Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Εμένα την πατρίδα μου τη στέρησαν

Αποτέλεσμα εικόνας για εμένα την πατρίδα μου την στέρησαν

Από μικρός είχα πάντα ένα προαίσθημα πικρό
Στύλωνα το σπίτι να μην πέσει
Μερεμέτιζα τη στέγη μη γκρεμιστεί
Διπλοκλείδωνα τα όνειρα να μη χαθούν
Κι είχα πολλά όνειρα μικρά και μεγάλα
Να πετάξω ας πούμε μ' αερόστατο
Ν' ανέβω στα βουνά της λατρείας
Χωρίς το πνεύμα να υποταχθεί
Να αντικρίσω την πατρίδα ελεύθερη
Κι ανυπότακτη να τρέχει στα λιβάδια με καλούδια πολλά
Να δίνει αέρα στην καρδιά για να στεγνώνει
Από της ορφάνιας το θυμό

Κρύωνε το σώμα με τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα
Έφευγε ο νους στη θαλπωρή της μάνας
Έπρεπε συνεχώς να περιστρέφομαι
Να κρύβομαι και την ανάσα να κρατώ
Το τοπίο εχθρικό
Χαλάσματα οβίδες και σκούρα προσωπεία
Χαράκωναν τους δρόμους
Τρόμαζαν τα πουλιά
Ψαλίδιζαν τις φυλλωσιές στους κήπους
Κι ήταν πολλοί κι ανθισμένοι οι κήποι της πατρίδας
Εκεί που πρώτα τα χαμομήλια μας έμαθαν την αγάπη
Εκεί που πρώτες οι πέτρες μας έμαθαν την υπομονή
Ήταν πολλοί οι κήποι και γόνιμοι
Τώρα χαλάσματα
Άνυδρες ρίζες
Λουλούδια πατημένα
Κι ένας χαρταετός περασμένος στο σύρμα να μας απειλεί

Ξεχάσαμε να μιλάμε
Ξεχάσαμε τους τριγμούς της ζωής
Πουλήσαμε τα υπάρχοντά μας στους ξένους
Πετάξαμε το κλειδί της καρδιάς
Στο πιο βαθύ πηγάδι μην το βρει η καταιγίδα
Φύγαμε
Χωρίς την ευχή της μάνας
Τυλιγμένοι μόνο με την παιδική μας κουβερτούλα
Στις βάρκες ήμασταν πολλοί
Καθένας ένας πόνος
Καθένας ένα λεπίδι οργής
Καθένας ένας κύκλος κλειστός
Εμένα την πατρίδα μου τη στέρησαν κι η γη με διώχνει
Παντού συρματοπλέγματα σκοτωμένα σίδερα
Να διαπερνούν τα όνειρα που αφήσαμε πίσω
Πρόσφυγες χωρίς επιστροφή
Που στο κόρφο τους ζεσταίνουν της πατρίδας το χώμα
Σαν που ζεσταίνει η μάνα το νεκρό της παιδί πριν την αυγή

Έλαβε μέρος στο 9ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου η πατρίδα είδε πολλά θησαυρίσματα και πλούτισε χαμόγελα....



Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

για μια πατρίδα



                                                                στη Λακεδαιμόνια γη 


Αργυρή η σέλα του καβαλάρη
Το τσαμπί της χαμοελιάς
Κρατούσε ακόμα μεστούς καρπούς
Οι μαύρες τρύπες στους καλαμιώνες
Γράφαν ωδές στα γυμναστήρια
Της επίμαχης πέτρας
Λιτά τα λόγια, σημαίες νευρώνων
Για μιαν ασπίδα, κόσμημα μάνας
Διχάλες στέλνουν πυρσούς στον Άδη
Στους μαρμαρένιους..!
"Τα σανδάλια είπαν της Άρτεμις"

Ανάρια τα γένια του καβαλάρη
Ξύλινοι φράκτες ελευθέρωσαν
Ματαιοδοξίες χρυσών ερώτων
Σβέλτο το σύρμα τρυπάει το χώμα 
Ρωγμή στο αίμα.
Κι η εκστρατεία έπη διαβάζει
Σ' ακοίμητα δάση λεπτά απ' τη πάχνη
Το χαμοπούλι τσιμπάει τα νύχια
Εφορμούν σεντόνια, ταξίδια άδεια
Πικρός ο πόθος του ωραίου φύλου..!
"Οι βόστρυχοι είπαν της Ελένης"

Αμυγδαλωτά τα μάτια του καβαλάρη
Κόκκινος βράχος ιστός του νότου
Καράβια χτίζει εμπόρων χάντρα
Κάθετο φρύδι που ταξιδεύει
Μες στο Μυρτώο οπλισμένο εργαστήρι
Δωρικό το πείσμα φουρνίζει οβίδες
Στα γλαροπούλια με τις αψίδες
Κι ο ποιητής αναφλέγει οθόνες
Σε ματοτσίνορα πέτρινων κήπων
Κανόνι ελκόμενο που παίζει μήλα
Στην κρύα τάπια του Αλωνάρη..!
"Τα δισκοπότηρα είπαν της Σοφίας"

Σκληρό το στέρνο του καβαλάρη
Άνυδρες πλάκες συκόγαλα στάζουν
Για το γεράκι που όλο κράζει
(Οργή στο χνούδι ενός ώριμου
φραγκόσυκου)
Ακούει τη θάλασσα που τρώει αλάτι
Μοιρολογάει κι άγρια γκόρτσα
Φυτεύει στα μπράτσα της πέρα χώρας
Που πελεκάει μια πολεμίστρα
Με αδούλωτο πείσμα διπλό δρεπάνι
Γενιάς μεγάλης της Μεσογείου..!
"Τα φλουριά είπαν της Φεβρωνίας"

Μυώδεις οι κνήμες του καβαλάρη
Βουνά αγριεμένα τα ασκιά μαζεύουν
Του γίγαντα δράκου
Διχογνωμούν λόγια σταράτα
"Μη σφυρίζεις την αυγή γιατί κρυώνω
Κατέβασε τη σκέπη μπαίνουν σύννεφα."
Ροές αιώνων πάνω στο χάρτη
Της κακοτράχαλης πατρίδας
Διαφεντεύουν κάστρα και τα πουλάνε
Μαζεύουν τσάι και μαύρη ελάτη
Στήνουν χορό μ' άγουρα στάχυα
Μοιραία γεννήθηκες μια κρύα μέρα
Πάνω στη χαίτη των δυο γιγάντων!
Αχ καβαλάρη καλίγωσε το
Το δίχρωμο άτι του Μενελάου.

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

χαϊκού ατέρμονου πάθους

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού

Κομμένα κλαριά 
δεμάτια για το τζάκι 
κι ανθίσανε

BUSON


Ήρθαν οι βροχές
Θλιμμένες να θυμίσουν
Τ' άγονα χρόνια

Χάσκουν τα σπίτια
Χαμένα στους ανέμους
Κι αλλάζουν φορά

Παίζεις στα ζάρια
Του καλαμιού την κόμη
Χωρίς συμπαίκτη

Βρήκες στην κρύπτη
Ξέχειλα τα σεντούκια
Μ' αρχαίους αυλούς

Ρίχνεις πετράδια
Σ' ακύμαντη θάλασσα
Γλυπτά για να δεις

Σαν ομπρελίνα
Στέκουν τα χαμομήλια
Μετά τη βροχή

Κρυφομιλητά
Στης νύχτας τα σεντόνια
Και να 'σου το φως

Άλικο βγαίνεις
Φεγγάρι στο ιστίο
Κι επαναστατείς

Θυμάσαι το χτες
Τότε που αμάρταινες
Για ένα φιλί

Μα πώς συχνάζεις
Στα περβόλια του ήλιου
Μ' άδειες τις τσέπες;

Κοιτάς τις σκιές
Στους ιστούς του καθρέφτη
Να πέφτουν νεκρές

Με μια τουφεκιά
Σκορπίστηκαν στο δάσος
Σμαράγδια φτερών

Διπλά δεμένος
Προσπαθείς να ξεφύγεις
Απ' τους θηρευτές

Ξάφνου το κύμα
Ανέβασε στο βράχο
Προβιές αλατιού

Στενά δρομάκια
Κι ανάμεσα στα πεύκα
Πράσινοι συρμοί

Μια παπαρούνα
Σε ποτήρι σπασμένο
Μετάλαβε φως

Πόσα σύμφωνα
Έκλεψες απ' τη γλώσσα
Και στο πλην χωράς!

Στήσανε χορό
Τα γιοφύρια του κόσμου
Πάνω μη σταθείς!

Μαύρα κουρέλια
Στοιβαγμένα στο σύρμα
Στη πίκρα λυγούν

Μεσοπέλαγα
Απλώνεις ασπρόρουχα
Κύμα της οργής

Έστησες δοκούς
Στους όρμους της πατρίδας
Γαϊτανιού γλέντια

Ρίχνει στο χώμα
Της άρνησης πέταλα
Μια μαργαρίτα

Μες στα σύννεφα
Καράβι τσακισμένο
Τους γλάρους καλεί

Ακούω τριγμούς
Ρίζες να προχωράνε
Με φιδιών μορφή

Μ' απαρνήθηκες
Πριν ακόμα σκορπίσω
Τις λέξεις στο φως


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

βαδίζαμε...



Βαδίζαμε με τα χέρια στις τσέπες
Αδύναμοι να περάσουμε τα δάκτυλά μας
Στις άρπες του αέρα μην και πληγωθούν
Απ' των πουλιών τα μυτερά ράμφη
Κι είχαμε έναν φόβο διάχυτο στις φλέβες
Φόβο παγερό σαν τα κρύα σκουριασμένα ρόπτρα
Στα εγκαταλειμμένα σπίτια
Φόβο μήπως ξαφνικά
Ξεχάσουμε στα μισά της διαδρομής τα πάθη του αίματος
Τα ακριβά τα νωπά και βουβά σαν τη μνήμη πάθη

Τα δάκρυα, μας ακολουθούσαν ανασαίνοντας βαριά
Κι εμείς έπρεπε να τα ψυχώνουμε
Να τα γευόμαστε να τα ανακαλούμε
Ειδικά τις νύχτες εκείνες του καλοκαιριού
Που για μια στιγμή τα φεγγάρια ματώνουν από έρωτα
Το χαμόγελο μας ξεχασμένο σε μια παιδική ζωγραφιά
Μας καλούσε εναγώνια κοντά του
Μας αγκύλωνε με τις γωνίες του
Μας ρωτούσε το πως και το τι
Βαδίζαμε βουβοί
Τι να απαντήσεις στην λεπίδα της απαντοχής
Ένα γυάλινο χέρι μας τραβούσε εκούσια απ' το βυθό της χαράς
Φέρνοντάς μας  δέσμιους στα δαντικά μας κελιά

Βαδίζαμε με τα χέρια δεμένα
Ανίκανοι ν' αγγίξουμε τους παλμούς των δέντρων
Να νοιαστούμε τα τρεμάμενα γόνατα των φύλλων
Να στηρίξουμε πρόχειρα τις ρίζες στο χώμα
Μήπως έτσι μπορέσουμε κι εμείς να υπάρξουμε
Απουσιάζαμε όμως απ' τα αληθινά  
Χανόμασταν στην παχιά πάχνη
Έωλοι αφηνόμασταν στο κενό
Βαδίζαμε στη βροχή ασταμάτητα
Φορώντας τα αλήτικα παπούτσια μας τα σκισμένα
Σαν να θέλαμε να κυριεύσουμε
Τις κορφές των ονείρων
Που δεν μας διάλεξαν ποτέ συνοδηγό τους

Τα μονοπάτια προσέχαμε που δεν οδηγούν παρά μόνο στο τέλος
Αυτά αφήναμε πίσω και προχωρούσαμε!


Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

εκατόφυλλη λατρεία



Αγαπούσες πάντα 
Τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
Τα είχα στον κήπο μου 
Κόκκινα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
Από εκείνα που η γιαγιά μάζευε την αυγή 
Κι έφτιαχνε το λικέρ της Κυριακής
Πόσο επιθυμούσες να τα κόψεις 
Στο πέτο σου να τα στεριώσεις
Πόσο ήθελες να τα μαδήσεις 
Στου τσαγιού σου την άχνα να αναδυθούν 
Πόσο ήθελες να τα κοιτάς 
Στων ματιών σου το πλέγμα να καρφωθούν
Κόκκινα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα 
Ολοχρονίς να βγαίνουν στον κήπο σαν υπόσχεση 

Ώσπου μια μέρα ήρθε βοριάς ξεροβόρι καταιγίδα 
Σκιάχτηκαν τα φύλλα
Μούχρωσαν τα πέταλα 
Λύγισαν τ' αγκάθια κι οι ρίζες βάρυναν 
Τι συμφορά!
Ο κήπος λασπωμένη λίμνη 
Τριμμένο γυαλί στα μάτια μου
Διπλός πέλεκυς κεραυνού στην καρδιά 
Κι εσύ περιπατητής με τα χέρια ανοικτά 
Να μ' αποχαιρετάς με κίτρινους φθίνοντες φθόγγους  

Κι απόμεινα μόνη μετά το απόβροχο 
Να στοιβάζω στις άκριες νεκρές τριανταφυλλιές 
Να ματώνω απ' αγκάθια σκληρά 
Να χτυπιέμαι από κλαδιά έρποντα 
Ακούγοντας τα βήματά σου να ξεμακραίνουν
Ακούγοντας κρότους ξερούς 
Μπροστά να πηγαίνεις
Χωρίς ποτέ να κοιτάζεις πίσω
Ερωτευμένος με τα αμάραντα ρόδα της νύχτας 
Σαν κι αυτά που αφθονούν στις χώρες των ποιητών
Και των καταδίκων... Τα μαύρα ρόδα των ενοράσεων!


Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

χαϊκού πρώιμης μνείας

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού προπαιδείας

Πεσμένο λουλούδι
γυρίζει πίσω στο κλαρί -
ήταν πεταλούδα

MORITAKE


Στη ξερολιθιά
Στραγγίζουν τ' ασπρόρουχα
Πέρλες νυφικές

Λαλεί το πουλί
Μονάχο στη χαράδρα
Πού να ήσουν χτες;

Πρόσωπα ξένα
Φιλιά ματαιόδοξα
Τη λήθη κερνούν

Πάνω στο ράφι
Δίπλα στα μοσχοκάρφια
Βουητό δάσους

Κυλά μια πέτρα
Τυλίγοντας γύρω της
Της πάχνης ιστούς

Στον όχτο γερτή
Μια ροδιά συγκεντρώνει
Θυμούς στις ρίζες

Συρματόπλεγμα·
Τα φτερά τους κρεμάνε
Τρέμοντα πουλιά

Κορδέλες λευκές
Σε μαλλιά χρυσαφένια
Ποιος τις κούρσεψε;

Κρύο πετιέται
Το νερό απ' τις πηγές:
Της γης καθαρμός

Ιαίνει ο κόσμος
Κλεψύδρα που αδειάζει
Άπειρα πάθη

Στην αλφαβήτα
Περίσσεψαν γράμματα
Κι έπλεξες μύθους

Στο φυλάκιο
Ολόγιομο φεγγάρι
Τις ώρες σκουντά

Βγήκαν στην άμμο
Όνειρα να στεγάσουν
Κρινάκια λευκά

Νυχτοπερπατάς
Με το φόβο να σε βρει
Αστεριού βέλος

Λευκά μάρμαρα
Που πάνω τους μέστωσε
Γυμνή η γραφή

Πάνω στην πέτρα
Τις πληγές της σκόρπισε
Μια παπαρούνα

Ζητάς τον καρπό
Που μελώνει στο δέντρο
Χαρά να τον πιεις!

Πεταλούδα μου
Πως και ξελογιάστηκες
Σ' αγκάθι πικρό;

Γλυκά τραγουδούν
Το πρωί τα κοτσύφια
Στην άυπνη γη

Στη πυκνόφυτη
Πλαγιά, τ' αστέρια πέφτουν
Σαν φύλλα νεκρά

Σεμνά προβάλλεις
Στα παραθύρια της γης
Κυκλάμινό μου

Ένα μπουκέτο
Αμαρυλλίδες κρεμώ
Σε τέμπλο χειλιών

Μια ραγισματιά
Στ' ουρανού τον καθρέφτη
Κι ευθύς λησμονάς

Φεύγει το θέρος
Και πάει να πλαγιάσει
Σε κλίνη ψυχρή

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Δεν ξεχνιούνται τα σπίτια

Αποτέλεσμα εικόνας για Σπίτια στη θάλασσα

Τα σπίτια που πέθαναν άδοξα
Από στιλέτα αγαπημένα
Η μνήμη καλά τα συντηρεί
Δεν ξεχνιούνται τα σπίτια ούτε παλιώνουν
Κι ας καρδιοχτυπούν δυνατά  που και που
Κάτω από τις αχτίδες του σεληνόφωτος
Κι ας τα πνίγει πυκνός κονιορτός
Που τα πορτοπαράθυρα εξουσιάζει
Δεν λησμονούνται τα σπίτια
Ζητούν απέλπιδα ανάσες φυγής
Που θα τα επαναφέρουν σε χρόνο αλλοτινό
Τότε που οι νεφέλες τ' απογείωναν στ' άστρα
Κι ο νυχτερινός ύπνος φλέγονταν από όνειρα συμπαντικά
Τα σπίτια όταν μεγαλώσουν απιστούν
Ταξιδεύουν στις μέρες της άνοιξης
Στα ματωμένα από τη σφαγή σεντόνια
Υπογράφουν με τρέμουλο συνθήκες
Με πρόσωπα που θα τα σύρουν δέσμια στις ψυχρές νύχτες
Χωρίς έρωτα κρεβάτι πόθου ακριβά αρώματα
Μόνο με λέξεις χιλιοειπωμένες που νοσταλγία σταλάζουν

Τα σπίτια που παρασύρθηκαν στο κενό
Από χέρι Θεού τιμωρού
Η αγάπη αβρά τα περιθάλπει
Τούς στέλνει μηνύματα
Συντάσσει επιστολές λατρείας
Καλλιγραφεί αινίγματα στα υπερώα
(Μόνο που η γραφή ευθύς σβήνεται)
Φοβούνται τα σπίτια με τα χρόνια τους πυκνούς ιστούς
Που τα πορτοπαράθυρα εμποδίζουν να αναπνεύσουν
Ξεσκονίζουν με φτερά παγωνιών
Τα κρυφά δωμάτια που για τελετές προορίζονταν
Ξορκίζουν τα σπίτια την αμαρτία
Γι αυτό θυμιάματα ετοιμάζουν με βαριές μυρωδιές
Και στα σκαλιά αποθέτουν τρίποδα
Να 'ρθει η Πυθία να ελαφρύνει τη σκέψη
Με τα ιερά βαγιόφυλλα στα χέρια
Περιγελούν τα σπίτια τη λησμονιά
Στέκουν μια στιγμή μπροστά στο φακό του φωτογράφου
Κι ανθίζουν ξάφνου οι ακακίες στον κήπο
Τα γεράνια φουντώνουν επανάσταση
Τα ερωτικά γιασεμιά γεμίζουν το πανέρι της τυφλής

Απιστούν τα σπίτια και σε διώχνουν
Μαγεύονται από τα οδοφράγματα
Απ' τα χάλκινα κρόταλα των παιδιών
Απ' τα ράμφη των γερακίνων
Σπάνε όμως στο αιφνίδιο γέλιο των μανάδων
Συντρίβονται γεμίζουν ίσκιους απειλητικούς
Σε περιπαίζουν χαιρέκακα
Σαν χάντρες πολύτιμες σε περιφέρουν στα παζάρια
Σπάνε τα σπίτια κι οι  ρωγμές τους αλυσιδωτά ραγίζουν κι εσένα
Κι ας τούς ετάχθης φρουρός έμπιστος πλην μοιραίος


Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

χαϊκού ζιγκ ζαγκ πορείας

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού σύνθετης πορείας

Δροσιά: πως αλλιώς 
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.

