Μια ριπή αγέρα διαπερνούσε απ' άκρη σ' άκρη την πόλη κάθε που έφτανε η ώρα
που το κορίτσι του κάστρου έβγαινε από το σπίτι του
Ψηλή λυγερόκορμη ελαφροπατούσα
ξεκινούσε τη βόλτα της προς την κατεύθυνση του παρακείμενου ποταμού
Κανείς δεν την είχε δει ποτέ Κανείς δεν την είχε πλησιάσει Κανείς δεν της είχε πάρει λόγο
Με τις νυχτοπεταλούδες μιλούσε με τις μυρτιές και τ' άγουρα στάχυα συναναστρεφόταν
Στο φως της μέρας ποτέ δεν έβγαινε Ήλιου χάραμα δεν είχε δει Φιλήματα δεν ήξερε
Σαν μια μάγισσα του σκότους την φόβιζε πολύ το φως και τ' ανακάτεμα με τα επίγεια
την απωθούσε
Μόνο μία νύχτα κάθε που έβγαινε το ολόγιομο φεγγάρι του Μαγιού χάραζε την πορεία της
στον έξω κόσμο Μια φορά το χρόνο ξετύλιγε το νήμα μη και χαθεί Όλα τα φεγγάρια τα
αγαπούσε αλλά μόνο εκείνο του Μαγιού ήταν που την προσκαλούσε ερωτικά κοντά του
Περπατούσε αργά με τις πρέπουσες πάντα προφυλάξεις να μην πληγώσει το χώμα τις πέτρες
και τα ολάνθιστα ρόδα Ειδικά τα ρόδα που της έδιναν εκατόφυλλες ζωές κι ανάσες πολύχρωμες
Κάποιοι την αποκαλούσαν "κόρη του φεγγαριού" και κάποιοι άλλοι "αλλοπαρμένη" και "μάγισσα"
Μάλιστα τόσο μακριά έφτανε η φαντασία τους που την θεωρούσαν ικανή -με τις υπερκόσμιες
δυνάμεις της- να προξενήσει αναστάτωση στις μικρές καθημερινές τους στιγμές
Δονήσεις και ρήγματα βαθιά στις απρόσωπες σχέσεις τους να επιφέρει
Έκαναν τάματα στον Άγιο Έκαναν ολονυχτίες στην Παναγιά των Βράχων Σκόρπιζαν στάχτη
στα σταυροδρόμια Γέμιζαν τις στάμνες με αμίλητο νερό Μάζευαν τα παιδιά πριν πέσει
το δείλι στο σπίτι μην και τα πληγώσει
Κλειδαμπάρωναν τις πόρτες κι έβαζαν στα πόμολα αραχνοΰφαντα σκεπάσματα
διάφανα να γίνονται τα χάδια τους Μαγικά ανακάτευαν φίλτρα
Κακό να μην τους βρει Η ματιά της μην τους διαπεράσει Η δύναμη της μην τους τσακίσει
Αυτή τίποτα απ' τα παραπάνω δεν γνώριζε Με το νήμα στο χέρι περπατούσε
Ένας ο προορισμός ένας ο πόθος της:
Ν' αγκαλιάσει το ολόγιομο φεγγάρι που στο ποτάμι πνίγονταν
Αχτίδες να μαζέψει στο προσκεφάλι της να τις φυλάξει
Να λάμπουν ονειρικά οι μακριές της νύχτες
Απόκοσμες ν' ακούει μελωδίες σαν εκείνες των γρύλων την ώρα της συνουσίας
Όλα κυλούσαν ομαλά σαν τα ατάραχα νερά της λίμνης Όλα προχωρούσαν τακτικά καθώς
η βούληση όριζε ώσπου ήρθαν οι ασημοκλωστές της βροχής πάνω στο κάδρο της φύσης
κι όλα τ' ανέτρεψαν
Χάθηκε το Μαγιάτικο φεγγάρι πίσω από τα σύννεφα Αγρίεψε ο ποταμός Κόπηκαν τα νήματα
Στιγματίστηκε ο έρωτας από μάτια ξένα Η περιπλάνηση μονομιάς διακόπηκε όπως βίαια και
κάθετα το νυστέρι τέμνει το σώμα στον πάγκο του νεκροτομείου
Αδήριτη έμοιαζε η φυγή
Εκείνη τη χρονιά αναβλήθηκε το ταξίδι Τα όνειρα μετακόμισαν στις ρίζες των δέντρων
κι η κόρη του κάστρου αμπαρώθηκε στην σκοτεινή της κάμαρα αποκαμωμένη μόνη
κι απογοητευμένη
Δεν άνοιξε τα παντζούρια Δεν πότισε το βασιλικό στο κεφαλόσκαλο Δεν μάζεψε σποράκια
για τα σπουργίτια Της έλειπε ο έρωτάς της
Απίστησε το φεγγάρι πρώτη φορά και δεν βγήκε χρυσοκλωστές να δέσει στα μαλλιά της
καλούδια να ακουμπήσει στα πόδια της
Πήρε λοιπόν κι άρχισε να υφαίνει τα σκοτεινά της υφαντά Που και που τα πλούμιζε με υγρά
φεγγάρια Μαγιάτικα ολόγιομα φεγγάρια που τον νου της έκλεβαν από παλιά
Εκείνα τα ψεύτικα
Ακούγονταν ο αργαλειός της απ' άκρη σ' άκρη σε όλη την πολιτεία
Ένας χτύπος αέναος σφυροκοπούσε τις μνήμες τα πάθη και τις απουσίες
Χάραζε στα παιδικά μάγουλα μουσικές
Τακ-τουκ όλες τις νύχτες να υφαίνει υγρά φεγγάρια
Να μην ξαποσταίνουν οι άνθρωποι
Να ακροάζεται το σκυλί με τεντωμένα τ' αυτιά και να αλυχτά
Να εγείρεται ο ουρανός και να σκορπιέται Να αμαρτάνουν οι ψυχές και να ξεχνιούνται άταφες
Τακ-τουκ με τη συνοδεία μιας ασίγαστης βροχής πάντα
