Κλαίει η θάλασσα σήμερα
Κλαίει και λυγμικά παρακαλεί:
"Όχι άλλα θύματα"
Αυτή δεν ήξερε
Απλά είδε τη απονιά των ανθρώπων
Και θύμωσε!
Φουρτούνιασε και μαζί τούς πήρε άθελά της
Πολλές ψυχές
Παιδιά αθώα
Γυναίκες νέες ετοιμόγεννες
Ανήμπορους μαχητές
Απάτριδες ξωμάχους
Κλαίει η θάλασσα σήμερα
Κι αν δεν πάψει το κακό
Θα εκδικηθεί
Εκείνους τους βολεμένους που λένε:
"Ο γέγονε γέγονε"
Και μαζί της θα τους πάρει
Τσουνάμι θα γίνει
Να πνίξει τις επαύλεις τους
Τα κροκοδείλια δάκρυα τους
Τα πολύχρωμα μαλλιά τους
Την τόσο υποκριτική τους συγνώμη
Κι "o γέγονε γέγονε"
Θα πει υποχωρώντας!
Ήλιος είσαι
Με άρμα πύρινο
Ανελέητα να ξεραίνεις
Των σταριών τις κόμες
Και των μικρών ναυκλήρων
Τους γλυπτούς ώμους
Βλάστημα να φιλάς
(Κι εγώ δέντρο θαλερό τα ηνία σφικτά να κρατώ με τους κλώνους μου)
Ρίζα είσαι
Με πολλές υπόγειες
Διακλαδώσεις
Τις μαρμάρινες
Κόρες να ξυπνάς
Με λόγια απειλητικά
Τα δάκρυα τους να εμποδίζεις
Να ξεχυθούν ασυγκράτητα
Στους αδιαπέραστους απ' τους κισσούς φράκτες
(Κι εγώ μικρή μανόλια τα φονικά σου όπλα να παρακρατώ)
Θάμνος είσαι
Αγκαθωτός
Με βελόνες-ανθούς
Να πληγώνεις τον αέρα
Αιμάτινοι να βάφονται
Των εντόμων οι σπόνδυλοι
Κι η χλόη
Μαντήλι σκισμένο να φορά
Με κρόσσια ξεφτισμένα απ' τα όπλα σου
(Κι εγώ νερό ορμητικό αδιάκοπα να σε παρασέρνω)
Γκρεμνός είσαι
Με πέτρωμα συνεκτικό
Να χάνονται τα ερίφια
Τριποδίζοντας
Σε βάραθρα βαθιά
Τα λιλά κυκλάμινα
Να ασφυκτιούν σαλεύοντας
Μέσα στις κλειστές
Κι απόκρημνες σχισμάδες
(Κι εγώ πέτρα που κυλά στον εφιάλτη του ύπνου τους)
Πλακόστρωτο είσαι
Με πέτρες αιχμηρές
Βροχή δεν τις λειαίνει
Μόνο μια αξίνα
Σκουριασμένη
Διακόπτει την συνέχεια τους
Να σκίζονται τα γόνατα
Των πεζοπόρων
Και τα νυφικά σαντάλια
Να τρίβονται σαν χόρτα ξερά
(Κι εγώ στερεμένη κρήνη ανήμπορος τη δίψα σου να σβήσεις)
Σύννεφο είσαι
Με πολλά εργαστήρια
Εδώ ο κεραυνός
Εδώ η λασπερή βροχή
Εδώ η πυκνή ομίχλη
Που το γαλάζιο εμποδίζει να φανεί
Παραμερίζουν τα παιδιά
Πίσω απ' τα δέντρα
Δένουν κούνιες
Οι μανάδες ανοίγουν
Ομπρέλες μαύρες
Ανίσχυρες να πλησιάσουν
Τη χρωματιστή καρδιά τους
(Κι εγώ ρηξικέλευθος θεός να σε σκορπίζω με πείσμα μακριά τους)
Απειλές εξαπολύεις
Με της γλώσσας σου το σκληρό πετράδι
Χωρίς κανένα ίχνος ενοχής
Κι εγώ βουβός κομπάρσος
Που τους ρόλους του
Ώρα την ώρα συνεχώς αλλάζει
Που στο όνειρο ακροβατεί
Δρόμους να ανοίγω με τα νύχια
Μέχρι που στη θάλασσα
Να φτάσω λυτρωμένη
Μακριά από εσένα
Ζεστά και στοργικά
Nα αγκαλιάσω
