Δευτέρα 23 Μαΐου 2022
Kou-ta ( μια στροφή με τη μορφή 7/57/5 συλλαβών)
Κυριακή 22 Μαΐου 2022
ko-uta (Μια στροφή με την μορφή 7/5/7/5 συλλαβών
Ολοπόρφυρη καρδιά
αίμα γεμάτη
του έρωτα καμτσίκι
γλυκά την χτυπά.
*
Τρέχει η ελαφίνα
βόλι την ξυπνά
κρυψώνα μες το δάσος
ψάχνει για να βρει.
*
Δαγκωμένο το μήλο
γερά τα δόντια
χυμοί τρέχουν στο στήθος
αισθήσεις ξυπνούν.
*
Στέκουν οι αμαξάδες
ζεστές οι θέσεις
ζευγαράκια ανεβαίνουν
όρκους μοιράζουν.
*
Μαζεύει παπαρούνες
στεφάνια δένει
επάνω στα μάγουλα
σκόρπια η γύρη.
*
Ταξίδι μου έταξες
μέρη μακρινά
γεμάτη προκυμαία
απούσα εσύ.
*
Πανσέληνο το φως
χλωμό πρόσωπο
εκστατικό κοιτάζει
σκύλοι ουρλιάζουν.
*
Άνθος δροσοσταλίδων
πρωινή ώρα
γεμίζω το τασάκι
τσάι να φτιάξω.
*
Φτερωτός ο έρωτας
λάμπει το βέλος
τις νεανικές καρδιές
στόχο του βάζει.
*
Αιχμηρό το μαχαίρι
λάμπει στον ήλιο
περίκλειστο τ' αλώνι
μάχη θα δώσει.
*
Προδοσίας το φιλί
λάμνει στα χείλη
παίζει σε δύο ταμπλό
άπιστη καρδιά.
*
Πορφυρό το δειλινό
γάζες απλώνει
ζευγάρι του έρωτα
πιάνει ο φακός.
*
Χρωματιστό το τόπι
κεφάλι χτυπά
ζαλίζεται ο νέος
αστράκια βλέπει.
*
Τρομερός πιτσιρικάς
κλωτσά το τόπι
καρούμπαλο μου κάνει
κατακούτελα.
*
Κρίθινο παξιμάδι
σπάει το δόντι
που να βρω κεραμίδι
νέο να βγάλω.
*
Τρέξτε ποδαράκια μου
φεύγει το τόπι
μέσα στα λασπόνερα
βουτιά θε να κάνει.
Παρασκευή 20 Μαΐου 2022
Η λουόμενη
Είχαν κοπάσει οι άνεμοι. Το δροσερό μελτεμάκι που μέχρι χτες φυσούσε, κούρνιασε στην επιφάνεια της θάλασσας. Τα ήρεμα καταγάλανα νερά της φιλούσαν τις καρίνες των πλοίων, χάιδευαν τα παιχνιδιάρικα δελφίνια, κι αγκάλιαζαν τα σώματα των πρώτων κολυμβητών. Πυρακτωμένη μπάλα ο ήλιος μπαινόβγαινε μέσα στα αχνά συννεφάκια που έμοιαζαν σαν λευκά ομπρελίνα και σαν κοπάδι αγριόκυκνων που βάδιζαν καμαρωτά στον γαλάζιο μανδύα.
Φαλτσέτα κρατά
συνοδοί τα τζιτζίκια-
άχραντο θέρος.
Ήταν το πρώτο της μπάνιο για φέτος. Όμορφη, ξανθομαλλούσα πέταξε το λινό της φόρεμα και χωρίς πολλές σκέψεις βούτηξε στα κρύα νερά που δεν είχαν προλάβει να ακόμα θερμανθούν. Παρέα της δυο ζευγάρια γλαρόπουλα που χόρευαν πάνω απ' τα βραχάκια που σμίλευσε ο χρόνος κι αλλοίωσε το αλάτι. Ερωτικούς έκαναν κύκλους κι ύστερα αμολιόνταν στα νερά για να δροσίσουν τα λευκά τους φτερά.
Πάνω στον βράχο
έσκαψε η θάλασσα-
γούβες αλατιού.
Δροσερή και με σφιγμένους τους μυς βγήκε στην ακτή. Ομπρέλα της ένα μικρό αρμυρίκι που θα την προφύλαγε απ' τα ζεστά δεμάτια του ήλιου που θεριστές δεν τα άγγιξαν ποτέ. Κοίταξε το μεγάλο κοχύλι που είχε βρει στον γεμάτο ψάρια βυθό. Το έφερε στο αυτί της για να ακούσει τους παφλασμούς των κυμάτων και τις διηγήσεις των πνιγμένων ναυτικών. Σηκώθηκε να φύγει, τώρα στην υγρή της κάμαρα θα είχε για συντροφιά τις πανάρχαιες ιστορίες της θάλασσας.
Πέφτει η νύχτα
ακούραστοι οι γρύλοι-
κουρδίζουν βιολιά.
Τρίτη 17 Μαΐου 2022
Φεγγαρολουστη νύχτα
Δευτέρα 16 Μαΐου 2022
Σομονκα
Επιστροφή
Φυσά οστρια
μέθη γλυκιά στους κόρφους
άστρο της αυγής
λατρεύω μαύρα μάτια
στίχους αγάπης γράφω.
Γράμμα αγάπης
απόσταγμα οι στίχοι
άλικο ρόδο
μακρινε μου έρωτα
το πρώτο τρένο πάρε.
