Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

η μελαγχολία της ποίησης


Χτύπησες νευρικά το χέρι πάνω στο οβάλ τραπέζι προτάσσοντας την κραυγή σου
Περιπλεγμένος όπως πάντα στο πικρό δίχτυ των λυγμών της μέθεξης
Που τον αισθησιασμό της ματιάς σου ακούσια καταργούσε, χάλκευες με πείσμα τον αυλό
                                                                                                 του αράθυμου Φαύνου... 
Μαχόμενος πορευόσουν προς τη καταπόρφυρη γη του Έρωτα - τοξοβόλος Θεός!

Mόρφασε ξάφνου η μικρή Σίβυλλα σαρκαστικά στη παρουσία σου
Παλινωδώντας επιμελώς τη μανιέρα της σκέψης της
Πάνω στους πλάγιους συνειρμούς της αδιαίρετης αμαρτίας
Άγρυπνη στο ιερατείο της μελετούσε τις πτυχώσεις του μεταξωτού σου μανδύα

Στην εφτάχορδη σαμβύκη έκρουες ήχους εσπερινούς
Συρρικνώνονταν βιαστικά το απογευματινό σκηνικό του θερινού κήπου
Μπρος στην αχλή- ρυτίδα των χειλιών σου!
Για που χάραξες πορεία με το δοιάκι της παραδρομής αγκαλιά;

Αποσοβούσες αργά το φόβο και το τρόμο των ανήλικων ερωτιδέων
Σαν σκαπανεύς αληθινός των ωρών και των κρυφών επελάσεων της μνήμης που πονεί
Ανέστιος από καρδιά -νηπενθές φαράγγι χαοτικό- αποτραβιόσουν
Στην περιλαίμια καδένα της απόκοσμης μούσας!

Οι ποιητές των δρόμων ερωτεύονταν σιωπηλά και καρτερικά
Τα γραμμωμένα αγάλματα του Ερμή επιπλέοντα πάνω στη λίμνη
Διάσπαρτα με επιγραφές και στο έρεβος της θύελλας παραδωμένα
Κηλιδωμένα από μούσκλια και κρουστώδεις λειχήνες της δικής σου πένας

Αιμορραγώντας σύρθηκες στα βουερά πελάγη της Αμφιτρίτης
Στέλνοντας πυρσούς και πίδακες καπνού και τέφρας σε άγνωστα λιμάνια
Ένα μοιρολόι ακούγονταν από μακρυά- πέρα από το σύνορο του πρώτου κλαυθμού
Οι μικρές φώκιες σιγούσαν τρεμοπαίζοντας το αργυρό πέπλο της αρμύρας

Η ποίηση έλαμνε στα ρείθρα του φωτός και σαν αμίλητη θεραπαινίς ξαγρυπνούσε
Σκορπώντας μυροβόλους νάρδους στις θεοσκεπείς φοινικιές της απουσίας
Είχε ανοιχτούς τους κρατήρες της και τόξευε μικρά ζαρκάδια για να θηλάσει το αίμα τους
Η ποίηση αδιόρατη αδερφή αργά ακολουθούσε το φωτισμένο τετράγωνο του μηρού σου...

Στην εφτάχορδη σαμβύκη έκρουες ήχους εσπερινούς
Συρρικνώνονταν βιαστικά το απογευματινό σκηνικό του θερινού κήπου
Μπρος στην αχλή- ρυτίδα των χειλιών σου!
Για που χάραξες πορεία με το δοιάκι της παραδρομής αγκαλιά;

Μελαγχολώντας πορευόσουν προς τη καταπόρφυρη γη της Ποίησης- τοξοβόλος Θεός!

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Πυργόσπιτα ομίχλης (ύστερη απολογία )


Τι να σου προσάψω μάγιστρε χρόνε τώρα που κοιμήθηκαν οι εφιάλτες μου
Μέσα σε πυργόσπιτα ομίχλης με διπλά μανταλωμένες τις κάτω θύρες της ενοχής;
Διαβαίνουν οι μέρες μου βαριά σαν την ασθμαίνουσα ανάσα του ταύρου
Στη περιθωριακή υψικάμινο που διαθλάται κάθετα στον αγέρα της συνοικίας


Μια λαίλαπα αβυσσαλέα πυροκροτεί το έμβολο της ψυχής  μου
Ξεχνιέμαι σε επαρχιακά καφωδεία παρέα με τα ψαλιδισμένα φτερά μου
Πονώ και με άκρα μυστικότητα φυγαδεύω μικρές τουλίπες στο φως
Με ελικοειδή σχισμή διατέμνω τον άγουρο καρπό της δακρυσμένης Οφηλίας


Σείω τα βουνά όταν βοούν οι βράχοι από τον ασημένιο βραχίωνα του κύματος
Αλάτι και φως κουρσεύουν οι μικροί ηλιάτορες απ της γαίας τον ερυθρό περίβολο
Πουθενά δεν βρίσκουν αναπαμό οι χάλκινοι δισκοβόλοι του κερασφόρου θεού
Αδράχνω μικρές κουκκίδες κρυπτογραφημένης προσευχής σε ζωηφόρο παλάμη


Πληγιάστηκαν οι φτέρνες μου να αναζητούν την αλκή και τη λάμψη της θλιβερής παντιέρας
Στην ειμαρμένη σφραγίδα του νου δένω μεταξένια κλωστή για να δικάσω τους λιθοξόους
αγέρες
Καταδύομαι στα ωκεάνια πάθη της θείας πορφύρας και προϊστορικούς θησαυρούς ανασύρω
Μια μέγγενη κρατά τα πόδια μου σε στάση προμηθεϊκή και την πυρά πειθαναγκάζει στο σκότος!


Προσπέφτω στα πόδια του ουρανού ικέτης και με το χαράκι της ψυχής λοβοτομώ
την άδολη μνήμη των πουλιών
Κατεβαίνω τα χάρτινα σκαλοπάτια σαν κλέφτης και ασκούμαι στη ματωμένη γραμματική
του ξίφους
Συλλέγω ακατάπαυστα γλυκόηχους αυλούς και λινές κλωστές από της πεταλούδας το σάβανο
Και τελετουργικά φορώντας τα γάντια της πραότητας τα κοντσέρτα των λυγμών διευθύνω!