Της λήθης τα πλεούμενα με τους λεπτούς μου βραχίονες
Στο πεζούλι η γιαγιά
Σου ξεσπύριζε σποράκι - σποράκι
Τα κομμένα απ' τους αγρούς στάχυα
Με περηφάνια περίσσια αρχοντική
Διάνοιγε αυλακιές στα πέτρινα τριγύρω τοιχία
Να ξεγελιέται για λίγο μια πείνα αρχέγονη
Δική σου πείνα και πείνα των οικείων σου
Χαιρόσουν σαν να σε άγγιζε
Φτεράκι πεταλούδας στη γυμνή σου κνήμη
Στο πεζούλι σκυφτή η γιαγιά
Μαυροφορούσα με βαθιές τις ρυτίδες
Και τα χέρια δύσκαμπτα από τις ταλαιπώριες
Σου 'φερνε τον πλούτο του κόσμου
Μέσα σ' ένα κυριακάτικο μπακιρένιο πιάτο
Ποτέ όσο ζεις δεν θα ξεχάσεις τα χέρια της
Ακάματα σαν τους ποταμούς του χειμώνα
Το κάπως αφελές και θλιμμένο βλέμμα της
Μα τόσο στοργικό για την ζωή των ταπεινών
Εκείνες τις ρυτίδες που χάρτες γίνονταν
Να μαθαίνεις σπιθαμή - σπιθαμή τον κόσμο ολάκερο
Που δρόμοι γίνονταν να σε πηγαίνουν
Στης ευτυχίας τη χώρα πάνω σε άτι ολόλευκο
Μα πάνω απ' όλα θα θυμάσαι για πάντα
Το ελάχιστό της χαμόγελο
Που στο άνοιγμά του στόχευες το μεγαλείο της χαράς
Και την γευόσουν μ' απλότητα φυσική
Σαν όπως γευόσουν τα άστρα απ' το δέντρο της αυλής
Παρέα με τ' αδέρφια σου ντάλα καλοκαίρι
Κι αν ήταν δύσκολα τα χρόνια και σκληρά
Μια σποριά στάρι σου ήταν αρκετή
Για να πλάθεις όνειρα χρωματιστά
Όπως τους ανεμόμυλους τους παιδικούς
Που στα παζάρια του τόπου σου χάζευες
Και τόσο απέλπιδα ποθούσες ν' αποκτήσεις
Σαν τους ανεμόμυλους
Αγαπημένος αυτός ο στρόβιλος σε συνέπαιρνε
Αγαπημένος κι αυτός ο μετεωρισμός σε ακολουθούσε
Γρήγορα όμως επέστρεφες ξανά εκεί
Παρηγοριόσουν με τα λίγα ξανθωπά σποράκια
Απ' το μεσάλι της γιαγιάς σου
Κι αν ένα σπουργίτι εμμονικά σε περιτριγύριζε
Συντράπεζο το έκανες στη γιορτή σου
"Γιατί είναι άπρεπο να μην αγαπάς και να μην συντρέχεις
Ό,τι η γη κλείνει στις χούφτες της και το θρέφει"
Λόγια της γιαγιάς, θυμοσοφία αιώνων
Που το κύτταρο σου με αχορτασιά αφομοίωσε
Να έχει το μέλλον κληρονομιά να πάρει από εσένα
Μ' ένα απλό χαρτί κάποτε
Σαν κι αυτό που τα παιδιά χαρταετούς φτιάχνουν
Έχτιζες κόσμους διάφανους
Πόλεις περίλαμπρες
Με γελαστά πρόσωπα
Και επάλξεις πολλές
Από εκεί
Να αντικρίζεις τα σύννεφα
Ν' ακουμπάς στα γόνατα τους
Μαζί τους να φεύγεις στα ψηλά
Μ΄ένα χαρτί μόνο
Με μέθοδο τέλεια
Άπλωνες θάλασσες
Τρικάταρτους στόλους
Μυθικές αγάπες
Στολίδια της καρδιάς
Μ' ένα χαρτί μόνο
Επιχειρούσες
Την είσοδο σου
Στα φυλάκια της ψυχής
Να κουρνιάσεις εκεί όπως μικρό πουλί λαβωμένο
Μ' ένα χαρτί κάποτε
