Κυριακή 17 Απριλίου 2011

η περιδίνηση του όρκου



Ανάπαιστοι σιωπές και μωβ βιολέτες
Στόλιζαν τον επιθανάτιο θρήνο
Του ασβεστωμένου κάστρου
Μια περιδίνηση ξαφνική
Της μοιραίας αστραπής πάνω στις
Κακώσεις που χάραξαν οι ορδές
Των μακρόθυμων πεύκων
Στα θεμέλια του γκρίζου θανάτου
Απίθωνες το χέρι σου
Πάνω στο ψίθυρο του βιολιού
Μιλούσες με τον κοίλο φακό
Αριστερά στο στέρνο σου
Το αύριο μια λέξη
Φασκιωμένη από το σκοτάδι
Μεμψιμοιρούσες σαν τον μικρό
Θαλασσομάχο μπροστά
στο προσκυνητάρι του κύματος
Πως απασφαλίζεται  πες μου
Ο θυμός του χαμινιού
Που σου γυάλισε
Τα παπούτσια με τις τρύπες σόλες;
Οι δροσοσταλίδες δεν γερνούν
Απάντησες
Απλά και μόνο
Ταριχεύουν τα όνειρα τους
Στα μακρόμαυρα μαλλιά
Της νύχτας
Βουβές κι αιώνιες
-Οι φυσιοδίφες εμπιστεύονται  
Στις καλοκυράδες του Ρεμπώ
Τον όνυχα της αράχνης-
Ξαναγεννιούνται οι δροσοσταλίδες
Πάνω στα μενεξεδένια
Κρουστά μαντήλια του πετρόχορτου
Εκεί κοντά στο καρπό
Του πέτρινου λήθαργου
Ακουμπισμένος ράθυμα
Συνήθιζες να ανασαίνες κάθε πρωί
Τα μύρα της ανθισμένης τρικοκκιάς
Αναρριχώμενος πάντα στις πλευρές
Της ανίκητης Άνοιξης
Να φτάσεις που;
Στην άγονη κοιλάδα την εσπέρα
Περίμενες βουβός το φεγγαρόφωτο
Και με μια χούφτα σκόνη χλόης
Στα ματόκλαδα σου
Να σε περισφίγγει απαλά
Σαν τη θηλιά των τρομαγμένων Δαναών  
-Παρείσφρηση οικτρή του πόνου-
Οι λευκοί αμαξηλάτες
Περίμεναν την βροχή των δακρύων
Δάκρυα ζεστά του φλοίσβου
Δάκρυα ηχηρά από αρχαίο σουραύλι
Δάκρυα θύελλας της τρυφερής κληματσίδας
Γύριζε το μαγκανοπήγαδο
Της αυταρέσκειας σου αργά
Το δάσος έθαλλε στις φτερούγες του
Η φωλιά της δασολάλητης πέρδικας
Μοναχική και συλλημένη
Από τους κουρσάρους
Της κατηφορικής λιακάδας
Μαύρους κρίνους έμπαζες
Στα μύχια σπλάχνα
Της θετικής ώρας
Αποσβολωμένος
Από τη γύμνια της ψυχής
Ανοιχτά τα χέρια σου
Θεατρικά στους χωμάτινους δρόμους
Έκλειναν μικρές κουκκίδες γύρης
Στις απολήξεις των δακτύλων τους
Έφυγα κρατώντας την εικόνα σου
Και την απροσπέλαστη ανάκλαση
Των ματιών σου στα χείλη μου
Όταν φιλώ το χέρι Του Θεού
Αφήνω το σημάδι σου
Χνάρι χρυσό στην νιότη της αγάπης
Όρκος βαθύς στο κέλυφος του έρωτα
Ανάπαιστοι σιωπές και μωβ βιολέτες
Στόλιζαν τον επιθανάτιο θρήνο
Του ασβεστωμένου κάστρου
Έφυγες
Εξιλεώνοντας τις όχθες 
Της δικής σου δίνης      

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

ανέστιος νόστος


Στα αφρόξυλα πάνω  κυλούσε το δάκρυ σου ζεστό
-Άυπνος και μεστός μετρούσες το βάθος της στέρνας
Η αναμονή του αποχωρισμού πήρε να πονά με ριπές ασυλίας-
Τρομακτικά αργούσε να σε βρει η σπονδή των Αλπικών ονείρων
Στο μαξιλάρι σου πλάι ένα ρουμπινί κεντίδι προεξείχε
Ξέχασες την ημέρα που αργοσάλευαν τα σεντόνια του Νόστου
Το βράδυ έμπαινε οκνηρά στην κουρτίνα του κάβου
Χνούδια ύφαινε η μορφή σου στην κατάξερη αμμουδιά
Μια αντανάκλαση στυφή στο υπέρθυρο της πνοής σου
Έσφιγγε ως πάνω τις μυστικές ρυτίδες των ματιών σου
Κατάντικρυ η θάλασσα με το πόνο των όρμων
Στο δεξί της θύλακα παίνευε την αμεριμνησία
Των θηλυκών γλάρων και το κρύο χιτώνα
Του πατριάρχη της Κόλασης που είχε απιστήσει στον φθόνο
Κωπηλατούσες παρέα με το πράσινο αυγινό φεγγάρι
Στα πελάγη ξανοιγόσουν κάθε που ψήλωνε η διαύγεια της πέτρας
-Άυπνος και μεστός μετρούσες το βάθος της στέρνας 
Η αναμονή του αποχωρισμού πήρε να πονά με ριπές ασυλίας-
Σε πλατύ τάσι μεταλάμβανες τον παχύ ίσκιο του κισσού
Ο έρωτας σκίαζε τους φολιδωτούς αρμούς του κορμιού σου
Ώρα αναπολήσεων πλάι στο ξεροπήγαδο της μνημοσύνης
Φωτιές προγεύσεων άνθιζαν στους εσωτερικούς τριγμούς της ομορφιάς
Κατάντικρυ το αστέρινο βλέφαρο του γαλαξία σκιρτούσε στον θυμό σου
Φως στάχτη αρμύρα ματαιότητα πλήγωναν την απουσία σου
Σκοτάδι θράκα γλυκύτητα αιθάλη πυρός χαράκωναν τη καρδιά
Σημάδι ξεκάθαρου ουρανού αναλαμπή στην εστία της άμπωτις
Μικροί ερωτιδείς ζωγράφιζαν κυκλωτικές ανάσες στον αέρα
Άπειρες διελεύσεις στην συμπαντική ακμή της λέξης σε προσπερνούσαν
Τρίσβαθος ο έρωτας γαλήνευε την τυραννία της άχρονης πεταλίδας
Διαγράφοντας το έπος και την έπαρση της αβουλίας στο στόμα
Ακάθεκτος παραδόθηκες στο κρουστό άναμμα της θλίψης   
Στα αφρόξυλα πάνω  κυλούσε το δάκρυ σου ζεστό
-Άυπνος και μεστός μετρούσες το βάθος της στέρνας
 Η αναμονή του αποχωρισμού πήρε να πονά με ριπές ασυλίας-

