Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

συνοχή λέξεων (η σημειολογία του αν)


Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν πριονίζαμε
Το σώμα της ποίησης
Δεν θα έσταζε
Ούτε σταλιά αίμα
Στο ενδοκάρπιο της

*
Αν ηττήθηκες στη μάχη του έρωτα
Κράτα την ασπίδα σου
Υπό μάλης
Και αναστοχάσου
Τη κόκκινη υδρία της προδοσίας
Που στα χέρια σου θρυμματίστηκε

*
Αν διάβηκες κάτωχρος
Τα περάσματα του πυρετού
Σημάδεψε τη τράπουλα...
Φαιδρός αλχημιστής
Η άρνηση σμιλεύει
Τα άπαρτα βουνά του γαλαξία

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν στο πέτρινο μνήμα
Του νεαρού ποιητή
Δεις μια λευκή πεταλούδα
Με διαπνέοντα μάτια
Απόθεσε σε κουκούλι πένθιμο
Το νωπό της δάκρυ
-Οι ψυχές κρύβουν
Στις τρίλιες της άρπας ένα λυγμό-

*
Αν σε προσπέρασε
Το λεωφορείο
Χωρίς ο οδηγός να σε αντιληφθεί
Μείνε στη στάση ετοιμοπόλεμος
Μυριάδες θροΐσματα αγέρα
Χαϊδεύουν τις οπλές
Του λέοντα-ασυρματιστή
-Μοναχικός ταξιδιώτης
Στην υστεροφημία σου-

*
Αν ένα υφέρπον παράπονο
Διαβρώσει
Τη χρυσή στεφάνη των ματιών σου
Γύρε και αποκοιμήσου
Πάνω στο αγλάισμα της βροχής
Δυνατός σαν κράμα αρχαϊκό
Περιπλανήσου στο φως
Ξένο ήταν το δικό σου βλέμμα
Πλην όμως αληθινή η ομολογία
Του Αίγισθου

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν τις πλάκες του ουρανού
Δρασκελήσεις
Λαμπρός καβαλάρης
Για να παραβρεθείς
Στη λειτουργία των αστεριών
Άναψε ένα κεράκι λιγνό
Για τη παιδίσκη
Με τα υποκύανα φτερά

*
Αν στη ραφή
Του παλιού σου σακακιού
Βρεις ένα φίδι να κοιμάται
Αμέριμνο
Σκέψου μονάχα
Το γόρδιο δεσμό
Της μακρινής σου εφηβείας
Που ποτέ δεν ξετύλιξες
Και το καλιγωμένο άλογο
Που σε περιμένει
Μπρος στο ανάκτορο
Του Νέστορα

*
Αν ένα ανομολόγητο πάθος
Ξέκοψε από τα χειρόγραφα
Της καρδιάς σου
Μη το φέρεις στα χείλη
Είναι μάταιο
Να αποκωδικοποιείς
Τη προσωπίδα του κεραυνού
Όταν πέφτει ολόισια πάνω
Στη κάπα του Ομήρου

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν στο θειαφισμένο αμπέλι
Αντικρίσεις
Τη σολομωνική του ηλιοβασιλέματος
Σκέψου πως ήρθε η ώρα
Του ολέθρου και της τρέλας
Που χωρίς ουδεμία πια διαφυγή
Σε πλησιάζουν...
Στα ερμάρια του πατρικού σου
Τοποθετημένα στη σειρά
Φίλτρα μαγικά
Συνουσιάζονται
Με αραχνοειδή και σκορπιούς

*
Αν αφουγκραστείς
Μια κατασκότεινη βουή
Να διαπερνά το αίμα σου
Μη μπερδευτείς και πεις
Πως είναι προμήνυμα θανάτου
Είναι μονάχα
Τα νικημένα τάγματα
Των ταχυδρόμων
Που καταλύουν στα χωριά
Με την άγνωστη γεωγραφία

*
Αν από τους κρουνούς
Του ήλιου
Αποσπάσεις
Μια ηλιοσταγόνα
Κρύψε την στο ανατρίχιασμα
Της λεύκας
-Εκεί που ένα σπουργίτι
Καβατζάρει
Το κάβο της ποίησης-
Μες στο σύθρηνο των φύλλων
Λαμπερό πετράδι
Μη πετάς
Ξεθικάρωτος ο ήλιος
Θα στερέψει
Το ύδωρ της Λοκρίδας

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

το αδιάψευστο άλλοθι (αφήγημα)



Στα φύλλα του ελίχρυσου
Χαράξαμε μία γυάλινη πολιτεία
Με μυρωμένα αποστάγματα στις στέρνες
Μια σπηλιά με αιώνιους σταλαγμίτες
Και μια μόνιππη άμαξα με το κουτσό αμαξηλάτη της
Φυτέψαμε ένα αμπέλι στους στήμονες
Για να έρχονται οι τρυγητές της χαράς
Όλο βαμμένοι με υγρό μούστο
Και με κερί μέλισσας στα άδεια πανέρια τους
Ενθρονίσαμε στα σέπαλα
Ένα μαύρο κύκνο
Να κοιτάζει το κυανό κρανίο του ουρανού

Καθίσαμε στο τραπέζι βουβοί
Στο τασάκι
Δίπλα σε ένα καμένο σπιρτόξυλο
Απόθετε με κατάνυξη τα κομμένα νύχια της
Η Διοτίμα από τα άγρυπνα χωριά της Μαντινείας
Στη πέτσινη ζώνη της
Είχε μια εγχάραξη βαθιά
Δεν ήταν θυρεός ούτε άστρο που λοξοδρόμησε
Ήτανε μονάχα το δεξί πληγωμένο φρύδι
Του στρατιώτη που ξιφουλκήθηκε στην μάχη
Έπειτα ήρθανε δυο πουλιά στο κατώφλι μας
-Απόγευμα και φύσαγε ο μπάτης-
Τα φιλέψαμε απλόχερα
Με ψίχουλα της χτεσινής γιορτής
Πλούσιοι μες τη ευδαιμονία των αρτόδεντρων

Ο μυλωνάς κρατούσε στον μύλο του
Αιχμάλωτες δυο λυσίκομες κόρες
Από τη ιερατείο των Νηρηίδων
Εκείνες άλεθαν το σιτάρι
Πάνω στη παλιά τροχισμένη πέτρα
Τα παιδιά μας σταύρωναν αποβραδίς το αλεύρι
Κι έπλαθαν τον μεγαλόσχημο άρτο
Αγαπούσαν πολύ τα πουλιά με τις προπετείς ουρές
Τα παιδιά μας έπλαθαν τον άρτο της γης
Ολονυχτίς
Έβλεπαν τα χέρια τους
Πασαλειμμένα στο ζυμάρι κι έκλαιγαν
Χλώμιαζαν ξάφνου τα ζυγωματικά τους
Οι γυναίκες έκρυψαν τα σακιά
Με το αλεύρι στο κελάρι
Πλάι στα κρασοβάρελα
Κλείδωσαν μες την ψυχή τους
Ένα μακρινό καράβι ένα πορθμείο απάνεμο
Και μια νήσο λευκή
Ανασκιρτούσαν σαν φλόγες σε καντηλέρι μικρό

Την άλλη μέρα
Γευμάτισαν με τους τρυγητές
Στο προγονικό τραπέζι άυλες και χλωμές
-Σάλευε ιερή η μαγγανεία του έρωτα -
Ύστερα πήγαν για ύπνο μεθυσμένες
Από της μασχάλης τους το κόκκινο μούστο
Στυφή η φλούδα του φεγγαριού
Τις αποκοίμισε
Στα όνειρα τους σεργιάνιζαν ανάλαφρες
Σε γυάλινες πολιτείες
Και σε σπηλιές με αιώνιους σταλαγμίτες
Αιωρούνταν αβαρείς στις παρυφές
Του αιωνόβιου δάσους
Μόνο ο μαύρος κύκνος έλειπε
Μεγαλοπρεπής είχε αποκοιμηθεί
Κάτω από το κρεβάτι τους
Παίζοντας πεντόβολα με τα σύννεφα του ύπνου

Στο καμένο σπιρτόξυλο
Ήρθαν και κάθισαν το πρωί
Δυο χελιδόνια
Καλός οιωνός είπαν οι γυναίκες
Ή μήπως ένα άλλοθι για τα δίδυμα όνειρα τους;
Σώπαιναν σαστισμένες
Ο ήλιος βάθαινε τις ρυτίδες τους
Κρύωναν
Ήταν η μέρα που κηδέψανε
Το κουτσό αμαξηλάτη
Το μόνιππο το κληροδότησε στα παιδιά
Αίφνης σταμάτησαν να κλαίνε τις νύχτες..
Οι γυναίκες γελούσαν περιπαθείς
Ζυμώνοντας με χάρη το μεγαλόσχημο άρτο
Τα παιδιά τους ταξίδευαν απέριττα στο φως
Κρατώντας στη παλάμη σφιχτά
Τους σπινθήρες του ελίχρυσου

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

της μύησης ο λίκνος


Υπάρχει ένας ψίθυρος αρχαίας σημύδας
Στα ψηλά βουνά της Θεσσαλίας
-Εκεί που δέντρο δεν κρατιέται
Και το ύψος τρελαίνει τις λυγαριές-
Τόπος ιερός
Που τον θωρούν μονάχα
Οι στοιχειωμένοι αρπιστές
Οι ποιητές με τη λύρα την Ορφική στο χέρι
Και τα παιδιά με τα απόκοσμα όνειρα
Κλεισμένα μες στης αθωότητας το λευκό όστρακο
"Λίκνισμα υπερβόρειο στου χιονιού το άντρο"

Ελαφροπάτησε πάνω στο λάλον ύδωρ των πηγών
Και πιστά ακροάσου
Το δέος και τη φρενίτιδα
Των περιπλανώμενων Δρυάδων
Να εισβάλει στις φλέβες σου
Σαν υπερκόσμια έκλαμψη αλήθειας
Σαν βολή φωτοβολίδας
Στα απάτητα εδάφη της Θεσσαλίας αφιερωμένος
Σαν φωτιά που αναθυμάσαι τις νύχτες του Νοέμβρη
"Κυματοθραύστης υπερώιος στη ζώνη των δακρύων"

Αν αποτρέψεις το βλέμμα σου
Από τις καλόβολες κοιλάδες που σε δροσίζουν
Και βρεθείς εκεί
Στα φιδωτά μονοπάτια των αετών
Θα ακούσεις καθαρά
Λάμιες και μούσες κιθαρωδούς
Να αποστέλλουν μαντέματα
Στα δροσερά φαράγγια
Ψιθύρους λατρευτούς του αίματος
"Θυρεός προγονικός στης αμπέλου τα φύλλα"

Σε κείνη την επικράτεια
Θέλω να βρεθώ
Σκηνή να στήσω στο ακραιφνές κενό
Το θείο νέκταρ να ασπαστώ
Των Ολυμπίων
Της μύησης το βέλος να προσκυνήσω
Σαν όλβιος Θεός της αστραπής
Την μέγιστη κορφή
Του θανάτου και του έρωτα
Να ανέλθω προσηνής κι ωραίος
Θυσία να προσφέρω στο μαντείο
"Βωμός χερουβικός στην κορυφογραμμή των άστρων"