Τακ-τουκ σι-σι στοίχειωναν εφιαλτικά όλο τον κόσμο
Περιέπαιζαν τις μοναξιές Ξεθώριαζαν τους μύθους
Εμπότιζαν τους κήπους με όξινα φιλιά
Πολλά τα υγρά φεγγάρια πολλά τα αινίγματα κι η κόρη του κάστρου στον υγρό της τάφο
Στο ανεμόκαμα της εφηβείας μαμά
Είχα την καρδιά σου για αντήλιο
Είχα τη ματιά σου για λιμάνι
Είχα την φωνή σου για ονειροδρόμιο
Μόνη μη μείνω
Σ' εκείνο το περβόλι με τις πιπερίτσες
Ένα απόγευμα ξάφνου μεγάλωσα
Στο έκρυψα μαμά
Για τον απλό μεγάλο λόγο
Πως το στοργικό σου χάδι λαχταρούσα ακόμα
Μικρό παιδί να μείνω
Ταχταρίσματα να μου κάνεις
Στροβιλιστά να γυρίζω γύρω από την ποδιά σου
Στα γόνατά σου τη φωνή μου να καλημερίζω
Μπήκα στην κάμαρα μου και δάκρυσα
Ξυλόγλυπτα αναφάνηκαν μπροστά μου
Τα σκεφτικά σου χέρια
Τ' αγκάλιασα βιαστικά
Λυγαριές κλαίγανε
Στης μέσης σου το δρομάκι σείοντας το άρωμά τους
Πόσο σ' αγαπούσα
Δεν σου μίλησα
Σκεφτική στο τραπέζι έκοβα το ψωμί
Μέτραγα τις βελονιές στο τραπεζομάντηλο
Έκανα χρόνια να σε δω ίσα στα μάτια
Φοβόμουν και τις φουρκέτες
Μα πιο πολύ με ταλάνιζε η σιωπή σου που αγάπη φώναζε
Ποτέ μου δεν μεγάλωσα μαμά
Ποτέ δεν πέταξα τη φανελένια σου κούκλα
Ποτέ δεν έσκισα το τετράδιο με τις ιχνογραφίες
Κοντά μου σε ήθελα βιαστική κι αγέραστη
Σαν πεταλίδα μυθική να γλυκαίνεις το χαμόγελο μου
Ολοδική μου μαμά να μου ξυπνάς
Ολόδροσες μελωδίες στο πάνινο μου καπελάκι
Μέχρι και σήμερα
Μυστικά σου κρατάω ακόμα
Τα πρώτα μου σκιρτήματα
Εκείνο το γλυκό μεθύσι κάτω από τις νεραντζιές
Αν στα φανέρωνα μαμά ίσως σε βάραινα
Ίσως έπαιρναν απόσταση τα φιλιά μας
Φοβόμουν το κεντρί της Άνοιξης
Που επωάζονταν στα βλέφαρά μου
Μην μας χωρίσει
Μην μας αφήσει μ' άκληρες τις χούφτες
Εκεί που κρυφά ακουμπούσες
Το καλοσιδερωμένο μου μαντήλι
Και το ζεστό γλυκό σου άρτο!
Έλαβε μέρος στο16ο Συμπόσιο Ποίησης που με
φροντίδα και αγάπη διοργάνωσε η φίλη μας Αριστέα
Μαμά το παλιό ανοιξιάτικο φουστάνι μου φθάρθηκε
Έριξαν τα γαζιά αμφίβολα ερωτηματικά
Τα κουμπιά έχασαν την επίχρυση τους βάση
(Πώς έλαμπαν θυμάσαι;
Σαν γιορτή αστεριών έλαμπαν
Στον Αυγουστιάτικο καμβά του νησιού)
Ολοκόκκινο φόρεμα της πασχαλιάς και του κεφιού
Μάζεψε στα μανίκια
Μα πιο πολύ αυτό που με λυπεί
Είναι το κόκκινο γιακαδάκι μαμά που ξεθώριασε
Ωχρό με σκουρόχρωμες κηλίδες έγινε
Σαν τα λατρευτά σου χέρια
Που τα παραμόρφωσε το στιλέτο του χρόνου
Κι όμως αυτό το ανοιξιάτικο φουστάνι
Παρά τη φθορά του δεσπόζει ακόμη στη ζωή μου
Βελτιώνει τη φορά των ονείρων μου
Σε θυμίζει!
Συχνά πυκνά το πλένω
Σιδερώνω το φαρδύ φιόγκο της μέσης
Ράβω με κλεφτές βελονιές τη χειροποίητη δαντέλα
Προσέχω τις πιέτες μην και ξεφύγουν
Κι ύστερα μαμά
Στο φως το αφήνω να μιλάει με τα γαρύφαλλα
Να χαιρετά το σγουρόκλωνο άρωμα σου
Γιατί από πάντοτε μοσχομύριζες μαμά
Έκλεινες μες στα μάτια σου γιασεμιά
Τα μαγουλά σου λούζονταν στο κίτρο
Και τα μαλλιά σου -όμοιες μεταξοκλωστές-
Ευώδιαζαν πράσινο σαπούνι και σταχτόνερο πλύσης
Μ' αυτά τ' αρώματα με μάγευες μαμά
Με ξελόγιαζες τ' απομεσήμερα κυρίως
Τότε που με έπαιρνες απ' το χέρι και με πήγαινες
Στους μεθυσμένους αμπελώνες και στους κήπους
Μύρα να αντλήσουμε κεντράδια και σφιχτόδετα τσαμπιά
Να γεμίσει το τσίγκινο πιάτο των φτωχών
Γλυκό ψωμί αγκαθωτά αγκιναράκια και τσακιστές ελιές
Για όλα φρόντιζες μαμά
Για το καρβέλι για το υνί για το χαμόγελο για τη φωτιά
Ξερόκλαδα μάζευες κι έφτιαχνες
Στεφάνια γελαστά κουκλάκια καλάθια και σταυρούς
Άνοιγες τα σεντούκια κι ακουμπούσες
Τα πλουμιστά υφαντά των πρωινών ωρών
Ύπνο δεν χόρταινες μαμά
Λαγοκοιμόσουν μην κι έρθει ο μέγας αστερισμός
Χρυσάφια να αποθέσει στο παραγώνι μας
Μη τυχόν και διαβούν εκείνα τα άσπρα πουλιά
-Που ανθρώπινη λαλιά είχαν-
Τα μυστικά της μοίρας να σου πουν
Πως τα καρτερούσες...
