Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

Kou-ta ( μια στροφή με τη μορφή 7/57/5 συλλαβών)

Πρόβαλλε το φεγγάρι
φέτα κίτρινη
έχασε το μισό του
ταίρι ζηλευτό.

*
Δείχνει τις δαγκάνες του
όρθια η ουρά
φαρμακερός σκορπιός
άοπλο θύμα.

*
Γονατιστή πηγαίνει
μπρος στην εκκλησιά
μετρά το κομποσκοίνι
μένουν δυο ψαλμοί.

*
Ποιήματα θα γράψει
γκρίζα τα μάτια
του σπάει το μολύβι
τη μνήμη .καλεί

*
Έφυγε το καράβι
μόνος περπατά
ξάφνου βουτά ο γλάρος
λίμνη δακρύων.

*
Ακύμαντη θάλασσα
πετάς μια πέτρα
φουσκώνουν τα νερά της
αφρούς σηκώνει.

*
Σκανδαλιαρικό παιδί
τσιρίδες βγάζει
σκίζει τ' αρκουδάκι του
το παζλ σκορπίζει.

*
Γάτος τρίχα σηκώνει
περνά ποντίκι
καταπάνω εφορμά
μια χαψιά κρέας.

*
Ολοσκότεινο κάστρο
σβήσαν τα κεριά
φαντάσματα θα βγούνε
κρύο το αίμα.

*
Παρακμή οξυγόνου
κάηκαν δέντρα
καλαηδισμοί ολίγοι
φτωχικός όρθρος.

*
Σπασμένη η ομπρέλα
αέρας φυσά
μοιάζεις με ηρωίδα
του παραμυθιού.

*
Κίτρινες μαργαρίτες
γύρη σκορπούν
ποταμός τα δάκρυα
βρεγμένο σατέν.

*
Κίτρινη κολοκύθα
αργεί ο χορός
νοικοκυρά την σπάει
σούπα θα γένει.

*
Έντρομη η αλεπού
τρέχει να κρυφτεί
φουντωτή ουρά έχει
τσιμπιές πετεινού.

*
Κυκλάμινα στον βράχο
χώμα γυρεύουν
ρωγμές βρίσκουν και μπαίνουν
σκίζουν την πέτρα.

*
Άοκνος ο ναυτίλος
πανιά μαζεύει
φύσηξε τραμουντάνα
σκούφο αποσπά.

*
Μικρή η μαγιοπούλα
στίχους σκαρώνει
λουλούδι τ' όνομα της
καρδιές λαγγευει.

*
Φωνάζει ο κόρακας
τρέμει η κυρά
τυρί βρίσκει του δίνει
φεύγει παρακεί.

*
Μικρό το βαφτιστήρι
νύχια ροδαλά
παπά γενειάδα πιάνει
τούφες τα μαλλιά.

*
Μικρή πεταλούδα
ανοίγει φτερά
χαίρει σε μίσχους πάνω
πλάνη ή ανθός.

Κυριακή 22 Μαΐου 2022

ko-uta (Μια στροφή με την μορφή 7/5/7/5 συλλαβών



Ολοπόρφυρη καρδιά
αίμα γεμάτη
του έρωτα καμτσίκι
γλυκά την χτυπά.

*
Τρέχει η ελαφίνα
βόλι την ξυπνά
κρυψώνα μες το δάσος
ψάχνει για να βρει.

*
Δαγκωμένο το μήλο
γερά τα δόντια
χυμοί τρέχουν στο στήθος
αισθήσεις ξυπνούν.

*
Στέκουν οι αμαξάδες
ζεστές οι θέσεις
ζευγαράκια ανεβαίνουν
όρκους μοιράζουν.
*
Μαζεύει παπαρούνες
στεφάνια δένει
επάνω στα μάγουλα
σκόρπια η γύρη.

*
Ταξίδι μου έταξες
μέρη μακρινά
γεμάτη προκυμαία
απούσα εσύ.

*
Πανσέληνο το φως
χλωμό πρόσωπο
εκστατικό κοιτάζει
σκύλοι ουρλιάζουν.

*
Άνθος δροσοσταλίδων
πρωινή ώρα
γεμίζω το τασάκι
τσάι να φτιάξω.

*
Φτερωτός ο έρωτας
λάμπει το βέλος
τις νεανικές καρδιές
στόχο του βάζει.

*
Αιχμηρό το μαχαίρι
λάμπει στον ήλιο
περίκλειστο τ' αλώνι
μάχη θα δώσει.

*
Προδοσίας το φιλί
λάμνει στα χείλη
παίζει σε δύο ταμπλό
άπιστη καρδιά.

*
Πορφυρό το δειλινό
γάζες απλώνει
ζευγάρι του έρωτα
πιάνει ο φακός.

*
Χρωματιστό το τόπι
κεφάλι χτυπά
ζαλίζεται ο νέος
αστράκια βλέπει.

*
Τρομερός πιτσιρικάς
κλωτσά το τόπι
καρούμπαλο μου κάνει
κατακούτελα.

*
Κρίθινο παξιμάδι
σπάει το δόντι
που να βρω κεραμίδι
νέο να βγάλω.

*
Τρέξτε ποδαράκια μου
φεύγει το τόπι
μέσα στα λασπόνερα
βουτιά θε να κάνει.


Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

Η λουόμενη

haibun

Είχαν κοπάσει οι άνεμοι. Το δροσερό μελτεμάκι που μέχρι χτες φυσούσε, κούρνιασε στην επιφάνεια της θάλασσας. Τα ήρεμα καταγάλανα νερά της φιλούσαν τις καρίνες των πλοίων, χάιδευαν τα παιχνιδιάρικα δελφίνια, κι αγκάλιαζαν τα σώματα των πρώτων κολυμβητών. Πυρακτωμένη μπάλα ο ήλιος μπαινόβγαινε μέσα στα αχνά συννεφάκια που έμοιαζαν σαν λευκά ομπρελίνα και σαν κοπάδι αγριόκυκνων που βάδιζαν καμαρωτά στον γαλάζιο μανδύα.

Φαλτσέτα κρατά
συνοδοί τα τζιτζίκια-
άχραντο θέρος.

Ήταν το πρώτο της μπάνιο για φέτος. Όμορφη, ξανθομαλλούσα πέταξε το λινό της φόρεμα και χωρίς πολλές σκέψεις βούτηξε στα κρύα νερά που δεν είχαν προλάβει να ακόμα θερμανθούν. Παρέα της δυο ζευγάρια γλαρόπουλα που χόρευαν πάνω απ' τα βραχάκια που σμίλευσε ο χρόνος κι αλλοίωσε το αλάτι. Ερωτικούς έκαναν κύκλους κι ύστερα αμολιόνταν στα νερά για να δροσίσουν τα λευκά τους φτερά.

Πάνω στον βράχο
έσκαψε η θάλασσα-
γούβες αλατιού.

Δροσερή και με σφιγμένους τους μυς βγήκε στην ακτή. Ομπρέλα της ένα μικρό αρμυρίκι που θα την προφύλαγε απ' τα ζεστά δεμάτια του ήλιου που θεριστές δεν τα άγγιξαν ποτέ. Κοίταξε το μεγάλο κοχύλι που είχε βρει στον γεμάτο ψάρια βυθό. Το έφερε στο αυτί της για να ακούσει τους παφλασμούς των κυμάτων και τις διηγήσεις των πνιγμένων ναυτικών. Σηκώθηκε να φύγει, τώρα στην υγρή της κάμαρα θα είχε για συντροφιά τις πανάρχαιες ιστορίες της θάλασσας.

Πέφτει η νύχτα
ακούραστοι οι γρύλοι-
κουρδίζουν βιολιά.

 

Τρίτη 17 Μαΐου 2022

Φεγγαρολουστη νύχτα



Το κόκκινο φεγγάρι του Μαϊου ήρθε και 
στρογγυλοκαθησε στο επίσημο τραπέζι μοιάζοντας με τα χάλκινα ταψιά από τα χρόνια της προγιαγιάς.
Ιστορικά ταψιά πρόσφατα γανωμενα να λαμποκοπουν. Εδώ ψήθηκαν πίτες, το ψητό της Κυριακής και τα μυρωδικά χόρτα παρέα με τα τυλιγμένα γαρδουμπακια.
Μοσχοβολουσε το τραπέζι, τσιγκλαγε το ένα παιδί το άλλο και οι γυναίκες της οικογένειας ανασκουμπωμενες κατέφθαναν με μεγάλες πιατέλες με τις σαλάτες και τα ορεκτικά.
Έτσι και το φεγγάρι μας σερβιριζε τα χίλια δυο καλουδια του. Φεγγαροαχτιδες που έδιναν κι άλλο μπόι στο ύψος μας, λυχναράκια για να ανάβουμε το 
φυτίλι της ποίησης και κάρβουνα ζεστά για να θερμάνουμε της καρδιάς τις κοιλίες.
Εκστασιαζομασταν και το παρακολουθούσαμε να βολταρει πίσω από τις λωτιες και τις κυδωνιες του κηπου. 
Κάποιοι θρησκόληπτοι άναβαν καρβουνακια με λιβάνι μην βρει κακό την πόλη και αποδημησουν τα λαβωμένα πουλιά
Κράτησε πολύ η νύχτα αυτή. Τα χρυσαφικά της πολύτιμα τα χάριζε στους ιερουργους και στις κυοφορουσες γυναίκες. Τα παιδιά έσπαγαν τα περσινά ρόδια και γέμιζε η αυλη ρόδινους χυμούς και σπόρια αθανασίας.
Θαμπά τα αστέρια μες την λάμψη του φεγγαριού εξηγούσαν τα όνειρα μας και έκλειναν τις ευχές μας στο χρυσό τους πουγκί. 
Γελούσαμε και στρωναμε λαχουρωτα κιλίμια στις ταράτσες να έρθει ο ύπνος να μας πάει στης παραμυθιας την χώρα. Στα χέρια μας σφιχτά κρατούσαμε σπόρους σταριού που θα έβγαζαν τους μεγάλους άρτους να μην πεινάσει το σπουργίτι, ο κορυδαλλός και τα ορφανά παιδιά που αγαπούσαν τους γρύλους και τον ασβέστη που οι γυναίκες ασπριζαν τους τρούλους των εκκλησιών και τα πνιγμένα στις βουκαμβίλιες σοκάκια του έρωτα.


Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Σομονκα



Επιστροφή


Φυσά οστρια

μέθη γλυκιά στους κόρφους

άστρο της αυγής

λατρεύω μαύρα μάτια 

στίχους αγάπης γράφω.


Γράμμα αγάπης

απόσταγμα οι στίχοι

άλικο ρόδο

μακρινε μου έρωτα

το πρώτο τρένο πάρε.


*

Αποχωρισμός


Άδεια πλατφόρμα

υπομένουν τα κορμιά

μαντήλι βγαίνει

κοντά μου να γυρίσεις

τον έρωτα σου ποθώ.


Άσπρο το χέρι

τελευταίο σφύριγμα

βαριά τα ξένα

φιλιά μαζί μου παίρνω

τροχούς κινώ της μνήμης.


*

Προδοσία


Βαρύ το βλέμμα

σφαγμενη η καρδιά του

ψεύτικα φιλιά

αγάπη προδομένη

μαύρες βάφω κουρτίνες.


Νέος έρωτας

σκόρπιους πετά σπινθήρες

καίει το φιλί

μπήκε μες στην ζωή μου

τα λογικά μου πήρε


*

Χωρισμός


Πονούν τα λόγια

αφορμιζει η πληγή

στέγη αδειανη

παντού το άρωμα σου

σβηστό ένα τσιγάρο.


Καύτρα στο χέρι

ερημικό τοπίο

ένοχες σκιές

στάχτη εικόνες κάνω

σβήνω τις αναμνήσεις.


*

Γιατρικό


Πλένω το τραύμα

στρώσεις πολλές της γάζας

λευκή η μπλούζα

γιατρικό σου προσφέρω

κεραυνοβόλος έρως


Πρώτη αγάπη

αβάσταχτο το φιλί

καρδιά ανοίγω

χείλη με συνεπαίρνουν

καίγομαι μες τις φλόγες.


Εγκαρτέρηση


Κεραυνός χτυπά

τρίζουν τα παραθυρια

τρέμει η καρδιά

γεύμα σου ετοιμάζω

δάκρυα το γλυκαινουν.


Μέγας ο έρως

φαρμακερό το βέλος

χρόνια δεν κοιτά

άσπρες αν βγήκαν τρίχες 

πάλλεται η καρδιά μου.


*

Πένθιμο


Αίμα στα χείλη

αστραφτερό κοντάρι

αιχμή μετάλλου

λαβωθηκε η καρδιά

σημάδια σου ζητάω.


Γκρίζος ουρανός

κυριαρχούν τα νέφη

πλάγια η βροχή

μες τις νεροσταγονες

κλείδωσες την ψυχή μου.


*

Έρωτας της μάχης


Πέσαν τα τείχη

ερημωμένα σπιτια

σταχτιά τα πουλιά

κίτρινος εκσκαφέας

δρομους για σε ανοίγω.


Σπάει η πέτρα

όλμοι πέφτουν τριγύρω

πονά η σάρκα

σπέρνω τα πετραδακια

βόμβες κρύβουν σημάδια.


Καλημέρα απανταχού.

Τανκα

 Τανκα ( με την μορφή 5/7/5/7/7 και με απαραίτητη λέξη το κιμονό)


Χλωμή γκέισα

ψιλο το κιμονό της 

μέση λάστιχο

λεπτά διακρίνω πόδια

φλεβιτσες τρεμοπαιζουν.


*

Ωχριούν τ' άνθη 

χρωματιστό κιμονό

σφιχτη η ζώνη

την ομορφιά λατρεύω 

αντίπαλους δεν έχει.


*

Μέση λυγερή 

κρινενια τα δάκτυλα

σακε σερβίρει 

γκέισα φημισμένη

το κιμονό ισιωνει.


*

Παίζει το κοτο

νεαρή η γκέισα 

κιμονό φορά

σπάνιο το τραγούδι

τα χείλη το ψελλίζουν.


*

Σιγή αέρα 

περπατά μια γκέισα

κιμονό σερνει 

την προσκυνά το χώμα  

δρομάκια ανοίγει.


*

Πράσινο φορά

απαστραπτον κιμονό

γκέισα μικρή

λάμπει το δώμα γύρω

σακε κερνά τους άντρες.


*

Τρέμουν τα πόδια

ρούχο αργοσαλευει

φούξια κιμονό

σακε βαρύ την πιάνει

πέφτει στην πολυθρόνα.


*

Σκοντάφτει πέφτει

σκίζεται το κιμονό

λεπτά κουρέλια

προβαρει το καινούριο

το ντεκολτέ την σφίγγει.


*

Βαδίζει μόνη

αγέρωχη γκέισα

βαρύ κιμονό

μπαίνει στον κήπο μέσα

τριαντάφυλλα μαδα.


*

Κότσο τα μαλλιά

μέση σαν δακτυλίδι

φθηνό κιμονό

μπόμπα βαριά το σακε

το στόμα δηλητήριο.


Κυριακή 15 Μαΐου 2022

Αμίλητη μάγισσα


Στην Αλικη Πεικου

Αγαπούσε με πάθος την νύχτα.
Πλάγιαζε νωρίς για να καβαλικευει
επί ώρες πολλές το σβέλτο άλογο της.
Έρχονταν οι μούσες κι όργωναν τους 
αγρούς των στίχων της.
Πρώτη και καλύτερη η Τερψιχόρη
την κερναγε τον αφρωδη οίνο των λέξεων.
Έγραφε πάντα με την πένα των εφηβικών της χρόνων.
Ο καιρός την ειχε σχεδόν καταστρέψει,  χωλαινε, χύνονταν το μελάνι στην πέτρα κι αναδύονταν αίφνης μέσα απ' το έδαφος τα μαγικά ομπρελινα των ποιημάτων.
Όταν είχε άνεμο έπαιρνε τα ποιήματα 
ο γαρμπης και τα αποθετε στις φωλιές των αηδονιών και δημώδη τα
έκανε άσματα.
Τα έπαιρναν οι πέρδικες στο σεργιάνι
τους και καμαρωτη τους έδιναν περπατησιά κι αέρα βουνίσιο.
Αν κάποτε τελείωνε το μελάνι στην 
παλιά τα έγραφε γραφομηχανή, κειμήλιο της οικογένειας.
Πατούσε τα πλήκτρα κι ήταν σαν να 
συνέθετε στο πιάνο τα ορατόρια του 
λυκαυγους.
Συνήθιζε να μην τα τελειώνει μιας και τα άστρα, το φεγγάρι και το γάλα
του γαλαξία αποσπούσαν το τετραμενο χέρι της και την οδηγούσαν στις σπηλιές με τα παλίμψηστα πάνω απ' το μάτι Του Θεού. 
Παρέα της κράταγαν οι γρύλοι κι οι
πασχαλίτσες που λαγοκοιμουνταν στα
εκατοφυλλα ρόδα. Δεν ένιωθε καθόλου μόνη.
Σαν έβρεχε οι οσμές του χώματος διαποτιζαν τις σελίδες της με κύτταρα από την μήτρα της γης.
Μια νύχτα εαρος που χιόνιζε, βαμβάκι
γίνονταν οι χιονονιφάδες και σταμπωναν στην καρδιά τις ωδές 
για τα κορίτσια των περιβολιών.
Τα ήξερε αυτά τα κορίτσια καλά, άλλοτε μάγισσες κι άλλοτε νεράιδες.
Έφερναν ονόματα μυστηριακά: Ιοκάστη, Άρτεμις, Ροδοθεα, Μυρσίνη, Ευλαμπια και Μυρτώ.
Χαρίζονταν στην νύχτα όπως χαριζεται το καλογεροπαιδι στα λιγνα γόνατα της ελπίδας.
Έπινε τα μύρα της και τα βοτάνια της κι οι φλέβες της φούσκωναν σαν τα ψωμιά στα πεσκιρια της μάνας της πριν τα ρίξει στον ξυλοφουρνο.
Μοσχομυριστο ψωμί, αρκετό για να μην πεινάει το ποίημα, οι μούσες και τα ξυπόλητα παιδιά στις λασπωμένες παραγκουπόλεις του κόσμου.