αφιερωμένο

Φιλοξενήθηκε στη περιοχή Μ του αγαπημένου φίλου Νημερτή
http://aream-nimertis.blogspot.gr/

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Το αβέβαιο του οίκτου


Ανεμίζαμε σημαίες μέσα στην νύχτα
Για που τραβούσαμε δεν ξέραμε...
Όρθιοι κι ωραίοι ωσάν ραψωδοί πηγαίναμε μπροστά
Στην χθόνια γητειά του θανάτου ταγμένοι!
-Μεστοί και ροδοδάχτυλοι
Προλειάναμε άστρινα κύμβαλα
Στο γιορτάσι του πένθους-
Μαγεμένα άνθη κι επιτάφια κρίνα λευκά
Σκέπαζαν τον οίνο που κοινωνούσαμε
-Εύπλοια μάτια οι αποστάσεις του ουρανού-

Γυμνοί κι αναμάρτητοι ιερείς
Υφαίναμε το εξάκλωνο πέπλο της ερωμένης νύχτας
Υπερασπιστές πάντα των χαμένων θρόνων
Διώκτες αδίστακτοι του αχώρητου οίκτου
Τιμητές και πορθητές της παρθενικής πορφύρας
Φλογισμένοι από τη φενάκη της πλάνης μας
Κραδαίναμε τον αρμυρό ιστό της λήθης
Σε δάκτυλα που ψηλάφιζαν την αμυχή της ψυχής

Προχωρούσαμε με βήματα αδρά
Στα παλίμψηστα εδάφια των χρησμών
Με στάχτη και φως
Έραναν τα ρούχα μας οι μύστες
Κάλυπταν τη γηραιά εσθήτα των βωμών μας
Με δάκρυα από τη κολυμπήθρα των ναών
Στάχτη και φλόγες πυρές
Πάνω σε ηφαίστεια σκοτεινά που βρυχούνταν
Σαν νεογέννητα αγρίμια δάσους ολόδροσου
Κραυγές οργιαστικές των Βακχών
Σκυτάλη του έρωτα πασίχαρη
Στυλωμένα πέλματα λαβωμένου ελαφιού

Κανένας δεν ομονοούσε στην βιάση μας
Απρόσμενοι μείναμε και μόνοι στη λατρεία των παρίων!
Φευγιό στον ασίγαστο παλμό των νεκρών εφήβων
Χαράσσαμε νέες πορείες στο σκότος της ενδοχώρας
Επηρμένοι απ το μέγα ύψος της δρυός
Οιστρηλατούσε ο νους ημισελήνους πόθους
Σταλμένους σιωπηλά  στα οικητήρια της άμπωτης

Γρήγορα υποστείλαμε τις σημαίες μας
Λάβαρα σκισμένα παλμογράφοι της θλίψης
Φτάσαμε αργά μεθυσμένοι από τα οράματα μας
Στο φυλάκιο στα πρανή της Αχερουσίας
Άτμητος ψυχοπομπός ο οίκτος
Φορούσε του αρχάγγελου την όψη
Τι και για ποιόν;

Λίθινες οι μάσκες του ταγού χειμώνα
Απέτρεπαν τα σκιώδη πνεύματα του ποταμού
Μοιραίες πορείες στα αργιλώδη πετρώματα της αλισφακιάς
Συρρίκνωναν τη γλυκόπνοη ανάσα της ζωής
(Πως να κυριαρχήσεις στο αβέβαιο βήμα του οίκτου;)
Εύπλοια μάτια οι αποστάσεις του ουρανού
Μας καρτερούσαν
Ανεμίζαμε σημαίες μέσα στην νύχτα
Για που τραβούσαμε δεν ξέραμε...
Όρθιοι κι ωραίοι ωσάν ραψωδοί πηγαίναμε μπροστά
Στην χθόνια γητειά του θανάτου ταγμένοι!

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Στη συχνότητα του κεραυνού



Έπιασα την συχνότητα της ψυχής σου απόψε
Χωρίς να με αντιληφθείς
Λιποτακτούσες σε λιβάδια στρωμένα
Με ασφόδελους και λιλά νυχτολούλουδα
Ένα γεράκι με βλέμμα ευθύβολο
Ακροπατούσε στις αργιλώδεις εκτάσεις
Της πευκόφυτης ρεματιάς
Συντροφιά μόνη
Στης μοίρας το σβηστό καντήλι
Ένας Θεός φτερωτός

Τρεμόπαιζε το ασύμμετρο φως
Της πυγολαμπίδας στο πρόσωπο σου
Σχηματίζοντας στο πεντάγραμμο των ρυτίδων σου
Το νυκτερινό πρελούδιο
Της ανίκητης Άνοιξης
Ηχοκύματα διαπερνούσαν
Τις παρειές του προσώπου σου
Σιγοτραγουδούσες
Μικρές μπαλάντες στα διάκενα της σιωπής
Χανόσουν στα άσπρα σκαλοπάτια χωρίς πυρσούς
Σαν κωπηλάτης που έχασε τη ρότα και τους φάρους έσβησε

Καρτερούσες μονάχα την πειρατική φρεγάτα να 'ρθει
Από ταξίδι στα βάθη της νύχτας
Χρυσάφι κι πετράδια κοσμούσαν την εικόνα σου
Προορισμένος στα θαύματα καθώς ήσουν
Τύλιγες εγκάρσια τις πληγές των αγγέλων
Ανασήκωνες το καπάκι  του κλειστού πηγαδιού
Κι εκθαμβος έλυνες στη στιγμή τα αινίγματα όλα
Απορούσες
Σαν το παιδί που αντικρίζει την ήβη του ήλιου
Κλεισμένη στις χούφτες του
Φοβόσουν... φόβο και πάθος άδηλο
Ένα χειροφίλημα ξάφνου σε συνέφερνε
Από κορίτσια που ασβέστωναν
Τον περίγυρο των μνημάτων παραμονές του κλήδονα
Από αγόρια που έστριβαν μακριά τσιγάρα
Φρουρώντας  τα μαρμάρινα αγάλματα της  πόλης

Έπιασα την συχνότητα των δακτύλων σου απόψε
Χωρίς να με αντιληφθείς
Χτυπούσες αθόρυβα τα πλήκτρα και ξεπηδούσε το ποίημα
Γραφή διττή με πολλές αγκύλες κι αποσιωπητικά
Σ' έχανα έτσι διαιρεμένο κι απροσδιόριστο
Πληθώρα τα ερωτηματικά στις πτυχές της κουρτίνας
Πολλές οι βαθυχάρακτες γραμμές στο παλιό μου κομπολόι

Το ήξερα χωρίς να μου το πεις
Οπλισμένος χαράματα πως θα γυρίσεις
Με την σκληρότητα του κεραυνού στο χέρι
Να χαράξεις βαθιά την ψυχρή επιφάνεια του καθρέφτη της εισόδου
Εκεί να σε βλέπω
Εκεί να σε ψηλαφίζω
Εκεί να σε κρατώ
Την παγωνιά των πορφυρών φιλιών να αποζητώ
Από κάτοπτρα τεμαχισμένα σαν του προσώπου σου τις κυρτές γωνίες

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

δοξαστικό


Οι μύστες κι οι ποιητές
Αγαπούν τα κορίτσια
Με τα ηχηρά ονόματα
Μυρτώ Ροδάνθη Αντιγόνη Ευανθία
Τις αστρόφεγγες βραδιές
Χαράζουν με το μεσαίο τους νύχι
Πάνω σε κορμούς χαρουπιάς
Το ιωβηλαίο του Έρωτα τους
-Φρεάτια ανοιχτά τους ακολουθούν
Με μαδημένες τις ανεμώνες στο χείλος τους-
Μια κουκουβάγια με χλομά μάτια
Παραστέκει τους δισταγμούς τους
Ανεβασμένη πάνω στους ώμους τους
Ασάλευτη
Σαν το παιδί που φοβήθηκε
Την ριπή της φωτεινής ρουκέτας κι αποσβολώθηκε
Ψιθυρίζουν χρησμούς κι ικεσίες
Με ανάστροφα μάτια τίγρης

Τους καταδιώκουν στα βραχύβια ταξίδια τους
Λευκές σελίδες
Ταπεινών αναγνωσμάτων
Με ποιμένες μεθυσμένους
Κι αγόρια με κοφτερά γυαλιά στα χέρια
Αντί για τσέρκια απαντιούνται
Οι ερωμένες παπαρούνες
Με βέλη στους στήμονες τους
Στοχεύουν επικίνδυνα
Τις ματαιόδοξες προελάσεις τους
Προελάσεις στους υγρούς χειμώνες
Με τις ιδρωμένες στέρνες
Μόνιμους ακολούθους τους

Πουλούν τα αντίτυπα τους
Σε υπαίθριους πάγκους
Ετήσιων εκθέσεων
Κι ύστερα επιστρέφουν γυμνοί στις ακτές
Αποσπώντας πράσινες πεταλίδες
Από τα βάθη των ωκεανών
Που τις κρύβουν
Με δέος και ευλάβεια
Μέσα σε άδεια κουτιά από τσιγάρα
Φοβούμενοι μήπως το δειλινό φως
Του πράσινου πόντου τους τις αρπάξει

Τους καταδιώκουν
Μαγιάτικες καταιγίδες
Που χτυπούν πάνω στα  κλειστά φινιστρίνια
Της συμπαντικής τους ουσίας
Αγκαλιάζονται με τις πέτρινες κοπέλες
Που κλαίνε γυμνές στο χώμα
(Φίδια φαρμακερά
Περιζώνουν τα πόδια τους
Κι έχουν τη πλάτη τους
Σημαδεμένη με τατουάζ λατρείας )

Οι μύστες κι οι ποιητές
Λαχταρούν το ύστερο φιλί
Της προδοσίας από τοξότες
Με παγερά χαμόγελα
Που εμφανίζονται μπροστά τους
Ζωσμένοι θάνατο
Ακούν τον ήχο
Της νεκρικής ύπαρξης τους
Καθησμένοι σε ξύλινες κλίνες
Με μαραμένα τα πρώιμα ρόδα
Ασπάζονται το φως και ταξιδεύουν
Με άσπρες βάρκες
Που έχουν στην πρύμνη τους ηχηρά ονόματα
Μυρτώ Ροδάνθη Αντιγόνη Ευανθία
Ζουν πλάι σε χαρωπές νύμφες και ανεβαίνουν
Την ανεμόσκαλα μειδιώντας ελαφρά
Έτοιμοι από καιρό να συναντηθούν
Με τους μαρμαρένιους κούρους που ουράνια κατοικούν σύννεφα 

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Οι νότες της μνήμης

*
Δίπλα στις εμπρήστριες χόρευαν
Γυμνά αγουροξυπνημένα κορίτσια
Από ρεκλάμες μακρινές
Ξέχασαν να δώσουν τα στοιχεία τους
Και το όνομά τους στον φαροφύλακα
Ανύμφευτο έμεινε το φεγγάρι
Με τη χαρακιά του προδομένου
Εραστή στο στήθος του

*
Στο δάσος έτρεχε ένα παιδί
Με μια χρυσή χήνα στην αγκαλιά του
Από τη χήνα έλειπε το δεξί της μάτι
Στένευε ο κόσμος βιαστικά
Σαν πεσμένο ρούχο στον υπόνομο

