Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Εκτινάχθηκαν χρώματα της ίριδας δημιουργώντας άνθη και ψυχανθή




Εκτινάχθηκαν χρώματα της ίριδας δημιουργώντας άνθη και ψυχανθή

Ουράνια τόξα απέκοψα από το κήπο της Εδέμ
Φυλαχτά και προσωπεία λευκά από τα χειμερινά
Λιωμένα Παγόβουνα της αρκτικής ακτής
Σαν πρωτόπλαστος έφθασα εκεί ολόγυμνος
Και σε δέντρο γαλατερής συκής το έναυσμα
Περίμενα να μου δοθεί για τη τελική υποταγή μου
Στις μάχιμες μυθιστορίες μιας αυτοχειρίας αναπότρεπτης
Μια σκευοθήκη στα πόδια ανοιχτή
Να συγκεντρώνει τις εφηβικές εφιδρώσεις τα κράνη
Και τα αγγελοκρούσματα των άπτερων πλασμάτων
Ρέουσες πηγές και χρεολύσια δικά μου για το αόρατο μέλλον
Κάτω από το δέντρο της συκής στάθηκα
Μικρή συκή αρίζωτη σχεδόν
Απεκδύονταν την επίγεια φύση της
Και στους καπνούς της λήθης απεγνωσμένα έβρισκε
Ένα αλλοτινό αφιόνι αργά να ξεκουρδίζει τον δισύλλαβο ωροδείκτη του Θεού!

Ουράνια τόξα απέκοψα από το κήπο της Εδέμ
Βοστρύχους από κοιμώμενες Αφροδίτες συνέλεξα
Να σκεπάσω τα ξυρισμένα κεφάλια των φυλακισμένων
Που βασανιστικά ξεκινούσαν με αέρινους πέλεκες
Να καθυποτάξουν του κελιού τους τις λιγόζωες υπάρξεις
Υπάρξεις που γύρω πεταλουδίζαν όμοια στροβιλιστά ημικύκλια
Και όπως νεραϊδόσκονη ξωτική από τριμμένα βιβλία παιδικά
Αποστάτης της ψυχρής ανάμνησης έφθασα στον κήπο ολόγυμνος
Με λαβές θανατερές να αποθέσω στο χώμα
Μελανούς χιτώνες κοράκων
Εμβλήματα αποκρουστικών αυτοκρατοριών
Και βίβλους που το στόμιο κρατούν κλειστό της Ιστορίας
Φώναξα ανυστερόβουλα λόγια
Περιέθαλψα μικρούς ερωδιούς έγχρωμους
Φυλάκισα σε τεφροδόχους σκισμένα φτερά μικροεντόμων
Και κάτω από το δέντρο της συκής στάθηκα άοπλος
Τις αμαρτίες να ξεπλύνω των αθώων και των άβουλων
Να έχουν οι λυγαριές κορμοστασιά τρυφερή να μη μειοδοτούν στου κόσμου την αναλήθεια!


Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Αναβοσβήνεις σιωπηρά τον σπινθήρα των ματιών μου



Αναβοσβήνεις σιωπηρά τον σπινθήρα των ματιών μου
Κι ο τόπος κομίζει φλογάτα όνειρα πυγολαμπίδων!

Στη περιπέτεια του άγνωστου γεμίζεις στο δισάκι σου
Αποστάγματα λιγωτικά από λευκούς ύπερους
Μηνύματα αθώων κρίνων που δεν παραδόθηκαν
Και λίγα δάκρυα από τα ματόφυλλα του Θεού
Που βρέθηκαν έκθετα στου δάσους τα διάσελα
Πραμάτεια ουτοπική πέρα απ΄τα ανθρώπινα
Τη κουβαλάς προσεκτικά όπως κάνει ο πελαργός
Με τα λιανά ψαλίδια των χελιδονιών στο ταξόδι
Πραμάτεια απόκοσμη αποζητά τα δυνατά χέρια του καμηλιέρη
Την έρημο να διαβεί και στο πεζούλι της Αγίας Αικατερίνης
Να σταθεί προσκυνητής και ανατέλλουσα σελήνη να γίνει
Στου πολύχρονου υφαντού της τη κρουστή κλωστή
Να βρει εκεί το πέλμα του παιδιού μαλακωσιά και χάδι τρυφερό
Τη μάνα του να στέρξει!

Στη περιπέτεια του άγνωστου κρύβεις στο δισάκι σου
Βελονάκια για το ανεβατό κέντημα της ευτυχίας
Χαλινάρια από του Πήγασου το σβέρκο δίχτυ να φτιάξεις
Και ένα ζευγάρι άσπρους αστερίες αποκολλημένους
Από μεσαιωνικό ναυάγιο στα ανοιχτά νερά του Μυρτώου
Πραμάτεια επισφαλής πάνω από το προσδοκώμενο
Θέλει ψυχή ελαφιού καθαρή σαν τη λευκότητα του χιονιού
Πίστη περιπλανώμενου διαβάτη ασίγαστη
Και έναν σπινθήρα κυανό απ' των ματιών το κλέος
Πραμάτεια απόκοσμη αποζητά του βαρκάρη τη νυχτερινή πορεία
Πελάγη και κυματισμούς να προσπεράσει και σε ξέρα ηφαιστειακή
Με θειάφι και με κάρβουνο τις ξέθωρες φτερούγες να τονίσει
Μην βιαστείς κι ούτε στιγμή μην ξαποστάσεις
Ωφελήσου μόνο και πάλεψε με συρματόσκοινο στα δόντια
Πριχού σε βρει το δέντρο του κεραυνού
Με τις πελώριες ρίζες και σε  αφανίσει!


Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Ακάνθινη η απόληξη του τρυφερού σου λαιμού



Όταν βλαστημάς και βίαια χειροδικείς
Τριγυρίζοντας ανάμεσα στα ανώνυμα πλήθη
Αρματώνεις με μαύρες οβίδες
Των σύννεφων το καμένο ναρκοπέδιο
Ακροβολίζομαι και βουβά σε επαίρομαι
Ραμφίζοντας κόκκους πικρούς άρκευθου
Σε χάλκινο δισκοπότηρο μετάληψης
Αιχμάλωτοι περνούν δίπλα μου
Με καλυμμένα τα πρόσωπα
Χέρια αδύναμα ξεροί κλώνοι βλοσυροί μνηστήρες
Έφιπποι στρατιώτες με προσπερνούν κρούοντας ασπίδες
Και σπάθες κυρτωμένες
Με ποδοπατούν παιανίζοντας δυνατά
Φοβούμενοι μην και τους αποσπάσω της επίκρισης
Τον φολιδωτό λόγο απ' τα σκασμένα χείλη!

Όταν βλαστημάς και βίαια χειροδικείς
Τριγυρίζοντας ανάμεσα στα ανώνυμα πλήθη
Αντιγράφεις τις κόκκινες καμέλιες του σούρουπου
Που ποτέ δεν ομονόησαν στο κάλεσμα σου
Αναριγώ και βουβά σε επαίρομαι
Ραπίζοντας με φως εξώκοσμες υπάρξεις
Πριν εισέλθω έγκλειστη στου έρωτα το θυσιαστήριο
Για να χαράξω βαθιά με διαμάντι τη μορφή σου
Στου βωμού το μάρμαρο αδρό να γίνεις σημείο
Στο ραγισμένο κάτοπτρο του χρόνου για πάντα εμφανής
Με προτεταμένο τον αντίχειρα μαλάζω επιδέξια
Το έγγλυφο σημάδι στο μέτωπο
Κίτρινο αστέρι
Μίσχος παπαρούνας γερτής
Υφάλμυρα παιδικά χείλη
Κι εκείνο το σπασμένο στα δυο ακορντεόν
Της περιπλάνησης που ποτέ δεν έπαιξα!