*
Αποχωρισμός
Άδεια πλατφόρμα
υπομένουν τα κορμιά
μαντήλι βγαίνει
κοντά μου να γυρίσεις
τον έρωτα σου ποθώ.
Άσπρο το χέρι
τελευταίο σφύριγμα
βαριά τα ξένα
φιλιά μαζί μου παίρνω
τροχούς κινώ της μνήμης.
*
Προδοσία
Βαρύ το βλέμμα
σφαγμενη η καρδιά του
ψεύτικα φιλιά
αγάπη προδομένη
μαύρες βάφω κουρτίνες.
Νέος έρωτας
σκόρπιους πετά σπινθήρες
καίει το φιλί
μπήκε μες στην ζωή μου
τα λογικά μου πήρε
*
Χωρισμός
Πονούν τα λόγια
αφορμιζει η πληγή
στέγη αδειανη
παντού το άρωμα σου
σβηστό ένα τσιγάρο.
Καύτρα στο χέρι
ερημικό τοπίο
ένοχες σκιές
στάχτη εικόνες κάνω
σβήνω τις αναμνήσεις.
*
Γιατρικό
Πλένω το τραύμα
στρώσεις πολλές της γάζας
λευκή η μπλούζα
γιατρικό σου προσφέρω
κεραυνοβόλος έρως
Πρώτη αγάπη
αβάσταχτο το φιλί
καρδιά ανοίγω
χείλη με συνεπαίρνουν
καίγομαι μες τις φλόγες.
Εγκαρτέρηση
Κεραυνός χτυπά
τρίζουν τα παραθυρια
τρέμει η καρδιά
γεύμα σου ετοιμάζω
δάκρυα το γλυκαινουν.
Μέγας ο έρως
φαρμακερό το βέλος
χρόνια δεν κοιτά
άσπρες αν βγήκαν τρίχες
πάλλεται η καρδιά μου.
*
Πένθιμο
Αίμα στα χείλη
αστραφτερό κοντάρι
αιχμή μετάλλου
λαβωθηκε η καρδιά
σημάδια σου ζητάω.
Γκρίζος ουρανός
κυριαρχούν τα νέφη
πλάγια η βροχή
μες τις νεροσταγονες
κλείδωσες την ψυχή μου.
*
Έρωτας της μάχης
Πέσαν τα τείχη
ερημωμένα σπιτια
σταχτιά τα πουλιά
κίτρινος εκσκαφέας
δρομους για σε ανοίγω.
Σπάει η πέτρα
όλμοι πέφτουν τριγύρω
πονά η σάρκα
σπέρνω τα πετραδακια
βόμβες κρύβουν σημάδια.
Καλημέρα απανταχού.
Τανκα
Τανκα ( με την μορφή 5/7/5/7/7 και με απαραίτητη λέξη το κιμονό)
Χλωμή γκέισα
ψιλο το κιμονό της
μέση λάστιχο
λεπτά διακρίνω πόδια
φλεβιτσες τρεμοπαιζουν.
*
Ωχριούν τ' άνθη
χρωματιστό κιμονό
σφιχτη η ζώνη
την ομορφιά λατρεύω
αντίπαλους δεν έχει.
*
Μέση λυγερή
κρινενια τα δάκτυλα
σακε σερβίρει
γκέισα φημισμένη
το κιμονό ισιωνει.
*
Παίζει το κοτο
νεαρή η γκέισα
κιμονό φορά
σπάνιο το τραγούδι
τα χείλη το ψελλίζουν.
*
Σιγή αέρα
περπατά μια γκέισα
κιμονό σερνει
την προσκυνά το χώμα
δρομάκια ανοίγει.
*
Πράσινο φορά
απαστραπτον κιμονό
γκέισα μικρή
λάμπει το δώμα γύρω
σακε κερνά τους άντρες.
*
Τρέμουν τα πόδια
ρούχο αργοσαλευει
φούξια κιμονό
σακε βαρύ την πιάνει
πέφτει στην πολυθρόνα.
*
Σκοντάφτει πέφτει
σκίζεται το κιμονό
λεπτά κουρέλια
προβαρει το καινούριο
το ντεκολτέ την σφίγγει.
*
Βαδίζει μόνη
αγέρωχη γκέισα
βαρύ κιμονό
μπαίνει στον κήπο μέσα
τριαντάφυλλα μαδα.
*
Κότσο τα μαλλιά
μέση σαν δακτυλίδι
φθηνό κιμονό
μπόμπα βαριά το σακε
το στόμα δηλητήριο.