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

κόκκινη στεφάνη

*
Μέσα σε λάμπα μυστική
Εσωκλείω το όνομα σου
Με κίνηση αργή σαλαμάντρας
Ακούω τους παλμούς της καρδιάς σου
Να χτυπούν ασταμάτητα
Το φτερό της αυταπάτης
Λειαίνει την κόκκινη στεφάνη της αμμουδιάς
Χτυπούσα με σίδερο αιχμηρό
Τη φλέβα της πέτρας στο ακροθαλάσσι
Το μακρινό νερό βοούσε
Στις στενωπούς της θύμησης
Ανέβαιναν τα κλαδιά της φτελιάς που φυτέψαμε
Πήρες την πέτρα του αχάτη
Με το αριστερό σου χέρι
Και μου την χάρισες

*
Είναι μακρινές οι μέρες
Που το ψυχρό είδωλο του λόγου σου
Χτύπησε πάνω στη γλώσσα της φωτιάς
Οι κουρσάροι της νύχτας
Κατέλυσαν το σώμα σου
Πλαισίωσαν με μπλε κορνίζα
Την αθέατη πλευρά του σφριγηλού σου στέρνου
Ήταν κοντά η αδερφή σου
Που κρατούσε το πανέρι
Με τα ολόγλυκα μήλα
Μια νεροποντή ξαφνική πέρασε
Κάτω από την υπνωτισμένη
Επιφάνεια της λήθης
Το μπουμπούκι φλέγεται είπες
Η μνημοσύνη ζητά λύτρωση
Η κυρά των μουσών
Κρατάει ένα μαυρομάνικο μαχαίρι

*
Όταν πλησιάσει το πλοίο στην ακτή
Θα ανοίξω τα αμπάρια του
Θα ψάξω τα κιτρινισμένα κείμενα
Και τη γραμμή της αλήθειας στο χέρι
Θα αναζητήσω
Ύστερα θα αφιερωθώ
Στην ματωμένη στιγμή
Της εαρινής παπαρούνας
Σκεπάζοντας απαλά με χάδια
Τους φλοιούς του σχιστόλιθου που την κλείνουν
Θα μείνει το δίχτυ μου αδειανό
Οι καθρέφτες θα έχουνε σπάσει
Και αίμα θα στάζουν τα κρεβάτια
Που κοιμήθηκες

*
Μέσα στο δρόμο και στα χαμαιτυπεία
Θα μαζέψω νέες δυνάμεις
Και τον ίσκιο της πανοπλίας θα ντυθώ
Ύστερα με τραχιά την παλάμη
Θα ιχνηλατήσω την αχυρένια
Καλύβα των εκδρομέων που δεν γύρισαν
Διασπαρμένη σε άπειρους ήλιους
Θα ανεβάσω την ψυχή μου στον αιθέρα
Πυρό το φως
Ήρθε η στιγμή να αγαπηθούμε

*
Στο σκοτάδι θα διαφυλάξω
Το κυματιστό σώμα της ζωής
Μην απορρίψεις τη χρυσή τομή της σελήνης
Τον νόμο των αθώων
Την αιώνια δόξα της ρίμας
Σιωπηλά να ζυγίσεις τον αέρα
Και με το νύχι να χαράξεις
Ένα φτιασίδι στο πουκάμισο του Γενάρη
Σπηλιά  να σκάψεις πάνω στο φρύδι του ορίζοντα
Απόρθητος και μόνος
Να ανασύρεις απ τα μαβιά βάθη της θάλασσας
Τη φωλιά των γλυκών αναμνήσεων
Εγώ θα στερεώσω μια επιγραφή στον ουρανό
Να σε προσέχει από το περίλαμπρο φως της αυγής

*
Τα ζεστά σου μπράτσα
Είναι οι άγκυρες στα τριγωνικά
Μάτια της θάλασσας
Ο κυματισμός που προσελκύει τις μέλισσες
Φλοίσβοι θα πνίξουν τα όνειρα σου
Κι ο έρωτας καλπασμός μυθικός
Στις έφιππες γλώσσες του νοτιά
Θα σε εκπορθεί ασώματο κέλυφος
Μέσα σε λάμπα μυστική
Εσωκλείω το όνομα σου 
Με κίνηση αργή σαλαμάντρας για να το θωρώ τις νύχτες 

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

βραδιές αγάπης


Ελλοχεύουν οι αλήθειες στα χέρια σου
Σαν τα αμαρτήματα της πρώιμης
Παπαρούνας στις λαγόνες της γης
Οι λεύκες ετοιμοθάνατες λυγίζουν
Ακατάπαυστα  τις λόγχες τους
Σαν τα κορμιά  των ζητιάνων που απαρνήθηκαν
Τη φτώχεια των υπόγειων σταθμών
Κι άδολα τώρα επαίρονται
Την απληστία των συρμών
Πάνω στο ζωγραφιστό μάγουλο του Σαββάτου
Δροσερό το απόβροχο της πληγής
Πίσω από την κεντρική αψίδα του ουρανού
Περιμένει τον αποστολέα της γιορτής
Για να ανάψει τα τέλια του σώματος
Αστόλιστη η ομίχλη λοιδορεί και
Κρούει το ασημένιο της τύμπανο
Σε ρυθμούς απίστευτα δωρικούς
Το αλουμίνιο της πόρτας σκληρό
Εγκάρσια διπλωμένο στη διττή κρύπτη
Μέσα στα υπόγεια ρεύματα των θαλασσών
Σε είδα με τον Πήγασο να διαβαίνεις
Χωρίς ματοκλάδια και αστερισμούς με μόνο
Το τραχύ σου στήθος στητό στο φως
Όμοιο μικρό ελάφι που έχει λύσει τις οπλές του
Πόλεμο σε είπανε
Νίκη εγώ σε βάφτισα
Παιάνα σε τραγούδησαν
Νανούρισμα εγώ σε αποκοίμισα
Σάλπιγγες σε συνόδεψαν
Αιμάτινη ακολουθία του έρωτα εγώ σε μύησα
Κρόταφοι και εξάσφαιρα τραβούσαν το αίμα σου
Μικρές βελούδινες αγκαλιές εγώ σου πρόσφερα
Πόλεμος η αγάπη και ανιδιοτελές στέμμα
Σε βασίλισσες που το θρόνο τους ανέτρεψαν
Τα πανάρχαια στρατεύματα του παγετού
Ζωή συνεσταλμένη σε υπέργεια πηγάδια
Με το κρότο της σελήνης στο ηθικό φορτίο του νερού
Μια στάμνα με υγρό περίγραμμα
Αναμένει το κυρτό έλασμα του αστρολάβου
Πριν βυθιστεί στα πλοκάμια του κισσού
Μάντρες και κορμοί δέντρων απίθωσαν
Δάκρυα διαμαντικά πάνω στα ημισφαίρια σύννεφα
Είχε σταλάξει ο χρόνος αλλοτινά θραύσματα
Στη κεντημένη του ποδιά
Μια απαρχή στις αναρριχημένες φωτιές των γλάρων
Ανέδυε τους μυστικούς κώδικες της πτήσης σου
Ναϊάδες σε ταξίδευαν
Εσπερίδες σε πολιορκούσαν
Μούσες σε διαπερνούσαν
Λιανοτράγουδα με τα μικρά βάσανα στο πέλμα
Σε τραγουδούσαν μες το κρύο χνώτο του θυρεού
Σαν απήγανος και κεφάλι ώριμου σταριού
Θυσιάστηκες στην πορφύρα της κοσμικής ελευθερίας
Ανάμνηση του φιλιού θλίβει το κουρασμένο σου βλέμμα
Πικρό φιλί της γλυκόριζας  μεσουρανεί
Στο κάτοπτρο της εφήμερης σελίδας της πλάνης
Απόβραδο της ποίησης στην μεγάλη λεωφόρο
Χρήζουν θεές τις βραδιές της αγάπης
Που τόσο οικτρά ένα βράδυ αποποιήθηκες
Καφετί νότες στα ερτζιανά κύματα
Ξιφουλκούν το σμίξιμο των άστρων
Ζώντας στο περιθώριο των αιώνιων κρίνων
Ελλοχεύουν οι αλήθειες στα χέρια σου
Σαν τα αμαρτήματα της πρώιμης
Παπαρούνας στις λαγόνες της γης 