Για όλα γνοιαζόσουν εσύ
Για το σαπούνι τη σπορά την πλύση την ανεμόσκαλα
Την καλή μουριά που ξέραινες τα σύκα
Να μην μας βρει ο χειμώνας χωρίς γλύκισμα δικό σου
Γι αυτό σ' αγαπούσα
Γι αυτό θα σ' αγαπώ για πάντα
Κι ας φθάρθηκε το καλό μου φουστάνι
Κι ας ξεγελάστηκες πως το μαγκάνι του χρόνου δεν θα το άγγιζε
Εσύ μου έμαθες να υπομένω να μάχομαι και να γεύομαι
Να δένω σμιχτά τα χέρια
Σαν τους ωραίους φιόγκους της Κυριακής
Πριν ακόμα ηχήσει η πρώτη καμπάνα!
Έλαβε μέρος στο16ο Συμπόσιο Ποίησης που με
φροντίδα και αγάπη διοργάνωσε η φίλη μας Αριστέα
Οι δρόμοι που άνοιξε η ψυχή σου
Είναι πνιγμένοι στ' ασφοδέλια
Χωμάτινοι δρόμοι στενοί
Που πάνω τους οι χωρικοί σέρνουν τ' άροτρα
Αξημέρωτα μιλάς με τους αγγέλους
Στοιβάζεις τ' άχυρο
Ελέγχεις την κίνηση των αστερισμών
Τίποτα να μην μείνει τυχαίο ή αζύγιαστο
Κι έπειτα με ευθύβολο βλέμμα εκποιείς
Τα πολύτιμα πετράδια της νύχτας
Κι ακριβά μου φέρνεις αρώματα
Απ' τα ριζά του βράχου βγαλμένα
Σκαπανέας τ' ονείρου ολημερίς προσκυνάς
Της γης την έγκατη μήτρα
Σαν μητέρα σαν πόρνη σαν αδερφή
Κι όπως αγέρας εσπερινός
Αισθαντικά χωρίς κλειδί επιστρέφεις
Αφήνοντας αποτυπώματα στίλβης στο κορμί μου
Τα συρματόσκοινα που έδεσες
Στης ψυχής μου το ιστίο
Ανάλαφρα είναι δίχτυα του βυθού
Έτσι που να μην αγκυλώνονται οι λέξεις
Έτσι που να μην μαδούν
Τα υψηλά του κόσμου οράματα
Κάθε ξημέρωμα εκεί ακουμπώ
Τα γαλάζια φτερά μου
Καψαλισμένα στις άκριες
Από εκείνες τις φωτιές του έρωτα
Που ηδονικά με περνούσες
Αδυνατώ να μην σε έχω
Προσπερνώ την πρωινή αχλή
Κανονίζω το βήμα μου
Στου ήλιου να βγω το ιερατείο
Σινιάλα να σου στείλω και φιλήματα
Μαζί με το κομπόδεμα της συντριβής
Ξέρεις εσύ!
Τα επίχρυσα ρολόγια των προγόνων σου
Τα κλειδώνω στην καρυδένια συρταριέρα
Μην τα ακούς!
Μην τα πιστέψεις!
Μην τους δοθείς!
Ονειρικά κι αν σου τάξουν ταξίδια
Μην υποκύψεις
Εσύ ο μόνος οδηγός
Εσύ ο άρτος το αίμα κι ο οδυρμός
Εσύ η άκανθος και τα υδρόφυτα
Για σκέψου για λίγο μαζί να πλέουμε
Στις άβατες λίμνες της λήθης
Αγνοί ωραίοι κι άμωμοι
Να ξανοιγόμαστε στο χρόνο
Να μην μετρούν πλέον οι στιγμές
Να μην ωριμάζει ο καρπός στις λαγόνες
Να μην ανασαίνει ο σπόρος στο κιούπι
Όλα έγκλειστα στη φωτιά
Όλα μαζί και μυστικά
Όλα χαραγμένα σε παλίμψηστα αρχαία
Που κάποιος ιεροφάντης εντολέας
Στο αυγινό φως αμυδρά θα ανασύρει
Ένα Σάββατο του Απρίλη
Σαν κι εκείνο το Σάββατο που κρυφά από εμένα απέδρασες
Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις"που με επιτυχία
διοργάνωσε η καλή φίλη me(maria) όπου είχαμε την ευκαιρία να δούμε
πολλές ποιοτικές και δυνατές συμμετοχές!!
Γύρω μου βράχοι συρματόσκοινα σκουριασμένα
Κι ένας εφιαλτικός ίσκιος να με καταδιώκει
Δως' μου το χέρι σου
Έχασα το δρόμο
Μαζί να βγούμε στην αυγινή αχλή
Να σκαλίσουμε τα χορταριασμένα παρτέρια
Δες πως έπνιξαν τα χόρτα το μικρό δεντράκι
Καρυδιά μου είχες πει πως είναι
Τότε που γελαστός τη φύτευες στο χώμα
Κιτρίνισαν τα φύλλα της
Έγυρε ο κορμός της
Ξέχασε να καρπίζει και να μιλά
Φοβάμαι...