Κυριακή 15 Μαΐου 2022
Αμίλητη μάγισσα
Σάββατο 14 Μαΐου 2022
Η βυσσινιά
Η βυσσινιά στον κήπο μας μαραζωσε, έπεσαν τα φύλλα της, έγειραν τα κλαδιά της κι ο κάποτε σφριγηλος κορμός της γέμισε χαραματιες και ξεφτιους φλοιούς. Στρατιές μυρμηγκιών έκαναν επέλαση στο σώμα της και δυο χρυσομπουρμπουνες την περιτριγυριζαν. Ήρθε η ώρα της είπε ο παππούς. Αρκετά χρόνια άντεξε. Με το χέρι μου την φύτεψα. Ένα κλωνάρι ήταν κι εξελίχθηκε σε ένα πανώριο δεντρο με πεντανοστιμους καρπούς. Μια μέρα ο πατέρας πήρε το τσεκούρι να την κόψει. Σταμάτησε πριν καν την αγγίξει. Δεν του πήγαινε η καρδιά. Λιγοψυχησε. Πήρε ένα σχοινί κι άρχισε να την δένει στην μάντρα σφιχτά σαν σπλαχνο του την φρόντισε. Κάπου μου φάνηκε πως είδα ένα δάκρυ να κυλά στο σκαμμένο του μάγουλο. Πέρασε ένας μήνας κι η βυσσινιά έβγαλε δειλα δύο ανθη. Καταχαρηκαμε. Ο πατερας είπε να τα προσέχουμε κι αν με το καλό δέσουν να κρατήσουμε τα κουκούτσια για να τα φυτέψουμε στην γη. Σαν κι αυτή δεν θα βρούμε σε όλη την περιοχή. Έτσι κι έγινε το δέντρο έδεσε δυο κόκκινα ζουμερα βύσσινα. Ο μπομπιρας της οικογένειας τα έφαγε αφού πάτησε πρώτα πόδι. Τα κουκούτσια τα πήρε η μάνα και τα φυτεψε δίπλα στο πηγάδι σταυρώνοντας το χώμα. Σαν από θαύμα μέσα σε λίγο καιρό εμφανίστηκαν τα πρώτα φυλλαράκια. Σαστισαμε όλοι σαν τα αντικρυσαμε. Όλο χαρά τα πλησιαζαμε ξεσπώντας σε χειροκροτήματα κι αλαλαγμούς. Ξαφνικά όλα πήραν ένα άδοξο τέλος. Η βυσσινιά κάνοντας έναν δυνατό τριγμο έπεσε καταγής. Κλάψαμε όλοι μόνο ο παππούς μας πήρε απ'το χέρι και μας συμβούλεψε πως ηταν μάταιο να στεναχωριομαστε. Μας οδήγησε στα δύο φυντανια κι εκεί δίπλα στο πηγάδι μας έμαθε μέσα από το φαφουτικο στομα του τη χαρά της ζωής σημαδεύοντας με κόκκινη σατεν κορδέλα τους καινούριους μας φίλους μην και τους πατήσει καταλάθος κανείς.
Χαϊκού
Πέμπτη 12 Μαΐου 2022
Σιτοβολώνας
Τρίτη 10 Μαΐου 2022
haibun
Δευτέρα 9 Μαΐου 2022
dodoitsu
Κυριακή 8 Μαΐου 2022
dodoitsu
dodoitsu ( σατυρικό ποίημα με 7/7/7/5 συλλαβές) Άθλια πτώση Κατρακυλά στις λάσπες κόκκινη μια μπαλιτσα χασκογελουν τα παιδιά χρώμα αλλάζει. * Γεύμα Περνά ο αρουραίος γάτα τον κυνηγάει μεζές στ' άσπρα της δόντια κρίμα το τυρί. * Αποδόμηση Κρεμάστηκε στο δέντρο της χαράς χαρταετός κομμένη η ουρά του μπόι του λείπει. * Απώλεια Συγγράφει τους στίχους του πρόχειρα με μολύβι κίτρινο το χαρτί του η τέχνη χάνει. * Θύμα Κόκκινη παπαρούνα αγερας την φυσάει αίμα στα μάγουλα της φέρε μια γάζα. * Πείσμα Της σιωπής μαργαρίτα πεισμωνας ο εραστής ψάχνει την απάντηση φαλακρή μένει. * Σπίτι Παράθυρα χτυπάνε το ροπτρο ασημένιο κοντοστεκει ο ληστής μικρή η λεία. * Ανεμομαζωματα Άνεμος χαϊδεύει κόμη κομμωτηρίου γυρίζει βοριαδακι χαλά τη φρατσα. * Ουράνιο τόξο Εφτά τα χρώματα του μετά τη μπόρα βγαίνει άπειρος ο ζωγράφος μούντζα του ρίχνει. * Κανόνας Μπροστά πάει ο τράγος ακολουθεί κοπάδι μια θηλυκιά ζηλεύει έρως την πνίγει. * Κυνήγι Περνάει ο κυνηγός άδεια έχει φυσίγγια κρεμιέται στη ζώνη του αρμαθιά κλειδιών. * Καβαλάρης Πεζευει το άλογο κρατά τα χαλινάρια πέφτει ξάφνου στο χώμα κλωτσιά αρπάζει. * Γάιδαρος Κλωτσαει τον αέρα παιδί τον πλησιάζει τα πισινά του δείχνει σουμπητο πέφτει.
Σάββατο 7 Μαΐου 2022
Απόδραση
Τετάρτη 4 Μαΐου 2022
Επιδρομή εντόμων
Τρίτη 3 Μαΐου 2022
Το τατουάζ
Δευτέρα 2 Μαΐου 2022
Σφυροκόπημα
Τρίτη 4 Αυγούστου 2020
Νεροτριβή
Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020
Η χελώνα
Η χελώνα
Βγήκε στον κήπο. Οι ντάλιες είχαν ανθίσει καθώς και το
αγιόκλημα Τυλίχτηκε στις μυρωδιές. Πικρή η ευωδιά
της ντάλιας, ζαλιστική αυτή απ' το αγιόκλημα.
Ξεδίπλωσε το λάστιχο κι άρχισε να ποτίζει.
Στη συνέχεια ξερίζωσε κάποια ζιζάνια που είχαν κάνει
την εμφάνισή τους και σκάλισε το χώμα προσεκτικά.
Ξάφνου ανάμεσα στα λουλούδια είδε μια χελώνα να
μασουλάει αγριάδες.Την άφησε ανεμπόδιστη να συνεχίσει
το έργο της χαϊδεύοντας για λίγο το καύκαλο της.