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

η αδήριτη πέτρα




Χιόνι λευκό άγγιζε τις αρτηρίες της γης
Απέθαντο και καρπερό όπως τις πηγές
Στα μογγολικά μάτια των Εσπερίδων
Σε είδα να κλαις με το δάκρυ του Ιησού
Ήταν τότε που έφευγαν οι πελαργοί
Για τις χώρες με τα καλά μαντάτα στην αυλή
Χτυπούσες δυο φορές το χέρι πάνω
Στο πτερύγιο της αυξανόμενης παρηγοριάς
Περίμενες να εμποτίσεις το νου σου
Με τα λόγια από τα άτακτα στρατεύματα
Στο κράτος εκείνο της σκόνης που ζούσες
Κράνη παλάσκες κάλυκες κι οβίδες
Στο χέρσο πεδίο του θεληματικού σου βλέμματος
Έσπερναν με μελένιες ανακωχές
Το τρίχρωμο ανεμοστάσιο της οργής σου
Χρώματα ιριδισμοί και γήινοι φανοστάτες
Τραυμάτιζαν την ξιφολόγχη της καρτερίας
Ανοιχτές πληγές κρατήρες αιμορραγούντες
Δάκρυζαν στις απελπισμένες ιαχές του έρωτα
Γυμνά τα πέλματα κι ο γύψος της λήθης
Καραδοκούσε δίπλα στο φωσφορίζον φως
Λάμψη δική σου που με λαγνεία σε παρέσερνε
Σε σεληνιακά τοπία που οριστικοποιούσαν
Την ενοχή της μαύρης τηβέννου
Άνοιγες τα τρίτομα λεξικά της μαγείας
Αδιόρθωτα τα εδάφια εκλιπαρούσαν τη σοφία
Της αδήριτης πέτρας στο αλωνάκι με τους γύπες
Κατακρατούσες λίγο χώμα στο μεσιανό σου δάκτυλο
Εκεί που χτυπούσε ο παλμός του σπασμένου καθρέφτη
Ιστοί αράχνης περιέλουζαν την κρύα κόμη του φεγγίτη
Βουβές οι ώρες πικραμένες φυλλομετρούσαν τις εποχές
Δάκρυα και γόες φιδιών καταλάμβαναν τους ουρανούς
Απόγευμα θανάτου κι εσύ διάβαινες γυμνός στις ράγες
Της αποπνικτικής ομίχλης χωρίς να μιλάς
Η φωνή σου κατακερματισμένη σε δέκα κομμάτια
Αποζητούσε το λάγνο φως της αμφιλύκης
Για να αναστήσει την λέξη του άπιαστου ονείρου
Που κρυφά αποκοίμιζες
Πάνω στο χλοοτάπητα της μνήμης
Χιόνι λευκό άγγιζε τις αρτηρίες της γης
Απέθαντο και καρπερό όπως τις πηγές
Στα μογγολικά μάτια των Εσπερίδων
Άλλη μια μέρα μόνη να γεύομαι
Την αρμύρα του σπασμένου κοχυλιού 
Πλάι στο σκαλοπάτι της θάλασσας 
Μην απορείς... καλύψου!

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

το πορτρέτο της ποίησης


Όταν σε πλάθω με πηλό μου διαφεύγει πάντα
Η ακτινοβολία του παγωμένου βλέμματος σου
Το δάκρυ που αργοκυλάει  η απουσία πάνω στα χείλη σου
Ο χρόνος κρυμμένος στον βραχίωνα του άστρου
Μέτρο αυστηρό στην ώρα της καρδιάς
Πριν τελικά  ξεπεταχτεί το βέλος του ουράνιου τόξου στο πελιδνό σου χώμα..
Αμφίρροπες μεταλλάξεις του μικρού σου  κόσμου με κατοικούν ακούσια
Που ζεις;
Τι γεύεσαι;
Πως ξυπνάς;
Μήπως πονάς;
Ή απλά περιφέρεσαι στον άγνωστο ολολυγμό του ανθρακίτη
Μέσα σε υποθαλάσσιες νησίδες που απανθράκωνες με τόση συστολή
Αναμετριόσουν με το υπογάστριο πόνο της βουβής αράχνης
Κολόνες ανάπαιστοι και εδάφια κλείδωναν τις ψυχές των εντόμων
Μέσα σε τετράκλινα δωμάτια περιφερειακών νοσοκομείων
Νοσούσε το επτάφωτο σμαράγδι της αγριελιάς του νόστου
Ο πλους στην πύλη με τις μαρμάρινες λεοντές κρατούσε αιώνες
Ο Οδυσσέας απερίφραχτο αλωνάκι με τη μικρή λεμονιά στο κέντρο
Να σπαρταρά αταξίδευτους παμπάλαιους χάρτες με κλειδωνιές ξένες
Γραφήματα αυστηρά στο χέρι του από το μελανοδοχείο της ειμαρμένης φύσης
Ο έρωτας είπες μικρός κορυδαλλός με τη  σεπτή φωνή του αρχάγγελου
-Παραλίμνια η αγάπη με τις υφές της επαρμένης πικραλίθρας στη χαίτη-
Μικρός ηνίοχος ο έρωτας με σπασμένο το σταμνί των μύρων του
Καλπάζει ορθός στα χάη της ψυχής
Όταν σε πλάθω με πηλό μου διαφεύγει πάντα
Η ακτινοβολία του παγωμένου βλέμματος σου
Το δάκρυ που αργοκυλάει η απουσία πάνω στα χείλη σου
Ποτέ δεν μου δόθηκαν ακέραια
Σαν να φοβόντουσαν το ατελεύτητο
Δάμασμα  της βυζαντινής πορφύρας
Που δειλά αντίφεγγε κάτω από δίχρωμο φέγγος των ματιών σου
Που ζεις;
Τι γεύεσαι;
Πως ξυπνάς;
Μήπως πονάς;
Μια καμπάνα στο σκοτεινό σύμπαν δονείται από τις χειρονομίες σου
Υγρή απόκοσμη ιερότητα στο περικάρδιο ιστό της νύχτας
Επανέρχεται αέναα στο φως του λησμονημένου κεριού
Χαοτική σκιά στο ακάνθινο στεφάνι της ανοιχτής πληγής 
Αφυπνίζει το έφυδρο πορτρέτο της ποίησης
Μετά λύπης σου μιλώ!