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Αγράμπελη (λόγος ερωτικός)



Στο σκοπευτήριο των ματιών σου
Κλειδώθηκε ολόκληρος ο αστρικός ιστός μου!
Διάπυροι δακτύλιοι  εκτινάσσουν φως στα μοιρογνωμόνια της λήθης
Διεσταλμένες κόρες ακοίμητες μες στα ενεργά ηφαίστεια της ζωής μου με εξετάζουν
Ματοτσίνορα νωπά σε αμφίκοιλη διάταξη με τον θείο πόθο μου μιλούν
Αγράμπελη των τραγουδιών λιμναίο πάρκο του Έρωτα
Της ωδής τίμια και αγαστή συνοδός
Αθώρητη ξεφεύγεις απ την οργή μου και λάμνεις στο εγκάρσιο πλάτος του Νοέμβρη
Στο περβόλι σου γέρνω αναρριχώμενος κισσός
Να περιπλέξω με μαεστρία το αποσιωπημένο σου αίνιγμα
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

Στη χαράδρα των χειλιών σου
Ανθούν τα σαρανταήμερα πάθη της φωνής μου!
Το σώμα μου υγρό λαμπαδιασμένο από τις απρόκλητες μνήμες
Αποζητά μόνο μια μικρή ψίχα καλαμποκίσιο άρτο - στου κλέους τη βραγιά συναγμένο
Χτυπώ στα χώματα σου νερό να βρω κι άγουρο δυόσμο
Γλιστρώ στα ύφαλα του τοξωτού πιγουνιού σου
Δαμάζοντας σπιθαμή τη σπιθαμή σαβάνες απάτητες -χάλκινες λεοντές
Μετέωρος ψηλαφίζω τα αφρικάνικα σου ειδώλια
Προσκυνητής ασυμβίβαστος του ανεξερεύνητου πυθμένα σου
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

Στους στρογγυλούς σου ώμους
Απάνεμους βρίσκουν όρμους Γότθοι πειρατές!
Αίμα! Αίμα! Αίμα! καθαγιασμένο από την τροπική βροχή
Θαλασσινή αντένα κατεβαίνει τη ραχοκοκαλιά σου και ξεμακραίνει
Σκιάζει με κάρβουνο αναμμένο την ηδονική καμάρα του πέλματος σου
Ναύτες νεοσύλλεκτοι και καπεταναίοι σε εκπορθούν αλαλάζοντας
Σεντούκια από αλάβαστρο αποθέτουν στο φωτεινό σου άντρο
Σκοτεινιά! Σκοτεινιά! Σκοτεινιά! μεγεθυμένο πηγάδι της μοίρας
Νεράιδες τώρα απασφαλίζουν το χαλκά που σε δάμασε
Ένα ουρλιαχτό κι ένας θρόος διαπεραστικός τίποτα άλλο
Σπάει μέσα μου διάτρητος ο ουρανός της ποίησης χωρίς φυλακτό
Κι εσύ αχνοφέγγεις στα δαντελωτά φιόρδ της ενοχής και του θυμού  
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

"Συλλέγω φθόγγους από τη μπάντα της μελαγχολικής σου κρήνης" 

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

οι άγιοι ναυαγοί


Στη Γλασκόβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά
Άνθρωπος σεμνός και ακριβοδίκαιος
Σαν τη χούφτα της μάνας στο κυριακάτικο τραπέζι
Έτσι αχνά τον θυμάμαι στην επιπόλαιη πια μνήμη μου
Ανάγερτο να βαδίζει δίπλα στον ποταμό Κλάιντ
Πιρόγα με φτενή τη πρύμνη-έρωτας ανεκπλήρωτος
Να γκρεμνίζεται στους υδάτινους φράχτες του χτες
Απροσδόκητα μοιραίος στο αλόγιστο βάραθρο της λήθης χαμένος
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά! 

Στη Γλασκόβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά
Σαν ξερή φλούδα λεμονιού τώρα το πρόσωπο του
Μιλούσε με πλατιά χείλη λόγια εγκιβωτισμένα στη πυρκαγιά
Κυματοθραύστης που δονείται από κύμα παλιρροϊκό
Το υπερβόρειο σώμα του ξέχειλο
Κυριαρχούσε στην ελαφριά ζάλη της μέντας
Φορούσε τουρμπάνι στα ψαρά μαλλιά του δίχρωμο βαρύ
Στέφανος κηλιδωμένος με αίμα καρχαρία
Να συντρέχει σαν υπάκουο πνεύμα το πανικόβλητο βλέμμα του
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά!

Στη Γλασκόβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά  
Φώναζε και λοιδορούσε για τα μάτια μιας μελαχρινής τσιγγάνας 
Από τα μέρη της Βοημίας που βαθύ του χάραξε τατουάζ στο στέρνο 
Και άδοξα τον εγκατέλειψε για μια χούφτα βρόμικα ευρώ 
Ξεμπάρκαρε μιαν αυγή δαχτυλίδι να της δώσει δαμασκηνό 
Εύθυμα σφυρίζοντας σκοπούς ανδαλουσιανούς της αγάπης... 
Ξενίστηκε ο νους κι έγειρε τριγύρω στη πλάκα του φεγγαριού
Ξενύχτης ναυαγός στο ρύγχος της λησμονιάς ισορροπούσε 
Βούιζε το πλήθος στα σοκάκια σαν άκακο μελίσσι μουδιασμένο 
Καταγώγια που μύριζαν ψαρόκολλα τον ακολουθούσαν    
Σκερτσόζικα μάτια ποτισμένα στο αψέντι και στο υγρό κριθάρι
Καθρέφτιζαν τα φιλιά της ασετιλίνης που δεν έδωσε  
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά!

