Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Σάρκα του έρωτα

Στο απόγειο του ο έρωτας σμίγει με τους αρχαγγέλους.
Αθάνατος τον ουρανό πλησιάζει και απ' την γη
πίνει νερό γάργαρο.
Το τσιγάρο της λησμονιάς σβήνει στο τασάκι
του φεγγαριού, φτερουγώντας αδιάκοπα γύρω του.
Στάχτη δεν πέφτει πάνω του κι εύρωστο και
ηδονικό έχει το σώμα του.
Δυνάστης, κρατά τα κλειδιά της φυλακής του.

Την αμαρτία αγαπά και σε υγρά μαξιλάρια ξαπλώνει
σαν Θεός τρυπητής με τσαμπί σταφύλι στο χέρι.
Με τις μούσες συναντιέται κι αχειροποίητα
φτιάχνει ποιήματα που αθάνατα θα γίνουν
μνημεία, τις καρδιές να στολίζουν.
Δεν αφουγκράζεται.
Δεν κοιμάται.
Δεν σπαταλιέται.
Πικραμύγδαλο ο έρωτας σκληρό έχει περίβλημα.
Σε ριζιμιά πέτρα κρύβεται και από εκεί
τον κόσμο εξουσιάζει, φωτιές ανάβοντας
στους επίλεκτους εραστές.
Πολιορκητής, άμαχους με λάβες στοχεύει.

Δώρα φέρνει ακριβά που δεν εξαργυρώνονται
ούτε πωλούνται σε κανένα παζάρι.
Ο έρωτας είναι ο επαναστάτης που διαδηλώνει
στις πορείες του αίματος.
Αίμα το κρασί του ευφραίνει και λυτρώνει.
Σταγόνες πέφτουν στα πόδια του και πάνω τους
καρπίζουν εύγευστα φρούτα.
Στα πέλματα του ρίζες - μαστίγια βγαίνουν βαθιά
να μπουν στη γη, στρατιές αιχμαλώτων να πλανέψουν.
Με την γη και την άργιλο υπάρχει.
Με το φως συνδιαλέγεται κι αχλή ντύνει
το σώμα του.
Εκδικητής, στη σάρκα αιμάτινα αφήνει σημάδια.

Εκπορθεί τα ουράνια πτηνά και θεάζει τις πέρδικες
και στην ωραιότητα χορό προτείνει.
Ορεσίβιος ο έρωτας γκλίτσα στο χέρι έχει
και πολλά κοπάδια φυλάει, το γάλα να μην λείψει
απ' το τραπέζι του φτωχού.
Βασανίζει και βασανίζεται.
Απ' όλα τα μέταλλα τον χαλκό διαλέγει
έτσι που να δοκιμάζεται και τις στρώσεις του
να καθαρίζει συχνά με δάκρυα απαντοχής.
Πλαστουργός, ηδονικές πνοές εμφυσάει στα σώματα
και στη βαριά σκλαβιά τα τραβά.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2022

Το ξανθό της ποιήσης αγόρι

Πως γράφονται τα ποιήματα με είχες ρωτήσει
όταν σε πρωτοσυνάντησα κάτω από τις κληματαριές 
και τα αγιοκλήματα.
Νοέμβρης ήταν και στο πέτρινο αλώνι του χρόνου 
είχε σκοτωθεί ο καλοκαιρινός ήλιος κι οι πόρπες
του φωτός είχαν χαθεί κάτω από την όχληση
του δικού σου θυμού.
Από μια λέξη του καημού γράφονται τα ποιήματα  
σου είχα πει κι εσύ σαν αλιέας χωρίς δίχτυα με αμφιβολία 
με κοίταζες.
Έπινες το ποτό σου κι εγώ κοιλοπονούσα του στίχου
το αρχαϊκό αλφάβητο.

Επέμενα κι εσύ με τα πετραδάκια της έπαρσης με 
πετροβολούσες, ιδίως κάτω από την μέση.
Καημό μεγάλο είχες στην καρδιά και στα χέρια μετρούσες  
με το κεχριμπαρένιο κομπολόγι της μοναξιάς
το δυσθεώρητο μπόι.
Ένοχα σιωπούσες μπροστά στο θάμβος των οραμάτων
και των επικλήσεων.
Ανοιγόσουν στης φαντασίας το λιβυκό πέλαγος χωρίς 
να βρέχεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι.
Σε παρακολουθούσα κι οι πόνοι μου όλο και πιο πολύ 
με έσφιγγαν και με παίδευαν.
Αργούσε ο τοκετός κι η γριά μαμή αναστατωμένη 
δεήσεις έκανε στους αγγέλους για το ανυπεράσπιστο βρέφος.

Έβγαινες στη στεριά και ξανά την ίδια ερώτηση 
μου έκανες.
Μάζευα στοιχεία για να σε πείσω κι αλληγορίες 
έφτιαχνε ο νους για να περιγράψει το άφατο.
Ένα δίχρονο ξανθό αγόρι σου είπα που ακόμα δεν 
έχει μιλήσει κάτω από την γλώσσα του κρατά τις 
λέξεις των ποιημάτων.
Αυτό ο φορέας τους, 
αυτό το ουράνιο τόξο της ελπίδας.
Χρόνια πολλά το φροντίζω και χατίρι δεν του χαλνώ.
Γάλα με αίμα το ποτίζω από το αγκαθάκι Του Χριστού 
που στην αβρή ράχη του Απρίλη φυτρώνει.
Δεν μεγαλώνει.
Δεν περπατά.
Δεν γνωρίζει το κλάμα.
Άγνωρο είναι στο πλήθος κι οι μύστες μόνο προσεχτικά 
το ντύνουν με πυγολαμπίδες έτσι που να χαμογελά και 
λέξεις νέες να εφευρίσκει. 

Σαν μουμιοποιημένο σώμα το κρατώ σφιχτά στην αγκάλη.
Καίγομαι μα δεν διαμαρτύρομαι στιγμή.
Την πυρά αγαπώ και στο αλάτι των αλυκών προσεύχομαι. 
Γελούσες παρατεταμένα κι έσκιζες το ποίημα 
που είχα γράψει με την συνδρομή του δικού μου παιδιού.
Κακοκαρδίστηκα και σε μάλωσα.
Ήταν το καλύτερο ποίημα μου, το πιο σαρκώδες σαν λόγχη
παχιά αλόης έμοιαζε.
Του έρωτα σκοτεινά είχε λόγια κι απ' τις βαθιές μαχαιριές 
του πόθου ήταν πληγωμένο μα δεν θρηνούσε.

Άφηνες τα πελάγη και με τις λεύκες ακατανόητη 
έπιανες κουβέντα, δεν με άκουγες, χανόσουν.
Δεν σε καταλάβαινα και με λευκά σεντόνια ντυνόμουν.
Ακόμα και σήμερα πεισματικά το δάφνινο πατάς στεφάνι 
που την κόμη του παιδιού στολίζει και για μπάρκα προς 
το αχανές προετοιμάζεσαι να πας.
Εγώ εδώ να κοιλοπονώ το ξανθό αγόρι , να το προστατεύω 
από τις σαϊτιές της λήθης και απ' τα βαθιά πηγάδια.
Το μολύβι τακτικά τού ξύνω.
Τα καταφέρνω με την ανάσα μου κομμένη.
Αναμάρτητη στην κλίνη μου ξαπλώνω και ζεστό χώρο 
σου κρατώ. 
Μην με καταδιώκεις, έλα, κρασί διαλεχτό έχει ο αμφορέας μου.

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

Αντέχω

"Οι κάμποι θέλουν τ' άλογα 
και τα βουνά λεβέντες."

Σαν γεννήθηκες ένα φτερό αετού σε πλησίασε,
άλλο δεν είχες να κάνεις παρά να πετάξεις στα βουνά. 
Η μαμή έβριζε κι η μάνα σου έδενε τον λώρο.
Το πρώτο σου κλάμα, σκούξιμο θαρρώ ήταν, 
σαν βροντή των σύννεφων πριν την καταιγίδα ακούστηκε.
Έβραζε το νερό στο τσουκάλι και το μελανιασμένο 
σώμα σου δεν καταδέχτηκε επ' εξαρχής τα γήινα.

Ο πατέρας δίπλα στο τζάκι έψηνε καφέ και κάπνιζε.
Αγόρι είπαν, κι εκείνος έφτυσε τη στάχτη.
Κόρη ήθελε με χρυσά μαλλιά και αβρές πατούσες.
Πάνω απ' το τζάκι βαλσαμωμένοι γυπαετοί,
γερακίνες, περδικομάτες κόρες και αλεπουδίσια δέρματα.
Κυνηγός ο πατέρας με άρβυλα χοντρά και με το τουφέκι 
του οπλαρχηγού για καμάρι.

Στα διάσελα τα πρώτα βήματά σου. 
Στις κουμαριές έδενε η μάνα τη νάκα σου  
ενώ εσύ αστέρια έκρυβες και φεγγάρια στις τσέπες.
Ανήσυχα τα αηδόνια σε παρακολουθούσαν.
Γκλίτσα έπαιρνες και τα κυνηγούσες.
Σε τράβαγε η μάνα από το στήθος, γάλα 
άλλο δεν είχε να σου δώσει.
Αίμα έπινες.
Χολή κατάπινες.
Με φαρμάκι τον οισοφάγο γέμιζες. 
Έκλαιγε η μάνα κι εσύ τη ρώγα της ρουφούσες επίμονα.