*
Το φέγγος υποχωρούσε
Και μια αρχαία καταιγίδα
Ράπιζε την επιφάνεια της λίμνης
Περιμάζεψες τους σπόρους
Του νεκρού σπουργιτιού
Στο σκοτάδι της ειμαρμένης
Τρέμοντας σαν φύλλο ξερό

*
Στην απλωμένη μπουγάδα
Της φυλακής
Το κουστούμι του τυφλού
Χαμογελούσε ελεύθερο

*
Στον υαλοκαμβά της γης
Έπεσε την εσπέρα
Νεκρό το φτερό
Του πορφυρού πετεινού
Ιλαρό φως ξημερώνει στο κελί
του απείρου

*
Πίσω από το βαγόνι
Αλυσίδα αμμόλοφων
Κρίκους ανοίγει το μερμήγκι
Ασημένιο κομπολόι στεναγμών
Να μετράς τους ψαλμούς

*
Φεγγάρι άσπρο
Ζαχαρένια φλούδα
Πορτοκαλιού στο πάτωμα
Ψάθινη μέρα
Αιώρα απουσίας
Ο αναβάτης χαλάρωσε
Τα γκέμια του ήλιου
Σαν να σκοτείνιασε

*
Ακριβά αρώματα
Έκρυψε στο χώμα
Μια βιαστική νυφίτσα
Η επιτάφια μαρμαροκονία
Χλόμιασε ξάφνου

*
Θαλασσινό νερό
Έβγαινε από το κοχλία
Τρύπησε το τύμπανο του αφτιού σου
Πως να ακούσεις τώρα
Το τυμπανιστή
Που βάδιζε στον δρόμο
Με τις σκυφτές πικροδάφνες

*
Δάγκωσε ένα σύννεφο
Ο τρελός εκδορέας
Τώρα παραπαίει
Στη κόψη της πέτρας άχρωμος
Σαν την ξεβαμμένη ουρά
Του κυνηγημένου αετού
Λιβάνι και σμύρνα
Μύριζαν τα ρούχα του
Πως να αντέξεις
Τα ηχοκύματα της μοναξιάς

*
Ανήκε στην σφαίρα του ήλιου
Και άρχισαν οι αριθμητικές πράξεις
Να μην ισχύουν
Τα χρόνια του καίγονταν σαν σπίρτα
Δύο πουλιά και ένα κλωνί λουίζας
Άγγιζαν τη μαγεία του άπειρου
Θηρευτής Θεός
Διασπάθιζε τους ύμνους της Άνοιξης
Ματώνοντας το μεσημεριανό φέγγος
Με το φονικό σπαθί του Μάρτη 

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

θεία Νέμεσις



Στη καρέκλα έμεινε ανέγγιχτη
Η στολή του αρλεκίνου
-Πολυτελές ρούχο
Ποτισμένο με τη σκόνη του αδιαπέραστου-
Στο τσίρκο το απόβροχο
Πέρασαν οι φονιάδες καιροί
Λάβωσαν τα πέλματα της μπαλαρίνας
Με τις μπρούτζινες λάμες των γυπαετών
Κάθε απόγευμα ακούς
Μια φωνή στριγκή
Να διαπερνά το λουλακί τοίχο
"Άι άι μακελάρηδες "

Πυκνό το υφάδι της μοίρας
Μαύρο το νήμα κατσικίσιο
Τέμνεται καθέτως
Από το διάπυρο φως της αστραπής
Δύσκολα ξεφεύγουν απ' τη σκέψη
Τα άλκιμα γυμνασμένα μέλη
Που θροούν στην άδεια αίθουσα
Δίπλα τους θυμωμένοι αλιείς που τυλίγουν επιστολές
Το σφρίγος τους αντιφεγγίζει
Στους χρυσούς καθρέπτες της εισόδου
-Απολείπει του θέρους το σκότος-

Πως να αρνηθείς τη μοίρα
Του ματωμένου στο βάθρο αγάλματος
-Στιλβώσεις λύπης στα μάτια του φεγγαριού-
Δύσκολα αποσιωπούνται
Οι τρίλιες της τρυγόνας
Στο σημειωματάριο των πεύκων
Στα όνειρά σου παίζουν ορατόρια
Και ο διασκελισμός του αλόγου
Ηρωικός παραμένει
Στη μνήμη της ασημοελιάς
Σαν ίσκιος που σε συντρόφεψε στον πρόωρο θάνατο
Της πολύχρωμης πεταλούδας
Και παρευθύς έσβησε σαν ίχνος στην ασβεστοπέτρα

Πως να εναντιωθείς στο ξέχωρο φως
Που προβάλλει από τις περσίδες του κύματος
Και επικάθεται απαλά στη παλάμη σου
Πάλλευκο και ατέρμονο...σχεδόν σάρκα σου
Στο τσίρκο έσβησε δροσερή
Η πνοή του φεγγαριού
Κάτω απ' την απλωμένη φτερούγα της θείας Νέμεσις

Η κόψη από τα ασπρισμένα κόκαλα των γλάρων
Ακύρωσε το τελευταίο χειροκρότημα στην πλατεία
Ανακωχή λες του ιππέα
Πάνω στις σπάθες του άγουρου θέρους
-Ο ιστός της βροχής έκαμψε
Για πάντα τη συρραφή του πόνου-
Φευγαλέο το μοιρολόι κρεμάστηκε
Στο αλφαβητάρι της φλόγας
Άκαμπτη μορφή η λήθη
Σιβυλλική η γραφή ατελέσφορος
"Άι άι μακελάρηδες"

Ζωγράφιζε ο βόγκος του ανέμου
Πάνω στη σκηνή ακατανόητους φθόγγους
Σαν ένα πουλί που φτερουγίζει
Σε αλλεπάλληλους κύκλους
Ισορροπώντας στα νύχια της αιωνιότητας
Και λόγο δεν δίνει σε κανένα για τα υπόγεια σχέδια του
Μόνο τα μουδιασμένα χείλη του αρλεκίνου
Ψιθύριζαν ακατάπαυστα λόγια οργής
"Άι άι μακελάρηδες"

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

διάπλους στα μάτια σου


Στο ξωκκλήσι με τους σηματωρούς
Ήταν στημένες οι κρεμάλες της Άνοιξης
Μη τραβάς τη περόνη αλητεύει η μνήμη
Στις πάνοπλες σκιές του λουόμενου τρυγητή
Απόβροχο και κατέφθαναν τα καμιόνια με τους ηττημένους
Φορούσαν μαύρες περικνημίδες
Κι είχαν στο στόμα τους χοντρούς κόκκους αλατιού
Σμίλευε η ζωή στις τσέπες τους
Λαξευμένα καθρεπτάκια ματαιοδοξίας
Ερωτιδείς με ωχρά μάγουλα
Τριμμένα άγανα σταριού
Εκτενή ορατόρια για τη δόξα μιας μελαχρινής καλλονής
Και παγωμένα χαμόγελα Αλπικής αθανασίας
Χόρευαν στο σούρουπο πολύχρωμες πεταλούδες
Παραστάσεις της πυράς
Και με ποδαράκια τρυφερά θηλύκωναν
Σταυρωμένους Έρωτες
Στη παντοδυναμία της χλόης
Απόβροχο και κατέφθαναν τα καμιόνια
Με τους καταδικασμένους
Κουκούλες χταποδιών μελάνι και αίμα έσερνε ο ωκεανός
Στα οικητήρια των βυθών πλάι στα κοράλλια
Με τα λευκά φέρετρα των απολησμονημένων
Ο διάπλους στις όχθες της νεκροπολιτείας
Με τους νεφελώδεις ιστούς πλεγμένους στα θεμέλια
Διαρκούσε κλάσματα του δευτερολέπτου
Το σύνθημα δόθηκε
Τρία δύο ένα
Φωνή λανθάνουσα και ο τριγμός της γης
Έστελνε το σπέρμα της στο κενοτάφιο της πάχνης
Νέες ωδίνες εναπόθετε στους γιορτινούς στήμονες
Ωδίνες ριγμένες πάνω στο πάναγνο λαιμό
Του διακορευμένου αετού
Που αναπολεί κρυφά τα χρυσά στιλέτα
Του παλαιικού σκηνώματος
Τρία δυο ένα
Στεγνή και μακρινή η αλήθεια αιωρούνταν
Στο υπογαλάζιο βλέμμα του τυμβωρύχου χρόνου
Μην αμφιβάλλεις
Διαποτίζει η Άνοιξη χιμαιρικά τους κλυδωνισμούς
Του υφέρποντα πόντου

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Ουρανομήκεις διαβάσεις



Άμωμες οι ψυχές παραδίδονταν
Στις σπασμένες ξιφολόγχες της βροχής
Αδύνατες από καιρό να ενδώσουν
Στις νοτισμένες παρτιτούρες
Του τυφλού οργανοπαίχτη
Που μες στα ροζιασμένα χέρια του
Κρατούσε το μυστικό κλειδί
Των αφανών εραστών

Η νύχτα φαιά οχιά τίναζε
Την σκόνη της ερήμου
Από το κοστούμι των αναπολήσεων
Πικρές οι μνήμες αποσοβούσαν
Στις ανοιχτές αντένες
Την μακαριότητα
Των άγρυπνων παρθένων
Με τα σκουρόχρωμα δαχτυλίδια
Οι διαβάτες υπερκόσμιοι
Άπληστοι κυνηγοί
Σύρονταν στις απολήξεις της Ανδρομέδας
Πανέτοιμοι να εγκλωβίσουν
Στη σχισμή του πιγουνιού τους
Το μελαψό φως του φεγγαριού

Χαλαροί οι σφυγμοί του μελλοθάνατου
Πλαισίωναν τις εικόνες
Από τις ατμώδεις πεδιάδες της νεότητας
Φθονούσε το αρχιπέλαγος
Τον κρουστό γυάλινο λαιμό
Των απαγχονισμένων ερωδιών
Κι έστελνε θύελλες
Φύκια βακχικά
Αντάμα με του σιρόκου το μπλάβο χέρι
Αρχιπέλαγος μεταμορφώσεων
Να διαμηνύει πάνω στα ψυχρά μέλη
Του κραταιού θανάτου
Την οργή των απολησμονημένων βραχονησίδων

Το τετράδιο με τα ενθύμια
Έμενε κλειστό
Κι μπιζουτιέρα με τα μυθικά μαργαριτάρια
Καταμαρτυρούσε τη μουσική σιωπή
Των κοχυλιών της αποβάθρας
Κοχυλιών που αφέθηκαν
Στους τριγμούς και τις ριπές του ανέμου
Και άκτιστη μένει η ψυχή τους
Μπροστά στη σπάθη του κύματος
-Μοιρολόγια αχ του πελάγου
Και της λύπης νέα οικητήρια
Γιορτάσι του Έρωτα στα σπαράγματα της θρυαλλίδας-
Οι διαβάτες σιωπηλοί προσπερνούσαν
Τα αντερείσματα του ήλιου
Με κατεύθυνση τις πολιτείες
Με τα εξαγνισμένα παρεκκλήσια
Μικρό γιασεμί στο τσόχινο πέτο
Επέπλεε στην επιφάνεια της λίμνης ολοζώντανο 