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

η ελεγεία της αγάπης


Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας νοσταλγούσαν την όψη σου
-Μέσα στο χθόνιο αναλόγιο της θεϊκής ποίησης-
Κατακρατούσαν τις αποδομίσεις της ιερής Σελάνας
Έναστρος κλαδίκαρπος ο ουρανός του Αυγούστου
Μεθούσε με την φύση του αγριοτριαντάφυλλου
Ριγμένου στις αποχρώσεις των οπάλιων μαλλιών σου
Παιδιά της θύελλας με τα ακριβά γιορντάνια στο λαιμό
Δεμένα στο μεσιανό κατάρτι μιας απορρεούσας ζωής
Βάφτιζαν το σύννεφο σε άσπρο τούλι της τουλίπας
Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας σιωπούσαν όνειρα απουσίας 
Χόρευες με τα ιστία της αρχαίας τριήρης
Απολαμβάνοντας τους ασημένιους σβόλους
Της αναρριχτής άμμου που για χρόνια πολλά απιστούσες
Ένα δάκρυ στυφό στέγνωνε στο πρόσωπο σου
Σαν να φοβόταν την ύπουλη έκρηξη του ηφαιστείου
Δονούσε αργά ο τριπλός κραδασμός της φαλτσέτας
Μάζευες το μίσος της αγάπης από τα υγιή φύλλα
Του νοσταλγού ευκαλύπτου στο κήπο της πολύλαλης τρέλας
Η ώρα του καφέ πλειοδοτούσε τα μύρα των μουντών κτιρίων
Έφερνε στριφτά τσιγάρα στο χέρι του ζητιάνου χρόνου
Γλυκιές επικαρπίες στο χνούδι του καλοκαιρινού ορίζοντα
Ένα πιάνο υμνούσε την ομορφιά του ακροδάκτυλου κρίνου
Αλχημιστές και μοναχικοί αρτεργάτες κατακρεούργησαν
Τις σιγαλές νύχτες με τους απλωμένους χιτώνες των χειρουργείων
Στον ώμο του περιπλανώμενου νεκρού επιβάτη, γιος του βάλτου
Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας ενθυμούνταν τις παύσεις του πυρός
Πράσινες κηλίδες μιας απρόσμενης αυταπάτης
Πυροδοτούσαν τους έγχρωμους ναύτες
Του καλοκαιρινού ταξιδιού στον πόντο της Ανατολής
Έβριθε το φως αρμύρα κι απόξενους αρματηλάτες
Αίμα ζεστό πλημμύριζε τις κούπες του αμαρτωλού έρωτα
Χρυσάφι και στάχυα πύρωναν τα χέρια του κύματος
Παφλασμοί καλωσόριζαν τους κρουνούς της πίκρας
Έγκλειστοι οδοί ιχνηλατούσαν τις οιμωγές του φιδιού
Πονούσαν οι κήποι με τις ανασαμιές του θανάτου στο βέλο
Φλέγονταν οι πόθοι του ενοχικού παλιομοδίτικου καπέλου
Χρύσιζαν οι αστραπές του άπορου λεοντόκαρδου έρωτα
Βυθός παντού και αναστάσιμες κλαίουσες μέρες
Τραβούσαν για το θερινό ηλιοστάσιο της απόχης
-Μέσα στο χθόνιο αναλόγιο της θεϊκής ποίησης-
Δερματόδετοι τόμοι πλάι στο μαυσωλείο της
Κυματιστής ελεγείας αναριγούσαν λευκές κρύπτες
Μιας απόδρασης στα υφαντά πέπλα ενός μεσουρανούντα ήλιου   

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

η θυσία


Πυράκανθοι και ρόδα φύτρωναν στα χέρια σου
Χέρσα η γη σαν την πικραμένη μικρή  Περσεφόνη
Απομυζούσε  τους χυμούς από τις ρίζες της  αγριελιάς
Και απ τον φλεγόμενο δίκταμο του σκιερού δάσους
Γκρεμνοί ακολουθούσαν το διάβα σου
Αλπινιστές με θείους χιτώνες σε προσπερνούσαν
Καθηλωμένοι στωικά στις αξίες της υψιπετούς ιδέας
Παρέκαμπτες  την ανηφόρα των αγαλμάτων
Με βουβές ικεσίες στην απόξενη παρουσία
Των συρμών που ένα απόβραδο πικρά εγκατέλειψες
Σμίλευες στα ακροδάκτυλα  σου με τέχνη περισσή
Μιαν ανάσα από τη μάχη των ερωτευμένων
Σωμάτων,  ίαμβοι των περιχαρακωμένων πόθων
Αντανακλούσαν στις περσίδες του χάους
Μικρούς ερωδιούς και αισθαντικές Αφροδίτες
Μάζευες τους ιστούς και τα πέπλα της βροχής
Στη κατερχόμενη κολασμένη πέτρα των χειλιών σου
Σαν αλιέας που εξορκίζει τον μύθο της τραμουντάνας
Σε λιμένες και παράκτιες πόλεις με αμύθητους πόνους
Ο θησαυρός του αδικοχαμένου παλαίμαχου Τρίτωνα
Ανέδυε  αρμυρισμένα φύκια και εμβόλιμες νύχτιες ζωές
Φουσκοθαλασσιές  κατακρατούσαν όστρακα αγγέλων
Χνώτιζαν το διπλό γυαλί του αβυσσαλέου πόντου
Και υγρές κηλίδες μετασχημάτιζαν το σόλο του κάστρου
Σε ήχους και κρεσέντο ενός γεναριάτικου ημεροδειχτίου
Μουσικοί αναδίπλωναν τις νότες τους στην πληγωμένη άρπα
Ορατόρια και όρθρους ανέσυρε το κρύο σκάφος της αορτής
Μελετούσες θανάτους και πικρές ομολογίες μικρών παρθένων
Έπειτα χρησμούς απήγγειλες στα αδέσποτα πετεινά
Κρύωνε ο αέρας, κρύσταλλοι προεξείχαν από τα μάτια
Και τα μεσοφόρια της ασημένιας καταιγίδας
Μοναχικός κι απρόσμενος έδινες ραντεβού
Στο μαρτυρικό εκκλησάκι με τις μούσες του Νότου
Ακροβολώντας σε εικόνες βυζαντινές
Λατρείες και αναθήματα από το καιρό της αμπέλου
Ευλαβικά σιωπούσες σε υστερότοκες μικρές στιγμές
Προσφέροντας θυσία το κόκκινο μαχαίρι
Μιας περγαμηνής θαλάσσιας ανεμώνης
Πυράκανθοι και ρόδα φύτρωναν στα χέρια σου
Καθηλωμένος πάντα στις αξίες της υψιπετούς ιδέας
Κι ώριμος για την θυσία της δωδέκατης νυχτερινής
Στου έρωτα το στερνό χοροστάσι αρχάγγελος ήχος