Ήταν τότε η χρονιά που βάφτηκαν κόκκινες οι φλοκάτες 
Αίμα πολύ στο σπίτι, πως να ξοδευτεί;
Αίμα στην μεσαυλή με το πηγάδι.
Τα αδέρφια δεν σε έπαιζαν, φοβούνταν.
Πεντόβολα έπαιζες στην κρύα ράχη των κορφών.
Έμαθες νωρίς να περπατάς χωρίς να πέφτεις 
πάνω στην παγερή επιφάνεια των απάτητων λιμνών.

Τράβαγες τ' αψήλου και στα σεντόνια του γαλαξία 
μαζί με τα αετόπουλα κοιμόσουν.
Όνειρα δεν έβλεπες, με τους αγγέλους έπλαθες 
στιχάκια και απ' τους αετούς τράβαγες φτερά και 
στους ώμους τα κολλούσες.
Ουράνιο πλάσμα ήσουν.
Ο πατέρας δεν σου έδινε το τουφέκι.
Η μάνα έφτυνε τους κόρφους της.
Η γη δεν σε δεχόταν κι οι αραποσιτιές 
χάδια δεν σου έδιναν. 
Στα τρίστρατα τ' ουρανού ποδηλατούσες με το 
κλεμμένο ποδήλατο της αδερφής σου που ποτέ 
δεν γεννήθηκε. 

Εκεί σε γνώρισα, εκεί σε απόσταση αναπνοής 
σε κράτησα και σου έδεσα τα κορδόνια.
Ελέγχω τα βήματά σου κι εσύ με πρόστυχα λόγια 
με στολίζεις και με πλανερές δοξασίες.
Αντέχω! 

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

Ο γιος του αγέρα

 
Στοίβαξα τα υπάρχοντά μου στο τέθριππο
του βοριά κοντά σου να έρθω.
Αρκέστηκα στα εντελώς απαραίτητα, στα δικά
αυτά που εγχάρακτα σημάδεψαν τις σελίδες της ζωής.
Για τη χώρα του ήλιου κίνησα μέσα από τα
ελικοειδή μονοπάτια που χάραξαν οι ερωτιδείς.
Δυο αλλαξιές καινούργιες πήρα, τα χιλιοφορεμένα
μαντήλια μου, τις στραβοπατημένες μου γόβες
και τα τρία αετόφτερα που έπεσαν απ' τις φωλιές
των τραγουδιών κάποτε.

Έγνοια τα έχω μεγάλη αυτά τα αετόφτερα
μη και χαθούν στον δρόμο και σιγήσουν
για πάντα οι μελωδίες και το παράπονο των ποιημάτων
σε αλλότρια χείλη ξεπέσει.
Προς τα βουνά ο προορισμός μου.
Στις δρακολίμνες τα πατήματα μου.
Στα διάσελα οι κινήσεις μου και οι στροφές του χορού.

Άλογα δεν έζεψα καθώς τη ματόχαντρα έχασα
στις περιπολίες του Αυγούστου.
Τέσσερις άγγελοι οι οδηγοί μου ταγμένοι
στο στροβίλισμα του έρωτα.
Τους φροντίζω και νέκταρ τους κερνώ.
Τους αγαπώ και μερίδιο απ' την ψυχή μου
τους παραχωρώ εκεί να μονάζουν.
Η ψίχα της καρδιάς μου είναι η τροφή τους.
Το αίμα των δακτύλων μου είναι το αψέντι τους.

Τη χώρα του φωτός διάλεξα στον χάρτη.
Εκεί που κοιμάσαι και αναπνέεις.
Εκεί που απωθείς τα σύννεφα με τα δοξάρια
και τα ακόντια της μνημοσύνης.
Αετόφτερα πολλά θα μαζέψω τα κρουστά
να σου ράψω φτερά ελεύθερος να ανοίγεσαι στα
δροσερά των πηγών ύδατα και σαν δυναμίτης ενεργός
τα φαγιούμ της αγάπης να ανατινάζεις.
Μαζί μου να περνάς του θρύλου το γεφύρι
και τροπαιούχος να φτάνεις στα προπύργια του κόσμου
τους ξανθούς αγέρηδες να συναντήσεις.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022

Τα φθινόπωρα της αγάπης

Στις συγκλίσεις των διπλών ουράνιων τόξων 
εδρεύει πάναγνο το σώμα σου.
Αδιόρατος είσαι από τους ανθρώπους μόνο
εγώ ξεχωρίζω την πυρά του στήθους σου. 
Τα ρούχα σου βρεγμένα ακόμα στάζουν νερό 
που τα χρώματα διαλύουν σχηματίζοντας μια 
συμπαντική υδατογραφία στα ουράνια κιονόκρανα.
Σπιτάκια ξεπροβάλουν, δέντρα υψιτενή, φωλιές 
πουλιών και η δρύινη ράβδος της καλής μάγισσας 
που στα χωριά γυρίζει με ξόμπλια πολλά τις καρδιές 
στην ώρα της γης να ρυθμίσει.
Εκείνη τη σπάνια που αγαπούσες από μικρό παιδί και
στόχο πάντα την έβαζε η πάνινη σου μπάλα.

Τις υδατογραφίες σου θαυμάζουν τα σταχτιά 
σύννεφα και δεν τις σκεπάζουν έτσι που ο ουρανός 
να θυμίζει λαϊκό υπαίθριο παζάρι με πολύχρωμα 
καναβάτσα, μπαλόνια παραφουσκωμένα, πωλητές 
ζαχαρωτών και αλιείς που στα δίχτυα μέσα εκτός
από ψάρια κοράλλια και κι αμμώδη μαργαριτάρια 
κρατούν. 
Μικροπωλητές διαλαλούν την πραμάτεια τους, ο
χρυσός λέοντας το έχει σκάσει από το κλουβί του 
και μαζί με τον περιβολάρη εποπτεύει τις βραγιές 
με τα ηλιοτρόπια, τα μελαγχολικά ζουμπούλια και 
τα αιθέρια σαν δάκτυλα αγγέλων γιασεμιά.
Είναι καλά εκεί πάνω και σιωπητήριο ποτέ δεν ξεκινά.

Τα απόβροχα πολύ αγαπώ γιατί μες την ύπαρξη σου
αθόρυβα μπορώ να φτάσω.
Σκάλα δεν χρειάζομαι κοντά στις ουράνιες πολιτείες 
σου να βρεθώ, έχω κι εγώ τα φτερά μου. 
Γνωρίζω τους αριθμούς και τα σοκάκια σου 
κι εκεί κυκλοφορώ σαν την χρυσόμυγα που 
περιφέρεται γύρω απ' τον γλόμπο της παραλίμνιας 
ταβέρνας.
Με υποδέχεσαι πάνω στο κίτρινο ποδήλατο σου.
Πεντάγραμμα με αισθαντικές μουσικές μου χαρίζεις 
που δονούν το σώμα μου και τα τριμμένα μου σαντάλια
ξεδένουν.

Είμαι ελεύθερη να σε αγαπώ και με βρεγμένα μαλλιά
να σου σκεπάζω τους βουβώνες.
Μαζί με παίρνεις ταξίδια, δεν σκοντάφτω στα καλντερίμια 
με όρθια την πλάτη βαδίζω και στις στροφές μπαλάντες 
σφυρίζω και με μάνικες μακριές νερό γεμίζω των σύννεφων 
τα στόματα.
Ανθίζω κι εσύ χαμογελάς.
Καρπίζω κι εσύ χρυσόβεργες κρατάς.
Μεθάω κι εσύ την παλιά τσότρα περιεργάζεσαι.
Εδώ ο κόσμος μου κι η ανηφοριά μου προς την αγάπη
κοντανασαίνω κι έρχομαι σαν ιέρεια που θυσία προσφέρει
στους ανέμους τα πλοία των φιλημάτων να πλεύσουν.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2022

Πολιορκία

Πολιόρκησα τις πύλες των κάστρων σου απόψε όταν βαριά η ανάμνηση σου λάγγεψε το σώμα μου.
Λίγα είχα πολεμοφόδια μα εκλεκτοί οι χορηγοί που συνέτρεξαν κοντά μου.
Στους ώμους μου κρατούσα καλογυαλισμένα βέλη από των μαθητικών χρόνων τα τριμμένα τετράδια.
Στα χέρια μου είχα μυτερά κοντάρια απ' του Αη Γιώργη το ετήσιο χοροστάσι.
Στις τσέπες κοφτερές είχα τις λάμες απ' του έρωτα τα κρυφά συναπαντήματα
Κλειδιά βρήκα πολλά που να ταιριάζουν στις κλειδωνιές της καρδιάς σου.
Σε κατέκτησα χωρίς προσπάθεια καμία.
Σαν λωτός ώριμος έπεσες στο χώμα των κήπων μου.
Θεράπευσα με γιατρικά δικά σου τα άτακτα στρατεύματα των Αγίων σπάργανων.

Κρυσταλλάκια κρατούσες στα ανοιχτά σου φυλλοκάρδια για να μαρτυρούν τις μάχες που έδωσες με τον πονηρό όφι της λήθης.
Έφοδο έκανα και τα συγκέντρωσα στου τσόχινου καπέλου σου την αλητεία, ποτέ να μην ξεχάσεις το άλικο φιλί που στα χρόνια της πείνας έθρεφε το σώμα μας.