"Περίμενε μια στιγμή να σφαλίσω την κλειδαρότρυπα του ουρανού  
Άγιοι ναυαγοί διαβαίνουν τις κάτω πύλες των ψυχών"

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Τα βιβλία των παθών

                               
Τα βιβλία των παθών κρύβουν στις σελίδες τους
Το λυγμό των εξαχνωμένων λέξεων
Λέξεις που λάγνοι εραστές προφέρουν σιωπηλά
Όταν κολυμπούν στο μαρσιποφόρο ψέμα τους
Επίδοξα ευτυχισμένοι
Πραγματευτές και πλάνητες της Ανατολής
Εξαγοράζουν απόκρυφα λόγια
Στα νησιά με τη σκαμμένη ελαφρόπετρα
-Βραδινά εγκόλπια στης αγάπης το κρεματόριο-
Φυσιοδίφες και εξορκιστές σεληνιακών πηγαδιών
Προσηλυτίζουν με αυτοθυσία τάγματα ποιμένων
Μπροστά σε τετράεδρους οβελίσκους λατρείας
Πορθητές του λωτού και του νάρδου
Ιερουργούν στο οικητήριο του μνήματος
Τους ολοφυρμούς του σκοτωμένου ποιητή
Λίθινα κλωνάρια του κοιμητηρίου βοούν
Κατεστραμμένα από την άμπωτη της τσιγγάνικης νύχτας

 "Φιλί σκληρότητας περικλείει την ανήλικη αμαζόνα 
Αραχνοΰφαντη ερωτική αισθήτα σε μαστιγώνει με την ηδύτητα της" 

Τα βιβλία των παθών κρύβουν στις σελίδες τους
Το λυγμό των εξαχνωμένων λέξεων
Λέξεις και σπινθήρες με την έκσταση του ασκητή
Που πιστά σκηνογραφεί πάνω σε σατινένιους ίσκιους
Τις πληγές του Βέρθερου
Έρωτες πλανόδιοι με τη σφραγίδα του αιώνιου εγκλεισμού
Φυλάσσουν παραδείσια όστρακα στα χιονισμένα αμπάρια τους
Ινδάλματα ελληνικά
Σκαλοπάτια του Σίσυφου
Θρύλοι απ τα μαλλιά του Αβεσσαλώμ

"Φιλί σκληρότητας περικλείει την ανήλικη αμαζόνα 
Αραχνοΰφαντη ερωτική αισθήτα σε μαστιγώνει με την ηδύτητα της" 

Τα βιβλία των παθών λάμνουν σε φωσφορώδεις αφρούς
Ολολύζοντας τα θέλγητρα της νύμφης Καλυψώς
Έρωτες φαινόλες γλυκόπιοτοι
-Μακροθυμούν στην τρικυμία μιας αλλότριας εποχής-
Αληθινοί σαν ελλειπτικά ηλιοτρόπια την ώρα της σφαγής
Σκοτεινοί σαν τα περιστύλια της αβύσσου τη στιγμή της αδημονίας
Μαγεμένοι από το σκληρό νύχι του αηδονιού
'Οταν εγγίζει συνωμοτικά το χρυσάφι της φθοράς
-Βραδινά εγκόλπια στης αγάπης το κρεματόριο-

"Φιλί σκληρότητας περικλείει την ανήλικη αμαζόνα 
Αραχνοΰφαντη ερωτική αισθήτα σε μαστιγώνει με την ηδύτητα της" 

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Εν μια νυκτί μόνο


Εν μια νυκτί μόνο διαπέρασες
Με τις δυο χρυσές σου αστραπές
Τη δεύτερη φάλαγγα
Του παγωμένου μου αντίχειρα
(Τετριμμένα όνειρα και παύσεις του μηδενός
Ζητούσαν εκδίκηση στην αλέα με τους κηπουρούς)
Κεραυνοί του παντός χτύπησαν διαμιάς
Το λαμπρό παλάτι του ήλιου!
Φαέθων εσύ μυθικός
Θηρευτής κιαι δαμαστής της πλησμονής
Κατοικείς στον Ηριδανό ποταμό επηρμένος
Κόνδορας κραταιός και άγρυπνος
Σαν της Στυγός τον ακοίμητο δράκο
Στο άγνωστο πορεύεσαι τροπαιοφόρος

Λεύκες σγουρόμαλλες σκεπάζουν
Το υδάτινο κρατίδιο σου
Αρματηλάτη με τον διακαή πόθο στα μάτια
Δρέπεις τον άρρητο φθόγγο της αυγής
Κι ολομόναχος περιφρουρείς
Τις εσχατιές και τα έγκατα βάθη
Ενυδρείο των πλάγιων θαλασσών
Απλωμένο ιστίο της αρμύρας
Σαγηνεύεσαι από της Κόρης το ιερό στέρνο
Εν μια νυκτί μόνο σώπασες... ριγώντας
Άμποτε είχες πει η μουσική των δρυμών
Να μας ξεναγήσει
Στην αρχέγονη γη των Κενταύρων!

Εν μια στιγμή μόνο έλαμψε
Πάνω στην άλω του φεγγαριού
Η τελευταία ποικιλία των εξωτικών κρίνων
Κρίνα από το παιδικό σου φυτολόγιο
Που μια ομάδα φύλαρχων στο φως καλλιέργησε
Απαρχής της ζωής των ανθέων
Οι κάλυκες σου
Ανέσπερη φορεσιά των εραστών
Στήμονας γεωμετρημένος σε βλέφαρο ελαφιού
Αναπνοή μεθυστική της αμπέλου
Φτερό από το σπασμένο μελανοδοχείο της έκλειψης

Εν μια νυκτί μόνο λογάριασες
Την αμετροέπεια στη γλώσσα των γλάρων
Βαφτήστηκες τη σιωπή της διάφανης πέτρας
Πολέμαρχος του γκρίζου σκότους
Χαλάρωσες τη θηλιά από το λαιμό των άστρων
Αποδημώντας στα φεγγερά στερεώματα του έρωτα
Γητευτή της πολύεδρης κλίνης των μελισσών
Κρατάς στο οστεοφυλάκιο σου
Τη σπάνια περγαμηνή από τους τάφους
Της συλημένης Τροίας

-Κλαίει η Ανδρομάχη σε δώματα βασιλικά
Πλημμυρισμένα στην αιθάλη και στο χρώμιο-
Δάκρυα και αίμα από αδένες αδρανείς
Σκορπούν πάνω στο χάλκινο κέρας της θλίψης
Τα μαύρα αναφιλητά της λησμοσύνης
Εν μια νυκτί μόνο σώπασες... ριγώντας
Άμποτε είχες πει η μουσική των δρυμών
Να μας ξεναγήσει
Στην αρχέγονη γη των Κενταύρων!
(Τετριμμένα όνειρα και παύσεις του μηδενός
Ζητούσαν εκδίκηση στην αλέα με τους κηπουρούς) 