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Η "νηοπομπή" των κύκνων


Εννιάμηνη η αποχή της σκαιάς πέτρας
Αναπολούσε το αδήριτο φως
Πλάι στο εικονοστάσι
Με τα μαύρα κοτσύφια στα πλαϊνά μέρη
Το ποίημα διωγμένο
Κυνηγημένο θα έλεγες
Από τις απειλές
Του μυθικού Νέστορα
Περπατούσε σκυθρωπό
Με ευγενικές κινήσεις
Και με βαμμένα κόκκινα τα χείλη
-φίλιο κόκκινο από το αίμα του πρωτομάστορα-
Έψαχνε το βάζο με τα μαραμένα ρόδα
Ρόδα του Μαγιού
Ανέδυαν αρώματα πικρά
Στην πυκνή ύφανση της κουρτίνας
Το πιάνο μελαγχολικό
Κι ο καλόγερος αδυνατούσε
Να συγκρατήσει τη βαρυθυμία σου

Ψηλαφούσα στα σκοτεινά
Το δόκανο που επιχείρησες
Να κρύψεις μια νυχτιά
Στην σχισμή της γκορτσιάς
Ή μήπως στη θύρα
Του υπέργηρου γείτονα
Για να ανασυντάξεις κρυφά
Τις αυταπάτες της μοίρας σου
Τυχαίο δεντράκι περιέβαλλε
Τη μοναξιά της μεθυστικής μουσικής
Με το πλατύ του ίσκιο
Κι εσύ εκστόμιζες φτηνούς σκοπούς
Και βλαστήμιες βδελυρές

Αναριγούσε ο βυθός
Με τα σκαλιστά μονοπάτια
Εκεί που ασίγαστα και ταπεινά
Περπατούσαν δυο-δυο στη σειρά
Οι πνιγμένοι σπογγαλιείς
Έτοιμοι να απολαύσουν το τελευταίο
Βραδινό τους περίπατο
Βγήκα στην επιφάνεια μουδιασμένη
Ο καπνός και οι πνοές του ανέμου
Κύκλωναν σφιχτά τα πόδια
Των άφτερων ακόμα νεοσσών
Κι εσύ γυμνή ήσουν όπως πάντα απουσία

Στα μάτια του γρέγου πλάταινε ο φόβος
Καρδιά ανάλαφρη πόζαρε
Στον σπασμένο καθρέπτη της εισόδου
Κάποτε θα ανθίσουν οι λειμώνες του βυθού
Κι εγώ θα κρατώ γερά
Του Μέγα Σποριά το υπέροχο σείστρο
Πρέπει ξέρεις να τραφούν τα στήθη
Της ωραίας κόρης
Και οι αφανισμένοι αστερισμοί
Να εμφανιστούν καθαρά στο στερέωμα
Αργά στην οθόνη ξημερώματα
Περνούσε η "νηοπομπή"
Των χλωμών κύκνων
Που απεριόριστα αγάπησες
Πριν διάπλατα ανοίξεις τον κύκλο του χάους και χαθείς

Το ποίημα σιωπούσε στο ρήγμα του στέρνου με τη θηλή στο στόμα       

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

ο χορωδός του αποχωρισμού


Χαράματα σε αποχωρίστηκα
Την ώρα που στο πέλαγος
Έβγαιναν οι νύμφες
Με τα διαυγή ματογυάλια
Χορωδοί της χαρμολύπης
Νέμονταν συστολικά
Στο αλωνάκι του Αιγαίου
Τα ελικοειδή όνειρα των ερπυστριών
Σταχτιά λουλούδια
Πολιορκημένα από τις δέσμες
Του λουόμενου φεγγαριού
Φύτρωναν στους εξώστες
Της αποκαθηλωμένης εταζέρας
Το δάσος ανέβαζε
Πάνω στην τέφρα της λήθης
Ακτινωτούς θυσάνους
Αυξάνοντες στήμονες αγριομελιάς
Και αλγεινές στέγες αγαπημένες
Από τη πατρίδα των αφιλόξενων αγαλμάτων
-Κλεμμένες με τη ρότα του εμβατηρίου-
Πάλλονταν άθικτη η αρμύρα
Στα υπέρθυρα μάτια του κύματος
Ζητώντας να ενταφιάσει πρώτη
Τη χρυσή σαΐτα της μαρμαρυγής
Μέσα στα κρυφά βιβλία της εκατόμβης
Που σιωπηρά ανάπλαθες τις νύχτες του Νοέμβρη
Άπλωνες τα χέρια να αιχμαλωτίσεις
Βίαιους θανάτους
Ξαφνιασμένα είδωλα εμιγκρέδων
Και τον μελλούμενο ανορθωμένο
Γίγαντα του πλάγιου λόγου
Πλούτιζαν τα ελαφριά σου χέρια
Με το καθάριο ήχο των αισθήσεων
Η μοναξιά έλεγες μοιάζει
Με τον ίμερο της βροχής
Και τον επισφαλή πόθο
Του αναρριχώμενου ποταμού
Ζω την αναχώρηση του έρωτα
Και με το δάκρυ σχηματίζω
Μικρούς κρυστάλλους
Αιώνιας χαρμοσύνης
Επιβιώνω στο σκότος
Μαστιγώνοντας φύλλα λυγαριάς
Μπροστά στα καπνισμένα δοκάρια
Του φτερωτού μέλλοντος
Αφουγκράζομαι τη φυγή σου
Σαν τελεσίδικη πράξη θανάτου
Που διατελείται στην αντιπέρα όχθη
Του αχανή μύθου
Μύθου που περιέσωσε το πήγμα
Των αναστολών σου
Ζω την αναχώρηση του έρωτα  

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

σχοινοτενές πρελούδιο


Ο χιτώνας της αμαρτίας
Είναι πλεγμένος σφιχτά
Με το λινάρι των φλεβών
Και των αστερισμών
Τη μεγαλειώδη σιωπή
Σχοινοτενές πρελούδιο
Κι ακούσια διαφυγή του πάθους
Στον ερειπιώνα της κομητείας
Όταν διπλώνει το θρυμματισμένο
Πετράδι του Ολοφέρνη
Στο φως των θαλασσών
Αποφασιστική προβολή
Της  υβριδικής ζωής
Πάνω στο κάτοπτρο
Της ανακόλουθης φρεγάτας

Ανερμήνευτη η διχτύωση
Της δυνητικής εκκόλαψης
Αναμένει τη καθαρτήρια
Ανάσα της κοιμωμένης λέαινας
Που υποστέλλει ελαφρά
Τις οπλές της
-Λευκές συναρτήσεις του χάους-
Στο οπάλιο γαλάζιο
Της ρευστής λαβωματιάς
Στη σαβάνα πληθαίνουν
Τα μάτια της Αγαύης
Κάθε που σκιρτά το κόκκινο
Φόρεμα των λεπιδόπτερων

Ακροκέραμα λησμοσύνης
Κομβικές κόρες
Θρυαλλίδες της λήθης
Ασπάζονται φιλικά
Το καρπό της σαγήνης
Μετεωρίτης του γκρίζου
Αναπάλλεται
Πριν επέλθει η καταιγίδα
Στον βουρκώδη κλαυθμό
Των εσπερινών περιστερώνων
Προσφέροντας την ανεύρετη
Μυθωδία των εραστών
Στη θεία κλίνη των ανέμων 

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

το κατά συρροήν έγκλημα


Σε σκοτεινό δάσος περιπλανήθηκα
Του χτες αναλλοίωτος πεζοπόρος
Με ανοιχτή τη πληγή των αιτιάσεων
Στο δεξί μου πυρήνα
Διέφευγε ο μήλανθος του στόχου
Από τις σκούνες των πειρατών
Μάταια φιλονικούσα με το φως
Στο κολαστήριο με τα αναφιλητά
Προσκυνημένος ανθός στο πέτο της φλαμουριάς
Αντιστεκόμουν στο διάλογο της γης
Μονόχειρας ένας ποιητής ξερίζωνε 
Βραγιές με καλαμποκιές και άγριες φράουλες 
Χωριστές αποποιήσεις της πληγωμένης γης 
Καρποφορούσαν εξαρχής τις έκγονες
Απολαύσεις της σάρκας που δονούνταν
Από τις λόγχες της γλώσσας
Ερχόσουν κάτωχρος
Η φύση καλή κυρά των ανέμων
Έτεινε το βραχίωνα της στους αναρίθμητους
Εργώδεις εραστές της
Αγάπη μιας μέρας κόντρα
Στις βουλές των Τελώνων
Παραδίδονταν στο ματογυάλι
Του κοιμισμένου οδηγητή
Στο βυρσοδεψείο του βουρκωμένου ποταμού
Σμέρνα βουβή λάκτισμα του Αθανάτου
Πάνω στο κρυφό καημό της μελωδίας
Αντέγραφε τις συμφωνικές μεταλλάξεις
Του εμπύρετου κοχυλιού
Η εστία μικρή θαμνώδης
Κατέρρεε μπροστά στα μάτια των
Των σεισμικών ανατάσεων
Των Αμαρτύρητων βυθοσκόπων
Η ουράνια θύελλα απέστελλε
Στα πράσινα φουγάρα του καπνού
-Θαυμαστά ερωτικά ποιμνιοστάσια -
Ξεχασμένα λογίδρια μιας σκέψης ταπεινής
Κοιμούνταν το αίμα στο διάφανο μετάξι
Της πρωινής πολιορκητικής μηχανής
Στρατοί κυρίευαν τα στενά αλαλάζοντας
Συνθηματικές φλόγινες φράσεις
Στον δίολκο του ήλιου
Παρηγορητικές συρράξεις διέπρεπαν
Στην μετόπη του κουρσεμένου ναού
-Αποστάτες της κρυφοφίλητης αγκαλιάς-
Παιδιά εισέρχονταν ανυποψίαστα
Στους τροχούς της παγανιστικής τελετής
Έσυραν μαζί τους τα παλιά τους αναγνωστικά
Ένα παλαιό αριθμητήριο για τις ζυμώσεις της μέντας
Και το βιβλίο των ευχών
Αποκρουστικά μελετούσα την απρεπή ανάσα
Της υφέρπουσας μούσας των ραψωδών
Καταγινόμουν μαρτυρικός ακροατής
Της ερυθρίασης των νωτιαίων αυλακώσεων
Το κατά συρροήν έγκλημα διαπράττονταν
Στο χυτήριο του μαχόμενου Μανδραγόρα
Χωρίς αναλγητικό σε υποδέχτηκα
Κεντρί της μοίρας που αναδιφά τραύματα ψυχής    

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

συλλείτουργο


Κοσκίνισε την άμμο αιθέριος έφηβος
Τα χέρια συγκρατούσαν τον χρυσό
Ανάμεσα σε αντίσκηνα αθίγγανων
Που κατέβαζαν οι ποταμοί
(Ασίγαστη πνοή στο καρφί της ροής)
Βρήκε την φλέβα του σακατεμένη
Από την ανομβρία των φύλλων
Πράσινα φύλλα δίπλα
Στο παλιό γιοματάρι
Ανήμερα της γιορτής του Αγίας Θέκλας
Η καρδιά φωτίζονταν
Από τις τρεμάμενες φεγγαροφωλιές
Αποξεχνιόνταν σε σταθμούς τρένων
Παρέα με τα κοκαλιάρικα κλαδιά του ιβίσκου
Έτερψε -ώρα απογευματινή- την ηδονή των μυστών
Με γιρλάντες κεριών και με στεφάνες
Αποξηραμένων πηγαδιών