Matsuo Basho

Κράτα το δάκρυ
Πετράδι στο λαιμό σου
Χαρές ζυγώνουν

Δες πως ξεσπάνε
Στην ετοιμόγεννη γη
Ριπές βροχών

Πέρα στο δρόμο
Ανθίζει θρηνώντας
Λιλά βιολέτα

Λουλούδια μαδώ
Σε ολόχρυσο δίσκο
Ήλιους να ράνω

Λυγούν τα βουνά,
Αγέρας καβαλάρης
Σπαθίζει κορφές

Ψάρι εισχωρεί
Σε δίχτυα τρυπημένα
Βάση σχεδίου

Στις θαλάσσιες
Σπηλιές τα νερά παίζουν
Κρυφτό με το φως

Ξέρει απ' έξω
Τους οιωνούς των πουλιών:
Μύστης των κορφών

Έλατου σταυρός
Διατρυπάει το θόλο
Κάνε μιαν ευχή

Κι αν θα σου φέρουν
Χάλκινα κοσμήματα
Μίλησε στο χτες

Πόρτα άθικτη
Σε σπίτι γκρεμισμένο,
Τρέμει το κενό

Μοιράζουν τ' άστρα
Ματόχαντρες στα παιδιά
Και ξόρκια στ' αυτί

Πάνω στη στάχτη
Φύτρωσε το τριφύλλι
Σημάδι ζωής

Σκισμένο παλτό
Παρατημένο στη γη
Βροχές το τρίβουν

Στο παλιό κάστρο
Πάνω στις πολεμίστρες
Σκόνη μπαρουτιού

Μέσα στο νερό
Κλωναράκια βιγόνιας
Ρίζες πέταξαν

Στα καλντερίμια
Κροταλίζουν τις νύχτες
Άσπρα βότσαλα

Στρίβεις τσιγάρο
Με φύλλα του ανέμου:
Άθυρμα ζωής

Τράπεζα ναού
Σε βάθη πελαγίσια
Άρτους μοιράζει

Πάνω στο χιόνι
Έγραψα με μελάνη
Πύρινους στίχους

Κλειστό κοχύλι
Με τέχνη ετοιμάζεις
Ομορφιάς στέμμα

Φύγαν οι κύκνοι
Κι η λίμνη σκεπάστηκε
Με μαύρους σταυρούς

Στα πλακόστρωτα
Χαράζει το φεγγάρι
Ζιγκ-ζαγκ πορεία

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Η οργή της θάλασσας

Αποτέλεσμα εικόνας για πνιγμοί στην Μεσόγειο

Κλαίει η θάλασσα σήμερα
Κλαίει και λυγμικά παρακαλεί:
"Όχι άλλα θύματα"
Αυτή δεν ήξερε
Απλά είδε τη απονιά των ανθρώπων
Και θύμωσε!
Φουρτούνιασε και μαζί τούς πήρε άθελά της
Πολλές ψυχές
Παιδιά αθώα
Γυναίκες νέες ετοιμόγεννες
Ανήμπορους μαχητές
Απάτριδες ξωμάχους

Κλαίει η θάλασσα σήμερα
Κι αν δεν πάψει το κακό
Θα εκδικηθεί
Εκείνους τους βολεμένους που λένε:
"Ο γέγονε γέγονε"
Και μαζί της θα τους πάρει
Τσουνάμι θα γίνει
Να πνίξει τις επαύλεις τους
Τα κροκοδείλια δάκρυα τους
Τα πολύχρωμα μαλλιά τους
Την τόσο υποκριτική τους συγνώμη
Κι "o γέγονε γέγονε"
Θα πει υποχωρώντας!


Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

χαϊκού νεκρής πολιτείας

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού νεκρής πολιτείας

Χόρτα του θέρους:
ο,τι μένει απ' τ' όνειρο
των πολεμιστών

MATSUO BASHO

Τι κι αν φύγαμε
Απ' τους τόπους της καρδιάς
Η πληγή πονά

Κι αν επέστρεψες
Πρόστρεξαν τα φιλιά μου
Σε τροφούς νέους

Κλειστό κοχύλι
Πώς ένας κόκκος άμμου
Φτωχό σε κάνει;

Γκρεμνοί του βυθού
Γαλάζια για το μάτι
Σας δένω χάντρα

Απλώνει νύχια,
Το φεγγάρι προκαλεί
Χνουδάτος γάτος

Στην καταπακτή
Πεσμένο το νόμισμα
Που τύχη φέρνει

Μ' ανοιχτά φτερά
Ο έρως αλητεύει
Σ' άλικες κλίνες

Αναμάρτητος
Ξεπροβάλλει ο κρίνος
Σε χώμα σκληρό

Χάλκινη φορά
Πανοπλία τις νύχτες
Γρύλος μελωδός

Φοβηθήκανε
Του βοριά τη μάνητα
Και βγάλαν ρίζες

Ανεμότρατα
Τη γη ερωτεύτηκες
Πόντο τον πόντο!

Χαλιά υφαντά
Απλώνει η άνοιξη
Πάνω στο χιόνι

Υγρά πλατάνια
Παλάμες υψώνεται
Σε βράχου βωμό

Μασάς χαλίκια
Τ' όνειρο να φωνάξεις
Ολοκάθαρα

Στάσου στην πηγή
Ολόμαυρη η καρδιά
Να τη ξεπλύνεις

Μα πώς ξέπεσες
Αρχόντισσα μέλισσα
Σ' ανθούς ψεύτικους;

Μια μαργαρίτα
Αναποφάσιστη ζει
Μες στους αιώνες

Πώς επιστρέφουν
Στις νεκρές πολιτείες
Γόνιμες βροχές;

Ήρθαν και πάλι
Ολόδροσα τα βράδια
Κρατώντας ραβδί

Στο μπλε προσκυνώ
Και στων νησιών το σώμα
Παραδίνομαι

Με θρέφεις νύχτα·
Με τους εφιάλτες σου
Αναμετριέμαι

Σε βράχου σχισμή
Δακρυρροούσα στέκει
Μια πεταλίδα

Τινάζει φτερά
Κι η γύρη απλώνεται
Μέχρι τον ήλιο

Ψηλά κατοικείς
Κουπιά δεν σου πρέπουνε
Ανέσπερο φως



Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Απειλές εξαπολύεις

Αποτέλεσμα εικόνας για απειλές εξαπολύεις

Ήλιος είσαι
Με άρμα πύρινο
Ανελέητα να ξεραίνεις
Των σταριών τις κόμες
Και των μικρών ναυκλήρων
Τους γλυπτούς ώμους
Βλάστημα να φιλάς
(Κι εγώ δέντρο θαλερό τα ηνία σφικτά να κρατώ με τους κλώνους μου)

Ρίζα είσαι
Με πολλές υπόγειες
Διακλαδώσεις
Τις μαρμάρινες
Κόρες να ξυπνάς
Με λόγια απειλητικά
Τα δάκρυα τους να εμποδίζεις
Να ξεχυθούν ασυγκράτητα
Στους αδιαπέραστους απ' τους κισσούς φράκτες
(Κι εγώ μικρή μανόλια τα φονικά σου όπλα να παρακρατώ)

Θάμνος είσαι
Αγκαθωτός
Με βελόνες-ανθούς
Να πληγώνεις τον αέρα
Αιμάτινοι να βάφονται
Των εντόμων οι σπόνδυλοι
Κι η χλόη
Μαντήλι σκισμένο να φορά
Με κρόσσια ξεφτισμένα απ' τα όπλα σου
(Κι εγώ νερό ορμητικό αδιάκοπα να σε παρασέρνω)

Γκρεμνός είσαι
Με πέτρωμα συνεκτικό
Να χάνονται τα ερίφια
Τριποδίζοντας
Σε βάραθρα βαθιά
Τα λιλά κυκλάμινα
Να ασφυκτιούν σαλεύοντας
Μέσα στις κλειστές
Κι απόκρημνες σχισμάδες
(Κι εγώ πέτρα που κυλά στον εφιάλτη του ύπνου τους)

Πλακόστρωτο είσαι
Με πέτρες αιχμηρές
Βροχή δεν τις λειαίνει
Μόνο μια αξίνα
Σκουριασμένη
Διακόπτει την συνέχεια τους
Να σκίζονται τα γόνατα
Των πεζοπόρων
Και τα νυφικά σαντάλια
Να τρίβονται σαν χόρτα ξερά
(Κι εγώ στερεμένη κρήνη ανήμπορος τη δίψα σου να σβήσεις)

Σύννεφο είσαι
Με πολλά εργαστήρια
Εδώ ο κεραυνός
Εδώ η λασπερή βροχή
Εδώ η πυκνή ομίχλη
Που το γαλάζιο εμποδίζει να φανεί
Παραμερίζουν τα παιδιά
Πίσω απ' τα δέντρα
Δένουν κούνιες
Οι μανάδες ανοίγουν
Ομπρέλες μαύρες
Ανίσχυρες να πλησιάσουν
Τη χρωματιστή καρδιά τους
(Κι εγώ ρηξικέλευθος θεός να σε σκορπίζω με πείσμα μακριά τους)

Απειλές εξαπολύεις
Με της γλώσσας σου το σκληρό πετράδι
Χωρίς κανένα ίχνος ενοχής
Κι εγώ βουβός κομπάρσος
Που τους ρόλους του
Ώρα την ώρα συνεχώς αλλάζει
Που στο όνειρο ακροβατεί
Δρόμους να ανοίγω με τα νύχια
Μέχρι που στη θάλασσα
Να φτάσω λυτρωμένη
Μακριά από εσένα
Ζεστά και στοργικά
Nα αγκαλιάσω
Της λήθης τα πλεούμενα με τους λεπτούς μου βραχίονες


Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

χαϊκού φευγαλέου ρίγους

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού φευγαλέου ρίγους

Διαμάντια σκορπάς
Φεγγάρι του Αυγούστου
Κι αξόδευτο ζεις

Στα ψαροχώρια
Σκαλίζουν οι άγγελοι
Υδρίες στη γη

Ενώ κοιμάσαι
Κουρντίζουν τα τζιτζίκια
Ονείρων χορδές

Οι τρυγητάδες
Μες στο μούστο βαμμένοι
Δειπνούν με Θεούς

Ρίζα στην μάντρα
Γκρεμνίζει τα τοιχία
Μα τ' άνθος ορθό

Πως μοσχοβολά
Το θυμάρι στη γλάστρα
Και χειρονομεί

Αναστεναγμός
Βαρύς βγαίνει απ τη γη·
Κοπετός νεκρών

Πικραμύγδαλο
Τ' άρωμα του κορμιού σου
Κι οι πόροι πάλλουν

Πως προσάραξε
Η βάρκα στον πευκώνα;
Μέθυσος καιρός

Είδα τον κόσμο
Με τα μάτια των παιδιών·
Δίχρωμη μπάλα

Κρέμεται η γη
Σε νήματα μεταξιού·
Αίολος τρόμος

Σαν σωριάστηκε
Η καλύβα του ψαρά
Σκόνταψαν τ' άστρα

Μυρμηγκοφωλιά
Που μέσα της χάθηκε
Αμύθητο βιος

Δεν υπήρξαμε
Ίχνη δεν αφήσαμε·
Όλα μια στιγμή

Προβάλλεις αχνά
Πίσω από τα πεύκα
Πέτρινε πύργε

Μια μωβ πινελιά
Στολίζει τα μαλλιά σου·
Ένθεη ψυχή

Μήνας Αύγουστος
Και στ' αγκυροβόλια
Ο κόμπος σφιχτός

Καπεταναίοι
Ξέμπαρκοι σχεδιάζουν
Ρωγμές στο κενό

Σκορπάς αλάτι
Σ' άγονα περβόλια
Κι ανθοί πετιούνται

Ψάχνεις το σπίτι
Των παιδικών σου χρόνων
Σε κρύους ιστούς

Φυλάκισε με
Στης αγάπης τα χέρια
Σαν μοίρας παιδί

Φυσάει νοτιάς
Στοιχίζονται οι γρύλοι
Δυο-δυο στα μπουριά

Κουδούνια χτυπούν
Κάθε βράδυ στο δάσος·
Βγάλε τα σκούρα

Σε χώμα υγρό
Που η πάχνη λείανε·
Ζωή εμφυσώ

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

χαϊκού φυλακισμένων ωρών



Σκυμμένη μετρά 
τα σημάδια των ψύλλων 
καθώς θηλάζει

Kobayashi Issa

Μπρούτζινο χέρι
Σε μια πόρτα γραμμωτή
Νότες σκαλίζει

Κρύβει ο Θεός
Τις ατίθασες ψυχές
Σε σπαθιών θήκες

Στην οχλοβοή
Ένας τρελός κλειδώνει
Άπιαστες λέξεις

Σε περίμενα
Μ' ένα χάρτη στο χέρι
Πόσο άλλαξες!

