Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Φιλιά λησμονημένα



Χαλίκια τριγύρω
Στρογγυλεμένα βότσαλα
Τα πέλματα να γελούν ξετρελαμένα
Στη θελκτική επιστροφή της πέτρας
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Οι ήχοι των κυμάτων
Φτάνουν ως εδώ μαζί με τους ήχους
Από τα γέλια των παιδιών
Οι αμμουδιές με καλούν
Κι εγώ καλώ τις καλές μου νεράιδες
Τις νύχτες που σφίγγει ο κλοιός της ζωής σαν μάνταλο
Δες με απειροελάχιστη έγινα για να με ψάχνεις στο χάρτη σου

Περιεργάζομαι βουβή το στέμμα του ήλιου
Κλέβω μια αχτίδα μικρή
Τη φορώ στη μέση σαν κορδέλα
Ποιος σου είπε πως δειλιάζω τη νύχτα
Κοίτα με πως λάμπω σαν ιριδίζουσα στεφάνη
Ξεσφίγγω τα χέρια
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Δεν προσεύχομαι απλά παρατηρώ
Την καταιγίδα που φτάνει
Ποιος θα το 'λεγε
Εγώ που μετέχω στις μέρες του σύννεφου
Να αναρριγώ απ' των δακρύων τους το εικόνισμα
Ξεσφίγγω τη ζώνη
Ακριβοθώρητη έγινα για να με θέλεις τις υγρές νύχτες σου

Συνεπαρμένη βαδίζω στο φως
Αόρατοι άγγελοι με περιστοιχίζουν
Μουδιάζουν οι ώμοι φτερά βγάζω
Τα άκρα πονούν
Τα μαλλιά μου γέμισαν χώμα αργίλου
Φυτρώνουν πανσέδες
Στις γύρω πρασιές
Η γη με προσφωνά αδερφή της
Δες με πετώ με φτερά σκονισμένα
Η γη με καλεί αλλά εγώ αιθέρια  πετώ
Τινάζω την κόμη
Φυκιάδα λουσμένη με φως
Άρχομαι απ' το φέγγος
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Περιστρεφόμενη πεταλούδα σε λυχνία
Τους κύκλους μετρώ στην κρύα σου αγκάλη
Μεθώ με τις ηδονικές εκτινάξεις των κυμάτων
Απεριόριστη έγινα να με μετράς στα πελάγη των στίχων σου

Σου χρωστώ ένα ταξίδι
Μου χρεώνεις μια ζωή
Σκάβω στις θίνες πονάει η αρμύρα
Κλειδώνει τη σκέψη τον πόθο στοχεύει
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Σφυρίζει ανοιχτά ένα καράβι
Δένω τον μπόγο μου σφιχτά μακραίνω
Ξεχνώ τη καρδιά να ποτίσω
Σε βλέπω που φτάνεις σκυφτός
Συνεπαρμένη τρέμω σαν διάφανη μέδουσα
Ανοιχτά μια σωσίβια λέμβος
Σινιάλα δεν στέλνω
Στα κύματα θεριεύω
Δίχτυα περνώ στα πέλματά μου
Ανασύρω υδάτινες κόρες
Φιλιά λησμονημένα
Αλαργεύω κι εσύ με κυνηγάς σαν βέλος το στόχο του
Αόρατη έγινα να με πενθείς με λυγμούς στα όνειρά σου

Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της  Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές




Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Ο τόπος μας




Ο τόπος μας είχε φραγκοσυκιές στους όχτους
Σειρές πολλές κατάφορτες με άνθη κίτρινα
Ξεραμένους καρπούς με χρώματα ψυχρά
Δείλιαζαν τα χέρια μας να τις περιεργαστούν
Όλο πλήθαιναν κι ογκώνονταν τα ριζώματα τους
Απλώνονταν παντού σαν το σπιτικό προζύμι της προγιαγιάς
Πονούσε η γη στο διάβα τους και σκλήραινε
Το χώμα της γίνονταν κόκκινο σαν τη φλόγα της ασβεστοκάμινου
Τρυπούσαν βαθιά οι ρίζες τους το τρυφερό μας στέρνο
Τρυπούσαν και τα πληθωρικά όνειρά μας
Κατέβαιναν η μανάδες μας τη σκάλα και μας ψηλάφιζαν
Ο φόβος τους ένας: μην ξεχάσουμε ανοιχτή την πληγή
Και δραπετεύσουν οι καλές μοίρες της γενιάς μας

Οι κήποι μας είχαν πορτοκαλιές και νεραντζιές
Πλούμιζαν τον Απρίλη με ευωδιές κι άνθη
Κατεβαίναμε τις σκάλες και τραβούσαμε για τον ποταμό
Ιδρωμένοι απ' τα αρώματα να ξεπλυθούμε λίγο
Το άστρο της ψυχής να γαληνέψει κι αλλο μην τρικυμίζει
Έρχονταν οι κυράδες με τα φλογάτα μαντήλια
Μας χάιδευαν και μας νουθετούσαν κι έμεις γελούσαμε
Έρχονταν κι οι μικραγγέλοι και μας ζητούσαν φιλιά
Κρύβοντας στις φτερούγες τους ροζ τριανταφυλλιές
Παίρναμε πέτρες και χοντρά βότσαλα
Περιφράζαμε τα δέντρα στήναμε κάστρα με πολεμίστρες
Έτσι κατακτούσαμε έναν χώρο γης ολοδικό μας
Είχαμε φως κι είχαμε τις μάνες μας γελαστές στις αυλές
Κι έναν μεγάλο προορισμό: να πάρουμε την ανέμη
Να υφάνουμε το πέπλο της καλής μας θεάς

Ο τόπος μας ήταν γεμάτος από ασημένια λιόδεντρα
Κούρντιζε την άρπα του στις λόγχες τους ο ήλιος
Μας πολιορκούσε τα μεσημέρια με τις εξαίσιες μελωδίες του
Βγαίναμε στους αγρούς με σπιρτόκουτα στα χέρια
Να κρύψουμε εκεί τους θησαυρούς του καλοκαιριού
Τζιτζίκια και χρυσόμυγες και μικρές πυγολαμπιδες                   
Έμοιαζε η τσέπη μας σαν περιβόλι παραδείσου
Ανεβαίναμε τ' αψήλου χανόμασταν στα ακροκέραμα τ' ουρανού
Χτυπούσαμε των νεφών τα ασημένια σήμαντρα
Αχνογελούσαν οι γερόντοι στους καφενέδες και μας χαίρονταν
Έπιναν τον καφέ τους παρέα με τις χαρτορίχτρες
( Η χαρτωσιά καλή έδειχνε πάντα τη ζωή την αγάπη και τον αγώνα )
Χορταίναμε την πείνα μας με ένα μόνο ποτήρι δροσερό νερό
Με πείσμα μοιραζόμασταν το βάρος της αδικίας
Που είχε χτυπήσει σαν χαλάζι τα γονικά μας
Παρηγοριόμασταν
Είχαμε το κλειδί που ανοίγει τις αυλόπορτες της Άνοιξης
Ανάβλυζε τότε - σαν από θαύμα - το λάδι στα κιούπια μας
Πλήθαιναν οι σπόροι χαιρόμασταν για το βιο μας τρανεύαμε

Στο κοκκινόχωμα φύονταν τα δροσάτα αμπέλια μας
Δύναμη αντλούσαμε απ' τους γλυκούς χυμούς τους
Στολίδια φτιάχναμε με τους καρπούς τους
Στρώναμε λινά τραπεζομάντηλα στα τραπέζια μας
Και ακουμπούσαμε εκεί τα πανέρια σεβαστικά
Έρχονταν τα σπουργίτια κι οι σπίνοι και τσιμπολογούσαν
Σκιρτούσε η καρδιά μας απ' την χαρά και τη μέθη
Διπλούς χορούς στήναμε δίπλα στα ρακοκάζανα
Μοσχοβολούσαν οι αυλές μας ασβέστη γιασεμί κι αγιόκλημα
Χαμογελούσαν οι θλιμμένες Παναγίες και μας χάριζαν λευκά κρινάκια
Κι εμείς ξετρελαμένοι τρέχαμε στα σοκάκια
Ακούγαμε  το νυκτερινό τραγούδι των γρύλων
Και συνθέταμε τα δικά μας λιανοτράγουδα
Τα κλείναμε στα σεντούκια μας τα διπλοκλειδώναμε
Σαν έρχονταν οι γιορτές τα τραγουδούσαμε στις πλατείες
Ομόρφαιναν τα κορίτσια κι άστραφταν οι γειτονιές
Ο κόσμος γίνονταν μαγικός σαν τη σάρκα του ροδιού
Ήταν τότε που στο ρολόι του καμπαναριού σήμαινε η μεγάλη ώρα
Η ώρα των ποιητών με τα προγονικά ξυπνητήρια πάρα πόδας να σημαίνουν την ανάσταση


Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της  Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές



Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

σπονδή στο Θέρος




Χαρισμένο στην Αριστέα

Ήταν ένα σύννεφο αχνό στην γυάλα της δύσης
Ένα χέρι που αγγελοκρούει το πέτρινο σήμαντρο
Κάτω στον κάμπο και χάνεται
Τα κορίτσια που ερωτεύονται κατάφορτες αγριαπιδιές
Στης μέρας το ζεστό κόρφο και μελένια γίνονται φωτάκια
Σε παραθαλάσσια κέντρα
Οι μικρές Παναγίες των ακτών με τα διάφανα δάχτυλα
Δεν ήταν μύθος που υποβόσκει
Ήταν το Θέρος το φεγγερό ...

Ήταν δροσιά αρμύρα φρεσκάδα
Πέπλα γαλαζοπράσινα που ο ζέφυρος ερωτεύεται
Κορμιά που πάλλονται λέξη που αποκρίνεται
Ήταν η μέθη η παραζάλη και το άγος
Το κρυφό μονοπάτι που σε αρνήθηκα
Και μετά σε απόκτησα για να σε ανακαλώ
Δεν ήταν τα βρύα που στην πέτρα σκοντάφτουν
Ήταν η θάλασσα η γλυκοφιλούσα...

Ήταν το γιασεμί το φτερούγισμα των γλάρων η μυρωδιά
Του κίτρου
Το ανάχωμα που εντός του βρήκε η κόρη το χρυσό περιδέραιο
Του Ιουλίου
Η σπονδή που στον δικό του Θεό κατέθεσε
Το μικρό ναυτόπουλο
Στου άλμπατρος τη φτερούγα ένα ανέμισμα φωτιάς
Το οχυρό της σμέρνας που σπαράσσεται απ' το κύμα
Δεν ήταν οι άνυδρες συκιές και το κρυφομίλημα στον καθρέφτη
Ήταν το Θέρος το ποθητό...

Ήταν τα βράχια που λαξεύονται απ' τον άνεμο
Η χρυσή πλεξίδα που έχασε η αδερφή μες στα δίχτυα του χρόνου
Το θαμπό μανουάλι το θησαύρισμα της γης και το τρίποδο του ήλιου
Τα κρινάκια που σπλαχνίστηκαν τη μοναξιά μας
Και αργά βημάτισαν
Δεν ήταν η αργυρή αστραπή στην οπλή του Κένταυρου
Ήταν η άμμος η πολυσυλλεκτική...

Ήταν το κλεφτοφάναρο κι οι πυγολαμπίδες
Στο μέτωπο του Αυγούστου
Η πέτρα η στιλπνή που θυμίαζε το φεγγαρόφωτο
Ήταν οι όρκοι που πατήθηκαν και ποτέ δεν ξεστόμισες
Το πτερύγιο του δελφινιού που γαλάνιζε πλάι στην μπλε σημαδούρα
Το κοχύλι που σε οδήγησε στα άχρονα πάθη
Κι η γιρλάντα του βασιλικού
Δεν ήταν η επιγραφή που το νύχι αφήνει στον πάγο
Ήταν το Θέρος το αργοσάλευτο...

Ήταν το πανέρι κι η γαλαζόπετρα που απ' την θάλασσα ανεβάσαμε
Μιαν νύχτα αστρόφεγγη για προσκεφάλι
Τα παιδιά που μάτισαν και συναρμολόγησαν τραγουδώντας
Τα δυο ημισφαίρια
Η σχισμή που αλαργεύει κι ο πικρός μισεμός
Η μικρή σαλαμάνδρα που αγρυπνά στην καρίνα
Δίπλα στο " έχει ο Θεός"
Δεν ήταν η αμαζόνα με τα χρυσά τα σπιρούνια
Ήταν τα καράβια τα πολυτάξιδα...

Ήταν οι θεριστάδες και το ιδρωμένο μαντήλι
Τα σκίνα που φορτώθηκε ο μικρός αγωγιάτης για στέγη του
Ήταν ο φώσφορος η αυγή κι ο μυχός του αστερία
Πλάι στον αμπελώνα το σούρπωμα
Ήταν ο πετρόμυλος το ψωμί το φιλί κι ο καημός μας
Το λαχούρι που σαν άμφιο σκέπαζε το δάκρυ της στάμνας
Δεν ήταν οι άκανθοι κι οι στερνές προσευχές
Ήταν το Θέρος το αυτοκρατορικό!

Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο 4ο Συμπόσιο Ποίησης της Αριστέας
όπου για άλλη μια άλλη φορά συγκεντρώθηκαν μοναδικές συμμετοχές
από τους φίλους και τους θιασώτες της Ποίησης!

Το παραπάνω ποίημα φιλοξενήθηκε στην σελίδα Ποιητές του κόσμου 
του αγαπημένου φίλου ποιητή Στρατή Παρέλη και τον ευχαριστώ πολύ!


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Διαρκές

53699-The_Shore_of_the_Turquoise-Sea.jpg

Βράχια και θάλασσα κι απάτητοι όρμοι
Χαμηλές πτήσεις εντόμων στην κορδέλα της άμμου
Μια αστραπή που τρυπάει το χαλκό της δύσης
Με χίλιες πύρινες γλώσσες - κρύψου στα νερά
Διπλώνω τα χέρια
Απασχολώ το μυαλό
Ματίζω τις φλέβες μου
Σκοτάδι, πλοκάμι μαύρο, αφαίμαξη
Τι ήταν εκείνο το καλοκαίρι παραπάνω από την εικόνα σου
Που συγκράτησε η μνήμη απ' το μακρινό παρελθόν

Βγαίνω με κόκκινο μεσοφόρι γιορτινή
Στον περίγυρο της ασβεστωμένης αυλής
Ένα γλαρόπουλο με ακολουθεί - κόψε ένα κλαδί
Τι γυρεύω εγώ μες τη σιγαλιά
Τι καρτερώ πριν τη φυγή
Τι σκάβω στους τάφρους να βρω
Απουσία, φόβος αμυδρός, αντιδιαστολή
Τι ήταν αυτό το καλοκαίρι παραπάνω από ένα αρμυρό δάκρυ
Που οι άγγελοι άφησαν στον κόρφο των κοριτσιών

Στο σπίτι τα φώτα σβηστά αδρανώ
Στους δρόμους περνά ο τελευταίος διαβάτης
Μια ξυραφιά είχε η ψυχή σου χτες - πρόσεχε το γέρμα
Ποταμός ήσουν και νέφος της βροχής
Σε αγκαλιάζω και στάζω
Σε χαιρετώ και ανατέλλω
Σε ενθυμούμαι και θωρώ ένα άστρο στο ταβάνι
Ανάμνηση, κλαυθμός, ύστερη υπεκφυγή
Τι ήταν εκείνο το καλοκαίρι παραπάνω από ένα φτερούγισμα
Που μια πεταλούδα άφησε πάνω στα χείλη σου

Καρδιοχτυπούν τα φύλλα της φιλύρας τη νύχτα
Δεν βλέπω όνειρα σκιαγραφώ τη μορφή σου - ψάξε την πυξίδα
Βγαίνω στον κόσμο λουσμένη με μύρα και λάδι μυρτιάς
Να φανεί περιμένω το παιδί που αδυνατεί να κλάψει
Να του λύσω τα χέρια να αρπάξει της μοίρας το κλειδί
Ασπάζομαι το χνώτο της πέτρας
Εξετάζω το ηδονικό βλέμμα
Σηματοδοτώ τις εκτάσεις που αποψίλωσε η φωτιά
Ανακολουθία, πατρίδα θυμωμένη, φονικό
Τι ήταν αυτό το καλοκαίρι παραπάνω από κονιορτός
Που μια άμαξα σήκωσε στα σοκάκια τ' ουρανού

Τα κόκκινα φεγγάρια αποχωρίζομαι γελώντας
Παρατηρώ τους ακροβατισμούς των άστρων
Σε μια σκιά στήνω το κάστρο μου - δώσ' μου το κλειδί
Καθρέφτες πολλοί να πολλαπλασιάζουν τα όνειρα
Βλέμματα που δεν μπόρεσες ποτέ να ξεχάσεις
Κι ένα μεγάλο λαβομάνο να ξεπλύνω τις στάχτες
Αυτή η μόνη μου περιουσία ένα λαβομάνο με σπασμένο χερούλι
Σε κυνηγώ με φτερά γερακιού
Σε ακουμπώ με δάκτυλα που έγιαναν την πληγή
Σε αντιγράφω με σπασμένο μολύβι
Αποχωρισμός, δόνηση της γης, ερημία
Τι ήταν εκείνο το καλοκαίρι παραπάνω από μια ιστορία
Που η μάνα έκρυψε στην ποδιά της μαζί με τα σπόρια για τα πετεινά


Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της  Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές



Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Η μόνη στιγμή



Στάσου μια στιγμή μόνο
Τώρα που έμαθα να ψιθυρίζω
Τ' όνομά σου χωρίς να πονώ
Μια στιγμή σου ζητώ ακέρια δική μου
Να ξεκουρδίσει η καρδιά
Το ρολόι της ατέρμονης επανάληψης
Μήπως κι έτσι λησμονήσω
Της αρμύρας το πεπρωμένο
Που με καταδιώκει
Μικρή εγώ κι ανυστερόβουλη
Γρικώ τους χτύπους κι αναστρέφω
Της μνημοσύνης το πικρό κύμα 
Επάνω του καλπάζω ανέμελος άνεμος
Καταφύγιο αναζητώ σφυρίζοντας
Στα γαλάζια σου παραθύρια που σφαλιστά παραμένουν στις επικλήσεις μου

Στάσου μια στιγμή μόνο
Τόσο που να διαγράψω δειλά
Ένα κύκλο στο άγιο σου σώμα
Τόσο που απ' το δισκοπότηρο σου
Να μεταλάβω την ύστερη πράξη
Μεγάλη πράξη του εραστή θανάτου ομολογία
Την ευλογία να έρχεσαι
Στου ύπνου μου τα πέπλα
Δεν την χωρά της καρδιάς το ανασκίρτημα
Χάνομαι σαν μάγισσα που το ξόρκι
Δεν λύνει κι άφατη λύπη
Πλήττει του έρωτα το κατακόρυφο βύθισμα
Πλεούμενο εγώ με σπασμένα άρμενα
Αφήνομαι σε πελάγη ανοιχτά
Λαθραίος επιβάτης
Σπάζω σε ύφαλα και σε ξέρες δονούμαι
Κι εσύ παρατηρητής σε λέμβο ξύλινη
Αναδεύεις την ακύμαντη δύση
Με χέρια που ανεξέλεγκτα παραμορφώνουν τον ορίζοντά μου

Στάσου μια στιγμή μόνο
Μέχρι να βρω ένα ραβδάκι
Να ανακινήσω του γαλαξία
Το ασημένιο ποτάμι να πλυθείς
Μετά έλα μαζί μου ξανά
Σου έφτιαξα όχθες
Πνιγμένες στις ιτιές και στα πλατάνια
Να ξαποστάσεις στον ίσκιο τους
Σου έφερα βότσαλα
Να σκαλίσεις των ποιημάτων σου
Τα λεπτά νοήματα
Κι ακόμα λυγαριές σου έφερα
Διπλά να πλέξεις την ανεμόσκαλα
Που στην σελήνη καθάριο θα σε φέρει
Εκεί να σε βρω αιθέριο
Μες στους κρατήρες γερμένο
Να αφηγείσαι στις φεγγαρόπετρες
Τα μυστικά που μου 'κρυψες λόγια

Μια στιγμή να μου χαρίσεις μόνο
Μια μόνη στιγμή
Κι εγώ θα απλώσω
Το ολοκέντητο σεντόνι
Να σκεπάσω τα χρυσά προσωπεία
Που τόσο σε φόβιζαν από παλιά
Κι ένα ματσάκι αγριοβιολέττες θα σου φέρω
Απ' την χαράδρα του Αίμου
Να λάμπει μωβ η ευωδιά
Μπροστά στα φιλήδονα χείλη σου
Γιατί με κύκλωσε ξανά η ομορφιά
Κι έχω ανάγκη να κλάψω για λίγο έστω
Πάνω από το θάμβος του φιλιού σου
Πρώτο φιλί στερνό φιλί
Κι ο σπαραγμός σφιχτά μπλεγμένος
Στο απροσδιόριστο μήπως
Επαναφέρει τον κρυμμένο πόθο μου
Σε χαράκια κυκλικά απουσίας
Πως να σε βρω;
Πρέπει να τρέξουν τρελά οι θύμησες στου χρόνου τη δίνη
Μην και προλάβω να μπω προσκυνητής
Στον προθάλαμο του ναού σου
Που διαρκώς ένας λιθοξόος αλλάζει την περίμετρο του

Έλαβε μέρος στο δρώμενο της Φλώρας "Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συγκεντρώθηκαν υπέροχα κείμενα για ακόμα μια φορά
αποσπώντας την αποδοχή πολλών και τα θετικά σχόλια τους!

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Αντιθέσεις και συνάφειες



Ι
Εμείς μαχαίρια δεν μεταχειριστήκαμε
Έτσι που να μαζέψουμε χόρτα στους αγρούς τ΄απογεύματα
Ή να ανοίξουμε ένα καρύδι την ψίχα του να φάμε
Φοβηθήκαμε τη γη και τους καρπούς της
Κάποιοι μας είπαν πως ένα λίθινο μαχαίρι κρατάει
Το απόσταγμα να πάρει της ψυχής μας αν τη φλέβα της πλησιάσουμε
Περιοριστήκαμε στα εντελώς απαραίτητα
Δεν ξέραμε κατά που γέρνει η αναπνοή της καρδιάς
Μπήξαμε τα μαχαίρια στο φρέσκο ψωμί και περιμέναμε την τιμωρία

ΙΙ
Εμείς μνημονεύαμε τα πάθη των εραστών καθημερινά
Την πλεξούδα της αγαπημένης στο εικονοστάσι του σπιτιού μας
Δίπλα στα νυφικά στέφανα τοποθετήσαμε
Κι αυτός νομίζω είναι ο λόγος
Που οι ρώγες των δαχτύλων μας γίνονταν χρυσές τα καλοκαίρια
Μόλις αγγίζαμε τις καρίνες απ' τις βάρκες στα κοντινά ακρογιάλια
Με τις επιγραφές:  "Ιουλία" "Αστάρτη" "Μάγια" και "Αλεξάνδρα"

ΙΙΙ
Εμείς δεν πιστέψαμε στα χάλκινα δάκρυα των αγαλμάτων
Ούτε που μας συγκίνησαν ποτέ
Τα αγάλματα ποτέ δεν κλαίνε από λύπη
Παρά μονάχα από χαρά περισσή
Γι αυτό και τα παιδιά μας όταν τα πηγαίνουμε στα πάρκα
Πολύχρωμες κορδέλες τους φορούμε στα μαλλιά
Κορδέλες της χαράς
Και τα πέλματά τους με αρώματα τα αλείφουμε
Να έχει η ζωή ένα κατά δικό της κομμάτι ευτυχίας

ΙV
Εμείς συνήθεια το έχουμε στα μεγάλα θησαυροφυλάκια
Να κλείνουμε τα διάφανα πουκάμισα των φιδιών
Κι όταν ο ξένος μας ρωτά τι κρύβουμε εκεί ερμητικά
Μία απάντηση του δίνουμε πάντοτε:
Το μικρό νυχάκι της Παναγίας που το έσπασε η πίκρα
Σαν ατένισε του κάλφα τα καρφιά

V
Εμείς μονόπρακτα δεν παίξαμε σε σκηνές αρχαίων θεάτρων
Ή σε υπαίθρια σινεμά μαζί με τα περιπλανώμενα μπουλούκια
Υποκρινόμασταν πάντα στη ζωή τους τυφλούς
Γιατί βαθιά μέσα μας ξέραμε πως το κορμί σπιθίζει φως
Μόνο μέσα απ' των τραγωδών το χρυσό στέφανο


VI
Εμείς δεν εμπιστευτήκαμε τα σήμαντρα
Ακόμα κι αυτά που ανάσταση σήμαιναν
Ξεριζωμένοι ήμασταν γι αυτό και το σήμαντρο της νοσταλγίας
Είχε πάντα έναν πικρό κι υπόκωφο ήχο
Έναν ήχο που μαρτυρούσε την επέλαση της φωτιάς
Στους παιδικούς ελαιώνες της θύμησης

VII
Εμείς δεν ξεκρίναμε ποτέ την γραμμή της ζωής
Τσιγγάνες δεν είχαμε κοντά μας
Την παλάμη μας να διαβάσουν
Μοίρα μας οι νεκροί μας
Κι έτσι το μόνο που καταφέρναμε ήταν να στήνουμε
Λευκά εικονοστάσια στις άκρες των δρόμων
Εκεί ακριβώς που περνούσαν τέλη του θέρους
Οι νέοι με τις καλαθούνες γεμάτες κεχριμπαρένια σταφύλια
Κι αυτούς μονάχα ονειρευόμασταν
Γελούσαν μαζί μας κρυφά τα παιδιά με τ' ασχημάτιστα χείλη

