Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

ντύθηκα τη πεμπτουσία του σκότους



Πως να διανοίξω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Λύθηκαν οι κάβοι, τραυματισμένο το περιστέρι
Φυγομαχεί στο μολυβί θάμπος της σελήνης
Μετέωρα τα μάτια σου πυργώνουν ξάφνου
Στο πικρό χάδι του επέκεινα παραδομένα
Πικρός ο οιωνός
Σε συντροφεύει στης μέθης τον αργό στρόβιλο
Ανασκαλεύω το χώμα να βρω τα βήματα σου
Ξαστοχώ, τραμπαλίζομαι στον μέσα άνεμο των χαμόδεντρων
Ισορροπιστής σε λιγνό κλαράκι
Αναζητώ το δίχτυ των χεριών σου για να πιαστώ!

Πως να διαβάσω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Μάτια κλειστά κι οι χάρτες στρεβλά σημαδεμένοι
Ντύθηκα τη πεμπτουσία του σκότους την εσπέρα
Καθώς βάλθηκαν οι ώρες μου να οπισθοχωρούν
Μπροστά σε μια συστάδα από κρανία κόκκινα
Κρανία διαβατικών πουλιών που έχασαν το φτέρωμα
Πριν καλά - καλά φέρουν το μήνυμα από τη καμένη γη
Μήνυμα με παραλήπτη τη μοναξιά των ωρών
Επιστράτευσα πάλι τη ζάλη του υπερβόρειου καταρράκτη
Πικρός ο οιωνός
Κι πλάτη του πλανεμένου αμνού φεγγερή και κρύα
Ξαπλώνω στον χλοερό τάπητα του Απρίλη
Στοχεύοντας μια - μια τις ταπεινές καρδιές των εραστών
Που αποξεχάστηκαν σε κάμαρες υγρές με φτηνά κλινοσκεπάσματα!

Πως να ζεστάνω του άγριου ρόδου τη παγωμένη καρδιά;
Ξιφουλκώ τα ημιτελή χωρία των κίβδηλων ποιημάτων
Λογαριασμούς ανοίγοντας με τις λαβωμένες Εστιάδες
Ιερή φωτιά κατοικοεδρεύει στο βωμό του στέρνου σου
Άσβεστη φλόγα από τη μνήμη του πρώτου φιλιού
Παρεκκλίνω από το δριμύ ψύχος και το σκαλοπάτι σου σεμνά προσκυνώ
Προς τι να μην σε αγαπώ;
Αδιόρατος ο οιωνός και που με οδηγεί;
Σε στέπες αχανείς πλανιέμαι πληγωμένη δορκάδα
Πολιορκώ την φούστα μου και αναρροφώ τους γλυκείς σου πόρους
Σχεδίασα το νέο πατητήρι των ερώτων σε κρόταφο φιδιού
Και παγανιστικά μεταλαμβάνω διεγερτικό μούστο
Προς τι να μην σε αγαπώ;
Το φυλακτό το κράτησα σε θυρίδα σιντεφένια πλάι στο αίμα των κορυδαλλών


Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

κόκκινο σημάδι στο αναλόγιο του ουρανού



Στις λεωφόρους του ουρανού
Εκεί που αναρριγεί το άχραντο σώμα του μυστικού Θεού
Δεν υπάρχουν νυχτερινοί φανοστάτες και γρύλοι περιδίνησης
Παρά μόνο το κόκκινο σημάδι του στέρνου σου
Που αποσπάστηκε κρυφά από τα σπάργανα της Άνοιξης
- Αμαρτωλός καρπός μιας αστρικής συνουσίας -
Σημάδι του πόθου εγχάρακτο σε εξάγωνο κρύσταλλο
Του κορυδαλλού ερωτική ματόχαντρα
Ρόδα του τέθριππου σπασμένη πάνω στο ισχύο του πόνου
Καραδοκείς σθεναρά με τη παλάμη σφιγμένη
Μπροστά σε σκαλιστό καθρέφτη προγονικό
Να μολέψεις την πράσινη τριανδρία της χλόης!
Εφάμιλλος ο ορθινός πίδακας της φλέβας σου σε λάμψη
Με τη σκληρή χαρακιά της πυρκαγιάς στου πεύκου το κύμβαλο...

Στις λεωφόρους του ουρανού
Εκεί που δονείται το άχραντο περιβόλι του μυστικού Θεού
Δεν συναντάς αργοπορημένες εμπρήστριες θανάτου
Ούτε των αποδημητικών πουλιών το κελαηδισμό
Παρά μόνο τη χάλκινη προτομή της Μέδουσας
Που έρπει μειδιώντας στο ομιχλώδες υπερώο των σύννεφων
- Πετρωμένη πλώρη ενός γηραλέου σκαριού -
Υποδόριος στεναγμός σε υγρό φαράγγι αντίλαλου
Αρίζωτο δέντρο του βοερού παραδείσου που θάλλει
Νεράκι τρεχούμενο στη χαρούμενη εποχή της παραφροσύνης
Ανατέλλεις και βυθίζεσαι αργά στη σχισμή της Άρνησης
Σαν το στόμιο της φωτιάς που κατατρώει ηδονικούς βυθούς
Έτοιμος να πλοηγηθείς γογγύζοντας στην ασπόνδυλη ερημιά του θέρους
Θαμπώνεις την ανάμνηση  μου με ατμούς της αιθάλης
Και ασκητεύεις νοερά στο μέγα πλάτος των ανατενίσεων
Βωμός υπερώιος και στερνός μνηστήρας της σφαγιασμένης αγάπης....

Σου έκοψα κρίνα από την ήσυχη ροή του Ιορδάνη 
Και σαν αιματωμένος Ιησούς ψηλαφώ το παρθενικό σου σκήνωμα 
Κόκκινο σημάδι εγγίζοντας στο αναλόγιο του ουρανού!


Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα


Ξεφυλλίζω άναρχα της μνήμης το μισάνοιχτο βιβλίο
Ισχνή η κραυγή των αισθήσεων επισκιάζει τη θωριά σου
Την μεταλλάσσει σε δωρικό αγαλματίδιο στα σπλάχνα του Αρδηττού
Κρώξιμο πουλιού ενδημεί στο μαρτιάτικο αεράκι
Της κόμης σου συντονισμένο από τα δικά σου οράματα
Στου προσώπου σου ανατρέχω τις γραμμές
Γραμμικές αναπαραστάσεις μιας μοίρας καθηλωτικής
Βοούν στο οργισμένο σου βλέμμα - μειδίαμα φιδιού
Μοναχικά αντιστέκεσαι στο επικλινές στόμιο του βαράθρου
Σαν λατόμος που εξερευνά με σκαπάνη αργιλώδη έγκατα
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Ξεφυλλίζω βαρύθυμα της λήθης το μισάνοιχτο βιβλίο
Κηλίδες με διαμελισμένα άκρα διατέμνουν τις ρυτίδες σου
Ήδιστον φως δραπετεύει από του ώμου σου την θήκη
Λασπωμένα βέλη σκορπάς σε πρίσματα πολυεδρικά
Μύριοι με τρεμάμενες ασπίδες διαφυλάττουν της ψυχής σου το ίσο
Διαπερνάς ασάλευτος το άνυδρο πεδίο του αίματος
Και παραδίδεσαι εις το κέρας του ελαφιού ικέτης
Φρουροί της πατρίδας σε ακολουθούν περιμετρικά
Μια αχτίδα με καλεί με χρυσοκλωστής νήμα
Να συνθέσω τη σκεπτιστική μουσική των χειλιών σου
Έξω από φόρμες που διασπούν την ευρυθμία σου
Και την περιορίζουν ερμητικά σε κυκλώπεια τείχη Ανατολικά
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Ξεφυλλίζω παθητικά του έρωτα το μισάνοιχτο βιβλίο
Κιονόκρανα φλύαρα παρατεταγμένα στη τύρβη της σιωπής
Επικονιάζουν με γύρη μεθυστική ακροδάκτυλα λατρεμένα
Καλειδοσκόπια εκρηκτικών χρωμάτων επιχρωματίζουν
Την ασπρόμαυρη λιθοδομή του φρουρίου σου
Παρασημοφορείς γενναία το μικρό αλητάκι της αλέας
Που κάποτε της ζωής σου επένδυε τη πολική μοναξιά
Με βάγιες μυριστικές διαμηνύεις την ήττα σου στους ψυχρούς
Κελευστές που της πέτρας διαρρηγνύουν το κρησφύγετο
Σε υποδέχεται ο μέγας κυνηγός των όμβρων
Να σου παραδώσει ακριβά κειμήλια από τα φτερά των αετών
Δρόμους σπαρμένους του ουρανού
Λευκά και ρόδινα οπιούχα φυτά
Αιθάλη από τη κνήμη του καβαλάρη
Περήφανος και διάτρητος να διαβείς την μεγάλη πόρτα της Ιστορίας
Που εσκεμμένα εσύ παραχάραξες διασπαθίζοντας του μυδιού τη σάρκα!
Είναι ευλογία το σκιτσαρισμένο σου βλέμμα...

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

το βλέμμα σου μαγνητίζει τα χρώματα



Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που τα χρώματα φτιάχνουν πυρετωδώς
Διπλά ουράνια τόξα κι απέθαντα σώματα
Θα έχεις χάσει το μικρό σου κλεφτοφάναρο
Και θα ατενίζεις νηφάλια της χαρμολύπης το παλάτι
Ωραίος ωσάν άγγελος γονατιστός μπροστά στη μεσόπορτα της γης
Άλικος και τρωτός σαν της Φιλομήλας τα σμιχτά χείλη
Όταν ακουμπούν παθιασμένα στο ηλεκτρικό τρίχωμα της σελήνης!

Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που ο φλοιός της γης σμίγει
Με την υδρόεσσα παλάμη του κάκτου
Μυθικά πλάσματα θα ακολουθούν το αιμάτινο ρυάκι του Έρωτα
Προστάτες και φύλαρχοι της αιώνιας σαγήνης σου
Ξέφευγες απόμακρος από τα τυπωμένα ίχνη του σύμπαντος
Και στο ποτάμι πετροβολούσες αστόχαστα τις καλαμιές
Έτοιμος πάντα να αναμετρηθείς με τον άγριο παλμό της ροής
Μάζευες λυγαριές κι αγριομέντες - στεφάνια της υγρής σου κόμης
Κι αμίλητος παρακαλούσες να συντρίψεις τα κάγκελα της νύχτας!

Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που τα χρυσόψαρα ευφραίνουν ηδονικά τα πελεκημένα στήθη
                                                           της μεθυσμένης γοργόνας
Απουσίαζες στη σκληρή λευκότητα της αρχαίας σινδόνης
Και με χέρια ανοιχτά συνδαύλιζες τη κρυφή φλόγα των νοσταλγών
Απάνεμα αναζητούσες λιμάνια κι αποξεχνιόσουν στους χτύπους
                                              ενός καλοδουλεμένου εκκρεμούς
Επιταχυντές τα μυώδη σου μπράτσα αγκάλιαζαν τον τραυματισμένο ουρανό
Μη και στερέψει το φως στα χαμοκέρασα του δάσους
Και απλωθεί το σκότος στις χρυσές πτυχές του ηλίανθου
Πιασμένο στη παγίδα το σχήμα σου φιλονικούσε με τις τρύπιες τσέπες
                                                                                  του σύννεφου
Μέσα σε έναν απόρθητο ουρανό που αραίωνε λυτρωτικά τη θλίψη σου!


Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

τη βραδιά που κάηκαν τα αγάλματα της πλατείας

                             
Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Μου είχες πει μυστικά ένα πρωί του Γενάρη
Δάκρυζες με αναφιλητά και γόους πικρούς
Ακουμπισμένος διαγώνια με καρδιά ξέχειλη
Στο δισκοπότηρο της προσμονής και της αγάπης
Σαν μια λιθοδομή που ξεκουράζει το εσώτερο βλέμμα των γλάρων
Όταν σκορπίζεται διχαλωτά στο αμετανόητο φως των νήσων
Αστεροειδείς σκούραιναν τη χλωρασιά της ακοίμητης πέτρας! 

Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Σκληρό σαν το τελευταίο βλέμμα πριν το αντίο
Σπάνε οι κρύσταλλοι με ένα ανεπαίσθητο κραχ
Η ωλένη του μαρτυρίου μακραίνει τις υφές
Η μοίρα παραφυλάει σαν εκστατική Ανδρομέδα
Μπροστά στη μεσαιωνική πυρά ανασχηματίζοντας
Απαλά την παραφθορά του ονείρου και του χάους
Πυργίσκοι χάρτινοι στοίχειωναν την αμμουδερή πολιτεία!

Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Τα αγάλματα της πλατείας ζητούν επαιτεία
Από το σβηστό μαγκάλι του Κλύδωνα
Αφελείς νοσταλγοί του μέγα ίλιγγου
Αναζητούν το ανέφικτο στο μετέωρο πυροφάνι
Του νεκρού ιχθυοπώλη
Υφαίνοντας κλεφτά το δίχτυ του πόθου
Μπροστά στη κλειστή πολυτέλεια του άδειου κελύφους
Λάμιες βουβές του ποταμού περιθάλπουν ομαδόν
Την κοφτερή λευκότητα της φυραμένης τους σιλουέτας
Αγάλματα παγανιστικά φιλτράρουν την οδύνη του πρόσκαιρου
Συνθλίβοντας λευκές πεταλούδες στη παλάμη τους
Καραβόπανα σκηνής απομυζούν τη φθορίζουσα μαρμαρυγή του θανάτου!