Τώρα δικό μου σε έκανα και τους δείκτες του ρολογιού τους γύρισα στο σήμερα.
Εδώ να μένεις.
Εδώ να σιγοτραγουδάς τους σκοπούς μας.
Εδώ να μιλάς με τα ηλιοτρόπια και τις λεύκες.
Εγώ στην εικόνα σου καρφίτσωσα της αγάπης
τα λιανοτράγουδα στο πλευρό μου να ζεις και τις αναρίθμητες να φτιάχνεις σαΐτες σου.
Θεός να είσαι, κεφαλόσκαλο ασπρισμένο και γλάστρα βασιλικών και θυμαριών να ευωδιάζει του έρωτα η βεβηλωμένη πόλη.

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

Η ζυγαριά της καρδιάς

 haibun

Φόρεσε την γκρίζα ολόμαλλη ζακέτα της και κοιτάχτηκε στον ολόσωμο καθρέφτη της εισόδου. Το είδωλο της δεν την ικανοποίησε. Έσιαξε λίγο ένα ατίθασο τσουλούφι και έτριψε τα μάγουλα της για να τα ζωντανέψει. Τελευταία ένα ωχρό, κίτρινο χρώμα έδραζε στο δέρμα της. Στις αρχές τρόμαξε μα στην συνέχεια συμβιβάστηκε και αναπόλησε τα πρωτινά της χρόνια, τότε που βυσσινί ζωγράφιζαν τις νεαρές παρειές της.
Κρυφό χαντάκι
σκόνταψε η κοπέλα-
χιονιού αγκαλιά.
Έξω ο καιρός το είχε γυρίσει σε παγωνιά και βοριά. Οι ευθυτενείς σημύδες των πεζοδρομίων κινούνταν σε τρελό χορό. Τράβηξε το μάνταλο και βγήκε από το σπίτι με βήμα γοργό. Τα μακριά μαλλιά της την εμπόδιζαν καλύπτοντας άτσαλα τα μάτια. Με μια κίνηση τα έδεσε με το μαντήλι που είχε στο λαιμό της σε κότσο.
Άστρα του χιονιού
τις στέγες πολιορκούν-
η μπότα τρίζει.
Η μύτη της πάγωσε τα μάτια έπαιρναν να δακρύζουν απ' το κρύο. Τάχυνε το βήμα της για να ζεσταθεί. Το πέτρινο ρολόι χτύπησε πέντε τα ξημερώματα. Στον δρόμο συνάντησε μια αγέλη από αδέσποτα σκυλιά, δεν την πείραξαν, μόνο σαν την είδαν πήραν να σκορπίζουν στα πέντε σημεία. Ανενόχλητη πέρασε το φανάρι και κατευθύνθηκε προς το μικρό πάρκο.
Γούρνα με πάγο
σκοτείνιασμα στην πόλη-
νύχτα θαυμάτων.
Κάθισε στο παγκάκι. Το φως του φανοστάτη την βοήθησε να δει ένα ζευγάρι γάτων που χουρχούριζαν δίπλα της. Τις χάιδεψε και απόρησε που δεν φοβήθηκαν και δεν έτρεψαν σε φυγή. Ξάνθου εμφανίστηκε μπροστά τους ένας κατσούφικος άνθρωπος και τους μοίρασε τροφή. Οι γάτες δεν κινήθηκαν καθόλου. Έμειναν να απολαμβάνουν τα χάδια που στην ζυγαριά της καρδιάς τους ήταν πιο ακριβά απ' την τροφή.
Βαρύ το κρύο
καστανάς στην πλατεία -
πλήθος τριγύρω.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2022

Λιθοξόος

Όταν μιλώ για σένα εκατοντάδες μπαλόνια 
σκάνε στις αυλές των σύννεφων.
Έρχεται η καλή βροχή και ξεπλένει τα λόγια μου
με τα καθαρτήρια της τόξα, έτσι που 
αγνά να περιφέρονται στα καντούνια που ζουν 
οι καλοκυράδες με τα λευκά τσεμπέρια.
Ένα αόρατο νήμα με συνδέει με τους ουρανούς 
κανείς δεν το διακρίνει παρά μόνο εγώ
κι οι πιστοί μου από παλιά άγγελοι.

Είναι οι μόνοι μου φίλοι.
Με συμπονούν, με προσέχουν και που και που
με κερνούν ηδύποτα ακριβά παλαιωμένα 
από τον χρόνο. 
Μεθάω, τους αφοσιώνομαι και στο σπίτι με 
τα τραπουλόχαρτα έρχονται και με βρίσκουν.
Τους ρίχνω τα χαρτιά και πάντα μια ντάμα κούπα 
λείπει από το παιχνίδι.
Αγανακτούν, ψάχνουν από άκρη σε άκρη 
το σπίτι χωρίς αποτέλεσμα.
Το στρώμα μου βαρύ, δεν μπορούν να το ανασηκώσουν.
Εκεί η κρύπτη για τα πολύτιμα μου αντικείμενα.
Μια κούκλα που έπαιζα μικρή, ένα βότσαλο 
ζωγραφισμένο με κυκλάμινα, ένα φτερό ερωδιού 
και μια αρκούντως μεγάλη συλλογή από ντάμες κούπα.

Ανάστατοι φεύγουν, τους χάνω προς στιγμή 
μα ξέρω πως πάλι θα ξαναφανούν όταν οι σκέψεις 
μου αυγατίσουν για σένα.
Μου αρέσει πολύ αυτό το πάρε δώσε κι είναι φορές
που χάρη τους κάνω και τους παραδίδω 
τα κρυφά μου χαρτιά.
Χαμογελούν και με κακομαθαίνουν 
με τις φροντίδες τους και τα κεράσματα τους.
Ένας μάλιστα κρατάει στα χέρια του τα δυο φιλιά 
που παράνομα δώσαμε μια βραδιά φθινοπώρου.
Μικρό καλοκαιράκι ήτανε κι ένας αγύρτης 
άνεμο έρχονταν και δρόσιζε τα φυλλοκάρδια μας.
Εσύ απασχολημένος μετρούσες τους νυχτερινούς 
χαρταετούς στον σκούρο καμβά. 
Δεν λάθευες αλλά μου ξέφευγες κι από τα επίγεια
ξεμάκραινες κι αν θυμάμαι καλά φτερά κρουστά είχες
στους γλυπτούς σου ώμους. 

Αυτά τα φτερά μου απόμειναν τη λήθη να αποκρούω.
Βγαίνω βόλτες κι είσαι εσύ μαζί.
Καπνίζω κι είσαι εσύ τα δακτυλίδια του καπνού.
Φιλιώνω με τις λεύκες κι είσαι εσύ η ρίζα τους.
Αμαρτάνω κι είσαι το δισκοπότηρο με τη λειτουργιά.
Με ακούς.
Μου τραγουδάς.
Μου χαϊδεύεις την αριστερή παρειά.
Οι άγγελοι μου σε γνωρίζουν. 
Η ντάμα κούπα είναι το καλό σου φύλλο.
Βυζαίνεις το δάκτυλο και σου δίνω την κούκλα μου. 
Σε έχω κοντά μου στα ονειρικά μου ταξίδια σαν
εκείνο το πετραδάκι που βρήκα στις ακτές του φεγγαριού 
κι ακόμα στην κοσμηματοθήκη μου φιλάω κλειδωμένο.
Άφθαρτος μένεις και δοτικά στις μελωδίες μου ακουμπάς.
Εδώ το κονάκι σου κι οι ανοιχτές σου πληγές.
Εδώ οι λαξευμένες πέτρες που για χρόνια δεκατέσσερα  
σκαλίζω το φευγαλέο χαμόγελο σου.
Δεν θα μου ξεφύγεις, όρκο τιμής δίνω, σε ανασυνθέτω.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2022

ko-uta (ποίημα μιας στροφής και με 7-5-7-5 συλλαβές ανά στίχο και με απαραίτητη τη λέξη υφαντό.)

Πανώρια μία κόρη
υφαντό φτιάχνει
παγώνια ξεχωρίζουν
άνθη του λωτού.

*
Ακούραστη η νόνα
χτυπά το χτένι
υφαντά ετοιμάζει
της νιας το προικιό.

*
Γεμάτα τα μπαούλα
κρουστά υφαντά
σκώρος παραφυλάει
τσάμπα οι κόποι.

*
Μπαίνουν μες τις κορνίζες
χαλιά υφαντών
πόδια δεν τα πατάνε
χαίρουν τα μάτια.

*
Ζευγάρια παριστάνουν
ελάφια φέρουν
υφαντά του αργαλειού
ψηλοί οι γιούκοι.

*
Υφαντό μαξιλάρι
μέσα στο δώμα
κόρη το καμαρώνει
υπνάκο παίρνει.

*
Υφαντή η κουβέρτα
βελέντζα χοντρή
διώχνουν το κρύο πέρα
τσιμπούν το λαιμό.

*
Υφαντή η ποδιά της
λεπτή η μέση
πρώτη σέρνει το χορό
λεβέντες κοιτούν.

*
Υφαντό σαν ποίημα
σάλα στολίζει
βγάλε τα παπούτσια σου
μη και σκονιστεί.

*
Γεμάτα με υφαντά
μουσεία τέχνης
φυσικά τα χρώματα
το χρόνο νικούν.   