VIII
Εμείς τα ποιήματά μας τα χαράξαμε
Σε σχιστόλιθους φερμένους απ' τα κοντινά βουνά
Ψεύτισαν τα χαρτιά και οι πάπυροι
Ψεύτισαν και οι πένες μας
Και το μελάνι στις πέτρινες κρήνες χρονολογίες τυπώνει
Γι αυτό και τα τραγούδια μας μοιάζουν με δροσοσταλίδες
Κι άλλοτε πάλι έχουν την χροιά της σγουρής φτέρης

ΙΧ
Εμείς σε αρματοδρομίες δεν λάβαμε μέρος
Ούτε τα χάλκινα γκέμια κρατήσαμε του Ηνιόχου
Οι επιλογές μας κάποια ασταθή βήματα
Σε μονοπάτια πλούσια σε ακάνθους και ασφόδελους
Πρόθυμα στριφογύριζαμε το κέρμα τις Κυριακές
Πάνω στο πλακόστρωτο της πλατείας
Και μας αποκάλυπτε σχεδόν πάντα την κεφαλή των φτερωτών Θεών

Χ
Εμείς την επιφάνεια της λίμνης
Δεν πετροβολήσαμε ατάραχο αφήσαμε το νερό
Πως να ξοδέψεις τα βότσαλα που οι ποιητές
Ωραίους κούρους απεικονίζουν πάνω τους
Και τα παιδιά σε σφεντόνα τα βάζουν σημάδι να μάθουν
Έτσι στη γαλήνη ταχθήκαμε και μπροστά σε κοίλα κάτοπτρα
Αδιαίρετο αντικρίσαμε το πέτρινο πρόσωπό μας

ΧΙ
Εμείς τα σπίτια μας δεν τα χτίσαμε στα οροπέδια
Παρά μονάχα δίπλα στις ακτογραμμές τα στεριώσαμε
Να έρχεται η αρμύρα να διαβρώνει το αίμα μας με το χνώτο της
Και του γρέγου το ξύλινο τόξο να σιγοτρώει συστηματικά
Εντούτοις δεν δειλιάσαμε ούτε μια στιγμή
Παρά την στενή πολιορκία των Νηρηίδων
Ωραίοι και αρτιμελείς θητεύσαμε στο παρόν
Και μέσα από θαλασσινό κοχλία ήπιαμε
Το νέκταρ που ξεδιπλώνει τα πανιά των ενατενίσεων

Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές



      

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Στιγμιαία αποτύπωση



Δεν ήταν απλά και μόνο ένα παράξενο λουλούδι
Ριζωμένο στα θαλασσινά βράχια κόντρα στο φως
Ψυχωμένα να τρυπάει το βασίλειο της πέτρας
Δεν ήταν μια πινελιά ερασιτέχνη ζωγράφου
Πάνω στον καμβά του νυχτερινού ορίζοντα
Της αγάπης το μυστήριο να απεικονίσει αδρά
Η έστω ένα ανώνυμο στον άνεμο σκαθάρι
Που απαρνήθηκε την χοϊκή φωλιά του
Κι έμεινε να αιωρείται στον αέρα ανυπότακτο
Ήταν όλα τα παραπάνω μαζί
Αντάμα με το κλάμα ενός μωρού
Όταν το αποκόπτουν βίαια την 25 ώρα απ' την θηλή της μάνας του

Δεν ήταν απλά και μόνο ένα αγριολούλουδο
Ήταν το χέρι της γης που γενναία αμύνεται
Στην επέλαση των μικροσκοπικών εντόμων
Ήταν το φουστάνι της νύφης που η προγιαγιά τύλιξε
Σε σκούρο περιτύλιγμα μ' ένα κλωνάρι λεβάντας μαζί
Να το βρει η αθανασία την φτερούγα της να στολίσει
Κι ούτε το χρυσό φτερό της μέλισσας ήταν
Που σε λουλούδι μαγιάτικο αφήνει τα φιλήματα
Καρπερός να γίνει ο κόσμος και το φιλί της νύχτας να ζωντανέψει

Δεν ήταν απλά και μόνο ένα λουλούδι σφηκοφωλιά
Αλλά η μπουτονιέρα που η θεά Δήμητρα
Καρφίτσωσε στο πέτο της κόρης της σαν αντάμωσαν
Το έαρ σπλαχνικό είναι μα και σκληρό πολύ
Στην παλάμη του σημειώνει αχνά με πενάκι
Τις ρήσεις των μοιραίων ποιητών
Γραφή τρεμάμενη σαν την φλόγα στο πένθιμο καντήλι
Που μόνο οι μυημένοι μπορούν να διαβάσουν
Ξέροντας πως η μεγάλη ώρα έφτασε
Η 25 ώρα τους παραδίδει εμπιστευτικά τα κλειδιά της
Στρίβοντας καπνό από βοτάνια και ρίζες αφροξυλιάς
Σε τρίποδα χρυσό καθισμένη κρυφά τους προτρέπει
Να περπατάνε αγέρωχα στου γκρεμού το φρύδι
Έχοντας στο μαντήλι τους κλεισμένο το αέρινο άνθος
Αυτό που θα τους φέρει  μπροστά στο θαύμα
Κοντά στην αδερφή που δεν ατιμάστηκε την 25η ώρα
Τότε που ο ήλιος πήρε παράταση στην περαταριά τ' ουρανού

Με αφορμή μια πρωτοβουλία που ανέπτυξε
η παρακάτω σελ http://25thhourproject.tumblr.com/info
Δημοσιοποιήθηκε στις παρακάτω σελίδες:
http://25thhourproject.tumblr.com/post/90879206699/25
https://www.facebook.com/updot.gr
https://twitter.com/iatridisg

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Κάποτε παιδιά



Κάποτε σαν ήμασταν παιδιά
Βγαίναμε κρυψώνα να βρούμε
Στις γέφυρες των γιασεμιών
Τώρα τις γέφυρες
Τις κατοικούν αθίγγανοι άστεγοι και ξωμάχοι
Αδιάφορα μας θωρούν με τα κρασάτα τους μάτια
Κι η μόνη έγνοια που έχουν είναι:
Οι κορδέλες και τα ψάθινα καπέλα των γυναικών
Που αγάπησαν παράφορα χρόνια πριν
Με τα ενθύμια αυτά ζητούν να ανυψώσουν
Τη ματαιότητα των στιγμών τους
Σε πέτρινες αψίδες τοξωτές
Κορδέλες και ψάθινα γυναικεία καπέλα
Βιαστικά να αφαιρέσουν με χέρια τρεμάμενα
Του χειμώνα το κρύο χνώτο απ' τη σάρκα τους
Το καλοκαίρι να ανταμώσουν ξανά στις νεροσυρμές
Εκεί που μόνο τα κυανά βότσαλα
Των ποιητών μαθαίνουν να επιπλέουν!

Κάποτε σαν ήμασταν υπερασπιστές της χαράς
Μοιράζαμε στα πλήθη
Ξύλινα βέλη διχάλες και πέτρινα είδωλα
Ο πόνος των μανάδων μας να μαλακώσει
Και κρυφός να γίνει του δάσους κελαηδισμός
Τώρα μας απόμειναν μόνο
Δυο τρία χάλκινα τρομπόνια
Τυλιγμένα σε υγρά προσόψια
Πρασίνισαν απ' την επαφή με τα καυτά δάκρυα
Κάνουμε να τα τρίψουμε λίγο μήπως και γυαλίσουν
Μα δεν βρίσκουμε εκείνο το μετάξι το απαλό
Που δεν χαράζει της πνοής τους το στόμιο
Δυο τρία χάλκινα τρομπόνια
Μελωδίες και ύμνους να παίξουν στη γιορτή
Να τραβηχτεί η σκιά  απ' το πηγούνι του κόσμου
Και το χρυσό δίχτυ του φωτός
Να καλύψει τα βότσαλα στις χαρωπές αμάδες

Κάποτε σαν ήμασταν χαρούμενοι ταξιδευτές
Τρέχαμε ξυπόλυτοι στις εξέδρες της γιορτής
Με κλαδιά χαρουπιάς στα χέρια και ανέμελες ανεμώνες
Απ' τα φτενά χώματα της πατρίδας μαζεμένες
Τώρα ακούμε στο δόκανο να πιάνεται σφαδάζοντας
Το ιερό ελάφι της Θεάς
Και αμέτοχοι μένουμε
Θυσίες δεν κάνουμε
Τραγούδια δεν λέμε
Πολιορκητές χτυπούν τη θύρα μας
Το ιερό ελάφι της Θεάς
Μας το απέκρυψαν σε σπήλιο απρόσιτο
Κάποιοι που το αίμα σε ξύδι το μετέτρεψαν
Σκοτεινοί μάγοι μοχθηροί λήσταρχοι
Αιχμάλωτους να μας σύρουν σε κελιά υγρά
Τα χασεδένια να ετοιμάσουμε σπάργανα
Που τα παιδιά τους θα φορέσουν στο ξύλινο λίκνο τους!

Κάποτε σαν ήμασταν ποθητοί κι ωραίοι
Το πηδάλιο παίρναμε του ανέμου
Και ίσα ξανοιγόμαστε στα λευκά βουνά
Εμείς το φτερό του Ικάρου
Εμείς ο κρουστός λαιμός της Ελένης
Εμείς τα θεόρατα ύψη κι οι σκάλες της φαντασίας
Και τώρα πως ξεπέσαμε να ζούμε
Μέτοικοι στις ίδιες μας τις πόλεις
Πως θόλωσαν ξάφνου τα νερά στις πηγές μας
Και απομείναμε ρακένδυτοι
Προγονικά κειμήλια να παζαρεύουμε
Σεντέφια κοράλλια κι αμέθυστους
Με δόλιους εμπόρους
Το βιβλίο που στις σελίδες του είχε γραφτεί
Της ζωής μας το λυκαυγές
Πάει να σβηστεί απ' την αγκίδα της λήθης
Άδικα ψάχνουμε να βρούμε τα περάσματα
Στα παλιά χαλάσματα η φωνή της κουκουβάγιας
Προδίδει τα μυστικά μας στους καταπατητές
Κι εμείς πετάμε με βρόντο τις πανοπλίες μας ηττημένοι!





Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Τα σαντάλια του Σίσυφου



Εμείς δεν δρέψαμε δάφνες δοξαστικές
Μονάχα κάποια κρινάκια της αρμύρας
Μας αντιστοιχούσαν πάντα
Εφήμερα να ζήσουν στους ίσκιους μας
Στα χέρια μας να καταμετρήσουν
Τα κρίματα της καυτής άμμου
Κρινάκια ταπεινά βυθισμένων ακτών
Η απολαβή μας πάνω στην γη

Εμείς δεν περπατήσαμε στους οπωρώνες
Τα χρυσά να πάρουμε μήλα των εσπερίδων
Οι κήποι μας είχαν σταυρούς
Δέντρα ξερά βουτηγμένα στους κισσούς
Και στη σκληρή αγράμπελη
Στους κήπους μας στοιβάχτηκε
Μια πανσπερμία μύθων
Με προεξέχοντα τον μύθο του Σίσυφου
Που τα καλύτερα μας έθρεψε όνειρα

Εμείς δεν ταξιδέψαμε με ποντοπόρα πλοία
Παρά μονάχα με τσακισμένα μονόξυλα
Χωρίς κουπιά κι άρμενα ξανοιχτήκαμε
Πανιά που φυλακίζουν ούριους ανέμους
Δεν γνωρίσαμε
Μονόξυλα μας αντιστοιχούσαν πάντα
Και σπασμένοι εξάντες
Να πάει το σκαρί μας
Μόνο ως το πιο κοντινό καρνάγιο

Εμείς δεν σκύψαμε στις φοινικιές
Απ' την στορία να ζητήσουμε ανταμοιβή
Μονάχα μέσα σε σκαλιστά μπαούλα
Κρύψαμε τα ποιήματά μας
Διπλοκλειδώσαμε την σκέψη μας
Σε κορνίζες προγονικές
Κι αν κάποτε φωνάξαμε συνθήματα
Στα μονόστηλα κλειστήκαμε
Των βραδινών εφημερίδων

Εμείς δεν γοητεύσαμε τα πλήθη
Με λόγους σαγηνευτικούς
Παρά μονάχα κάποια ταχταρίσματα
Πάνω απ' τον λίκνο της Άνοιξης τραγουδήσαμε
Τον στόμφο στηλιτεύσαμε
Και σε λευκές σελίδες
Εγγράψαμε με δάκρυ
Της ζωής τις μαρτυρίες

Εμείς δεν ερωτευτήκαμε
Κρινοδάκτυλους εραστές
Μονάχα πάνω από βουβά πηγάδια
Της μνήμης ανεβάσαμε το αθάνατο νερό
Με αυτό να δροσίσουμε
Του αίματος μας το ενεργό ηφαίστειο
Τις φεγγαροαχτίδες αγαπήσαμε σαν αδερφές
Κι εκεί αποθέσαμε τα εφηβικά μας βέλη

Εμείς στίχους δεν γράψαμε εμβληματικούς
Παρά μονάχα μικρά τροπάρια
Μπροστά σε αναλόγια εξωκλησιών
Ψάλλαμε ευλαβικά
Τους κελαηδισμούς των κορυδαλλών
Στα ενδότερα της ψυχής τοποθετήσαμε
Ύμνους αγγέλων δεν δεχτήκαμε
Παρά της ελιάς τον τραγουδιστή τζίτζικα
Με πάθος συνοδεύσαμε

Γιατί οι φτέρνες μας γυμνές πάτησαν πάνω στο χώμα
Και σκληρές έγιναν σαν πέτρα
Γιατί τα μάτια μας αντίκρισαν μόνο βασίλεια ξένα
Και πιστά έμειναν σαν βράχοι
Οι καρδιές μας συντονίζονταν ρυθμικά
Με τις ανάσες της κίτρινης πεταλούδας
Στις αποσκευές μας εμείς πάντα θα έχουμε
Του Σίσυφου τα αιμάτινα σαντάλια
Να μας οδηγήσουν αψεγάδιαστους κι ωραίους
Στης ζωής το απόλυτο θαύμα το καθημερινό

Έλαβε μέρος στο δρώμενο της Φλώρας "Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συγκεντρώθηκαν υπέροχα κείμενα αποσπώντας τη διάκριση
και την αποδοχή πολλών αναγνωστών!




Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Ολιγόλεκτες μαρτυρίες



Τι το 'θελες
Το τρίπατο σπίτι στην εξοχή
Δεν ήξερες πως στα ψηλά πατώματα
Στήνουν αγχόνες οι πελαργοί

*
Τους απολογισμούς μου
Τους κάνω πάντα το πρωί
Ίσως γι αυτό κακιώνω με τα φεγγάρια
Και διαβάζω τους στίχους μου
Μόνο στα περίκλειστα πηγάδια

*
Σέβομαι το έντιμο πρόσωπο
Του θανάτου
Γι αυτό στο σπίτι μου
Πάντα είχα σκεπασμένα τα κάτοπτρα

*
Ζητάς να βρεις το γάργαρο νερό
Στην έρημο
Ενώ καλά γνωρίζεις
Πως ο έρωτας διάβηκε
Ανεβασμένος σ' ένα καρβουνιάρικο

*
Πριόνισες τον λόγο σου
Απ' όταν έπαψες να συνομιλείς
Με τ' αγάλματα

*
Η μάνα σου βαριά πληγωμένη
Πριν ξεψυχήσει
Μερίμνησε για εσένα
Ένα στίχο
Γι' αυτό πάντα στην τσέπη σου
Έβρισκα ολόφρεσκους σπόρους καλεντούλας

*
Στις τεθλασμένες
Που το υνί πέρασε στο κορμί μου
Γράφω τα ποιήματά μου

*
Τα κιούπια
Που βάζαμε το λάδι
Τα χαρίσαμε στους κολίγους
Μας έμεινε μόνο η θράκα
Απ' τα καμμένα λιόδεντρα
Πως να χορτάσουμε;

*
Δεν έχουν αξία τα δάκρυα
Αν από πριν δεν ζυγιστούν
Στα παλλόμενα κύματα

*
Πάντα επιθεωρούσες
Τα συρματόσκοινα
Πριν απλώσεις την μπουγάδα σου
Οι κινήσεις της ετοιμότητας
Δεν στο είπαν πως γαριάζουν πάντα τη ψυχή

*
Κοχλαστό το νερό
Μαύρη η σκιά
Κι εγώ στην μέση
Σε κρίση πανικού
Σχηματίζω το νούμερό σου

*
Τώρα τα σπίτια μας
Τα κατοικούν ξένοι
Φυγάδες είμαστε
Και τα σημάδια που βάλαμε
Δεν ήταν σταθερά
Πως να επιστρέψουμε;

*
Κι όμως βουρκώνουν
Τα βουνά
Όταν χαμοπετούν οι αετοί
Πηγή να βρουν καθάρια
Και το λαιμό της ελαφίνας
Να αρπάξουν

*
Ντύθηκα το δέρμα σου
Σκληρή να γίνει η ζωή
Να οπλιστώ σαν αστακός
Μήπως κι έτσι αποκρούσω
Τις σειρήνες της μνήμης
Που με έδεναν μαζί σου


Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Η εαρινή γενιά των ποιητών



Μικρή αδερφή μου η Άνοιξη
Πέρασε σήμερα από το περιβόλι μου
Άχθος σκληρό το έργο της
Κάλεσμα φωτός να φέρει στους εκλεκτούς της
Πόνημα καρδιάς οι στίχοι της
Δροσοσταλίδες να ρίξει στις ρίζες που αντιμάχονται την ξέρα
Πέρασε ολόλαμπρη σήμερα από το περιβόλι μου
Να το σκεπάσει οργιαστικά με την ανθοφορία της
Να το κερδίσει καθολικά με το άρωμά της
Να το μυήσει στα θέλγητρα στα μάγια και στα ξόρκια
Τσαμπί από αγριομέλισσες έφερε μαζί της
Τις μελλοντικές μου μέρες να χρυσίσει

Μικρή αδερφή μου η Άνοιξη την συνάντησα
Ένα πρωινό του Μάρτη
Να κάθεται στο ξύλινο παγκάκι του κήπου μου
Κάτω απ' τα γέρικα πλατάνια
Με καλημέρισε πασίχαρη
Κι έβγαλε απ' τον κόρφο της
Ένα μπουκέτο ολάνθιστες καμέλιες
Εγώ θα σε οδηγήσω σε κόσμους φωτεινούς μου είπε
Πάρε το δακτυλίδι μου φυλαχτό να το 'χεις
Γητειάς δακτυλίδι με το πετράδι του αμαζονίτη στο κέντρο
Γαλάζιο πετράδι σαν τις κόρες των ματιών της
Όταν αυγάζει πάνω τους της μέρας το φως

Το δακτυλίδι αυτό να το φοράς
Κάθε πρώτη του Μάρτη
Τότε που τα παιδιά δένουν στο καρπό τους
Την κλωστή της γιορτής
Πήρα το δακτυλίδι περασμένο
Σε λεπτό ξύλο σφένδαμου
Κι ένιωσα σαν ερυθρόμορφη λήκυθος
Μόνο την πρώτη μέρα της Άνοιξης να το φοράς
Τις άλλες μέρες να το παραχώνεις
Στο ακρογιάλι με τα αρμυρίκια
Σε όρμους κλειστούς
Εκεί που η παλίρροια δεν απλώνει τα πέπλα της
Κι οι αχινοί δεν ματώνουν τα βότσαλα με αγκάθια σκληρά
Εκεί να το αφήνεις να το γλυκαίνει
Η θάλασσα με της αρμύρας το χτένι

Το δακτυλίδι αυτό θα σε οδηγήσει μ' ένα φύσημα
Στης παραμυθίας τη χώρα
Στο οχυρό της ποίησης θα σε πάει
Θα σου εξηγήσει εξαρχής την αλφαβήτα του έρωτα
Το πως να διαβάζεις τα κρωξίματα των γλάρων
Αδερφός σου θα γίνει ο έρωτας
Πρώτη σου αγάπη η ποίηση
Νόστος γλυκύς η πορεία των γλάρων
Μόνο να ξέρεις με τον χαμό σου
Θα το παραδώσεις σε μένα και πάλι
Να βρω τον εκλεκτό της φυλής μου
Τη σκυτάλη να πάρει για της ομορφιάς την χώρα

Γιατί εμείς ταγμένοι είμαστε
Την εαρινή να φτιάξουμε γενιά των ποιητών
Στο πατητήρι τον ερυθρό να βγάλουμε οίνο της αναγέννησης
Σε εστίες να βρεθούμε μυθικές
Έτσι που να καπνίσουν τα φουγάρα του ήλιου
Στους ουρανούς του Απρίλη θυμωμένα

Αυτή είναι η 1η συμμετοχή μου στο 3ο Συμπόσιο που διοργάνωσε άψογα
η αγαπημένη φίλη Αριστέα κι όπου είδαμε καταπληκτικές κι αξιοζήλευτες
συμμετοχές...όλα ήταν υπέροχα και μοναδικά!
Η ποίηση κέρδισε το στοίχημα κι όλοι νιώθουμε δικαιωμένοι!


Η χαρτογραφία της Άνοιξης



Ακροπατώ πάνω στης Άνοιξης
Το αραχνοΰφαντο πέπλο
Ζω οργιαστικά
Σαν τραγωδός σε αρχαία σκηνή
Αλλάζω συνεχώς ρόλους
Μέχρι ολόλευκο να γίνω όστρακο
Απ' εκεί να ακούς τη φωνή μου
Γεμίζω το μαντήλι μου με ηδονές
Κύμβαλο θείο αντηχώ στις ξερολιθιές

Πιάνομαι στιγμιαία
Να μην πέσω
Από μια παπαρούνα
Ματώνω την παλάμη
Ματώνω της μέρας ταν καρπό
Σχισμή βαθιά να μην ξεχνώ
Της αγάπης το νόστιμον ήμαρ

Ακουμπώ μια μαργαρίτα
Αναποφάσιστη
Και χάνω το μέτρημα
Στου έρωτα το αριθμητήριο
Πλάνητας ραβδοσκόπος
Πηγαίνω στις ξέρες
Φλέβα χτυπάω
Υγρό να ντυθώ ένδυμα

Γεύομαι της γύρης την κίτρινη πούδρα
Κι ανασταίνω με ένα φύσημα
Της μνήμης τους κωδικούς
Που είχαν σβηστεί
Και στη σκουριά είχαν πέσει
Σαν πρόσωπα ξένα
Στην κορνίζα της λήθης ξεχασμένα

Μυρίζω το γάντι
Της βαθυπράσινης φτελιάς
Και το οξυγόνο
Διαπερνά τους ιστούς μου
Σαν βέλος ινδιάνου
Ξεκρίνω τους στόχους
Στο δάσος της ιστορίας εισχωρώ
Και σε κορμούς πληθαίνω

Γεύομαι χαμοκέρασα
Απ' της αθωότητας το κτήμα
Και περιπλέκω
Τις ρίζες μου
Σε κύκλιους σχηματισμούς
Τόπο παραχωρώ
Σε ήλιους δοξαστικούς
Φωτεινά να γίνουν τα νερά του έρωτα

Αναρριχώμαι πάνω στης Άνοιξης
Τη χρυσή φτερούγα
Και στους αιθέρες ξανοίγομαι
Περιστερώνα ζητώντας
Στου σύννεφου το τέμπλο
Το μήνυμα να φέρω
Στον κόσμο των αθανάτων
Να ανθίσει η μυρτιά κι η βάγια
Στον λοβό του πεθαμένου
Σαν γέλιο μωρού

Αγγίζω την πύλη της θάλασσας
Και τα μάρμαρα καίνε
Γραμμή καμιά δεν χαράζω
Παρά μονάχα
Τη σμίλη μου φέρνω
Στης καρδιάς την πέτρα
Κι οι στίχοι με πνίγουν
Σαν φυλλωσιά κισσού
Σε νησιώτικο σπήλιο ανεξερεύνητο

Επιθεωρώ τις φλέβες
Της πατρίδας μου
Και ανέστιος νιώθω περατάρης
Μικρός ο τόπος και φτενός
Τις οριογραμμές καταργώ
Νέα εδάφη προσαρτώ
Επαναπατρίζομαι στο λυκόφως
Και στεριώνω την γη μου
Στα άχρονα πλάτη της δόξας

Ηγούμαι της επανάστασης
Των λουλουδιών
Και της Εκάτης απορροφώ
Τους πικρούς χυμούς
Κρατώ τους πυρσούς μου
Και μονάχη ορθούμαι
Σε χερσονήσους λατρείας
Να διακόψω την πορεία
Των σκοτεινών στρατευμάτων
Στον κάτω κόσμου τα απωθώ

Πολιορκώ απρόσιτες φωλιές
Που αγριοπούλια κατοικούν
Και τους οιωνούς ξεχωρίζω
Κρωξίματα κι άγραφοι νόμοι
Χρησμούς φέρνω
Απ' το πηγάδι των στεναγμών
Κι όποιος τους λύσει
Επάξια τον ανακηρύσσω
Εκλεκτό βασιλέα του ύψους

Γιατί εκεί στα μέγιστα ύψη
Η Άνοιξη θα βρεθεί
Να πλαγιάσει και πάλι
Σε κλίνη ολύμπια
Με τον σκληρό Απρίλη
Και μες στη μέθη
Ενός έρωτα λάγνου
Τους νέους να καρπίσει βλαστούς
Τους αμάραντους
Και τον λόγο του ανθρώπου
Το πρώτο του μίλημα
Στην νέα κιβωτό να ακουμπήσει
Χώρο να βρουν οι σελίδες που δεν μας χώρεσαν

Αυτή είναι η 2η συμμετοχή μου στο 3ο Συμπόσιο που διοργάνωσε άψογα
η αγαπημένη φίλη Αριστέα κι όπου είδαμε καταπληκτικές κι αξιοζήλευτες
συμμετοχές...όλα ήταν υπέροχα και μοναδικά!
Η ποίηση κέρδισε το στοίχημα κι όλοι νιώθουμε δικαιωμένοι!


Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Ορεινή σύρραξη




Σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου
Εκεί που η πέτρα αντιμάχεται το χώμα
Στον περίβολο μιας εκκλησίας
Με καμάρες τρεις πετρόκτιστες
Είδα μιαν ολάνθιστη παιώνια
Να υπερπηδά σαν άλτης
Του θέρους την κάψα
Και να εγείρει το άνθος της στον κόσμο

Γύρω - γύρω γύρη χρυσαφένια
Σαν μπέρτα κίτρινη χωρικής
Πέταλα άλικα στο χρώμα του μούστου
Πορφυρό να βαφτεί
Το φρύδι των βουνών
Εκεί που έσμιξε το αρματολίκι
Με το γιορτάσι του έρωτα

Στον περίβολο της εκκλησίας
Στητή αυτή μαζί με τα λευκά κρίνα της Παναγίας
Συνομιλεί με τους Αγίους
Με τους κυματιστούς κισσούς
Και τους αθώους αγγέλους
Στις ολονυχτίες

Ήρθε βροχή έπιασε μπόρα
Αισθάνθηκε η παιώνια τον κίνδυνο
Κι έκλεισε τα πέταλα της
Ένιωσε η παιώνια τον βοριά
Και αναδίπλωσε τα φύλλα της
Διέβλεψε η παιώνια την αστραπή
Και τράβηξε την ρίζα της στα βάθη της πέτρας

Πάνοπλη και ετοιμοπόλεμη
Με τόλμη και θάρρος
Βγήκε με κοντάρια στήμονες
Τον δράκο της βροχής να παλέψει
Που στα σήμαντρα κατοικούσε
Εκεί που τα χελιδόνια
Οικοδομούσαν τα πλίθινα όνειρα τους
Πόλεμος άνισος
Και ο Αη Γιώργης ρακένδυτος
Χωρίς το άλογο του
Αποκοιμήθηκε άοπλος στα απόκρημνα σπήλαια

Κυρτή η παιώνια κι απέλπις
Ζήτησε πολεμοφόδια να της φέρουν
Συρμάτινες χορδές απ' του ουράνιου τόξου
Το βιολοντσέλο
Πλίνθους πύρινους απ' την σελήνη
Βέλη να φτιάξει φαρμακερά
Και με την σεληνόπετρες
Οδοφράγματα να στήσει
Τους κρουνούς τ' ουρανού να αντιμετωπίσει

Στον περίβολο της εκκλησίας απόψε
Άνθισε η σελίδα της Επανάστασης
Μόνο ένας ιερέας με το κομποσκοίνι του
Μετρούσε τις στερνές προσευχές
Που απηύθυνε στον δικό του Θεό
Την μικρή παιώνια την αγνόησε
Καθώς είχε διαβεί το Άγιο Πάσχα
Κι οι νεωκόροι είχαν κλαδέψει τις πασχαλιές
Τον επιτάφιο να στολίσουν
Έτσι η μικρή παιώνια σαν ηγέτιδα των λουλουδιών
Σταυρώθηκε και αναστήθηκε
Μόνη εν μέσω του Θέρους
Προορισμένη να ανεβάσει στα μάτια των παιδιών
Τα δάκρυα της ευτυχίας
Και στο κόκκινο ομπρελίνο της να στεγάσει
Τα εφήμερα μεγάλα όνειρα
Ενός λαού που μόνο την κόψη του σπαθιού γνώρισε




Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Ανασυντάσσω τις σιωπές της νύχτας



Φοβάμαι σου λέω
Το χέρι που με αιχμαλώτισε
Πάνω σε βράχο θαλασσινό
Πόσο με ρίγος το ποθώ
Το χέρι αυτό που πνοή μου έδινε
Με τις ανοικτές φτερούγες του
Σε πόσους ουρανούς με πήγε
Αιθέρια τότε ζούσε
Αγριοπούλι που ελεύθερο ψάχνει το ταίρι του
Φλέβα δεν άγγιξε καμιά
Πόνο ψυχής δεν μάντεψε
Μόνο το άγουρο φλέρταρε βλέμμα μου
Τώρα γήινος έγινε ίσκιος
Με γραμμές κάθετες με διχοτόμησε
Δεν μου μοιάζω
Απόμακρη μόνη σκυθρωπή
Ενθυμούμαι μόνο τις τελετές
Που στο κύμα έκανα
Να έχει ο έρωτας τα δικά του ιερατεία

Φοβάμαι σου λέω
Απόγονος του Προμηθέα
Θωρώ τις πληγές ανοιχτές
Εκλιπαρώ σωτηρία να βρω
Το αντίτιμο εκείνο ψάχνω
Που θα εξαγοράσει την ποινή μου
Κιθαρωδός γίνομαι προς στιγμή και ξεφεύγω
Στα πλάτη της Μεσογείου νοερά ταξιδεύω
Με πλάνο τραγούδι στα χείλη
Γλάρους και χελιδονόψαρα
Πλευρίζω για βοηθούς
Βοριάδες προσαρτώ κρουστό να γίνει το σώμα
Γρόσια τους δίνω να ανοίξουν
Της αλυσίδας μου τον κρίκο
Στης πλάσης και πάλι να μπω
Τον μέγα κύκλο σαν ήλιου προμάντεμα αυγινό

Φοβάμαι πολύ
Την νύχτα τα βλέφαρα αφήνω ανοιχτά
Μην σκοντάψω στου έρωτα
Τα πέτρινα κράσπεδα και σε ποθήσω
Βουρκώνω σαν δω να αμορραγούν
Της σάρκας οι θύμησες
Πετάω το νόμισμα κι ευχή κάνω
Ήχος δεν βγαίνει
Του γρύλου την άρπα κουρντίζω
Στην νύχτα αδημονώ να δοθώ
Ανασυντάσσω τις σιωπές μου
Να ακούσω να φεύγεις σκυφτός
Καλέμι σου δίνω αντί για χέρι
Υνί σου χαρίζω αντί για κορμί
Σπασμένο σταμνί αντί για χείλη
Στη μήτρα του κόσμου επιστρέφω
Έμβρυο που βυζαίνει τη λύπη
Το δάκρυ πνίγω στους μενεξέδες
Κι επιστρέφω λυτρωμένη
Στης ακτής μου τα παλιά σκαριά
Ταξίδι μου τάζουν σε πελάγη ακύμαντα
Σαλπάρω γοργόνα που μιλάει με τους ψαράδες
Αφήνοντας πίσω τις λίθινες πλάκες που με φυλάκιζαν




Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

η δική μου Άνοιξη



Η δική μου Άνοιξη έχει κορδέλες μακριές αντί για ολόχρυσα μαλλιά
Πολύχρωμες κορδέλες μεταξωτές που επιχρωματίζουν
Και διαστέλλουν την ολότητα των ενοράσεων και της πανδαισίας τον μύλο!
Η Άνοιξη μου κρατά κισσούς αντί για κάνιστρα
Χλωρούς κισσούς πολύριζους που συστρέφονται γύρω απ' την μέση της
Και προσδίδουν χάρη και νόημα εξωτικό στην κίνηση των μυών!
Η δική μου Άνοιξη φορά ψηλοτάκουνα αντί για σανδάλια
Καστόρινα παπούτσια νυφικά που ερωτικά αγκαλιάζουν το πέλμα
Και ατενίζουν την φύση από την μεριά των αφοπλιστικών βλεμμάτων!
Η Άνοιξη μου φορά εσάρπες αντί για γαλάζια πουκάμισα
Φανταχτερές εσάρπες ανάριες που απαλά τυλίγουν το δέρμα
Και αφήνουν να διαφαίνεται η πληγή απ΄το βέλος των ερώτων!
Η δική μου Άνοιξη φτιάχνει στεφάνια με χαμολούλουδα αντί για παπαρούνες
Στυφά χαμολούλουδα ασπριδερά που στολίζουν τα παλλόμενα χέρια
Και δίνουν ώθηση στο άρμα του χρόνου που μας προσπερνά ρυθμούς σφυρίζοντας!

Η Άνοιξη μου ζει με πικραμύγδαλα αντί για μύρα
Φτενά πικραμύγδαλα αφράτα που ευωδιάζουν της ποίησης το στέρνο
Και σταμπώνουν του ύπνου το σεντόνι με όνειρα μύρια γητευτά!
Η δική μου Άνοιξη ξελογιάζεται με υπέργηρους αντί για νεανίες
Στωικούς υπέργηρους καλόβολους που ξενυχτούν σε ερτζιανά περιβόλια
Και ντύνουν με της Θείας Νέμεσης τον μανδύα τους απαρνημένους!
Η Άνοιξη μου πολλαπλασιάζεται με ξερόκλαδα αντί για καταβολάδες
Ταπεινά ξερόκλαδα θυσανωτά που μπολιάζονται με αίμα εφηβικό
Και δίνουν πανώριους ανθούς αμάραντους στον χλοοτάπητα της μνήμης!
Η δική μου Άνοιξη περιδιαβαίνει σε αμμώδη χώματα αντί σε λιβάδια
Σαθρά χώματα επισφαλή που κρίνουν αυστηρά του κόσμου τις ατέλειες
Και περικλείουν το μέτωπο της σιγής με τα μυστικά των αναταράξεων!

Η Άνοιξη μου είναι θαλασσινή αντί για στεριανή
Παναγιά θαλασσινή αγαπημένη που ακουμπά φωτοστέφανα στις ράχες των δελφινιών
Και χαράσσει με το νύχι στη κρούστα του αλατιού σχέδια και κρίνα απ' το παλάτι της Φαιστού!
Η δική μου Άνοιξη αγαπά τους σταλαγμίτες αντί τους σταλακτίτες
Σπασμένους σταλαγμίτες δύσμορφους που σε εμπύρετο μέτωπο ακουμπούν τα μητρικά τους χέρια
Και το μυστήριο της χιλιετηρίδας εξιστορούν τα βράδια στις νύμφες του Απρίλη!
Γιατί η δική μου Άνοιξη είναι απλή καθημερινή κι όχι αινιγματική και επηρμένη
Προτιμά τις ρημαγμένες γυναίκες την τραγιάσκα του εργάτη τα σπασμένα καράβια
Τα παιδιά του πολέμου και τους αφανείς ήρωες που δεν τους στήσανε ανδριάντες
Απλά τους παράχωσαν σε πρόχειρα μνήματα αυτοσχέδια
Εκεί που φυτρώνει ελεύθερα το εαρινό χαμομήλι κι η αλιφασκιά τους ραίνει μ' αρώματα!
Γιατί είναι ακριβή και τέλεια η μυθολογία της Άνοιξης
Σαν τη κορφή μιας αρχαϊκής πυραμίδας στην μέση της Ερήμου!




Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Οι λίμνες των ματιών σου



Θόλωσαν οι λίμνες των ματιών σου
Σαν έσπασε το κρύσταλλο
Που μέσα του έκλεινες το βραδινό σου άρωμα
Το βλέμμα σου τώρα αδειανό κέλυφος αχιβάδας
Συλλαβίζει και συντάσσει
Του πελάγου την κυματιστή αλφαβήτα
Χάνεσαι φεύγεις σκορπάς σε ριπές
Πυρακτωμένος γίνεσαι βραχίωνας αγαλματιδίου
Σε κήπο εαρινό
Στη λάμψη του Μάρτη σκιρτάς
Πάθη με φορτίζεις και με  αμαρτίες πολλές
Χωρίς αγκάλης μέθη με ακουμπάς πάνω στα σκληρά ύφαλα

Τα βράδια πενθείς ολομόναχος
Τις κηλίδες των λυγμών
Που στο πάτωμα σχημάτισαν
Μια καρδιά πορφυρή
Που πάλλει σταθερά σαν φωνή πουλιού
Μια καρδιά ερωτική
Να σε παρηγορεί
Και να σε μέμφει
Για τις ώρες που σου πήραν
Οι αποστολείς των χειμωνανθών
Με του έρωτα το κάλεσμα καλά δουλεμένο στους μίσχους τους

Τους ήχους αναλύεις ολημερίς των πτηνών
Σχηματίζοντας στίχους απατηλούς
Στου κρυφού σου μαντείου την πόρτα
Τους ξεχνάς δεν τους γράφεις
Ξεγελιέσαι κι απ' τον κόσμο απέχεις
Αναδεύεις το χώμα να βρεις τον θαμμένο τον σπόρο
Τον σπόρο εκείνον που από εισβολείς
Προστάτεψες κάποτε δίνοντας εαυτό
-Όμοιο παιδί που του κλέβουν την σφεντόνα-
Χάνεσαι φεύγεις σκορπάς σε ριπές
Τις απειλές και τις πράξεις σου ιστορείς στο κενό σαστισμένος