Παντού χλωρασιές-
ολάνθιστα τα φούλια
αναρριχώνται
Σάββατο 25 Ιουλίου 2020
Φθινοπωρινή βόλτα
Haibun
Φθινοπωρινή βόλτα
Έβρεχε χωρίς σταματημό για μέρες πολλές κάποια στιγμή
πήραν τέλος τα δάκρυα του ουρανού και ξημέρωσε μια
αλλιώτικη μέρα λουσμένη στο φως. Ένας ήλιος στρατηλάτης
ήρθε να στεγνώσει τη γη, να παίξει με τα χρυσοκόκκινα
φυλλώματα που έκπτωτα κείτονταν στο χώμα.
Χαρούμενη πήρε το ποδήλατο της και κατευθύνθηκε προς το
κοντινό δάσος.
Μύρισε βροχή-
σπασμένη η ομπρέλα
κρύψου στο σκίνο.
Όλα γύρω λαμποκοπούσαν κι ένας άνεμος δυτικός
στροβίλιζε τα φύλλα στον αέρα σαν χαρτοπόλεμο.
Στάθηκε κάτω από ένα γέρικο πλατάνι κι έκπληκτη
αντίκρισε ένα σκίουρο με φουντωτή ουρά να χοροπηδά
από κορμό σε κορμό χαριτωμένα.Το ρυάκι που κυλούσε
δίπλα της δρόσιζε τις άγριες μέντες και τις φτέρες
ορμητικό απ' τις τελευταίες βροχές.
.
Ξερά τα χόρτα
βαθύσκιωτο πέρασμα-
ασταθές το βήμα.
Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020
Φτερωτός σύντροφος
Φτερωτός σύντροφος
Βγήκε στο μπαλκόνι να πιει το τσάι της.
Το ρόφημα έκαιγε, το φύσηξε λίγο κι ήπιε μια πρώτη δειλή
γουλιά.Φύσαγε δυνατά μα δεν την ενοχλούσε καθόλου.
Μάλιστα της έδινε την αίσθηση του πετάγματος. Λες και
έβγαζε φτερά και πετάριζε πάνω από τις στέγες, τα καμπαναριά
και τα μουντά σύννεφα.Ξέφευγε η καρδιά και ο νους.
Μουντό πρωινό-
αγέρας καβαλάρης
χτυπά τα τζάμια
Ένας σπίνος εμφανίστηκε προς στιγμή, αλλά απομακρύνθηκε
γρήγορα, παρασυρμένος από τις ριπές του ανέμου αφήνοντας
πίσω κελαηδισμούς.
Πόσο θα ήθελε να αγγίξει το πουπουλένιο του σώμα,
να ακούσει τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς του.
Έμεινε εκεί να τον περιμένει αδίκως μιας και ήταν σίγουρη
πως δεν θα ξανάρθει.
Κελαηδήματα
πρωτόφαντο ξάφνιασμα-
αποχωρισμός.
Τρίτη 21 Ιουλίου 2020
Γλυκό του κουταλιού
Γλυκό του κουταλιού
Σήμερα θα έφτιαχνε γλυκό του κουταλιού. Πήρε τις
καρπουζόφλουδες και τις βούτηξε μέσα στη ζάχαρη.
Ιεροτελεστία κανονική, το ξάφρισμα, το δέσιμο το
σφράγισμα στα βάζα.
Έβραζε αργά το γλυκό κι ανέδυε μια γλυκιά μυρωδιά.
Δυο μύγες κύκλωναν την κατσαρόλα.
Παρά τον ζεστό ατμό εκείνες επέμεναν να γυροφέρνουν
το γλυκό. Στο τέλος η μία, η πιο λαίμαργη, έπεσε μέσα
στο καυτό σιρόπι.
Σπάει με κρότο
στην πέτρα το καρπούζι-
έβρεξε σπόρια
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020
Εν κινήσει
Κυριακή 19 Ιουλίου 2020
Η γυναίκα με τα μαύρα
πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.
την κοίταξε αυστηρά λέγοντας της να μην τα αγγίξει γιατί
αυτά ήταν τα ορφανά παιδιά της και καλά θα κάνει να
της χαρίσει το χρυσό σταυρό που φορούσε στο λαιμό
για να μπορέσει να τα μεγαλώσει.
Σάββατο 18 Ιουλίου 2020
Το σπίτι
Το σπίτι
Το σπίτι ήταν πέτρινο, στο αγκωνάρι πάνω
από την πόρτα ήταν χαραγμένα τα αρχικά
του ιδιοκτήτη καθώς κι η ημερομηνία
αποπεράτωσης του έργου.
Μια αναρριχητική τριανταφυλλιά κάλυπτε την
είσοδο του σπιτιού με τα κόκκινα άνθη της.
Είχε πολλούς κλώνους που ανέβαιναν ως τη
μάντρα που περιέβαλε το σπίτι.
Εκεί ήταν η θέση που διάλεγε γάτος για να
χουζουρεύει.
Μια σφήκα πέταξε κι γάτος τέντωσε
ενοχλημένος την ράχη του κι ένα νιαούρισμα
ακούστηκε απειλητικό.
Στο βάθος κήπος
λιγωτική μυρωδιά-
στέλνουν οι νάρδοι.
Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020
Νηνεμία
Νηνεμία
Αποβραδίς κόπασαν οι βοριάδες και σχεδόν τίποτα δεν θύμιζε
τον ξαφνικό χαλασμό που είχε χτυπήσει πριν λίγες ώρες το νησί.