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

η ενδέκατη ώρα


Πονούσε η χορδή της καρδιάς
Στην θέα του ερεβώδους ωκεανού
Σήκωνες τα χέρια ψηλά
Να φτάσεις τους πολιορκητές
Της Άγιας Αρμύρας
Αποστασιοποιημένος πάντα
Στα κελιά των μοναχικών λειμώνων
Οξειδωνόσουν σε πλανήτες
Μακρινών ονειροδρομίων
Έκλαιγε η Αυγή
Με το τραχύ ύφασμα στο χέρι
Και τα μπουκέτα της αγράμπελης
Στην περίφρακτη αγκάλη
Υποταγμένη λες από χρόνια
Να ανακοινώνει αργά και παρήγορα
Τις οικτρές αναχωρήσεις
Και τις άχρονες αναγγελίες
Των υπόγειων σιδηροδρόμων
Άφαντοι οι επιβάτες
Ολοφύρονταν
Στις τροχιές του ισημερινού
Τα λαβωμένα δάκρυα τους
Κυλούσαν αέναα μετά
Πάνω στην προβλήτα
Με τις τρέμουσες γωνίες
Μαστίγωνε η σελήνη
Τον τροχό και το θείο χέλι
Του αόρατου ποταμού
Οι πέστροφες των πόλεων αδερφές
Βυθίζονταν απαλά
Σε καλοσυνάτες μοναξιές
Αργοπορούσες στην κλίμακα
Των τραυμάτων πυώδης και ωχρός
Σαν τη γλώσσα του φιδιού
Που παραπαίει στο φως
Φλέγονταν τα υπέρθυρα
Της πράσινης ματιάς
Κραυγές έγερσης σε διαπερνούσαν
Θάλασσες και σμήνη γλάρων
Περιέβαλλαν το δαχτυλίδι του πόθου
Με την αλυσίδα του νερού
Μοσχοβολούσε το άπαρτο
Στέμμα του έρωτα
Λεμονάνθια και υγρές αμαρυλλίδες
Οι αιώνες των αγαλμάτων
Σήμαιναν την ενδέκατη ώρα
Απωθούσαν τα νεκρά χέρια των πηγαδιών
Και την χοάνη της πορφύρας
Σε μακρινούς απόκρυφους μαιάνδρους
Ατημέλητος διάβαινες
Και δειλά προσκαλούσες
Το πάλλευκο περιστέρι
Στο περβάζι με τα αειθαλή ρόδα
Και τους πικραμένους κατιφέδες
Εμβόλιζες τις πτυχώσεις
Της γιορτινής γιρλάντας
Στον στολισμένο πόντο
Των θριαμβικών ενθυμήσεων
Μια χούφτα ασημένιου δελφινιού
Πρόδιδε το βλέμμα του Αδερφού
Τα λύτρα σου παραγκωνισμένα
Στις φιλύποπτες φραγκοσυκιές
Του εφήμερου Έρωτα
Βραδιά δυσοίωνη
Με τα σκάφανδρα
Ενός βραδυφλεγή Δεκέμβρη
Πώς να δώσεις έμφαση
Στην ματωμένη πλευρά
Του φεγγαρόφωτου;
Πονούσε η χορδή της καρδιάς
Στην θέα του ερεβώδους ωκεανού 
Σήκωνες τα χέρια ψηλά
Να φτάσεις τους πολιορκητές
Της Άγιας Αρμύρας

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

η εφαπτομένη της ζωής


Ύψωνες την εφαπτομένη της καρδιάς
Μπροστά στη μαβιά σημαία της Δύσης 
Αλύτρωτος βάδιζες
Παγιδευμένος 
Στις κυανώσεις της άναρχης λήθης
Έρχονταν η νύχτα με τους νάρδους
Και τους κρίνους στο χέρι
Καρδιοχτυπούσες
Ανάπλεκες λέξεις
Βουβή η νύχτα
Σε χτυπούσε με το ρομφαία της
Και το αιχμηρό χαράκι στους ώμους
Σκιρτούσες
Σαν μπροστά σε μια παλιά
Αγαπημένη φωτογραφία
Ταπεινωτικά θαμμένη
Στην αφιλόξενη τσέπη του χρόνου
Ποτέ το παρελθόν δεν σε σκίασε
Με τις προκρούστειες κλίνες του
Είχες  τις πόρπες σου καλογυαλισμένες
Το τόξο σου στο ερμάρι των πλανητών
Και τη σοφή σου κλεψύδρα στα αιμάτινα
Κλαριά της χαραυγής
Διάστικτο το φεγγάρι
Παράστεκε  το αφιονισμένο
Κυπαρίσσι του αναφιλητού
Ολόγραμμα ζωής μιας σπονδής
Στον κήπο με τα διαυγή αγάλματα

Ένας προφήτης μελετούσε
Τον ρόγχο του κόκκινου ουρανού
Παραδόθηκαν οι ρίζες του έρωτα έλεγε
Στους ωχρούς βράχους
Με τις κρύες πηγές
Η νύχτα σκούπιζε τη τέφρα της
Άναβε τα αστέρια
Των κολασμένων ποιητών
Με τα μεγάλα όνειρα
Και τα σταυροκάρφια στο χέρι
Προνοούσε για τους
Μυστικούς τους περιπάτους
Στα βαλτώδη νερά του Άδη
Κι έδινε το αντίτιμο
Στον βαρκάρη
Της Αχερουσίας αγκάλης
Τα δάκρυα των μυστών ύφαιναν
Τις εύθραυστες φτέρες
Και την άδολη μνήμη των άνθεων
Ο θάνατος έπλενε
Τα χέρια της ζωής
Με το αρμυρό νερό των βωμών
Και τα μύρα των ασφόδελων
Έσβηνε το μονόγραμμα σου
Από την άμμο των κυμάτων
Αδρανής ο μύθος των ουρανών
Πρόβαλε τα ικριώματα
Των διυλισμένων νεφών
Στον υπέργειο υδρατμό της μουσικής
Ύψωνες την εφαπτομένη της ζωής
Μπροστά στη μαβιά σημαία της Δύσης
Αλύτρωτος βάδιζες
Παγιδευμένος 
Στις κυανώσεις της άναρχης ανάμνησης 

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

το πληγωμένο χέρι του έρωτα



Με ευχές ντύσαμε το ασημένιο πουκάμισο της αρπαγής 
Μάτωνε το σώμα στην ανάκρουση του τελευταίου μύθου
Περιμέναμε ανέστιοι μπροστά στον φεγγερό ορίζοντα
Λυπημένοι να δούμε  την φρενιασμένη λήθη να περνά
Φοβηθήκαμε να κοιτάξουμε το στεφάνι του πηγαδιού
Η λάμα κύρτωνε πάνω στο λεκιασμένο μπράτσο της λίμνης 
Ήταν νωρίς να αποκοιμίσεις τα όνειρα πάνω στον πάγο
Πως να φυγαδεύσεις το πληγωμένο χέρι του έρωτα;