Σε παρατηρώ μες την απουσία σου
Ακάνθινη η απόληξη του τρυφερού σου λαιμού
Αγκυλώνει με χάδια απουσίας
Την ερμητικά κλεισμένη θύρα του κορμιού μου
Μαίανδροι ιστορικοί ξεφτίζουν και σβήνουν
Λαβωμένη ξεσπώ σε γέλωτες πικρούς
Διαφυλάττοντας στην σχισμή της παρειάς
Σπόρους κριθής και λιοκούκουτσα
Για την μεγάλη ημέρα των σεμνών ηρώων
Εικόνα αλειτούργητη σπάζεις σε κομμάτια
Δεν ξεχνώ
Αναχωρώ με βλέμμα ευθύβολο
Τάματα πιστών να κρεμάσω στης ιερής πόλης
Την βυσσινιά εσθήτα πριν παραδοθεί στους πορθητές του λόγου!



Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Επάνοδος



Οι κόκκινες βεντάλιες στέγνωναν
Τον ιδρώτα της νύχτας
Πάνω στην θερμή πλάτη του αγέρα
Μικροί κωπηλάτες τις είχαν ανασύρει
Από τα αμπάρια ναυαγισμένων πλοίων
Μεσοκαλόκαιρο
Ο περιοδεύων θίασος έπαιζε
Για εκατοστή φορά την ίδια ερωτική σκηνή
Τα παιδιά σώπαιναν
Μασώντας άπληστα κόκκινα κοκοράκια
Οι μανάδες είχαν φύγει νωρίς για τους αγρούς
Να δέσουν βιαστικά στο πλατάνι το φαρί του νεκρού ποιητή

Οι άντρες βουβοί κι απορροφημένοι
Χτυπούσαν το πόδι τους στη πέτρα
Δεν μπορούσαν να κρύψουν τη μεγάλη τους χαρά
Με ένα νεύμα και το πεζοδρόμιο ανθούσε
Το τενεκεδένιο δισκάκι του ζητιάνου
Αχνογελούσε απαστράπτον
Σε ένα πεντοδόλαρο φθαρμένο
Πιο πολύ φθαρμένο κι από τις εσωτερικές
Τσέπες του γιορτινού του κοστουμιού

Γύπες εφορμούσαν
Από τα υπώρεια των βουνών
Κι έρχονταν να τους συναντήσουν οι θεατές
Αρμυρή μέρα και το ψωμί πικρό
Σαν τα κυπαρισσόμηλα στις απότομες ράχες του Μιστρά
Εκκεντρικές φιγούρες μάζευαν τις βεντάλιες
Από τις πλατείες
Δροσίζονταν και σφούγγιζαν με τρόπο
Τη γραμμή του σάλιου τους στο κάτω χείλι

Στα σπασμένα σανίδια η παράσταση συνεχίζονταν
Εξάμηνα δύο κράτησαν οι πρόβες
Μαθητεία στο φως
Ποιος θα μαζέψει τώρα τα παιδιά από τις στράτες
Τώρα που οι μανάδες φούρνιζαν άζυμους άρτους

Σκεφτική έγραψα ένα τελευταίο γράμμα
Με στυλό που στίχους αποτύπωνε μόνο στο χαρτί
Παραλήπτης: Άγνωστος
Οι κόκκινες βεντάλιες στέγνωναν
Τον ιδρώτα της νύχτας
Πάνω στην θερμή πλάτη του έρωτα
Μεσοκαλόκαιρο
Κι οι κωπηλάτες σταθερά ακουμπούσαν το χερούλι της πόρτας
Σαστισμένοι έπιαναν το σφυγμό τους
Αναπηδούσε το αίμα γέμιζαν οι τοίχοι σχήματα
Τραβούσαν μια κόκκινη κλωστή και μας τη χάριζαν
 

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Θα υψωθώ πάνω στις στέγες του κόσμου



Θα βαδίσω ολομόναχη πάνω στις κυρτές στέγες
Φουλάρι αγέρα θα φορώ στο λαιμό αραχνοΰφαντο
Να σμίγει το κορμί μου με της καμινάδας το ζεστό χνώτο
Έγκαυμα πυρής ζώνης να σχίζει στα δύο το αδιαίρετο πρόσωπο μου!

Θα υψωθώ πάνω στις στέγες του κόσμου
Με αστρόσκονη θα περιλούσω το σκότος των λαγόνων
Ερωτική θεά θα αναδυθώ επηρμένη μέσα από τις υδρορροές των κτιρίων
Φτερά θα κρούσω και στους σελιδοδείκτες μου μάνταλο θα βάλω διπλό!

Θα βαδίσω ολομόναχη πάνω στις κυρτές στέγες
Φουστάνι εαρινό θα αγγίζει του σώματος τις πτυχές
Καθελκύοντας το αίμα μου σε στέρνα θολή που βούλιαξε το βέλο
Μιας μάγισσας που στα χαρτιά της μέσα αναγεννήθηκε της μοίρας
το μπορντό ρυάκι!

Θα υψωθώ πάνω στις στέγες του κόσμου
Με τα πουλιά που έρπουν πληγωμένα θα συνομιλώ
Να κλέψω θέλοντας τους αρχέτυπους κώδικες των χορδών τους κρυφά
Τραγούδι να υψώσω μελαγχολικό στις νυχτερινές ταφόπετρες
των παλαιών εκκλησιών!

Θα βαδίσω ολομόναχη πάνω στις κυρτές στέγες
Σανδάλια θα φορώ ζωγραφιστά ψυχοπομπός να γίνω του έρωτα σου
Στα βράχια των ματιών μου πανικόβλητη να ζει η αλόγιστη φρίκη
Να πάψει να ηχεί μονότονα η σάλπιγγα στην μακρινή σκάλα των μαχών
που εγκατέλειψες!

Θα υψωθώ μαζί σου πάνω στις στέγες του κόσμου
Αθώρητη σαν μέδουσα να στέλνω αποχαιρετιστήριο γράμμα στους υλοτόμους
Δεν θα το κλείσω σε μπουκάλι σφραγιστό με ρητίνη
Παρά μονάχα στην κοιλιά του σκοτωμένου κήτους με άμμο θα το αρμολογήσω
μη χαθεί!



Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Ξεθωριάζει του σώματός σου η σπασμένη υδρία




Στη φωτογραφία που κρατώ στην τσέπη μου
Ξεθώριασαν τα αρχικά της χρώματα
Ολόσωμη καταφυγή ομορφιάς
Αφανίστηκε στη ραγάδα της λήθης
Χλωμή χαρακιά διατρέχει τώρα το μέρος της καρδιάς
Κόβοντας στα δυο τις άρρωστες κοιλίες
Πήρε χρόνια πολλά να δεσμεύσει τα χρώματα
Κούρσεψε ουράνια τόξα που αχνόφεγγαν
Ωσπου να βρει απρόσκοπτα τη σωστή δόση στη παλέτα της ανάμνησης
Το λαμπρό κόκκινο
Το σμαραγδένιο πράσινο
Του σταριού το αισθαντικό κίτρινο
Και εκείνο το αθάνατο γαλάζιο
Που ταίριαζε με τον μίτο του δικού σου μύθου
Φτιάχνοντας στο τέλος ολοκαίνουργιο τον έγγλυφο σφραγιδόλιθο του σώματος!