Σάββατο 14 Μαΐου 2022

Η βυσσινιά

Η βυσσινιά στον κήπο μας μαραζωσε, έπεσαν τα φύλλα της, έγειραν τα κλαδιά της κι ο κάποτε σφριγηλος κορμός της γέμισε χαραματιες και ξεφτιους φλοιούς. Στρατιές μυρμηγκιών έκαναν επέλαση στο σώμα της και δυο χρυσομπουρμπουνες την περιτριγυριζαν. Ήρθε η ώρα της είπε ο παππούς. Αρκετά χρόνια άντεξε. Με το χέρι μου την φύτεψα. Ένα κλωνάρι ήταν κι εξελίχθηκε σε ένα πανώριο δεντρο με πεντανοστιμους καρπούς. Μια μέρα ο πατέρας πήρε το τσεκούρι να την κόψει. Σταμάτησε πριν καν την αγγίξει. Δεν του πήγαινε η καρδιά. Λιγοψυχησε. Πήρε ένα σχοινί κι άρχισε να την δένει στην μάντρα σφιχτά σαν σπλαχνο του την φρόντισε. Κάπου μου φάνηκε πως είδα ένα δάκρυ να κυλά στο σκαμμένο του μάγουλο. Πέρασε ένας μήνας κι η βυσσινιά έβγαλε δειλα δύο ανθη. Καταχαρηκαμε. Ο πατερας είπε να τα προσέχουμε κι αν με το καλό δέσουν να κρατήσουμε τα κουκούτσια για να τα φυτέψουμε στην γη. Σαν κι αυτή δεν θα βρούμε σε όλη την περιοχή. Έτσι κι έγινε το δέντρο έδεσε δυο κόκκινα ζουμερα βύσσινα. Ο μπομπιρας της οικογένειας τα έφαγε αφού πάτησε πρώτα πόδι. Τα κουκούτσια τα πήρε η μάνα και τα φυτεψε δίπλα στο πηγάδι σταυρώνοντας το χώμα. Σαν από θαύμα μέσα σε λίγο καιρό εμφανίστηκαν τα πρώτα φυλλαράκια. Σαστισαμε όλοι σαν τα αντικρυσαμε. Όλο χαρά τα πλησιαζαμε ξεσπώντας σε χειροκροτήματα κι αλαλαγμούς. Ξαφνικά όλα πήραν ένα άδοξο τέλος. Η βυσσινιά κάνοντας έναν δυνατό τριγμο έπεσε καταγής. Κλάψαμε όλοι μόνο ο παππούς μας πήρε απ'το χέρι και μας συμβούλεψε πως ηταν μάταιο να στεναχωριομαστε. Μας οδήγησε στα δύο φυντανια κι εκεί δίπλα στο πηγάδι μας έμαθε μέσα από το φαφουτικο στομα του τη χαρά της ζωής σημαδεύοντας με κόκκινη σατεν κορδέλα τους καινούριους μας φίλους μην και τους πατήσει καταλάθος κανείς.

Χαϊκού

Λιλά μανδύας 
πένθιμη μια βιολέτα 
λάγνο τ' άρωμα. 

 * 
Λιλά ίριδες 
κανακευουν τον ήλιο 
βελούδα φέρνουν.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Σιτοβολώνας

Απομεσήμερο και βάδιζε ανάμεσα στα αθεριστα στάχυα. Γύρω οι πλαγιές είχαν προλάβει να θεριστουν. Έφτανε ως εδώ η μυρωδιά από τα αποκεφαλισμενα στάχυα. Έκοβε χρυσές αγκαλιές για να στολίσει το σπίτι της με τα πολλά πήλινα πιθάρια. Άδεια κοιτονταν και παροπλισμένα στις γωνιές του σπιτιού. Κάποτε εκεί αποθήκευαν παστό χοιρινό που έπλεε μες στο λάδι και τα μυρωδικά. Θερινή ώρα ορχηστρικά κομμάτια- κοιλιες τζιτζικιων. Άκουσε ένα περίεργο θόρυβο σαν σύρσιμο φιδιού έμοιαζε. Δεν άργησε να βρεθεί μπροστά σε ένα ζευγάρι φιδιών που είχαν δωθεί σε ερωτικές περιπτύξεις. Δεν φοβήθηκε και συνέχισε να περιεργάζεται το τοπίο Ολα γύρω ησύχαζαν κι η κίτρινη θάλασσα των σταχυων είχε καθησυχάσει μετά το πέσιμο του αέρα που πριν αναταραζε την επιφάνεια τους σκορπίζοντας γήινα αρώματα. Γέρνουν κεφαλή ηλίανθοι στον κήπο- βαριοί οι σπόροι. Ακούστηκαν φωνές αντρικές και γυναικεια τραγούδια. Ένα φορτηγό με μεγάλη καρότσα πλησίασε το χωράφι. Μουγκρισε η εξάτμιση του κι ύστερα η ομαδα των εργατών μπήκε στο χωράφι. Φορούσαν ελαφρά ρούχα κι οι γυναίκες ήταν μαντηλοφορουσες. Τα πολύχρωμα μαντήλια ανάμεσα στα στάχυα έμοιαζαν με περίεργα λουλούδια στην πλήρη άνθηση τους. Απαλό κύμα φιλάει τα βραχάκια- δόξα του θέρους. Είχε έρθει η ώρα της συγκομιδής. Οι εργάτες την είδαν και την χαιρέτησαν με ενα νεύμα φιλικό. Ξεκίνησαν το δύσκολο έργο τους χωρίς χάσιμο χρόνου. Τα δρεπάνια έλαμπαν στον ήλιο κι οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό των εργατών έμοιαζαν με διαμαντικα. Σφουγγιζονταν με την αναστροφή της παλάμης προς στιγμή και συνέχιζαν τον θερισμό με γοργες κινήσεις. Σπίτι χαμηλό ακούραστοι οι γρύλοι- βιολιά της νύχτας. Έμεινε ακίνητη και τους θαύμαζε. Αυτοί με την σειρά τους της χάρισαν δυο γεμάτες αγκαλιές από τα στάχυα. Ο ήλιος έκαιγε και πηρε την απόφαση να φύγει. Αφού χαιρέτησε απομακρύνθηκε βιαστικά. Στο σπίτι ανάμεσα στα στάχυα βρήκε ένα φιδοπουκαμισο. Το φύλαξε στην άκρη κι άρχισε να στολίζει τα πιθάρια. Τα αγανα στην μπλούζα της γαργαλευαν το κορμί της. Όμορφοι νέοι κολυμπούν αμέριμνοι- ψάρια τους τσιμπούν.

Τρίτη 10 Μαΐου 2022

haibun

haibun (περιηγητικό είδος συνοδευόμενο με ποίηση χαϊκού)

Απόδραση

Διαβαινε ένα φιδίσιο μονοπάτι με βοηθό την γκλίτσα του προπάππου της που στα παλαιά χρόνια υπήρξε τσέλιγκας μεγάλος.Με την αιχμή του ξύλου παραμεριζε βάτα, ασπαλαθιες και φουντωτά σκίνα. Ματωθηκαν τα χέρια της και το στενό παντελόνι που φορούσε γέμισε αγκάθια και ξεροχορτα.

Χορδές πουλιών
ο κούκος πρωτοβγηκε-
αυγά στις φωλιές.

Λαχανιασε λίγο μα δεν ήταν μακριά ο προορισμός της. Ένα πέτρινο καταφύγιο που σέρβιρε τσάι, καφέ και αχνιστη σούπα. Τώρα πήγαινε σχεδόν ψηλαφητα μιας και το μονοπάτι δυσδιάκριτο ήταν. Επεσε σε ένα δασυ ρουμάνι με ψηλούς θάμνους και αιωνόβια δέντρα. Διψούσε και το νερό στο παγούρι ήταν ελάχιστο.

Πλατάνια γύρω
εαρινή η βόλτα-
δρόμους διανοίγει

Ήπιε μια μικρή γουλια νερό, την ανακάτεψε στο στόμα της για να περιορίσει όσο το δυνατόν την δίψα της. Ο χάρτης έδειχνε μια κοντινή πηγή. Αναθάρρησε και ταχυνε το βήμα της. Μπροστά της ξεπετάχτηκε μια αλεπού που σαν την είδε κρύφτηκε φοβισμένη πίσω από τα αγριοαγκαθα.
Ρανιδες αίματος πρόδιδαν πως λαβωθηκε.

Στενό πέρασμα
άγριες μαργαρίτες-
κλείνουν τον δρόμο.

Έφτασε στην πηγή ξεδίψασε και γέμισε τα δυο της παγούρια. Το μονοπάτι ήταν τώρα πιο βατό. Απογευματινή ώρα και τα πουλιά καλαηδωντας ζωηρά κρύβονταν στις φωλιές αποχαιρετώντας την μέρα. Έβαζαν τα δυνατά τους και διαλεγαν τις πιο γλυκές κι αιθεριες νότες.

Ψηλές οι οξιές
βερβεριτσες ξέγνοιαστες-
άνθη στο χώμα.