Προσπέσαμε θρηνητικά  ένα πρωί στο άρμα της αγάπης
Ο χωρισμός σπαραγμένο αιλουροειδές χωρίς αίμα 
Ένας ύφαλος ο πόνος κυμάτιζε στα στήθη μας
Δεν πήραμε απόκριση, θυμωμένο το κτέρισμα
Με το κέρινο χερούλι πολιορκούσε τα απογεύματα μας
Μακρινές εξοχές συλλάβιζαν τις αποχρωματώσεις του κάδρου
Στένεψαν οι θάλασσες και τα βυσσινιά μουράγια
Πάνω στα  χείλη των ψαράδων απλώθηκε το χαραγμένο
Όστρακο των Αδερφών με τα κατάστικτα μάτια
Πως να φυγαδεύσεις το πληγωμένο χέρι του έρωτα;

Μέσα σε διττές απουσίες καλύψαμε τον αγιασμό
Με το σκουρόχρωμο βασιλικό και την μεθυσμένη λεβάντα
Το θυμίαμα έκαιγε στο αργυρό φτερό του αητού
Χρύσιζε ο ουρανός το ρόδο έπεφτε  νεκρό στα πόδια μας
Αιχμηρούς σταυρούς καρφώσαμε στο φεγγίτη του σπηλαίου
Δίπλα στον σταλαγμίτη βρήκαμε το σφαγιασμένο
Φως του αποσταμένου κωδωνοκρούστη, δεν μας μίλησε
Κινούσε τα χέρια του δεξιόστροφα σαν να ήθελε να πετάξει   
Πως να φυγαδεύσεις το πληγωμένο χέρι του έρωτα;

Στην αποτέφρωση του κορμιού μας συνάξαμε σταγόνα σταγόνα
Την αφρώδη αρμύρα, απέριττοι περιμέναμε το ξημέρωμα
Έπειτα ήρθαν οι άγγελοι με τις λευκές τριζάτες μπλούζες
Μας φίλησαν στο μέτωπο και ένα κλωνάρι βάγιας μας χάρισαν
Σε πολυεπίπεδες αίθουσες μας οδήγησαν, βγάλαμε τα μαντήλια μας
Στρίψαμε τσιγάρο με φεγγαρόσκονη μη μας αναγνωρίσει ο δήμιος
Τα απογεύματα την ώρα του καφέ αυτοκτονούσαμε στη γαλήνη του τραπεζιού
Μαζεύαμε τα ψίχουλα από το μπαγιάτικο μάτι του ήλιου και  δέσμιοι
Περιμέναμε μάταια το πιάνο να κατρακυλήσει τις νότες του στην ψυχή μας
Ελεήμονες σβήναμε τα πέλματα μας από τις τροχιές και τα σκοινιά του χρόνου
Απάντηση δεν πήραμε για το άγος, η ζωή μας πύρωνε τους κρυστάλλους
Είχαμε χρόνια αποκλεισμένοι στα θαλερά μαύρα κουτιά της αγάπης
Πως να φυγαδεύσεις το πληγωμένο χέρι του έρωτα;

στον φίλο Φάρο

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

σουρεαλιστικά δρώμενα


"γωνιομετρώ τις εγκάρσιες φλέβες σου
εκεί που ζεις με ένα άλικο λουλούδι στα χείλη" 



Έκλεισες τη ζωή σου
Σε ένα σπίτι δίπλα
Στην αρχαϊκή πλατεία
Λιτός ο χώρος
Ρυτιδωμένος
Από τα γκρίζες ριπές
Της ύστερης καταιγίδας
Ο καστανάς σαν ευέλικτος
Ζογκλέρ
Έστελνε τις φρεσκοψημένες
Ψίχες του
Στα νεαρά ζευγάρια
Με τους ιώδεις
Χαρταετούς
Τα παιδιά απουσίαζαν
Στις σπονδυλωτές ζωγραφιές
Του δάσους
Οι μανάδες έτριβαν
Με χαρά τις φιλικές
Παλάμες τους
Ανυπομονούσαν
Σήμερα δεν πέρασε
Ο ταχυδρόμος
Τα γράμματα αποξεχάστηκαν
Στο πηγάδι του άφωνου
Επταπύργιου
Δίπλα στο περίπτερο
Το τρενάκι συλλάβιζε
Τους τριγμούς
Της απέθαντης άρπας
Είχε ένα κόκκινο κουμπί
Και μια κερματοθήκη
Διχασμένης απουσίας
Σώπαινε
Δυο σταγόνες ιδρώτα
Στις ρόδες του
Και μια ανάμνηση
Μακρινής εξοχής
Στον σκυρόδετο
Ανεμοδείχτη της
Ενόρασης
Κλείδωνε η ζωή
Την βουλιαγμένη
Σιωπή της
Στο ξαναμμένο
Παγκάκι με τη γκρι
Ομπρέλα

Έκλεισες τη ζωή σου
Σε ένα σπίτι δίπλα 
Στην αρχαϊκή πλατεία
Αβρός ο χώρος
Λεπτοδεμένος 
Σαν τη μικρή φλέβα
Της ανήσυχης 
Θυγατέρας 
Που καθέλκυε τους
Μανδύες του
Απογεύματος   
Το άγαλμα χρέωνε
Στους θλιβερούς 
Περιπατητές
Την αισιοδοξία 
Της πράσινης γρίλιας 
Ζητούσε το αντίτιμο
Της γλυκόριζας 
Χωρίς να ματώσει 
Τη μουσκεμένη του 
Κνήμη 
Πονούσε ο έρωτας
Καμπάνες ακούστηκαν
Από τα οδοφράγματα 
Της πολιτείας 
Το κωδωνοστάσιο 
Αποχαιρετούσε τη σκόνη
Του ορίζοντα
Μέσα από την έλξη της 
Μεσιανής Πέτρας
Το μάρμαρο 
Σιγμοειδείς ποταμός
Χάραζε αγγελικά 
Αρχικά πάνω στην μετόπη του

Έκλεισες τη ζωή σου
Σε ένα σπίτι δίπλα 
Στην αρχαϊκή πλατεία
Ζεστός ο χώρος 
Ασκητικός 
Ο εφιάλτης του 
Ονείρου ανέβαζε 
Στις σπασμένες χορδές του
Το είδωλο του ακροβάτη 
Πλακόστρωτος 
Ο πόνος του παγοπώλη 
Έφερνε στα μάτια 
Πλάγιους ολοφυρμούς   
Σκοτείνιαζε στις άκρες
Της καλοσυνάτης 
Χειρονομίας 
Στο παλτό σου 
Έλειπε το δεύτερο κουμπί 
Αέρας κρύος 
Διαπερνούσε τα εφτά 
Χρώματα του Μάγου 
Βιαζόσουν 
Τύλιξες εγκάρσια 
Την εφημερίδα σου 
Έτσι για να απασχολήσεις 
Τα μουδιασμένα δάκτυλα σου 
Το σπίτι σου 
Φθαρμένο πορτραίτο 
Της δικής σου σταύρωσης 
Σε καλωσόρισε 
Στα παντζούρια 
Και στο πλατύσκαλο
Είχαν στήσει φωλιές 
Τα ασπρόρουχα της θάλασσας 
Τα ανάδεψες με τον αντίχειρα 
Κι απόκρυφα τράβηξες 
Το μάνταλο της πόρτας 
Στο όνειρο σου ήρθε 
Η μορφή του αδέσποτου 
Σκύλου με το σπασμένο 
Πόδι 
Βγήκες στην πλατεία 
Όλοι είχαν φύγει 
Μόνο το άγαλμα 
Σφύριζε μπαλάντες 
Της βροχής 
Στο γκρίζο ίσο  
Της ομπρέλας 
Την άνοιξες 
Κι άρχισες να πετάς 
Στην ισορροπία
Του ικριώματος 
Κανείς δεν σε αναζήτησε 
Για τα επόμενα 
Τριάντα χρόνια