Πέφτουν τα φύλλα
Κι εγώ φυλακισμένος
Στη γη προσπέφτω

Κορυφές πατώ
Που πόδια δεν άγγιξαν
Σκαλιά τ' ουρανού

Σε ολόλευκα
Σεντόνια ένας λεκές
Πως εξαγνίζει!

Μια πεταλούδα
Μπέρδεψε το δρόμο της
Στα ψηλά σπαρτά

Μην ήταν ανθός
Τα χείλη που φίλησα
Κι ακόμα μεθώ;

Μάθε το καλά
Πως μια μέρα θ' ανθίζω
Μες στη χειμωνιά

Σε χαρτί πιστά
Τις βουλές αντέγραψα
Μιας μαργαρίτας

Φύγαν οι κύκνοι
Κι η λίμνη πως έμοιαζε
Με κόρφο άδειο

Στο σπίτι σβηστό
Το καντήλι προσμένει
Τον ξένο να ρθει

Ανθίζουν χλωμές
Οι κυδωνιές στον κήπο
Και δακρυρροούν

Πάψε φεγγάρι
Να κεντάς στη σκεπή μου
Βροχοσταγόνες

Γλυφό το νερό
Μα τα φιλιά ξεχνάνε
Να πιουν στη πηγή

Όρθια τα στάχυα
Τους θεριστές προσμένουν
Να υποκλιθούν

Αργοκυλάει
Το ρυάκι στο βράχο
Και γλυπτά φτιάχνει

Πήρα ρουμπίνια
Απ' του ροδιού τη σάρκα·
Αγάπης δώρα

Στους ηλίανθους
Παραγγελιά έδωσα
Αργά να γυρνούν

Λευκά γιασεμιά
Στην καρδιά απίθωσα
Να 'ρθεις να με βρεις

Χρυσή βελονιά
Στο μαντήλι πέρασα·
Πλούσιο δάκρυ

Άκου τον ήχο
Του σπασμένου κοχυλιού
Σε κάβου λαιμό

Βλέμμα αγγέλου
Πέρασε στα μαλλιά σου
Ν' ακτινοβολείς


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

χαϊκού εγρήγορσης


Αποτέλεσμα εικόνας για γιαπωνέζικα χαϊκού












Η καλοκαιρινή καρέκλα 
κουνιέται μοναχή 
στη χιονοθύελλα. 

Jack Kerouac


Σβησμένο κερί
Σε αδειανή κεφαλή:
Τελετουργία

Μες στην ομίχλη
Τα σήμαντρα φαντάζουν
Με μάτια άδεια

Πεσμένα φύλλα
Στης λίμνης το μανδύα
Δαντέλες φτιάχνουν

Κρυφομιλητό
Ξεκίνησε ο γλάρος
Με τη κουπαστή

Χλωμό βατράχι
Γερμένο στο νούφαρο,
Λάγνα κοάζει

Μέσα απ' τη πέτρα
Λικνίζοντας προβάλλει
Πίδακας νερού

Κράτα τη φωτιά
Βαθιά μες στη καρδιά:
Τροφή στο ψύχος

Μπλε το φεγγάρι
Κι εγώ σαν σαλτιμπάγκος
Λαμπιόνια κλέβω

Σπαρταράς γυμνός
Στην άκρη της ποταμιάς
Κι ούτε φτερούγα

Σε κέδρου ξύλο
Έμπηξα μια αγκίδα,
Μην ήταν όρκος;

Στην πανσέληνο
Άδραξα απ' τα νερά
Μπλε δαχτυλίδια

Μια πασχαλίτσα
Στην κορυφή του κρίνου,
Σταλάζει αίμα

Ήρθε το μαύρο
Της ζωής το κοράκι
Με τρύπια σχεδία

Στην αμυγδαλιά
Πως άπλωσε το χιόνι
Νιφάδες ανθούς

Στ' αλμυρά φύκια
Που κορδέλες γίνονται
Χάντρες φόρεσα

Λεπίδι πόνου
Στα μάτια που φίλησα
Κι η φλέβα καυτή

Γέρνει η μυρτιά
Στο βάρος των ματιών της
Και τσακίζεται

Ερημοκλήσι
Στη μέση του πελάγου
Σαν πέτρα γλαυκή

Στ' άγνωστο φεύγεις
Βαρκούλα που βιάζεται
Δίχτυα ν' απλώσει

Μαρμαρόχυτη
Κόρη, σε στοά κρύα
Βάραθρα ντύνει

Ίχνη στην άμμο,
Από εδώ πέρασαν
Οιωνών καπνοί

Χτυπούν σήμαντρα...
Στο μπλε του ορίζοντα
Πάναγνο θέρος

Πένθιμη κρήνη
Νερό στάζει της λήθης
Στις φλέβες γλυφό

Διχάλα φτιάχνουν
Δρόμοι που απίστησαν
Στα θεία βέλη





Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

εν τη γεννέσει (χαϊκού)

Αποτέλεσμα εικόνας για (χαϊκού)

Πως ξεπέζεψες
Τ' άλογο και δεν σπάσαν
Οι λεπτοί βλαστοί

Σεληνόφωτο
Κι ακούς τον ιερέα
Ύμνους να ψάλλει

Αχυρόστρωμα
Που πάνω του ξάπλωσε
Ράθυμος έρως

Ήταν όμορφα
Σαν χείλη αφίλητα
Τα ρόδα της γης

Φυσάει βοριάς
Και στο συρματόπλεγμα
Ριγούν τα κράνη

Σκυφτός πέρασε
Ο τυφλός με το λύχνο
Κάμπτοντας το φως

Κάτω στους βυθούς
Ξαποσταίνει για λίγο
Σελήνης τροχός

Σκαρφαλωμένη
Σε βράχο απρόσιτο
Μια παπαρούνα...

Αλλάζεις μορφές
Καθώς βγαίνεις στο πάλκο
Κι όνομα άλλο

Νέος βαρκάρης
Μες στα νερά βυθίζει
Το γόνυ της γης

Κίτρινη βροχή
Κι ούτε μία μαρκίζα
Στον κόσμο στεγνή

Λάμπουν οι φάροι
Σαν Θεού αστερισμοί
Που πέσαν στη γη

Δρυοκολάπτης
Σε δέντρο γερασμένο,
Ανάσες δίνει

Κέλυφος άδειο
Τραγουδιστή τζίτζικα,
Μυρμηγκιών φωλιά

Γκρίζο βατράχι
Στο κάτοπτρο της λίμνης,
Χρυσό βάφεται

Σαλπάρει γοργά
Μια σκούνα στο πέλαγο,
Σαΐτα στο πέραν

Με το τσεμπέρι
Του σκιάχτρου ένας γκιώνης
Κρύβει το δάκρυ

Μες στην ομίχλη
Ανεβάζουν τ' αμπέλια
Διάφανους χυμούς

Βράδυ και πέμπει
Το σκυλί στο φεγγάρι
Ήχους της πείνας

Φεύγεις βιαστικά,
Κι ο έκπτωτος άγγελος
Σκότη συλλέγει

Ποτέ δεν ήρθες
Στην ουσία γνώρισα
Μια απουσία

Σπασμένη στα δυο
Η φτερούγα του γλάρου
Ταξίδια τάζει

Στη φυλακή μου
Ευρύχωρη η χαρά
Σήμα σου στέλνει

Κυλά το νερό
Στα παμπάλαια μέρη
Με όψη νέα

Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

για μια σποριά στάρι (αφήγημα)

Αποτέλεσμα εικόνας για για μια σποριά σιτάρι

Στο πεζούλι η γιαγιά
Σου ξεσπύριζε σποράκι - σποράκι
Τα κομμένα απ' τους αγρούς στάχυα
Με περηφάνια περίσσια αρχοντική
Διάνοιγε αυλακιές στα πέτρινα τριγύρω τοιχία
Να ξεγελιέται για λίγο μια πείνα αρχέγονη
Δική σου πείνα και πείνα των οικείων σου
Χαιρόσουν σαν να σε άγγιζε
Φτεράκι πεταλούδας στη γυμνή σου κνήμη
Στο πεζούλι σκυφτή η γιαγιά
Μαυροφορούσα με βαθιές τις ρυτίδες
Και τα χέρια δύσκαμπτα από τις ταλαιπώριες
Σου 'φερνε τον πλούτο του κόσμου
Μέσα σ' ένα κυριακάτικο μπακιρένιο πιάτο

Ποτέ όσο ζεις δεν θα ξεχάσεις τα χέρια της
Ακάματα σαν τους ποταμούς του χειμώνα
Το κάπως αφελές και θλιμμένο βλέμμα της
Μα τόσο στοργικό για την ζωή των ταπεινών
Εκείνες τις ρυτίδες που χάρτες γίνονταν
Να μαθαίνεις σπιθαμή - σπιθαμή τον κόσμο ολάκερο
Που δρόμοι γίνονταν να σε πηγαίνουν
Στης ευτυχίας τη χώρα πάνω σε άτι ολόλευκο
Μα πάνω απ' όλα θα θυμάσαι για πάντα
Το ελάχιστό της χαμόγελο
Που στο άνοιγμά του στόχευες το μεγαλείο της χαράς
Και την γευόσουν μ' απλότητα φυσική
Σαν όπως γευόσουν τα άστρα απ' το δέντρο της αυλής
Παρέα με τ' αδέρφια σου ντάλα καλοκαίρι