Θόλωσαν οι λίμνες των ματιών σου
Σαν έσπασε το κρύσταλλο
Που μέσα του έμπηγες το πρώτο της Άνοιξης ρόδο
Τώρα εφορμάς στους αιθέρες
Στιγμές να βρεις το άγνωστο να σου εξηγήσουν όραμα
Κόκκινα τα πέλματα τα χέρια σου κρύα
Εσύ που στα ύδατα φύτεψες κρίνους άλικους
Τώρα βρίζεις φωνάζεις και κλαις
Λύνεσαι σε κομμάτια και λυγάς
Χάνεσαι φεύγεις σκορπάς σε ριπές
Ποιο το όφελος να εκτροχιάσεις το τρένο
Που παραβίασε την οριογραμμή σου;
Όλα τα πλάτη δικά σου εντός σου
Μια λάθος γραμμή τη ζωή σου λαβώνει σαν λίγκας
Μες σε νέφη πυκνά την διαύγεια αποζητάς του φωτός
Κι επιμένεις πορεία να βρεις μες στον χάρτη του κόσμου

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "ποιητές του κόσμου" που διατηρεί
ο ποιητής Στρατής Παρέλης και τον ευχαριστώ


Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Φυλλοβόλο το σώμα σου δέντρο



Αγγίζω το σώμα σου
Και πολλαπλασιάζομαι
Με ριζώματα και καλύπτρες πυρές με πλησιάζεις
Διαπερνάς τη συμπαντική μου φωλιά
Δημιουργώντας πράσινες αποικίες φωτερές
Μοιάζω με τις εγχρωμές αφίσες των περιθωριακών σταθμών
Που όλοι τις προσπερνούν αδιάφοροι
Μόνο εσύ τις προσέχεις σφυρίζοντας μελωδικά
Μέσα μου σε νιώθω σαν εύφλεκτο υλικό
Σαν μια αποικία από πυγολαμπίδες
Που σηματοδοτούν μ' όνειρα κλεφτά τη γεωγραφία μου

Εσύ που σαν ύπαρξη σκορπιέσαι σε σπινθήρες
Και διαρκώς μου ξεφεύγει το κάρπισμα σου
Στάσου λίγο
Ένα λεπτό μόνο
Μοιάζεις με τον ανεμοστρόβιλο
Κι άλλοτε πάλι σαν σήμαντρο αλαργινό
Ηχείς και κλονίζεις τους μύθους ζωή μου
Κουνάς ξάφνου τους κλώνους σου
Και φυλλώματα πέφτουν στην γη μου
Το σώμα σου ιερά δρυς
Φυλλοβόλο το σώμα σου δέντρο
Σκιά εκεί θα βρω πλατιά
Χώμα εκεί θα σου φέρω γόνιμο
Ρίζα να αναπτύξεις στέρεη
Όλη τη φύση μου να καλύψεις
Με τους δυνατους σου κορμούς
Σαν άνεμος που χτενίζει τα δέντρα να με πλευρίζεις

Πολυμήχανος τεχνίτης εσύ
Στολίζεις το παρθένο μου δάσος
Αηδόνια καλείς κοντά μου
Πεταλούδες λογιών λογιών
Ακουμπάς στους κλώνους μου
Μελισσάκια χρυσά μου ρουφούν τους χυμούς μου
Ευωδιάζω σαν άνοιξη και σε χρήζω δικό μου Θεό

Μπαίνεις στο αίμα μου με κατοικείς
Σε γεύομαι με περιέχεις
Ασπίδα στο χέρι κρατάς
Και χρυσό τόξο
Με αποφασιστικότητα αίλουρου εισχωρείς μέσα μου
Βόλια σκορπάς
Πληγώνεις το μικρό μου το πέλμα
Με διεκδικείς
Περπατώ και σκοντάφτω
Στις μεγάλες που όρθωσες πέτρες
Τα κλειδιά μου μες στην κρύπτη σου κρύβω
Χάλκινη γίνομαι δύση
Τους γρίφους λύνω της νύχτας σε μνημονεύω
Στα θαλερά σου χέρια καρπίζω και πάλι σαν δέντρο λωτού




Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Ολιγόλεκτα V



*
Τα σπίτια κυλούσαν
Σαν έλκηθρα στον πάγο
Πουθενά ήλιος
Τα σπίτια συνέχισαν να κυλούν
Φοβόσουν να μπεις στην τροχιά τους
Κρατούσες τα σχοινιά
Και τα αποκαθήλωνες
Στα σεβαστά τους μνήματα
Και ξάφνου μέγας ήλιος πρόβαλε
Και φώτισε τους τίτλους του τέλους!

*
Ήταν μακρυά η πηγή
Η κόρη κούτσαινε ελαφρά
Το λαγήνι στον ώμο της
Μετεωρίζονταν
Με ελαφρά κλίση προς τον λευκό της αυχένα
Εκεί είχε ακουμπήσει το βράδυ
Ο ιχνηλάτης το χέρι
Κι είχε βρει την πηγή των εφηβικών στεναγμών!

*
Έριξε το μαντήλι στα μαλλιά της
Αραχνοΰφαντο
Παρμένο από την σκάλα του γαλαξία
Δώρο εαρινό
Της νυχτιάς εκείνης που του Έρωτα
Πρωτογνώρισε τα μάτια
Χαμογέλασε ικανοποιημένη
Στο γιακά της ένας λεκές
Από αίμα σκούρο
Την έσπρωχνε να διαβεί αγέρωχα
Την σταχτιά οδό των ασφοδέλων
Αθάνατη και επηρμένη νύφη να πλαγιάσει
Στις βραχώδεις κλεισούρες παρέα με τον θάνατο!

*
Έχεις ζήσει ποτέ
Μέσα σε μια κλεψύδρα
Έχεις δει την άμμο απαλά
Να αυλακώνει τα δάκτυλα σου;
Αναδιπλώσου και
Σκέψου τον εαυτό σου
Σαν ένα μικρό έντομο φτερωτό
Που αναζητά κρύπτη στο άπειρο!

*
Έσφιξε την μυρωμένη παλάμη
Της Μαγδαληνής
Ψηλάφισε τις πληγές του
Επουλωμένες τώρα από καιρό
-Με τη νοτιά όμως
Ανεπαίσθητα τον μάγκωναν-
Άνοιξε την κοσμηματοθήκη
Τα καρφιά κλειδωμένα εκεί
Παρήγγειλε μια διπλή αλυσίδα
Να τα κρεμάσει στον λαιμό
Να φοβηθεί ο δήμιος
Να μην τον καταμηνύσει στους σταυρωτές
Αυτός το μόνο που επιθυμούσε
Ήταν μυρωμένες παλάμες να σφίγγει
Και της ζωής τους βοστρύχους σταυρωτά κι ηδονικά να πλέκει!

*
Υπέφερε από καιρό
Από κρίσεις αμνησίας
Ξεχνούσε να κοιμηθεί
Ξεχνούσε να δειπνήσει
Ξεχνούσε την διαδρομή του
Τις νύχτες ανακαταλάμβανε τα κάστρα του
Και εφησυχασμένος παραδίδονταν
Το πρωί σε μέθυσο ονειροπόλημα
Το περίσσιο της τροφής
Το έριχνε στα περιστέρια
Κι όταν κάποιος τον ρωτούσε που πήγαινε
Απαντούσε ευπροσήγορα
Πως ξέχασε το εισιτήριο
Στο παλιό του κοστούμι...
Βλέπεις είχε απολέσει το ρουχισμό του
Στις εκατοντάδες μάχες που είχε δώσει
Μόνο μια ακίδα στο χέρι που και που
Του υπενθύμιζε πως τα σπαθιά του
Ήταν ξύλινα και τα κάστρα του σαθρά κι αμμώδη!

*
Ένιωθε κουρασμένος τελευταία
Το ενδιαφέρον του
Είχε μειωθεί
Αλλά εκείνο που περισσότερο
Τον προβλημάτιζε
Ήταν πως αργούσε
Η είδηση να ρθει
Είχε συνάξει δεσμό αίματος
Με τους αθίγγανους της πολιτείας του
Κι η είδηση - πρόσκληση
Που περίμενε εναγώνια
Ήταν να γίνει δεκτός στα καραβάνια της φυγής
Να γίνει κι αυτός ο αυτενεργός άνθρωπος της φωτιάς!



Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Δικαίως σ' έχασα



Κι αν έφυγες
Κι αν ποτέ δεν ήρθες
Παράπονο δεν έχω
Σε πλησιάζω πλαγίως
Δεν σε μέμφομαι
Δεν σε κακολογώ
Απλά και μόνο
Σε αφουγκράζομαι
Σαν λες την προσευχή σου
Γονατιστός
Με τα δυο σου χέρια
Στα βουνά προτεταμένα!

Με πάθος
Σε συλλογίζομαι κρυφά
Κι απ' της μοίρας
Το τροχό ξεφεύγω
Μη γίνεις εφιάλτης
Ο σκληρός ίσκιος του φεγγαριού
Και τον χώρο μου
Δολερά καταλύσεις ξανά
Με τις βαριές σου πύρινες πλάκες!

Στα σύννεφα και στους αιθέρες
Σκέπη ζητώ να βρω
Παρηγοριά στου λαβύρινθου
Το ατελές γύρισμα αποζητάω
Σε πλησιάζω νοερά
Σε μαγνητίζω πεισματικά
Κι επαναφέρω τους δείκτες
Σε χρόνο ενεστώτα
Μήπως φανείς
Σου εκχωρώ την σχεδία μου πάλι
Να μην χάσκει το κενό της απουσίας
Στου βυθού τα κοράλλια και σε αρνηθώ!

Παίρνω κοντύλι μαυροπίνακα
Να περιγράψω τα πάθη μου
Συνθέτω στίχους γαλαξιακούς
Σε λίθινες πλάκες τους λαξεύω
Δεν μιλούν για σένα
Δεν σε ακουμπούν
Είναι παιδιά ορφανεμένα
Που σιωπούν και περίλυπα κοιτούν
Τις σκαμμένες πληγές τους
Παίρνω κοντύλι μαυροπίνακα
Επιθεωρώ το χάρτη
Και κυκλώνω
Τις εκτάσεις και τους λειμώνες που κυρίευσες!

Μέτοικος γίνομαι ανέστιος ποιμήν
Και τη γη που στερούμαι
Δική μου να την έχω επιθυμώ
Παραληρώ και δεν αποτολμώ
Απ' το φάσμα σου να βγω
Να σου φωνάξω δυνατά
Για ύστατη φορά
-Κι ας μην ακούς-
Πως δικαίως σ' έχασα!


Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Μέθεξη (ή πως να θητεύσεις στο άχρονο)



1
Σπαρτά παντού
Να δένουν αρμούς διχτυωτούς
Με το αργιλώδες χώμα
Δέντρα ευθυτενή που λες
Και λάμνουν στον αέρα
Με κλώνους φτερωτούς
Μυστήριο της ώχρας δονούμενο
Να αποκαλύπτεται στους μύστες με τα γυρτά μάτια
Καμμένος ο πάπυρος της Σταύρωσης
Σκιρτά και πάλλεται στης δρυός το αναλόγιο
Ανακόλουθες οι σκέψεις να συνθλίβουν
Το ακούραστο διαρκές...
Μονάχα ένα παράθυρο διπλά μανταλωμένο
Που σαν το ανοίξεις λίγο
Σφιχτά αγκαλιάζεσαι με το Θεό των Νεφελών!

2
Κρωγμοί παντού
Κιτρινοπράσινο φτέρωμα
Του παπαγάλου
Που έμαθε την "καλημέρα" να λέει
Σε υπαίθριες αγορές
Και κοντά σε πλανόδιους θιάσους
Κλουβί σπασμένο
Δάσος σιδερικών
Κι ο ουρανός μαβής
Μην πλησιάσεις την λέξη των λυγμών
Μην την ξεστομίσεις
Αύριο ανοίγει ο κόρφος των γυναικών
Και στη γη καταφτάνει ο άγγελος
Με της πρωίας το μήνυμα γραμμένο στο δεξί του φτερό!

3
Λάμψεις παντού
Χρυσός ο ορίζοντας
Ξιφουλκεί τα κρύα μνήματα
Μαρμάρινη η κόρη
Πιάνει φιλίες και φλερτάρει
Με του κυκλάμινου την ιώδη συστολή
Αναφλέγεται αίφνης ο θρόνος της πέτρας
Χρυσός προβάλλει ο κόσμος
Στα μάτια της μικρής ερωμένης
Ιριδισμοί - πένθος της σκληρής ώχρας
Ζεστά κάτοπτρα να θάλπουν
Φωτοσκιάσεις στα καλντερίμια
Περνάει ο αμαξηλάτης
Με τα πράσινα μάτια
Μοιράζει πανέρια με υακίνθους
Ξυπνά η κόρη περιπαθής να τον προϋπαντήσει
Η Άνοιξη φρουμάζει στους λειμώνες
Χαίτη πολιορκημένη απ' το φως
Αναμετράται με την μέθεξη
Της πρωραίας χαράς και του έρωτα
Δεν νικιέται δεν νικά
Παραδίδεται άλκιμη λιχνίζοντας
Το θαλασσί του αγέρα σε τουλίπες ισχνές
Στο σταυροδρόμι σκοντάφτει
Βαριά η οπλή του αλόγου
Βασιλεύει πλούσια η σιγή της χλόης
Νεράιδες ξυπνούν και θητεύουν στο άχρονο
Κοντράρονται με τα αγκάθια
Και απ' τους ποταμούς ασημένιες
Ανεβάζουν τις πέστροφες
Να τις προσφέρουν θυσία στην οργή της δρακομάνας!