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2022

Ουράνια ταξίδια

Ο ουρανός φορά πριν το ηλιοβασίλεμα
το πιο βαθυγάλαζο ρούχο του.
Έκοψα εφτά λωρίδες και σου έραψα
το κυριακάτικο σου πουκάμισο
να χτυπά η καρδιά σου σαν τα φτερά
των αγγέλων που ανεβοκατεβαίνουν
την ουράνια σκάλα στην γη για να φτάσουν
πρόσφορο να μοιράσουν στα εκλεκτά
τους σώματα.

Ήσουν όμορφος και θαλερός μέσα στο
μπλε σου ρούχο.
Μάνιαζαν οι θάλασσες μαζί σου κι έπνιγαν
τα καράβια.
Χάνονταν οι ναυτικοί, οι χάρτες και τα
παλαιικά μπαούλα μπροστά στην οργή της.
Μόνο ένα ναυτάκι επιζούσε με το χρυσό
σταυρό στο στήθος.
Ήταν μικραδέρφι σου που σωσίβια μοίραζε
στα παιδιά και αξίνες στους κηπουρούς.
Χαμογελούσες και του έπιανες το χέρι
χορό να ξεκινήσετε πάνω απ' τα κύματα.
Πρώτος στο τσάμικο ξεγελούσες τις νεράιδες
που την φωνή σου λάτρευαν.
Τραγουδούσες εκείνο το μακρόσυρτο και
τα πελάγη ησύχασαν.
Έβγαιναν στην επιφάνεια οι νεκροί ναύτες
και σου φιλούσαν το χέρι κι εσύ μέσα στα
μπλε ντυμένος έπαιρνες ένα κομματάκι αφρού
και κορδέλες τους χάριζες.

Σε θωρούσα κι έμπαινα στη μάχη με φτερά
γλάρων καλυμμένη.
Από τότε δεν αποσταίνω μπλε να σου φτιάχνω
πουκάμισα και με κορδέλες λευκές απ' τον αργαλειό
των σύννεφων να σου
στρώνω το δρόμο της επιστροφής.
Σε περιμένει το ναυτάκι καπνίζοντας σέρτικο.
Σε περιμένουν οι νεκροί που θυμιάζουν
τα όνειρα.
Σε περιμένω κι εγώ με κλάρες δάφνης στα
χέρια Θεό να σε χρήσω κι αρχηγό όλου του
σύμπαντος.
Είναι χλωμές κι άχρωμες οι Κυριακές χωρίς τα
βαθυγάλαζα ρούχα σου και τα τινάγματα των χορών σου.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2022

Τα ενθύμια

Σκληρός ο βοριάς μου χτύπησε απόψε την πόρτα.
Ήταν την ώρα που ετοίμαζα την βαλίτσα με 
τα ρούχα των νεκρών μου φίλων.
Με φροντίδα τα τύλιγα όλα σε ρολό.
Δεν χωρούσαν κι έπρεπε χώρο περίσσιο να κάνω. 
Δοκίμασα να βγάλω τα μαντήλια μου, την 
μαύρη πλεκτή ζακέτα μα και πάλι χώρο ελάχιστο 
εξασφάλισα, μια μικρή γωνίτσα μονάχα. 

Οι νεκροί επέμεναν.
Ταξίδι έλεγαν πως θα με έπαιρναν μαζί τους.
Μια απομονωμένη παραλία όντως με περίμενε, 
όστρακα να μαζέψω και στα γαλάζια νερά της να ανοιχτώ.  
Εκεί παραδόξως κόσμος υπήρχε πολύς.
Παιδιά με φουσκωμένα σωσίβια και νεαροί 
πατεράδες με σκισμένα βατραχοπέδιλα.
Δεν ασφυκτιούσα, πήγα, οδηγούς έχοντας τους   
νεκρούς φίλους.

Μάλιστα μια πεθαμένη φίλη μια αρμαθιά κλειδιά 
μου χάρισε τις πόρτες των αναμνήσεων να ανοίγω 
και στις μέρες τις ηλιόλουστες θαρραλέα να βαδίζω 
με μόνο μου ένδυμα ένα μακρυμάνικο πουκάμισο.
Πάντα τα έβρισκα με τους νεκρούς κι απ' τους 
ζωντανούς χρεία καμμιά δεν είχα ούτε λόγο καλό.
Στα όνειρα μου κάθε νύχτα τους καλώ κι αυτοί κρυφά
σπάνε τους μανδύες του ύπνου και κοντά μου έρχονται. 
 
Σαν ξυπνώ πάλι κοντά μου ολάκερους τους έχω.
Στα γαλβανισμένα ταψιά του τοίχου βλέπω 
τις μορφές τους κι όταν τελειώνω τον καφέ
στο κατακάθι του ευδιάκριτα βρίσκονται.
Χαμογελαστοί πάντα
μακριούς μανδύες φορούν σαν αρχαίοι τραγωδοί.
Παύω τότε πια να φοβάμαι τον βοριά και 
στο κορμί μου τον αφήνω να μπαίνει 
τα παλιά μου χειρόγραφα να σαρώνει 
κι έπειτα στους ασκούς του με τάξη να τα μπάζει.

Ποιήματα τους γράφω όσο αυτοί 
καθαρίζουν την κάμαρα μου.
Που και που έρχονται κοντά μου και στίχους 
μου κλέβουν πονηρά.
Πονά το ποίημα και τις οδύνες του 
προσεκτικά παρακολουθούν.
Αυτοί με φαντασία μεγάλη το ποίημα τελειώνουν 
και μην απορείτε αν τέτοια ποιήματα δεν έχετε 
διαβάσει ποτέ άλλοτε, οι νεκροί έχουν την δική τους αλφαβήτα.
Είναι πνιγμένα στις αλληγορίες και ακατάληπτα 
λόγια εμπεριέχουν.

Οι αναγνώστες μου όμως ξέρουν να τα εξηγούν αφού στις 
στρατιές των νεκρών ζουν και κόκκινα κρατούν 
φαναράκια σαν τους νάνους των παραμυθιών.
Φωτίζονται τα ποιήματα και κοντά τους καλούν 
τους αρχαγγέλους.
Με χαρά τους υποδέχομαι και στα τάγματα τους μπαίνω.
Όμορφη, με την μαύρη ζακέτα της φίλης μου στο τραπέζι 
τους προσκαλώ και στα γλέντια μια θέση τους βρίσκω.  

Σελίδες τους μοιράζω πολλές μα μόνο μία 
κατάδικη μου την κάνω.
Είναι αυτή που μιλά αποκλειστικά για σένα και μέσα 
στον ασκό του βοριά την κρύβω κανείς να μην την βρει.
Ανέγγιχτη σαν κι εμένα να δροσίζει το πρόσωπο της 
και σε στράτες ανέγνωρες να πηγαίνει κι όλα τα ενθύμια
στα κρινοδάχτυλα της σφιχτά να κρατά.
 

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022

Παιδί του φεγγαριού

Όλα μου τα ρούχα αποφόρια του φεγγαριού είναι.
Με αυτά βγαίνω στη πόλη.
Τα φορώ και στα καφέ ξεχνιέμαι 
Στα πάρκα με τις νεραντζιές χέρι με χέρι βολτάρω
με συνοδό μου πάντα του έρωτα την μυτερή ακίδα.
Βαριά ρούχα, με πούλιες και κεντίδια βυζαντινά στολισμένα.
Το μάτι μου έκλεισε μια νύχτα η κρύα πανσέληνος 
του Γενάρη και μου τα έστειλε.
Γενέθλιο δώρο καλοδεχούμενο κι αστραφτερό.
Σε σεντούκια οξιάς ήταν τοποθετημένα.
Δέκα τον αριθμό σαν την δεκάδα των φιλιών που μου χρωστάς.
Με διπλή κλειδαριά ήταν σφαλισμένα.
Το κλειδί το κρατούσα από χρόνια εγώ μέσα στην μπιζουτιέρα 
με τα μαργαριτάρια, τους νεφρίτες και τα ρουμπίνια μου.

Βράδυ τα ανοίγω τις ώρες που η νύχτα χειροδέσμιο 
κρύβει τον ήλιο κάτω από τα φαρδιά φουστάνια της.
Τα ξεδιπλώνω, τα φρεσκαρίζω και στο σκοινί της μουριάς 
τα κρεμώ προσεχτικά κι άλλα πάλι τα μαντάρω. 
Ο κήπος μου του φεγγαριού γίνεται στράτα ασημένια.
Οι γείτονες κάνουν πως δεν βλέπουν.
Φοβούνται τα μαγικά χέρια της σελήνης μην τους 
αρπάξουν τα παιδιά ή μη τους κλέψει τα χαμόγελα από 
τα γαλήνια απογεύματα τους. 
Με ζηλεύουν, με φθονούν και στα όνειρα δύσκολα 
μπαίνουν, στριφογυρίζουν στα ιδρωμένα σεντόνια απελπισμένα  
και τα πόδια της αράχνης μελετούν στο ταβάνι.