Παράμερα μια καλαμιά ακατάπαυστα θροΐζει:
Χρησμούς μελωδίες αινίγματα
Πώς να τα εξηγήσω χωρίς τη δική σου ματιά;
Θυμάσαι εκείνο το παιχνίδι με τους γρίφους
Που παίζαμε τα βαρετά βράδια του Νοέμβρη
Πόσο δύσκολα τους έλυνα
Πέθαινες στα γέλια ξεχείλιζες ομορφιά
Κι εγώ τραβούσα την κουρτίνα να δω το φεγγάρι
Να μου φανερώσει τη λύση
Ή κατέφευγα στα βιβλία
Να ψαύσω τις μαγικές λέξεις
Θυμάσαι;
Στο τέλος πάντα τα κατάφερνα
Ήταν ανοιχτός ο ορίζοντας
Απλωμένα τα χέρια
Κι ας με περιέπαιζες σαν παιδί μικρό
Ήταν διάφανα τα κρίνα το ξημέρωμα
Είχα γιορντάνια δακτυλίδια βραχιόλια
Είχα εσένα και μπόλικο ουρανό να γράφω τους στίχους
Τώρα άγουρος απόμεινα καρπός στυφός
Που κανείς δεν θέλω να τον γευτεί
Σ' αποθύμησα...
Μην αργείς
Ετοίμασα το δείπνο με καλούδια του Απρίλη
Έβαλα και το καλό μου φουστάνι
Εκείνο που μου χάρισες ένα μαγιάτικο δείλι
Πώς να βρω την κουμπότρυπα;
Πώς να δέσω το βιολετί φιόγκο;
Πώς να με δω στον καθρέφτη;
Μια αίσθηση πνιγμού με καταπίνει
Ακούς το σκυλί πώς αλυχτά;
Κοφτερά ξεπροβάλλουν δρεπάνια
Πολλά επιστρέφουν ψέματα
Άγριοι με περισφίγγουν ζόφοι
Φοβάμαι
Σ' αποθύμησα
Μην αργείς
Άναψα μυριάδες κεριά μην και σκοντάψεις
Έλα να ξεδιψάσω
Στο σπίτι σε περιμένουν τα τριαντάφυλλα
Στο πηγάδι το νερό μουρμουρίζει ερωτόλογα δικά σου
Τα πρώτα του νου μου λεξιλόγια
Σε περιμένω!
Έλαβε μέρος στο δρώμενο"Παίζοντας με τις λέξεις" που με επιτυχία
διοργάνωσε η καλή φίλη me(maria) όπου είχαμε την ευκαιρία να δούμε
πολλές ποιοτικές και δυνατές συμμετοχές!!
Τράβηξε την κουρτίνα Αχνοχάραζε Όλα μες στο πέπλο της ακινησίας αναπαμένα
Η φιλύρα ο σκίνος το δυοσμαρίνι ο χαλικόδρομος Όλα έμοιαζαν σαν να ψιθύριζαν
μεταξύ τους μυστικά που κανείς δεν θα ήθελε να ακούσει Ο αυγερινός αγέρωχος
όδευε στο θυσιαστήριο
Ξάφνου ένα φτερούγισμα ακούστηκα κάπου μακριά Ίσως να 'ταν κάποια κουκουβάγια
ή ένα ορτύκι που ξέφυγε απ' το βόλι
Τα μάτια της αποχαιρετούσαν το σκότος Τα χέρια της αγκάλιαζαν το λυκαυγές Οι
σκέψεις της ανέλυαν τα όνειρα που τη συντρόφεψαν τη νύχτα
Κάποτε -σε νεαρή ηλικία- έβλεπε συχνά ότι πετούσε Καλό όνειρο είναι της έλεγε η
γιαγιά της Θα πας ψηλά Θα ευτυχίσεις Θα απολαύσεις τις χαρές όλου του κόσμου
Την ελαφράδα θα γνωρίσεις της γαλήνης
Α! ρε γιαγιά χαμένα πήγαν τα λόγια σου!
Εσύ που σε όλα έπεφτες μέσα τελικά σε ό,τι για μένα πρόβλεψες διαψεύστηκες οικτρά
Χαράμι γιαγιά πήγαν κι οι μαντεψιές σου!
Εσύ που με τα σκίνα έφτιαχνες στεφάνια ολοστρόγγυλα πως και λάθεψες αγκάθια
να μπήξεις πάνω τους αντί για ρόδα και κρίνα Εκείνα θα μου ταίριαζαν Εκείνα θα με
προετοίμαζαν για τα μελλούμενα
Τα φορούσα αυτά τα στεφάνια και χόρευα Μαγιάτικα στεφάνια πλεγμένα με τέχνη
Φιγούρες έκανα μπροστά στον καθρέφτη Φιγούρες μπροστά στα ανοιχτά μπράτσα
της στέρνας που μυστικούς φρουρούς είχε στη δέση της
-Λουλούδι μου φώναζες έλα γρήγορα μέσα μη σε πάρει καμιά νεράιδα έτσι όμορφη
που είσαι Μη σε βασκάνει του ουρανού το μάτι και χάσεις τη λαμπράδα σου
Σε άκουγα Πώς να σου χαλάσω χατήρι; Έμπαινα στα λημέρια σου Αλεύρωνα τα χέρια
μου και τραβούσα προς το κατώι Άπλωνα το αλεύρι στο πρόσωπό μου Γελούσα Ήμουν
μια πραγματική νεράιδα ένας κρίνος στο έβγα του Απρίλη Με έπαιρναν οι νεράιδες που
λες γιαγιά χωρίς ποτέ να το καταλάβεις
Ζούσα πλάι στο ποτάμι των χεριών τους Ζούσα πίσω από τη ματιά του φεγγαριού κάθε
που απογειωνόμουν στα ονειρικά της φαντασίας ύψη και όταν μέσα στη χρυσόσκονη
των αστεριών περιδιάβαινα τα κρύες μου φωτιές μαγευόταν ο νους μου!