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Τα δέντρα βάφτηκαν κόκκινα


Γέρνω τα μάτια στη γη της μυρτιάς
Ανακαλώντας σιωπηλά
Την υλακή των πυρόχρωμων σκύλων...
Κύνες θηρευτικοί δρομείς του στερεώματος
Αμφιφανείς αστερισμοί σε γηραιό ουρανό
Παραδίδονται στη κοσμική αγάπη
Κυματωγή ξέφρενη των εραστών
Πάνω σε κλίνες που ξεχείλισαν από παράπονο
Ένας αλλότριος ουρανός
Εκτοξεύει το σκότος του
Στα φρυγμένα δέντρα της χαοτικής πολιτείας
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Βγαίνω στο λιμάνι
Να σκαλίσω στα ύφαλα των πλοίων
Την όμορφη γοργόνα με τα ρουμπινί λέπια
Με φρικαλέα χρώματα της δίνης να βάψω
Το μεσαίο κατάρτι που θρηνεί
Μελανόχρωμους γλάρους
Να αποθέσω στους γρανιτένους τύμβους των βράχων
Βγαίνω στο λιμάνι ασκεπής
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Πηγαίνω στο ερειπωμένο σπίτι
Να διαβάσω τον αψύ φόβο των φαντασμάτων
Τη σκόνη να αιχμαλωτίσω
Από το φιλντισένιο περίγραμμα των κάτοπτρων
Στη πόρτα που στα σπλάχνα της
Τετερίζει το σαράκι
Με μίνιο να γράψω σύμβολα αινιγματικά της νύχτας
Με καραβίσια αρμύρα
Να περιλούσω το παραπέτασμα των μύθων
Που χάσκει στο κενό αμετανόητο
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Χρόνους πολλούς αναζητούσα
Τη σωτηρία μου στη φυγή
Ξεθωριασμένο το κίτρινο στη κόμη μου
Σαν θερισμένο άχυρο
Καθεύδει το κατώφλι του μηδενός
Εκεί που σκιρτά ιριδίζον
Το φωτεινό δάσος της Λευκίμης
Προσκυνητής του έρωτα
Με σπάρτο εαρινό τάχτηκα
Να τυλίξω τα αψηλάφητα εδάφια της καρδιάς
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Με σπουδή και ειρήνη πρόστρεξα
Να ρίξω τον πρώτο λίθο στη λίμνη
Το έρεβος βογκά
Τα ύδατα ανεβαίνουν
Το σκόρπιο μετάλλευμα εκρήγνυται
Μόνο οι δρόμοι παραμένουν ασύλληπτα αληθινοί
Μόνο οι λέξεις ξέρουν να αφήνουν
Τα ίχνη τους απαλά
Πάνω στις γαλάζιες λοφοσειρές με τις φλαμουριές
Είναι αργά
Να διασχίσεις το οροπέδιο της μελαγχολίας
Βούρκοι και σκίνα χλομά
Σε περικλείουν
Εκεί που κάποτε μοσχοβόλαγε
Η μέντα και η υγρή τύρφη
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Με σκαιούς σαρκοφάγους θα πληρώσω
Τη παγωνιά της ύπαρξης μου
Θα υψώσω ένα σταυρό
Πάνω από τα δέντρα που βάφτηκαν κόκκινα
Επιστροφή στης λήθης το κρύσταλλο
Παγωμένος αναθυμάσαι το παρελθόν  
Είναι ανώφελο μου είχες πει
Να οργώνεις με υνί
Τις άχρωμες σπείρες του φόβου
Ο χρόνος και ο θάνατος τα κυριεύουν όλα
Ηδύς ο βίος των εντόμων
Αναζητά
Το αλφαβητάρι της πεταλούδας
Που έμεινε στο βράχο φυλακισμένο
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Η καρδιά του ποιήματος


Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως χάθηκε ατενίζοντας
Τα φουγάρα των καπνισμένων φορτηγίδων
Ή την ασημένια φυλλωσιά της ελιάς
Στις βραχώδεις εκτάσεις του νότου
Ξεχειλίζει ο λαιμός του ήλιου και ξυπνάει
Τη βουκαμβίλια των υπαίθριων καφενέδων
Ένας μέντορας που πολύ σου μοιάζει
Με καπαρντίνα και πράσινο χαρτοφύλακα
Στέκεται ράθυμα πίνοντας το βαρύ καφέ του
Διεισδυτική η ματιά του και λίγο περιφρονητική
Κόβεται σε χίλια κομμάτια σαν το γυαλί της λάμπας
Αντικρίζοντας τη σκιά της κανελιάς γάτας στο πεζούλι

Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως χάθηκε στις σιδηροτροχιές
Μιας πολίχνης κάπου κοντά στη Θήβα
Ντύθηκες τη φενάκη των μύθων κι αφέθηκες
Στα λάγνα μάτια της ολόγιομης σελήνης
Κινείσαι αργά σαν να φοβάσαι μην θραύσεις
Το κίτρινο γάντι της σιωπής που βρήκες πλάι στην αυλαία
Ακουμπάς σε ξεφτισμένες τοιχογραφίες
Κάτωχρος με ένα παράσημο χρυσό στο στήθος
Να σου θυμίζει τις νικητήριες μάχες που έδωσες
Αναπολείς περασμένα μεγαλεία τελετές κι επινίκια
Συνθήκες κλείνεις με τη γη και ερωτικά την σκαλίζεις
Οι σπόροι στο άγουρο στάχυ
Τρέφουν τη μεγάλη καρδιά του ποιήματος την ψωμώνουν

Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως φυλακίστηκε στην κλεψύδρα
Που μέτραγε τον χρόνο της επιστροφής σου;
Ήσουν τρομαγμένος γεμάτος φουρκέτες στο στόμα
Στο κήπο σου αγρυπνούσαν οι μενεξέδες κι οι κισσοί
Οι αγριάδες με τις λόγχες τους αμείλιχτα
Σημάδευαν το χλωμό πρόσωπο σου το έσκαβαν
Δεν αντιστεκόσουν απλά μίλαγες με τις λυγερόκορμες λεύκες
Ποιητής ήσουν κι αρπαζόσουν μαζί τους
Στα ξωκλήσια άναβες λαμπάδες ίσα με το μπόι σου
Οι μικρές Παναγίες της εσπέρας προσπαθούσαν να πιάσουν
Το χοντρό σπάγκο των ανοιξιάτικων χαρταετών
Χάδι να στείλουν στα παιδιά που έχασαν στο παιχνίδι
Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μακριά καπαρντίνα και πράσινος χαρτοφύλακας
Στο ψιχάλισμα του κύματος θα σε ανταμώσω σαν μερώσει ο καιρός 