Στη μεσιανή κάμαρα ακούγονταν
Ο ρόγχος του νωπού σπέρματος
Σώματα υγρά παραδομένα στα πλήθια
Οράματα της σεπτής σινδόνης
Η προοπτική της ισημερίας
Χάνονταν στις σκέπες του πράσινου
Βελούδου -επόπτες μοίραζαν τίτλους τιμής-
Το λουλακί μάτι του ταύρου
Πετάριζε στροβίλους ζωής
Στον μικρόκοσμο της πλατείας
Ο λαχνός σύρονταν από το καπέλο
Σαν περγαμηνή από τη σάρκα της παλίρροιας  
Μελαμψά κορίτσια αποτύπωναν
Ξεχασμένες επιγραφές
Στα τροχήλατα μάτια των αγαλμάτων
Όταν περάσει ο κυματισμός
Του αιώνιου πεύκου πάνω στην κόμη
Του λευκού γιαλού θα επιστρέψω
Στη κρυψώνα με το παγωμένο νεκρό

Έχω φυλάξει για τις στρατιές
Των μελαγχολικών ματιών
Λίγο απόσταγμα από τα δέντρα
Της ρουφήχτρας -η απόσταση εκμηδενίζει
Το χαμηλό πέταγμα των κορακιών-
Γρήγορα απαρίθμησε τα σκαλοπάτια
Στην αυλή με τους μεταλλικούς κίονες
Βάζοντας φρουρούς τα σιωπηλά γκέμια
Της λησμονημένης Αμαζόνας
Το φως καραδοκεί πάνω στο κάτοπτρο
Του φιδίσιου ρυακιού
Λευκαίνει τις σκοτεινές σπηλιές
Με το διαμαντένιο νήμα της αστραπής
Λουλακί το μάτι του ταύρου σπαράσσεται
Ολοφυρμοί στο αέτωμα της πατρίδας
Σημαίες στο λοφίσκο της δεξαμενής
Υποστέλλουν το χάλκινο φρύδι
Της νυχτερινής ελεγείας

Μεταπτώσεις του κόκκινου θόλου
Στους ναούς των υμνωδών ψαράδων
Δίχτυα βαριά αυγινό ξεφάντωμα
Στο μονοπάτι της άγριας πέστροφας
Πουκάμισο φαρδύ ριγμένο
Στους αρμούς των κυμάτων
Μαζί με τον στίχο που περιέσωσες
Από τους επιδρομείς της λάβας
Μοναδικό σου καταφύγιο
Οι τριγμοί της πέτρας
Πάνω στις έγκλειστες παραφυάδες
Της δικής σου φυλακής   

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

το σύνορο της γης


Απίθωσε το χέρι της στη σκιά που διέγραφε
Η λάμπα θυέλλης πάνω στον ασβεστωμένο τοίχο
Της παρθενικής κάμαρας με τα έξοχα μανουάλια
Λευκή μια καρδιά αποκαλύπτονταν ρυθμικά
Πάνω στο νοτερό χνούδι της αφής του ασπάλαθου
Πλησίαζαν οι ήχοι -ετοιμοθάνατα πρελούδια των στεναγμών-
Παραληρώντας μαρτυρικές καταθέσεις και χρονοβόρες εικασίες
Ιδανικών αυτόχειρων ανεβασμένων πάνω στις διασταυρώσεις
Των εξοχικών τάφρων της Λαυρεωτικής κώμης
Αποστολική η σιωπή βάραινε στα βλέφαρα
Μεταφέροντας που και που κρότους οξείς
Από τις συγχορδίες των γλάρων πάνω
Στις κλακέτες των απρόσιτων πυθμένων
Απόγευμα Κυριακής με σύντομες παύσεις
Στις γρασαρισμένες αυλακιές των δίσκων του γραμμοφώνου
Αναβοούσε η τετράκλωνη λάβα του Έρωτα
Στο σύνορο της γης -πέρα από το Σταυρωμένο όριο του πόθου-
Αντάμα με τον οργιώδη χείμαρρο των ηφαιστείων
Σύρονταν λυσίκομες κόρες με τα σταυροκάρφια της μοίρας στον μηρό
Εκούσια να μαρτυρούν στο μέλλον ανεκπλήρωτες αναβάσεις
Στο απαγορευμένο χωρίο της λαγγεμένης σάρκας των εραστών
Τυφλός ο οδηγός εξερευνούσε τα ίχνη του προγονικού χάρτη
Στο παράπλευρο ανάχωμα του κάστρου
Ασθμαίνοντας αργά πεζοπορούσε με μετέωρα βήματα
Ανάμεσα σε πυργίσκους ομίχλης και σε ρείκια ανεμοθύελλας
Κοντοζύγωνε ο χρόνος της τελικής αναμέτρησης με τις ριπές του στήθους
Το σκηνικό διαπλέκονταν αχνά στις ανασυρτές αίθουσες της μνήμης
Ένα ορειχάλκινο άγαλμα πλαγιοκοπούσε λίθινους αυλούς
 Η Αχερουσία η πηγή στάλαζε αρώματα λιγωτικά
Άγγιζε το άροτρο ελαιογραφίες φτωχών ζωγράφων
Στο μύθο της πέτρας παραδιδόσουν αμαχητί
Αφουγκραζόσουν το πετάλιο άλγος των ακτημόνων
Φωτοστέφανα  περίτμητα στο άγιο περιβόλι των παθών
Ανακαλούσαν το βρεγμένο περιστέρι με τα αμφίσημα μηνύματα
Ο έρωτας μεστός ροδίτης στα κοχλαστά χείλη των εφήβων
Κι ο θάνατος λυτρωτικό νεφέλωμα στο οριζόντιο δοκάρι της ερήμου
Πεταμένο το ζάρι του νεκρού πάνω στο λευκό ιστίο της ψυχής
Περιστοιχίζονταν από τις μυθικές χαράξεις μιας απελθούσας τρικυμίας
Ευρύς ο πόντος ξιφουλκούσε πανάγιες μορφές εξεγερμένων ναυαγών
Η θάλασσα αναπαριστούσε στις σπηλιές της το οργιώδη θυμό του πεπρωμένου
Λευκές μέδουσες ατίθασες ανεμώνες και μοιχαλίδες νύχτες
Ξεσκέπαζαν τις ιταμές προθήκες των λευκασμένων οστών
Βομβούσε η μέλισσα των αγρών στα υπέρθυρα των λογισμών
Σκέψεις λυτρωτικές εφορμούσαν από στόματα ετοιμοθάνατων
Η λύκαινα ζέσταινε τη χαίτη της απόκρημνης κρανιάς
Η μικρή Σαμάνθα κράταγε το ίσο στους ψαλμούς της ανώγειας Άνοιξης
Φύτρωναν οι μυθικές πέτρες και καρποφορούσαν σουσάμι και αγριοστάφυλλα
Ο οπλισμένος αστακός βαρύθυμος διάβαινε το άγιο βήμα του ιχνηλάτη
Οι πληγές έκλεισαν κι οι μάγισσες έπαιρναν το λεωφορείο για το σκοτεινό δάσος
Μέσα στη κάμαρα οι καθρέπτες απιστούσαν με τις ασύμμετρες υδρίες
Ήρθε ο καιρός για τον μεγάλο απολογισμό τα στάχυα μέστωναν στο μέτωπο της λήθης 
Μη καρτερέψεις τη κλαγγή της φθίνουσας ομορφιάς
Στις φλέβες σου κυλά ο αιμάτινος εφιάλτης των απόρθητων στενών  
Παρηγορήσου στις ακτινωτές ανακλάσεις του ειδώλου σου πάνω στο μνήμα του υακίνθου
Που μια εσπέρα λάβωσες με το δαμασκηνό σπαθί της μοιρασιάς
Οι γενιές των άστρων θα σε μνημονεύουν στο χαρτογραφημένο συναξάρι του έρωτα  

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

γυμνός καθρέφτης


Σε γαληνεμένους  ουρανούς
Επιθεωρώ τα φτερά μου
Μοιάζω σαν της χειρομαντείας το πέπλο
Ριγμένο στο οπάλιο γαλάζιο των χειλιών σου
Ευήκοος οπαδός στης στέρνας το αρχηγείο
Μετέρχεμαι στα σταθερά ύδατα της ενοχής
Επικάθεται στο πλευρό μου απαλά
Το ατσάλινο σύρμα της ομίχλης
Ενοχοποιώντας το σκοτάδι της ώριμης πεταλίδας
Ατλάζι αιχμηρό δένει τις αποστάσεις
Ανάμεσα στις λέξεις που ιδρώνουν
Κρύο αβοκάντο και πιπερόριζα
Σε φώναξα με τα ονόματα του Βόρειου Σέλαος  
Και με της καμέλιας το δίπτυχο σεντόνι
Κανείς δεν εκπυρσοκρότησε το λευκό ήμαρ
Της παρατεταμένης εκδούλευσης σου
Παιδιά με ξενυχτισμένες βλεφαρίδες
Κρατούσαν στα χέρια διαβήτες και αιχμηρούς κανόνες
Παρακολουθούσες με μάτια σκιερά
Τον αδούλωτο έρωτα των νεαρών δρομέων
Αφουγκραζόσουν τις αλπικές νύμφες
Στο γκρίζο μετάξι του λυγερού Ταΰγετου
Έπαιρνες τον δρόμο του γυρισμού
Περπατούσες με πόδια γυμνά
Στο προσήλιο μονοπάτι της μαύρης ράχης
Έδενες ένα δεμάτι στάχυα
Στο κόσμο της αναφορικής λαγόνας
Μοναχός ακροβολιστής της ερήμου
Χανόσουν ξανά στα νεφοσκεπή ακρογιάλια
Εκπαίδευες τους ανύποπτους γλάρους
Πάνω στους αναμμένους δίαυλους της μυλόπετρας
Έβγαζες ήχους παράταιρους όλο αιδώ και λάμψη
Και φώτιζες την μικρή πλάνη της ασπαίρουσας ηλακάτης
Πριονίζοντας τις φεγγερές  στιγμές της θρυαλλίδας
Μπέρδευες το χρωματιστό νήμα της ουράνιας πολιτείας
Και για μια φορά μόνο σιγούσες μπροστά στο κανάλι
Της απαγορευμένης αλήθειας
Ησυχαστής και μετεωριστής της επίπεδης αγκάλης
Έζωνες στα χέρια σου το άρμα της άγλυκης ανίας
Σαν μικρός Θεός έμπαινες στη μάχη των Τιτάνων
Σκορπώντας ασημένια δαφνόφυλλα στης Πυθίας το τέμπλο
Σκούπιζες το δάκρυ μπροστά στο καθρέφτη
Της εξαγιασμένης λήθης γυμνός ατραπός της αντανάκλασης
Μετανοούσες προσπέφτοντας στο αλγεινό μαρτύριο των επωδών
Μιλούσες μια γλώσσα ακατάληπτη στο βωμό του αστερία
Λέξεις ποιητικής αδείας από τα κρυμμένα άσματα του πένθους
Που ακούραστα μελετούσες τις νύχτες των χορωδών αμπελουργών
Διάβαζες τα μελλούμενα στην αυστηρή ωμοπλάτη της φύσης
Σαν πράσινος γυμνός ακροβάτης στην παλέτα της πλατείας
Κυκλοφορούσες μικρές συλλογές ποιημάτων
Μέσα στους δικαστικούς χιτώνες της αποκάλυψης
Νερά και βρύα κρύβανε την όψη των αστερισμών
Μαλάκωναν την άτεγκτη σύνδεση των αρματοφορέων
Στον μαγικό κόσμο της άλογης λαγνείας
Μια επίθεση στο άσπιλο κρατίδιο του έρωτα
Απέβαινε κρυφά στους εαρινούς αναστεναγμούς των οργασμών
Θέα ακριβή της ανθισμένης γαζίας στο ερημοκλήσι του μακρινού κάβου
Άνοιγες τα κρυφά ευαγγέλια των πόθων
Και απήγγειλες την ουσία των μυστικών προσευχών
Στο κήπο με τις λιλιπούτειες ορχιδέες
Ιερουργός και ναύκληρος της μοναξιάς
Αποσιωπούσες τον μέγα όρκο των στιγμών
Στον ανοιχτό πόντο με τους ιεροκήρυκες της στάχτης
Πονούσε το σώμα του παρθενικού αίματος
Και στράγγιζε την οργή της έκλυτης πεταλούδας
Πάνω στο μεσοφόρι της ανίκητης Άνοιξης
Αργοπορούσες μπροστά στη χώρα των οφθαλμών
Και έπαιρνες την τελευταία αμαξοστοιχία της αγάπης
Με προορισμό άγνωστο χαώδη στο βάλτο της Αφαίας
Χωρίς ποτέ να απαριθμείς τα λάθη των κεραυνών
Και των σεπτών αδερφών τα πλατύγυρα καπέλα
Μόνος και άμεμπτος μπροστά στη καντηλήθρα
Της απρόσμενης λατρευτικής χρείας
Πρόδιδες την απομακρυσμένη ματιά της μνημοσύνης
Δίπλα στον άνισο αγώνα της πέτρινης γύμνιας
Που πάντα ακούσια κυοφορεί της αορτής το στερνό ταξίδι
Σε γαληνεμένους  ουρανούς
Επιθεωρώ τα φτερά μου
Μοιάζω σαν της χειρομαντείας το πέπλο
Ριγμένο στο οπάλιο γαλάζιο των χειλιών σου