Έφτιαχνες δρόμους φαρδιούς
Να ξεκινάς το ταξίδι
Για τα δροσερά προάστια
Που μάγοι και μούσες τα κατοικούν
Μ' ένα χαρτί μόνο
Φοινικιές έβαζες
Στων κήπων τις πλευρές
Δίπλα στα συντριβάνια
Ίσκιους παχιούς έφερνες
Να ξεκουράζονται
Τα παιδιά μετά το παιχνίδι
Να μιλούν χωρίς ντροπή
Με τα γυμνά αγάλματα
Συμφωνίες να κλείνουν μαζί τους
Μυστικές
Μ' ένα χαρτί μόνο
Διαφέντευες
Τις θάλασσες και τα πλεούμενα
Πέταγες το ψαθάκι ψηλά
Απ' το βράχο της πατρίδας
Κι αυτό χάνονταν πέρα από της Παναγίας τα περιβόλια
Τώρα
Που τα κεριά πλήθυναν
Κι ευχητήριες κάρτες
Δεν έχουν πια παραλήπτη
Τώρα
Που τα παιδιά δεν φορούν
Πολύχρωμες γιρλάντες
Και καπελίνα τρελά
Κανένα χαρτί δεν σε βγάζει
Όπως παλιά
Στου ποιήματος την κόψη
Να ποθήσεις σαν τρελός
Μια γυροβολιά στου θανάτου το γιατάκι
Κανένα χαρτί δεν σε πάει
Στων ανέμων τα στιβαρά χέρια
Να αγαπήσεις τα θαύματα
Βουβός και μόνος έμεινες
Να ξεδιπλώνεις
Τσαλακωμένες σημαίες
Δρόμος χωρίς τα άγουρα φιλιά των εφήβων
Μ' ένα εισιτήριο στη τσέπη
Σκισμένο από χέρι αγαπημένο
Μ' ένα χαρτί σκισμένο
Με υπογραφές και βούλες επίσημες
Κινείσαι άβολα στις παρυφές του χρόνου
Ξεκούρδιστη κιθάρα
Σε χέρια πληγωμένα από της μοναξιάς το κεντρί
Το μόνο που σου μένει λοιπόν
Χωρίς άλλο
Είναι να αποφασίσεις
Να ξαναβρείς το βηματισμό σου
Εκείνον που θα σε φέρει
Στα μυθικά οροπέδια
Δίπλα στα πεύκα να ενώσεις
Την αλυσίδα της ιστορίας
Την αλυσίδα που σπασμένη τη θέλησαν οι επιλήσμονες
Κατέβαινες στη θάλασσα
Με το μαντήλι ανάρριχτο στα μαλλιά
Με την φούστα τρυπημένη απ' τις λόγχες του ήλιου
Και απ' της ημισελήνου τις σκοτεινές πόρπες
Σε είπανε θαλασσογέννητη φυκιάδα
Ερωμένη της τρικυμίας και του γρέγου
Κορίτσι εσύ που απίστησες της γης
Και στα υγρά πελάγη ανακάλυψες
Την μεγάλη γραφή του πρώτου έρωτα
Μέσα σ' ένα κοχύλι που εμπιστευτικά τα μυστικά σου φανέρωσε
Κόρη των κοραλλιών
Βασανιστικά με χέρια υγρής επιθυμίας
Σε ψηλάφιζα στα όνειρά μου
Υπόσταση έδινα στο απροσδιόριστο
Στο κάλλος σου μύστης γονάτιζα
Κι ιεροφάντης σε οδηγούσα στους ναούς των ακρωτηρίων
Χοϊκά να βαφτιστείς
Αρκεί που σ' έβλεπα
Αρκεί που σε άγγιζα
Αρκεί που εισχωρούσα στους βυθούς της ουτοπίας σου
Μικρή θαλασσινή
Με τον μαΐστρο σύντροφο κι αγαπητικό
Με τα λόγια του κύματος θα σε γνωρίσω
Με των βράχων την καρτερία θα σε προσμένω
Με των γλάρων τα φτερά
Θα επιχειρήσω το ταξίδι μου στα ύφαλα σου
Κι αν είναι να σε απαντήσω
Κι αν είναι να σε προσπεράσω
Κι αν είναι να αποξεχαστώ στον δρόμο