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Στο φιόρδ της ζωής


Ακούμπησα τα χείλη μου
Στη φτερωτή του ανεμόμυλου
Σε άνεμο θέλησα να μεταμορφώσω
Το πήλινο μου σώμα
Βιαστικός οπαδός της ιστορίας
Την προσωπίδα μου αφιερώνω στο φως
Χάρτινοι μύλοι
Ιλιγγιώδεις σπείρες μαιάνδρων
Και περιστρεφόμενες μαργαρίτες
Εξακοντίζουν τη χρυσή σκόνη
Των αστερισμών στα μάτια μου

Συνδαυλίζω την στάχτη
Και σε αναγγελτήρια αποχωρισμών
Γράφω της σκληρής νύχτας
Τον αγιάτρευτο πόνο
"Στο τραυματισμένο ουρανό
Δένω κλωστή για να με γνωρίσεις"
Ήρθαν οι ώρες
Που το διψασμένο ζευγάρι των γρύλων
Παράφορα και με ηδύτητα
Την υδρόγειο με ήχους θα πλημμυρίσει

Προφυλάσσω το ρακένδυτο σώμα μου
Από την ομίχλη των φαραγγιών
-Μήπως έχω πεθάνει;-
Σε σκιές προσκρούω
Που αντιμάχονται σφόδρα το άρμα του ήλιου
Εκχωρώ το αίμα μου
Σε δυο τόπια καθαρό μετάξι
Από εκείνο που ιταμά απέρριψες
Όταν στον άνεμο σιγόπαιζε
Το παλιό βιολί την άρια των εραστών
Ζωντάνευε το ακίνητο δοξάρι
Στο κάτοπτρο των ωκεανών
Αιώνιους παφλασμούς γεννώντας
-Μήπως έχω πεθάνει;-

Φαλλικά σχήματα
Και σημεία απομακρυσμένων φιόρδ
Προσφέρω στην γη μου
Τα φυσίγγια μου εφοδιάζουν
Την κακόβουλη νύχτα με εφιάλτες
Την φονική ριπή των οβίδων
-Που την κλίμακα των ρείθρων σαρώνει-
Προσκαλώ στο κατώφλι μου
Δέντρα με απολιθωμένη τη φορεσιά τους
Γύρεψαν το ρόχθο μου
Ρόχθος μιας θάλασσας μυθικής
Που η Σελήνη σπέρνει πάνω της
Ψεύδη της λήθης
Χάδια αρπακτικά του Τρίτωνα
Πουλιά μαύρα που δεν συνάντησαν ποτέ την αυγή

Άγραφα ποιήματα
Εγκαθίστανται στη σκέψη μου
Στίχους κυκλωτικούς του άπειρου διαβάζω
Μαρτυρίες γερασμένων ψαράδων
Με καλούν θριαμβικά
Δονώντας στο κρύο μου στήθος
- Φλόγες επιμήκεις σιγοκαίουν
Το ιερό τέμπλο του χρόνου-
Ακούμπησα τα χείλη μου
Στην φτερωτή του ανεμόμυλου
Σε άνεμο θέλησα να μεταμορφώσω
Το πήλινο μου σώμα
-Μήπως έχω πεθάνει;-
"Στο τραυματισμένο ουρανό
Δένω κλωστή για να με γνωρίσεις"

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

συνοχή λέξεων (η σημειολογία του αν)


Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν πριονίζαμε
Το σώμα της ποίησης
Δεν θα έσταζε
Ούτε σταλιά αίμα
Στο ενδοκάρπιο της

*
Αν ηττήθηκες στη μάχη του έρωτα
Κράτα την ασπίδα σου
Υπό μάλης
Και αναστοχάσου
Τη κόκκινη υδρία της προδοσίας
Που στα χέρια σου θρυμματίστηκε

*
Αν διάβηκες κάτωχρος
Τα περάσματα του πυρετού
Σημάδεψε τη τράπουλα...
Φαιδρός αλχημιστής
Η άρνηση σμιλεύει
Τα άπαρτα βουνά του γαλαξία

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν στο πέτρινο μνήμα
Του νεαρού ποιητή
Δεις μια λευκή πεταλούδα
Με διαπνέοντα μάτια
Απόθεσε σε κουκούλι πένθιμο
Το νωπό της δάκρυ
-Οι ψυχές κρύβουν
Στις τρίλιες της άρπας ένα λυγμό-

*
Αν σε προσπέρασε
Το λεωφορείο
Χωρίς ο οδηγός να σε αντιληφθεί
Μείνε στη στάση ετοιμοπόλεμος
Μυριάδες θροΐσματα αγέρα
Χαϊδεύουν τις οπλές
Του λέοντα-ασυρματιστή
-Μοναχικός ταξιδιώτης
Στην υστεροφημία σου-

*
Αν ένα υφέρπον παράπονο
Διαβρώσει
Τη χρυσή στεφάνη των ματιών σου
Γύρε και αποκοιμήσου
Πάνω στο αγλάισμα της βροχής
Δυνατός σαν κράμα αρχαϊκό
Περιπλανήσου στο φως
Ξένο ήταν το δικό σου βλέμμα
Πλην όμως αληθινή η ομολογία
Του Αίγισθου

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν τις πλάκες του ουρανού
Δρασκελήσεις
Λαμπρός καβαλάρης
Για να παραβρεθείς
Στη λειτουργία των αστεριών
Άναψε ένα κεράκι λιγνό
Για τη παιδίσκη
Με τα υποκύανα φτερά

*
Αν στη ραφή
Του παλιού σου σακακιού
Βρεις ένα φίδι να κοιμάται
Αμέριμνο
Σκέψου μονάχα
Το γόρδιο δεσμό
Της μακρινής σου εφηβείας
Που ποτέ δεν ξετύλιξες
Και το καλιγωμένο άλογο
Που σε περιμένει
Μπρος στο ανάκτορο
Του Νέστορα

*
Αν ένα ανομολόγητο πάθος
Ξέκοψε από τα χειρόγραφα
Της καρδιάς σου
Μη το φέρεις στα χείλη
Είναι μάταιο
Να αποκωδικοποιείς
Τη προσωπίδα του κεραυνού
Όταν πέφτει ολόισια πάνω
Στη κάπα του Ομήρου