αφιερωμένο στην Φαραώνα 

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

η ιλαρότητα της αμαζόνας


Στο ασημένιο φόρεμα της λίμνης
Ξεχώριζαν τα ολόλευκα φτερά της χήνας
Κι εκείνο το δερμάτινο βαλιτσάκι
Του απαγχονισμένου μουσουργού
Που επέπλεε πάνω
Στα σπιρούνια
Της μικρής αμαζόνας
Οι όχθες βρυώδεις νεκρές
Έστελναν τις μακρόσυρτες νότες
Του μελαγχολικού ορατορίου
Στην επιφάνεια της μακρινής πατρίδας
Κωπηλατούσες στο φως
Ανονείρευτος κι αβαρής
Με τα γκέμια του ήλιου στον ώμο
Ψελλίζοντας εικόνες της ψάθινης θάλασσας
Εκεί που κάποτε ξάπλωνε το δάκτυλο της αγαπημένης
Άγνωστο κύμβαλο της παρειάς σου
Φιλημένο από την ανθρώπινη θαλασσογραφία
Εφτάφωτος έρωτας και της λαγνείας σκληρή οπή
Σιωπούσε στον εύηχο λιμενοβραχίονα της ροδοδάφνης
Ελλιμενισμός ενός ακρότατου φιλιού στις όχθες σου

Στο ασημένιο φόρεμα της λίμνης
Ξεχώριζαν τα ολόλευκα φτερά της χήνας
Ριπές φιλιών ανάβλυζαν
Από τα βάθη των μοναχικών νούφαρων
Βάλσαμο στα έφιππα μάτια
Της μικρής αμαζόνας
Φύλλα με το άρωμα του κιτρολέμονου
Φυγάδευαν στις φωτιές των νυμφών
Τις εικονογραφημένες γλώσσες
Των αδέσμευτων πευκώνων
Αδημονούσες στο σκότος
Ξυλιασμένος από την μαγεία της αγάπης
Ρυτιδιάζοντας αργά την επιφάνεια της λίμνης
Με τα δάκρυα του τελευταίου καλπασμού
Στη βαλίτσα κλειδωμένα
Τα μουσικά σου τετράδια
Παλινωδούσαν στις σπονδές του σύθαμπου
Την ελευθερία του φωτόδεντρου
Και του σπαραγμένου βλέφαρου το δάκρυ
Αργά το απόγευμα ντύθηκες
Τα ασημένια φτερά της ειμαρμένης
Κι απέδρασες στην αχλή της μουσικής
Σαν απόμακρος ιππέας του θεού
Η αμαζόνα χάιδεψε με ιλαρότητα
Το πιγούνι του κυανόχρωμου αγάλματος
Και συνομίλησε με τον Θεό των μαγικών ιππέων
Ελλιμενισμός ενός ακρότατου φιλιού στις όχθες
Του σύμπαντος έρωτος 

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

ο χορός των μυστών


Πετούσες το αδράχτι της μοίρας
Πάνω στις χρυσές
Καντηλήθρες του ήλιου
Δεν φοβόσουν  τη ζωή
Τον θάνατο αντέκρουες
Με δίχτυα με μνήμες
Και  με τα ναυαγισμένα χέρια
Του γυάλινου πόντου
Εκείνου που μνημόνευες κάθε που έφευγες
Για τους άφωνους κύκλους
Απέσπασες  στο οχυρό της ακοής σου
Τον ασημένιο ήχο της φιλύρας
Το πανδαιμόνιο σύρσιμο
Της σαύρας
Και τη ταπεινή προσευχή
Της καμπανούλας
Ύστερα χόρεψες
Κάτω από την βροχή
Σαν Θεός που εξιλεώνει
Τους τριγμούς της ρίζας του
Αναμάρτητος πλάνητας
*
Χορός των μυστών
Των πρωινών κήπων
Και των απαρηγόρητων φύλλων
Ανάταση του μερμηγκιού
Και του πολυμήχανου
Σκορπιού
Έδωσες πνοή ανάσας
Στον παράδεισο σου
Από ένα καύκαλο
Εκατόχρονης χελώνας
Συμπορεύτηκες με τη μαγεία
Των επιθαλάσσιων νεφών
Χωρίς ποτέ να σπάσεις
Το λαγήνι
Με τα μύρα της άγριας ανεμώνης
*
Αιθέριος και μόνος
Τράβηξες για τις πάμφωτες
Πόλεις του Νότου
Ήσουν ο άξιος συνεχιστής
Της αθώας πεταλούδας
Μακροημέρευσες για να δεις
Και να περιγράψεις την ανία
Του μαύρου νήματος
Λαβύρινθοι τώρα σιγούν
Στα γόνατα σου
Κι ένας εσωτερικός παραδαρμός
Προσκρούει στα μάτια
Της αήττητης μέλισσας
Ποτέ οι σειρήνες δεν έδωσαν
Νόημα στην Ιστορία των λυγμών
Αφουγκραζόσουν την προεξοχή της  ζωής
*
Μόνος τώρα διαφυλάττεις
Τους κρουνούς
Του αρχαίου σταδίου
Και προχωράς
Μοναχική πεταλίδα
Κολλημένη στον βράχο
Το χορό σου παρακολουθεί
Σεμνά ο δίδυμος αδερφός
Της θυσιασμένης σελήνης
Εκκωφαντική η μνήμη
Του πεντελικού μάρμαρου
Ταξιδεύει στις φλέβες
Των νόστων σου
Μαρμότες κι ακανθόχοιροι
Πληγώνουν τα χέρια σου
Αλλά ευτυχείς να δημιουργείς
Τους νέους σου κόσμους
Πλάι στο βασίλειο των νεκρών
Σε περιμένω στο σκοτεινό φως
Της άρρωστης λιβελούλας
Να βρούμε  εξαρχής
Την εσοχή του μαύρου ηφαιστείου
Είναι σκληρό να αποκοιμίζεις
Τα χέρια σου πάνω στη φωτιά

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

οι μνηστήρες της πέτρας


"πόες και πέτρες φύτρωσαν στις σκαλωσιές του σπιτιού"

Τα αφρώδη μάτια της ακτής
Σε κοιτούν κατάματα
Σαν γέρικα ρολόγια που τους
Λείπουν οι λεπτοδείκτες
Και αέναα μαγκώνουν
Τις βλεφαρίδες τους
Πάνω στην
Καρφίτσα της ψυχής
Πιο πέρα από τους
Λειμώνες της φρέσκιας γης
Εκεί στο πουθενά
Που σε αναζητούσα δακρυσμένη

Πεινασμένοι οι μνηστήρες
Της θεάς πέτρας
Σκουπίζουν το ανεμοδρόμιο
Της βροχής
Δεν θέλουν να πεθάνουν
Είναι αργοκίνητοι
Και μυημένοι στους
Καρτεσιανούς κύκλους
Ερωτευμένοι κι αναλφάβητοι
Με τον λίκνο της ομορφιάς