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

ετερόκλητη σύναξη


Στου δάσους την πολύβουη ερημιά
Συνάχθηκαν
Πίσω από των κορμών
Το αυστηρό περιστύλιο
Νομάδες με χαλκόχρωμες γενειάδες
Μιλούσαν γλώσσες ακατάληπτες
Κι είχαν το κομπόδεμα της μοίρας
Ριγμένο στην αριστερή τους τσέπη
Μοίρα τραγωδός
Σπορά στη μασχάλη του ανέμου
Προσωπείο αρχαϊκό σε λίθινη εξέδρα
Σαϊτιά στης φλέβας το φυλάκιο
Παραπαίουσα στο ασταθές κενό
Κάθετη πτώση των αρμάτων σε ειδεχθές πηγάδι 

Σε στοές κεκλιμένες
Στοιβάχτηκαν
Πίσω από του μέταλλου
Τις φαγωμένες αυλακώσεις
Τα παμπάλαια αρχεία
Της ιστορίας των Βουρβόνων
Δυναστείες πανσπερμίας
Πάνω στο σύγκρυο των λουλουδιών
Ρημάζουν το σπαραγμένο στόμα των λαών
Λαοί σαβανωμένοι στην ανυπαρξία
Παγωμένα συντριβάνια του αστείρευτου
Λιοτρίβια διαπλέοντα στο ασήμι της ελιάς
Πυγμάχοι της πέτρας στον απόμερο στίβο της λήθης
Μεγαλουργούν στης ιστορίας το βούρκο
Καμπύλη των άστρων σε χαλινάρια ανυπακοής 

Σε γόνδολες ανεστραμμένες
Αποσύρθηκαν
Πίσω από την οιμωγή
Του σπάταλου κύματος
Γλάροι με προτεταμένα τα ημίψηλα καπέλα
Θεατρίνοι σε παραστάσεις του μηδενός
Περιοδεύουν ατάκτως στα πέρατα
Εκδρομείς σε αφαλατωμένα κρύα πελάγη
Διαμοιράζουν ανεμώνες σιωπής στους αναχωρητές
Θαλάσσια άνθη της αρπαγής
Κυκλώνουν τα βυθισμένα πάθη του σκότους
Κοράλλια και σεντέφια στολίζουν τα ακρόπρωρα της μνήμης
Στιλέτα ναυαγών χαράσσουν βαθιά το μέτωπο της σελήνης
Γραφή αινιγματική σε τρικυμισμένη παλάμη 

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης


Δεν γεννήθηκα ήρωας τα κρόταλα του έρωτα να απαριθμώ!

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Βάρος δεν θα βάλω στης αθώας φτέρνας
Την απέθαντη κορυφή
Τ΄ αψήλου θα ανεβώ μαυροφορεμένη
Να προσκυνήσω τη συμπαντική σου εικόνα
Το ανθοφόρο περισκόπιο του οίστρου
Σε κάμπο σπαρμένο με παπαρούνες
Θα στήσω
Για να κοιτάξω ευθύβολα
Τα φθινοπωρινά σου χέρια
Και του κορμιού σου το λαμπρό κενοτάφιο
Θάρρος θα οπλιστώ
Μήπως κι αλαργέψει ο φόβος του μαχαιριού
Κάτω από το τραπέζι με τα όλβια ρόδα
Αμάραντη ομολογία αθανασίας εξυφαίνω! 

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Λάφυρα δεν θα πάρω από της μάχης
Το ιδρωμένο σώμα
Όσο κι αν την αιχμαλωσία σου συλλαβίζω
Καιρό τώρα η ζωή μου
Διαπλέκεται μες την αιθαλομίχλη των πόλεων
Και στης πάχνης το θρυμματισμένο κάτοπτρο
Σε αγορές θα βγω με σιαμαίους ιχνηλάτες
Να εμπορευτώ αρώματα της λήθης
Και οδοδείχτες κιτρινισμένους
Θα σταματήσω μόνο
Μπροστά στο κίβδηλο φεγγάρι
Μήπως και εξαγοράσω δυο ρουμπίνια ματαιότητας
Από τα κλαμένα σου μάτια
Που συνταγμένα φράζουν τον λεπτοφυή ιστό μου
Δεν θα σε απαρνηθώ
Δέσμια θα μείνω μιας μοίρας καθηλωτικής
Που στο παράθυρο μου γεράνι γίνεται
Σε κύκνο μαύρο μες την  οχληρή σου επικράτεια
Σιωπηρά θα μεταλλαχθώ
Χορεύοντας του επέκεινα ρυθμούς κυκλωτικούς
Άυλη θα σε πλησιάσω
Μεταθανάτιο μέλι σε τάσι χάλκινο
Να σου προσφέρω - αρωγός της ρίζας
Σεπτή θρυαλλίδα στης ελιάς το εργαστήριο!

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Πριονίζω το φως
Κι ακρωτηριάζω τις λόγχες του ήλιου
Να σου φτιάξω ένα μικρό φυλαχτό
Να πορεύεσαι
Να μην έρθει κακόβουλη η αποκλήρωση του χρόνου
Να σε χτυπήσει
Λαχνό θα πάρω
Και σε τυχερά παιχνίδια θα συρθώ
Ποντάροντας διπλά στης αγάπης σου
Το σκοτεινή αριθμητική
Στη λοταρία του έρωτα
Κρυστάλλινες προθήκες ονείρων θα αποτινάξω
Κι αν σπάσει του ευνούχου το γόνατο
Στα μυώδη μέλη του αόρατου θα κρυφτώ
Να γυμνάσω το στρογγυλό θυλάκιο του πόθου
Μη μου αρνηθείς ξανά
Το ορειχάλκινο ρολόι που μου είχες χαρίσει
Τότε που η ζωή μου προέλαυνε
Με γοργό βηματισμό μπρος την αγκαλιά σου
Σεβαστική μυρτιά στο απόκρημνο μνήμα της Αδερφής!

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Χέρσα γη να πατήσω δεν ξέρω
Και στα ορυχεία του δυσδιάκριτου σαν παιδί σκοντάφτω
Εξαρχής κι αφειδώλευτα
Να ενωθώ με το φως αποζητώ
Και το συμπαγή μαστό της ανατολής να θηλάσω
Λαμπαδηδρόμος πάνω σε σπασμένα κρανία
Γυμνή απουσία να πορευτώ
Λοιδορώντας το ακονισμένο σου βέλος
Στρατηλάτης να εισέλθω
Στα πυκνά φάσματα του νου σου
Μόνα μου εφόδια στο διάβα μου
Το ασύμμετρο μειδίαμα σου
Κι ένα τραγούδι από τους χίλιους στίχους
Που για χάρη μου έγραψες
Αγιάτρευτη πληγή ο χωρισμός
Δεν επιδέχεται ξόρκια και μαγγανείες
Το όνομα του Κάλχα αναβαπτίζεται
Σε φρικαλέα τελετή
Κι όσο αντέξεις το πένθος...
Έμμετρη φωνή σκεπάζει της δάφνης την υπεροχή!

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

στροβιλίζομαι


Ας βαστάξει η βροχή
Μια μέρα ακόμα
Να ξεπλυθούν τα φτερά των αγγέλων
-Τι κι από τις πολλές αμαρτίες
Έγιναν κονιορτός αιμάτωμα
Και φενάκη με αρνητικό πρόσημο στο στήθος-
Ας βαστάξει το ψύχος κι η νεροποντή
Να ξεπλυθούν οι ράχες των αγγέλων
Αυτών που δραπέτευσαν
Από το στροβιλισμό και τη δίνη
Μιας καταιγίδας που μεσοπέλαγα
Τους έπληξε

Φανοί που ασθμαίνουν αργά
Σε αιγαιοπελαγίτικο περιβόλι
Τους κυκλώνουν δυνητικά
Όταν το κατώφλι μας ξιφουλκούν
Απεγνωσμένα
Άγγελοι θρασείς
Και ποτέ δεν συνάντησαν
Στη κουβέρτα του πλοίου
Έναν γλάρο να ξεφυλλίζει
Φιγουρίνια και ρομάντζα
Με ατυχείς ερωμένες
Ας βαστάξει καθαρή η χαρακιά του χρόνου
Να έρθουν οι ληστές
Με το πινάκιο σπασμένο
Μήπως λειτουργηθεί ο βίος
Των γερασμένων άστρων
Στου μικρού Γενάρη το παρεκκλήσι

Ήρθε ο καιρός να εισπραχτεί
Το χρεολύσιο του Έρωτα
Στο πατριδοκτόνο Παράδεισο
Που με μια σχεδία της βροχής
Προσάραξες ένα πρωί
Θριαμβικά
Αναφλέγω τη γη μου και τυφλά στροβιλίζομαι
Στη γιγάντια τροχοπέδη ενός άλυτου αινίγματος
Επισφαλής και μονήρης
Ικετεύω τους δικούς μου βροχοποιούς
Σφιχτά να επιδέσουν τη πληγή της νοσταλγικής σταγόνας     

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Υδατογραφία πυρός



Χάλκινοι πυρσοί σε περιβάλλουν
Υδατογραφίες του ουρανού
- Όταν τα νέφη επιχρωματίζονται το δείλι -
Κουρσεύουν τα χείλη σου ηδονικά
Αμύγδαλο κρατώ στα χέρια μου μυστικά
Κι άμα το διανοίξω
Θα δω τη μορφή σου δακρυσμένη...