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν στο θειαφισμένο αμπέλι
Αντικρίσεις
Τη σολομωνική του ηλιοβασιλέματος
Σκέψου πως ήρθε η ώρα
Του ολέθρου και της τρέλας
Που χωρίς ουδεμία πια διαφυγή
Σε πλησιάζουν...
Στα ερμάρια του πατρικού σου
Τοποθετημένα στη σειρά
Φίλτρα μαγικά
Συνουσιάζονται
Με αραχνοειδή και σκορπιούς

*
Αν αφουγκραστείς
Μια κατασκότεινη βουή
Να διαπερνά το αίμα σου
Μη μπερδευτείς και πεις
Πως είναι προμήνυμα θανάτου
Είναι μονάχα
Τα νικημένα τάγματα
Των ταχυδρόμων
Που καταλύουν στα χωριά
Με την άγνωστη γεωγραφία

*
Αν από τους κρουνούς
Του ήλιου
Αποσπάσεις
Μια ηλιοσταγόνα
Κρύψε την στο ανατρίχιασμα
Της λεύκας
-Εκεί που ένα σπουργίτι
Καβατζάρει
Το κάβο της ποίησης-
Μες στο σύθρηνο των φύλλων
Λαμπερό πετράδι
Μη πετάς
Ξεθικάρωτος ο ήλιος
Θα στερέψει
Το ύδωρ της Λοκρίδας

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

το αδιάψευστο άλλοθι (αφήγημα)



Στα φύλλα του ελίχρυσου
Χαράξαμε μία γυάλινη πολιτεία
Με μυρωμένα αποστάγματα στις στέρνες
Μια σπηλιά με αιώνιους σταλαγμίτες
Και μια μόνιππη άμαξα με το κουτσό αμαξηλάτη της
Φυτέψαμε ένα αμπέλι στους στήμονες
Για να έρχονται οι τρυγητές της χαράς
Όλο βαμμένοι με υγρό μούστο
Και με κερί μέλισσας στα άδεια πανέρια τους
Ενθρονίσαμε στα σέπαλα
Ένα μαύρο κύκνο
Να κοιτάζει το κυανό κρανίο του ουρανού

Καθίσαμε στο τραπέζι βουβοί
Στο τασάκι
Δίπλα σε ένα καμένο σπιρτόξυλο
Απόθετε με κατάνυξη τα κομμένα νύχια της
Η Διοτίμα από τα άγρυπνα χωριά της Μαντινείας
Στη πέτσινη ζώνη της
Είχε μια εγχάραξη βαθιά
Δεν ήταν θυρεός ούτε άστρο που λοξοδρόμησε
Ήτανε μονάχα το δεξί πληγωμένο φρύδι
Του στρατιώτη που ξιφουλκήθηκε στην μάχη
Έπειτα ήρθανε δυο πουλιά στο κατώφλι μας
-Απόγευμα και φύσαγε ο μπάτης-
Τα φιλέψαμε απλόχερα
Με ψίχουλα της χτεσινής γιορτής
Πλούσιοι μες τη ευδαιμονία των αρτόδεντρων

Ο μυλωνάς κρατούσε στον μύλο του
Αιχμάλωτες δυο λυσίκομες κόρες
Από τη ιερατείο των Νηρηίδων
Εκείνες άλεθαν το σιτάρι
Πάνω στη παλιά τροχισμένη πέτρα
Τα παιδιά μας σταύρωναν αποβραδίς το αλεύρι
Κι έπλαθαν τον μεγαλόσχημο άρτο
Αγαπούσαν πολύ τα πουλιά με τις προπετείς ουρές
Τα παιδιά μας έπλαθαν τον άρτο της γης
Ολονυχτίς
Έβλεπαν τα χέρια τους
Πασαλειμμένα στο ζυμάρι κι έκλαιγαν
Χλώμιαζαν ξάφνου τα ζυγωματικά τους
Οι γυναίκες έκρυψαν τα σακιά
Με το αλεύρι στο κελάρι
Πλάι στα κρασοβάρελα
Κλείδωσαν μες την ψυχή τους
Ένα μακρινό καράβι ένα πορθμείο απάνεμο
Και μια νήσο λευκή
Ανασκιρτούσαν σαν φλόγες σε καντηλέρι μικρό

Την άλλη μέρα
Γευμάτισαν με τους τρυγητές
Στο προγονικό τραπέζι άυλες και χλωμές
-Σάλευε ιερή η μαγγανεία του έρωτα -
Ύστερα πήγαν για ύπνο μεθυσμένες
Από της μασχάλης τους το κόκκινο μούστο
Στυφή η φλούδα του φεγγαριού
Τις αποκοίμισε
Στα όνειρα τους σεργιάνιζαν ανάλαφρες
Σε γυάλινες πολιτείες
Και σε σπηλιές με αιώνιους σταλαγμίτες
Αιωρούνταν αβαρείς στις παρυφές
Του αιωνόβιου δάσους
Μόνο ο μαύρος κύκνος έλειπε
Μεγαλοπρεπής είχε αποκοιμηθεί
Κάτω από το κρεβάτι τους
Παίζοντας πεντόβολα με τα σύννεφα του ύπνου

Στο καμένο σπιρτόξυλο
Ήρθαν και κάθισαν το πρωί
Δυο χελιδόνια
Καλός οιωνός είπαν οι γυναίκες
Ή μήπως ένα άλλοθι για τα δίδυμα όνειρα τους;
Σώπαιναν σαστισμένες
Ο ήλιος βάθαινε τις ρυτίδες τους
Κρύωναν
Ήταν η μέρα που κηδέψανε
Το κουτσό αμαξηλάτη
Το μόνιππο το κληροδότησε στα παιδιά
Αίφνης σταμάτησαν να κλαίνε τις νύχτες..
Οι γυναίκες γελούσαν περιπαθείς
Ζυμώνοντας με χάρη το μεγαλόσχημο άρτο
Τα παιδιά τους ταξίδευαν απέριττα στο φως
Κρατώντας στη παλάμη σφιχτά
Τους σπινθήρες του ελίχρυσου