Μετά απο μια συστάδα μαύρης πεύκης αντίκρυσε το καταφύγιο Λίγο και θα έφτανε. Πήρε βαθιά ανάσα ανακούφισης. Δυο περιηγητές την καλωσορισαν. Ήπιε δυο γενναίες γουλιες καφέ κι αποσύρθηκε στο δώμα. Μια κόκκινη φλοκάτη τύλιξε το σώμα της. Το κρύο εδώ δεν ήταν παίξε γέλασε. Το ανθογυαλι με τις λιλά και κίτρινες ορχιδέες του δάσους γλυκαιναν το χώρο.

Σκυμμένη στέκει
κόκκινη παπαρούνα -
βροχή τη βρήκε.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

dodoitsu

dodoitsu (χιουμοριστικό ποίημα με 7/7/7/5 συλλαβές)

 Πρωινοι ήχοι 
 
Χαμηλώνουν τ' αστέρια 
η νύχτα τελειώνει 
κόκορας σε ξυπνάει 
λάμα αστράφτει. 

 * 
Βάτραχος 

 Κοαζει ο βάτραχος 
του θανατα θα πεσει 
χήρα η βατραχινα 
μπλερεζα φορά. 


 * 
Κουρούνα 

 Τραγουδούν τα αηδόνια 
γλυκολαλα στο δάσος 
φωνή στριγκη κουρούνας 
κρωγμους ξαμολα. 

 * 
Πλητωμη

εργατης οξυθυμος
κρατά την βαριοπουλα 
το τοίχωμα δεν πέφτει 
ρίχνει κουτουλια.

Κυριακή 8 Μαΐου 2022

dodoitsu

dodoitsu ( σατυρικό ποίημα με 7/7/7/5 συλλαβές) Άθλια πτώση Κατρακυλά στις λάσπες κόκκινη μια μπαλιτσα χασκογελουν τα παιδιά χρώμα αλλάζει. * Γεύμα Περνά ο αρουραίος γάτα τον κυνηγάει μεζές στ' άσπρα της δόντια κρίμα το τυρί. * Αποδόμηση Κρεμάστηκε στο δέντρο της χαράς χαρταετός κομμένη η ουρά του μπόι του λείπει. * Απώλεια Συγγράφει τους στίχους του πρόχειρα με μολύβι κίτρινο το χαρτί του η τέχνη χάνει. * Θύμα Κόκκινη παπαρούνα αγερας την φυσάει αίμα στα μάγουλα της φέρε μια γάζα. * Πείσμα Της σιωπής μαργαρίτα πεισμωνας ο εραστής ψάχνει την απάντηση φαλακρή μένει. * Σπίτι Παράθυρα χτυπάνε το ροπτρο ασημένιο κοντοστεκει ο ληστής μικρή η λεία. * Ανεμομαζωματα Άνεμος χαϊδεύει κόμη κομμωτηρίου γυρίζει βοριαδακι χαλά τη φρατσα. * Ουράνιο τόξο Εφτά τα χρώματα του μετά τη μπόρα βγαίνει άπειρος ο ζωγράφος μούντζα του ρίχνει. * Κανόνας Μπροστά πάει ο τράγος ακολουθεί κοπάδι μια θηλυκιά ζηλεύει έρως την πνίγει. * Κυνήγι Περνάει ο κυνηγός άδεια έχει φυσίγγια κρεμιέται στη ζώνη του αρμαθιά κλειδιών. * Καβαλάρης Πεζευει το άλογο κρατά τα χαλινάρια πέφτει ξάφνου στο χώμα κλωτσιά αρπάζει. * Γάιδαρος Κλωτσαει τον αέρα παιδί τον πλησιάζει τα πισινά του δείχνει σουμπητο πέφτει.

Σάββατο 7 Μαΐου 2022

Απόδραση

haibun Απόδραση Διαβαινε ένα φιδίσιο μονοπάτι με βοηθό την γκλίτσα του προπάππου της που στα παλαιά χρόνια ήταν τσιλιγκας μεγάλος.Με την αιχμή του ξύλου παραμεριζε βάτα, ασπαλαθιες και φουντωτά σκίνα. Ματωθηκαν τα χέρια της και το στενό παντελόνι που φορούσε γέμισε αγκάθια και ξεροχορτα. Χορδές πουλιών ο κούκος πρωτοβγηκε- αυγά στις φωλιές. Λαχανιασε λίγο μα δεν ήταν μακριά ο προορισμός της. Ένα πέτρινο καταφύγιο που σέρβιρε τσάι, καφέ και ζεστή σούπα. Τώρα πήγαινε σχεδόν ψηλαφητα μιας και το μονοπάτι δυσδιάκριτο ήταν. Επεσε σε ένα δασυ ρουμάνι με ψηλούς θάμνους και αιωνόβια δέντρα. Διψούσε και το νερό στο παγούρι ήταν ελάχιστο. Πλατάνια γύρω εαρινή η βόλτα- δρόμους διανοίγει Ήπιε μια μικρή γουλια νερό, την ανακάτεψε στο στόμα της για να περιορίσει όσο το δυνατόν την δίψα της. Ο χάρτης έδειχνε μια κοντινή πηγή. Αναθάρρησε και ταχυνε το βήμα της. Μπροστά της ξεπετάχτηκε μια αλεπού που σαν την είδε κρύφτηκε φοβισμένη πίσω από τα αγριοαγκαθα. Ρανιδες αίματος πρόδιδαν πως λαβωθηκε. Στενό πέρασμα άγριες μαργαρίτες- κλείνουν τον δρόμο. Έφτασε στην πηγή ξεδίψασε και γέμισε τα δυο της παγούρια. Το μονοπάτια ήταν τώρα πιο βατό. Απογευματινή ώρα και τα πουλιά καλαηδωντας ζωηρά κρύβονταν στις φωλιές αποχαιρετώντας την μέρα. Έβαζαν τα δυνατά τους και διαλεγαν τις πιο γλυκές κι αιθεριες νότες. Ψηλές οι οξιές βερβεριτσες ξέγνοιαστες- άνθη στο χώμα. Μετά απο μια συστάδα μαύρης πεύκης αντίκρυσε το καταφύγιο Λίγο και θα έφτανε. Πήρε βαθιά ανάσα ανακούφισης. Δυο περιηγητες την καλωσορισαν. Ήπιε δυο γενναίες γουλιες καφέ κι αποσύρθηκε στο δώμα. Μια κόκκινη φλοκάτη τύλιξε το σώμα της. Το κρύο εδώ δεν ηταν παίξε γέλασε. Το ανθογυαλι με τις λιλά και κίτρινες ορχιδέες του δάσους γλυκαιναν το χώρο. Σκυμμένη στέκει κόκκινη παπαρούνα - βροχή τη βρήκε. Σας φιλώ γλυκά!!!

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

Επιδρομή εντόμων

Επιδρομή εντόμων Χτένισε την χαίτη του αλόγου. Λευκή φοράδα νεαρής ηλικίας με χαϊμαλιά στο λαιμό και δυνατά σαν λιονταριού πόδια. Ξαφνικά το άλογο άρχισε να κουνάει νευρικά την ουρά του. Τρεις αλογόμυγες ήρθαν πάνω του. Απέλπιδα προσπάθησε να τις διώξει. Το ενοχλούσαν και το τσιμπαγαν στα πισινά του καπούλια. Μία μάλιστα μπήκε στο αυτί του κάτι που έκανε το ζώο να αφηνιαζει και να χλιμιντριζει δυνατά. Κρύος ο καιρός χλαινη φορά το βουνό - στρώση του χιονιού. Με τα δυο πόδια στιλωμενα στον αέρα φρουμαζε και διέγραφε ημικύκλια στο χώμα. Ανήσυχος ο καβαλάρης έκανε προσπάθειες να το εξημερώσει. Το χάιδευε και με την τριχιά το έσπρωχνε μακριά από τον γκρεμό που βρίσκονταν πλάι στο στάβλο. Ατίθασο αυτό συνέχιζε να στροβιλίζεται σαν τρελό. Έκοψε και τα χαϊμαλιά του απ'το λαιμό και σκόρπισαν οι γαλάζιες χάντρες μέτρα μακριά. Χοντρές ψιχαλες χτυπούν το φινιστρινι- βαρυχειμωνια. Ύστερα από το τιτάνιο αγώνα του οι αλογόμυγες απομακρύνθηκαν. Φιλικό πια το άλογο ήρθε στα συγκαλα του. Ανακουφισμένος ο καβαλάρης συνέχισε να το μαλαζει με τα χέρια του. Πέρασε στην ράχη του την σέλα και του πρόσφερε τέσσερις πλούσιες χεριες άχυρο. Σήμερα είχαν να κουβαλήσουν πολλά σακιά με ελιές στο λιοτρίβι και ο πιστός του σύντροφος έπρεπε να είναι καρδαμωμενος και χορτατος. Φυσάει βοριάς κρύφτηκαν τα σπουργίτια- πίσω απ'τις φτέρες.