Σαν αγιορείτικη πηγή θα σε συντηρώ
Νάμα γιορτής θεόπεμπτο θα σου δώσω
Αγγέλων ουράνιο μονοπάτι
Διαβαίνω στο χάρτη σου
Σπαθίζοντας όξινους οπωρώνες
Σε ακολουθώ
Χαριεντίζομαι με το χρώμα των ματιών σου
Και με χρωστήρα χιονιαδίτικο
Αποδίδω την λάμψη τους

Το σκιερό πορτρέτο σου
Στη πυριφλεγή σπηλιά του Έρωτα
Επαίτης θα προσκυνήσω
- Παραμυθάδες
Με χρυσή κλωστή στο χέρι
Θα με ακολουθούν
Στο χνάρι του μεταξοσκώληκα
Να φτάσουμε -
Που να σε βρω;
Υδατογραφία πυρός
Δραπετεύεις
Πάνω σε καμβά λεκιασμένο με μολύβι

Δραγουμάνο θα βάλω τη σελήνη
Στα τοξωτά σου φρύδια
Να φέγγει την απουσία σου
Αγαρηνοί με δόρατα φλεγόμενα
Πολιόρκησαν την βυζαντινή ομορφιά σου
Σε πήραν σε υποδούλωσαν
Που να σε βρω;
Μέσα σε κρύπτες τυφλές
Διέσπειραν σε λευκά πέταλα
Τον όραμα σου
Χαίτη του Πήγασου
Πάνω στους λεπτούς ώμους του ποιητή

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

η γεωμετρία της μέλισσας



Η Μεσόγειος διασκορπίζει τους αφρούς του οξύρρυγχου
Στο χάρτινο σταυροδρόμι της σκοτεινής σου δίνης
Αναίτια περιπλανιέσαι στο μέλλον της συντριβής
Αιχμάλωτος στρατιώτης με κόκκινο περιβραχιώνιο
Πλανήτης της σιωπής ανασκολοπισμένος
Από την αιωνιότητα των αγαλμάτων του κήπου σου
Νάρκισσος καθρέφτης
Μιας ομορφιάς αρρενωπής που εξαερούται στη μόνωση
Της απόγνωσης που μεταλλάσσει παλμικά την ύστερη χαρά μου
"Σύνδεσμος φθαρτός εσύ πάνω στο χρυσό κρίκο της μέλισσας"

Πειθαρχημένος εξαρχής στη στιλπνή υγρασία του βότσαλου
Αιχμάλωτος μένεις και σε σεληνιακά εφαλτήρια πυορραγείς
Νάρκισσος καθρέφτης
Μιας ομορφιάς εξόριστης που ενδημεί σε Μηλίσιους κρατήρες
Διαποτισμένος με τα φωτισμένα στίγματα του κηλιδωμένου γρέγου
Ακροβατείς τεχνεόντως σε νήματα αράχνης
Λουλουδιασμένος σαν ακακία του γκρεμνού μειδιάς ιστορώντας
Την ώρα της εκκόλαψης των σπίνων στα οικητήρια των Λεύκτρων
"Σύνδεσμος φθαρτός εσύ πάνω στο χρυσό κρίκο της μέλισσας"

Αποκαλύπτεσαι νεφελικά μες στις αναθυμιάσεις του Έρωτα
Και απόρθητος γρικάς ουλαμούς άτακτους να συλλύουν το φως
Κελαηδισμούς πλάνους από το ζευγάρωμα των σταυραετών
Σε αυθυποβάλλουν στην μέθη του ίλιγγου
Αντιχήσεις φυσητού γυαλιού σε σπηλιές έγκλειστες
Κωφεύουν τις μικρές αντιλόπες στις πηγές τους
Φιλοπερίεργες αλχημείες φωτιάς στο παράθυρο της κόγχης
Προσμετρούν το αλάτι που σε ύφαλους γλαυκούς αλίευσες
"Σύνδεσμος φθαρτός εσύ πάνω στο χρυσό κρίκο της μέλισσας"

Αμέτρητες οι οδύνες στην χώρα του "γιατί" και του "πότε"
Που εκούσια αμέλησες να πυρακτώσεις μια νυχτιά του Αυγούστου
Με γαλουχούν με νάμα της λήθης στη μεσόπορτα των φαντασμάτων
Κατακλίνομαι στο πλευρό σου υδροχαρής κισσός
Και σαν ελαφίνα που πολιορκεί τη χλοερή σαβάνα
Αποθέτω το σώμα μου ύπτια στα άροτρα του ήλιου
Σκηνογραφώντας με τέχνη την άγρια χαρά της απιστίας σου
Ανέγγιχτος κοιμάσαι στη μουσική σου φωλιά χωρίς ρηγματώσεις
Στο λυκαυγές της σοφίας σου παραδομένος
"Σύνδεσμος φθαρτός εσύ πάνω στο χρυσό κρίκο της μέλισσας"
........................................................................................
Απεγνωσμένα αναζητάς την χαμένη σου αθωότητα 
Στοιχίζοντας ελλειπτικά φεγγάρια σε εξάγωνες κηρήθρες! 

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

η γυναίκα μέδουσα



Ι

Κοίλο σελοφάν το φεγγάρι
Εισχώρησε στο αλαβάστρινο σώμα σου
Κρυφομιλώντας σου ψιθυριστά
Λόγια της γητειάς και του πάθους!

ΙΙ

Ασημοκούμπωσα τις ραφές των μυώνων σου
Κι αναδιάταξα τις κρυφές ροές σου...φτερίζοντας φως
Γερακάρης στα υψίπεδα των ματιών σου
Πληγωμένος ανήλθα το διάφανο μαντείο της ηδονής!

ΙΙΙ

Η πέτρα που κοσμεί
Την τιάρα των μαλλιών σου
Είναι το αγόγγυστο τραγούδι του ουρανίσκου μου
Που διατέμνει κάθετα την ομορφιά σου!

ΙV

Κοίλο σελοφάν το φεγγάρι
Εισχώρησε στο αλαβάστρινο σώμα σου
Κρυφομιλώντας σου ψιθυριστά
Λόγια της γητειάς και του πάθους!

V

Στην ονείρωξη των άστρων
Μετέρχεσαι σαν Μέδουσα στιλπνή
Με νιφάδες του αφρού να ντύσεις
Τον υπερκόσμιο θόλο του γαλαξία που πλάι σου ξαγρυπνά!