Θα είναι για μια και μόνο στιγμή
Ως να γυρίσω το κέρμα στην παλάμη
Ματόχαντρες θα φτιάχνω
Να εμπεριέχουν την ουσία σου
Ναυαγός θα γίνω να προσεγγίζω τους ιστούς σου
Και καπετάνιος με πλήρωμα αξιόμαχο θα γίνω
Να εκστρατεύω στις ακτές σου
Γιατί η αγάπη μου σπάει τους κώδικες των οριζόντων
Μηδενίζει τις αποστάσεις
Κηλιδώνει τη φούστα σου με το αίμα της ηδονής
Θυσιάζεται για ένα μόνο σου φιλί
Κι ας είναι να το πάρω από τη σφοδρή παλίρροια των χειλιών σου
Των χειλιών που ποτέ δεν χάρηκα ως τώρα
Κόρη της στιλπνής γυαλάδας των μαρμάρων
Άγκυρα ρίξε στην καρδιά μου
Ξέφυγε απ' τα απαλά σκοτάδια του των σπηλιών
Κι έλα να πλεύσουμε στη χώρα του έρωτα
Με μόνο μέσο μια σανίδα σαρακοφαγωμένη!
Έλαβε μέρος στο 8ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου είδαμε πολλές αξιόλογες συμμετοχές και την ποίηση
πανηγυρικά να κρατά το χορό της αέναης δημιουργίας
Τα πέτρινα σκαλοπάτια
Σ' έβγαζαν στη θάλασσα
Σκληροί βράχοι γούβες αλατιού
Σανίδες φαγωμένες
Φέτες - φέτες το φεγγάρι βυθισμένο στα ρηχά
Όπως ο χάρτινος ανεμόμυλος
Του παιδιού με τ' αμίλητο βλέμμα
Στα στεκάμενα νερά της αυλής
Μαβής ορίζοντας
Παλιά σκαριά παροπλισμένα απ' την σκουριά
Και τη σαΐτα του χρόνου
Εικόνες θλίψης σε τύλιγαν
Αντιστεκόσουν
Χτυπούσες με σαγήνη τα χέρια
Έψαχνες τις κρυφές διαδρομές των τρυγητάδων
Για την απλωσιά τραβούσες
Φύραινε η αρμύρα τα ασβεστωμένα σπίτια
Απόσταινες λίγο μέστωνες
Τα σκαλοπάτια της θύμησης
Σ' έβγαζαν στους κίτρινους δρόμους ενός άγουρου θέρους
Τα φιδωτά μονοπάτια
Σ' έφερναν στα καρνάγια
Ιδρωμένοι εργάτες
Ήχοι μονότονοι του σφυριού
Χρώματα έντονα να επιπλέουν διαλυμένα στο γαλάζιο
Όπως οι θολωμένοι πίνακες του Gordeev
Έψαχνες ιστίο εύκαιρο
Ταξίδια ονειρευόσουν
Ένα γλάρο για συντροφιά ζητούσες
Ένα σφύριγμα μπουρούς μια όρθια πλώρη
Για μπάρκα μιλούσες
Διογκώνονταν οι ρίζες στα πέλματα
Ρίζωνες στο χώμα γύρευες ουρανό
Τα μονοπάτια της ζωής
Σε γυρνούσαν πίσω
Τότε που παιδί μικρό πετροβολούσες της θάλασσας την μαγγανεία
Οι ελεύθεροι δρόμοι
Σε πήγαιναν σε πλωτές πολιτείες
Γυμνές γοργόνες
Ναυαγοί με χαραγμένα πρόσωπα
Παζάρια της σάρκας ίσκιοι διάτρητοι
Κι ένας ήλιος παντοκράτορας
Να σε φέρνει στα σκαλοπάτια του
Δυσθεώρητα ύψη φοβόσουν
Ξέφευγες με τα γόνατα πληγωμένα
Κρατιόσουν από ρίζες από σφεντάμια από αγάλματα
Από τη φούστα της καλής σου
Γύρευες ένα πλοίο με πολλά φινιστρίνια
Ένα ψαθάκι με άρωμα απ' τη γη
Κάποιον φίλο να σε γνοιαστεί