Κι αν ήταν δύσκολα τα χρόνια και σκληρά
Μια σποριά στάρι σου ήταν αρκετή
Για να πλάθεις όνειρα χρωματιστά
Όπως τους ανεμόμυλους τους παιδικούς
Που στα παζάρια του τόπου σου χάζευες
Και τόσο απέλπιδα ποθούσες ν' αποκτήσεις
Σαν τους ανεμόμυλους
Αγαπημένος αυτός ο στρόβιλος σε συνέπαιρνε
Αγαπημένος κι αυτός ο μετεωρισμός σε ακολουθούσε
Γρήγορα όμως επέστρεφες ξανά εκεί
Παρηγοριόσουν με τα λίγα ξανθωπά σποράκια
Απ' το μεσάλι της γιαγιάς σου
Κι αν ένα σπουργίτι εμμονικά σε περιτριγύριζε
Συντράπεζο το έκανες στη γιορτή σου
"Γιατί είναι άπρεπο να μην αγαπάς και να μην συντρέχεις
Ό,τι η γη κλείνει στις χούφτες της και το θρέφει"
Λόγια της γιαγιάς, θυμοσοφία αιώνων
Που το κύτταρο σου με αχορτασιά αφομοίωσε
Να έχει το μέλλον κληρονομιά να πάρει από εσένα



Κυριακή 19 Ιουλίου 2015

χαϊκού ενατένισης

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού ενατένισης

Σκληρός ο πάγος
Στα ακρόνυχα του βράχου
Πως αργολιώνει

Στα υπαίθρια
Καφέ, τα φύλλα γυρνάς
Μιας νέας ζωής

Στα χείλη λάμνουν
Τα λόγια σαν βαρκούλες
Που δεν έφυγαν

Φεύγει το τρένο
Κι οι ράγες αντιγράφουν
Ψυχρό τ' αντίο

Κόκκινος δράκος
Σαν δραπέτης ξεφεύγει
Σε βουνού σπηλιά

Στέλνεις μήνυμα
Αηδόνι της άνοιξης
Κι ανθούν οι κλώνοι

Πάνω στην πέτρα
Όρκο δίνεις στον ήλιο
Κυκλάμινό μου

Στ' αλπικά μέρη
Φυλάνε τα ρυάκια
Ζεστό το δάκρυ

Σε κορμό ελιάς
Στάθηκε το τζιτζίκι
Γνώση να πάρει

Αργούν τα πλοία
Να φτάσουν στο λιμάνι
Κλείσαν οι μπασιές

Μόλις ξυπνήσεις
Φόρα τα πέπλα στο φως
Και νύμφη γίνε

Στην όχθη σκύβεις
Σκαρί που λαβώθηκες
Βαριά στο κύμα

Γυρεύεις βοτάνια
Στις σχισμές της χαράδρας
Της φύσης θεούς

Άλικα βάφει
Τα σιταροχώραφα
Μια παπαρούνα

Πυγολαμπίδα
Χαμηλά πως φωτίζεις
Της χλόης σπαθί

Σκίζεις το βράχο
Ακούραστα δουλεύεις
Νερό θεϊκό

Μάκρυνες πολύ
Άστρο που σε ήθελα
Για οδηγό μου

Γέρνει το κερί
Στην βία του ανέμου
Και αργοσβήνει

Αγέρας φυσά
Κι ο αχυρένιος σκούφος
Του σκιάχτρου κλαίει

Μες στο ξέφωτο
Οι ανεμώνες βγάζουν
Φωτίτσες θαμπές

Χρυσό το λίκνο
Που μέσα γεννήθηκε
Στίχος λυγμικός

Θυμάσαι το χτες
Τότε που ανέβαινες
Σε ήλιου τροχιές;

Μες στο κελί σου
Ανάβεις θυμίαμα:
Ξόδεμα ψυχής

Λευκό γιασεμί
Στη μάντρα που ακουμπάς
Αρμούς μυραίνεις

Μες στους ποταμούς
Ξεπλένεις τα δάκρυα
Θάλασσα πικρή


Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Σκισμένο χαρτί

Αποτέλεσμα εικόνας για σκισμένο χαρτί

Μ' ένα απλό χαρτί κάποτε
Σαν κι αυτό που τα παιδιά χαρταετούς φτιάχνουν
Έχτιζες κόσμους διάφανους
Πόλεις περίλαμπρες
Με γελαστά πρόσωπα
Και επάλξεις πολλές
Από εκεί
Να αντικρίζεις τα σύννεφα
Ν' ακουμπάς στα γόνατα τους
Μαζί τους να φεύγεις στα ψηλά
Μ΄ένα χαρτί μόνο
Με μέθοδο τέλεια
Άπλωνες θάλασσες
Τρικάταρτους στόλους
Μυθικές αγάπες
Στολίδια της καρδιάς
Μ' ένα χαρτί μόνο
Επιχειρούσες
Την είσοδο σου
Στα φυλάκια της ψυχής
Να κουρνιάσεις εκεί όπως μικρό πουλί λαβωμένο

Μ' ένα χαρτί κάποτε
Έφτιαχνες δρόμους φαρδιούς
Να ξεκινάς το ταξίδι
Για τα δροσερά προάστια
Που μάγοι και μούσες τα κατοικούν
Μ' ένα χαρτί μόνο
Φοινικιές έβαζες
Στων κήπων τις πλευρές
Δίπλα στα συντριβάνια
Ίσκιους παχιούς έφερνες
Να ξεκουράζονται
Τα παιδιά μετά το παιχνίδι
Να μιλούν χωρίς ντροπή
Με τα γυμνά αγάλματα
Συμφωνίες να κλείνουν μαζί τους
Μυστικές
Μ' ένα χαρτί μόνο
Διαφέντευες
Τις θάλασσες και τα πλεούμενα
Πέταγες το ψαθάκι ψηλά
Απ' το βράχο της πατρίδας
Κι αυτό χάνονταν πέρα από της Παναγίας τα περιβόλια

Τώρα
Που τα κεριά πλήθυναν
Κι ευχητήριες κάρτες
Δεν έχουν πια παραλήπτη
Τώρα
Που τα παιδιά δεν φορούν
Πολύχρωμες γιρλάντες
Και καπελίνα τρελά
Κανένα χαρτί δεν σε βγάζει
Όπως παλιά
Στου ποιήματος την κόψη
Να ποθήσεις σαν τρελός
Μια γυροβολιά στου θανάτου το γιατάκι
Κανένα χαρτί δεν σε πάει
Στων ανέμων τα στιβαρά χέρια
Να αγαπήσεις τα θαύματα
Βουβός και μόνος έμεινες
Να ξεδιπλώνεις
Τσαλακωμένες σημαίες
Δρόμος χωρίς τα άγουρα φιλιά των εφήβων

Μ' ένα εισιτήριο στη τσέπη
Σκισμένο από χέρι αγαπημένο
Μ' ένα χαρτί σκισμένο
Με υπογραφές και βούλες επίσημες
Κινείσαι άβολα στις παρυφές του χρόνου
Ξεκούρδιστη κιθάρα
Σε χέρια πληγωμένα από της μοναξιάς το κεντρί
Το μόνο που σου μένει λοιπόν
Χωρίς άλλο
Είναι να αποφασίσεις
Να ξαναβρείς το βηματισμό σου
Εκείνον που θα σε φέρει
Στα μυθικά οροπέδια
Δίπλα στα πεύκα να ενώσεις
Την αλυσίδα της ιστορίας
Την αλυσίδα που σπασμένη τη θέλησαν οι επιλήσμονες


Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

χαϊκού διαφαινόμενης έκπληξης



Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθάνει

Ματσούο Μπασό

Καυτή άσφαλτος
Αδέσποτα τραγούδια
Φρενάρουν πάνω

Στα σκαλοπάτια
Σειρές με βασιλικά:
Του θέρους καμβάς

Τρέμουσα φλόγα
Της Ημισελήνου φως
Κάμπτει τα όκια

Πέφτει το δείλι
Μια πεταλούδα ψάχνει
Ψυχές στα νέφη

Σε δέντρο κυρτό
Χρυσά τα ροδάκινα
Μελώνουν στο φως

Μια μέδουσα ζει
Στης άγριας θύμησης
Τις μέσα τροχιές

Αν δεις στο σκότος
Φιγούρα αιθέρια
Προσκάλεσε την

Σε χορού δίπλες
Ανοιχτά τα μαντήλια
Διπλώνουν σφυγμούς

Λαξευτή πέτρα
Επάνω της κάθισε
Βαρύς ο σπίνος

Βρήκες τη φλέβα
Του δέντρου ανοιγμένη
Και της μίλησες

Μες στο πηγάδι
Αστράφτει κοιμισμένο
Πλοκάμι νερού

Στην καμινάδα
Φώλιασε ο χειμώνας
Αποδιωγμένος

Γυρνά στ' αμπέλια
Με ξέπλεκα τα μαλλιά
Της μέθης στίχος

Αν βρεις στο δρόμο
Σαντάλια ταιριασμένα
Στρίψε το κέρμα

Ο γαλαξίας
Βαμβακερά απλώνει
Σεντόνια υγρά

Κι αν έρθεις αργά
Θα έχω φυλαγμένο
Νωπό το φιλί

Κρυφτούλι παίζει
Ανάμεσα στις ροδιές
Άπιαστος στίχος

Μαδά τα ρόδα
Στα πόδια του Ιούνη
Σκληρά ο χρόνος

Ήρθε βρεγμένο
Του Απρίλη το άρμα
Στης γης το κορμί

Πως καμακώνει
Τον βράχο πεισμωμένα
Ουρά χταποδιού

Χρυσό ζωνάρι
Μου πέταξε ο ήλιος
Τη γη να μετρώ

Ρίξε τα χαρτιά
Της μοίρας μαγισσάκι
Ο Ρήγας κερνά

Ατιμασμένοι
Πως φύγαν οι άγγελοι
Απ' το πλευρό μας

Το πεπρωμένο
Έβαψε το ιστίο
Του μικρού ψαρά


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Κόρη θαλασσινή



Κατέβαινες στη θάλασσα
Με το μαντήλι ανάρριχτο στα μαλλιά
Με την φούστα τρυπημένη απ' τις λόγχες του ήλιου
Και απ' της ημισελήνου τις σκοτεινές πόρπες
Σε είπανε θαλασσογέννητη φυκιάδα
Ερωμένη της τρικυμίας και του γρέγου
Κορίτσι εσύ που απίστησες της γης
Και στα υγρά πελάγη ανακάλυψες
Την μεγάλη γραφή του πρώτου έρωτα
Μέσα σ' ένα κοχύλι που εμπιστευτικά τα μυστικά σου φανέρωσε