VI

Ευωδιάζει μύρα μαγιάτικα
Του στήθους σου η νοτερή κοιλάδα
Αιμοδοτείς την σπασμένη υδρία του αίολου χρόνου
Με παυσίλυπες αναμνήσεις!

VII

Κοίλο σελοφάν το φεγγάρι
Εισχώρησε στο αλαβάστρινο σώμα σου
Κρυφομιλώντας σου ψιθυριστά
Λόγια της γητειάς και του πάθους!


VIII

Στην άρπα των δακτύλων σου
Παρείσφρησε χιμαιρικά της φλέβας μου ο αιμάτινος κρίκος
-Διαμάντι καλοδούλευτο στης σελήνης το παράπηγμα
Μονόπετρο αρραβώνα σε δόλια συναλλαγή!-

IX

Με λάμα τρυγητή θα διανοίξω εγκάρσια
Τη καλύπτρα του πέπλου σου
Ποθώντας να εκβάλλω στου τρυφερού λαιμού σου
Τον ασίγαστο δεκαπεντασύλλαβο!

X

Κοίλο σελοφάν το φεγγάρι
Εισχώρησε στο αλαβάστρινο σώμα σου
Κρυφομιλώντας σου ψιθυριστά
Λόγια της γητειάς και του πάθους!

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

οι ίριδες της διασποράς


Στο Βαβυλώνιο κήπο σου ανθίζουν αθάνατες διαλεκτές ίριδες ενδημικές
Με αφοπλιστικά χρώματα εμποτισμένα επιδέξια στο σκαιό λαμπάδιασμα του έρωτα
Στεφανώνουν το χλωμό πρόσωπο σου περιμετρικά - στο νωπό δάκρυ της συγκομιδής ταγμένες
Σαν διάδημα Θεού ρασοφόρου το ανασκάπτουν ασταμάτητα -λαγούμι επιστόμιο

Τραγουδάς κι ο λόγγος πρασινίζει πιπεράτη μέντα και φλισκούνι της βροχής

Η πατίνα της φύσης σκαλίζει στις βραχώδεις παρειές σου αναχώματα πυρός
Της Σεμέλης διαβρωτικά παρακλάδια σε οιωνοσκοπούν με φειδώ ακροβολιστή
-Κεραυνοί και άστατες νεφέλες τρέφουν τον Διόνυσο με αίμα θεικό μαινάδας-
Η πατίνα της Άνοιξης αποθέτει στους κολπίσκους του ματιού σου χαμολούλουδα στεφάνης

Τραγουδάς κι ο λόγγος πρασινίζει πιπεράτη μέντα και φλισκούνι της βροχής

Σαν εικόνα λατρείας σε εξωκκλήσι διασποράς με φούμο ντύνεις την αγιογραφία σου...
Μετέρχεσαι του αρχαίου κόσμου τη πορφύρα και στον ουρανό στέλνεις σήματα σανσκριτικά
Εσύ το άλας του δρομέα και ο ιδρώς του εργάτη πάνω στα ύφαλα της ένδοξης τριήρης
Και το ταξίδι σου μια Ιθάκη που ναυαγοί ηττημένοι σε φτερό γοργόνας χαρτογραφούν!

Τραγουδάς κι ο λόγγος πρασινίζει πιπεράτη μέντα και φλισκούνι της βροχής

Οι άμυνες σου και οι πόθοι σου κρωγμοί περιστεριών που παραδίδουν τον κλάδο της λήθης
                                                                                   στον φολιδωτό λίκνο της αρμύρας
Πάνω στο σήμαντρο σου λίθινες κόρες ανασκευάζουν ακροστιχίδες πελάγους -χρησμούς Δελφικούς
Μακρόθυμα και αβίαστα παρατηρείς από τα τείχη της φοινικιάς του Πήγασου τη φτερωτή μούσα
Κι αποκαρδιωτικά ξεχερσώνεις με σφυρί και καλέμι τους γαληνούς βλαστούς στην συστάδα της γης

Τραγουδάς κι ο λόγγος πρασινίζει πιπεράτη μέντα και φλισκούνι της βροχής

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Ευχές!!!!



Χριστούγεννα αγάπης σε όλους
και εύχυμο το 2013

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

η μελαγχολία της ποίησης


Χτύπησες νευρικά το χέρι πάνω στο οβάλ τραπέζι προτάσσοντας την κραυγή σου
Περιπλεγμένος όπως πάντα στο πικρό δίχτυ των λυγμών της μέθεξης
Που τον αισθησιασμό της ματιάς σου ακούσια καταργούσε, χάλκευες με πείσμα τον αυλό
                                                                                                 του αράθυμου Φαύνου... 
Μαχόμενος πορευόσουν προς τη καταπόρφυρη γη του Έρωτα - τοξοβόλος Θεός!

Mόρφασε ξάφνου η μικρή Σίβυλλα σαρκαστικά στη παρουσία σου
Παλινωδώντας επιμελώς τη μανιέρα της σκέψης της
Πάνω στους πλάγιους συνειρμούς της αδιαίρετης αμαρτίας
Άγρυπνη στο ιερατείο της μελετούσε τις πτυχώσεις του μεταξωτού σου μανδύα

Στην εφτάχορδη σαμβύκη έκρουες ήχους εσπερινούς
Συρρικνώνονταν βιαστικά το απογευματινό σκηνικό του θερινού κήπου
Μπρος στην αχλή- ρυτίδα των χειλιών σου!
Για που χάραξες πορεία με το δοιάκι της παραδρομής αγκαλιά;

Αποσοβούσες αργά το φόβο και το τρόμο των ανήλικων ερωτιδέων
Σαν σκαπανεύς αληθινός των ωρών και των κρυφών επελάσεων της μνήμης που πονεί
Ανέστιος από καρδιά -νηπενθές φαράγγι χαοτικό- αποτραβιόσουν
Στην περιλαίμια καδένα της απόκοσμης μούσας!

Οι ποιητές των δρόμων ερωτεύονταν σιωπηλά και καρτερικά
Τα γραμμωμένα αγάλματα του Ερμή επιπλέοντα πάνω στη λίμνη
Διάσπαρτα με επιγραφές και στο έρεβος της θύελλας παραδωμένα
Κηλιδωμένα από μούσκλια και κρουστώδεις λειχήνες της δικής σου πένας

Αιμορραγώντας σύρθηκες στα βουερά πελάγη της Αμφιτρίτης
Στέλνοντας πυρσούς και πίδακες καπνού και τέφρας σε άγνωστα λιμάνια
Ένα μοιρολόι ακούγονταν από μακρυά- πέρα από το σύνορο του πρώτου κλαυθμού
Οι μικρές φώκιες σιγούσαν τρεμοπαίζοντας το αργυρό πέπλο της αρμύρας

Η ποίηση έλαμνε στα ρείθρα του φωτός και σαν αμίλητη θεραπαινίς ξαγρυπνούσε
Σκορπώντας μυροβόλους νάρδους στις θεοσκεπείς φοινικιές της απουσίας
Είχε ανοιχτούς τους κρατήρες της και τόξευε μικρά ζαρκάδια για να θηλάσει το αίμα τους
Η ποίηση αδιόρατη αδερφή αργά ακολουθούσε το φωτισμένο τετράγωνο του μηρού σου...