Λαχταρούσες το φιλί της μητέρας
Οι δρόμοι της αγρύπνιας
Σε πήγαιναν στους κρύους διαδρόμους της λήθης
Σε μια νησίδα απομακρυσμένη και στου πατέρα το πικρό φευγιό
Έλαβε μέρος στο 8ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου είδαμε πολλές αξιόλογες συμμετοχές και την ποίηση
πανηγυρικά να κρατά το χορό της αέναης δημιουργίας
Στην καρδιά του λουλουδιού
θα αφήσω μιαν ανάσα...
Κι όταν πας να το μυρίσεις
ολόδική σου θα γίνω.
*
Στους λεπτούς στήμονες απόθεσα
τις πιο ακριβές μου λέξεις
λεπτοδουλεμένες στο εργαστήριο
της ψυχής
Κι ήταν τόσο μαγικές:
"Ομορφιά σε προσμένω"
Έλαβαν μέρος στο δρώμενο"Ολιγόλεκτα"της Μαρίας Ν
στη σελίδας που διαθέτει: "Μια ματιά στον ήλιο με τα γιορτινά"
όπου όλες οι συμμετοχές διακρίνονταν από μια λυρική πλούσια
κι ευφάνταστη λακωνικότητα!
Αιθέρια είσαι κι ονειρική
Εναγώνια παντού να σε ζητώ
Κι εσύ να μου ξεφεύγεις σιγογελώντας
Συμπαντική μου ουσία άπιαστη
Σαν λόγος πρωτόλειος να βγαίνεις
Μέσα από χρυσόδετους τόμους
Να αδυνατώ να σε διαβάσω
Να αδυνατώ να σε αποκρυπτογραφήσω
Με άδειους οφθαλμούς θολωμένους
Εικόνα μου να σε χρήζω
Ασχημάτιστη κι υγρή σαν το ρετσίνι
Να πασχίζω να σε οδηγήσω
Στο τριανταφυλλί των ποιημάτων ποδήλατο
Για μια βόλτα
Στους κήπους με τις λεύκες και τ' αγάλματα
Σε παίρνουν τα σφυρίγματα των τρένων
Τις κρύες νύχτες στον έρημο σταθμό
Σε χαίρονται σπάνια λεπιδόπτερα
Σε καλούν οι λέμβοι με μόνο διαβατήριο
Την ομορφιά σου, τον πόθο σου για φυγή
Κι εγώ άχαρος περιπατητής του δρόμου σου
Της πατρίδας σου ταπεινό χάνι κι αρχονταρίκι
Ένας ποταμός που αλλάζει διαρκώς κοίτη
Νύμφη και βαρκάρισσα εσύ να με τραβήξεις ποθώ
Στα κρυστάλλινα του κόσμου σου μονοπάτια
Ψυχή θα 'δινα, κυρά να είσαι των άνθεων
Στάλα-στάλα να στραγγίζω κάθε χάραμα
Τους χυμούς σου όλους
Σε μποτίλιες θαλάσσης να σε κλείνω
Σε μαντήλια ώχρας να σε φυλάω
Και σε κανίστρια νυφικά λεπτοπλεγμένα
Δαντέλα ακριβή να σε ακουμπώ
Ευωδιά μου εσύ: φύλλο της λεβάντας
Στολίδι μου εσύ: μαρμάρινο ακροκέραμο
Όνειρο μου έγνοια μου κι ακολασία
Σκαλί - σκαλί θα σ' ανεβώ να τσακίσω όλα
Τ' αλάβαστρα βάζα που σε περιστοιχίζουν με λαγνεία
Γιατί χωρίς ανάσα εις τόπον άλλον μ' οδηγείς
Και κέρμα δεν έχω
Να εκπληρώσω το αίτημα σου
Έτσι στο σκούρο ρεύμα περιστρέφομαι
Άρπαγας μπρος στις όχθες σου να σε κερδίζω
Έλαβε μέρος στο δρώμενο της me(maria)"Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συναντήσαμε πολλές υπέροχες φωνές και μια άριστη διοργάνωση!