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

δίδυμος κόσμος


Σε αγαπώ και σε περισφίγγω
Σαν τον φλοιό του ευκάλυπτου
Στην ψυχιατρική μονάδα της ευθαλούς νιότης
Αποσκιρτάς αργά από τις ρίζες
Του αιώνιου κισσού λοιδορώντας
Τους κρίκους των δακρύων και των ράντζων
Ρυθμίζω την ατελή αναπνοή σου
Και με παρωδία παραλλαγής
Εφημερεύω με σκονισμένα σαντάλια
Στην ψίχα  της άναρχης δενδροστοιχίας
Ταξιδεύω το αίμα σου στη πορφύρα της αλόης
Με δέρμα φτενό φαρμακωμένο από τη λησμοσύνη
Μέσα σε κάστρα με προφυλαγμένες πύλες
Διαμοιράζω επίτοκες λαβίδες εξουσίας
Στο αλσύλλιο της κατασκοπευτικής αρμάδας
Σαν άνθρωπος των πλασματικών δρόμων
Σε συναντώ στη περήφανη πλατεία
Στα αγάλματα του παλαιοπωλείου σε αντικρίζω
Αγάλματα με προτεταμένες κνήμες
Με εμφατικές καρδιές παλλόμενες
Υιοθετημένα από τα ανάγλυφα χέρια
Της λαμπρής παλάμης ενός ήλιου
Που πλαστογραφεί κίβδηλους αστερίες
Ευφυής νυγμός στον πάγο
Της γενέθλιας λιμνοθάλασσας
Χαρακώματα από νάρθηκες Αιγαιοπελαγίτικους
Κρύβουν τα ασπρόμαυρα καρτ ποστάλ
Με τα νοσταλγικά χαμόγελα της Άρτεμις
Κυνηγός στα συρματοπλέγματα της λειασμένης ψυχής
Που αποτυπώνει μικρούς μαίανδρους
Στα σκαλοπάτια της εμπόλεμης αγροικίας
Παλίρροιες και σκαμμένα χείλη στο ηλιακό
Στερέωμα προσγειώνουν τη θανατωμένη πατρίδα
Στην χρόνια απρέπεια των ερειπίων της
Τρομάζεις το μέγα κύμα στο λάκτισμα
Της δρεπανοφόρου σελήνης
Ανοίγεις τον επίλογο της αγάπης
Στο λήμμα της όμορφης τραγωδού
Και με σοφούς σελιδοδείκτες
Αντιστέκεσαι στους παγκόσμιους ουρανούς
Δραματικές αυγινές ανακρούσεις
Πλησιάζουν το πικρό άρωμα
Της εκτενούς εξομολόγησης
Η συνάντηση κανονίστηκε
Στο σταυροδρόμι του ελικοειδούς
Λαβύρινθου σαν να μην υπήρχαν ποτέ
Οι γεωμετρικές ακτίνες της παρτιτούρας
Ο πόνος καθέλκυε το καροτσάκι
Της ενδόμυχης προτομής
Κείμενα με ελλιπή στοιχεία στίξης
Περιέγραφαν τις σφραγίδες του ανικανοποίητου
Έπαιρνες τις σκιές του Θεοτοκόπουλου
Αγκαλιά μαζί με τα σκαιά πορτρέτα
Των αγαπημένων σου ποιητών
Άνοιγες τις κρύπτες της γλώσσας
Και συνέθετες μουσικά αποσπάσματα
Τέλειας θεατρικής λαγνείας
Μιλούσες για το γεγονός της φαιάς
Υπαρξιακής αντιπαλότητας των νόστων
Κι ύστερα σιωπούσες ψηλαφώντας
Τις ραφές του καλοκαιρινού πουκάμισου
Έστηνες στην ριπή του ύψους σου
Τα αστάθμητα χωρία των αινιγμάτων
Προκαλώντας το δικαίωμα της Άνοιξης να εισέλθει
Στα ενδημικά δεινά και στα πελαγίσια σκοτάδια
Αμόλυντος τυμβωρύχος της σκιάς
Σε σταθμούς ιστορικών μαρτυρολογίων
Υπεράσπιζες τη λάμα της ερωτικής κατάδυσης
Σαν ξαφνικό ξέσπασμα πυρκαγιάς
Που αποσοβείται από τη σκέψη παρθενικής κατάρας
Και ζητά άσυλο μες στη παρειά
Του πλουμιστού παγονιού στο κήπο της εξορίας
Εδώ σε βρίσκω παρέα με τους στρεβλούς
Ανεμοδείκτες σου τα ανυπόγραφα φέιγ βολάν
Και με τις εξωμήτριες θεάσεις της ασημένιας ελιάς
Χτίζεται το όραμα σου στο βαμβάκι του νεκρού
Ζητά να επικοινωνήσει με την συνύπαρξη των λυγμών
Και με των αειθαλών ρόδων το φτεροκόπημα
Σε αναζητώ στους ύμνους των εραστών
Και στα ρέκβιεμ των μαραμένων φύλλων
Ανασηκώνει η γη το έλκος της νυχτερινής αλχημείας
Και προσμετρά την ύπνωση της μαγείας
Μέσα στη λήθη που φυγοδικεί τα πάθη του ροδίτη
Μόνο εσύ ισορροπείς στα στόματα των λεόντων
Κραδαίνοντας τους κρεμαστούς κήπους της αλληλουχίας
Τα μπρούτζινα χέρια σου είναι η διαδοχή της αέρινης σάρκας
Που αναριγά στο κώνειο χρώμα της ήβης
Ιβίσκοι σε περιθάλπουν στο μελίρρυτο ιστό του θανάτου
Συμπλεγματικοί άγγελοι τίκτονται στη ψυχοσύνθεση
Της αμαρτωλής θωριάς των κρυστάλλων
Σταλαγμίτες γοητεύονται από το ανάρριχτο βλέμμα
Της φαιδρής απεικόνισης προτάσσοντας δευτερόλεπτα
Στο αιώνιο βιβλίο της βιωματικής αλήθειας
Η εκστρατεία στο Δούρειο Ίππο μετέρχεται
Στα κόκκινα στίφη των λαβωμένων χαρταετών
Το όνομα σου μια κουκκίδα μικρή στο χάρτη
Του μυστικού ειδώλου ένα λατρευτικό ερώτημα
Στην λέξη σε αγαπώ ένα πέρασμα στη φτερούγα
Του αετόμορφου βράχου πριν ο βρυχηθμός του σιρόκου
Συνεπάρει στους συμπαντικούς του ώμους το λιγοστό χιόνι
Σαν σεπτή λεία του τεμαχισμένου σώματος
Ρίχτηκες στο θεόμορφο πηγάδι του Έρωτα
Σε αγαπώ και σε περισφίγγω
Σαν τον φλοιό του ευκάλυπτου  
Στην ψυχιατρική μονάδα της ευθαλούς λατρείας
Κατοικώ στην Αχερουσία σου πηγή 
Σαν κωμωδός στο χειμαδιό της ανθρωποθυσίας 
Με λειψά βήματα πλάθω τον δίδυμο κόσμο σου