Μια γλυκιά νηνεμία είχε πάρει θέση τώρα στο βάθρο της φύσης.
Οι βαρκούλες με τα λαμπρά ονόματα αφήνονταν στην αγκαλιά
του αρυτίδωτου νερού λικνίζοντας ερωτικά τα ύφαλα.
Μόνο ένα ανυπάκουο δελφίνι τάραξε προς στιγμή την ηρεμία του
τοπίου με τις χαριτωμένες φιγούρες του.
Άσπρο κοχύλι
Σφυρίζουν οι άνεμοι-
το θέρος νικά.
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020
Περιττό φορτίο
Περιττό φορτίο
Κάθε που έφτανε το απόγευμα του Μεγάλου Σαββάτου
η μαμά μας πρόσταζε - εν μέσω των λαχταριστών
ευωδιών της μαγειρίτσας - να πάρουμε το μπάνιο μας στην
τσίγκινη λεκάνη που είχαμε για λουτρό.
Πλενόμασταν με σπιτικό σαπούνι κι έπειτα σχολαστικά μας
ξεψείριζε με το κτενάκι της απαλλάσσοντας μας απ' το περιττό
φορτίο που είχαμε στην κεφαλή μας.
Έτσι την επόμενη γιορτινή μέρα καθαροί κι απέριττοι θα παίρναμε
τη μεταλαβιά απ' το χρυσό δισκοπότηρο κάτω πάντα από το διακριτικό
βλέμμα της.
Ανθοφορία
σειούνται οι παπαρούνες-
άλικη πλαγιά.
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020
Πανηγύρι
Haibun
Πανηγύρι
Απόγευμα γιορτής και τα παιδιά καλοντυμένα
ανέβηκαν στο κάρο για να παν στο πανηγύρι.
Το κάρο το έσερνε ένα ρωμαλέο άλογο που το
είχε αναθρέψει ο παππούς τους κι ήταν πολύ υπάκουο.
Στην περιοχή είχε έρθει ένα διάσημο τσίρκο κι η χαρά
των παιδιών ήταν απερίγραπτη.
Σαν έφτασαν στον προορισμό τους πήραν
γλειφιτζούρι κοκοράκι και κάθισαν στις αυτοσχέδιες
κερκίδες δίπλα σ' έναν γελωτοποιό.
Άσπρη φοράδα
ολόγιομη πλουμίδια
μάτι μη σε βρει
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020
Στο βουνό
Haibun
Στο βουνό
Ανεβαίναμε κακοτράχαλα μονοπάτια. Γύρω ο χώρος στρωμένος με λιλά
και κίτρινες ορχιδέες. Μοσχοβολούσαν όπως μοσχοβολάει το σωματάκι
του νεογνού στη θηλή της μάνας .Λεπτή μυρωδιά να σμίγει με τον κέδρο
το φλισκούνι και τη ρίγανη.Μια πανδαισία χρωμάτων κι αρωμάτων.
Φτάσαμε στην πηγή Δροσιστήκαμε μαζί με ένα λαχανιασμένο ελάφι που
άφοβα μας κοίταζε στα μάτια .
Κρυσταλλοπηγή
κι οι άγριες ορχιδέες
ανάσα κόβουν
Τρίτη 30 Ιουνίου 2020
Στο αγρόκτημα
Στο αγρόκτημα
Κάθε απόγευμα πήγαινε να ποτίσει τα ζαρζαβατικά στο αγρόκτημα.
Έπαιρνε μαζί της και τον σκύλο της. Σαν αποτελείωνε τις δουλειές άρχιζε
να μαζεύει ανθούς και να φτιάχνει στεφάνια.Τα φόρτωνε στην καρότσα και
με αυτά στόλιζε όλα τα χαμόσπιτα του συνοικισμού. Να έχουν οι φτωχοί να
χαίρονται να μην φεύγει σαν αδέσποτη σφαίρα ο πόνος και χτυπά την καρδιά.
Στο αγρόκτημα
διπλές οι παπαρούνες
περίσσια χάρη
Σάββατο 20 Ιουνίου 2020
Απόβροχο
Απόβροχο κι έμεινα σπίτι παρακολουθώντας
διπλά ουράνια τόξα στην εμπατή του ουρανού.
Μόνη κι απόμακρη ήμουν κι άρχισα να ανασυντάσσω μνήμες,
ανοίγοντας παράθυρα στο παρελθόν.
Χνώτιζα τα τζάμια κι έγραφα τ' όνομά μου
κι ονόματα παλιών αγαπημένων που στην χλόη τώρα κοιμούνται.
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης.
Έβαζα και τζίφρες από κάτω ολοκληρωμένη να 'ναι η παρουσία τους.
Φοβόμουν να μην ξεχάσω κανένα όνομα μη μου διαφύγει καμιά συλλαβή.
Φοβόμουν μη σβήσει το πράσινο φωτάκι των αναμνήσεων
και δεν μνημονεύσω την ύπαρξή τους πάνω στην επιφάνεια του κρυστάλλου.
Θυμήθηκα την θεία Ασπασία που σε χαρτάκια έγραφε τα ονόματα των απόντων
Υπέρ αναπαύσεως: Αναστάσης, Μιχάλης, Βαρβάρα και Καλλίμαχος
Άγνωστος ο Καλλίμαχος στο γύρω περιβάλλον.
Ίσως κάποιος κρυφός εραστής της ή ένας ανικανοποίητος έρωτας.