Στη φωτογραφία που κρατώ στη τσέπη μου
Ατόνησαν τα αδρά της χαρακτηριστικά
Πότισε ο ιδρώτας το κρυφό αντίσκηνο του θώρακα
Πως να φυτρώσει τώρα ανεμπόδιστα
Ο σπόρος της αφοσίωσης;
Καμένος τόπος, αλυκή της ερήμωσης, μπατανία σκισμένη
Τραβάει τις αποχρώσεις στους χειμερινούς ορυζώνες
Εκεί που εργάτες δομούν λαβυρίνθους ελισσόμενους
Γκρίζα η γη πλέκει πυκνά νυχτοπεταλούδας φόρεμα
Σωρεύεται σκότος
Πληθαίνει του κρυστάλλου ο αμφορέας
Αφρίζει της πείνας ο σκοτεινός θάλαμος
Πως να ξεχωρίσω τον δικό σου δρόμο
Πως να υφάνω το κρουστό της μνήμης εργόχειρο
Που τα μάτια μου βυθίστηκαν στην οχλοβοή
Των στενών πεζοδρομίων και πνίγηκαν
Σταγόνες μαύρης βαθύνοιας κλείνουν την ψυχή μου
Το ευεργέτημα ζητώ της μορφής σου
Να ανοίξω στο φως το πρωινό τα άσπρα πανιά της αιθρίας!

Στη φωτογραφία που κρατώ στην τσέπη μου
Εκμαυλίστηκαν τα υπέροχα φωνήεντα
Κατέβηκαν πάνω σε αόρατο σπάγκο
Όλοι οι ψίθυροι από τα κωνοφόρα του δάσους
Και υφάρπαξαν τη λόχμη του εωθινού σου λόγου
Στόμα κυρτωμένο που σιωπά
Θαμπή ημισέληνος που δραπετεύει
Καμπύλη σβηστού καραβοφάναρου
Υποβάλλει σε δοκιμασία το μαύρο κέλυφος του τρόμου
Αδέσποτη μια νάρκη εκτινάσσει στα πέρατα
Του "σ' αγαπώ" σου το διακλαδιζόμενο ρίζωμα
Δεν είσαι εδώ
Το όνομα σου το ιερουργούν τώρα στη προσευχή τους τα ελάφια
Αποχωρείς γοργά γοργά σκυφτός λίγκας
Και ψηλά σε κορφή πυραμίδας γεύεσαι
Την κρύα αψάδα του χιονιού αμίλητος σαν μισοπεθαμένος γρύλος
Το ορμητήριο ζητώ της κρύπτης σου απεγνωσμένα
Να αμαρτήσει το βλέμμα μου πάλι στα βρόχια των ακροδακτύλων σου!


Δημοσιεύτηκε στην σελίδα ποίησης που διατηρεί ο ποιητής Στρατής Παρέλης
http://poihshkaipoihtes.blogspot.gr/2013/09/blog-post_8.html



Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Υδάτινες διαδρομές



Απ' όταν έφυγες
Κλείστηκες σε πράσινο ενυδρείο
Στα φύκια του βυθού κατέβηκες
Πλάι στην ανάσα της άμμου
Έφτιαξες το μικρό σου σπήλαιο
Σκοτεινό κρησφύγετο μοναξιάς
Ήταν τότε που τα μάγουλα σου
Πήραν το κοραλλί χρώμα
Που άλλοι έρωτα το είπανε κι άλλοι σερπαντίνα τρελού Αρλεκίνου!

Όταν ξεμάκρυνες
Επέστρεψες στη μήτρα των ωκεανών
Γαντζώθηκες σφιχτά απ' τα πτερύγια
Ενός τέλειου χριστόψαρου
Αψηφώντας τα τρεμάμενα χέρια σου
Που πυορραγούσαν
Τώρα ταξιδεύεις κόντρα στο ρεύμα
Το μάτι σου ακολουθεί την πορεία
Ενός λαβωμένου αχινού που περνά ξυστά στο μολυβένιο σου κρανίο!

Απ' όταν έφυγες
Στράφηκες στις γαλάζιες γάζες του πελάγου
Με νύχι σκληρό χάραξες
Στην πρύμνη της "Ιοκάστης"
Τον όρκο που έμελλε να πατήσεις
Πριν φωναχτά σε μεταπείσω για το αντίθετο
Στον κρόταφό σου ξάφνου
Έδυσε η σελήνη του βυθού
Εκείνη που ερωτεύτηκαν οι έφηβοι στα όνειρα τους
Κόκκινη σελήνη σπλαχνική
Κι εσύ ούτε που καταδέχτηκες να ακούσεις τα ματωμένα της λόγια!

Όταν ξεμάκρυνες
Βούλιαξες σε γρανιτένιους όρμους
Πήρες το σχήμα της απεραντοσύνης
Καθώς πορευόσουν
Προς το σταυροδρόμι των αρνήσεων
Να σταχυολογήσεις τα άπιστα ρήματα της αγάπης
Τώρα μελετάς
Το ανθολόγιο των δικών μας στιγμών
Και πλάνητας στο τέλος
Παραδίδεσαι στων μαγισσών
Το φθαρμένο τραπουλόχαρτο
Με ποντάρεις
Με αδικείς
Με επικρίνεις
Και στο χορό των δελφινιών μάταια δοκιμάζεις νέες φιγούρες!

Απ' όταν έφυγες
Βυθίστηκες στην αγκαλιά του Νηρέα
Υλακές σκορπώντας στα ξυράφια της πλημμυρίδας
Με εκτίναξη αιλουροειδούς
Κυκλώνεις τα περάσματα για τον Άδη
Αθάνατη με θέλεις
Χρυσή σαΐτα να κρατώ
Τη θλίψη να μερώνω των ματιών σου
Γυρνώ στις πρωτινές μας μέρες
Τότε που ξεκάρφωνα από τα χείλη σου
Δροσερούς ιβίσκους και μωβ ίριδες
Κράτα μου το χέρι πάρε την πνοή μου
Κι εγώ θα ζήσω σιωπηρά δίπλα στις φουσκοθαλασσιές και τις φυκιάδες!




Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Πολιορκητές




Απόψε τάγματα οπλιτών
Πολιόρκησαν τη πόλη μου
Πλίθινοι άνθρωποι της βροχής
Έσπασαν τα τείχη
Που τα κατοικούσε
Η παιδική μου ψυχή
Διπλά τείχη της συστολής
Παραταγμένα στην γειτονιά
Με τους χάλκινους ανδριάντες
Εκεί που απ' τα παλιά χρόνια
Έστηναν κρεμάλες
Για μάγισσες και φονιάδες
Γειτονιά ολοδική μου
Με την όσμωση
Του αναπότρεπτου
Κλάδους έκοβε ανθισμένης αλισφακιάς
Να σκεπάσει την βέβηλη τέφρα που αργά την αφάνιζε!

Απόψε τάγματα οπλιτών
Πολιόρκησαν τη πόλη μου
Χαλασμός καταιγιστικός
Κονιορτός από οπλές αλόγων
Κροταλισμός ισχίων
Συνεπικουρούσαν στην βίαιη αρπαγή μου
Από τους επιδρομείς
Λίθοι ακρογωνιαίοι
Συστρέφονταν
Αφήνοντας μετέωρο
Το παραληρηματικό μου σχέδιο
-Οράματα του ενυπνίου απέθαντα-
Πεζά στίφη
Χάραζαν σβάστικες
Στο ψηλό κορμί
Του κυπαρίσσου
Με το γαμψό τους νύχι
Στιλέτα του μίσους
Ξερίζωναν τους μικρούς θάμνους
Που οι γηγενείς ακουμπούσαν την αρματωσιά τους να αγιασθεί!