Τρίτη 3 Μαΐου 2022

Το τατουάζ

haibun Το τατουάζ Ακονισε την παλιά ψαλίδα του παππού της, έριξε στους ώμους της ένα ελαφρύ σάλι και βγήκε από το σπίτι. Σήμερα η μέρα φορούσε τα πλουμίδια της. Βουνά, λιβάδια, λαγκαδιές, τιτιβισματα υμνούσαν την αναγέννηση της φύσης και των λουλουδιών το ξαφνιασμα. Λάμπουν τα μάτια κόκκινη παπαρούνα- αντίκρυ στέκει. Πήρε το δρομάκι που οδηγούσε στα ριζά του βουνού. Πριν φτάσει σταμάτησε να απολαύσει το τοπίο. Ψηλά δέντρα ξεπετάγονταν. Αρπακτικά πουλιά χαμηλοπετουσαν ζητώντας τροφή. Στις όχθες του ρυακιού που πήγαινε κατά μήκος του δρόμου πλήθος οι λυγαριές έστελναν τις πικρές τους ευωδιές απ' τα μικροσκοπικά τους λουλουδάκια. Άσπρος ο κρίνος ευωδιάζει η γλάστρα- σκάει τ' ασβέστη. Στάθηκε δίπλα στις λυγαριές και με χάρη έκοψε τέσσερα μακριά κλωνάρια. Έπλεξε εύκολα ένα μεγάλο στεφάνι, εκεί θα στεριωνε με το σπάγκο τις μαργαρίτες, τις αγριοβιολετες, τα σκίνα και τις ροζ ορχιδέες. Το πρωτομαγιάτικο στεφάνι θα είχε έναν πλούσιο καμβά χρωμάτων. Ρόδα ανθίζουν αγκάθια φέρουν γύρω- αίμα στο χέρι. Γρήγορα έφτασε σε ένα μεγάλο πλάτωμα. Πολλά λουλούδια έστρωναν πλούσια χαλιά, ονειρεμένα Άρχισε να μαζεύει λογής λογής χρώματα και να πλέκει το στεφάνι της. Έλειπε το κόκκινο αλλά δεν την πείραξε καθόλου. Μια μέλισσα την πλησίασε και την τσίμπησε στο μπράτσο διεκδικώντας μια μαργαρίτα. Μωβ ίριδες στολίζουν το σαλόνι- βαριά τα στορια. Έφτασε σπίτι κρέμασε το στεφάνι και κατευθύνθηκε προς την κομοτα. Έβγαλε το σάλι απ' τους ώμους να δει την πληγή. Σαστισε. Ένα λουλούδι σε σχήμα γαρυφαλλου είχε σχηματιστεί στο μπράτσο της. Χαμογέλασε στη θέα του. Είχε το κόκκινο της φωτιάς που έλειπε απ' το στεφάνι τυπωμένο στ' αριστερά της. Ορχήστρα πουλιών ξυπνάει τις γαρδένιες ριγει ο κήπος.

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

Σφυροκόπημα

haibun Σφυροκόπημα Πήρε το ομπρελινο της, φόρεσε ένα ελαφρύ φόρεμα με κόκκινα πουά στον κάμπο του. Είχε πιάσει από το πρωί ένα συνεχές ψιλόβροχο όλο λάσπη που έφερνε εκνευρισμό. Όταν βγήκε από το σπίτι η βροχή είχε δυναμώσει και γύρισε πίσω να πάρει το πορτοκαλί αδιάβροχο για μεγαλύτερη προστασία. Δροσοσταλιδες κλεισμένη η βιγονια πηγή πρωινή. Δεν άργησαν να βραχούν τα παπούτσια της, μοκασινια της γιορτής. Έφτασε στην αλάνα με τις παπαρούνες, τις μαργαρίτες και τα ταπεινά χαμομήλια. Μοσχοβολουσε ο τόπος και σμήνη από μέλισσες είχαν δωθεί ακούραστα στο έργο τους. Οι χαμηλές πτήσεις των πεταλούδων συμπλήρωναν με την παρουσία τους την τριγύρω ομορφιά. Πρώτες ψιχαλες ανοιξιάτικη μέρα- κάμπτει τα άνθη. Πήρε το σπάγκο της κι άρχισε να πλέκει το στεφάνι της Πρωτομαγιάς. Έβαζε παπαρούνες, μαργαρίτες, χαμομήλια και ενδιάμεσα τοποθετούσε ματσάκια από μάραθο και φλισκουνι έτσι για την εναλλαγή των χρωμάτων. Μοσχοβολουσαν τα αγριολούλουδα και τα μυρωδικά και μια μέλισσα είχε κρυφτεί στο καπελάκι της παπαρούνας και ζουζουνιζε με χάρη. Ροζ ορχιδέες πολυκλωνες οι ρίζες τους- μίσχοι τρυφεροί. Στον δρόμο για το σπίτι αντάμωσε μια ολοπορφυρη παιώνια. Την μάζεψε και την τοποθέτησε στο πάνω μέρος του στεφανιού δίπλα στον κόκκινο φιόγκο. Η γύρη της πιτσιλισε τα αγριολούλουδα και τα μυρωδικά καθώς την έδενε σφιχτά στο τριανταφυλλοξυλο που ηταν η βάση του στεφανιού. Μωβ ίριδες κομψές καλοκυραδες- αγρούς γεμίζουν. Δυνάμωσε πιο πολύ η βροχή κι άρχισε να δέρνει με τα κοντάρια της το στεφάνι. Λύγισαν οι παπαρούνες, τα χαμομήλια κι οι μαργαρίτες κι έχασαν τα ευαίσθητα τους πέταλα τους. Μόνο η παιώνια και τα μυρωδικά άντεξαν στην ξαφνική επέλαση της λασποβροχης. Το μαδημενο στεφάνι κρεμάστηκε στην παμπάλαιη εξώπορτα που από καιρό την σιγοτρωγε το σαράκι. Λευκά τα ρόδα κόκκινα πελαργονια- βραχιόλια πλέκουν. Καλημέρα απανταχού

Τρίτη 4 Αυγούστου 2020

Νεροτριβή

Haibun Νεροτριβή Ξύπνησε νωρίς. Πριν ακόμα χαράξει. Είχε να πάει στην νεροτριβή σήμερα. Σε δυο μεγάλους μπόγους είχε συγκεντρώσει αποβραδίς όλα τα άπλυτα.Βαριά ρούχα, προικιό της μάνας της.Τα φόρτωσε στο μουλάρι και τα έδεσε σφιχτά με την τριχιά.Στο δρόμο την μπάτσισε η πρωινή αύρα. Ένα αηδόνι είχε ξεκινήσει κιόλας το τραγούδι του. Μετά από μισή ώρα δρόμο έφτασε στον προορισμό της. Κάθισε κάτω από ένα πλατάνι και άρχισε να ρίχνει ένα ένα τα ρούχα στο νερό. Όταν τέλειωσε με το άπλωμα ξεφύσηξε ανακουφισμένη Μια γλυκιά κούραση διαπερνούσε ολόκληρο το σώμα της. Αντάρτης βοριάς φουσκώνει τις τσέπες μου- κρύα τα χέρια

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

Η χελώνα

Haibun

Η χελώνα

Βγήκε στον κήπο. Οι ντάλιες είχαν ανθίσει καθώς και το
αγιόκλημα Τυλίχτηκε στις μυρωδιές. Πικρή η ευωδιά
της ντάλιας, ζαλιστική αυτή απ' το αγιόκλημα.
Ξεδίπλωσε το λάστιχο κι άρχισε να ποτίζει.
Στη συνέχεια ξερίζωσε κάποια ζιζάνια που είχαν κάνει
την εμφάνισή τους και σκάλισε το χώμα προσεκτικά.
Ξάφνου ανάμεσα στα λουλούδια είδε μια χελώνα να
μασουλάει αγριάδες.Την άφησε ανεμπόδιστη να συνεχίσει
το έργο της χαϊδεύοντας για λίγο το καύκαλο της.

Παντού χλωρασιές-
ολάνθιστα τα φούλια
αναρριχώνται



Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Φθινοπωρινή βόλτα


Haibun

Φθινοπωρινή βόλτα

Έβρεχε χωρίς σταματημό για μέρες πολλές κάποια στιγμή
πήραν τέλος τα δάκρυα του ουρανού και ξημέρωσε μια
αλλιώτικη μέρα λουσμένη στο φως. Ένας ήλιος στρατηλάτης
ήρθε να στεγνώσει τη γη, να παίξει με τα χρυσοκόκκινα
φυλλώματα που έκπτωτα κείτονταν στο χώμα.
Χαρούμενη πήρε το ποδήλατο της και κατευθύνθηκε προς το
κοντινό δάσος.

Μύρισε βροχή-
σπασμένη η ομπρέλα
κρύψου στο σκίνο.