Ποιος ξέρει, δεν της έπαιρνες κουβέντα της θείας Ασπασίας
Ωραίο όνομα έλεγα, με έθελγε η μαχητική του διαίρεση.
Μάχη, Μαχητής, Μάχιμος.
Δεν μιλούσα σε κανέναν, καλά κλείδωνα τα μυστικά μου.
Μάχη, Μαχητής, Μάχιμος
Η θεία έφτιαχνε πάντα τα μαλλιά της κότσο,
φορούσε άπειρα βραχιόλια και δακτυλίδια
και τα φορέματα της ήταν πάντα λουλουδάτα και στενά.
Όμορφη υπήρξε κι είχε πάντα το άρωμα των ζουμπουλιών και της βανίλιας.
Ευωδίαζε το σπίτι ευωδίαζαν οι γειτονιές και τα στενάκια.
Ανθούσαν τα πεζούλια, ανθούσα κι εγώ μαζί τους
Ζουμπούλι κι άνθος βανίλιας.
Χνώτιζα τα παράθυρα μα έτρεχε το νερό παρασύροντας τα δημιουργήματά μου.
Ξανά απ' την αρχή να επιμένω στο κάστρο της ανάμνησης να μπω.
Μ' ένα δαδί στο χέρι για να φωτίζω τ' αγάλματα με τα λαμπρά ονόματα:
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης.
Καθάριζα τις μουντζούρες απ' τις άδειες τους κόρες τα περιποιόμουν.
Τα μάλωνα να πέφτουν νωρίς για ύπνο.
Τ' αγάλματα κοιμούνται πολύ λίγο,
σαν να φοβούνται προκρούστεια μην γίνει η κλίνη τους.
Καθάρισε ο ουρανός, φύγαν τα ουράνια τόξα.
Άνοιξα το παράθυρο να μπει η μυρωδιά της βροχής έστω καθυστερημένα.
Είχε μουδιάσει το δάκτυλο μου, δεν μπορούσα άλλο να γράψω.
Μόνο έσβηνα, έσβηνα, έσβηνα με την άκρη της κουρτίνας έσβηνα
τα λαμπρά ονόματα των απόντων.
Χτύπησε το κουδούνι κι ήταν η θεία Ασπασία με το γνωστό χαρτάκι.
Με παρακάλεσε να πεταχτώ ως την εκκλησία.
Είχε ένα βαθύ τραύμα στο μπράτσο.
Αιμορραγούσε.
Υπάκουσα και στο δρόμο αίφνης μου ΄ρθε μια ιδέα.
Να δώσω και τα δικά μου ονόματα:
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης,
γραμμένα στο μεταξωτό μου μαντήλι μιας και μου 'λειπε το χαρτί
Στην εκκλησία ο ιερέας με κοίταξε ενθουσιασμένος και διάβασε πρώτα
τα δικά μου ονόματα.
Το χαρτάκι της θείας Ασπασίας το πέταξε
σ' ένα καλάθι ψάθινο μαζί με τους άρτους.
Στο μετάξι πρέπει να γράφονται τα ονόματα μου είπε .
Είναι πιο ευανάγνωστα κι οι αγαπημένοι αυτό μου ζητούν.
Τρίτη 16 Ιουνίου 2020
Μέθεξη
Φαρμάκι ήπιε το ποίημα απόψε,
απ' ένα μικρό φιαλίδιο από φυσητό πράσινο γυαλί.
Διογκώθηκαν οι φλέβες του κι ασύστολα πάλλονταν.
Κιτρίνισε το πρόσωπό του σαν χλόη απότιστη από καιρό.
Το κουρασμένο βλέμμα του αιμάτινος έγινε χάρτης.
Βημάτισα στην απεραντοσύνη του κι άμαχους
βρήκα νεκρούς σε βάρκες στοιβαγμένους.
Το αφουγκράστηκα και κομμένες είδα αμαρυλλίδες
στο δρόμο παρατεταγμένες από χέρι νευρικό χωροφύλακα.
Βογκούσε το ποίημα κι ήταν το άκουσμα του σαν βρυχηθμός θανάτου,
σαν ουρλιαχτό μακρόσυρτο σε θάλαμο νοσηλείας.
Φοβήθηκα και βόμβοι ήρθαν στ' αυτιά μου.
Βόμβοι και δυο κηλίδες αίματος στα δάκτυλά μου ανάβλυσαν.
Πληγώθηκε το ποίημα, λυγούσε στην θέασή μου.
Κι εγώ το γνοιάστηκα σαν τον άνθρωπο που δεν έχει σφραγίδα στην καρδιά,
σαν τον ναυτίλο που έχασε το πρώτο του μπάρκο
Πού να το κρύψω έτσι που είναι φρενιασμένο;
Στους όγκους των βιβλίων δεν χωρά
Στους κλάδους της λεύκας γρατζουνίζεται.
Το πήρα στα χέρια μη μου λιποψυχήσει.
Χλωμό ήταν το σώμα του, άκαμπτο ήταν το χέρι του,
μια πένα προεξείχε με μελάνη πολυχρονισμένη.
Την πήρα στο χέρι μου κι άρχισα νότες να του γράφω.
Νότες και στίχους με άρωμα γιασεμιού.
Κι άρχισε το ποίημα να μιλά ν' αλλάζει όψη και μορφή.
Χρυσαφένιες είχε πλεξίδες και ρόδα στα χείλη κόκκινα.
Άσπρο είχε το λαιμό και διαυγές το βλέμμα ολογάλανο.