Απόψε τάγματα οπλιτών
Πολιόρκησαν τη πόλη μας
Εισχώρησαν στις ματωμένες
Καμινάδες μας
Να αρπάξουν από τις εστίες μας
Τα τάματα που είχαμε
Ετοιμάσει για τους θεούς μας
Μικρά γυάλινα ματόχαντρα
Φυλακτά προγονικά
Και ασημένιες πόρπες
Για το πέτο της ιέρειας
Άχαρα τα περιέφεραν στη πόλη
Δοκιμάζοντας τις αντοχές μας
Δεν βρήκαν όμως
Το βιβλίο των ηρώων
Να βεβηλώσουν
Εκείνο που η μητέρα φύλαγε
Πλάι στο εικονοστάσι
Στη γωνιά του δικού μας Προφήτη
Έτσι σαν ξυπνήσαμε την επομένη
Είχαμε ακόμα λίγη λάμψη στα μάτια κι ένα καρφάκι δόξας στα μαλλιά μας!


Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Η θαλασσογραμμή του ουρανού



Από την θάλασσα απέδρασαν
Μπαμπακένια και εμβληματικά
Τα τελευταία σύννεφα
Τα έβλεπα από το παράθυρο μου
Καθώς περιόδευαν
Κονιορτός να γίνονται
Και με πυρήνες υγρούς
Να σχηματίζουν
Μια γαλάζια θαλασσογραμμή
Στις ανεμότρατες του ουρανού που ναυαγούσαν!

Σε τηλεσκόπια ναυτικά
Παρακολουθούσα τη διάταξη τους
Γραμμές και σήματα σφηνοειδή
Τρέμιζαν σαν φάροι βραχονησίδων
Πάνω στα μπλάβα ύφαλα της Ανδρομέδας
Σχέδια ανακόλουθα
Μπερδεμένα στην ανυφάντρα τρέλα
Μπαμπακένια και εμβληματικά σύννεφα
Κατέκλυσαν του σύμπαντος
Το πληγωμένο υπογάστριο
Αμαχητί παραδομένα στα δηλητηριώδη βέλη από τη φαρέτρα της Αστραπής!

Θαλασσογραμμή τεθλασμένη σχεδίασα
Στου τζαμιού το κρύο κρύσταλλο
Να βρει η ματιά μου φωλιά να ακουμπήσει
Κι η καρδιά μου μέρος να ξεγελάσει το σφυροκόπημα
Να μην αφήνομαι μονάχη στο στερέωμα
Μικρούς θεούς να ανακαλύπτω
Αποκρουστικούς και κερασφόρους
Γυρίζω πίσω στα υφαντά στρωσίδια
Που μου χαρίζει η μοναξιά της ποίησης
Πορφυρή μπατανία της Σύλβιας να γίνω
Να ξεδιπλωθεί το όνειρο μου σαν μεγαλυνάρι ερωτικό
Απαρχής με μάτια κλειστά να ξεχωρίζω
Του ίσκιου μου το πεσμένο πλατανόφυλλο αθρυμμάτιστο!

Η γη κοχλάζει στα χέρια μου
Σαν το αίμα πρωτόφαντου πόθου
Ερωμένη του απείρου
Κλώνους κόβω αμάραντους
Στεφάνι να πλέξω στην έφηβη κόμη του Αυγούστου
Να γλυκάνει μεστό το σταφύλι
Στο πατητήρι της καρδιάς και θείο νάμα να γίνει
Στον κοχλία να το απιθώσω της ομορφιάς
Να πραΰνει το πάθος στα χείλη μου
Που την ανάσα έκφυλα πέτρωσε
Απαρχής με μάτια πύρινα
Αποφασισμένη και εναργής
Το βιβλίο να ανοίξω των προφητών
Να διαβάσω τα εδάφια της μυστικής μου ειμαρμένης
Όμοιος άνεμος να αφανίσω τα σημάδια στην άμμο
Που ακούραστα με καλούσαν να ασπαστώ τις ουράνιες θίνες!



Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Το δικό μου δρομολόγιο


Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Εκεί προετοιμάστηκε
Η έλευση μου στο κόσμο
Το χέρι κράτησα της αστραπής
Έτσι που πύρινα φτερά
Φύτρωσαν στους ώμους μου
Συγγένεψα με τους ουράνιους ποταμούς
Κι απείθαρχη χωρίς κοίτη και μέρισμα
Απλώθηκα πάνω στης γης το κρησφύγετο
Θησαυρούς συνέλεξα από τις αλυκές των άστρων
Τόσους που να μην πεινούν τα όνειρα
Που τα μικρά παιδιά πλάθουν στον ύπνο τους!

Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα σκοτεινό νεφέλωμα
Ήμουν το αγαπημένο τέκνο
Της αμφισβήτησης και της τρέλας
Μέρωνα μόνο κοιτάζοντας κατάματα
Τις βρόχινες στέρνες να βοούν με μανία
Τις νύχτες που η νοσταλγία σβήνει
Το φέγγος της σελήνης από τη μετόπη της πατρίδας
Ανδρώθηκα και ψήλωσα
Δίπλα στα άβατα μέρη του σύμπαντος
Εκεί που οι Αμαδρυάδες μεταβαίνουν οργισμένες
Σε χιλιόχρονους κορμούς
Για να αφανίσουν τον πέλεκυ
Που μάτωσε το σκισμένο φόρεμα τους
Περιπλανήθηκα απέλπιδα στους λειμώνες του Άδη
Ώσπου στο τέλος αφυπνίστηκα με αίμα
Κλώθοντας κόκκινα μαντήλια μεταξωτά
Στόλισμα να τα βάλω στον ιδρωμένο τράχηλο του κόσμου!

Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Απαρχής ξεδιάλεξα για φίλες μου
Τις εξώκοσμες νεράιδες με τα αμίλητα πρόσωπα
Έζησα διαιρεμένη
Ανάμεσα στον Έρωτα και το Θάνατο
Σχεδιάζοντας με χέρι τρεμάμενο
Τον επάλληλο κύκλο της αρχέγονης αλήθειας
Έπλασα μύθους άφευκτους και δυνατούς
Γεννήτορες της κρυφής σκέψης
Με μόνο εργαλείο
Την λεπίδα και τον άκμονα των αστεροειδών
Σαν ασκητής βίωσα την μέθη της λύτρωσης
Στήνοντας βωμούς ορειχάλκινους
Με την πατίνα της φαντασίας σε ορμίσκους αθέατους
Εκεί που οι Θεοί των Φοινίκων προσαράζουν τις λέμβους τους
Κυνήγησα της μέλισσας το ταξίδι
Και σε ανθούς υπερβατούς γονιμοποίησα το βρέφος της αγάπης
Μη λείψει το αχνογέλιο από τον λίκνο του κόσμου και λαβωθώ!



Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Ονειροφαντασία



Σε όνειρο μεσημεριανό αποξεχάστηκα
Κρούοντας τα κύμβαλα της ηδονής
Αναχωρούσα σε υψηλών πτήσεων
Ονειροφαντασία σκορπώντας λάμψεις
Και σκιάσεις απόκοσμες που φέρναν ίλιγγο
Κρουστά τα μέλη μου προσδένονταν
Στο χρυσό περιδέραιο του ήλιου
Κι ελίσσονταν σε χοϊκούς ρυθμούς, ερωτικούς
Ήμουν το τιμώμενο πρόσωπο
Στο κλειστό θέατρο του παραλόγου
Παρότι εμφαντικά η θέση μου ήταν στα παρασκήνια
Στη σκηνή έβγαινα ζωσμένη χρωματιστά μαντήλια
Παίζοντας το ρόλο μου διονυσιακά
Ρόλο ζωής γητεμένης
Που από εφτάχρονο παιδί είχα διαλέξει!