Στον Θανάση   

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

ο όρκος των οιωνοσκόπων


Μέσα στην άδεια πλατεία
Σεργιάνησε ο πόνος και ο φόβος των στίχων
Γέμισαν ενδύματα λερωμένα ζητιάνων
Τα εγκαταλελειμμένα παγκάκια
Οι φανοστάτες βυθίστηκαν
Στην οργή της αλκοολικής μάσκας
Γέρικες πικροδάφνες μελετούσαν
Την ανάστροφη παλάμη της σελήνης
Έβγαζαν τα παλιομοδίτικα καπέλα τους
Τα πελάγια έπη των ημερολογίων
Τα σήμαντρα της παρακείμενης εκκλησίας
Παραδίδονταν στη βοή των ωριαίων λόγων
Τα μάτια της Αγίας αγκυροβολούσαν
Πάνω στο άγγιγμα του Μέγα Σκιαθίτη
Δάκρυζαν τα παιδιά αντικρίζοντας
Το ηλιακό πένθος της Κνωσού
Οι μανάδες έπλεναν αποβραδίς τις χλαίνες
Και τα ιμάτια του σκοτωμένου λίθου
Ετοίμαζαν αχνιστή ψαρόσουπα και τη πρόσφεραν
Στο κόκκινο και το μαύρο κιονόκρανο
Οι μέθυσοι και οι νεκρές πόρνες κρατούσαν
Τα παρθενικά χείλη του δειλού ακροβάτη
Έπιαναν χέρι χέρι τα φιλεύσπλαχνα όνειρα
Και καταδύονταν στην θρηνητική λαχτάρα
Του αγοραίου έρωτα σπαταλώντας
Μικρά κουτιά σπίρτων δίπλα
Στην καθηλωμένη ταμπακιέρα
Το τσιγάρο στο χέρι του πρωτόπειρου ποιητή
Μεταλάμβανε την πίσσα της μοναξιάς
Έστριβε με υγρό τσιγαρόχαρτο το πορτρέτο
Της αναθηματικής στήλης τις πρωινές ώρες
Το λεωφορείο αργούσε να περάσει και οι επιβάτες
Έστηναν στις στάσεις δρομείς κρυστάλλινους
Πικρούς καφέδες σερβίριζαν οι άνθρωποι
Των ισημερινών ελλείψει του παλαιού πένθους
Οι νεκροί ψαράδες ξεψάριζαν τα δίχτυα τους
Στήνοντας τα αποκαθηλωμένα αγάλματα της γοργόνας
Οι σχεδίες στους ταρσανάδες παρακολουθούσαν
Τα μαστορικά χέρια του μετέωρου πελάγους
Καρυδότσουφλα και γρι γρι σάλπαραν
Στο παλίμψηστο ερωτικό βίο του παρελθόντος αιώνα
Οι ταξιδιώτες με τα αβαρή φτερά κυνηγούσαν
Αδέσποτες πικρές μνήμες στην απόχρωση της λήθης
Κρατούσαν τα ακυρωμένα εισιτήρια σε αρωματικούς φακέλλους
Και ιχνηλατούσαν τα ακρωτηριασμένα
Εκμαγεία της λευκής γαρδένιας
Το χώμα ανέβαζε τις ρίζες ψηλά
Για να εισακούσουν εκ νέου τη καταδίκη τους
Ο όρκος των οιωνοσκόπων
Καταλύονταν μπροστά σε λάμπα ανίχνευσης
Απαντούσαν σε νέα αινίγματα και σαν νέοι Θεοί
Κατέφευγαν στη λαμπρή αρχαία βιβλιοθήκη των νερών
Λίμναζαν οι πόθοι στους ταμιευτήρες των μύρων
Και αχνόφεγγαν οι νυχτερινές θύρες
Των λυδικών Φυλακών
Οι νυχτοφύλακες έθεταν σε διαθεσιμότητα
Τα πολιορκημένα αστρικά συμπλέγματα
Τα κλειδιά της Ανατολής ξεχασμένα
Πλάι στο βωμό της ανευρυσματικής Πατρίδας
Περίμεναν τις μαινάδες με τα φασματικά περιδέραια
Για να κουρντίσουν τα κλειδοκύμβαλα των Μουσείων
Η νύχτα έστελνε ξανθές πευκοβελόνες
Στη κόρη με τα φαιά πέλματα αποπληρώνοντας το φιλί
Η ξεχασμένη φρουρά της πύλης έπαιζε τραπουλόχαρτα
Με τους γηγενείς ήρωες των παραμυθιών
Χάραζαν μια πινελιά στον ουρανό
Για να ζωντανέψουν τον ραδιοφωνικό θρύλο
Ρεμπέτες έπαιρναν αγκαλιά επιγραμματικές φωτιές
Και με αυτογνωσία πλησίαζαν τα κρυοπαγήματα του  έρωτα
Επαναστάτες αναδιφούσαν από τον συνθηματικό ήλιο
Τις καιόμενες ορντινάντσες με μια γλώσσα σμιλευμένη
Καραδοκούσαν σε πλατείες οι μουσικοί
Μεταφράζοντας την Αλεξανδρινή ανθολογία
Φυγόκεντρες δυνάμεις κατέρχονταν
Τους νόμους της φθοράς πάνω σε ασημένιες γενειάδες
Αναθεωρώντας ξενόφερτα είδωλα λατρείας
Στο μαγνάδι της μυθοπλασίας λαοί
Με ψαλιδισμένα φτερά ενδοσκοπούσαν μικρές ρομφαίες
Έφερναν στο φως την αιχμηρή Παλατινή γραμματεία
Και με αφορισμούς υποδέχονταν το λεύκινο μυστικό
Παραμελώντας τις δραματικές εκκλήσεις
Του Αθάνατου τραγοπόδαρου σύμβολο της ιερής κουφοξυλιάς
Άσματα και ρίμες συνέθεταν οι μύστες της άρπας
Συνεπικουρούμενοι  από την ένδεια των αδερφών
Ο πλακούντας της γης βούλιαζε
Στην αρτηρία της λάσπης
Μόνο ένας μοναχός κρατούσε το ισοκράτημα
Του μελίρρυτου ψαλμού  σαν καρδιά θεατρική
Γέμιζε η πλατεία γυναίκες που χωρίστηκαν το οξυγόνο
Απαριθμώντας το πόνο και το φόβο στις μελωδίες των τζιτζικιών

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

φώτο μνήμες


Στην σήτα της ελιάς
Κατακαλόκαιρο
Βρήκα ένα αηδόνι
Να ψηλαφεί
Τις απαγορευμένες
Μελωδίες των ερτζιανών
Είχε σπασμένη
Τη μικρή χτένα
Των φτερών του
Και τσιμπολογούσε
Ουρανό
Συμπαντικό θαύμα
Το τραγούδι του                
Έφτυνε φτηνά
λιοκούκουτσα
Στο χώμα
Της αειθαλούς
Φοινικιάς

Ρυμοτομούσες
Τις αιώρες
Του σκοταδιού
Έσπαγες ένα ρόδι
Για να αναμετρηθείς
Με τους ανυπόδητους
Νάνους
Με τα μικροσκοπικά
Σκουφάκια
Οι ευχές
Αποχαρακτήριζαν
Το πρόσωπο σου
Στεφάνι λυγισμένο
Στο γόνατο
Της ανεμικής
Ανεμώνης

Τα μούρα
Κρατούσαν αγκαλιές
Αρωμάτων
Στο μαντήλι
Των θεραπαινίδων
Είναι δουλειά
Των γλάρων
Να εκκολάψουν
Το σπόρο
Της γηραιάς
Φλαμουριάς

Πέρασε
Το εφτάφωτο
Λεωφορείο
Με τους στιγματισμένους
Επιβάτες
Στο λούκι
Της πόλης
Κρέμασες
Τα λευκά σου
Εσώρουχα
Με το πικρό
Άρωμα
Της παπαρούνας

Οι ώμοι σου
Καλυμμένοι
Την ώχρα
Των φτηνών
Ξενοδοχείων
Στο ραντεβού
Με τους λεύκινους
Κύκνους
Κρατούσες
Τη σπασμένη
Καρδιά
Του επουράνιου
Κρίνου

Έπλεκες
Τα μαλλιά σου
Τον κότσο
Των Παριζιάνων
Το τακούνι χτυπούσε
Στο δρόμο
Σοκάκι
Ασβεστωμένο
Με κιμωλία
Χάρτινος
Ο πίνακας
Στο χρώμα
Του σπαρακτικού
Κισσού

Το χαρμόσυνο
Γεγονός
Της γέννησης
Συνδυάστηκε
Με την ανατίναξη
Της καμίνου
Στο γυλιό
Του κουρδιστού
Ήλιου
Προεξείχε
Το θλιβερό
Κεφάλι
Της ερωτευμένης
Μαργαρίτας

Χώλαινε
Το πόδι
Του θανάτου
Στο λούνα παρκ
Των αεικίνητων
Μαρμάρων
Η κόρη
Με το σπασμένο
Καθρεφτάκι
Έτεμνε δεξιά
Την σελήνη
Σαν τους ακτινωτούς
Μίσχους
Του βουβού
Γιασεμιού

Η βουή
Της πόλης
Έρχονταν
Από μακριά
Στη κάμαρα
Σαν ξεσπόριασμα
Αραποσιτιού
Το κλειδί
Κομμένο σε φέτες
Η αμπάρα
Λιτή κι απέριττη
Σαν σκοτεινή
Πυξίδα
Βορινής
Αρμπαρόριζας

Στον ματωμένο
Γάμο
Η ιέρεια της γης
Μαδούσε
Το σοφό
Κεφάλι
Του ηλίανθου
Ο παρανύμφιος
Έρωτας
Σκορπούσε
Πεταλίδες
Και τα φαρμακερά
Βέλη
Του σκιερού
Κάκτου

Πρασίνισε
Το πέλαγος
Στις Ανοιξιάτικες
Στοές
Στα ξάρτια
Του τυφώνα
Τρύπωναν
Αποδημητικές
Μνήμες
Λαχουράτο
Το βλέφαρο
Σκορπούσε
Ικμάδες
Φρεσκοκομμένης
Μέντας

Άναβαν του νου
Οι μώλοι
Γιρλάντες λαμπρές
και ταπεινά
Πεφταστέρια
Ακοίμητο
Το ημισέληνο
Όνειρο
Κυοφορούσε
Ριζιμιές
Ακροβασίες
Πάνω στο χνώτο
Και το θρήνο
Της νεογνικής
Λεύκας

Λυόμενο σπίτι
Στην ακροποταμιά
Κρύβει
Στα τοιχία του
Αστραφτερές
Πέστροφες
Ανεβαίνουν
Κατά μήκος
Της πρυμναίας
Δοκού
Γλυφό νερό
Κεντρίζει
Τον ομφάλιο λώρο
Του απρόσιτου
Αθάνατου

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

οι άνθρωποι των μουσώνων


Σας μίλησα στο παρελθόν για το απόβροχο της Κυριακής
Μέρα στιλβωμένη του Μάη να λαμπυρίζει
Στα πόδια των αθλητών όμοια με κουπιά στο τρεχαντήρι
Με τη τυποποιημένη ονομασία "Άκανθος Παναγία"
Έφερες πληγές από σαϊτιά στο μεσαύλι του στήθους
Στεκόσουν στο μπαλκόνι με τα ολάνθιστα νυχτολούλουδα
Λιβάνιζε ο αέρας το αποχυμωτήριο του αίματος
Ο φευγαλέος γλάρος έλυνε τα πανιά στα ιστιοφόρα
Έπλεαν ελεύθερα στον αχαρτογράφητο σκόπελο του πόντου
Οι ναύτες καρδιακοί φίλοι των νόστων απομάκρυναν
Το λεβητοστάσιο και τις μικρά μοιρογνωμόνια του ασύρματου
Έμειναν ορφανοί οι άνθρωποι των μουσώνων
Χωρίς περιστροφές άνοιγαν τα κιτρινισμένα παλίμψηστα
Διάβαζαν δυνατά τους ευτυχείς στίχους των νεκρών ποιητών
Αφιερωμένοι στις μικρές ερωμένες με τα λουλουδάτα φορέματα
Το αγκάθι παρέσερνε στην αιχμή τους δακτύλιους της Δύσης
Στου Παπαφράγκα τα σπηλαιολίθια λείαναν οι φαροφύλακες τις κηροδεσιές
Κρεμούσαν τα τάματα στα ριγωτά πουκάμισα των Αγίων
Θαύματα μεγάλα δημοσιοποιούσαν οι θύσανοι των σκίνων
Τα αρμυρίκια βάφτιζαν με αρχαιοελληνικά ονόματα τους όρμους
Αθηνά και Λυδία Ελένη και Άρτεμις Ηλέκτρα και Εκάβη
Οι λουόμενοι καβαλίκευαν τη μέθεξη των Αχράντων ωρών
Έστηναν ρομφαίες και προτομές στο κέλυφος των γυαλιστερών
Κρατούσαν παράξενα αερόστατα στα χέρια που ταξίδευαν
Στα ουρανομήκη εκτάρια της αφυπνισμένης ερήμου
Η άμμος κολλούσε στα γόνατα και υφάρπαζε την αναπνοή
Οι ταμιευτήρες του φωτός χρύσιζαν στο δακτυλίδι της κόρης
Διαμαντικά και πέρλες φορούσαν οι άγγελοι
Με τους πάλλευκους κρίνους και κρυφογελούσαν σαν νεογνά
Έρχονταν το μεσημέρι σχεδίαζες πάνω στη παλάμη σου
Με κάρβουνο εξαπτέρυγους ήλιους και μεθυσμένες σελήνες
Τα παιδιά κεντούσαν στα χράμια του έρωτα το φαιό στεφάνι
Κλυδωνίζονταν από το βάρος οι πολύχρωμοι αρμοί των χαρταετών
Χόρευαν πεντοζάλη οι αγροικίες των θαλερών ψαράδων
Η τεμνόμενη πεταλούδα περιγελούσε σκισμένες ιχνογραφίες
Βγαίναν από τα σοκάκια της πόλης οι μάγισσες με τα σκιερά πέπλα
Η Σαλώμη επενδύονταν τις ενοχές της μπροστά στα αναμμένα κεριά
Καβαφικές συναντήσεις καθόριζαν τα ωράρια των καφενέδων
Η χαρμολύπη χάριζε στους ελάχιστους εκλεκτούς της το ρακί της γιορτής
Γιρλάντες όμοιες με λαιμοδέτες παρεισφρούσαν στα άλκιμα μέλη
Της ηλιόλουστης νεράιδας στένευε το χρεμέτισμα του αλόγου στη πηγή
Δυο κίονες ξιφουλκούσαν τα αποξηραμένα δαφνόφυλλα του μαρμαροκονίας
Έφευγαν τα χρόνια μπροστά κρατώντας το καροτσάκι της λήθης
Η καρδιά έβρισκε το ρυθμό της μέσα στο πάταγο της ηλεκτρικής γης
Βάραιναν οι θημωνιές με τα άγουρα στάχυα στον μυστικό αχυρώνα
Όλες οι λέξεις αποτίναζαν τα μακρυά τους μανίκια κι έπλεκαν ζωνάρια
Στου κάτω κόσμου την Αχερουσία αγκάλη Απήγανος και κρύα μέντα
Το εισιτήριο για τις βραχώδεις περιοχές κλεισμένο στης σωτήριας πληγής το κλειδί
Στην Φαίδρα Φις  