Με βαθιά νυχιά κατέστρεψε τους βυθισμένους χάρτες.
Με τεντωμένα τα χέρια χαιρέτησε τα αρπαχτικά που χαμηλοπετούσαν.
Στο πλάι του στάθηκα κι εφάμιλλη του έγινα τεχνίτρια.
Το αποχαιρέτησα κι είπαμε να βρισκόμαστε τις νύχτες στα όνειρα.
Μωβ θα φοράει φόρεμα κι εγώ μια εσάρπα λευκή.
Έτσι αγαπήσαμε τους πανσέδες, τις κουτσουπιές και τα κρίνα τ' Απρίλη.
Σύντροφοί γίναμε κι όλες τις νύχτες δεν αλλάζουμε πλευρό,
παρά ταξιδεύουμε γαλήνια με ούριους άνεμους
και μια τσιγγάνα δίπλα μας ρίχνει τα χαρτιά.
Τρίτη 9 Ιουνίου 2020
Απρόσμενα
Ήταν καιρός για να φύγει.
Θα μάζευε σε μια παλιά βαλίτσα τα βασικά.
Δυο αλλαξιές, τρία ζευγάρια γάντια, τις εσάρπες της,
τα μοκασίνια της και τον στενό κορσέ της.
Μαζί θα έπαιρνε μια στοίβα χειρόγραφα
απ' την εποχή των πρώιμων φόβων.
Καιροί επεισοδιακοί με τσιτωμένο το δέρμα.
Με καφέδες και τσιγάρα σκέτα,
με αχόρταγα χάδια και λόγια ψιχαλιστά πάνω στα βιβλία.
Μεστά χρόνια, γεμάτα ανεπίδοτες επιστολές.
Η πένα πήγαινε από μόνη της.
Η φλέβα χόρευε πάνω στο πληκτρολόγιο σαν πεταλούδα.
Ήρθε η στιγμή να πάρει αποφάσεις.
Χόλωνε το πόδι της μνήμης και πονούσε.
Τσίτωνε και το μικρό σημάδι στο λαιμό της.
Καιρός λοιπόν να ανασυνταχθεί.
Α! να μην ξεχάσει τα καπέλα της, ειδικά αυτό
με τα φτερά της στρουθοκαμήλου και το τσαλακωμένο γείσο.
Δώρο ενός παλιού εραστή της.
-Μεγάλος έρωτας γεμάτος πυρωμένα καρφιά κι αμαρτία-
Να μην ξεχάσει κυρίως να βαφτεί.
Έπρεπε να δείχνει ξένοιαστη, έπρεπε να μοιάζει ωραία,
σαν μια θεατρίνα πάνω στη σκηνή με φανταστικούς θεατές.
Ακόμα δεν στέγνωσε το δάκρυ και το πύον ρέει στο μέτωπο.
Τέλος οι αναβολές κι οι αμφισβητήσεις.
Ο σκύλος γάβγιζε, θα τον έπαιρνε μαζί της.
Ο τελευταίος πιστός συνοδός της.
Την παρακολουθούσε στωικά,
όση ώρα τακτοποιούσε τα λιγοστά της υπάρχοντα.
Έβαλε την χτένα στα μαλλιά της, σκάλωσε, τα έδεσε κότσο.
Τίναξε την στάχτη στο πάτωμα, έφευγε...
Το πλοίο θα την πήγαινε σ΄ένα άγονο μέρος.
Στο πρακτορείο έβγαλε δυο εισιτήρια, δεν πειράζει.
Ίσως και να ξεχάστηκε, που να ξέρεις.
Αχ! αυτή η δύναμη της συνήθειας.
Πώς να ξεμάθεις το μαζί;
Πώς να ξεφύγεις από το όλον;
Πάτησε τα πλήκτρα στο πιάνο, σκόρπισαν οι νότες και τύλιξαν τη σιωπή.
Το αγαπημένο του κομμάτι.
Θα το έπαιρνε μαζί της, να λικνίζεται πάνω στο κύμα.
Τράβηξε την πόρτα με δύναμη και πάτησε την σκανδάλη επιδέξια.
Σάββατο 30 Μαΐου 2020
Μια στιγμή στο μηδέν
Μεσημέρι να έρθεις,
τότε που ο ήλιος κοιτάει κατάματα τη γη,
τότε που ο ουρανός ανοίγει διάπλατα κι αποκαλύπτει τους κήπους του.
Δεν αγαπώ τις νυχτερινές ώρες.
Μου προκαλούν ναυτία οι αναθυμιάσεις των άστρων.
Κοντά μου να έρθεις φορώντας το ξεφτισμένο σου τζιν,
κι εκείνο το χασεδένιο πουκάμισο που δεν λέει να παλιώσει.
Στα χέρια να κρατάς δυο γλαδιόλες στο χρώμα της τέφρας.
Αγαπώ τα σκούρα χρώματα και με φοβίζουν
οι λιλά αποχρώσεις πάνω στο νύχι του σύθαμπου
ή στα τριμμένα σανδάλια των αγαλμάτων.
Θα σε καλωσορίσω όπως καλωσορίζω τα ρόδα του Μάη.
Δώδεκα κρατώντας παπύρους κάτω από τη μασχάλη.
Εκεί οι μύθοι μου.
Εκεί τα ποιήματά μου.
Εκεί τα πρώτα μου ηδονικά βλέμματα πλάι στο υδάτινο φράκτη.
Βαμβακερά θα φοράω γάντια
κι η τράπουλα στο χέρι μου θα σου θυμίζει αλλοπαρμένη την απληστία της.