Στην εφτάχορδη σαμβύκη έκρουες ήχους εσπερινούς
Συρρικνώνονταν βιαστικά το απογευματινό σκηνικό του θερινού κήπου
Μπρος στην αχλή- ρυτίδα των χειλιών σου!
Για που χάραξες πορεία με το δοιάκι της παραδρομής αγκαλιά;

Μελαγχολώντας πορευόσουν προς τη καταπόρφυρη γη της Ποίησης- τοξοβόλος Θεός!

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Πυργόσπιτα ομίχλης (ύστερη απολογία )


Τι να σου προσάψω μάγιστρε χρόνε τώρα που κοιμήθηκαν οι εφιάλτες μου
Μέσα σε πυργόσπιτα ομίχλης με διπλά μανταλωμένες τις κάτω θύρες της ενοχής;
Διαβαίνουν οι μέρες μου βαριά σαν την ασθμαίνουσα ανάσα του ταύρου
Στη περιθωριακή υψικάμινο που διαθλάται κάθετα στον αγέρα της συνοικίας


Μια λαίλαπα αβυσσαλέα πυροκροτεί το έμβολο της ψυχής  μου
Ξεχνιέμαι σε επαρχιακά καφωδεία παρέα με τα ψαλιδισμένα φτερά μου
Πονώ και με άκρα μυστικότητα φυγαδεύω μικρές τουλίπες στο φως
Με ελικοειδή σχισμή διατέμνω τον άγουρο καρπό της δακρυσμένης Οφηλίας


Σείω τα βουνά όταν βοούν οι βράχοι από τον ασημένιο βραχίωνα του κύματος
Αλάτι και φως κουρσεύουν οι μικροί ηλιάτορες απ της γαίας τον ερυθρό περίβολο
Πουθενά δεν βρίσκουν αναπαμό οι χάλκινοι δισκοβόλοι του κερασφόρου θεού
Αδράχνω μικρές κουκκίδες κρυπτογραφημένης προσευχής σε ζωηφόρο παλάμη


Πληγιάστηκαν οι φτέρνες μου να αναζητούν την αλκή και τη λάμψη της θλιβερής παντιέρας
Στην ειμαρμένη σφραγίδα του νου δένω μεταξένια κλωστή για να δικάσω τους λιθοξόους
αγέρες
Καταδύομαι στα ωκεάνια πάθη της θείας πορφύρας και προϊστορικούς θησαυρούς ανασύρω
Μια μέγγενη κρατά τα πόδια μου σε στάση προμηθεϊκή και την πυρά πειθαναγκάζει στο σκότος!


Προσπέφτω στα πόδια του ουρανού ικέτης και με το χαράκι της ψυχής λοβοτομώ
την άδολη μνήμη των πουλιών
Κατεβαίνω τα χάρτινα σκαλοπάτια σαν κλέφτης και ασκούμαι στη ματωμένη γραμματική
του ξίφους
Συλλέγω ακατάπαυστα γλυκόηχους αυλούς και λινές κλωστές από της πεταλούδας το σάβανο
Και τελετουργικά φορώντας τα γάντια της πραότητας τα κοντσέρτα των λυγμών διευθύνω!

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Αγράμπελη (λόγος ερωτικός)



Στο σκοπευτήριο των ματιών σου
Κλειδώθηκε ολόκληρος ο αστρικός ιστός μου!
Διάπυροι δακτύλιοι  εκτινάσσουν φως στα μοιρογνωμόνια της λήθης
Διεσταλμένες κόρες ακοίμητες μες στα ενεργά ηφαίστεια της ζωής μου με εξετάζουν
Ματοτσίνορα νωπά σε αμφίκοιλη διάταξη με τον θείο πόθο μου μιλούν
Αγράμπελη των τραγουδιών λιμναίο πάρκο του Έρωτα
Της ωδής τίμια και αγαστή συνοδός
Αθώρητη ξεφεύγεις απ την οργή μου και λάμνεις στο εγκάρσιο πλάτος του Νοέμβρη
Στο περβόλι σου γέρνω αναρριχώμενος κισσός
Να περιπλέξω με μαεστρία το αποσιωπημένο σου αίνιγμα
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

Στη χαράδρα των χειλιών σου
Ανθούν τα σαρανταήμερα πάθη της φωνής μου!
Το σώμα μου υγρό λαμπαδιασμένο από τις απρόκλητες μνήμες
Αποζητά μόνο μια μικρή ψίχα καλαμποκίσιο άρτο - στου κλέους τη βραγιά συναγμένο
Χτυπώ στα χώματα σου νερό να βρω κι άγουρο δυόσμο
Γλιστρώ στα ύφαλα του τοξωτού πιγουνιού σου
Δαμάζοντας σπιθαμή τη σπιθαμή σαβάνες απάτητες -χάλκινες λεοντές
Μετέωρος ψηλαφίζω τα αφρικάνικα σου ειδώλια
Προσκυνητής ασυμβίβαστος του ανεξερεύνητου πυθμένα σου
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

Στους στρογγυλούς σου ώμους
Απάνεμους βρίσκουν όρμους Γότθοι πειρατές!
Αίμα! Αίμα! Αίμα! καθαγιασμένο από την τροπική βροχή
Θαλασσινή αντένα κατεβαίνει τη ραχοκοκαλιά σου και ξεμακραίνει
Σκιάζει με κάρβουνο αναμμένο την ηδονική καμάρα του πέλματος σου
Ναύτες νεοσύλλεκτοι και καπεταναίοι σε εκπορθούν αλαλάζοντας
Σεντούκια από αλάβαστρο αποθέτουν στο φωτεινό σου άντρο
Σκοτεινιά! Σκοτεινιά! Σκοτεινιά! μεγεθυμένο πηγάδι της μοίρας
Νεράιδες τώρα απασφαλίζουν το χαλκά που σε δάμασε
Ένα ουρλιαχτό κι ένας θρόος διαπεραστικός τίποτα άλλο
Σπάει μέσα μου διάτρητος ο ουρανός της ποίησης χωρίς φυλακτό
Κι εσύ αχνοφέγγεις στα δαντελωτά φιόρδ της ενοχής και του θυμού  
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

"Συλλέγω φθόγγους από τη μπάντα της μελαγχολικής σου κρήνης" 

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

οι άγιοι ναυαγοί


Στη Γλασκόβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά
Άνθρωπος σεμνός και ακριβοδίκαιος
Σαν τη χούφτα της μάνας στο κυριακάτικο τραπέζι
Έτσι αχνά τον θυμάμαι στην επιπόλαιη πια μνήμη μου
Ανάγερτο να βαδίζει δίπλα στον ποταμό Κλάιντ
Πιρόγα με φτενή τη πρύμνη-έρωτας ανεκπλήρωτος
Να γκρεμνίζεται στους υδάτινους φράχτες του χτες
Απροσδόκητα μοιραίος στο αλόγιστο βάραθρο της λήθης χαμένος
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά! 

Στη Γλασκόβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά
Σαν ξερή φλούδα λεμονιού τώρα το πρόσωπο του
Μιλούσε με πλατιά χείλη λόγια εγκιβωτισμένα στη πυρκαγιά
Κυματοθραύστης που δονείται από κύμα παλιρροϊκό
Το υπερβόρειο σώμα του ξέχειλο
Κυριαρχούσε στην ελαφριά ζάλη της μέντας
Φορούσε τουρμπάνι στα ψαρά μαλλιά του δίχρωμο βαρύ
Στέφανος κηλιδωμένος με αίμα καρχαρία
Να συντρέχει σαν υπάκουο πνεύμα το πανικόβλητο βλέμμα του
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά!