Ξάγρυπνοι το πρωί με χαιρετούν με ένοχα πάντα βλέμματα.
Τα παιδιά τους μου ζητούν καραμέλες, τους δίνω και κορδέλες 
τους φορώ στα μαλλιά απ' την πλούσια γκαρνταρόμπα μου.
Οι γονείς τα τραβούν βιαστικά στην αυλή τους.
Τα σταυρώνουν, τα νουθετούν τα ξεματιάζουν 
και στο κεραμίδι καίνε λιβάνι και σμύρνα.
Δεν θυμώνω μαζί τους μόνο που αγαπώ τα παιδιά 
και στα παιχνίδια τους θέλω να μπαίνω με τις βαριές φορεσιές μου.
Μόνο η Ιφιγένεια τους ξεγλιστρά κι έρχεται κοντά μου.
Της χαρίζω ένα ασημένιο κοντογούνι και στο λαιμό 
της μια σειρά από φεγγαροαχτίδες περνώ. 
Μαγεύεται και μειδιά σαν νέα Τζοκόντα μέσα 
από τα τούλια και τα μετάξια.
Σε αυτήν κληρονομιά θα αφήσω όλα τα 
υπάρχοντα μου όταν ταξίδι θα φύγω και στους ουρανούς 
με το ποδήλατο μου βόλτες θα κόβω. 

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2022

Η ψυχή είναι μια ντίβα

Αγρίεψε η θάλασσα σήμερα και με κύματα
βουνά έβγαλε στοιβάδες φύκια στην ακτή.
Ανάμεσα στα φύκια καλά κρυμμένη μια μπουρού ήταν.
Την βρήκα τυχαία όταν το σαντάλι μου σκόνταψε
σ' αυτή.
Την πήρα στα χέρια κι ήταν σαν να διάβαζα απ' την
αρχή τα πάθια της θάλασσας.
Ιστορίες μου είπε πολλές.
Μια γοργόνα την είχε πριν στην κατοχή της λέει,
μια κυρά που για φουστάνι τα φύκια φορά.
Απελπισμένη ένιωθε και στο συρματόπλεγμα
των σπηλιών ήταν κρυμμένη, μάτι ζωντανού μην την δει.
Ερωτήσεις δεν έκανε πια.
Απαντήσεις δεν ζητούσε, η καρδιά για να βγάλει το αγκάθι.
Οι νέοι ναυτικοί στους μύθους πια δεν πιστεύουν.
Μόνο αναμμένη φροντίζουν να έχουν την πίπα τους,
αποφεύγουν τους βρόγχους και με τους παπαγάλους
πιάνουν κουβέντα.
Μέλημα της οι ναύτες που για τάφο
διάλεξαν την πλάκα της θάλασσας.
Αυτή τους κρατάει ανοιχτά τα μάτια.
Τους σφουγγίζει τα δάκρυα και την κορνίζα
της αγαπημένης ανασύρει.
Τους τρέφει και κακαβιά τους σερβίρει την ώρα
που ο ήλιος άλικος πέφτει στη θάλασσα
παιχνίδι να αρχίσει με τα δελφίνια.
Αυτοί βασίλισσα την έχουν και μητέρα τους.
Ακούνε τα λόγια της και δεν βαρυγκομούν.
Το αγκάθι απ' την γλώσσα της με βελόνα τραβούν.
Τώρα στα χέρια μου η μπουρού ήρθε.
Η γοργόνα παρότι βαρύ φορτίο βαστά,
χρεία μεγάλη δεν την έχει πιά.
Τους πνιγμένους στοργικά ξέρει να προσέχει.
(Φορές φορές ως εδώ φτάνουν οι λυγμοί της
όταν έναν νέο ναύτη θάλπει στον κοιτώνα της.)
Στο αυτί μου κολλώ την μπουρού.
Εκπλήσσομαι και στα σπλάχνα
της θάλασσας κατέρχομαι.
Τα χαρτιά μου γεμίζω με αινιγματικούς στίχους.
Εκεί οι απώλειες κι ανοιχτές πληγές.
Οι σκοτεινοί έρωτες κι οι φλοίσβοι.
Εκεί η πέτρα του θυμού και το πεθαμένο περιστέρι.
Ποιήματα έγραψα πολλά μα οι αναγνώστες μου
φυλλορρόησαν ένα βράδυ.
Δεν ενοχλούμε, δεν σταματώ την μυρωδιά του
γιασεμιού να έχω κι ελαφρωμένη νιώθω κατά
την μεγάλη ώρα της καταμέτρησης.
Την ψυχή μου ελεύθερη αφήνω να καλλωπίζεται.
Ραντεβού να πηγαίνει στα βάθη, κοράλλια να μαζέψει
και με τα κρόσσια του ήλιου να τα περάσει γύρω
απ' τον λαιμό και την κοιλιά ξέφρενο για να αρχίσει χορό.
Στην ομορφιά της στοιχηματίζουν παλικάρια.....μάθε το.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Ετερόφωτη

Ανέβαζες το φεγγάρι μπρος τα μάτια μου μα
δεν έβλεπα, τόσο πηγαίο ήταν το φως σου που
ακόμα και στην θέα της πανσελήνου τυφλή
γινόμουν, ήσουν οι αστερισμοί κι ο δεύτερος
ήλιος που στα χέρια μου απάγκιαζε.
Εξ ου και τα δάκτυλα - αχτίδες που έχω.

Το άπιαστο λευκό

Δεν της πήγαιναν τα λευκά, την χλόμιαζαν και την απομάκρυναν απ' την την πολύχρωμη παλέτα των υπαίθριων ζωγράφων που πορτραίτα φτιάχνουν κοριτσιών και σε τοπία βουκολικά βυθίζονται.
Αντιπαθούσε τους λευκούς τοίχους. Εκείνους τους αψεγάδιαστους που με τις άδειες σελίδες των μοιραίων ποιητών μοιάζουν.
Ούτε μια γραμμή τεθλασμένη το υφαντό να διπλώσει σκοτάδι.
Ούτε μια λέξη ερωτική την αψάδα να νιώσει του πάθους.
Ούτε ένα γκράφιτι με μια γροθιά υψωμένη να επαναστατεί δίπλα στο σύνθημα.
Ξέρεις η αγνότητα δεν γράφεται ούτε συγγενεύει με το άσπρο μελάνι αλλά στα πιο έντονα χρώματα ρίχνεται στο πέλαγο και υπάρχει.
Οι βρώμικοι τοίχοι της πόλης την εξίταραν.
Είναι όμοιοι με το ανυπόγραφο ποίημα ενός
νεαρού ποιητή που οι στίχοι τον βασανίζουν στα όνειρα και το πρωί πρώτα τους ψελλίζει στο καναρίνι και έπειτα στην μαρκίζα τους αποτυπώνει με δίχρωμο μελάνι.
Αυτοί οι αγαπημένοι, αυτοί οι στέρνες σελίδες της. Αυτοί οι δικοί που τα επτασφράγιστα μυστικά εμπιστεύονταν με ζύγισμα δίκαιο χωρίς ψιμύθια.
Τοίχοι γραμμές ίδιες με τη ζωή που παντού τους βρίσκεις αν γνώρισες το πετράδι του θανάτου και στης μοίρας τις απώλειες φώλιασες.
Στις φτωχογειτονιές ανθούν.
Στα εγκαταλελειμμένα αρχοντικά ζουν.
Στα υπόγεια μαζί με την διάχυτη μυρωδιά του κρεμμυδιού να σε προκαλούν.
Κάποτε έγραψε μια ομολογία αγάπης σε αυτούς κι έναν ανεκπλήρωτο έρωτα ζωγράφισε μοναχικά να μην κάνει ταξίδια στην τρέλα.
Με το νύχι τους σκάλισε, με το αίμα της τους έβαψε, αργούσε το ουράνιο τόξο να 'ρθει.
Σαν πήγε σπίτι ελαφρωμένη ένιωσε.
Τώρα συχνά τις νύχτες στην πόλη βγαίνει με ένα σάλι στους ώμους.
Περνά από τα αρχοντικά, τα υπόγεια και τις φτωχογειτονιές κι εκεί προσκυνά τον έρωτα.
Τα ποιήματα της εκεί βρίσκουν χώρο, εκεί κι οι τεθλασμένες της συγκροτούν τον κόσμο της μοναξιάς και καθαγιάζονται.
Το λευκό την τρόμαζε από παιδί.
Ήταν σαν μια αδύναμη πεταλούδα που ποτέ λουλούδι δεν άγγιξε γιατί με ημιτελή φτερά γεννήθηκε, στραπατσαρισμένη ήταν και απ' το άπιαστο λευκό της μνήμης νήμα κρέμεται.
Καταδικασμένη κι η λευκή της μάντρα.
Πόσο την φοβόταν ειδικά τις νύχτες με πανσέληνο.
Το σπίτι της λουσμένο στα χρώματα είναι τώρα σαν τέντα περιφερομένου τσίρκου.
Κυρίαρχα το κόκκινο, το κεραμιδί, το λιλά και
το γαλάζιο.
Πέταξε τα μολύβια της σκέψης.
Πέταξε τις πένες της αφοσίωσης.
Πέταξε τους κοντυλοφόρους της λήθης.
Μόνη χωρίς τα χαρτιά της που μια νύχτα διαπαντός αφόρισε κι έκαψε στους άθλιους τοίχους τώρα καταφεύγει.
Εκεί ζει τα πάθη της, στο μαύρο περιφέρεται σαν νυχτοπεταλούδα γύρω απ' το φως της ουτοπίας.
Εκεί απεριόριστο βρίσκει χώρο για τα μελλοντικά της ποιήματα που το χτένι αργά μαδάνε και επώδυνα ωριμάζουν με τα δόντια σμιχτά σαν σε μοιρολόι.