Σε όνειρο μεσημεριανό αποξεχάστηκα
Κρούοντας τα κύμβαλα της ηδονής
Σε ουρανό με πολύχρωμες ομπρέλες
Πετούσα σαν κορυδαλλός κατατροπωμένος
Από σμήνη αρπακτικών με σιδερένια ράμφη
Τρόμαξε ξάφνου η σκιά στο ξέχειλο στήθος
Χλόμιασε το κερί μα δεν έσβησε στο σαμντάνι
Δεν ήταν εφιάλτης
Ίσως μόνο ένα παραλήρημα πυρετικό
Της νοσταλγίας δεν εξουσίαζε το φυλάκιο
Κλειδί δεν κρατούσε
Που τις πόρτες ανοίγει της απειλής
Ούτε την αρμαθιά του κλειδοκράτορα
Στόχευε να αρπάξει
Νικητής να εισέλθει στα παραδουνάβια κάστρα του νου
Ή σκηνίτης υποταγμένος στο πλευρό του βράχου
Ένδοξα να επιβραβεύσει το ανελέητο φως του Αυγούστου!

Σε όνειρο μεσημεριανό αποξεχάστηκα
Κρούοντας τα κύμβαλα της ηδονής
Σε δρόμο βρέθηκα ουράνιο
Να μαζεύω πυγολαμπίδες απ΄του γαλαξία το στέρνο
Σε σκαλιστά στο βράχο μονοπάτια βάδισα
Κατάμονη να αφουγκράζομαι τις υλακές των σκύλων
Χωρίς ούτε ένα ψεγάδι στην ψυχή
Τρομαγμένη τώρα ρίχνομαι στης πυράς το πηγάδι
Με τα φτερά μου ακόμα υγροποιημένα
Από τον ασβέστη της χαραυγής
Απομυθοποιώ τις γήινες ταλαντώσεις της καλαμιάς
Που σε ποταμού φρύδι σείεται νωχελικά
Πορφυρένια κρατώ στα χέρια μου κορδέλα
Κι έχω τα μαλλιά ξέπλεκα
Καίγομαι μα ξανανθίζω αέναα
Έγινα πυρά και αφανίζω τις οριογραμμές των ηφαιστείων!



Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Τι με δίδαξε η μαρμάρινη όψη σου



Σε προθήκες μουσείων στέκεις
Ακριβοθώρητος και μόνος
Πανάρχαιος τιμωρός της λήθης
Σταθμίζεις τις επελάσεις
Της ασίγαστης τέφρας
Του χρόνου
Στην κρύα σου κόμη
Εξυφαίνοντας
Τα άτρωτα βοστρυχωτά
Δίχτυα της εφηβείας!

Ράθυμα αντικατοπτρίζεις
Σε κάτοπτρα παράδοξα σκοτεινά 
Το μπαρούτι του κάλλους σου
Σαν λουλούδι τοιχογραφίας
Μοιάζεις
Που απ' το χρώμα του
Τα πουλιά αναδιατάσσουν
Το φτερωτό τους περίβλημα
Με διαβαθμίσεις αισθησιακές!

Μέσα στη κρυστάλλινη προθήκη σου
Κερνάς φιλί προδοσίας
-Τον ερμητικό μύθο σου -
Στα ανυποψίαστα θύματα σου
Άκαμπτος παραμένεις
Κι απόξενος ερημήτης
Κλεισμένος στον κρουστό ήχο
Των λαμπρών σου μυώνων!

Χέρι δεν σε αγγίζει
Αφή δεν προσκυνάς
Ατελεύτητα μόνο σπρώχνεις
Των ματιών σου το πυρσό
Πάνω στα καλλίγραμμα μέλη
Των ανήλικων κοριτσιών
Που σκιρτούν στη λευκή σου θέα
Ερωτευμένος της αιώνιας νιότης!

Πολλά με δίδαξε
Η μαρμάρινη όψη σου
Μα εκείνο που κρατώ
Ακλόνητο πειστήριο
Της ομορφιά σου
Είναι το απόρθητο χαμόγελο
Που με κερνάς στα όνειρα
Πως να σου αντισταθώ;
Που γόρδιο δένεις πάνω μου
Το δεσμό της αμαρτίας!

Στο εκμαγείο σου
Θα περιχύσω
Αθάνατο νερό
Και μάγμα ηφαιστείου
Να σε αναστήσω απ' την αρχή
Κι ολοπόρφυρο και σφριγηλό
Να σε φυλάξω
Στην ιστορική της καρδιάς αυλαία
Μοναδικό και μέγα Ιμπρεσάριο!


Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Εφορμώ στο σκοτεινό σου σύμπαν



Είσαι ο πολικός μου πλανήτης
Εκείνος που άνθρωποι
Μαργωμένοι απ την τρέλα
Με λευκά σαντάλια
Και μπόλκες ντρίλινες
Τον κατοίκησαν προ αιώνων!

Χάνω τους ήχους
Και μου αντιγυρίζεις
Υγρό το σώμα της θάλασσας
Αν και ήξερες πόσο φοβάμαι
Τις χαλκόχρωμες του βυθού φυσαλίδες!

Είσαι το εκατόχρονο πλατάνι
Με τη νερομάνα στο πλάι
Ίσκιο δεν χόρτασα
Μόνο γουλιά - γουλιά ήπια
Το απόσταγμα του ήλιου
Κέρασμα πρώτο των φιλιών σου!

Εξαγνίζω των ματιών σου
Τη σκοτεινή λεπίδα
Εκείνη που σε λωρίδες
Έκοψε τη κόκκινη χλόη
Που μάρτυρες της λήθης την περπάτησαν!

Είσαι η φλαμουριά και το πεύκο
Που πάνω τους σκάλισαν
Με μαυριτάνικο στιλέτο
Ξόρκια και μαγγανείες
Ξεχασμένες
Δαίμονες που με σκληρότητα στο τέλος αποποιήθηκαν!

Σχηματίζω το σήμα της Νίκης
Ηττημένη ναυαρχίδα
Ανέμους στα στενά ναυτολογώ
Τραγουδώντας Θούριους
Που πεσόντες συνέγραψαν
Σε παλίμψηστο κιτάπι πειρατικό!

Είσαι το ασημένιο κουμπί
Στη κουμπότρυπα του πεθαμένου
Που ξέπλεκες κορασίδες
Τον ξαγρυπνούν
Με του γάμου τον στέφανο στα χέρια!

Κραδαίνω σφιχτά
Τον κομμένο φλοιό της ελάτης
Και βαθιά τα χνάρια μου περνώ
Στου ρετσινιού
Το πανάρχαιο κεχριμπάρι
Στίγμα διάστικτο σε στέρνο αυλακωτό!

Είσαι ο διακεκομμένος
Κελαηδισμός του κούκου
Στο πυκνόριζο δάσος
Την ώρα που η Άνοιξη
Νεκροφιλά με μύρα στα χείλη
Τα πέτρινα μέλη της ελαφίνας!

Τοξεύω την φωλιά
Του Αετού
Να προσαρτήσω
Το ακοίμητο βλέμμα
Έμβλημα να το βάλω
Σε εκστρατείας παντιέρα!

Είσαι το σήμαντρο
Στην πέτρινη κιβωτό μου
Ρυθμικά χτυπάς το σφυρί
Στου όρθρου τις ώρες
Μη διαβεί πετούμενο
Άγρυπνο τις συμπληγάδες μου!

Εφορμώ στο σκοτεινό σου σύμπαν
Σαν μετεωρίτης
Καίγοντας το μαύρο
Σιγκούνι της νύχτας
Που με αυτό πένθιμα ένδυσες
Ολοφυρόμενος
Την γύμνια του Έρωτα σου!

Είσαι η οπή
Στο πέταλο του αλόγου
Που σπινθήρες πέταξε 
Κύκλιες ταλαντώσεις
Του μηδενός
Σε ταξίδι αναχωρητικό
Πλάι στα κοιμητήρια!

Πορεύομαι σε ξερή κοίτη
Ιστορικών ποταμών
Εκτοξεύοντας βότσαλα
Στις καμάρες των γεφυριών
Που τάφος έγιναν
Στα κορίτσια με το χαράκι στο μέτωπο!