Στη Γλασκόβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά  
Φώναζε και λοιδορούσε για τα μάτια μιας μελαχρινής τσιγγάνας 
Από τα μέρη της Βοημίας που βαθύ του χάραξε τατουάζ στο στέρνο 
Και άδοξα τον εγκατέλειψε για μια χούφτα βρόμικα ευρώ 
Ξεμπάρκαρε μιαν αυγή δαχτυλίδι να της δώσει δαμασκηνό 
Εύθυμα σφυρίζοντας σκοπούς ανδαλουσιανούς της αγάπης... 
Ξενίστηκε ο νους κι έγειρε τριγύρω στη πλάκα του φεγγαριού
Ξενύχτης ναυαγός στο ρύγχος της λησμονιάς ισορροπούσε 
Βούιζε το πλήθος στα σοκάκια σαν άκακο μελίσσι μουδιασμένο 
Καταγώγια που μύριζαν ψαρόκολλα τον ακολουθούσαν    
Σκερτσόζικα μάτια ποτισμένα στο αψέντι και στο υγρό κριθάρι
Καθρέφτιζαν τα φιλιά της ασετιλίνης που δεν έδωσε  
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά!

"Περίμενε μια στιγμή να σφαλίσω την κλειδαρότρυπα του ουρανού  
Άγιοι ναυαγοί διαβαίνουν τις κάτω πύλες των ψυχών"

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Τα βιβλία των παθών

                               
Τα βιβλία των παθών κρύβουν στις σελίδες τους
Το λυγμό των εξαχνωμένων λέξεων
Λέξεις που λάγνοι εραστές προφέρουν σιωπηλά
Όταν κολυμπούν στο μαρσιποφόρο ψέμα τους
Επίδοξα ευτυχισμένοι
Πραγματευτές και πλάνητες της Ανατολής
Εξαγοράζουν απόκρυφα λόγια
Στα νησιά με τη σκαμμένη ελαφρόπετρα
-Βραδινά εγκόλπια στης αγάπης το κρεματόριο-
Φυσιοδίφες και εξορκιστές σεληνιακών πηγαδιών
Προσηλυτίζουν με αυτοθυσία τάγματα ποιμένων
Μπροστά σε τετράεδρους οβελίσκους λατρείας
Πορθητές του λωτού και του νάρδου
Ιερουργούν στο οικητήριο του μνήματος
Τους ολοφυρμούς του σκοτωμένου ποιητή
Λίθινα κλωνάρια του κοιμητηρίου βοούν
Κατεστραμμένα από την άμπωτη της τσιγγάνικης νύχτας

 "Φιλί σκληρότητας περικλείει την ανήλικη αμαζόνα 
Αραχνοΰφαντη ερωτική αισθήτα σε μαστιγώνει με την ηδύτητα της" 

Τα βιβλία των παθών κρύβουν στις σελίδες τους
Το λυγμό των εξαχνωμένων λέξεων
Λέξεις και σπινθήρες με την έκσταση του ασκητή
Που πιστά σκηνογραφεί πάνω σε σατινένιους ίσκιους
Τις πληγές του Βέρθερου
Έρωτες πλανόδιοι με τη σφραγίδα του αιώνιου εγκλεισμού
Φυλάσσουν παραδείσια όστρακα στα χιονισμένα αμπάρια τους
Ινδάλματα ελληνικά
Σκαλοπάτια του Σίσυφου
Θρύλοι απ τα μαλλιά του Αβεσσαλώμ

"Φιλί σκληρότητας περικλείει την ανήλικη αμαζόνα 
Αραχνοΰφαντη ερωτική αισθήτα σε μαστιγώνει με την ηδύτητα της" 

Τα βιβλία των παθών λάμνουν σε φωσφορώδεις αφρούς
Ολολύζοντας τα θέλγητρα της νύμφης Καλυψώς
Έρωτες φαινόλες γλυκόπιοτοι
-Μακροθυμούν στην τρικυμία μιας αλλότριας εποχής-
Αληθινοί σαν ελλειπτικά ηλιοτρόπια την ώρα της σφαγής
Σκοτεινοί σαν τα περιστύλια της αβύσσου τη στιγμή της αδημονίας
Μαγεμένοι από το σκληρό νύχι του αηδονιού
'Οταν εγγίζει συνωμοτικά το χρυσάφι της φθοράς
-Βραδινά εγκόλπια στης αγάπης το κρεματόριο-

"Φιλί σκληρότητας περικλείει την ανήλικη αμαζόνα 
Αραχνοΰφαντη ερωτική αισθήτα σε μαστιγώνει με την ηδύτητα της" 

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Εν μια νυκτί μόνο


Εν μια νυκτί μόνο διαπέρασες
Με τις δυο χρυσές σου αστραπές
Τη δεύτερη φάλαγγα
Του παγωμένου μου αντίχειρα
(Τετριμμένα όνειρα και παύσεις του μηδενός
Ζητούσαν εκδίκηση στην αλέα με τους κηπουρούς)
Κεραυνοί του παντός χτύπησαν διαμιάς
Το λαμπρό παλάτι του ήλιου!
Φαέθων εσύ μυθικός
Θηρευτής κιαι δαμαστής της πλησμονής
Κατοικείς στον Ηριδανό ποταμό επηρμένος
Κόνδορας κραταιός και άγρυπνος
Σαν της Στυγός τον ακοίμητο δράκο
Στο άγνωστο πορεύεσαι τροπαιοφόρος

Λεύκες σγουρόμαλλες σκεπάζουν
Το υδάτινο κρατίδιο σου
Αρματηλάτη με τον διακαή πόθο στα μάτια
Δρέπεις τον άρρητο φθόγγο της αυγής
Κι ολομόναχος περιφρουρείς
Τις εσχατιές και τα έγκατα βάθη
Ενυδρείο των πλάγιων θαλασσών
Απλωμένο ιστίο της αρμύρας
Σαγηνεύεσαι από της Κόρης το ιερό στέρνο
Εν μια νυκτί μόνο σώπασες... ριγώντας
Άμποτε είχες πει η μουσική των δρυμών
Να μας ξεναγήσει
Στην αρχέγονη γη των Κενταύρων!

Εν μια στιγμή μόνο έλαμψε
Πάνω στην άλω του φεγγαριού
Η τελευταία ποικιλία των εξωτικών κρίνων
Κρίνα από το παιδικό σου φυτολόγιο
Που μια ομάδα φύλαρχων στο φως καλλιέργησε
Απαρχής της ζωής των ανθέων
Οι κάλυκες σου
Ανέσπερη φορεσιά των εραστών
Στήμονας γεωμετρημένος σε βλέφαρο ελαφιού
Αναπνοή μεθυστική της αμπέλου
Φτερό από το σπασμένο μελανοδοχείο της έκλειψης

Εν μια νυκτί μόνο λογάριασες
Την αμετροέπεια στη γλώσσα των γλάρων
Βαφτήστηκες τη σιωπή της διάφανης πέτρας
Πολέμαρχος του γκρίζου σκότους
Χαλάρωσες τη θηλιά από το λαιμό των άστρων
Αποδημώντας στα φεγγερά στερεώματα του έρωτα
Γητευτή της πολύεδρης κλίνης των μελισσών
Κρατάς στο οστεοφυλάκιο σου
Τη σπάνια περγαμηνή από τους τάφους
Της συλημένης Τροίας