4
Χρώματα παντού
Ουράνια τόξα διπλά
Να απομυζούν το λαγήνι του ήλιου
Σε κοιλάδες ιστορούμενες
Από αυτόχειρες ποιητές
Στέκεις στο φρύδι του γκρεμού
Κάτω απλώνεται η χαράδρα
Με άσπρα και κίτρινα κρινάκια
Κεφάτες λαδανιές
Κι άγριες ορχιδέες
Μεταλαμβάνεις λυτρωμένος
Το σώμα και το αίμα του φωτός
Απ' τα σπλάχνα του Αχελώου
Στου Μάρτη τους διάστικτους ουρανούς
Πλουμιστοί χαρταετοί παρελαύνουν
Χέρι - σχοινί να ανεβαίνει
Η ψυχή στα ύψη
Και στις νεφέλες τον όρκο να δίνει
Της σιωπηρής των ονείρων επανάστασης
Σε παλέτες λαμπρών χρωμάτων
Βυθίζεται ηδονικά της πνοής το πινέλο
Σχέδια με την αχλή της ζωής
Αναπάλλονται στον καμβά
Προσωπογραφίες των υδάτων ρευστές
Καθρεφτίσματα κύκνων πριν την ένωση
Ματαιόδοξα χαμόγελα καλλονών
Χρώματα αναρριχητικά παντού
Να παίρνει το παιδί στη παλάμη του μέσα
Και ευθύς ο κόσμος να γεμίζει
Κλώστρους και πλοκάδια ανεβατά της αγάπης κλήματα!





Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Θαυματοποιός έρωτας



Θα βγω στους δρόμους τ' ουρανού απόγευμα Κυριακής
Τη θερινή ομπρέλα μου ανεμίζοντας στον νοτιά
Τα σύννεφα του δειλινού να συναντήσω
Αυτά που οι εραστές αρμαθιές -αρμαθιές παίρνουν
Και γνέθουν στου Σφεντόνη το σπήλιο κρυμμένοι
Με καρτερία να φτιάξουν ψιλοκλωστής κουβάρι
Με αυτό να υφάνουν σε δρύινους αργαλειούς
Σεντόνια λαγνείας του έρωτα τις έμπυρες φωλιές
Να βουλιάζει πάνω τους θηλυκωτά ο σπόρος της ζωής
Με ράμφη και ακρόνυχα αηδονιού να μελώνουν
Να φτερουγίζει στις πτυχές τους ο ροδομάγουλος τοξότης
Και κλεφτά της κόρης να αρπάζει και να σκίζει το μεσοφόρι
Γιατί είναι θαυματοποιός ο έρωτας μεγάλος
Και στήνει γιορτές βακχικές στης καρδιάς το ουράνιο σανίδι

Απόγευμα θα βγω με χρυσά στάχυα και πενάκι στο χέρι
Στα σύννεφα να πλεύσω με καράβι τρικάταρτο παριανό
Μου έχει περισσέψει ένα κομμάτι ονείρου απ' το αστρικό περιβόλι
Ένα καρβέλι γιορτής κεντητό απ' το χέρι της μάνας μου
Κι ένα πιατάκι ψίχουλα που τα περιστέρια δεν πρόλαβαν να φάνε
Γιατί τα σύννεφα του δειλινού ανέκαθεν ως γνωστόν
Πεινούν ομορφιά άρτο άζυμο κι έρωτα σκοτεινό
Τι κι αν τα κλείνουμε στις χρυσές κορνίζες της κάμαρας
Τι κι αν τα ξελογιάζουμε με της αλκυόνης τις αμυγδαλιές
Και σε παραθυρόφυλλα ξεφτισμένα απ' την αρμύρα τα ακουμπάμε
Τα σύννεφα εξακολουθούν να πεινούν έρωτα σκοτεινό
Αυτόν που κάποιος μάγος τον είδε με βαρκάκι να αράζει σε μιαν ξέρα
Κι απ' την γη ξάφνου φύτρωσαν του Απρίλη οι λευκές καμπανούλες

Είναι θαυματοποιός ο έρωτας και μέγας στιχοπλόκος
Ανοίγει της καρδιάς τα λεξικά παίρνει λέξεις ανάκατες
Και φτιάχνει με απέθαντο μελάνι τραγούδι αθάνατο
Μπαίνει σε καφενεία και συνομιλεί με τους φυγάδες
Της αρνησιάς την τέφρα ξεσκονίζει απ' το μανίκι τους
Γιατί είναι ζωοδότης ο έρωτας κι απ' το ποτό του ξεδιψούν οι εραστές
Ανακατεύει ροδόσταμο αίμα ερωδιού κλωνάρι μυρτιάς
Χυμούς από άγουρο καρπό και φτιάχνει φίλτρα μαγικά
Να μεγεθύνει την διάρκειά του να παίξει με τα μαύρα ματοτσίνορα
Κι όταν απ' τα σύννεφα κατέβει και στην γη έρθει γίνεται
Ακλόνητος σκοτεινός κι αμείλικτος
Αγκίστρια κρατά αντί για ρόδα
Με καρφιά σε σταυρώνει
Ανταρεύει το αίμα και την ρόγα του σταφυλιού κρουστή την κάνει
Γιατί είναι μέθυσος ο έρωτας και διονυσιακές τιμές ζητά
Ασυγκίνητος μένει αν σε δει σε μια σχεδία μεσοπέλαγα
Στους κυματισμούς να χάνεσαι
Γιατί είναι απόλυτος ο έρωτας με θηλιά θανάτου σε απειλεί
Παίρνει γύρη απ' τις ελατοκορφές την σκορπά ολούθε
Κι όποιος έναν μόνο κόκκο αγγίξει φωτοστέφανο
Στην κόμη του γίνεται κι η αθανασία το σώμα του ζηλεύει
Γιατί είναι θαυματοποιός ο έρωτας μεγάλος
Και στήνει γιορτές βακχικές στης καρδιάς το ουράνιο σανίδι

Έλαβε μέρος στο 2ο συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε 
η φίλη Αριστέα με υποδειγματικό τρόπο καταλαμβάνοντας 
την 2η θέση και ισοβαθμώντας με την φίλη Έλλη
Την πρωτιά κέρδισε η άστεγη καταληψίας Κλαυδία.
Διακριτό σημείο όλων των συμμετοχών ήταν η ποιότητα 
η ευρηματικότητα και το πλούσιο ύφος!



Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Ολιγόλεκτα IV (σε δυο κύκλους)



*
Σε βρήκα κρυμμένο
Πίσω από μια συστάδα βρύων
Χέρια πρασινωπά σαύρας
Σκελετός πύρινων δέντρων
Μάτια ευθύβολα του σκότους
Να με παρατηρούν!

Πίσω από τις λειχήνες ήσουν
Και κουβέντιαζες νοσταλγικά
Με το ασημένιο περίβλημα
Ενός τζιτζικιού που παιδί ακόμα
Έκλεισες -στο παιχνίδι σου απάνω
Ερμητικά μέσα σ' ένα σπιρτόκουτο!

*
Κάποια στιγμή
Σούρουπο ήταν αν δεν απατώμαι
Εμφανίστηκε στον ουρανό καταμεσής
Στεφανωμένη με φίδια κι ερπετά
Η μικρή Ευρυδίκη
Όμορφα δακρυσμένη να σε προσμένει!

Μην κοιτάξεις πίσω
Πάνω να θωρείς
Στρώσε στο αλώνι σου
Κιλίμι πλουμιστό
Κι όταν έρθει η νύχτα
Παίξε στην λύρα σου
Τον πιο εύθυμο σκοπό της καρδιάς
Όραμα ήταν και μια υπενθύμιση
Όταν εσύ την μνήμη σου βίαια απώλεσες και εχάθης!

*
Οι κροκάλες γυάλιζαν
Στον ήλιο κι έσβηναν την αρμύρα
Από τους πόρους του στήθους τους
Πήρες μία τυχαία πέτρα
Στρογγυλή λεία χωρίς τραχιές εσοχές
Αυτές που αιχμαλωτίζουν το φως και το εκτρέπουν!

Πάνω στην πέτρα είπες
Θα ζωγραφίσω ένα φεγγάρι ολόγιομο
Και δυο εφήβους
Με χάλκινους βοστρύχους
Να έρχονται οι κόρες το μεσονύκτιο
Στην παραλία τον έρωτα να ψάχνουν
Με μάτια αστραπής σαν προβολείς πλοίου
Ολόγιομο ένα φεγγάρι θα φτιάξω
Αυγουστιάτικο
Να μην σκοντάφτουν
Πάνω στα σκληρά χαλίκια οι νέοι και πονούν
Αυτοί που καρτερούν ένα ιστίο να φανεί
Και αντ' αυτού μες τη νύχτα αντικρίζουν
Τα πέλματα τους αδειανά και υπόλευκα σαν φέρετρα νηπίων!

*
Εξόκειλες αίφνης ώρα νυχτερινή
Σε άγνωστα λιμάνια
Τραβηγμένος κι αιχμάλωτος
Από οχτάπλοκα πλοκάμια εκδίκησης!

Είχες ξεχάσει ηθελημένα
Το κλεισμένο σε μπουκάλι φυσητό
Προειδοποιητικό μήνυμα
Πως η θάλασσα αμαρτάνει
Όταν οσμιστεί και γροικήσει το αίμα
Της μικρής φώκιας
Στον λιμενοβραχίονα
Της παράκτιας πόλη σου θυσιασμένο!

*
Απέκοπτες μίσχους και φυλλώματα
Χειμωνιάτικων λουλουδιών
Με δάκτυλα ψαλίδια τα νέκρωνες
Ανενδοίαστα χαμογελούσες
Αν και παιδί ακόμα
Επιτελώντας έτσι την χειρουργική σου άσκηση!

Μετά από χρόνια στην επαρχία
Στον ιδιωτικό σου χώρο
Μάζευες λογής λογής ανθογυάλια
Τα στόλιζες επιμελώς
Μόνο με αμάραντα πλαστικά άνθη
Τα αληθινά βρίσκονταν στην πρασιά
Έξω στον κήπο σου
Κι ο κηπουρός που ήξερε καλά
Τις συνήθειές σου
Με αγκαθωτό σύρμα τα περιέφραζε
Σε είχε τρακάρει
Γεναριάτικο δειλινό
Πάνω απ' τους τάφους των γονιών σου
Να σπάζεις τα μάρμαρα χίλια κομμάτια
Έχοντας για λοστό ένα μπουκέτο ολάνθιστες ανεμώνες!



Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Ολιγόλεκτα ΙΙΙ



*
Ξεκουράσου
Τώρα η γη βλασταίνει
Και το σώμα σου
Κηλίδα στο χώμα
Ψιθυρίζει έντρομο
Πως έρχεται η σπορά!

*
Ξήλωσες τις ράγες
Το τρένο που θα περάσει
Θα έχει συρμούς
Τα δυο σου χέρια!

*
Η Παναγία των ψαράδων
Ζει σ' ένα εικονοστάσι
Στην Τένεδο
Την είδα κάποιον Αύγουστο μήνα
Βουβή να ράβει τα δίχτυα
Και να δακρύζει!

*
Πως χρωμάτισε σκληρά
Η ηλικία το πρόσωπό σου
Και καμιά σταξιά δεν έσταξε
Στο νεανικό σου βλέμμα!

*
Φτερουγίσματα άκουσα
Στον ύπνο μου
Ανασήκωσα το μαξιλάρι
Κι είδα εκεί
Τα σαντάλια του Ερμή λασπωμένα
Τα φόρεσα και βάδισα
Τον δρόμο προς την θέωση!

*
Όταν σε βρήκα
Ήσουν απόκοσμος
Είχες για μάτια
Δυο φεγγάρια
Και απ' το στήθος
Κρατήρες ξεπηδούσαν
Σ' αγάπησα όμως παρότι υπήρξες
Ένας ετερόφωτος κι άνυδρος πλανήτης
Ήσουν εσύ!

*
Μυδράλια τα μάτια σου
Σημάδευαν ηλίανθους
Και του κισσού
Το ελικοειδές δίκτυο
Εραστής εσύ του Ήλιου
Ποτέ δεν αποδέχτηκες
Αντίζηλους κι ανταγωνιστές
Στον ηλιοτροπισμό σου!

*
Ακούστηκε σύρσιμο φιδιού
Έβγαλες το πουκάμισό
Να προφυλαχτείς
Ματαιοπονούσες
Ο παραδείσιος όφις
Ήταν αυτός που πρώτος
Διαχώρισε την θέση του
Απ' την αυτοκρατορία της γυμνότητας!