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

ο θαλερός ορίζοντας των μύρων


Λυγίζω το κορμί ώσπου να πάρει
Τη μορφή του εαρινού βέλους
Στα μέρη με τα θαλασσινά χαλίκια
Καταδύομαι αίφνης στο φως
Καταδρομέας της ανοιχτής ηλιόπορτας
Στον ναό της αγάπης εισέρχομαι
Αισθάνομαι την διαύγεια της αγνότητας 
Σαν ένας άμωμος κοπετός που αναδύεται
Από το λαμπερό ποτάμι του Ιλισού    
Απόμερα περίμενα το καιρό
Του φρυγμένου βλέμματος
Να αναστήσει ξανά 
Την ηχώ του πολικού σήματος 
Η σπορά και η σοφία της βροχής
Σπαράζονταν ηδονικά πάνω
Στο ονειρώδες φέγγος
Της αρχαίας φτέρης
Ο ερημίτης κανάκευε
Της γεωμετρίας τον ήλιο
Και τον χαρταετό
Με τα κουρελιασμένα ζύγια

Μηχανεύτηκα τα ανήσυχα χορικά
Της τεμαχισμένης σελήνης
Και απρόθυμος μετείχα
Στην κατερήμωση του αξιοδάκρυτου
Δράκου με τους μπλε χιτώνες
Μέσα στα κλήματα είδα
Τον έγχρωμο θόρυβο της πόλης
Να καταλύει τον άγγελο της προτομής
Η έκταση του γρύλου έφερε
Την περγαμηνή της πραγματικής
Σταύρωσης
Πυρσοφόρος Θεός λείαινα
Του αίγαγρου την αχνιστή χλόη  

Ξεθύμαιναν άσκοπα στο φως 
Τα διχασμένα πτηνά του έρωτα
Μέσα στη κόκκινη βαλίτσα
Οι λεγεωνάριοι απόθεταν με ευλάβεια
Ένα σβωλαράκι χρυσής προσωπίδας
Και τις νησίδες του Πάδου
Αθώα η σκέψη ακροβολούσε
Τα τάματα με τα ερωτευμένα μάτια
Στο χορταριασμένο εικονοστάσιο
Σκηνίτης της αλήθειας σκόπευα
Του αμέθυστου τη διαιρεμένη δόξα
Φύλαγα τον αγέρωχο πάταγο
Της κιθάρας στη δόμηση της νόησης
Οι χορδές συμμετείχαν στο παιχνίδισμα
Της αχαλίνωτης κίνησης της ωδής  
Πλησίαζα τη σκάλα του σκοταδιού
Με προτεταμένα τα ακροδάκτυλα
Συναντώντας τα φτερά της κοιτίδας
Να με περιβάλλουν αέναα   

Κομματιασμένα τα μέλη μου
Σε δροσερό θάνατο
Μαδούσαν
Την ηδονική ράχη του όρκου
Βρήκα το ευαγγέλιο μέσα στα φυλλώματα
Μαζί με την γλυκιά ευωδιά
Των ακοίμητων αγγέλων
Βυθίστηκα στο θαλάμι του σύννεφου
Καρτερώντας τα μάτια του φόνου
Να με αποσπάσουν από το ρίγος
Των κεραυνοβολημένων ερπετών
Μια ζώνη με απωθούσε
Από τη πύλη της λησμονιάς
Έμεινα μόνος 
Μεταλαμβάνοντας
Την σκληρότητα του τροχού
Στην αιχμηρή αιθρία της φωτιάς
Ολόρθος στάθηκα να κοιτώ 
Σαν γέρος ερυθρόδερμος 
Που λύνει το γόρδιο κόμπο του μάγου 
Προς δόξα της φυλής του 

Ακμάζει ακόμα το κορμί της γυναίκας 
Στο θαλερό ορίζοντα των μύρων
Μην οξύνεις τη λύτρωση 
Των σμαραγδένιων ρόδων
Παραδόσου στα χέρια των ληστών  
Στάσου ικέτης μπροστά 
Στο καπνό του ποιήματος 
Μέχρι να κοπάσει ο κίνδυνος 
Και η κραυγή του γκρίζου 
Φεγγαρόφωτου που απέρχεται
Σιωπηλά κοιτώντας
Το θαλασσινό αέτωμα
Στου έρωτα τη σπηλαιώδη κοίτη   

Επενδύσου τον λευκό τύφο 
Του άλγους και χάραξε 
Με λαμπερά ξυράφια 
Τον όρθρο της ηλιακής έκλειψης 
Ρίχνοντας με το χέρι ανθόνερο 
Στο οπάλιο ψηφίο της ερήμου 
Έρχεται ο εντολοδόχος αδερφός 
Με τους αναμμένους δαυλούς 
"Ενθάδε κείται ο ιστός της Ανδρομέδας"
Λυγίζω το κορμί ώσπου να πάρει
Τη μορφή του εαρινού βέλους
Στα μέρη με τα θαλασσινά χαλίκια
Καταδύομαι αίφνης στο φως
Καταδρομέας της ανοιχτής ηλιόπορτας
Στον ναό της αγάπης εισέρχομαι
Αισθάνομαι την διαύγεια της αγνότητας
Σαν ένας άμωμος κοπετός που αναδύεται
Από το λαμπερό ποτάμι του Ιλισού   

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

η άμπωτις της νύχτας



Δυο νύχτες μόνο σε είχα και δεν σε είχα στα χέρια μου 
Σαν ξαφνικό μειδίαμα κορυδαλλού στο δάσος του Σέιχ Σου
Αποκαθηλωμένη καρτερούσα το πολύλαλο κελαηδισμό
Φωτογραφίζοντας τη λάμψη του σταυρωμένου έρωτα
Άσκοπα επί μέρες πετροβολούσα κόκκινες ορχιδέες
Και δροσερές ορτανσίες περιφρονούσα οικτρά 
Στα μέρη εκείνα που ο θεατρικός παράμονος γόος
Ερμήνευε της Κυβέλης τον θρήνο ξυλεύοντας τον Άττι 
Καπηλεύτηκα μια στιγμή ζωής μέσα στο πιθάρι του Διογένη  
Ασπάστηκα τα στερνά τεταρτημόρια της φλογερής λαίλαπας
Ακροάστηκα τον συριγμό της θεοσκότεινης σαλαμάντρας
Αποκάλεσα το ραβδί του τυφλού βάρδο της ένδοξης ελαίας
Κι ύστερα κατέφυγα αποσταμένη στις βραχώδεις νήσους
Για να ξεκουρντίσω τα χαλασμένα ρολόγια των ναυαγών
Η θάλασσα σήμερα δεν δέχτηκε τους μυώδεις κολυμβητές
Κατέβασαν τα ιστία τους οι ερινύες των καθαγιασμένων πόντων 
Άπλωνες γάζες των Φαραώ και σεντόνια λευκά νυφιάτικα  
Σε καταστρώματα φορτηγών πλοίων που έμεναν παροπλισμένα
Μπροστά σε λιμένες με χάρτινα φύκια και οργισμένους Φαίακες
Ψιθύριζες λόγια ποιητικά και ύμνους των νεοφώτιστων αδερφών
Στα δρομάκια με τους ανέμελους βοστρύχους αναδιφούσες το καμβά του αέρα
Πλανιόσουν στωικά στις ρίμες παγιδεύοντας μικρές πεταλούδες  
Ένα δερματόδετο βιβλίο ιστορούσε τα πάθη των βιβλικών αθλίων
Πάθη του σκουριασμένου μολυβιού σε θηκάρι ραγισμένο
Πάθη της ανεμόεσσας άμμου πάνω στο στήθος του κουπιού
Έτσι που να διαστέλλεται αργά κι επώδυνα η άμπωτις της νύχτας  
Κανένα ξημέρωμα δεν σου έγνεψαν οι δροσοσταλίδες το αντίο
Μόνο ένας σαλτιμπάγκος περιγελούσε ουρανομήκεις μελωδίες
Ξεχνιόσουν στο αντήλιο χέρι της όστριας σαν ένοχος μύστης  
Αποτραβιόσουν στις σκιάσεις του ντροπαλού ηλίανθου
Έκλαιγες θυμωμένος σαν παιδί που του κλέψανε το νόμισμα
Συνεπαρμένος διάβαζες τη στήλη με τα ιερογλυφικά
Ιστοριοδίφης και μέγας πολεμιστής του αρχέγονου πόνου
Αντανακλούσαν τα μάτια σου Γρανικές νυχτερινές επιθέσεις
Από την αρχή κήδευες τον αφελή λήθαργο του αδύνατου εντόμου 
Γόρδιες πλεκτάνες άπλωνες πάνω στο ατλαζένιο γοβάκι της μάγισσας
Στα αλώνια που έκαιγε το ζεματισμένο σπαθί μετέθεσα την ηδονή του θανάτου
Και σαν αφαλός συρματόσκοινου μυήθηκα στα πολύγωνα κελιά της σφήκας 
Δυο νύχτες μόνο σε είχα και δεν σε είχα στα χέρια μου 
Σαν ξαφνικό μειδίαμα κορυδαλλού στο δάσος του Σέιχ Σου
Αποκαθηλωμένη καρτερούσα το πολύλαλο κελαηδισμό
Φωτογραφίζοντας τη λάμψη του σταυρωμένου έρωτα