Όλα γύρω λαμποκοπούσαν κι ένας άνεμος δυτικός
στροβίλιζε τα φύλλα στον αέρα σαν χαρτοπόλεμο.
Στάθηκε κάτω από ένα γέρικο πλατάνι κι έκπληκτη
αντίκρισε ένα σκίουρο με φουντωτή ουρά να χοροπηδά
από κορμό σε κορμό χαριτωμένα.Το ρυάκι που κυλούσε
δίπλα της δρόσιζε τις άγριες μέντες και τις φτέρες
ορμητικό απ' τις τελευταίες βροχές.
.
Ξερά τα χόρτα
βαθύσκιωτο πέρασμα-
ασταθές το βήμα.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Φτερωτός σύντροφος

Haibun

Φτερωτός σύντροφος

Βγήκε στο μπαλκόνι να πιει το τσάι της.
Το ρόφημα έκαιγε, το φύσηξε λίγο κι ήπιε μια πρώτη δειλή
γουλιά.Φύσαγε δυνατά μα δεν την ενοχλούσε καθόλου.
Μάλιστα της έδινε την αίσθηση του πετάγματος. Λες και
έβγαζε φτερά και πετάριζε πάνω από τις στέγες, τα καμπαναριά
και τα μουντά σύννεφα.Ξέφευγε η καρδιά και ο νους.

Μουντό πρωινό-
αγέρας καβαλάρης
χτυπά τα τζάμια

Ένας σπίνος εμφανίστηκε προς στιγμή, αλλά απομακρύνθηκε
γρήγορα, παρασυρμένος από τις ριπές του ανέμου αφήνοντας
πίσω κελαηδισμούς.
Πόσο θα ήθελε να αγγίξει το πουπουλένιο του σώμα,
να ακούσει τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς του.
Έμεινε εκεί να τον περιμένει αδίκως μιας και ήταν σίγουρη
πως δεν θα ξανάρθει.

Κελαηδήματα
πρωτόφαντο ξάφνιασμα-
αποχωρισμός.



Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Γλυκό του κουταλιού

Haibun

Γλυκό του κουταλιού

Σήμερα θα έφτιαχνε γλυκό του κουταλιού. Πήρε τις
καρπουζόφλουδες και τις βούτηξε μέσα στη ζάχαρη.
Ιεροτελεστία κανονική, το ξάφρισμα, το δέσιμο το
σφράγισμα στα βάζα.
Έβραζε αργά το γλυκό κι ανέδυε μια γλυκιά μυρωδιά.
Δυο μύγες κύκλωναν την κατσαρόλα.
Παρά τον ζεστό ατμό εκείνες επέμεναν να γυροφέρνουν
το γλυκό. Στο τέλος η μία, η πιο λαίμαργη, έπεσε μέσα
στο καυτό σιρόπι.

Σπάει με κρότο
στην πέτρα το καρπούζι-
έβρεξε σπόρια  

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Εν κινήσει

Haibun 

Εν κινήσει 

Κάθισε στην κουνιστή καρέκλα. Πήρε το πλεκτό της 
κι άρχισε να ρίχνει βελονιές.
Στα πόδια της ο γάτος γουργούριζε βαρετά.
Από μακρυά ακούστηκε μπουμπουνητό. Σίγουρα έβρεχε 
πίσω απ' το βουνό. Σηκώθηκε απότομα.
Είχε απλωμένη μπουγάδα κι έπρεπε να την μαζέψει 
προτού φτάσει ως εδώ η καταιγίδα.
Τέρμα το ραχάτι. Σειρά είχε το σιδέρωμα. Ο γάτος 
έπαιζε σκανταλιάρικα με το άσπρο κουβάρι που ξέχασε 
να πάρει απ' την αυλή ξετυλίγοντας το.

Λάμψη αστραπής
ο ποιμένας έστριψε-
στερνό τσιγάρο    

Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

Η γυναίκα με τα μαύρα

Haibun

Η γυναίκα με τα μαύρα 

Κατέβηκε στο σταθμό του τρένου Φορούσε τη χοντρή 
της ζακέτα. Είχε αγριέψει τελευταία ο καιρός κι έπιανε
πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. 
Πλησιάζοντας το τρένο σφύριξε τρεις φορές.
Έπιασε θέση στο πρώτο βαγόνι, δεν είχε κόσμο.
Μόνο μια μητέρα που θήλαζε το μωρό της και μια άλλη 
με μαύρη φορεσιά που κρατούσε μια τεράστια καλαθούνα 
γεμάτη με χρωματιστά μαντήλια.
Θέλησε να αγοράσει δύο αλλά η γυναίκα με τα μαύρα
την κοίταξε αυστηρά λέγοντας της να μην τα αγγίξει γιατί
αυτά ήταν τα ορφανά παιδιά της και καλά θα κάνει να
της χαρίσει το χρυσό σταυρό που φορούσε στο λαιμό
για να μπορέσει να τα μεγαλώσει.

Σαν το ξυράφι
πάνω στον άσπρο χασέ-
κόβει το κρύο. 



Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Το σπίτι

Haibun

Το σπίτι

Το σπίτι ήταν πέτρινο, στο αγκωνάρι πάνω
από την πόρτα ήταν χαραγμένα τα αρχικά
του ιδιοκτήτη καθώς κι η ημερομηνία
αποπεράτωσης του έργου.
Μια αναρριχητική τριανταφυλλιά κάλυπτε την
είσοδο του σπιτιού  με τα κόκκινα άνθη της.
Είχε πολλούς κλώνους που ανέβαιναν ως τη
μάντρα που περιέβαλε το σπίτι.
Εκεί ήταν η θέση που διάλεγε γάτος για να
χουζουρεύει.
Μια σφήκα πέταξε κι γάτος τέντωσε
ενοχλημένος την ράχη του κι ένα νιαούρισμα
ακούστηκε απειλητικό.
Στο βάθος κήπος
λιγωτική μυρωδιά-
στέλνουν οι νάρδοι.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Νηνεμία

Haibun

Νηνεμία

Αποβραδίς κόπασαν οι βοριάδες και σχεδόν τίποτα δεν θύμιζε
τον ξαφνικό χαλασμό που είχε χτυπήσει πριν λίγες ώρες το νησί.
Μια γλυκιά νηνεμία είχε πάρει θέση τώρα στο βάθρο της φύσης.
Οι βαρκούλες με τα λαμπρά ονόματα αφήνονταν στην αγκαλιά
του αρυτίδωτου νερού λικνίζοντας ερωτικά τα ύφαλα.
Μόνο ένα ανυπάκουο δελφίνι τάραξε προς στιγμή την ηρεμία του
τοπίου με τις χαριτωμένες φιγούρες του.

Άσπρο κοχύλι
Σφυρίζουν οι άνεμοι-
το θέρος νικά.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Περιττό φορτίο

Haibun

Περιττό φορτίο

Κάθε που έφτανε το απόγευμα του Μεγάλου Σαββάτου
η μαμά μας πρόσταζε - εν μέσω των λαχταριστών
ευωδιών της μαγειρίτσας - να πάρουμε το μπάνιο μας στην
τσίγκινη λεκάνη που είχαμε για λουτρό.
Πλενόμασταν με σπιτικό σαπούνι κι έπειτα σχολαστικά μας
ξεψείριζε με το κτενάκι της απαλλάσσοντας μας απ' το περιττό
φορτίο που είχαμε στην κεφαλή μας.
Έτσι την επόμενη γιορτινή μέρα καθαροί κι απέριττοι θα παίρναμε
τη μεταλαβιά απ' το χρυσό δισκοπότηρο κάτω πάντα από το διακριτικό
βλέμμα της.

Ανθοφορία
σειούνται οι παπαρούνες-
άλικη πλαγιά.

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Πανηγύρι


Haibun

Πανηγύρι

Απόγευμα γιορτής και τα παιδιά καλοντυμένα
ανέβηκαν στο κάρο για να παν στο πανηγύρι.
Το κάρο το έσερνε ένα ρωμαλέο άλογο που το
είχε αναθρέψει ο παππούς τους κι ήταν πολύ υπάκουο.
Στην περιοχή είχε έρθει ένα διάσημο τσίρκο κι η χαρά
των παιδιών ήταν απερίγραπτη.
Σαν έφτασαν στον προορισμό τους πήραν
γλειφιτζούρι κοκοράκι και κάθισαν στις αυτοσχέδιες
κερκίδες δίπλα σ' έναν γελωτοποιό.

Άσπρη φοράδα
ολόγιομη πλουμίδια
μάτι μη σε βρει


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Στο βουνό


Haibun


Στο βουνό

Ανεβαίναμε κακοτράχαλα μονοπάτια. Γύρω ο χώρος στρωμένος με λιλά
και κίτρινες ορχιδέες. Μοσχοβολούσαν  όπως μοσχοβολάει το σωματάκι
του νεογνού στη θηλή της μάνας .Λεπτή μυρωδιά να σμίγει με τον κέδρο
το φλισκούνι και τη ρίγανη.Μια πανδαισία χρωμάτων κι αρωμάτων.
Φτάσαμε στην πηγή Δροσιστήκαμε μαζί με ένα λαχανιασμένο ελάφι που
άφοβα μας κοίταζε στα μάτια .

Κρυσταλλοπηγή
κι οι άγριες ορχιδέες
ανάσα κόβουν 

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Στο αγρόκτημα

Haibun

Στο αγρόκτημα

Κάθε απόγευμα πήγαινε να ποτίσει τα ζαρζαβατικά στο αγρόκτημα.
Έπαιρνε μαζί της και τον σκύλο της. Σαν αποτελείωνε τις δουλειές άρχιζε
να μαζεύει ανθούς και να φτιάχνει στεφάνια.Τα φόρτωνε στην καρότσα και
με αυτά στόλιζε όλα τα χαμόσπιτα του συνοικισμού. Να έχουν οι φτωχοί να
 χαίρονται να μην φεύγει σαν αδέσποτη σφαίρα ο πόνος και χτυπά την καρδιά.