*
Αποσύρθηκες στο δωμάτιό σου
Να στιχουργήσεις
Δεν ήξερες πως οι στίχοι
Και τα αειθαλή όνειρα
Σκαλίζονται αρχέγονα
Στα παγωμένα παγκάκια
Των εφήμερων υποσχέσεων!

*
Χόρευες περιτριγυρισμένος
Από ειδώλια
Ξεχασμένων Θεών
Σε μια στροφή λεβέντικη
Του σώματος
Γλίστρησες κι ανασκολοπίστηκες
Πονεμένος τότε αντίκρισες
Την φύση γύρω
Σε μια παρατεταμένη στύση!

*
Μάζευες άγριες ορχιδέες
Σε μέρη απόκρημνα
Κι απάτητα
Τιμωρός εσύ της σκυτάλης
Απέκοπτες ακόμα και τους βολβούς
Να μένει η γη στεγνή
Από θησαυρίσματα
Κι εγώ λυτρωμένη παρακολούθησα
Την με καλύπτρες σταύρωση σου
Στον ζωογόνο κορμό της λατρείας!

*
Ξεκουράσου
Τώρα η γη βλασταίνει
Και το σώμα σου
Κηλίδα στο χώμα
Ψιθυρίζει έντρομο
Πως έρχεται η σπορά!




Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ολιγόλεκτα II



*
Το σμαράγδι των ματιών σου
Είναι ρευστό
Γι αυτό δακρύζει τόσο 
Η προσωπογραφία σου!  

*
Απ' την κλειδαρότρυπα
Έμπαινε μια δέσμη φωτός
Είχες αφαιρέσει το κλειδί
Θέλοντας να αφήσεις λίγο φως
Να εισχωρεί κλεφτά στην φυλακή μου!

*
Το μεγάλο αυτό πουλί
Που κοιτάς τόσο επίμονα
Δεν είναι αργυροπελεκάνος
Είναι κόνδορας
Ήρθε από μέρη μακρινά
Κι εσύ του άλλαξες ταυτότητα
Δεν φοβήθηκες; 

*
Με το χρησιμοποιημένο μου κραγιόν
Ζωγράφισες έναν κύκλο
Στον καθρέφτη
Κι ύστερα αποσύρθηκες
Στον κοιτώνα των ξένων
Εκεί σε βρήκα κρεμασμένο! 

*

Στα οχυρά του Μαλεβού 
Έχω κρύψει γραμμένο σε πάπυρο
Ένα μυστικό
Ίσως το βρει η αργυρή σελήνη
Κι αποφασίσει μετανιωμένη
Να μην ανατείλει στο σώμα μου ξανά!

*
Αυγουστιάτικο δειλινό
Χτύπησαν οι καμπάνες
Δεν καλούσαν στη λειτουργία
Ήταν που οι θημωνιές
Άναψαν νυχτερινό πυροφάνι
Και ξεστράτισαν στο πέλαγος!

*
Στο δρόμο ψυχορραγούσε ένα σκυλί
Η γαρδένια που έμοιαζε με δέντρο
Μαράζωνε κίτρινη στο μπαλκόνι
Φόρεσες το καινούριο σου πουκάμισο
Να πας σινεμά
Έπαιζε μια ταινία εποχής
Με άμαξες και καραβάνια
Να γλιστρούν ξέπνοα στην σκόνη!

*

Η υγρασία διαπότισε τα τοιχία
Τράβηξε γραμμές οριζόντιες
Και κάθετες στην οροφή
Εκεί στήνουν τώρα το βασίλειο τους  
Γελαστά χελιδόνια
Και περήφανοι πελαργοί
Πριν αποδημήσουν φτερίζοντας 
Στους αμπελώνες των ονείρων μου!

*

Την κάμαρά σου είπες
Την φωτίζει μόνο ένα λυχνάρι 
Την περίοδο της Κατοχής 
Ένα λυχνάρι αρκούσε 
Να προδώσει τους συνδέσμους των Αγγέλων!

*
Η νύχτα έγερνε ερωτικά στο μπράτσο σου 
Της πρότεινες έναν χορό 
Βιάζονταν να φύγει 
Στου κάτω κόσμου το σαλόνι 
Αγρυπνούσαν οι φύλακες
Με τα κεχριμπαρένια κομπολόγια 
Να ακούσουν το άγγελμα των πρωινών ασμάτων
Απ' τα ραδιοκύματα του ουρανού!

*
 Αναχωρητής ήσουν
Δεν έμπαινες στο χωριό
Οι κοπέλες καρτερούσαν 
Με τα κάνιστρα στα χέρια 
Να σε κεράσουν μαύρα κεράσια 
Κι εκείνο το κόκκινο κρασί 
Την τέφρα της φυγής να απολησμονήσεις!

*
Το σμαράγδι των ματιών σου
Είναι ρευστό
Γι αυτό δακρύζει τόσο 
Η προσωπογραφία σου!  



Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Στην αγκαλιά σου πόθησα γαλήνια να μείνω



Έχει γαλήνη κι είναι άλκιμο το γυμνό σου σώμα
-Αν και εξουθενωμένο απ τη πυρά της λαγνείας
Και απ' το ατίθασο άτι της ηδονής λαχανιασμένο-
Παύει να διακοντίζεται με το αγρίμι του πάθους
Ημερεύει και μερώνει σαν ηφαίστειο νήσου ανενεργό
Έχει γαλήνης φτερωσιά και όγκου στερείται
Όταν μετά τον έρωτα κατέρχεται άυλο σχεδόν
Σαν φωνή μελωδού σε ύμνου παύση
Στους λειμώνες του μεταξιού και της μελάνης
Ικανοποιημένο και θεϊκό να αποθησαυρίσει
Σαρκώδη όνειρα -της νύχτας οξύτονους φθόγγους!

Κι εγώ μόνη στο πλάι σου ξαναμμένη χτυπώ
Οργιαστικά το χρυσό ντέφι της νύχτας
Αποσκοπώντας ενδόμυχα σαν κρυφός κυνηγός
Να αποσπάσω έστω κι ένα
Μπακιρένιο λάφυρο κι ας ειν' καρφί
Απ' του Έρωτά σου την ανισοσκελή σκαλωσιά
Απαντοχή να πλουτίσω και καρτερία να οπλιστώ στα ύψη!

Στην αγκαλιά σου πόθησα γαλήνια να μείνω
Κι ας φουρτουνιάζει πίσω απ' τις κουρτίνες μου
Ο διττός ωκεανός της αμφιβολίας
Άγκυρα να ρίξω στου στέρνου σου τον όρμο
Να πιαστώ αιχμάλωτη σαν πάνω σε ιστίο
Από τα μυώδη μπράτσα σου
Περιπλανήθηκα πολύ στην μοναξιά
Κρύωσα στους πόλους γυμνή
Εφτάψυχη έγινα κι αμαρτωλή ακροπατώντας στα πεδία της θλίψης
Σήμα κινδύνου εκπέμπω τώρα
Φωτιά ιθαγενών προσανάβω με δρυς
Λαχούρι τυχερό περνώ στον ώμο
Να σε έχω πάλι δίπλα μου έστω σαν σκιά
Και σαν οργαντίνα της γιορτής στην κάμαρά μου να διεισδύσεις
Βεντέτα να μην στήνω με της γαλήνης τα νούφαρα και τα μαραίνω!

Χτυπώ το ντέφι ξαναμμένη μην φύγεις
Χαρτωσιά τσιγγάνικη ρίχνω μην αφανιστείς
Παλάμες εξερευνώ τις χαμένες πατρίδες σου
Στην επιφάνεια να ανεβάσω ξανά με της ψυχής την παλίρροια
Σείεται η κουρτίνα χωρίς ριπή ανέμου
Φοβάμαι αναριγώ στο κενό γραπώνομαι
Λεβάντες μην γίνω και στο άγνωρο χαθώ
Το κηροπήγιο φλογίζεται χωρίς σπινθήρα
Κρύβομαι σε αράχνης γκρίζους ιστούς
Αποκαΐδι μην γίνω -στάχτη φτηνή σε μαγκάλι ψυχρό
Στην αγκαλιά σου πόθησα γαλήνια να προσαράξω
Να μην βλέπω τεμαχισμένη την εικόνα μου
Στα κάτοπτρα του κύματος και στου αφρού την δαντέλα
Η Αρμύρα ξέρεις με έχει διαποτίσει από παιδί
Και ήρθε ο καιρός γλυκόπιοτα να πιω το νέκταρ
Στο ραγισμένο απ' την λήθη κρασοπότηρο
Να γαληνέψει πια ο άνεμος της ψυχής
Γκρεμούς να μην βλέπω κι ύφαλους στις γκρίζες κόρες των ματιών σου!


Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Εκστρατεία



*
Είπες πως ο Θεός κατοικεί
Στις φλέβες των μικρών παιδιών
Κι έσκισα το πουκάμισο μου βιαστικά
Να περιδέσω το φωτοστέφανο
Που αιμορραγούσε στα ανοιχτά τους χέρια!

*
Κι ύστερα ήρθαν οι κοπέλες
Με τα κρινολίνα
Και τις χάλκινες τιράντες
Σουσάμι να ρίξουν
Στους άζυμους άρτους των αγγέλων
Να προσπορίσουν λίγο μ' αυτούς
Τους πληβείους του γαλάζιου σύννεφου!

*
Η μέρα προχωρούσε
Η βροχή δυνάμωνε
Στο ντιβάνι η τσιγγάνα
Έριχνε τα χαρτιά επί ματαίω
Η ντάμα έπλεκε βουβή
Το πουλόβερ του χειμώνα
Με ανεβατές βελονιές
Μην και παγώσει γυμνό
Το ντέφι της νύχτας στους καταυλισμούς!

*
Κοιτάχτηκες στο καθρέφτη
Ένα πεφταστέρι κρυφόπαιζε
Στον ώμο σου
Εκεί που παλιά φύτρωναν
Τα φτερά του έρωτα
Το αποσιώπησα με ένα μειδίαμα
Μην και προδώσω τον κρυφό διαιρέτη της εικόνας σου!

*
Κι αν τα βουνά είναι σκληρά
Τα διαρρέουν ρυάκια
Που υποσκάπτουν την περηφάνια τους
Γήλοφοι γίνονται
Μόλις η ομίχλη αγγίξει
Το βραχώδη στέρνο τους με τη χλομή δαντέλα της!

*
Γεμίσανε αμαρτίες
Οι ταπεινές παπαρούνες
Όταν εσύ διέγραψες ένα κύκλο
Γύρω απ' τη περιφέρεια τους
Να περιφράξεις εκεί τα φιλιά της προδοσίας
Που την ύστατη ώρα δεν δόθηκαν!

*
Έχτισες ένα μεγάλο σπήλαιο
Απομόνωσης
Κι έβαλες στην είσοδο
Δυο μυκηναϊκές πέτρες
Έλειπε ο λέοντας
Κάποιοι είπαν πως εξέπνευσε
Μπήγοντας ηλεκτροφόρα στεφάνια
Στου θηριοδαμαστή το παγωμένο μέτωπο!

*
Στην ανασκαφή βρέθηκε
Μια μισοσπασμένη υδρία
Δεν περιείχε τιμαλφή
Ούτε κτερίσματα
Μόνο μια χτένα χρυσή
Να χτενίζονται οι κορασίδες
Σαν κατέρχονται με κόντρα άνεμο στον Άδη!

*
Απόρησες πως έτη φωτός
Μακριά το φεγγάρι
Μπορεί και συντρέχει
Τους ερωτιδείς και τους ποδηλάτες
Που έθαψαν το αρμυρό δάκρυ τους
Στο αρμυρίκι της ακτής!

*
Η ράφτρα σου
Σου έφτιαξε ένα φόρεμα
Με μια μπουτονιέρα στο πέτο
Όταν το φόρεσες
Οι μίσχοι των λουλουδιών
Μεγάλωσαν ξάφνου
Και τα πέταλα θρόισαν ρυθμικά
Σκοπούς για έρωτες επιλήσμονες!

*
Ρακένδυτος βγήκες στο παζάρι
Να αγοράσεις
Δυο ζευγάρια μεταξωτές κάλτσες
Ήθελες να στολίσεις
Τα σαντάλια της Άνοιξης
Που βρέθηκαν λυτά στην αυλή σου
Τη χειμωνιάτικη βραδιά που άνοιξαν
Οι κατακόμβες των νεφών τις πύλες τους!

*
Τα πλοία έφυγαν χωρίς προορισμό
Έχοντας στοιβαγμένα στα αμπάρια τους
Δέρματα αθώων αμνών
Που θυσία έγιναν για τα κορίτσια
Τα προορισμένα να γεμίσουν
Τους ασκούς προς τον μεγάλο πλου της εκστρατείας!

Με αφορμή την πρωτοβουλία που ανέλαβε η ιστοσελίδα bibliothegue
με διεύθυνση:http://bibliotheque.gr/?p=32749  και απώτερο σκοπό
τη συγκέντρωση ολιγόλεκτων κειμένων