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

της μύησης ο λίκνος


Υπάρχει ένας ψίθυρος αρχαίας σημύδας
Στα ψηλά βουνά της Θεσσαλίας
-Εκεί που δέντρο δεν κρατιέται
Και το ύψος τρελαίνει τις λυγαριές-
Τόπος ιερός
Που τον θωρούν μονάχα
Οι στοιχειωμένοι αρπιστές
Οι ποιητές με τη λύρα την Ορφική στο χέρι
Και τα παιδιά με τα απόκοσμα όνειρα
Κλεισμένα μες στης αθωότητας το λευκό όστρακο
"Λίκνισμα υπερβόρειο στου χιονιού το άντρο"

Ελαφροπάτησε πάνω στο λάλον ύδωρ των πηγών
Και πιστά ακροάσου
Το δέος και τη φρενίτιδα
Των περιπλανώμενων Δρυάδων
Να εισβάλει στις φλέβες σου
Σαν υπερκόσμια έκλαμψη αλήθειας
Σαν βολή φωτοβολίδας
Στα απάτητα εδάφη της Θεσσαλίας αφιερωμένος
Σαν φωτιά που αναθυμάσαι τις νύχτες του Νοέμβρη
"Κυματοθραύστης υπερώιος στη ζώνη των δακρύων"

Αν αποτρέψεις το βλέμμα σου
Από τις καλόβολες κοιλάδες που σε δροσίζουν
Και βρεθείς εκεί
Στα φιδωτά μονοπάτια των αετών
Θα ακούσεις καθαρά
Λάμιες και μούσες κιθαρωδούς
Να αποστέλλουν μαντέματα
Στα δροσερά φαράγγια
Ψιθύρους λατρευτούς του αίματος
"Θυρεός προγονικός στης αμπέλου τα φύλλα"

Σε κείνη την επικράτεια
Θέλω να βρεθώ
Σκηνή να στήσω στο ακραιφνές κενό
Το θείο νέκταρ να ασπαστώ
Των Ολυμπίων
Της μύησης το βέλος να προσκυνήσω
Σαν όλβιος Θεός της αστραπής
Την μέγιστη κορφή
Του θανάτου και του έρωτα
Να ανέλθω προσηνής κι ωραίος
Θυσία να προσφέρω στο μαντείο
"Βωμός χερουβικός στην κορυφογραμμή των άστρων"

αφιερωμένο

Φιλοξενήθηκε στη περιοχή Μ του αγαπημένου φίλου Νημερτή
http://aream-nimertis.blogspot.gr/

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Το αβέβαιο του οίκτου


Ανεμίζαμε σημαίες μέσα στην νύχτα
Για που τραβούσαμε δεν ξέραμε...
Όρθιοι κι ωραίοι ωσάν ραψωδοί πηγαίναμε μπροστά
Στην χθόνια γητειά του θανάτου ταγμένοι!
-Μεστοί και ροδοδάχτυλοι
Προλειάναμε άστρινα κύμβαλα
Στο γιορτάσι του πένθους-
Μαγεμένα άνθη κι επιτάφια κρίνα λευκά
Σκέπαζαν τον οίνο που κοινωνούσαμε
-Εύπλοια μάτια οι αποστάσεις του ουρανού-

Γυμνοί κι αναμάρτητοι ιερείς
Υφαίναμε το εξάκλωνο πέπλο της ερωμένης νύχτας
Υπερασπιστές πάντα των χαμένων θρόνων
Διώκτες αδίστακτοι του αχώρητου οίκτου
Τιμητές και πορθητές της παρθενικής πορφύρας
Φλογισμένοι από τη φενάκη της πλάνης μας
Κραδαίναμε τον αρμυρό ιστό της λήθης
Σε δάκτυλα που ψηλάφιζαν την αμυχή της ψυχής

Προχωρούσαμε με βήματα αδρά
Στα παλίμψηστα εδάφια των χρησμών
Με στάχτη και φως
Έραναν τα ρούχα μας οι μύστες
Κάλυπταν τη γηραιά εσθήτα των βωμών μας
Με δάκρυα από τη κολυμπήθρα των ναών
Στάχτη και φλόγες πυρές
Πάνω σε ηφαίστεια σκοτεινά που βρυχούνταν
Σαν νεογέννητα αγρίμια δάσους ολόδροσου
Κραυγές οργιαστικές των Βακχών
Σκυτάλη του έρωτα πασίχαρη
Στυλωμένα πέλματα λαβωμένου ελαφιού

Κανένας δεν ομονοούσε στην βιάση μας
Απρόσμενοι μείναμε και μόνοι στη λατρεία των παρίων!
Φευγιό στον ασίγαστο παλμό των νεκρών εφήβων
Χαράσσαμε νέες πορείες στο σκότος της ενδοχώρας
Επηρμένοι απ το μέγα ύψος της δρυός
Οιστρηλατούσε ο νους ημισελήνους πόθους
Σταλμένους σιωπηλά  στα οικητήρια της άμπωτης

Γρήγορα υποστείλαμε τις σημαίες μας
Λάβαρα σκισμένα παλμογράφοι της θλίψης
Φτάσαμε αργά μεθυσμένοι από τα οράματα μας
Στο φυλάκιο στα πρανή της Αχερουσίας
Άτμητος ψυχοπομπός ο οίκτος
Φορούσε του αρχάγγελου την όψη
Τι και για ποιόν;

Λίθινες οι μάσκες του ταγού χειμώνα
Απέτρεπαν τα σκιώδη πνεύματα του ποταμού
Μοιραίες πορείες στα αργιλώδη πετρώματα της αλισφακιάς
Συρρίκνωναν τη γλυκόπνοη ανάσα της ζωής
(Πως να κυριαρχήσεις στο αβέβαιο βήμα του οίκτου;)
Εύπλοια μάτια οι αποστάσεις του ουρανού
Μας καρτερούσαν
Ανεμίζαμε σημαίες μέσα στην νύχτα
Για που τραβούσαμε δεν ξέραμε...
Όρθιοι κι ωραίοι ωσάν ραψωδοί πηγαίναμε μπροστά
Στην χθόνια γητειά του θανάτου ταγμένοι!