Κόρη των κοραλλιών
Βασανιστικά με χέρια υγρής επιθυμίας
Σε ψηλάφιζα στα όνειρά μου
Υπόσταση έδινα στο απροσδιόριστο
Στο κάλλος σου μύστης γονάτιζα
Κι ιεροφάντης σε οδηγούσα στους ναούς των ακρωτηρίων
Χοϊκά να βαφτιστείς
Αρκεί που σ' έβλεπα
Αρκεί που σε άγγιζα
Αρκεί που εισχωρούσα στους βυθούς της ουτοπίας σου

Μικρή θαλασσινή
Με τον μαΐστρο σύντροφο κι αγαπητικό
Με τα λόγια του κύματος θα σε γνωρίσω
Με των βράχων την καρτερία θα σε προσμένω
Με των γλάρων τα φτερά
Θα επιχειρήσω το ταξίδι μου στα ύφαλα σου
Κι αν είναι να σε απαντήσω
Κι αν είναι να σε προσπεράσω
Κι αν είναι να αποξεχαστώ στον δρόμο
Θα είναι για μια και μόνο στιγμή
Ως να γυρίσω το κέρμα στην παλάμη

Ματόχαντρες θα φτιάχνω
Να εμπεριέχουν την ουσία σου
Ναυαγός θα γίνω να προσεγγίζω τους ιστούς σου
Και καπετάνιος με πλήρωμα αξιόμαχο θα γίνω
Να εκστρατεύω στις ακτές σου
Γιατί η αγάπη μου σπάει τους κώδικες των οριζόντων
Μηδενίζει τις αποστάσεις
Κηλιδώνει τη φούστα σου με το αίμα της ηδονής
Θυσιάζεται για ένα μόνο σου φιλί
Κι ας είναι να το πάρω από τη σφοδρή παλίρροια των χειλιών σου
Των χειλιών που ποτέ δεν χάρηκα ως τώρα

Κόρη της στιλπνής γυαλάδας των μαρμάρων
Άγκυρα ρίξε στην καρδιά μου
Ξέφυγε απ' τα απαλά σκοτάδια του των σπηλιών
Κι έλα να πλεύσουμε στη χώρα του έρωτα
Με μόνο μέσο μια σανίδα σαρακοφαγωμένη!

Έλαβε μέρος στο 8ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου είδαμε πολλές αξιόλογες συμμετοχές και την ποίηση
πανηγυρικά να κρατά το χορό της αέναης δημιουργίας


Τη θάλασσα πετροβολούσα



Τα πέτρινα σκαλοπάτια
Σ' έβγαζαν στη θάλασσα
Σκληροί βράχοι γούβες αλατιού
Σανίδες φαγωμένες
Φέτες - φέτες το φεγγάρι βυθισμένο στα ρηχά
Όπως ο χάρτινος ανεμόμυλος
Του παιδιού με τ' αμίλητο βλέμμα
Στα στεκάμενα νερά της αυλής
Μαβής ορίζοντας
Παλιά σκαριά παροπλισμένα απ' την σκουριά
Και τη σαΐτα του χρόνου
Εικόνες θλίψης σε τύλιγαν
Αντιστεκόσουν
Χτυπούσες με σαγήνη τα χέρια
Έψαχνες τις κρυφές διαδρομές των τρυγητάδων
Για την απλωσιά τραβούσες
Φύραινε η αρμύρα τα ασβεστωμένα σπίτια
Απόσταινες λίγο μέστωνες
Τα σκαλοπάτια της θύμησης
Σ' έβγαζαν στους κίτρινους δρόμους ενός άγουρου θέρους

Τα φιδωτά μονοπάτια
Σ' έφερναν στα καρνάγια
Ιδρωμένοι εργάτες
Ήχοι μονότονοι του σφυριού
Χρώματα έντονα να επιπλέουν διαλυμένα στο γαλάζιο
Όπως οι θολωμένοι πίνακες του Gordeev
Έψαχνες ιστίο εύκαιρο
Ταξίδια ονειρευόσουν
Ένα γλάρο για συντροφιά ζητούσες
Ένα σφύριγμα μπουρούς μια όρθια πλώρη
Για μπάρκα μιλούσες
Διογκώνονταν οι ρίζες στα πέλματα
Ρίζωνες στο χώμα γύρευες ουρανό
Τα μονοπάτια της ζωής
Σε γυρνούσαν πίσω
Τότε που παιδί μικρό πετροβολούσες της θάλασσας την μαγγανεία

Οι ελεύθεροι δρόμοι
Σε πήγαιναν σε πλωτές πολιτείες
Γυμνές γοργόνες
Ναυαγοί με χαραγμένα πρόσωπα
Παζάρια της σάρκας ίσκιοι διάτρητοι
Κι ένας ήλιος παντοκράτορας
Να σε φέρνει στα σκαλοπάτια του
Δυσθεώρητα ύψη φοβόσουν
Ξέφευγες με τα γόνατα πληγωμένα
Κρατιόσουν από ρίζες από σφεντάμια από αγάλματα
Από τη φούστα της καλής σου
Γύρευες ένα πλοίο με πολλά φινιστρίνια
Ένα ψαθάκι με άρωμα απ' τη γη
Κάποιον φίλο να σε γνοιαστεί
Λαχταρούσες το φιλί της μητέρας
Οι δρόμοι της αγρύπνιας
Σε πήγαιναν στους κρύους διαδρόμους της λήθης
Σε μια νησίδα απομακρυσμένη και στου πατέρα το πικρό φευγιό

Έλαβε μέρος στο 8ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου είδαμε πολλές αξιόλογες συμμετοχές και την ποίηση
πανηγυρικά να κρατά το χορό της αέναης δημιουργίας





Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

ολιγόλεκτα




Στην καρδιά του λουλουδιού
    θα αφήσω μιαν ανάσα...
Κι όταν πας να το μυρίσεις
    ολόδική σου θα γίνω.

*
Στους λεπτούς στήμονες απόθεσα
    τις πιο ακριβές μου λέξεις
λεπτοδουλεμένες στο εργαστήριο
            της ψυχής
    Κι ήταν τόσο μαγικές:
"Ομορφιά σε προσμένω"


Έλαβαν μέρος στο δρώμενο "Ολιγόλεκτα"  της Μαρίας Ν
στη σελίδας που διαθέτει: "Μια ματιά στον ήλιο με τα γιορτινά"
όπου όλες οι συμμετοχές διακρίνονταν από μια λυρική πλούσια
κι ευφάνταστη λακωνικότητα!

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

χαϊκού προσέγγισης

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού αντιδιαστολής

Έτσι θ' ανθίζουν
κι οι κερασιές στην άλλη
όχθη της ζωής.

KOBAYASHI ISSA

Τα παιδιά κρύβουν
Το μύρο της ύπαρξης
Στα παραμύθια

Το καλοκαίρια
Θυσιάζονται πάντα
Στο φευγαλέο

Σκυλιά αλυχτούν
Στο καλάθι ο γάτος
Νύχια οπλίζει

Αγάπα τη γη
Το χώμα έχει μνήμη
Προσκύνησέ την

Ακολούθησες
Τον δρόμο του τζίτζικα
Κι ας ήταν βραχύς

Σαν τι να είναι
Ένας λεπτός στήμονας
Χωρίς ανθήρες;

Σε βουνού πλαγιά
Μ' ένα ερημοπούλι
Κύκλους διαγράφω

Πέφτει το φύλλο
Στο κάτοπτρο της λίμνης
Κι ο βυθός τρίζει

Σαν πουκάμισα
Ανοιχτά στον άνεμο
Τ' άσπρα κύματα

Ομίχλη πλέκεις
Μυθικά γαιϊτανάκια
Ασχήμια σαν δεις

Σαν δύεις σκορπάς
Τα χρώματά σου όλα
Ξόμπλι τ' ουρανού

Κόκκινο χνάρι
Σημάδεψε στο χιόνι
Όπλο κυνηγού

Ακριβά πουλά
Τις τρίλιες το αηδόνι
Στη φλύαρη γη

Ακροβατώντας
Σε αόρατο νήμα
Η λήθη χτυπά

Στα κρύα νερά
Του γηραιού ποταμού
Ξεροί οι κορμοί...

Μελισσοδείκτης
Στην πόρτα της καλύβας
Καλεί σε δείπνο

Στο προσκεφάλι
Σε φακελάκι άδειο
Έκρυψα φιλιά

Μια παπαρούνα
Στο στέμμα του όρους
Φωτίζει το γκρι

Λάμπει στη νύχτα
Ο λύχνος της σελήνης
Σαν κλέφτης γυμνός

Πυγολαμπίδες
Στην άκρη της πεζούλας:
Γιορντάνι λευκό

Στη πόρτα μπροστά
Άφησε η σελήνη
Χρυσό κλειδάκι

Στους Βραχόκηπους
Ανάμεσα στα ρείκια
Γιορτή μελισσών

Ξυπνούν τα κλώνια
Ένα πουλί τεντώνει
Τις φτερούγες του

Μια συναυλία
Πνευστών σείει τη λίμνη
Σαν 'ρθει το σκότος



Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

Εις τόπον άλλον να σε κερδίζω

Αποτέλεσμα εικόνας για ποδήλατο, , ακροκέραμο, χάραμα,

Αιθέρια είσαι κι ονειρική
Εναγώνια παντού να σε ζητώ
Κι εσύ να μου ξεφεύγεις σιγογελώντας
Συμπαντική μου ουσία άπιαστη
Σαν λόγος πρωτόλειος να βγαίνεις
Μέσα από χρυσόδετους τόμους
Να αδυνατώ να σε διαβάσω
Να αδυνατώ να σε αποκρυπτογραφήσω
Με άδειους οφθαλμούς θολωμένους
Εικόνα μου να σε χρήζω
Ασχημάτιστη κι υγρή σαν το ρετσίνι
Να πασχίζω να σε οδηγήσω
Στο τριανταφυλλί των ποιημάτων ποδήλατο 
Για μια βόλτα
Στους κήπους με τις λεύκες και τ' αγάλματα