Εσύ ράφτρα σπουδαία μου έφτιαχνες εσάρπες φουστάνια και μπολερά Ποτέ όμως δεν
είχες δει τα μυστικά αραχνοΰφαντα φορέματα μου Τα δερμάτινα σαντάλια μου Ούτε τα
γαλαζωπά φτερά μου γιαγιά ποτέ δεν θώρησες Έπαιρνα τις προφυλάξεις μου σαν να μην
ήθελα να σε οδηγήσω στις περιπλανήσεις μου μην και χαθείς Τόσο που σ' αγαπούσα
Σε σεντούκια τα έκρυβα κάτω από τα λινά χειροποίητα σεντόνια σου που μοσχοβολούσαν
λεβάντα βανίλια και κίτρο
Εκεί τα φύλαγα και κάθε που πήγαινες το καταμεσήμερο να ξεκουραστείς τα ξετρύπωνα
θριαμβευτικά κι έβγαινα από το σπίτι Νεράιδα γινόμουν γιαγιά κι επιθυμούσα να με αγαπούν
τα ξωτικά οι μάγισσες κι οι άγγελοι τόσο που κι εσύ με αγαπούσες
Μίλαγα στα τζιτζίκια πλάγιαζα στα άγανα των σταριών κατέβαινα στο ποτάμι κι έπαιρνα
τη μιλιά του Πόσες μου έμαθε λέξεις δεν φαντάζεσαι Λίγο κρατούσε η περιπέτεια τελικά
όμως μήπως σ' αυτό το λίγο δεν εφορμούν όλα τα μεγάλα; Ψήλωνα γιαγιά όπως ψηλώνει
ο κισσός την Άνοιξη όπως ψηλώνει η κορμοστασιά στη νεότητα
Κι έπειτα ήρθαν τα ακάνθινα χρόνια Ήρθε η αρρώστια και τα κλειστά παραθυρόφυλλα
Τέλειωσαν οι αποδράσεις Έφυγες κι εσύ γιαγιά Μάζεψε κουβάρια μαύρα η πίκρα και μου
ύφανε το νέο μου φόρεμα Ξέφτισαν κι εκείνα τα αραχνοΰφαντα που φύλαγα στα σεντούκια
Ένα μόνο έμεινε ανέπαφο απ' τη φθορά κι ήταν εκείνο το τετράδιο με τα πατρόν σου γιαγιά
χιτώνες να φτιάχνω στης μοναξιάς τις ώρες για τις δικές μου νύμφες
Τα ίχνη που αφήνω στην άμμο Συχνά πυκνά βλασταίνουν Στέρεες ρίζες μπήγουν στο νερό Ωραίες υποθαλάσσιες ρίζες Να 'χουν οι μικροί αστερίες κι οι ιππόκαμποι Διχτυωτά να βρίσκουν καταφύγια Να 'χουν κι οι ψαράδες Μεγάλους να μετράνε καημούς Κόμπο το κόμπο να σμίγουν Το δάκρυ με την αρμύρα Στεριά πουθενά ούτε καν ένα χαλικάκι Ή έστω μια νησίδα με γλαροπούλια Μόνο κάθετοι αλατόβραχοι και φυκιάδες Που αφρίζουν λησμονιά κι αιθάλη πνιγμού Τα ίχνη που αφήνω στην άμμο Παλαιικές γίνονται εικόνες Με άγνωστους Αγίους Που στου έρωτα βούλιαξαν τη δίνη Στις παλάμες του βυθού ορκίζονται Με άρρητα λόγια που καταλύουν το φόβο Έγχρωμους χαρίζουν χάρτες Στα θρυμματισμένα κοχύλια των ακτών Αν ήξερες τι συνομιλίες κάνω μαζί τους Πόσα μελισσοκέρια μου φέρνουν Πόσο μου παραδίδουν οπλισμό Πόσο μου απομυζούν φαρμάκι Τη ζωή δεν θα ξεχνούσες ξανά να πάρεις αγκαλιά Μακριά να πάμε εκεί που οι άνθρωποι Δουλεύουν το μάρμαρο μονάχα με τα νύχια Και προτομές στήνουν στον Μέγιστο Ήλιο Τώρα που σου μιλώ μόνη είμαι Σαντάλια δεν έχω να διασχίσω τις ακτές Και που ακτές κοντά τους να βρεθείς Παντού βουνά πανύψηλα λαγκαδιές απάτητες Φαράγγια δύσβατα και τόποι πνιγμένοι στους ασπάλαθους Έχασα τις ρίζες μου Πισωπατώ τρομαγμένη Έχασα τους ψαράδες και τ' άγνωστα κονίσματα Αποθηκεύω δάκρυα στην κλεψύδρα Παραμερίζω τους πέτρινους όγκους Βοτανίζω τα δηλητηριώδη φυντάνια Κι ύστερα φτιάχνω Μικρά φυλακτά με το μάτι του Θεού στο κέντρο Αν ήξερες πόσο με παιδεύουν οι βελόνες Πόσο οι πληγές μου αιμορραγούν Χάρτινους αετούς θα ανέβαζες στα ύψη Για να σε βλέπω καθαρά Πλουμιστό γενναίο ταξιδιάρη Στου ανέμου το ξωκκλήσι προσκυνητή Αν γνώριζες την ξηρασία της γης μου Θα μου επέστρεφες στη στιγμή Τις θαλασσογραφίες που μαζί σου πήρες Μαζί με τα τραυματισμένα κοχύλια Τα ίχνη μου πάλι στην άμμο να ριζώσουν Ψυχορραγεί καιρό η θάλασσα μου Και κοντά της με θέλει Κληρονόμο να με ορίσει κι αρμυρίκι της
Αγαπημένε πρόβαλαν οι παπαρούνες στα λιβάδια
Καλοσυνάτες πασχαλίτσες βουίζουν στ' αυτί τους εαρινούς ύμνους
Έλα να σε ντύσω με φιλιά ηδονικά μην και πεινάσεις
Μίκρυνε το περίγραμμα των χειλιών μου απ΄τη θλίψη
Αγαπημένε εξανεμίστηκε τ' άρωμα στα ζουμπούλια
Με γοργό βήμα ο Απρίλης ανακατανέμει τα θαύματα