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Στη συχνότητα του κεραυνού



Έπιασα την συχνότητα της ψυχής σου απόψε
Χωρίς να με αντιληφθείς
Λιποτακτούσες σε λιβάδια στρωμένα
Με ασφόδελους και λιλά νυχτολούλουδα
Ένα γεράκι με βλέμμα ευθύβολο
Ακροπατούσε στις αργιλώδεις εκτάσεις
Της πευκόφυτης ρεματιάς
Συντροφιά μόνη
Στης μοίρας το σβηστό καντήλι
Ένας Θεός φτερωτός

Τρεμόπαιζε το ασύμμετρο φως
Της πυγολαμπίδας στο πρόσωπο σου
Σχηματίζοντας στο πεντάγραμμο των ρυτίδων σου
Το νυκτερινό πρελούδιο
Της ανίκητης Άνοιξης
Ηχοκύματα διαπερνούσαν
Τις παρειές του προσώπου σου
Σιγοτραγουδούσες
Μικρές μπαλάντες στα διάκενα της σιωπής
Χανόσουν στα άσπρα σκαλοπάτια χωρίς πυρσούς
Σαν κωπηλάτης που έχασε τη ρότα και τους φάρους έσβησε

Καρτερούσες μονάχα την πειρατική φρεγάτα να 'ρθει
Από ταξίδι στα βάθη της νύχτας
Χρυσάφι κι πετράδια κοσμούσαν την εικόνα σου
Προορισμένος στα θαύματα καθώς ήσουν
Τύλιγες εγκάρσια τις πληγές των αγγέλων
Ανασήκωνες το καπάκι  του κλειστού πηγαδιού
Κι εκθαμβος έλυνες στη στιγμή τα αινίγματα όλα
Απορούσες
Σαν το παιδί που αντικρίζει την ήβη του ήλιου
Κλεισμένη στις χούφτες του
Φοβόσουν... φόβο και πάθος άδηλο
Ένα χειροφίλημα ξάφνου σε συνέφερνε
Από κορίτσια που ασβέστωναν
Τον περίγυρο των μνημάτων παραμονές του κλήδονα
Από αγόρια που έστριβαν μακριά τσιγάρα
Φρουρώντας  τα μαρμάρινα αγάλματα της  πόλης

Έπιασα την συχνότητα των δακτύλων σου απόψε
Χωρίς να με αντιληφθείς
Χτυπούσες αθόρυβα τα πλήκτρα και ξεπηδούσε το ποίημα
Γραφή διττή με πολλές αγκύλες κι αποσιωπητικά
Σ' έχανα έτσι διαιρεμένο κι απροσδιόριστο
Πληθώρα τα ερωτηματικά στις πτυχές της κουρτίνας
Πολλές οι βαθυχάρακτες γραμμές στο παλιό μου κομπολόι

Το ήξερα χωρίς να μου το πεις
Οπλισμένος χαράματα πως θα γυρίσεις
Με την σκληρότητα του κεραυνού στο χέρι
Να χαράξεις βαθιά την ψυχρή επιφάνεια του καθρέφτη της εισόδου
Εκεί να σε βλέπω
Εκεί να σε ψηλαφίζω
Εκεί να σε κρατώ
Την παγωνιά των πορφυρών φιλιών να αποζητώ
Από κάτοπτρα τεμαχισμένα σαν του προσώπου σου τις κυρτές γωνίες

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

δοξαστικό


Οι μύστες κι οι ποιητές
Αγαπούν τα κορίτσια
Με τα ηχηρά ονόματα
Μυρτώ Ροδάνθη Αντιγόνη Ευανθία
Τις αστρόφεγγες βραδιές
Χαράζουν με το μεσαίο τους νύχι
Πάνω σε κορμούς χαρουπιάς
Το ιωβηλαίο του Έρωτα τους
-Φρεάτια ανοιχτά τους ακολουθούν
Με μαδημένες τις ανεμώνες στο χείλος τους-
Μια κουκουβάγια με χλομά μάτια
Παραστέκει τους δισταγμούς τους
Ανεβασμένη πάνω στους ώμους τους
Ασάλευτη
Σαν το παιδί που φοβήθηκε
Την ριπή της φωτεινής ρουκέτας κι αποσβολώθηκε
Ψιθυρίζουν χρησμούς κι ικεσίες
Με ανάστροφα μάτια τίγρης

Τους καταδιώκουν στα βραχύβια ταξίδια τους
Λευκές σελίδες
Ταπεινών αναγνωσμάτων
Με ποιμένες μεθυσμένους
Κι αγόρια με κοφτερά γυαλιά στα χέρια
Αντί για τσέρκια απαντιούνται
Οι ερωμένες παπαρούνες
Με βέλη στους στήμονες τους
Στοχεύουν επικίνδυνα
Τις ματαιόδοξες προελάσεις τους
Προελάσεις στους υγρούς χειμώνες
Με τις ιδρωμένες στέρνες
Μόνιμους ακολούθους τους

Πουλούν τα αντίτυπα τους
Σε υπαίθριους πάγκους
Ετήσιων εκθέσεων
Κι ύστερα επιστρέφουν γυμνοί στις ακτές
Αποσπώντας πράσινες πεταλίδες
Από τα βάθη των ωκεανών
Που τις κρύβουν
Με δέος και ευλάβεια
Μέσα σε άδεια κουτιά από τσιγάρα
Φοβούμενοι μήπως το δειλινό φως
Του πράσινου πόντου τους τις αρπάξει

Τους καταδιώκουν
Μαγιάτικες καταιγίδες
Που χτυπούν πάνω στα  κλειστά φινιστρίνια
Της συμπαντικής τους ουσίας
Αγκαλιάζονται με τις πέτρινες κοπέλες
Που κλαίνε γυμνές στο χώμα
(Φίδια φαρμακερά
Περιζώνουν τα πόδια τους
Κι έχουν τη πλάτη τους
Σημαδεμένη με τατουάζ λατρείας )

Οι μύστες κι οι ποιητές
Λαχταρούν το ύστερο φιλί
Της προδοσίας από τοξότες
Με παγερά χαμόγελα
Που εμφανίζονται μπροστά τους
Ζωσμένοι θάνατο
Ακούν τον ήχο
Της νεκρικής ύπαρξης τους
Καθησμένοι σε ξύλινες κλίνες
Με μαραμένα τα πρώιμα ρόδα
Ασπάζονται το φως και ταξιδεύουν
Με άσπρες βάρκες
Που έχουν στην πρύμνη τους ηχηρά ονόματα
Μυρτώ Ροδάνθη Αντιγόνη Ευανθία
Ζουν πλάι σε χαρωπές νύμφες και ανεβαίνουν
Την ανεμόσκαλα μειδιώντας ελαφρά
Έτοιμοι από καιρό να συναντηθούν
Με τους μαρμαρένιους κούρους που ουράνια κατοικούν σύννεφα