Στο αγρόκτημα
διπλές οι παπαρούνες
περίσσια χάρη  

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Απόβροχο

Στ' απόβροχο – Περιδιαβαίνοντας

Απόβροχο κι έμεινα σπίτι παρακολουθώντας
διπλά ουράνια τόξα στην εμπατή του ουρανού.
Μόνη κι απόμακρη ήμουν κι άρχισα να ανασυντάσσω μνήμες,
ανοίγοντας παράθυρα στο παρελθόν.
Χνώτιζα τα τζάμια κι έγραφα τ' όνομά μου
κι ονόματα παλιών αγαπημένων που στην χλόη τώρα κοιμούνται.
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης.
Έβαζα και τζίφρες από κάτω ολοκληρωμένη να 'ναι η παρουσία τους.
Φοβόμουν να μην ξεχάσω κανένα όνομα μη μου διαφύγει καμιά συλλαβή.
Φοβόμουν μη σβήσει το πράσινο φωτάκι των αναμνήσεων
και δεν μνημονεύσω την ύπαρξή τους πάνω στην επιφάνεια του κρυστάλλου.

Θυμήθηκα την θεία Ασπασία που σε χαρτάκια έγραφε τα ονόματα των απόντων
Υπέρ αναπαύσεως: Αναστάσης, Μιχάλης, Βαρβάρα και Καλλίμαχος
Άγνωστος ο Καλλίμαχος στο γύρω περιβάλλον.
Ίσως κάποιος κρυφός εραστής της ή ένας ανικανοποίητος έρωτας.
Ποιος ξέρει, δεν της έπαιρνες κουβέντα της θείας Ασπασίας
Ωραίο όνομα έλεγα, με έθελγε η μαχητική του διαίρεση.
Μάχη, Μαχητής, Μάχιμος.
Δεν μιλούσα σε κανέναν, καλά κλείδωνα τα μυστικά μου.
Μάχη, Μαχητής, Μάχιμος
Η θεία έφτιαχνε πάντα τα μαλλιά της κότσο,
φορούσε άπειρα βραχιόλια και δακτυλίδια
και τα φορέματα της ήταν πάντα λουλουδάτα και στενά.
Όμορφη υπήρξε κι είχε πάντα το άρωμα των ζουμπουλιών και της βανίλιας.
Ευωδίαζε το σπίτι ευωδίαζαν οι γειτονιές και τα στενάκια.
Ανθούσαν τα πεζούλια, ανθούσα κι εγώ μαζί τους
Ζουμπούλι κι άνθος βανίλιας.

Χνώτιζα τα παράθυρα μα έτρεχε το νερό παρασύροντας τα δημιουργήματά μου.
Ξανά απ' την αρχή να επιμένω στο κάστρο της ανάμνησης να μπω.
Μ' ένα δαδί στο χέρι για να φωτίζω τ' αγάλματα με τα λαμπρά ονόματα:
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης.
Καθάριζα τις μουντζούρες απ' τις άδειες τους κόρες τα περιποιόμουν.
Τα μάλωνα να πέφτουν νωρίς για ύπνο.
Τ' αγάλματα κοιμούνται πολύ λίγο,
σαν να φοβούνται προκρούστεια μην γίνει η κλίνη τους.

Καθάρισε ο ουρανός, φύγαν τα ουράνια τόξα.
Άνοιξα το παράθυρο να μπει η μυρωδιά της βροχής έστω καθυστερημένα.
Είχε μουδιάσει το δάκτυλο μου, δεν μπορούσα άλλο να γράψω.
Μόνο έσβηνα, έσβηνα, έσβηνα με την άκρη της κουρτίνας έσβηνα
τα λαμπρά ονόματα των απόντων.
Χτύπησε το κουδούνι κι ήταν η θεία Ασπασία με το γνωστό χαρτάκι.
Με παρακάλεσε να πεταχτώ ως την εκκλησία.
Είχε ένα βαθύ τραύμα στο μπράτσο.
Αιμορραγούσε.
Υπάκουσα και στο δρόμο αίφνης μου ΄ρθε μια ιδέα.
Να δώσω και τα δικά μου ονόματα:
Ελένη, Μελισσάνθη, Αλέξανδρος, Ευριπίδης, Μάριος, Ιωάννης,
γραμμένα στο μεταξωτό μου μαντήλι μιας και μου 'λειπε το χαρτί
Στην εκκλησία ο ιερέας με κοίταξε ενθουσιασμένος και διάβασε πρώτα
τα δικά μου ονόματα.
Το χαρτάκι της θείας Ασπασίας το πέταξε
σ' ένα καλάθι ψάθινο μαζί με τους άρτους.
Στο μετάξι πρέπει να γράφονται τα ονόματα μου είπε .
Είναι πιο ευανάγνωστα κι οι αγαπημένοι αυτό μου ζητούν.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Μέθεξη

Απόπλους - Βικιπαίδεια

Φαρμάκι ήπιε το ποίημα απόψε,
απ' ένα μικρό φιαλίδιο από φυσητό πράσινο γυαλί.
Διογκώθηκαν οι φλέβες του κι ασύστολα πάλλονταν.
Κιτρίνισε το πρόσωπό του σαν χλόη απότιστη από καιρό.
Το κουρασμένο βλέμμα του αιμάτινος έγινε χάρτης.
Βημάτισα στην απεραντοσύνη του κι άμαχους
βρήκα νεκρούς σε βάρκες στοιβαγμένους.
Το αφουγκράστηκα και κομμένες είδα αμαρυλλίδες
στο δρόμο παρατεταγμένες από χέρι νευρικό χωροφύλακα.

Βογκούσε το ποίημα κι ήταν το άκουσμα του σαν βρυχηθμός θανάτου,
σαν ουρλιαχτό μακρόσυρτο σε θάλαμο νοσηλείας.
Φοβήθηκα και βόμβοι ήρθαν στ' αυτιά μου.
Βόμβοι και δυο κηλίδες αίματος στα δάκτυλά μου ανάβλυσαν.
Πληγώθηκε το ποίημα, λυγούσε στην θέασή μου.
Κι εγώ το γνοιάστηκα σαν τον άνθρωπο που δεν έχει σφραγίδα στην καρδιά,
σαν τον ναυτίλο που έχασε το πρώτο του μπάρκο
Πού να το κρύψω έτσι που είναι φρενιασμένο;
Στους όγκους των βιβλίων δεν χωρά
Στους κλάδους της λεύκας γρατζουνίζεται.

Το πήρα στα χέρια μη μου λιποψυχήσει.
Χλωμό ήταν το σώμα του, άκαμπτο ήταν το χέρι του,
μια πένα προεξείχε με μελάνη πολυχρονισμένη.
Την πήρα στο χέρι μου κι άρχισα νότες να του γράφω.
Νότες και στίχους με άρωμα γιασεμιού.
Κι άρχισε το ποίημα να μιλά ν' αλλάζει όψη και μορφή.
Χρυσαφένιες είχε πλεξίδες και ρόδα στα χείλη κόκκινα.
Άσπρο είχε το λαιμό και διαυγές το βλέμμα ολογάλανο.
Με βαθιά νυχιά κατέστρεψε τους βυθισμένους χάρτες.
Με τεντωμένα τα χέρια χαιρέτησε τα αρπαχτικά που χαμηλοπετούσαν.
Στο πλάι του στάθηκα κι εφάμιλλη του έγινα τεχνίτρια.
Το αποχαιρέτησα κι είπαμε να βρισκόμαστε τις νύχτες στα όνειρα.
Μωβ θα φοράει φόρεμα κι εγώ μια εσάρπα λευκή.
Έτσι αγαπήσαμε τους πανσέδες, τις κουτσουπιές και τα κρίνα τ' Απρίλη.
Σύντροφοί γίναμε κι όλες τις νύχτες δεν αλλάζουμε πλευρό,
παρά ταξιδεύουμε γαλήνια με ούριους άνεμους
και μια τσιγγάνα δίπλα μας ρίχνει τα χαρτιά. 

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Απρόσμενα

Τρεις σπουδαίοι σολίστ σε ένα ρεσιτάλ πιάνου | naftemporiki.gr

Ήταν καιρός για να φύγει.
Θα μάζευε σε μια παλιά βαλίτσα τα βασικά.
Δυο αλλαξιές, τρία ζευγάρια γάντια, τις εσάρπες της,
τα μοκασίνια της και τον στενό κορσέ της.
Μαζί θα έπαιρνε μια στοίβα χειρόγραφα
απ' την εποχή των πρώιμων φόβων.
Καιροί επεισοδιακοί με τσιτωμένο το δέρμα.
Με καφέδες και τσιγάρα σκέτα,
με αχόρταγα χάδια και λόγια ψιχαλιστά πάνω στα βιβλία.
Μεστά χρόνια, γεμάτα ανεπίδοτες επιστολές.
Η πένα πήγαινε από μόνη της.
Η φλέβα χόρευε πάνω στο πληκτρολόγιο σαν πεταλούδα.