-Κλαίει η Ανδρομάχη σε δώματα βασιλικά
Πλημμυρισμένα στην αιθάλη και στο χρώμιο-
Δάκρυα και αίμα από αδένες αδρανείς
Σκορπούν πάνω στο χάλκινο κέρας της θλίψης
Τα μαύρα αναφιλητά της λησμοσύνης
Εν μια νυκτί μόνο σώπασες... ριγώντας
Άμποτε είχες πει η μουσική των δρυμών
Να μας ξεναγήσει
Στην αρχέγονη γη των Κενταύρων!
(Τετριμμένα όνειρα και παύσεις του μηδενός
Ζητούσαν εκδίκηση στην αλέα με τους κηπουρούς) 

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Τα δέντρα βάφτηκαν κόκκινα


Γέρνω τα μάτια στη γη της μυρτιάς
Ανακαλώντας σιωπηλά
Την υλακή των πυρόχρωμων σκύλων...
Κύνες θηρευτικοί δρομείς του στερεώματος
Αμφιφανείς αστερισμοί σε γηραιό ουρανό
Παραδίδονται στη κοσμική αγάπη
Κυματωγή ξέφρενη των εραστών
Πάνω σε κλίνες που ξεχείλισαν από παράπονο
Ένας αλλότριος ουρανός
Εκτοξεύει το σκότος του
Στα φρυγμένα δέντρα της χαοτικής πολιτείας
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Βγαίνω στο λιμάνι
Να σκαλίσω στα ύφαλα των πλοίων
Την όμορφη γοργόνα με τα ρουμπινί λέπια
Με φρικαλέα χρώματα της δίνης να βάψω
Το μεσαίο κατάρτι που θρηνεί
Μελανόχρωμους γλάρους
Να αποθέσω στους γρανιτένους τύμβους των βράχων
Βγαίνω στο λιμάνι ασκεπής
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Πηγαίνω στο ερειπωμένο σπίτι
Να διαβάσω τον αψύ φόβο των φαντασμάτων
Τη σκόνη να αιχμαλωτίσω
Από το φιλντισένιο περίγραμμα των κάτοπτρων
Στη πόρτα που στα σπλάχνα της
Τετερίζει το σαράκι
Με μίνιο να γράψω σύμβολα αινιγματικά της νύχτας
Με καραβίσια αρμύρα
Να περιλούσω το παραπέτασμα των μύθων
Που χάσκει στο κενό αμετανόητο
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Χρόνους πολλούς αναζητούσα
Τη σωτηρία μου στη φυγή
Ξεθωριασμένο το κίτρινο στη κόμη μου
Σαν θερισμένο άχυρο
Καθεύδει το κατώφλι του μηδενός
Εκεί που σκιρτά ιριδίζον
Το φωτεινό δάσος της Λευκίμης
Προσκυνητής του έρωτα
Με σπάρτο εαρινό τάχτηκα
Να τυλίξω τα αψηλάφητα εδάφια της καρδιάς
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Με σπουδή και ειρήνη πρόστρεξα
Να ρίξω τον πρώτο λίθο στη λίμνη
Το έρεβος βογκά
Τα ύδατα ανεβαίνουν
Το σκόρπιο μετάλλευμα εκρήγνυται
Μόνο οι δρόμοι παραμένουν ασύλληπτα αληθινοί
Μόνο οι λέξεις ξέρουν να αφήνουν
Τα ίχνη τους απαλά
Πάνω στις γαλάζιες λοφοσειρές με τις φλαμουριές
Είναι αργά
Να διασχίσεις το οροπέδιο της μελαγχολίας
Βούρκοι και σκίνα χλομά
Σε περικλείουν
Εκεί που κάποτε μοσχοβόλαγε
Η μέντα και η υγρή τύρφη
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Με σκαιούς σαρκοφάγους θα πληρώσω
Τη παγωνιά της ύπαρξης μου
Θα υψώσω ένα σταυρό
Πάνω από τα δέντρα που βάφτηκαν κόκκινα
Επιστροφή στης λήθης το κρύσταλλο
Παγωμένος αναθυμάσαι το παρελθόν  
Είναι ανώφελο μου είχες πει
Να οργώνεις με υνί
Τις άχρωμες σπείρες του φόβου
Ο χρόνος και ο θάνατος τα κυριεύουν όλα
Ηδύς ο βίος των εντόμων
Αναζητά
Το αλφαβητάρι της πεταλούδας
Που έμεινε στο βράχο φυλακισμένο
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Η καρδιά του ποιήματος


Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως χάθηκε ατενίζοντας
Τα φουγάρα των καπνισμένων φορτηγίδων
Ή την ασημένια φυλλωσιά της ελιάς
Στις βραχώδεις εκτάσεις του νότου
Ξεχειλίζει ο λαιμός του ήλιου και ξυπνάει
Τη βουκαμβίλια των υπαίθριων καφενέδων
Ένας μέντορας που πολύ σου μοιάζει
Με καπαρντίνα και πράσινο χαρτοφύλακα
Στέκεται ράθυμα πίνοντας το βαρύ καφέ του
Διεισδυτική η ματιά του και λίγο περιφρονητική
Κόβεται σε χίλια κομμάτια σαν το γυαλί της λάμπας
Αντικρίζοντας τη σκιά της κανελιάς γάτας στο πεζούλι

Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως χάθηκε στις σιδηροτροχιές
Μιας πολίχνης κάπου κοντά στη Θήβα
Ντύθηκες τη φενάκη των μύθων κι αφέθηκες
Στα λάγνα μάτια της ολόγιομης σελήνης
Κινείσαι αργά σαν να φοβάσαι μην θραύσεις
Το κίτρινο γάντι της σιωπής που βρήκες πλάι στην αυλαία
Ακουμπάς σε ξεφτισμένες τοιχογραφίες
Κάτωχρος με ένα παράσημο χρυσό στο στήθος
Να σου θυμίζει τις νικητήριες μάχες που έδωσες
Αναπολείς περασμένα μεγαλεία τελετές κι επινίκια
Συνθήκες κλείνεις με τη γη και ερωτικά την σκαλίζεις
Οι σπόροι στο άγουρο στάχυ
Τρέφουν τη μεγάλη καρδιά του ποιήματος την ψωμώνουν

Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως φυλακίστηκε στην κλεψύδρα
Που μέτραγε τον χρόνο της επιστροφής σου;
Ήσουν τρομαγμένος γεμάτος φουρκέτες στο στόμα
Στο κήπο σου αγρυπνούσαν οι μενεξέδες κι οι κισσοί
Οι αγριάδες με τις λόγχες τους αμείλιχτα
Σημάδευαν το χλωμό πρόσωπο σου το έσκαβαν
Δεν αντιστεκόσουν απλά μίλαγες με τις λυγερόκορμες λεύκες
Ποιητής ήσουν κι αρπαζόσουν μαζί τους
Στα ξωκλήσια άναβες λαμπάδες ίσα με το μπόι σου
Οι μικρές Παναγίες της εσπέρας προσπαθούσαν να πιάσουν
Το χοντρό σπάγκο των ανοιξιάτικων χαρταετών
Χάδι να στείλουν στα παιδιά που έχασαν στο παιχνίδι
Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μακριά καπαρντίνα και πράσινος χαρτοφύλακας
Στο ψιχάλισμα του κύματος θα σε ανταμώσω σαν μερώσει ο καιρός