Βραδιά αφέγγαρη να περιδιαβαίνεις
Στους χρυσούς οπωρώνες
Χωρίς έγνοια καμία
Ενορχηστρωτής της ομορφιάς
Να μαζεύεις αστέρια κρουστά
Απ' τους χαμηλούς κλώνους
Κι η καρδιά να πάλεται
Μέσα στο υπερθέαμα της ευγονίας
Λεπτοί κάλυκες να σε παρασέρνουν
Σε αγρούς κίτρινους που από παιδί κρυφά φύλαξες
Σαν ζωγραφιά κυματιστή στο αίμα της καρδιάς
Στη σκόνη να λικνίζεσαι
Του αφράτου γαλαξία
Σαν να είσαι χριστόψαρο
Ή αετόπουλο που φωλιά δεν στήνει
Από ακαταδεξιά στα ριζά
Παρά στα λευκά μονοπάτια των βουνών μονάζει
Να ξαστοχάς στο μέτρημα της χαράς
Και ν' αρχίζεις πάλι
Σαν να ήσουν καταρράκτης
Που δεν κουράζεται τον βράχο να υγραίνει
Γραφές μιας νύχτας ανέσπερης να ημερεύεις
Στην αχτίνα του ποδηλάτου να τις περνάς
Κρότο να κάνουν να ξυπνήσει της λήθης το κρασί
Με μαχαίρι χρυσό να οπλίζεσαι
Στων πόθωντη σχισμή να αφήνεσαι χωρίς να πονάς
Ελεύθερος να βιάζεσαι
Στην πυρά της ηδονής μπροστά να σταθείς
Κι ολόγυμνος σαν βρέφος που βυζαίνει τον αντίχειρα
Να προσκαλείς Τον Θεό να σε μυήσει στις νέες γραφές
Μέσα σε κάμαρα ερωτική να αναπνέεις φιλιά
Χρόνων περασμένων
Υπακούοντας στων λημμάτων τους κρυφούς κωδικούς Χαράματα να εξηγείς τους χρησμούς των πουλιών
Με γνώση και ραθυμία σαν τον μάντη με τη μακριά γενειάδα
Που δάσκαλος σου υπήρξε σοφός
Στα ακροκέραμα των σύννεφων
Να προσφέρεις θυμίαμα και σιταρόσπορους
Εσύ ο αρνητής της μοίρας και της λησμονιάς
Ο πρώτος άνθρωπος που τραπέζι έστρωσε
Στους νεκρούς του εξευμενίζοντας την βαριά άλυσο
Να τάσσεσαι ολοκληρωτικά με τη ζωή
Σαν να σου δίνεται για μια ώρα περίπου
Έλαβε μέρος στο δρώμενο της me(maria)"Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συναντήσαμε πολλές υπέροχες φωνές και μια άριστη διοργάνωση!