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

haibun

Το παραπάτημα
Έπλεναν τα πόδια τους στην κρήνη. Για στόμιο είχε
μια λεοντοκεφαλή μαρμάρινη με φυτρωμένα
στις ρωγμές της μια σειρά από μούσκλια.
Έσταζε το νερό και ήταν παγωμένο σαν
πρωτανοιξιάτικος καταρράκτης ορεινού χωριού.
Αψηφούσαν το κρύο και πλένονταν με πλάκες
από σαπούνια γλυκερίνης. Γλιστρούσαν τα σαπούνια
από τα χέρια τους με αποτέλεσμα το ρυάκι να έχει
πλημμυρίσει με αφρούς και χοντρές φουσκάλες.

Εποχή τρύγου
οργιαστικοί χοροί-
χυμοί στα πόδια.
Οι γυναίκες απέφευγαν την ψυχρολουσία και κατέφευγαν στα λιγότερο ψυχρά ρυάκια. Τα παιδιά παράτολμα βρέχονταν από πάνω ως κάτω και χόρευαν εκστατικούς διονυσιακούς χορούς. Απολάμβαναν την μυσταγωγία του νερού ανυπομονώντας σφόδρα να ριχτούν στη δουλειά. Είχαν τρύγο σήμερα και τα λεπτά είχαν κολλήσει μυστηριακά. Φορούσαν κοντοπαντέλονα με τιράντες, ψαθί στο κεφάλι και ξεχαρβαλωμένα ρολόγια.
Σειρά αμπελιών
ώριμα τα σταφύλια-
ώρα του μούστου..
Έφτασαν στο πατητήρι. Οι άντρες σήκωσαν τα παντελόνια ψηλά, Οι γυναίκες φορούσαν πρόχειρα τσίτια. Τα παιδιά ήταν ντυμένα με σορτσάκια. Πατούσαν τα σταφύλια και ο χυμός έρεε. Οι τρίχες των ανδρών κοκκίνιζαν κι έμοιαζαν με το κοκκινάδι των γυναικών. Τα πρόχειρα τσίτια των γυναικών μούσκεψαν και διέγραφαν καθαρά τα σώματα τους. Ένα παιδί έπεσε σούμπιτο μες τους χυμούς. Όταν βγήκε στην επιφάνεια τσαντισμένο αποχώρησε ξεσπώντας σε αλαλαγμούς.
Ξινό σταφύλι
κρασοπότηρα άδεια-
θρηνούν βαρέλια.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

haibun

Το τσίμπημα
Έστριβαν τα μουστάκια τους και χαμογελούσαν. Μπροστά τους απλώνονταν το αμπέλι με τα ώριμα κόκκινα σταφύλια. Τα χρυσοπράσινα από τον φθινοπωρινό ήλιο φύλλα έσταζαν στην γη τον πρωινό θησαυρό των δροσοσταλίδων. Μαλακό το χώμα ρουφούσε τη δροσιά. Μια βελανιδιά ξεχώριζε ανάμεσα στο χαμηλά φυτά. Στα κλαδιά της οι εργάτες είχαν κρεμάσει τα καρέ πουγκιά με το προσφάι τους.
Κίτρινα φύλλα
στρώματα στην άσφαλτο-
νοερός κήπος.
Δίπλα έβλεπες κυψέλες με μελίσσια. Τα τραγούδια των εργατών κάλυπταν το βουητό απ' τις μέλισσες που κατά σμήνη είχαν ριχτεί τριγύρω να τρυγήσουν χυμούς. Οι μεγάλες καλαθούνες γέμιζαν γρήγορα με σταφύλια που στην συνέχεια τοποθετούνταν στην καρότσα του τρακτέρ. Οι χρυσομπούρμπουνες δεν έβρισκαν πουθενά ησυχία. Έκαναν χαμηλές πτήσεις και προσγειώνονταν πάνω στους καρπούς και στα κλαρωτά μαντήλια των εργατριών.
Φθινοπώριασε
κακοτράαλοι βράχοι-
κυκλάμινα ροζ.
Έσταζε ο ιδρώτας κι ο ήλιος προχωρούσε προς στο μεσουράνημα του. Στον ίσκιο της βελανιδιάς στάθηκαν οι εργάτες να πάρουν το κολατσιό τους. Κρίθινο παξιμάδι, χλωροτύρι και φρέσκο κρεμμυδάκι. Μια ατίθαση μέλισσα πλησίασε και στάθηκε πάνω στο μπράτσο μιας εργάτριας. Ακούστηκαν τσιρίδες και κραυγές πόνου. Επιστρατεύτηκε μια τολμηρή εργάτρια που έβγαλε το κεντρί από το φουσκωμένο και κατακόκκινο σαν και τα σταφύλια σώμα.
Τραγανή ρόγα
σπίνοι πολιορητές-
τσιμπούσι σωστό.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

Ο πυρπολημένος κύκλος

Ο πυρπολημένος κύκλος
Έκοψες τα ξανθά μαλλιά σου και σημαία τα έκανες
να ανεμίζει ανάμεσα στα πλήθη που οργισμένα εξεγείρονταν.
Με το φως του φεγγαριού τα είχες βάψει.
Κρυβόσουν μην και στα αρπάξουν.
Δεν ήξεραν τίποτα ο άντρας σου, τα παιδιά και
οι επιστήθιες φίλες σου.
Σφιχτά έδενες την μαντίλα έτσι που να ξεχωρίζουν
μόνο τα πράσινα μάτια σου.
Με αυτή σοτάριζες το κρεμμύδι και καβούρντιζες
το κουκουνάρι, δεν δάκρυζες, γελούσες προς τα μέσα.
Με αυτή πλάγιαζες και κοιμόσουν.
Είχες τα φεγγάρια αγκαλιά σε όνειρα να σε πηγαίνουν
γλυκά και σε άγνωστες πόλεις να σε βγάζουν.
Τώρα την σημεία ανεμίζεις περήφανη.
Χρυσά τα μαλλιά σου με του ήλιου τις αχτίδες αγκαλιά
να σμίγουν.
Τα αετόπουλα σε ξέρουν και σου χαμογελούν.
Η πανσέληνος στα μάγουλά σου καθίζει και
φωτιά ανάβει.
Μαζί σου κόσμος πολύς βαδίζει, έκαψες την μαντίλα
και τα χέρια ψηλά νίκης γροθιά σχηματίζεις.
Τα χρυσά μαλλιά σου θα νικήσουν.
Τα χρυσά μαλλιά σου θηλιά θα γίνουν για τους δυνάστες .
Ετοιμοπόλεμη προχωράς και συμβουλάτορα και συμμαχητή
έχεις τον άνεμο.
Σαν κόρη στην πρώτη της άνθιση μοιάζεις.
Χατίρι σου έκανε το φεγγάρι τα χρόνια σου να κρύψει
και ανάμεσα στους συντρόφους σου να φέγγεις σαν
πυρπολημένος κύκλος που τις παλιές σελίδες της ιστορίας
θα κάψει για πάντα.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

Εσύ το φως

Ανθρακί χρώμα είχαν τα μάτια σου.
Τα χείλη σου πυρωμένα κάρβουνα σε μαγκάλι
φτωχών εραστών. 
Ο χειμώνας κύκλωνε την ύπαρξή τους.
Μαγικές είχαν ανάσες να στεγνώνουν τα πέλματα 
απ' την επέλαση του χιονιά.
Στοιβάδες το χιόνι στις πλάτες του.
Ο βοριάς ανέμιζε τα μαλλιά τους.
Σημαία τα έκαναν, να γελούν τα παιδιά 
και να στοχάζονται οι γερόντοι  πριν την 
παρτίδα σκάκι αρχίσουν στον καφενέ με τα ταριχευμένα 
πτηνά και τους βαλσαμωμένους κορμοράνους.

Τα μάγουλα σου φωλιές πουλιών στο δασάκι
με τα βαθυπράσινα κυπαρίσσια.
Ανοιγόσουν στα μνήματα και μαρμάρινη έπαιρνες 
μορφή σαν τα αγάλματα στον κήπο της επιθανάτιας κόρης.
Βουβά είχαν τα χείλη τους σαν τα κοιμισμένα αηδόνια
πριν μπουν στην σειρά για την πρωινή συναυλία.
Τα παιδιά διασκέδαζαν και το παιχνίδι έπιαναν εκστασιασμένα.
Ακούνητα, αμίλητα κι αγέλαστα δεν πίστευαν πλέον
τα παραμύθια και τις γιαγιάδες τραβούσαν απ' τις φούστες.
Ατρόμητες αυτές καινούργιους έφτιαχναν μύθους 
με βυρσοδέψες και λατόμους.
Γελούσαν τα παιδιά στην αυλαία και τα αγάλματα 
χειροκροτούσαν ασταμάτητα.