Σε παίρνουν τα σφυρίγματα των τρένων
Τις κρύες νύχτες στον έρημο σταθμό
Σε χαίρονται σπάνια λεπιδόπτερα
Σε καλούν οι λέμβοι με μόνο διαβατήριο
Την ομορφιά σου, τον πόθο σου για φυγή
Κι εγώ άχαρος περιπατητής του δρόμου σου
Της πατρίδας σου ταπεινό χάνι κι αρχονταρίκι
Ένας ποταμός που αλλάζει διαρκώς κοίτη
Νύμφη και βαρκάρισσα εσύ να με τραβήξεις ποθώ
Στα κρυστάλλινα του κόσμου σου μονοπάτια

Ψυχή θα 'δινα, κυρά να είσαι των άνθεων
Στάλα-στάλα να στραγγίζω κάθε χάραμα 
Τους χυμούς σου όλους
Σε μποτίλιες θαλάσσης να σε κλείνω
Σε μαντήλια ώχρας να σε φυλάω
Και σε κανίστρια νυφικά λεπτοπλεγμένα
Δαντέλα ακριβή να σε ακουμπώ
Ευωδιά μου εσύ: φύλλο της λεβάντας
Στολίδι μου εσύ: μαρμάρινο ακροκέραμο 
Όνειρο μου έγνοια μου κι ακολασία
Σκαλί - σκαλί θα σ' ανεβώ να τσακίσω όλα
Τ' αλάβαστρα βάζα που σε περιστοιχίζουν με λαγνεία

Γιατί χωρίς ανάσα εις τόπον άλλον μ' οδηγείς
Και κέρμα δεν έχω
Να εκπληρώσω το αίτημα σου
Έτσι στο σκούρο ρεύμα περιστρέφομαι
Άρπαγας μπρος στις όχθες σου να σε κερδίζω

Έλαβε μέρος στο δρώμενο της me(maria) "Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συναντήσαμε πολλές υπέροχες φωνές και μια άριστη διοργάνωση!



Λευκά μονοπάτια



Βραδιά αφέγγαρη να περιδιαβαίνεις
Στους χρυσούς οπωρώνες
Χωρίς έγνοια καμία
Ενορχηστρωτής της ομορφιάς
Να μαζεύεις αστέρια κρουστά
Απ' τους χαμηλούς κλώνους
Κι η καρδιά να πάλεται
Μέσα στο υπερθέαμα της ευγονίας
Λεπτοί κάλυκες να σε παρασέρνουν
Σε αγρούς κίτρινους που από παιδί κρυφά φύλαξες
Σαν ζωγραφιά κυματιστή στο αίμα της καρδιάς

Στη σκόνη να λικνίζεσαι
Του αφράτου γαλαξία
Σαν να είσαι χριστόψαρο
Ή αετόπουλο που φωλιά δεν στήνει
Από ακαταδεξιά στα ριζά
Παρά στα λευκά μονοπάτια των βουνών μονάζει
Να ξαστοχάς στο μέτρημα της χαράς
Και ν' αρχίζεις πάλι
Σαν να ήσουν καταρράκτης
Που δεν κουράζεται τον βράχο να υγραίνει
Γραφές μιας νύχτας ανέσπερης να ημερεύεις
Στην αχτίνα του ποδηλάτου να τις περνάς
Κρότο να κάνουν να ξυπνήσει της λήθης το κρασί
Με μαχαίρι χρυσό να οπλίζεσαι
Στων πόθων τη σχισμή να αφήνεσαι χωρίς να πονάς
Ελεύθερος να βιάζεσαι
Στην πυρά της ηδονής μπροστά να σταθείς
Κι ολόγυμνος σαν βρέφος που βυζαίνει τον αντίχειρα
Να προσκαλείς Τον Θεό να σε μυήσει στις νέες γραφές

Μέσα σε κάμαρα ερωτική να αναπνέεις φιλιά
Χρόνων περασμένων
Υπακούοντας στων λημμάτων τους κρυφούς κωδικούς
Χαράματα να εξηγείς τους χρησμούς των πουλιών 
Με γνώση και ραθυμία σαν τον μάντη με τη μακριά γενειάδα
Που δάσκαλος σου υπήρξε σοφός
Στα ακροκέραμα των σύννεφων
Να προσφέρεις θυμίαμα και σιταρόσπορους
Εσύ ο αρνητής της μοίρας και της λησμονιάς
Ο πρώτος άνθρωπος που τραπέζι έστρωσε
Στους νεκρούς του εξευμενίζοντας την βαριά άλυσο
Να τάσσεσαι ολοκληρωτικά με τη ζωή
Σαν να σου δίνεται για μια ώρα περίπου


Έλαβε μέρος στο δρώμενο της me(maria) "Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συναντήσαμε πολλές υπέροχες φωνές και μια άριστη διοργάνωση!

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

χαϊκού αντίστιξης



Ψάρι ξεφεύγει
Απ' τα δίχτυα του ψαρά
Σε λάδι νερό

Γρύλος στη στέγη
Στρογγυλεύει τις νότες
Πριν πέσουν στη γη

Πέφτει το χιόνι
Απαλό στις παρυφές:
Χνούδι στα χείλη

Χελιδονάκι
Σκουριάζουν τα μέταλλα
Αντίο σαν λες

Με αρμονία
Πως ταίριαξε ο πλάστης
Τη χαρμολύπη

Πήρες το γράμμα
Του νεκρού πατέρα σου
Πριν την ταφή του

Μια συμφωνία
Στην ορχήστρα των άστρων
Τη  χλόη σείει

Ρίξε τα χαρτιά
Τσιγγάνα στο τραπέζι
Η τύχη κερνά

Σφύριγμα τραίνου
Σκορπά στα ουράνια
Σμήνη πουλιών

Απέξω ξέρω
Των στίχων τις ανάσες
Ζωή να γροικώ

Χρυσοπράσινη
Μέρα, μια βασίλισσα
Το στέμμα χάνει

Ανέμου νησί
Μάζεψε τα πανιά σου
Θα πιάσει καιρός

Τα πορτοκάλια:
Χρυσές σφαίρες του ήλιου
Το αίμα καλούν

Το βέλος πέφτει
Πάνω στην παιώνια
Κι ευθύς τσακίζει

Πως σκοτώθηκε
Προτού ακόμα να ρθει
Το καλοκαίρι

Η νύχτα φορά
Τις πιο ακριβές νότες
Των αρωμάτων

Πάνω στη φτέρη
Ο λαγός ακούμπησε
Το μυστικό του

Στην υγρασία
Έβγαλαν ρίζες κι αυτά
Τα μάρμαρα

Μια σκνίπα ήταν
Και όχι ένας σκορπιός
Που σε τσίμπησε

Πέτα τη μπάλα
Στο καλάθι των άστρων
Μικρέ μπάμπουρα

Σκιρτώ μπροστά σου
Σελήνη του Αυγούστου
Για δύο φορές

Απ το φεγγάρι
Έκλεψαν τα μάτια σου
Ασημοκλωστές

Σαν πιάσει βροχή
Σκορπίζουν τ' αδιάβροχα
Πετράδια στη γη

Γυρνούν στους σταθμούς
Ξεκούρδιστοι οι κούκοι
Την ώρα να δουν

Σου πήρε χρόνια
Να γράψεις πρελούδια
Της όχθης πουλί

Παραμερίζουν
Σαν περνούν τα ελάφια
Γοργά οι ρίζες

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

χαϊκού πολλαπλής όψης

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού απο λησμονημένα
Μην το ξεχνάς:
βαδίζουμε στην κόλαση
κοιτάζοντας λουλούδια.

Ματσούο Μπασό 

Δάκρυ κοιμάται
Στης κερήθρας την κούπα
Φιλί να γενεί

*
Ανέβα ψηλά
Στις πίστες των σύννεφων
Κομπάκι χαράς

*
Με πρύμο καιρό
Μια σκούνα ταξιδεύει
Του χάρου δασμός

*
Στα ύψη πήγα
Με σένα οδηγό μου
Αστέρι χλωμό

*
Θωρείς παλάτια
Στις σπηλιές του πελάγου
Ναϊσκους ταπεινούς

*
Φέγγεις στην νύχτα
Χιμαιρική σελήνη
Με λυτά μαλλιά

*
Θάμνους στολίζεις
Τις κορφάδες κλαδεύεις
Ομίχλη θαμπή

*
Περιστερώνας:
Στους λίθινους φεγγίτες
Γραφές συναντάς

*
Πως επιστρέφουν
Σαν το θρόισμα της λεύκας
Οι αναμνήσεις

*
Ζητάς τη δροσιά
Στο κάμα του Ιούνη
Μαντήλι λεπτό

*
Σαν φύγεις πρωί
Πότισε το λουλούδι
Δροσοσταλίδα

*
Σκορπιούνται βουνά
Σε κάτοπτρα σπασμένα
Πως να τα σμίξεις;