Μένω εδώ
Εγώ η απόλυτη ταξιδιώτισσα
Απάγκιο βρίσκω
Πλάι σε διαβρωμένους βράχους
Ντυμένους με τα νεύρα των κισσών
Εδώ το ησυχαστήριο μου
Εδώ κι η κραυγή μου που σε ανταμώνει
Απλησίαστη μην με πεις
Κι ούτε απόκοσμη να με ονομάσεις
Βγήκα στον κόσμο με τα σαντάλια τριμμένα
Τα ρούχα παλαιικά και την ψυχή κλειδωμένη
Σαν ξίφος που ξαπόστασε στην πληγή του κόσμου
Και στο θηκάρι ξαναμπήκε
Δρόμους ν' ανοίγω προς της καρδιάς το φυλάκιο
Μένω εδώ
Χωρίς ούτε μια επιθυμία
Κι αν λαχταρώ κι αν ποθώ
Η ζωή με πλήρωσε με το έλασσον
Χειροδίκησα μαζί της
Λογομάχησα με λέξεις βαριές
Νίκησα και μου δόθηκε στέφανος ήττας
Δεν ψάχνω αίτια κι ούτε η εκδίκηση μ' οδηγεί
Μόνη ακολουθώ τα αρχαία χνάρια
Που θα με φέρουν πιο κοντά στην περίμετρο του κύκλου
Δυστυχής δεν υπήρξα
Διαφύλαξα σαν θησαυρό μια πράσινη φωλιά
Ζεστή γήινη άπαρτη να με στεγάζει
Μάλιστα ήμουν προετοιμασμένη καλά
Να γευτώ εξ ολοκλήρου το θαύμα της φυγής
Χωρίς συνταξιδιώτες με δερμάτινα καπέλα και στεγνά χείλη
Κι αν με ρωτήσεις αν είμαι γαλήνια
Ένα θα πω:
Πως σε εσένα επιστρέφω
Επιχειρώντας καθημερινά
Να διαβάσω την απεραντοσύνη
Του βλέμματός σου
Των ματιών σου τον ίσκιο να εξηγήσω
Που συνεχώς με παραπλανά
Με χιλιάδες νέες προεκτάσεις
Μπρος στη λέμβο στέκομαι προετοιμασμένη
Με αντάλλαγμα ένα και μόνο
Του κορμιού μου την πρώιμη θυσία
Δυνατά όπως παλιά να με θέλεις
Μένω εδώ
Σε ένα κατακόρυφο ύψος
Προωθούμαι ψηλά
Θάμβος εκτυφλωτικό
Σε βαράθρου φρύδι
Ζυγιάζω ζωή
Και σε ποθώ
Λεπτός υμένας
Διαρρηγνύομαι
Σκορπώντας ροδάνθια
Στους δροσερούς σου κόρφους
Τις άναστρες νύχτες αγαπώ
Εκεί το δεύτερο σπίτι μου
Εκεί καταφεύγω λευκή ημισέληνος
Αν για λίγο ξεφύγω απ' την πεθυμιά της σάρκας
Αποκαλύπτομαι
Με ξεφτισμένο το ρούχο
Σε ανέμους φονιάδες
Προσκρούω
Κρυώνω
Ψύχεται το αίμα
Μη με ρωτήσεις
Από που έρχομαι
Κρατάω βέλη
Κι άθελα σου θα πληγωθείς
Του κυνηγιού γίνομαι θεά
Στην πόλη σου εισέρχομαι
Χωρίς δώρα κι αγαλματίδια
Θησαυρούς από τάφους ασύλητους
Δέξου με, με τη σκαπάνη στα πόδια καθαρή
Κοντά σου φτάνω
Με μία και μόνο πρόθεση:
Επιστρέφω φιλιά
Που στις όχθες μου βρήκα
Να θρηνούν παντέρημα
Ίσως σε γνωρίσουν
Κι αν όχι
Φίλεψε τα ποτά ηδονικά
Απ' το καλάθι των αισθήσεων
Σαν αποδέκτης χρεία μην έχεις
Από κανέναν ίσκιο
Τα λεπτά μου χείλη
Μια στιγμή να αναπολήσεις
Δεν σε ξέχασα
Σε προστάτεψα
Απ' τις επίβουλες ματιές
Που ήρθαν να σε πλανέψουν
Διπλός πέλεκυς και ποτάμι λάβας μαζί