Είσαι ο πολικός μου πλανήτης
Εκείνος που άνθρωποι
Μαργωμένοι απ την τρέλα
Με λευκά σαντάλια
Και μπόλκες ντρίλινες
Τον κατοίκησαν προ αιώνων!

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό λογοτεχνίας 
"Ποίηση και λογοτεχνία"http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/2013/10/blog-post_4237.html



Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης



Απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης
Φοβούμενη μη τυχόν πληγώσεις
Το πράσινο γόνατο της παπαρούνας
Και με δάκρυ πικρό μιάνεις του ελαφιού τη γούρνα
Μεθυσμένη σαν λυγαριά
Τρέχεις με τα μαλλιά λυτά
Καμακώνοντας με του κορμιού σου τους πόρους
Ξέφτια και σπόρους από το γούνινο γάντι της σιωπής
Που κρυφά ένα βράδυ σου χαρίστηκε
Σε μια ματιά σου μόνο
Περικλείεις όλο το μελάνι των ποιημάτων
Που ποτέ δεν θα γραφούν
Γιατί
Μικρά παιδιά μύρο το ξόδεψαν στης αρμπαρόριζας τη γεωγραφία

Άφωνη ψαύεις τη ταπετσαρία της φύσης
Προσέχοντας μη τυχόν και ξυπνήσεις
Τη θύμηση του Οδυσσέα
Στα καρδιόφυλλα της Κίρκης
Αφιονισμένη από τα αρώματα της μέντας
Λοιδορείς της αλαδανιάς τον ίσκιο
Που έσκισε στα δυο της μέλισσας το φτερό
Αργοσάλευτη σαν μέδουσα του Νότου
Αποσπάς το βλέμμα σου από την χάντρα του χαλαζία
Ακουμπώντας το στοργικά στην γαλάζια ποδιά της Νισύρου
Με ένα νεύμα σου μόνο
Ακινητοποιούνται οι πύρινες λάβες των ηφαιστείων
Μπροστά στη πόρτα του Έρωτα
Γιατί
Ξανθά χερουβείμ σου φύλαξαν σε βίγλας πέρασμα το κλειδί της Αθανασίας!

Άφωνη ψαύεις τη ταπετσαρία της φύσης
Νυχοπατώντας μη τυχόν και πονέσει
Το όνειρο της μικροπαντρεμένης και εφιάλτης γίνει
Σε ουρανού σκαλοπάτι
Αέρινη σαν του Μαΐστρου τη φτερούγα φεύγεις
Της κρύας βρύσης μη στερέψεις το στέρνο
Και μείνει άδροσος ο κάμπος με τα αγέννητα πουλάρια
Σμίγεις ποθούμενη
Με των βουνών την αρσενική φορεσιά
Και απαρχής του κόσμου
Κυοφορείς δις την Αμαρτία των μοιχαλίδων
Με ένα λόγο σου μόνο
Διαλύονται τα στρατεύματα στα πεδία των μαχών
Κι ο στρατηλάτης αποσκιρτά
Γιατί
Το ένδοξο φως θριαμβεύει ξανά στα πένθιμα μαντήλια των μανάδων!



Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Θαμπά προβάλλεις μέσα από τον υαλοπίνακα της ψυχής μου




Όταν χορεύει ο πουνέντες στα νησιά των Μακάρων
Επικάθεσαι σαν πάχνη πρωινή
Πάνω στον υαλοπίνακα της ψυχής μου
Κάνω να σε παραμερίσω
Μα διχαλωτά υφαρπάζει την εικόνα μου
Της μορφής σου το κερματισμένο καλειδοσκόπιο
Κάνω να σταθώ στα πόδια μου
Δοκώ να αναρριχηθώ στον αέρα
Την απειροελάχιστη ουσία σου να εισπνεύσω
Μα ανήμπορη μετέρχομαι σε αργιλώδη τάφρο να βυθιστώ
Δεν ορίζομαι, δεν υπάρχω
Σκιαμαχώ σαν πλανεμένος ναυαγός
Μόνος να περιεργάζομαι τον ύφαλο που προσάραξες
Σκορπίζομαι άναρχα σε σωματίδια υπέρυθρα
Συνωμοτώντας με της Γαίας τον ομφάλιο λώρο
Να σε οδηγήσω πισθάγκωνα δεμένο σε ιερατείο φλεγόμενο
Κοσμήτορας να γίνεις στο παρακλάδι της Αίρεσης μου!

Όταν βοούν οι ζέφυροι στα άσκεπα Κυκλαδονήσια
Εφορμάς σαν λαίλαπα βρυχώμενη
Πάνω στου Κεράτιου κόλπου τα κύματα που διαμένω
Ζητώντας δόλια με φίλτρα μαγικά
Να κανοναρχήσεις τη ροή της σκέψης μου
Κάτοικος εσύ του θανάτου και της εμπλοκής
Άλυσους τραβάς να με εγκλωβίσεις
Στο βυθισμένο βασίλειο σου που αναφλέγεται
Δεν ορίζομαι, δεν υπάρχω
Απέρχομαι της πλάνης σου πεισματικά
Υψώνοντας λευκή σημαία μεσίστια
Απέναντι στους παραχαράκτες και τους ακολούθους
Που σαν ουραγός του σκότους συγκέντρωσες κοντά σου
Θαμπά προβάλλεις μέσα από τον υαλοπίνακα της ψυχή μου
Εγκαθιδρύοντας στο σώμα μου
Μικρές κυψελίδες που φέρουν εγχάρακτο το όνομα σου!

Όταν σοβούν οι δυτικοί άνεμοι συντεταγμένοι
Στα ακρόθυρα της μαργωμένης μου καρδιάς
Εμφανίζεσαι σε άρμα πύρινο ζωσμένος με βέλη
Να αφανίσεις ολοκληρωτικά το πηδάλιο μου
Δεν ορίζομαι, δεν υπάρχω
Δρομολογώ απλά τις συνιστώσες της μοίρα μου
Παλινωδώντας σε νέες ενοράσεις
- Κρυφές απολήξεις του μηδενός στο κοσμικό μου σύμπαν -
Θεατής εσύ των στιγμών που διεγείρονται
Εναγώνια σταθμίζεις τα περιθώρια της ζωής μου
Μην αφήνοντας χώρο να κρύψω το εξαχνούμενο κέλυφος
Όστρακα φοράς στο λαιμό και με γητεύεις
Τα ρούχα σου κατάστικτα στο αίμα
Προδίδουν το ακάνθινο στέμμα του Έρωτα
Αφήνεσαι στων χεριών μου τη δίψα άοπλος
Να επιτελέσεις αγόγγυστα των χρησμών την τελική πράξη!

Δημοσιεύτηκε στην διαδικτυακή σελίδα ποίησης
"Ποίηση στην εποχή της εκποίησης"
http://ekpoiisi.blogspot.gr/2013/08/blog-post_26.html
και μεταδόθηκε από τον ραδιοφωνικό δίαυλο επικοινωνία 94.00 fm του Δήμου Ηρακλείου Αττικής
http://www.94fm.gr/ στην εκπομπή "ποίηση στην εποχή της εκποίησης"


Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Προσμετράς τη σκιά σου πάνω σε διπλωμένο χαρτί



Έχεις δει ποτέ πύργο πέτρινο
Να καταρρέει
Σαν χάρτινο κατασκεύασμα
Να του απομένουν
Μόνο τα θεμέλια άθικτα
Έτσι σαν την σαύρα
Που από το σώμα της
Αποκόβουν την ουρά
Παιδιά με βέργα λεπτή σημύδας στο χέρι
Ορυμαγδός ερειπίων
Σύνθλιψη οραμάτων 
Να σταθεί εκεί ο μικρός πάροικος
Να κλάψει
Το απολεσθέν της τιμής του ένδυμα!

