία το αποσιωπημένο σου αίνιγμα
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

Στη χαράδρα των χειλιών σου
Ανθούν τα σαρανταήμερα πάθη της φωνής μου!
Το σώμα μου υγρό λαμπαδιασμένο από τις απρόκλητες μνήμες
Αποζητά μόνο μια μικρή ψίχα καλαμποκίσιο άρτο - στου κλέους τη βραγιά συναγμένο
Χτυπώ στα χώματα σου νερό να βρω κι άγουρο δυόσμο
Γλιστρώ στα ύφαλα του τοξωτού πιγουνιού σου
Δαμάζοντας σπιθαμή τη σπιθαμή σαβάνες απάτητες -χάλκινες λεοντές
Μετέωρος ψηλαφίζω τα αφρικάνικα σου ειδώλια
Προσκυνητής ασυμβίβαστος του ανεξερεύνητου πυθμένα σου
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

Στους στρογγυλούς σου ώμους
Απάνεμους βρίσκουν όρμους Γότθοι πειρατές!
Αίμα! Αίμα! Αίμα! καθαγιασμένο από την τροπική βροχή
Θαλασσινή αντένα κατεβαίνει τη ραχοκοκαλιά σου και ξεμακραίνει
Σκιάζει με κάρβουνο αναμμένο την ηδονική καμάρα του πέλματος σου
Ναύτες νεοσύλλεκτοι και καπεταναίοι σε εκπορθούν αλαλάζοντας
Σεντούκια από αλάβαστρο αποθέτουν στο φωτεινό σου άντρο
Σκοτεινιά! Σκοτεινιά! Σκοτεινιά! μεγεθυμένο πηγάδι της μοίρας
Νεράιδες τώρα απασφαλίζουν το χαλκά που σε δάμασε
Ένα ουρλιαχτό κι ένας θρόος διαπεραστικός τίποτα άλλο
Σπάει μέσα μου διάτρητος ο ουρανός της ποίησης χωρίς φυλακτό
Κι εσύ αχνοφέγγεις στα δαντελωτά φιόρδ της ενοχής και του θυμού  
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

"Συλλέγω φθόγγους από τη μπάντα της μελαγχολικής σου κρήνης" 

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

οι άγιοι ναυαγοί


Στη Γλασκόβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά
Άνθρωπος σεμνός και ακριβοδίκαιος
Σαν τη χούφτα της μάνας στο κυριακάτικο τραπέζι
Έτσι αχνά τον θυμάμαι στην επιπόλαιη πια μνήμη μου
Ανάγερτο να βαδίζει δίπλα στον ποταμό Κλάιντ
Πιρόγα με φτενή τη πρύμνη-έρωτας ανεκπλήρωτος
Να γκρεμνίζεται στους υδάτινους φράχτες του χτες
Απροσδόκητα μοιραίος στο αλόγιστο βάραθρο της λήθης χαμένος
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά! 

Στη Γλασκόβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά
Σαν ξερή φλούδα λεμονιού τώρα το πρόσωπο του
Μιλούσε με πλατιά χείλη λόγια εγκιβωτισμένα στη πυρκαγιά
Κυματοθραύστης που δονείται από κύμα παλιρροϊκό
Το υπερβόρειο σώμα του ξέχειλο
Κυριαρχούσε στην ελαφριά ζάλη της μέντας
Φορούσε τουρμπάνι στα ψαρά μαλλιά του δίχρωμο βαρύ
Στέφανος κηλιδωμένος με αίμα καρχαρία
Να συντρέχει σαν υπάκουο πνεύμα το πανικόβλητο βλέμμα του
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά!

Στη Γλασκόβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά  
Φώναζε και λοιδορούσε για τα μάτια μιας μελαχρινής τσιγγάνας 
Από τα μέρη της Βοημίας που βαθύ του χάραξε τατουάζ στο στέρνο 
Και άδοξα τον εγκατέλειψε για μια χούφτα βρόμικα ευρώ 
Ξεμπάρκαρε μιαν αυγή δαχτυλίδι να της δώσει δαμασκηνό 
Εύθυμα σφυρίζοντας σκοπούς ανδαλουσιανούς της αγάπης... 
Ξενίστηκε ο νους κι έγειρε τριγύρω στη πλάκα του φεγγαριού
Ξενύχτης ναυαγός στο ρύγχος της λησμονιάς ισορροπούσε 
Βούιζε το πλήθος στα σοκάκια σαν άκακο μελίσσι μουδιασμένο 
Καταγώγια που μύριζαν ψαρόκολλα τον ακολουθούσαν    
Σκερτσόζικα μάτια ποτισμένα στο αψέντι και στο υγρό κριθάρι
Καθρέφτιζαν τα φιλιά της ασετιλίνης που δεν έδωσε  
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά!

"Περίμενε μια στιγμή να σφαλίσω την κλειδαρότρυπα του ουρανού  
Άγιοι ναυαγοί διαβαίνουν τις κάτω πύλες των ψυχών"