Άγνωστους χάρτες είχες στα γόνατά σου.
Τα χέρια σου κουπιά στο σκαρί της Μανταλένας.
Έτρεχαν οι ψαράδες σαν ζαλισμένες μέλισσες. 
Τραβούσαν τα δίχτυα κι η ψαριά τους πλούσια 
τον ολοήμερο κάματο νικούσε.
Χαμογελούσαν και στην πρύμνη στριφτά έκαναν τσιγάρα
Έκανε δαχτυλίδια ο καπνός, ζήλευαν οι κόρες 
και τους αγαπητικούς τους μέμφονταν.
Δεν τα πλησίαζαν, δεν τα έφταναν.
Απαρηγόρητοι έκλαιγαν κάτω από τις ιτιές και πενάκι 
δεν είχαν να γράψουν το ποίημα που αφόρμιζε στα χείλη τους.
Άγκυρες βαστούσαν και στον πλου προς τις σπηλιές 
κατευθύνονταν.

Εσύ το φως κι η ψηλή λαμπάδα απ' το κερί της μέλισσας.
Εσύ η τρεμάμενη φλόγα των εραστών 
με τα ψυχρά του θανάτου σώματα που οι ιερείς με μύρο ραίνουν.
Μεθυσμένοι ψαράδες σε ακολουθούν που απ' τις τρύπιες 
τους τσέπες γλίστρησε το δακτυλίδι του αρραβώνα.
Στα μουσεία πίσω απ' τα κρύσταλλα στα παιδιά με γροθιές 
και λόγια της σιωπής αντιτίθεσαι.
Δεν σε φτάνω.
Σε καλώ απεγνωσμένα.
Στο πάρκο περπατώ και με τις προτομές των ηρώων 
στήνω συμμορίες.
Στην απόχη μου θα πέσεις, αστράφτει το δακτυλίδι, 
βρέχει στον κήπο με τις βαθύσκιωτες μουριές.
Στον πόντο σε κερδίζω, το χέρι μου δίνεις πισωπατώντας.
Δεν θα φύγεις μες το πάρκο με τις προτομές 
θα γίνει η στέψη σου.
Εσύ ο αρχηγός κι εγώ να κινώ τα αόρατα νήματα.
Χοντρή κουβέρτα σου πλέκω την ψύχρα να διώξεις και 
το ανεμοβόρι στους ασκούς των Τρώων κλείνω σφαλιστά. 
Εντός μου κατοικείς σαν βωμός στον σηκό του ναού
θρησκεία σε κάνω και μπρος στα αλαλάζοντα πλήθη διακονώ 
το όνομά σου. .

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Όταν ξυπνούν τα αγάλματα

Θα έρθει μια μέρα που κοντά μου θα 'ρθεις,
στα χέρια σου θα κρατάς ένα ματσάκι από υάκινθους 
κομμένους από τα αλώνια του ουρανού.
Θα χαμογελάς σαν παιδί που στις ράγες βάζει 
το τελευταίο βαγόνι απ' το τρενάκι του και σύνθημα 
του δίνει να ξεκινήσει.
Επιβατικό τρένο με χαρούμενα πρόσωπα νεανικά.
Οι άντρες θα φορούν ψαθάκι στο κεφάλι, κόκκινα 
παπιγιόν και στο πέτο θα φέρουν καρφιτσωμένη 
μια πελώρια ταριχευμένη πεταλούδα.
Θα νιώθεις πως κάποια στιγμή την βαρύτητα θα νικούν 
και σε ένα φτεροκόπημα δίνονται με ελαφρωμένη 
την ψυχή.

Οι γυναίκες πολύχρωμα θα φοράνε βέλο, δαντελένια 
γάντια θα καλύπτουν τα χέρια τους ψηλά ως τους αγκώνες
και στα μαλλιά θα έχουν περίτεχνα καρφωμένα 
πλούσια πέπλα στο χρώμα της άμμου.
Θα νιώθεις πως από την θάλασσα βγήκαν ανεβασμένες 
πάνω στην πελώρια ουρά των γοργόνων.
Αρμυρά θα έχουν τα χείλη, κόκκινες τις παρειές και 
απ' του έρωτα θα έχουν βγει τον στρόβιλο και  
στους θεούς θα έχουν χαρίσει τα πάναγνα σώματα τους.

Το τρένο αργά θα τσουλάει και κυκλωτικές θα κάνει 
κινήσεις κι έναν μόνο θα έχει σταθμό που αέναα θα 
απομακρύνεται, το ταξίδι τους τέλος να μην έχει ποτέ.
Αποσκευές θα κρατούν αμφότεροι στα χέρια.
Μεγάλες κίτρινες βαλίτσες με μαύρα χερούλια.
Στο εσωτερικό τους δεν θα βρεις αλλαξιές μήτε 
μαύρα λουστρίνια ή μαντήλια διάφανα και βεντάλιες 
ταρταρούγας. 
Εκεί μόνο αρώματα βαριά θα βρεις, αστερόσκονη,
προτομές ποιητών και πένες στα χρώματα 
του ουράνιου τόξου.

Σε αυτό το τρένο επιβαίνεις κι εσύ με το λινό σου 
ατσαλάκωτο κουστούμι και τη δέσμη των λουλουδιών.
Χρόνια σε παρακολουθώ και φιλήματα σου στέλνω.
Στο σταθμό σε καρτερώ κι όλο κοντά μου βρίσκεσαι 
κι όλο μακριά μου φεύγεις χαμογελώντας.
Τον σταθμάρχη παρακαλώ νεύμα να δώσει 
στον σταθμό να κατεβείς τα δώρα μου να πάρεις.

Ωραίους μαρμάρινούς κούρους και πελεκητές 
κορασίδες με μακριές πλεξούδες.
Εγώ ο ακούραστος γλύπτης. 
Εγώ άυπνη να δουλεύω το καλέμι.
Εγώ με σκονισμένα τα βλέφαρα να σε προσμένω
με ανοιχτωσιά στην ψυχή 
Χρόνια πολλά στόλιζαν το σπίτι μου μα τώρα το 
αποφάσισα σε εσένα θυσία και τάμα να τα χαρίσω.   
Δεν μπορεί παρά να δελεαστείς και το φρένο 
να τραβήξεις ξεγελώντας τους συνεπιβάτες σου.
Σε περιμένει το παιδί με την πλαστική σφυρίχτρα 
στο στόμα ανυπομονώντας το χέρι να του σφίξεις.
Σε περιμένω κι εγώ με τα μαντήλια μου και τα 
ποιήματα μου που για εσένα έχω αποκλειστικά γράψει.
Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου στην κλίνη μας 
να γύρεις και απ' τον ίλιγγο να ξαποστάσεις.
Με αστερόσκονη τα σεντόνια του έρωτα να καλύψεις 
και με σχέδια πολλά να τα κεντήσεις, ωραίος ανάμεσα 
στους κούρους και στις κορασίδες να χαμογελάς και
πνοή να τους χαρίζεις.  

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

haibun

Τα γεννητούρια

Αγουροξυπνημένος σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήγε στον νιπτήρα, πήρε το σαπούνι ελιάς και καθάρισε πρόσωπο, χέρια και λαιμό . Το κρύο νερό τον ξύπνησε αυτόματα. Άνοιξε την κουρτίνα για να θαυμάσει το λυκαυγές. Ροζ και πορτοκαλί κορδέλες στόλιζαν την πυραμίδα του βουνού που κρατούσε στην επιφάνεια της το χιονένιο του σκούφο. Η ζωή στο σπίτι είχε ξεκινήσει στο σπίτι και στην κουζίνα τον περίμενε ο αχνιστός καφές κι η κριθαροκουλούρα με τις σπαστές ελιές.

Νιφάδες χιονιού
τρεμουλιαστά τα χείλη-
θόρυβος δοντιών.

Ετοίμασε το λιτό κολατσιό του Ψωμί ζυμωτό, κρεμμύδια, σύγκλινο και τυρί από την κατσίκα που μηρύκαζε στο κατώι. Βγήκε στην αυλή ο χιονιάς με τα παγωμένα του χέρια τον αγκάλιασε σφιχτά. Τράβηξε το φερμουάρ κι έσφιξε το κασκόλ του, τουρτούριζε. Μέσα στην ξάστερη νύχτα είχε πέσει πάγος και τα φυτά του κήπου μπρόκολα και λαχανικά φορούσαν το κρυστάλλινο τους ρούχο. Κατευθύνθηκε προς τον στάβλο. Το άλογο σηκώθηκε, πήγε κοντά του κι η άχνα απ' τα ρουθούνια του τον ζέστανε.

Πάγος τριγύρω
μέσα στα καντηλάκια-
πήζει το λάδι.

Φόρεσε το σαμάρι στο άλογο χάιδεψε τον κανελί λαιμό του, το φόρτωσε με τα λιόπανα και ξεκίνησαν για το χωράφι. Από κάπου μακριά ακούγονταν το τεμπέλικο λάλημα ενός αργοπορημένου πετεινού. Σκέπασε την τσιριχτή φωνή του με ένα ρυθμικό σφύριγμα. Ο ήλιος ξεπρόβαλε πίσω από την πυραμίδα και χρύσιζε την γη. Σήμερα θα πήγαινε μόνος του για να μαζέψει τις ελιές καθώς η γυναίκα του παρέμεινε σπίτι. Η νεαρή φοράδα τους απόψε γέννησε ένα ολόασπρο πουλάρι και χρειάζονταν φροντίδα και καλή τροφή.

Βαρύς χειμώνας
σαγόνια τρεμουλιάζουν-
ξύλα στο τζάκι.



Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

Τάνκα

Με θέμα την σουσουράδα που για την Ιαπωνία από τις 13-17/9 
είναι μια από τις μικροεποχές που οι σουσουράδες τραγουδούν ξανά.