Έλα να με σκεπάσεις με στίχους ερωτικούς
Κρυώνω πολύ στα τυφλά σκαλοπάτια των άδειων πόλεων
Αγαπημένε μπουμπούκιασαν οι τριανταφυλλιές
Βιάζονται τα ρόδα απ' το ποτήρι του ήλιου να μεθύσουν
Έλα να τραβήξεις το αγκαθωτό συρματόσκοινο
Φοβάμαι πολύ τις αραχνιασμένες φυλακές της ψυχής
Αγαπημένε φούντωσαν οι θάμνοι στα πεζούλια
Καλά κρυμμένες θέσεις βρίσκουν τα παιδιά στο παιχνίδι
Έλα να διαλέξεις απ' την τράπουλα το πιο καλό χαρτί
Άφησα ανοικτό το πορτατίφ και με τις σκιές χορεύω
Αγαπημένε οι μαργαρίτες αναποφάσιστες κοιτούν τον ουρανό
Διαλέγουν τις πιο φωτεινές αχτίδες να πουν το "σ' αγαπώ"
Έλα να αναμετρηθούμε με του πόθου το ύψος
Έμεινα μόνη ν' αναπολώ τις κοφτές ανάσες που μου στέρησες
Αγαπημένε χορεύει ο άνεμος αγκαλιά με το κύμα
Ο μαΐστρος με κατακόκκινα τα μάγουλα αφιερώνεται στις σπηλιές
Έλα να αποκρυπτογραφήσουμε τα ιερογλυφικά της μνήμης
Άνοιξα το πήλινο πιθάρι και ξέχειλο ήταν με αρχαίες γλώσσες
Αγαπημένε λευτέρωσαν οι νεραντζιές τ' αρώματα του έρωτα
Βγήκαν και τα σπουργίτια αίμα να φέρουν και σπόρους χαράς
Έλα ολάνθιστα να φτιάξουμε στεφάνια του Απρίλη
Στης πόρτα μου το πόμολο ψυχορραγεί ο χάλκινος κύκλος
Αγαπημένε κόμισαν οι πασχαλιές μενεξεδιά πάθη στης γης το γιορτάσι
Σταύρωσαν τα κλαριά τους στην αχλή του κάλλους ταγμένες
Έλα να κατέβουμε στους κήπους τους φόβους να ξεριζώσουμε
Έχω μια πληγή βαθιά κι έναν ξύλινο πόνο στον κρόταφο που καίει
Αγαπημένε ξεπρόβαλαν τα χαμομήλια στο κοκκινόχωμα
Ζεστές φέρνουν ευχές κι ίαμα στις φλέβες που στο κρύο μάτωσαν
Έλα να κυλιστούμε στο χώμα οι ρίζες να μας γνωρίσουν
Τ' απογεύματα μου τα πήραν για πάντα οι καταρράκτες της Σαπφούς
Αγαπημένε κέρδισαν τα κυπαρίσσια δέκα πόντους ουρανό
Εκεί να ξαναγράψουν με μεγάλα ψηφία το όνομά σου χαρακωτά
Έλα τις ακίδες να βγάλουμε απ' το βλέμμα των φύλλων
Ξετυλίγω τις λέξεις στα σύννεφα να φτάσει η φωνή μου μελίρρυτη
Γεμίζω τις φλέβες μου με χυμούς
Από εκείνους που ενδυναμώνουν
Τις εκατόφυλλες τριανταφυλλιές
Κάνοντάς τες πλούσια την άνοιξη να ανθίζουν
Και μες στις ξερολιθιές επιθετικά να μπερδεύονται
Σαν τις στρατιές των άτακτων αγγέλων
Πριν την κυριακάτικη προσευχή στο παρεκκλήσι
Γεμίζω τις φλέβες μου με βρόχινο νερό
Ανθοφορεί το σώμα ιάμβους
Ευωδιάζει το τρίχωμα ουρανό
Συσπώνται γοργά οι κοιλίες της καρδιάς
Μέθη γεμίζουν τα κύτταρα
Πολλαπλασιάζονται ριγούν μεστώνουν
Την έλευση των δροσοσταλίδων αναμένουν
Έναν έρωτα χοϊκό κι ανίκητο να υμνήσουν
Σήμερα στον κήπο μου
Έκανε περατζάδα ένα λαβωμένο σπουργίτι
Ράμφιζε το χώμα
Ξεχορτάριαζε τα νεκρά καύκαλα
Ένας σπουργίτης μοναχικός
Δίπλα στο πέτρινο πηγάδι
Ήχος νερού
Κελαηδισμοί
Φτερουγίσματα
Και ρόδα πολλά ρόδα
Ένας ολάνθιστος όχτος με ρόδα
Ν' απλώνει η ευτυχία τα μπρισίμια της γιαγιάς
Να καλαφατίζει ο χρόνος της ζωής το μερεμέτι
Κι εγώ να συνομιλώ μαζί τους παρηγορητικά
Πετραδάκια να πετάω στον πόνο
Να λαβώνω τις κρύες λαμαρίνες της λήθης
Αλαφρωμένη
Στο χαμόγελο του φεγγαριού ν' ακουμπώ το δείκτη
Σώπασε μη μιλάς
Κοιμάται η Ροδάνθη πλάι στο βάθρο του αγάλματος
Γεμίζω τα υψώματα με διχάλες παιδικές
Ψέματα μου είπανε οι μοίρες
Κοινό ήταν το όνομά τους
Περιφρονητικό το βλέμμα τους
Κι εκείνος ο πανάρχαιος κρίκος
Που στις ανασκαφές βρήκα
Έκρυβε όλη της γης τη σοφία
Και μου τον άρπαξαν
Μα εγώ θα γεμίσω τις φλέβες μου με σκούρο αίμα
Κι ύστερα εξαγνισμένη θα μπω στην πομπή
Τι κι αν γκρεμίστηκε το ιερατείο
Τι κι αν λεηλατήθηκε η σκηνή των θεάτρων
Μπροστά θα σταθώ στο στηθαίο των αναμνήσεων
Να καταθέσω την οργή των λέξεων
Εκείνες που ψέλλιζε το πεινασμένο παιδί
Μπροστά στην κορνίζα της μάνας του
"Ήρθε η ώρα να σηκωθείς άνθισαν τα ρόδα στα παρτέρια"
Σώπασε μη μιλάς