Έχεις δαμάσει ποτέ τη σκιά σου
Που διαγράφεται ακέραια
Πάνω σε διπλωμένο χαρτί τετραδίου
Σαν κόσμημα διπλοσκαλιστό
Μαστορικά φτιαγμένο
Από τους τεχνίτες
Της φαιάς αραχνιασμένης κοσμηματοθήκης
Που σε γάμου χαρά
Δεν γύρεψαν στολίδι
Να προσφέρουν στα προικώα μάτια
Πλουμίδι σε αλόγου χάμουρα
Να καρφιτσώσουν επιδεικτικά
Ώσπου η ομήγυρης στο τέλος
Με άνθη να ράνει περίχαρη τη δοτικότητα τους
Προσμετράς την σκιά σου
Σε ευθεία γραμμή
Δίδοντας αίμα στο πλήθος από την κρυφή αορτή
Ενός σπουργιτιού που στάθηκε να κελαηδήσει προς στιγμή στο πέτο σου!

Έχεις δει ποτέ σκοτάδι
Να αναμετριέται
Με το πρώτο ξάφνιασμα της αμφιλύκης
Και να μετουσιώνεται ευλαβικά
Σε πικρογέλιο πάνω σε χείλη αφίλητα
Προσμετράς τις λέξεις
Του απαγορευμένου
Συλλέγοντας διαμάντια πρωινής δροσιάς
Από τον ύπερο των γιασεμιών
Ήχος σήμαντρου μακρινού
Σε διαπερνά
Αναποφάσιστος στέκεις
Σε κήπου πηγάδι μυστικό
Σκιτσάροντας αχειροποίητα όνειρα
Στου νερού τις διακτινώσεις
Διαβάτης δεν περνά
Η ομήγυρις σκόρπισε
Μόνο το σήμαντρο σημαίνει ακόμα
Κονιορτοποιείς τότε ένα φύλλωμα φτελιάς
Σκορπώντας το σαν λάγγεμα στις κοίλες όχθες του αποξηραμένου ποταμού!



Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Η ηχώ των δρόμων ( πριν η σκέψη αναρριχηθεί)




Η περικοκλάδα τύλιγε τους τοίχους
Με τα θηλυκά της χέρια
Μεταφέροντας ψηλά στα παράθυρα
Την ηχώ των δρόμων
Κουρασμένοι μονότονοι ήχοι
Ξεκλείδωναν της ανάμνησης
Το σκεβρωμένο σαρκίο
Δεν μιλούσες... μονάχα
Ψηλάφιζες την ρητίνη
Στις ρωγμές της ασφάλτου
Και στα φρεάτια έψαχνες
Πουθενά δεν έβρισκες
Το απόκομμα από το εισιτήριο που έχασες
Κι ήταν η παράσταση αφιερωμένη σε εσένα απόψε

Η γλυτσίνια απλωνόνταν
Στην μαρμαροκονία του μπαλκονιού
Με μαβιές αγκαλιές
Εμποτίζοντας τον ασβέστη
Με τις αιθέριες νότες της
Το πέτρινο στόμιο της κρήνης
Διάβαζε προσευχές και εδάφια
Από την συνοικία των Ερώτων
Έπαιρνες νερό
Ξεδιψούσε το όνειρο
Αναγκάζοντας το σώμα σου
Να δεχτεί μετανιωμένο
Το αντίτιμο της απουσίας
Που ένα παιδί ακούμπησε στο πανέρι της μνήμης

Το αγιόκλημα σκαρφάλωνε
Στο πέτρινο περβάζι της εξώπορτας
Με γλωσσίτσες εύοσμες
Σε αποκοίμιζε
Ζάλη νυχτερινή
Ίλιγγος του ανέφικτου
Ανυπόγραφο λάγνο ποίημα
Που ποτέ δεν απήγγειλες
Όσο κι αν το κοινό
Χειροκροτώντας σε παρότρυνε
Να το επιχειρήσεις
Ανυπόγραφο λάγνο ποίημα
Βαπτισμένο στην άγια κολυμπήθρα των δρόμων
Ντύθηκες τον μεταλλικό ήχο των αμαξωμάτων
Ήταν Αύγουστος και στα σιταροχώραφα της Θήβας βάραινε η σάρκα της ζωής



Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Σαλπάραμε με σκαρί αρχαϊκό



Σαλπάραμε με σκαρί αρχαϊκό
Καλά δουλεμένο
Σε χαρτιού αλύγιστο σώμα
Μετάνιωσα...
Είχα πει:
Εκεί να καθαρογράψω
Τους στίχους μου
Μα φοβήθηκα
Μη φουρκιστεί ο αλιέας του Αυγούστου
Και τους σβήσει
Με το σφουγγάρι του
Είχα πει:
Εκεί να αγκιστρώσω
Τους στίχους μου - πένητας να γυρίζω τους μοχλούς -
Πριν αποτυπωθούν και μείνουν
Στο εργαστήριο της μνήμης άθικτοι και απέθαντοι!

Τρικυμίες και πειρατές τσάκισαν
Το μυθικό σκαρί μας
Κι έμεινε το χαρτί
Να πλέει ασυντρόφευτο
Σε ωκεανού γαλαζωπή δίνη
- Αρχαία Σκουριά σε πλάτη καρχαρία -
Πέθαναν οι στίχοι μου
Τρυγημένοι απ' την αρμύρα
Τη λήθη και την απληστία της χοάνης
Κι εγώ ναυαγός του απέραντου
Κουνώ μαντήλι
Στους γλάρους και τα χελιδονόψαρα
Που διάπλατα άνοιξαν μεμιάς
Την κερκόπορτα του κύματος
Αήττητα να διαβούν
Και να "πατήσουν"
Τη βυθισμένη πολιτεία των στίχων
Κρώζοντας "εάλω η πόλις"
Χωρίς τα πύρινα ξίφη του λόγου να καμφθούν στη μάχη!

Τώρα μετρώ τα διάκενα των κοχυλιών
Και ξεσπορίζω αμίλητη
Τα αλφαβητάρια
Των μεγάλων μπάρκων
Που ποτέ δεν μπόρεσα να κάνω
Ασάλευτη πλανιέμαι
Στην καψαλισμένη ουρά
Της Μεγάλης Άρκτου
Φλόγες με ζώνουν πυρές
Ανάσες με διεμβολίζουν απρόκλητες
Ζω κι αναπνέω στον πάταγο της τρέλας
Αποσυμφορούμαι από τη μέγγενη
Του χάους στρέφοντας αλλού τα μάτια
Ένας λίθινος άγγελος
Καταγράφει σε πλάκες αργίλου
Απαγορευμένες ρήσεις
Από το βιβλίο των παθών
Νόστο ζητώ, γη ασπαίρουσα
Και απομένω ακίνητη
Να ψαλιδίζω τα φτερά που προεξέχουν
Απ' τον ώμο της Ακέφαλης Νίκης της Σαμοθράκης!



Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Επονείδιστα σχηματίζω το παζλ της μορφής σου



Κατακερματισμένος είσαι
Με τα κύτταρα σου
Να διαγράφουν πορεία άτακτη
Σε μια μάχη που τελεσφόρησε
Με νικητή τον άρπαγα έρωτα σου
Διανοίγεις νέες χαράξεις
Στον φευγαλέο ιστό του κόσμου
Κι ανασκιρτάς απόμακρος
Ζητώντας να σχεδιάσεις εξαρχής
Το πρώτο φύλλο στο τυπογραφείο της σιγής!

Αναταράξεις και κωδωνοκρουσίες
Διαταράσσουν τον άβατο χώρο
Της επηρμένης σου φύσης
Δεν σε μισώ
Δεν σε αγαπώ
Απλά νιώθω την ανάγκη σου
Ανάγκη που με συνθλίβει
Και με κάνει να πλαγιοδρομώ
Στην ακτογραμμή με τα νεκρά καβούρια
Δεν σε μισώ
Δεν σε αγαπώ
Πληρώνω για σένα μονάχα μια ληγμένη επιταγή!