Έρημος δρόμος 
ταχύτητα μεγάλη
σπάνε τα κοντέρ
πετά μια σουσουράδα 
μπουχός βαρύς την πνίγει. 

*
Γυναίκα περνά 
στητή κορμοστασιά 
άντρες σφυρίζουν
κομψή σαν σουσουράδα 
μπιρμπιλωτά τα μάτια.

*
Κίτρινα φύλλα 
πάνω στο χώμα στέκουν 
πουλί εφορμά 
φτερά μιας σουσουράδας 
φέρνουν τα πάνω κάτω.

*
Κυνηγός περνά 
γεμάτα φισεκλίκια
μαύρο σκηνικό 
βλέπει μια σουσουράδα 
η ομορφιά τον κάμπτει.

*
Βοριάς φυσάει 
βαθύσκιωτο το δάσος 
δασιά τα ρείκια 
φωλιές πουλιών κρυμμένες 
πρόβα μιας σουσουράδας.  

*
Γκρεμοί τριγύρω 
απάτητος ο τόπος 
βαθιά χαράδρα 
στέκει πάνω στο φρύδι
ζευγάρι σουσουράδων.  

*
Ράμφος μυτερό 
ασπρόμαυρη φτερωσιά 
μακριά ουρά 
πουλί για καλλιστεία
όμορφη σουσουράδα.

*
Μικρός καφενές 
φωτιά παίρνουν τα μπρίκια 
θαμώνες σκυφτοί 
πόστερ μιας σουσουράδας
τα βλέφαρα γλυκαίνουν.

*
Ω τι λεπτότης 
καμαρωτή πηγαίνει
πατά στα νύχια 
ξύπνια η σουσουράδα
κλαίει το κουτορνίθι.  

*
Γάτος τροφαντός 
περιπολία βγαίνει 
μεζέ ζητάει 
τα νύχια του απλώνει 
γραπώνει σουσουράδα.  

*
Βοά το δάσος 
οι λύκοι κατεβαίνουν 
τρέμει η ψυχή 
τραγούδι σουσουράδας 
ατμόσφαιρα αλλάζει.

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

Τα μαργωμένα ποιήματα

Ήρθε το φθινόπωρο στην ζωή μου 
απ' την ώρα που έφυγες.
Μεγάλα κίτρινα φύλλα σαν πατούσες 
αρκούδας κάλυψαν τα χειρόγραφα μου.
Εκεί υπήρχε ένα ποίημα για σένα ζουμερό 
σαν την ανοιξιάτικη φράουλα στο στόμα 
ενός παιδιού που πενθεί την μάνα του.
Ολομόναχο παιδί με μακριά όμορφα δάχτυλα.
Ο πατέρας του στα ποντοπόρα καράβια 
χρόνια χαμένος σκεπασμένος με το 
πούσι των παροδικών λιμανίσιων ερώτων.
ποτέ δεν επέστρεψε.
Η γιαγιά έλεγε πως ναυάγησε σε ένα έρημο 
νησί με πολλές μπανανιές και πιθήκους.
Δεν την είδε να κλαίει ποτέ.
Κάθε μέρα αυτή ρωτούσε τον ταχυδρόμο αν της έφερε 
γράμμα απ' τα ξένα.
Έψαχνε την σάκα του, έσκιζε τα ειδοποιητήρια,
άρπαζε τα ερωτικά ραβασάκια κι έφτιαχνε μαζί 
με αλευρόκολλα χρωματιστά αερόστατα και του
τα χάριζε.
Όλο το σπίτι μύριζε αλεύρι κι άψυχο χαρτί.

Δεν την πίστευε την γιαγιά κάτι αλλόκοτο 
είχε στο βλέμμα κι οι μακριές άσπρες πλεξούδες της 
το έπνιγαν σαν το σκοινί του κρεμασμένου 
περασμένο σε θηλιά στα κλαριά της ακακίας.
Έτσι κι εσύ σαν αυτό το μοναχικό παιδί μοιάζεις.
Κάποιος άλλος έρωτας σε ρούφηξε.
Αστρικός έρωτας με το παχύ δέρμα του γαλαξία 
καλυμμένος.
Η λήθη σε πήρε.
Αγκαλιά κοιμάσαι με τις μάγισσες.
Το αίμα σου το γαλάζιο πήρε χρώμα των ουρανών.
Αρμύρα μυρίζεις και σάπια πλατανόφυλλα.
Σκεπασμένο έχεις το στήθος σου με καύτρες και στάχτη.

Αιώνια καπνιστής δεν καταδέχεσαι τα άφιλτρα τσιγάρα μου.
Εκεί που πήγες σέρτικο κόβεις καπνό σε τάβλα σαρακοφαγωμένη.
Φοβάμαι τις λεπίδες μην και σε πληγώσουν
Φοβάμαι το αίμα σου μην και αποκαλύψει τα μυστικά μας. 
Μα πιο πολύ φοβάμαι την ανάσα σου που νικοτίνη μυρίζει, 
ώριμο σύκο και ξένο γυναικείο άρωμα.
Θέλω να βρω το μοναχικό παιδί ποιήματα να του γράψω.
Και ναι το βρίσκω στα υπόγεια κελιά των ονείρων.
Μισεί τα λιμάνια, τα νησιά, τις μπανάνες και 
τις στριφογυριστές ουρές των μαϊμούδων.
Εγώ το φροντίζω τώρα.
Του έβγαλα την θηλιά απ' τον λαιμό.
Ελεύθερα τώρα αναπνέει και ρυθμική έχει ανάσα.
Πήρε την λάμψη απ' τα σκούρα μάτια της μάνας του 
κι έπαψε να τη θρηνεί πλέον καθώς ολόδικη του είναι.

Τράβηξα ένα απόγευμα την γιαγιά και την έκλεισα 
στο πηγάδι.
Δεν ανοίγω το στόμιο.
Τσιμέντο ετοιμάζω και κλείνω τις χαραμάδες.
Τα καταφέρνουμε και χωρίς αυτή μια χαρά.
Κάθε μέρα αερίζω το σπίτι, μαζεύω τις άσπρες της τρίχες,
κοπανάω στο γουδί ξινόμηλο, μαύρο πιπέρι και ξυλαράκια 
κανέλας μα η μυρωδιά απ' την αλευρόκολλα
δεν λέει να φύγει.
Το παιδί κάθε μέρα συναντά τον ταχυδρόμο.
Δεν τον ρωτά τίποτα, τον κερνά υποβρύχιο και 
χώνει στην σάκα του μια ερωτική επιστολή.
Από μία κάθε μέρα.
Τα βράδια σκαλίζει τα βιβλία, γράφει ατέλειωτες 
σελίδες με κόκκινο μελάνι.
Αυτό το παιδί ποτέ δεν κοιμάται, δεν μιλά μόνο 
φροντίζει το μελανοδοχείο να μην αδειάζει και 
την άκληρη συναντήσει αλφαβήτα.
Αυτές οι επιστολές εσένα έχουν παραλήπτη.
Είναι το παιδί του έρωτα που κατοικεί μέσα μου 
και κάποτε ο πιο τρανός ποιητής θα γίνει του κόσμου.
Να το θυμάσαι τα βουρκωμένα μάτια της μνήμης 
γράφουν ακόμα κι αν τελειώσει το μελάνι
τις πιο όμορφες παρτιτούρες το ποίημα να ντύσουν 
ποτέ του μην νιώσει κρυάδες κι έξαψη υψηλού πυρετού.

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

imayo

imayo με σπάσιμο δύο ποιήματα σε ένα, με συλλαβισμό 7/5/7/5/7/5/7/5

Αργοσαλεύουν χείλη
ρόγχος θανάτου
έρωτας τον χτύπησε
βαριά η καρδιά
αιχμηρό το βέλος του
χαμηλοί χτύποι
κατάστηθα τον βάρεσε
τελική πτώση

Βογγητά ακούγονται
έπιασε φωτιά
φόρεσε το μαντήλι
μαύρο τοπίο
χάθηκε το ελάφι
κλαίνε οι φτέρες
υγρασία στα μάτια
πενθούν τον χαμό.

Ανέμου στροβίλισμα
τα φύλλα πέφτουν
υγρασία τριγύρω
τρελός ο χορός
οδοιπόροι περνούν
γήινες κραυγές
σφίγγουν το φουλάρι τους
βήματα τρίζουν

Χρυσό το δακτυλίδι
λεπτά δάκτυλα
έπεσε στο πηγάδι
τραβούν το σκοινί
υγρασία στον κουβά
τρέμει η καρδιά
ανεβάζει κόσμημα
χτύποι δυνατοί.

Αμίλητος περνάει
δεμένα χέρια
κουβέντα δεν του κλέβεις
σφιγμένη καρδιά
κακό είδε όνειρο
οιωνός κακού
χωρισμό προμήνυε
τρέμουν τα πόδια.

Χρωματιστά χάμουρα
τρέχει το άτι
λυγερόκορμο περνά
κλαγγές στο χώμα
ασέλωτο πηγαίνει
αχαλίνωτο
πέφτει ο αναβάτης
σκόνη σηκώνει.

Κόκκινη παπαρούνα
γιορτινό ρούχο
σείεται στον άνεμο
λεπτό το κορμί
φύτρωσε στο παρτέρι
πικρή ευωδιά
προαύλιο εκκλησίας
θύμησες ξυπνά.