Κοιμάται η Ροδάνθη πλάι στο βάθρο του αγάλματος
Νερά στο ψύχος,
σαν γίγαντες έγκλειστοι
άκαμπτα στέκουν
Στο μέγα ύψος,
γυμνή νεροσταγόνα
ενδύεται φως
Δες πως ουρλιάζει,
η ψυχή του καταρράκτη
κερματισμένη
Αλλάζεις δέρμα,
μα ποτέ δεν θέλησες
άλλο μαίανδρο
Σε νερού συρμό,
ξεχνάει το βατράχι
τον κοασμό του
Με χέρια υγρά,
η θάλασσα μπατσίζει
γέροντα βράχο
Τα δύο πρώτα έλαβαν μέρος στο1ο δρώμενο χαϊκού
που επιτυχώς διοργάνωσε η φίλη Μαρία Νικολάου
(τα υπόλοιπα συμμετέχουν στον σχηματισμό 24αδας
καθώς έτσι συνηθίζω να τα αναρτώ)
Κόκκινη ομπρέλα μεγάλη κι ούτε ένα ίχνος βροχής
Αχνά σύννεφα στην παλέτα
Του απογευματινού ουρανού
Κόκκινη ομπρέλα διάτρητη από τα σπαθιά των αχτίδων
Γάντια δαντελωτά στο χρώμα της ώχρας
Σώμα νεανικό Βήμα ανάλαφρο
Παραθαλάσσιο δρομάκι Αυγουστιάτικο δείλι
Με σκονισμένα τα σκίνα κι άχρωμα τα χείλη των εφήβων
Μετά τις καταδύσεις στα κρουστά νερά
Κόκκινη ομπρέλα με διακοσμητικό χερούλι Κριός η αίγαγρος
Δεν έχει σημασία
Ο άνεμος σαν χαιρέκακος τυμβωρύχος την έριξε στα βράχια
Εκεί που τα παιδιά είχαν σκαλίσει
Μια πλέρια γοργόνα τον προηγούμενο Σεπτέμβρη
Κριός η αίγαγρος Σπασμένες μπανέλες Χωρίς ουρανό
Κείτονται στων αλατιών τις γούβες
Ηττημένες από τα χέρια που τόσο αγάπησαν
Κριός η αίγαγρος Άγνωστο
Μόνο το κόκκινο -εμποτισμένο απ' την ανάσα της γης-
Καρτερεί την ώρα
Άγνωστο το πότε
Γνώριμο το μαζί!
*
Στο βυθό φύονται αιωνόβια δέντρα Κεχριμπάρια έχουν για φύλλα
Και στους κορμούς τους οι πεταλίδες βρίσκουν καταφύγιο δροσερό
Αιωνόβια δέντρα που με τα κυρτά τους κλαδιά
Μυθικούς προκαλούν κυματισμούς
Κι άγνωστες ανεβάζουν νησίδες καταμεσής του πελάγου
Στην άμμο οι ρίζες τους Στις δίνες οι καρποί τους
Ταξίδια ονειρεύονται Στις αγορές του μέλλοντος να εκτεθούν
Αιωνόβια δέντρα που κάποιοι γέροι ναυτικοί συνομίλησαν μαζί τους
Και απ' τα μυστικά τους συνέλεξαν αρμύρα και φως
Αν δεις μπουκάλια να ξεβράζονται στη στεριά θα μάθεις τους θρύλους τους
Θα αφουγκραστείς το γλυκό πρελούδιο των φύλλων τους ερωτικά να σε καλεί
Την προϊούσα αγάπη -απ' αρχής κόσμου- νοσταλγικά να σε γυρεύει
Κι ίσως -αν συνετός σταθείς και δεν τα προσπεράσεις- στην γυάλινη μήτρα τους
Αλλόφρονες θα συναντήσεις φυλές να σε εξετάζουν προσεκτικά
Φυλές με έγχρωμα χέρια και μάτια αδειανά
Καλλιεργητές της θαλάσσιας ξέρας
Άγρυπνοι φρουροί των υποθαλάσσιων κήπων
Αν θαρρετός σταθείς και δεν τους παρακάμψεις
Σ' εσένα θα εμπιστευτούν τους αρχαίους παπύρους
Σ' εσένα θα παραδώσουν τη χρυσή πόρπη
Μάρτυρα θα σε χρίσουν και σκληρό τιμωρό
Των ψυχών που αναίτια λιγοψυχησαν!
*
Έχεις προσέξει μετά τη βροχή τις νεροσταγόνες πως φυλακίζουν
Τα χρώματα του ουράνιου τόξου;
Πόσο σφιχτά τα αγκαλιάζουν;
Αν ένα πινέλο πάρεις και στη σάρκα τους το βουτήξεις
Το πιο όμορφο πορτραίτο του κόσμου μπροστά σου θα φανερωθεί
Εκεί θα βρεις το λιλά το πράσινο το κίτρινο το θαλασσί
Να εμπεριέχονται στο γκρίζο της συννεφιάς
Εκεί θα νιώσεις το αμετάκλητο της ρευστότητας να σε διαπερνάει
Καμβάς το σώμα σου Ακουαρέλα το κορμί σου
Χείμαρροι τα χέρια σου Βαρκούλες τα πέλματά σου
Ταξίδια αν δεν σου τάξουν πολλά
Μην πικραθείς
Στη ψυχή σου βαθιά σκάψε
Να διανοίξεις δρόμους φιδωτούς
Που σε ολάνθιστες θα σε οδηγήσουν πεζούλες
Πάντρεψε τα χρώματα των δρόμων
Σμίξε με τ' αρώματα των κρίνων
Κλάδεψε τις μνήμες στα γόνατα
Απέριττος να εισέλθεις στο μαντείο
Πρόσεξε όμως
Ανατολικά να είναι η ρότα σου
Εκεί που οι σαΐτες βρίσκουν πάντα το στόχο τους
Εκεί που η ταχύτητα εκμηδενίζει την παραδοξότητα
Σεμνός ιεροφάντης να εισβάλεις στο πλήθος
Μπροστά στη νωπή υδατογραφία της αγάπης
Ταπεινά να εμβαπτιστείς στις λίμνες των χρωμάτων
Με ακολούθους πολλούς στο διάβα σου !