Επονείδιστα σχηματίζω
Το παζλ της μορφής σου
Πολλά τα κενά
Και η τελευταία χαμένη κάρτα
Σηματοδοτεί τη λευκότητα των νεφών
Ίπταμαι στο αξεδιάλυτο μυστήριο
Των οριογραμμών σου
Τίποτα πιο επώδυνο
Να σε αντικρίζω
Σαν σκισμένη παντιέρα
Σε χέρια αλλοφύλων
Πως να εισέλθω στα πελάγη των ομματιών σου
Χωρίς να σπιρουνίσω τον άνεμο που σε διασκόρπισε;
Τελετουργικό θυσίας προσφέρω ικετευτικά
Σε ένα έντομο που προσάραξε στης κόρης σου την άλω!

Ένα φύσημα του μπάτη
Γεμίζει τους κουρασμένους
Ασκούς της ζωής μου
Δυνατή βγαίνω στο τρίστρατο των αρχαγγέλων
Κόβω φτερά
Μαζεύω ζεστό χνούδι
Κλέβω την αγιοσύνη της ύστατης ώρας
Και μεταναστεύω στην χώρα σου
Αθάνατο και συμπαγή να σε ανακηρύξω
Τώρα έχεις φτερά για να πετάξεις
Και ζεστή φωλιά για να αναπαυτείς
Εκείνο που μένει είναι:
Να μεταγγίσω στο σώμα σου
Την λάβα που με οδήγησε στους δρόμους της χαρμολύπης
Δική σου να σταθώ
Δική σου να ποθήσω
Δική σου να ανθίσω σαν εαρινή γλυτσίνια
Και στο κατάρτι σου το μεσαίο ερωτικά να αναρριχηθώ!


Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Πάνω στα κύματα ξαγρυπνά για μένα η κόρη της θάλασσας



Πάνω στα κύματα ξαγρυπνά για μένα η κόρη της θάλασσας
Έχει σχιστά μάτια χείλη βυσσινιά
Κι είναι από παντού
Ζωσμένη με γιρλάντες που έδρεψε από το βυθό
Τον καιρό εκείνο που ναυάγησαν τα τελευταία πλοία των Αχαιών
Με τις λυσίκομες προτομές στα όκια
Κόρη Θαλασσινή
Ξοδεύεσαι σε παραμυθένια σκηνικά με γελαστές προσωπίδες
Έχεις το μπόι του ανέμου όταν καβατζάρει τις πύλες του ήλιου
Ή του φεγγαριού το πορφυρό παραθύρι
Εξακοντίζεις στου πελάγου το φρούριο
Σερπαντίνες του αφρού και τις λοξές σειρήνες του Οδυσσέα
Πελαγινή Θεά και Μακρινή Παρουσία
Λατρεύεσαι από τα μικρά χαμίνια με τη ξεφούσκωτη βάρκα
Διανύεις μίλια εκατό για να συντροφεύσεις
Με τη γλυκολάλητη γλώσσα σου τον πανάρχαιο καημό της λυγμικής γοργόνας!

Πάνω στα κύματα ξαγρυπνά για μένα η κόρη της θάλασσας
Παίρνει κλωστές από το φουστάνι του αχινού
Να πλέξει το υφαντό μοιρολόι των μεγάλων νόστων
Εξόριστη ζει με μόνο αδέρφι ένα ταξιδιάρικο σύννεφο...
Κόρη Θαλασσινή
Τις νύχτες καταποντίζεσαι στις απόρθητες πέτρες μολυβένιων νησίδων
Σπαταλιέσαι σε κασέλες με αμύθητους θησαυρούς
Χωρίς να αναμένεις πληρωμή καμία
Των ψαράδων αποζητάς να σφουγγίξεις τον κρύο ιδρώτα
Μαντίλι αλαργινό
Μοχθείς να βρεθείς κοντά στα άσπρα ξωκλήσια των προφητών
Και αγίασμα να προσφέρεις το αίμα σου
Στα ταπεινά τους εικονοστάσια και στους χρυσοποίκιλτους χιτώνες τους
Να ευλογηθεί από γενειοφόρους δράκους το ιστορικό σκαρί της Αργούς
Και συστολικά να πλεύσει στων Εσπερίδων το παλαιικό κήπο
Πελαγινή Θεά Τοπάζι κυανό της Ουτοπίας
Θα έρθω να σε συναντήσω
Μόνο να ξέρεις πως μόλις βγήκα από μεταξιού κουκούλι
Κι απαγορεύεται σε βούρκο λιμνίσιο να πέσω!

Όταν αλαργεύει ο νους παραδαρμένος σε πελάγου πεζούλι 
Σπάει στα δυο το σταμνί με το αμίλητο νερό στη πίσω αυλή του Ιούλη! 



Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Ξυπνάς με των χρωμάτων την ακανόνιστη παλέτα στα χέρια




Ξυπνάς με των χρωμάτων
Την ακανόνιστη παλέτα στα χέρια...
Σαν το παιδί  ξεχνιέσαι που ακολουθεί
Τους τροχούς του ποδηλάτου
Και μειδιά στο ακτινωτό παράγγελμα τους
Μέσα από τις πηγές των ματιών σου
Αναβλύζουν τα πλήθια πάθη του κόσμου
Χορεύεις σε κέλτικους ρυθμούς
Και με ανένδοτο κι ασίγαστο πάθος
Ανάβεις την τσακμακόπετρα του ουρανού
Μη μείνει ο λύχνος σβηστός στον ερχομό μου!

Διατείνεσαι πως με λάμα σκουριασμένη
Αφαλόκοψες του Έρωτα το σκληρό πηρύνα
Και το κατόρθωσες
Δεν αμφιβάλω εν μια νυκτί μόνο
Επιχρωματίζοντας το ακάνθινο στέμμα μου
Με τις άλικες αποχρώσεις του αίματος...
Πρόσεξε με!
Χαλκέντερη έγινα για σένα
Χάρη ζητώντας από το θάνατο που με προόριζες!
Απόσταση κράτησα από τη ζωή
Για να την έχω διπλή στου ονείρου το χρηματιστήριο
Αυγαταίνω
Ταράζομαι
Συστρέφομαι
Μεταμορφώνομαι για να αποθαρρύνω τις έρευνες σου
Ζήτα μου μόνο αυτό:
Να πάω κόντρα στον άνεμο με σκληρή διάθεση ερινύας
Κλαρί να κρατώ δάφνης
Την επισφαλή σου λήθη να δω ποδοπατημένη
Θρυμματισμένος λίθος να σταθείς και να πενθείς
Το λάμδα του ονόματος μου!

Διατείνεσαι...
Πως τρωικοί πόλεμοι έγιναν φορές δύο για χάρη μου
Ασπίδα φορώντας την οιμωγή των χρωμάτων
Που σε περιέλουσαν με αγάπη γοερή
Φρόντισε τα βαρέα άρματα
Να μην μπουν εμπροσθοφυλακή
Γιατί απλά η μάχη δίνεται στους αντίποδες της Ιστορίας
Και ουδέποτε επαναλαμβάνεται στου μέλλοντος το κύμβαλο
Ξυπνάς με των χρωμάτων
Την ακανόνιστη παλέτα στα χέρια...
Κι εγώ αποποιούμαι το ενύπνιο εφιάλτη της άρνησης σου
Βαδίζοντας με σκληρή διάθεση ερινύας
Στα χαρακώματα των ρυτίδων σου βαθυκύανη
Κι αποφασισμένη να μεταμορφωθώ σε πυρά που θα μας αφανίσει!