*
Σάλπιγγες ηχούν
Δονώντας των σύννεφων
Τα μαύρα πλήκτρα

*
Καμπάνα χτυπά
Σε λοφίσκους μακρινούς
Κι ενώνει ζωές

*
Βαθιά στο νερό
Φοβισμένο σου γνέφει
Του κύκνου φτερό

*
Λάθεψες πουλί
Κι έστησες τη φωλιά σου
Σε κοίτη στεγνή

*
Στ' αγριόχορτα
Η πίκρα απόστασε
Κι έβγαλε ρίζα

*
Μοσχομυρίζεις
Κρίνο της Παναγίας
Αθώα χαρά

*
Μες στο καντήλι
Μια μέλισσα έσταξε
Θυμαριού μύρο

*
Το θέρος θρηνεί
Στις φλέβες της κοιλάδας
Μια λάθος στιγμή

*
 Άσπρο γιασεμί
Λεκιάστηκες σήμερα
Με δάκρυ φυγής

*
Κουλουριάστηκαν
Στις διχάλες των δέντρων
Μαίανδροι νεφών

*
Βαθιές χαράδρες
Στα πλάγια στεριώνετε
Δρυμούς δροσερούς


Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

χαϊκού αιθέριας στιγμής



Φιλάρεσκα τριφύλλια 
τεντωμένα χάμω: 
κακότροπα κι ωραία. 
Ματσούο Μπασό 

*
Στο χέρι κρατάς
Της όστριας το χνούδι
Και στήνεις φωλιές

*
Σαν πουλήθηκε
Το παλαιικό σπίτι
Οι τοίχοι γείραν

*
Αράχνη μικρή
Σε φωτεινό φεγγίτη
Υφαίνει σκιές

*
Τρυπά η ρίζα
Μια κόρη μαρμάρινη
Και τ' άνθη θρηνούν

*
Στη λίμνη ξεσπά
Του χαλαζιού το μένος
Κι εικόνες σβήνουν

*
Πάνω στα βουνά
Των νεφών τα στεφάνια
Τσέρκια παιδικά

*
Ηχούν οι σφαίρες
Στης καρδιάς το πεδίο
Κι η στάθμη σπάει

*
Στα μάτια υγρή
Του πόθου η κηλίδα
Της σάρκας γνέφει

*
Στην ευτυχία
Πως στέκεις ακύμαντο
Πελάγου γυαλί

*
Πως στραφταλίζει
Επάνω στα άλμπουρα
Λευκό το πρωί

*
Στη ζώνη κρατάς
Δίπλα στα φυσεκλίκια
Αγάπης φιλί

*
Βραδιάζει αργά
Στης άνοιξης το πέτο
Ξεφτά μια κλωστή

*
Σκορπάς αχτίνες
Γι αυτό σ' ονομάτισαν:
Ηλιογέννητη

*
Στον πόντο βαθιά
Θαμμένα στους αιώνες
Αρμύρας οστά

*
Απόψε αργεί
Να λάμψει η σελήνη
Βιάσου να φύγεις

*
Άγγελος τρέχει
Στα λευκά καλντερίμια
Με ήλιου τόξο

*
Στην πέτρα κλειστή
Της πατρίδας η βίβλος
Διττός στεναγμός

*
Σαν έβρεξε χτες
Ανέβηκαν απ τη γη
Δειλά τα φιλιά

*
Σκόρπιζε ήχους
Η άμαξα στον δρόμο
Κι άλλαζε ο πλους

*
Μου 'δωσες πλούτη
Πεταλουδίτσα ισχνή:
Χρυσά κουκούλια

*
Αν έρθεις ξανά
Θα βρεις το σώμα γυμνό
Απ' τους κεραυνούς

*
Μαλακή άμμος
Σκληρά προετοιμάζει
Λευκά κρινάκια


Σάββατο 30 Μαΐου 2015

χαϊκού σιωπηλής κραυγής

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού υποθετικής δράσης

Φοράς τον ήλιο
Γι αυτό μην στολίζεσαι
Λευκό γιασεμί

*
Σαν την σελήνη
Που αθόρυβα περνά
Μοιάζεις Θεέ μου

*
Κυκλάμινο μου
Η μπέρτα που έβαλες
Βάφει τον βράχο

*
Πάνω στο δέντρο
Ασημένιο σκαλώνει
Μάτι παγονιού

*
Υγρή κάμαρα
Ηδονής χάρτες κλέβεις
Απ' το δειλινό

*
Στα χέρια φυλάς
Δίπλα στα δακτυλίδια
Κερασιάς ανθούς

*
Ολόγυρα τριγμοί.
Αστερισμοί διασχίζουν
Βαθιά το νερό

*
Ήπιες τον ήλιο
Και στο ημίφως λάμπεις
Χάντρα της τίγρις

*
Σκάλισες πάνω
Σε κίονα δωρικό
Μικρά χαϊκού

*
Σπονδή ξεκινά.
Στην πλώρη την άγκυρα
Φέρνει το κύμα

*
Μικρό πέλαγος
Πόσα σου 'δωσε νησιά
Η λάβα της γης

*
Χορεύεις γυμνή
Στου καραβιού τα ξάρτια
Γοργόνα θνητή

*
Σαν χλιμιντρίζει
Το άλογο στον κάμπο
Οι σφαίρες ριγούν

*
Αιώνια τρέχεις
Ρυτιδώνοντας τη γη
Ποταμού νερό

*
Φαιό αμπέλι
Στους τροχούς του χειμώνα
Αλέθεις χυμούς

*
Σβέλτο ελάφι
Περνά από κοντά σου
Πάρε το σφρίγος

*
Μην απορήσεις
Αν μαραθεί το φύλλο
Πρώτο στο δέντρο

*
Ξέσπασε μπόρα
Στου βοριά το καλύβι
Ο σπόρος τρίζει

*
Ανέβα ψηλά
Στων νεφών τις σημαίες
Μ' ένδοξους στίχους

*
Τριαντάφυλλο
Κι αν μ' αγκυλώνεις, εγώ
Σε ξεφυλλίζω

*
Σαν αρμενίζεις
Καραβάκι του γιαλού
Γλάροι σε φρουρούν

*
Μόνο ένα χάδι
Φτάνει για να ανοίξει
Βυθούς σκοτεινούς

*
Σ' έρημο σπίτι
Περνά την χαραμάδα
Απρόσκλητο φως

*
Σαν ανταμώσει
Την άμμο ο κοχλίας
Στ' άσπρα πλουτίζει

*
Μεθάς σε γιορτή
Σπουργίτι που ξέχασες
Ξάφνου τις τρίλιες

*
Χιονοπέδιλα
Στην χιονισμένη κορφή
Φορά ο ήλιος

*
Χτυπάς το ντέφι
Τσιγγάνα που έμαθες
Πίκρες να δένεις

*
Ο ήλιος τρέχει
Στη χιονισμένη πλαγιά
Σε δυο ρυάκια

*
Για λίγο περνούν
Τα αστέρια στις στάχτες
Κι ανάβουν φωτιές

*
Σεπτό στασίδι
Η αμαρτία ήρθε
Να σ' εξυψώσει


Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Τόπος λατρείας

Αποτέλεσμα εικόνας για μένω εδώ

Μένω εδώ
Εγώ η απόλυτη ταξιδιώτισσα
Απάγκιο βρίσκω
Πλάι σε διαβρωμένους βράχους
Ντυμένους με τα νεύρα των κισσών
Εδώ το ησυχαστήριο μου
Εδώ κι η κραυγή μου που σε ανταμώνει

Απλησίαστη μην με πεις
Κι ούτε απόκοσμη να με ονομάσεις
Βγήκα στον κόσμο με τα σαντάλια τριμμένα
Τα ρούχα παλαιικά και την ψυχή κλειδωμένη
Σαν ξίφος που ξαπόστασε στην πληγή του κόσμου
Και στο θηκάρι ξαναμπήκε
Δρόμους ν' ανοίγω προς της καρδιάς το φυλάκιο

Μένω εδώ
Χωρίς ούτε μια επιθυμία
Κι αν λαχταρώ κι αν ποθώ
Η ζωή με πλήρωσε με το έλασσον
Χειροδίκησα μαζί της
Λογομάχησα με λέξεις βαριές
Νίκησα και μου δόθηκε στέφανος ήττας
Δεν ψάχνω αίτια κι ούτε η εκδίκηση μ' οδηγεί
Μόνη ακολουθώ τα αρχαία χνάρια
Που θα με φέρουν πιο κοντά στην περίμετρο του κύκλου

Δυστυχής δεν υπήρξα
Διαφύλαξα σαν θησαυρό μια πράσινη φωλιά
Ζεστή γήινη άπαρτη να με στεγάζει
Μάλιστα ήμουν προετοιμασμένη καλά
Να γευτώ εξ ολοκλήρου το θαύμα της φυγής
Χωρίς συνταξιδιώτες με δερμάτινα καπέλα και στεγνά χείλη

Κι αν με ρωτήσεις αν είμαι γαλήνια
Ένα θα πω:
Πως σε εσένα επιστρέφω
Επιχειρώντας καθημερινά
Να διαβάσω την απεραντοσύνη
Του βλέμματός σου
Των ματιών σου τον ίσκιο να εξηγήσω
Που συνεχώς με παραπλανά
Με χιλιάδες νέες προεκτάσεις
Μπρος στη λέμβο στέκομαι προετοιμασμένη
Με αντάλλαγμα ένα και μόνο
Του κορμιού μου την πρώιμη θυσία
Δυνατά όπως παλιά να με θέλεις

Εγώ η απόλυτη ταξιδιώτισσα επιστρέφω!



Σάββατο 23 Μαΐου 2015

χαϊκού μικρής πορείας

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού μιας υφής

Φιλιά στον κήπο
Κότσυφας αποθέτει.
Απόχες κεντώ

*
Μόνο σεργιανά
Σε σώματα αγάπης
Χνουδάκι κλέφτης

*
Στραγγίζει χυμούς
Κίτρινη πεταλούδα
Κι αίφνης σκορπά

*
Αχνοχαράζει.
Στο δάσος τρελός λαγός
Ροδαλός ξυπνά

*
Λουρί ο βοριάς
Μου έδεσε στο χέρι
Τρελά σε ζητώ

*
Ρυτίδες βαθιές
Σε ελιάς περιβόλι:
Αιώνες παθών

*
Καθόταν ψηλά
Σε κλώνους χρυσαφένιους
Σπουργίτι χλωμό

*
Ανέμου μπέρτα
Τυλίγει την θάλασσα
Σπάει ο βυθός

*
Άκου πως πέφτει
Βουερά ο χείμαρρος:
Πέτρες που κυλούν

*
Τρέχεις ελάφι
Σε αιμάτινο κάμπο
Χωρίς μια πληγή

*
Φεγγαριού ντέφι
Νυχτολούλουδα ξυπνά
Με νότες μέθης

*
Στη λίμνη περνά
Πυρπολώντας τα νερά
Φεγγαριού δίσκος

*
Στην αποβάθρα
Μοναχό περιστέρι
Κάβους ξηλώνει

*
Ταξιδιάρικο σκαρί
Μ' όρθια την  πλώρη
Πως να σε φτάσω;

*
Πράσινη στέκεις
Άγουρη καλαμποκιά:
Λοφίο της γης

*
Σκούρο φεγγάρι
Ανεβοκατεβαίνεις
Καραβιού σκάλες

*
Πλέκεις μακριά
Σε δασωμένα μέρη
Δίχτυα του κισσού

*
Πλήθη Πελαργών
Στεριώνουν στα σήμαντρα
Φτεράκια ζεστά

*
Άπαρτες πόρτες
Σε καστροπολιτείες
Ελαύνουν στο χτες

*
Έμεινες πάλι
Φεγγριστό μου τζιτζίκι
Χωρίς συνοδό

*
Χόρτο της άμμου
Την αρμύρα που ήπιες
Δως' την στο κύμα

*
Σκάλα που μοιάζεις
Με βραχόκηπο βυθού
Σε ανεβαίνω

*
Πουλί ξεκινά
Για μεγάλο ταξίδι
Συγχώρεσε το

*
Πάνω στο κουπί
Υγρή μια πεταλίδα:
Αφρού μενταγιόν

*
Κόβει το σύρμα
Στα δύο μια κορδέλα
Πλούτη να έχεις