Παθιασμένοι κάθε πρωί
Βάφουν τους τοίχους
Του πύργου τους
Στο χρώμα της ώχρας
Και κίτρινο καναρινί
Τα παντζούρια του νοτιά
Συνδιαλέγονται
Με τους θεούς
Της πανώριας  ώρας
Αντικρούουν τις μνήμες τους
Με εποχικά τσίρκο
Που διανυκτερεύουν

"πόες και πέτρες φύτρωσαν στις σκαλωσιές των δακτύλων σου"

αφιερωμένο 

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

οι οριζόντιες προσωπίδες



Όταν τα μάτια σου
Εξαγγείλουν
Το ψέμα 
Θα ντυθώ 
Την σιδερένια σου 
Προσωπίδα 
Δεν θα με αναγνωρίσεις 
Όσο κι αν ποθείς 
Τη διαύγεια 
Της γόνιμης σάρκας μου.. 
Τα πορτοκαλάνθια  της λήθης 
Θα έχω ντυθεί 
*
Μικρά ψάρια 
Αιωρούνται στον ορίζοντα
Οι αστραπές της φυγής 
Ξεκουράζονται 
Στα χρυσά τους λέπια 
Λευκαίνουν τα μάτια τους
Με τις ψηφίδες του ορείχαλκου 
Μακάρια τα ψάρια 
Λιπαίνουν  τη χλόη 
Του αστέρινου γαλαξία 
Με αίμα γαλαζωπό εμβρυογενές 
Δίνονται στον έρωτα
Σαν αιώρες θνησιγενείς
Επιστρέφουν στο φως
Εκεί που η θάλασσα 
Τινάζει τα αφρώδη σεντόνια της 
Στο κόλπο της Αιολικής πέτρας 
Τα ψάρια αναπνέουν 
Τις φιγούρες 
Των αρματοφόρων σύννεφων
Και κονιορτοποιούνται
Σε ψήγματα ανθρωπινής σιγής 
*
Λιθοβολούσαν τον άνεμο 
Άρμενα νοτερών 
Ναυαρχίδων 
Απόβαση 
Σε κοραλλιογενείς νήσους 
Προσχεδίαζαν οι φανοστάτες 
Χωρίς ούτε έναν αποστάτη 
Στο εφαλτήριο τους 
Αδημονούσαν οι λαοί
Η γη ένα δώμα ασημόκρουστο
Σώπαινε
Κανείς δεν την προειδοποίησε 
Για το ταξίδι 
Της απατημένης αγάπης 
Ο αποσπερίτης ανέβαζε
Τις πράσινες γαζέλες 
Της σαβάνας 
Οπισθοχωρούσε  ο ορίζοντας 
Σαν κάτωχρος σκύλος 
Είναι βουβός ο πόνος 
Κάτω από το χώμα   

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

η μυσταγωγία των ωκεανών

Μέσα σε ταπεινά απόσκια νησιά σε αγαπώ

Εκεί που δεν καταδέχονται

Να ρίξουν τα ακριβά τους βλέμματα

Τα δελφίνια

Είσαι εκεί και παντού

Φιγουράρει το σκίτσο σου

Πάνω στους υγρούς αμμόλοφους

Και μέσα στα αρμυρίκια βοούν

Οι σπινθήρες από το δικό σου αίμα

Το ακρόκυμα κρατάει στις αψίδες του

Τα άδεια σου μπράτσα

Κάθε βράδυ μιλάς με τα γλαροπούλια

Μου είπες

Κι έχεις για συντροφιά σου το γέρο καπετάνιο

Με το σπασμένο τιμόνι

Εκκολαπτόμενες μέδουσες διεισδύουν

Στις παρανυχίδες των δακτύλων σου

Για αυτό σε αγαπώ με πόνο και τρέλα

Ο γέρο καπετάνιος σου ιστορεί

Για πολλοστή φορά

Τα καραβίσια βάσανα

Τις γοργόνες που αγάπησε κι άφησε

Και τις βέρες που χρωστάει ακόμα

Σε μια νέγρα στο Κονγκό

 

Τα καρνάγια άδειασαν μονομιάς

Ένα βράδυ

Απέπλευσαν στόλοι πλοιαρίων

Αυτός μοναχικός σέρνει τα βήματα του

Και κολυμπά πάνω στην πλάτη

Της στεριανής αρμύρας

Θα λιποταχτήσω από τη ζωή

Σου είπε μια μέρα

Την κρύα νύχτα δεν θα δεχτώ

Στο προσκεφάλι μου

Θα λιποταχτήσω από τις παράγκες

Που κρύβουν

Τα ακάνθινα στεφάνια των αχινών

Θα λιποταχτήσω από τις ισχνές στεριές

Για να βρω τον σταυρό του πόντου

Καρφωμένο ξανά πάνω στα τατουάζ μου

Πριν με αφομοιώσει η σκέπη

Των θαλασσίων μνημάτων και φύγω...

 

Εσύ, οι γλάροι κι ο καπετάνιος

Οι μόνοι μου φίλοι

-Σε αγαπώ με πόνο-

Ίσκιους κυνηγάς και δισκοπότηρα

Θρυμματίζεις πάνω στο μεθύσι σου

Παρηγοριά σου το άρωμα της μυρτιάς

Κι ο μίσχος της πικροδάφνης αδερφός σου

Σε βλέπω

Σε προσέχω

Σε γεύομαι 

Αντίσταση δεν φέρνεις

Σε βλέπω

Σε προσέχω

Δεν σε χορταίνω

Τα χιονισμένα σκίνα δεν προσκυνάς

Σε βλέπω

Σε προσέχω

Σου δίνομαι

Και δυο κρυστάλλους αλατιού

Κρατώ κρυμμένους

Σε μελανόχρωμα αγγεία

Θα έρθω κοντά σου γιατί αξίζεις

Μια λόγχη φως από το τηλεσκόπιο

Της αυγής

Εγώ, εσύ, ο καπετάνιος κι η ισχνή στεριά

 

Θα έρθω κοντά σου

Αρκεί να μάθω στα δελφίνια

Τις ελικοειδείς σπείρες των νησιών σου

Αξίζουμε μια βόλτα πάνω στη ράχη τους

Μόνο πρόσεξε το σχήμα της μεγάλης άρκτου

Σαν παίρνει τη μορφή μιας ολόδροσης καρδιάς

Είναι η δική μου που στα μέρη σου φτάνει

Δεν θα αργοπορήσω

Θα αναδυθώ μες από το πέλαγος σαν Αφροδίτη

Κρατώντας στα χέρια μου

Τα μονοκοτυλήδονα  του Έρωτα μας

Σε θέλω σε εμπεριέχω ανήκω στο αίμα σου

Και δώρα ακριβά της σάρκας θα σου χαρίσω

Σε θέλω σε εμπεριέχω κρατάω τη στάχτη σου

Κι αποδομούμαι

Σε αγαπώ με πόνο

-Έσταξες θάλασσα πάνω στα μάτια μου-

Μέσα σε ταπεινά απόσκια νησιά

Καρτέρεψε με!