Ήρθε η στιγμή να πάρει αποφάσεις.
Χόλωνε το πόδι της μνήμης και πονούσε.
Τσίτωνε και το μικρό σημάδι στο λαιμό της.
Καιρός λοιπόν να ανασυνταχθεί.
Α! να μην ξεχάσει τα καπέλα της, ειδικά αυτό
με τα φτερά της στρουθοκαμήλου και το τσαλακωμένο γείσο.
Δώρο ενός παλιού εραστή της.
-Μεγάλος έρωτας γεμάτος πυρωμένα καρφιά κι αμαρτία-
Να μην ξεχάσει κυρίως να βαφτεί.
Έπρεπε να δείχνει ξένοιαστη, έπρεπε να μοιάζει ωραία,
σαν μια θεατρίνα πάνω στη σκηνή με φανταστικούς θεατές.

Ακόμα δεν στέγνωσε το δάκρυ και το πύον ρέει στο μέτωπο.
Τέλος οι αναβολές κι οι αμφισβητήσεις.
Ο σκύλος γάβγιζε, θα τον έπαιρνε μαζί της.
Ο τελευταίος πιστός συνοδός της.
Την παρακολουθούσε στωικά,
όση ώρα τακτοποιούσε τα λιγοστά της υπάρχοντα.
Έβαλε την χτένα στα μαλλιά της, σκάλωσε, τα έδεσε κότσο.
Τίναξε την στάχτη στο πάτωμα, έφευγε...
Το πλοίο θα την πήγαινε σ΄ένα άγονο μέρος.
Στο πρακτορείο έβγαλε δυο εισιτήρια, δεν πειράζει.
Ίσως και να ξεχάστηκε, που να ξέρεις.
Αχ! αυτή η δύναμη της συνήθειας.
Πώς να ξεμάθεις το μαζί;
Πώς να ξεφύγεις από το όλον;
Πάτησε τα πλήκτρα στο πιάνο, σκόρπισαν οι νότες και τύλιξαν τη σιωπή.
Το αγαπημένο του κομμάτι.
Θα το έπαιρνε μαζί της, να λικνίζεται πάνω στο κύμα.
Τράβηξε την πόρτα με δύναμη και πάτησε την σκανδάλη επιδέξια.

Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Μια στιγμή στο μηδέν

Μπορούμε να καμωθούμε για μια στιγμή ότι όλα κυλούν κανονικα ...

Μεσημέρι να έρθεις,
τότε που ο ήλιος κοιτάει κατάματα τη γη,
τότε που ο ουρανός ανοίγει διάπλατα κι αποκαλύπτει τους κήπους του.
Δεν αγαπώ τις νυχτερινές ώρες.
Μου προκαλούν ναυτία οι αναθυμιάσεις των άστρων.
Κοντά μου να έρθεις φορώντας το ξεφτισμένο σου τζιν,
κι εκείνο το χασεδένιο πουκάμισο που δεν λέει να παλιώσει.
Στα χέρια να κρατάς δυο γλαδιόλες στο χρώμα της τέφρας.
Αγαπώ τα σκούρα χρώματα και με φοβίζουν
οι λιλά αποχρώσεις πάνω στο νύχι του σύθαμπου
ή στα τριμμένα σανδάλια των αγαλμάτων.

Θα σε καλωσορίσω όπως καλωσορίζω τα ρόδα του Μάη.
Δώδεκα κρατώντας παπύρους κάτω από τη μασχάλη.
Εκεί οι μύθοι μου.
Εκεί τα ποιήματά μου.
Εκεί τα πρώτα μου ηδονικά βλέμματα πλάι στο υδάτινο φράκτη.
Βαμβακερά θα φοράω γάντια
κι η τράπουλα στο χέρι μου θα σου θυμίζει αλλοπαρμένη την απληστία της.
Πώς να σε περιγράψω αφού τόσα χρόνια λείπεις;
Έχεις το ίδιο μήκος στα μαλλιά;
Έχεις τα ίδια λακκάκια στα μάγουλα;
Φοράς εκείνο το ασημένιο σταυρουδάκι στο λαιμό;
Αν δεν σε γνώριζα θα μου ήταν άγνωστοι οι κυματισμοί στη θάλασσας.

Αύριο κατά τη μία το μεσημέρι θα πάω μια βόλτα στο κάστρο.
Στην πολεμίστρα θα σταθώ να με φωτογραφίσει η πιο λαμπρή αχτίδα.
Όμορφη θα μοιάζω σαν μικρή αμαζόνα την ώρα που κοιμάται,
ή καλύτερα σαν μια χωρική που σκουπίζει τον ιδρώτα του θέρους
με την σκληρή της παλάμη.
Αν είσαι εκεί θα σου χαρίσω ένα αντίγραφο.
Δική μου να κρατάς εικόνα, δικές μου να μαθαίνεις ιστορίες.
Μην ξεχάσεις τις γλαδιόλες.
Θα τις ακουμπήσω πλάι στο στέρνο μου.
Άκαμπτη να γίνεται η αριστερή μου πλευρά.
Νεκρικός να φαίνεται ο ίσκιος μου.
Γιατί αφότου έφυγες ένα κουρελάκι έγινα πάνω στη χλόη.
Ο σπόρος σκάει.
Ο δρόμος τελειώνει.
Οι διχάλες ξεγελούν.
Μην λαθέψεις.
Μια στιγμή μόνο στο μηδέν να μου χαρίσεις.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Αλλιώτικη ζωή

Αποκωδικοποιήθηκε το DNA του ηλίανθου - Ελληνική Γεωργία

Απάγκιαζα στα χέρια σου,
είχε ζέστα εκεί κι ήταν γαλήνια.
Σταματούσε ο χρόνος.
Στα καλάμια της όχθης
ζευγάρωναν οι πελαργοί.
Ριγούσε το νερό στο ποτάμι.
Μια ρουφήχτρα.
Μια περιδίνηση.
και μια βαθιά ερωτική ανάσα.
Μας κοιτούσαν εξεταστικά
δυο κυπρίνοι.
Χαμογελούσαμε, αντέχαμε τα "σ' αγαπώ" μας.
Τρίβαμε τα χέρια μας ενθουσιασμένοι
σαν που τρίβει τα χέρια η μαία κατά την εξώθηση.          
Στην παλαίστρα μπαίναμε του πόθου,
ωραίοι σαν τους ηλίανθους πριν το δείλι.
Τραγουδούσαμε πάνω στους ήχους του ποταμού.
Χορεύαμε με γυμνά πόδια και σώμα λαμπαδιασμένο.
Κόβαμε καλάμια κι αυτοσχέδιους φτιάχναμε αυλούς.
Έρχονταν οι νεράιδες με τα πράσινα μάτια,
μας συντρόφευαν και μας έλεγαν τα μυστικά τους.

Ήταν ελαφρύ το χώμα κι ελαφριά η καρδιά.
Το πούπουλο στην ζυγαριά δεν είχε βάρος.
Ο κλέφτης στα λιβάδια μόλευε τις κόκκινες παπαρούνες.
Μάτωνε ο κόσμος και στα ενυδρεία τα ψάρια
έκαναν προσπάθειες διαφυγής.
Μαλάκωνε το σαπούνι στα χέρια του μικρού παιδιού.
Το μάλωνε ο κουρέας με το αετίσιο βλέμμα.
Όλα δικά μας κι όλα στα μέτρα μας.
Βγαίναμε στην επιφάνεια με κρουστά τα σώματα.
Πετούσαμε το νόμισμα κι ήμασταν τυχεροί.
Φορούσαμε βραχιόλια στα χέρια.
Πολλές οι μαργαρίτες.
Πολλές οι πευκοβελόνες.
Πολλά τα ταπεινά χαμομήλια.
Γιρλάντες δέναμε στα κλαδιά της λεύκας
Στην παλαίστρα μπαίναμε της χαράς με γυμνά τα σώματα.
Ο σπασμένος καθρέφτης του τρεχούμενου νερού
μας παρότρυνε τα αρχέγονα να λύσουμε αινίγματα.
Τα καταφέρναμε.

Απάγκιαζα στα χέρια σου
και δεν μιλούσαμε, οι ματιές είχαν το λόγο.
Τα κλειστά στόματα δίνονταν μόνο στα φιλιά
Μας αγαπούσαν τα αεικίνητα μερμήγκια
κι εμείς κλείναμε συμφωνίες με ανεστραμμένα τα φωνήεντα.
Ηχηρός ήταν ο κόσμος.
Γεννούσε ο αέρας μεγαλυνάρια.
Έσκουζε ο γκιώνης αγριεμένος.
Περίπολο έκαναν τα βατράχια στα βότσαλα.
Όλα γύρω διαλαλούσαν τον ερωτά μας
κι εμείς φωτιές ανάβαμε γιατί έρχονταν η νύχτα και το φεγγάρι απουσίαζε.
Κατέβαινε ο ουρανός να ζεσταθεί και χάρτινα κρατούσε φαναράκια.
Λεπτός ο υμένας του μας περιέβαλε με όνειρα.
Ήταν αλλιώτικη η ζωή σαν το μάτι του μάγου πριν βγει στο μπαλκόνι
της έναστρης νύχτας.