Πώς να σε περιγράψω αφού τόσα χρόνια λείπεις;
Έχεις το ίδιο μήκος στα μαλλιά;
Έχεις τα ίδια λακκάκια στα μάγουλα;
Φοράς εκείνο το ασημένιο σταυρουδάκι στο λαιμό;
Αν δεν σε γνώριζα θα μου ήταν άγνωστοι οι κυματισμοί στη θάλασσας.
Αύριο κατά τη μία το μεσημέρι θα πάω μια βόλτα στο κάστρο.
Στην πολεμίστρα θα σταθώ να με φωτογραφίσει η πιο λαμπρή αχτίδα.
Όμορφη θα μοιάζω σαν μικρή αμαζόνα την ώρα που κοιμάται,
ή καλύτερα σαν μια χωρική που σκουπίζει τον ιδρώτα του θέρους
με την σκληρή της παλάμη.
Αν είσαι εκεί θα σου χαρίσω ένα αντίγραφο.
Δική μου να κρατάς εικόνα, δικές μου να μαθαίνεις ιστορίες.
Μην ξεχάσεις τις γλαδιόλες.
Θα τις ακουμπήσω πλάι στο στέρνο μου.
Άκαμπτη να γίνεται η αριστερή μου πλευρά.
Νεκρικός να φαίνεται ο ίσκιος μου.
Γιατί αφότου έφυγες ένα κουρελάκι έγινα πάνω στη χλόη.
Ο σπόρος σκάει.
Ο δρόμος τελειώνει.
Οι διχάλες ξεγελούν.
Μην λαθέψεις.
Μια στιγμή μόνο στο μηδέν να μου χαρίσεις.
Τετάρτη 27 Μαΐου 2020
Αλλιώτικη ζωή
Απάγκιαζα στα χέρια σου,
είχε ζέστα εκεί κι ήταν γαλήνια.
Σταματούσε ο χρόνος.
Στα καλάμια της όχθης
ζευγάρωναν οι πελαργοί.
Ριγούσε το νερό στο ποτάμι.
Μια ρουφήχτρα.
Μια περιδίνηση.
και μια βαθιά ερωτική ανάσα.
Μας κοιτούσαν εξεταστικά
δυο κυπρίνοι.
Χαμογελούσαμε, αντέχαμε τα "σ' αγαπώ" μας.
Τρίβαμε τα χέρια μας ενθουσιασμένοι
σαν που τρίβει τα χέρια η μαία κατά την εξώθηση.
Στην παλαίστρα μπαίναμε του πόθου,
ωραίοι σαν τους ηλίανθους πριν το δείλι.
Τραγουδούσαμε πάνω στους ήχους του ποταμού.
Χορεύαμε με γυμνά πόδια και σώμα λαμπαδιασμένο.
Κόβαμε καλάμια κι αυτοσχέδιους φτιάχναμε αυλούς.
Έρχονταν οι νεράιδες με τα πράσινα μάτια,
μας συντρόφευαν και μας έλεγαν τα μυστικά τους.
Ήταν ελαφρύ το χώμα κι ελαφριά η καρδιά.
Το πούπουλο στην ζυγαριά δεν είχε βάρος.
Ο κλέφτης στα λιβάδια μόλευε τις κόκκινες παπαρούνες.
Μάτωνε ο κόσμος και στα ενυδρεία τα ψάρια
έκαναν προσπάθειες διαφυγής.
Μαλάκωνε το σαπούνι στα χέρια του μικρού παιδιού.
Το μάλωνε ο κουρέας με το αετίσιο βλέμμα.
Όλα δικά μας κι όλα στα μέτρα μας.
Βγαίναμε στην επιφάνεια με κρουστά τα σώματα.
Πετούσαμε το νόμισμα κι ήμασταν τυχεροί.
Φορούσαμε βραχιόλια στα χέρια.
Πολλές οι μαργαρίτες.
Πολλές οι πευκοβελόνες.
Πολλά τα ταπεινά χαμομήλια.
Γιρλάντες δέναμε στα κλαδιά της λεύκας
Στην παλαίστρα μπαίναμε της χαράς με γυμνά τα σώματα.
Ο σπασμένος καθρέφτης του τρεχούμενου νερού
μας παρότρυνε τα αρχέγονα να λύσουμε αινίγματα.
Τα καταφέρναμε.
Απάγκιαζα στα χέρια σου
και δεν μιλούσαμε, οι ματιές είχαν το λόγο.
Τα κλειστά στόματα δίνονταν μόνο στα φιλιά
Μας αγαπούσαν τα αεικίνητα μερμήγκια
κι εμείς κλείναμε συμφωνίες με ανεστραμμένα τα φωνήεντα.
Ηχηρός ήταν ο κόσμος.
Γεννούσε ο αέρας μεγαλυνάρια.
Έσκουζε ο γκιώνης αγριεμένος.
Περίπολο έκαναν τα βατράχια στα βότσαλα.
Όλα γύρω διαλαλούσαν τον ερωτά μας
κι εμείς φωτιές ανάβαμε γιατί έρχονταν η νύχτα και το φεγγάρι απουσίαζε.
Κατέβαινε ο ουρανός να ζεσταθεί και χάρτινα κρατούσε φαναράκια.
Λεπτός ο υμένας του μας περιέβαλε με όνειρα.
Ήταν αλλιώτικη η ζωή σαν το μάτι του μάγου πριν βγει στο μπαλκόνι
της έναστρης νύχτας.