Να ακροβολιστώ θέλω
Στις άγιες μορφές των σύννεφων
Εικονοστάσια να στήσω στις οπλές τους
Μικρές πάναγνες ώρες να μοιραστώ
Με τους αόρατους δαιδάλους της φυγής
Τις χάρες σου όλες να εξιστορώ μαγεμένη
Μόνη στο άρρητο ύψος του πάθους
Να απαντήσω το φως κι ερμηνεία να δώσω
Τις λέξεις έμπιστες θα έχω αδερφές
Ακούραστα εσένα να υπηρετούν
Θεραπαινίδες και αρωγοί στην πλημμυρίδα
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Γιορτινό να γεννήσω το πρώτο φιλί
Κέρασμα στους αθώρητους αγγέλους `
Που τρυφερά σε ασκούς διπλοκλειδώνουν τα όνειρα!
Πολύχρωμες ανεμώνες
Θα κρατώ στα χέρια
Περίσσια να γίνονται τα θαύματα
Στην τσέπη του Θεού
Σαν σποράκια να τα σκορπώ
Στα πουλιά που νωρίς ορφάνεψαν
Στης πίκρας το αρκτικό ψύχος
Μικρούς ηλίανθους θα φυτεύω
Στου ουρανού το πλατύσκαλο
Λαμπροί να γίνονται οι κύκλοι του χρόνου
Κι οι καμβάδες της σελήνης
Στίλβη να απαστράπτουν
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Ζωγραφιστό να αφήσω το χνάρι
Πυξίδα στους υπαίθριους δραπέτες
Που τα βράδια διπλές ανοίγουν σήραγγες
Ελεύθερα να κυκλοφορούν οι ποιμένες της πάχνης!
Στα απόγεια της χαράς
Αναπαμένη να τινάξω τις φτερούγες μου
Εκείνη η σκόνη της ψυχής
Να σκορπιστεί ευθύς στα δίστρατα
Όρθια μπροστά σου να σταθώ
Στεφανωμένη με κισσούς και κότινους
Να σε πλανέψω
Παραδομένη στα λάγνα όνειρα
Να σου δοθώ
Γιατί το προσκεφάλι μου όπως θα θυμάσαι
Μυρίζει λεβάντα κι άγρια μέντα
Γιατί τα όνειρα μου όπως συχνά μου έλεγες
Εγγίζουν τους τροχούς των πλειάδων
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Μαζί να σπάσουμε το γούρι
Μαζί να φυτέψουμε τη ροδιά
Στον ίσκιο της και στους καρπούς της
Μυστικά να μπαίνεις
Πολύσπορο τον έρωτα να γεύονται οι μύστες της φωτιάς!
Απόψε συνάντησα ένα αστέρι
Αλήθεια σας λέω
Ένα αστέρι
Από εκείνα
Που τα παιδιά
Στις ζωγραφιές τους
Καρφώνουν
Εννέα μήνες
Θα κυοφορώ το φως του
Αμυδρό φως γαλήνιο
Κι όταν η στιγμή θα 'ρθει
Στη μοναξιά των φύλλων
Έναν Θεό
Μ' αβρές πατούσες
Θα γεννήσω
Αστραποφόρο
Λευκά να γίνονται ξάφνου
Τα κράσπεδα των ηφαιστείων
Και διάτρητες οι θαλάσσιες στοές
Ολόφρεσκα να μου φέρνουν φιλιά
Απόψε ερωτεύτηκα ένα βότσαλο
Τον λόγο μου σας δίνω
Ένα βότσαλο ολοστρόγγυλο
Σαν εκείνα
Που πάνω τους οι χαράκτες
Μικρά αφήνουν σημάδια:
Μια λέξη μια μορφή
Μια ακτογραμμή ένα φτερό
Εννέα μήνες
Μαζί του θα μιλώ
Αναθηματικό να γίνει σημείο
Ένας βράχος
Ολόγιομος με πεταλίδες
Εκεί να γυρνάς
Σε κοχύλια
Να φυγαδεύεις τις ώρες
Πολλαπλά να σου δίνονται
Τα χρόνια στο μέτρημα
Και μες τα πέτρινα αλώνια
Μπόι να παίρνουν οι λογισμοί
Απόψε δόθηκα σε μια αστραπή
Σας διαβεβαιώ
Μια αστραπή ακτινωτή
Γεννημένη στο θέρος
Σαν εκείνες
Που στο παραθύρι
Της νύχτας
Χτυπούν του έρωτα την άρπα
Εννέα μήνες
Θα μου κεντά τα σωθικά
Κι απανωτά
Θα μου λέει λόγια:
"Γρήγορα να πας γρήγορα να 'ρθεις
Και κάτω από κάμαρα
Αν θα περάσεις μη σκύψεις
Πικραίνονται οι πέτρες
Και πάνω σου ξεσπούν
Σαν καταιγίδα"
Μα κι εγώ ολόρθο σε θέλω
Έναν σαλπιγκτή της χαράς
Στα ουράνια περβόλια
Ολημερίς να μεθάς
Κι ορθόστηθα να απλώνεις
Για σένα μόνο
Τα ιστία της γιορτής μεσοκάταρτα
Έλαβε μέρος στο επετειακό 14ο Συμπόσιο Ποίησης
που για άλλη μια φορά διοργάνωσε επιτυχώς η φίλη
μας Αριστέα στη σελίδα της "Η ζωή είναι ωραία"