Κι αν χορταράκι γίνω
Άρωμα θα σου χαρίζω
Γι αυτό κλυδωνίζομαι
Στους αγρούς με τα κρίνα
Και μ' αρώματα ακριβά επιστρέφω
Αγκυροβόλι να βρω στην αγκάλη σου
Σκόνταψα σε βράχους κατακόρυφους
Είδα το φύλλο της μυρτιάς να τέμνεται
Κι άργησα πολύ
Πατρίδα ζητώ κοντά σου
Με νέο όνομα
Χωρίς πληγές που κακοφορμίζουν
Ένα νησί με ηφαίστεια ψάχνω
Η τέφρα με θρέφει
Παρακάμπτω το μαύρο
Γρηγορώ και επιμένω
Σαν ναύτης που αγόγγυστα
Σκοινιά ξεμπερδεύει στους κάβους
Βγαίνω στ' ανοιχτά
Προσκομίζοντας
Ανεμικά φιλιά με μια σου κίνηση να τα γιατρέψεις
Αν υπήρξες
Αν στην κοιλιά του χελιδονιού
Γράψαμε τα μηνύματα
Είναι που σε άγγιξα χωρίς αφή
Είναι που σε είδα χωρίς μάτια
Κι ήταν σαν να σου μίλαγα
Ψαλιδίζοντας με ραθυμία λεπτές λωρίδες
Αν λιποτάκτησα
Αν στην απόχη κλείσαμε
Την σημαία του έρωτα
Είναι που πάνω στο κρύο τζάμι χάραξα
Τις φτερούγες ενός νεκρού περιστεριού
Κι ήταν σαν να σ' είχα
Κι άφοβα να σε έπαιρνα ταξίδι μακρινό
Στους δικούς μου κύκλους
Αν ξεχείλισε η καρδιά
Αν στα κόκκινα φιλιά κρύψαμε
Τα πανάρχαια μυστικά
Είναι που πάνω στα αφρισμένα κύματα
Κυμάτισε ο πόθος μου σαν χάρτινη βαρκούλα
Κι ήταν σαν να σ' έβλεπα
Κι απάνω σε βράχο τραχύ τα μαλλιά μου να έλυνα
Και να σε καλούσα
Αν σε έχασα
Αν σε βυθισμένες πολιτείες μαζί περπατήσαμε
Είναι που ακόμα προσδοκώ τον ερχομό σου
Και μοσχοβολώ σαν το κερί της μέλισσας
Που ολότελα κυρτωμένο στάζει πάνω στο δέρμα
Καυτές υποσχέσεις
Γιατί πριν έρθεις
Στις ράχες των βιβλίων σε συλλάβιζα παιδί ακόμα
Αν κροτάλιζα τα χέρια μου
Από αγανάκτηση
Αν σε μικρά κουτάκια ξεχάσαμε τα δάκρυα
Της χρυσόμυγας
Είναι που στην άσφαλτο ανέβαζα τα όνειρα
Και τα δάκρυα του ήλιου διαρκώς υπερτιμούσα
Βγάζω φτερά σε συναντώ
Ακούω τα μυστικά σου σε μαθαίνω
Και στο μικρό σου νύχι ακουμπώ
Μια λευκή σελίδα που πάνω της οι ποιητές
Θα γράψουν αγάπης τραγούδια
Έτσι σε θέλω βουβό κι απόμακρο λυράρη
Που στις χορδές της ψυχής μου
Με δοξάρι λεπτό θα συνθετει μικρά πρελούδια
Συμμετείχε στο δρώμενο"Παίζοντας με τις λέξεις" της me(maria)
μαζί με αξιόλογες και αξιοπρόσεχτες συμμετοχές!
Ήξερα πως μια δεύτερη φύση
Έκρυβα μέσα μου
Μάλλον τη δική σου
Χρώματα νέγρικα άνθη της πέτρας
Γλυφά νερά κι έρημοι εκτενείς
Φύση μπερδεμένη
Αμφίσημη να με παιδεύει
Ωστόσο συχνά καταφέρναμε
Να συγχρονιστούμε
Αφηνόμασταν στην τρέλα
Πετούσαμε τα ρούχα ψηλά
Σαν νιώθαμε το χνώτο της νιότης
Στο γδαρμένο τζάμι της μοίρας
Υγρό να μας ακουμπά
Στο ίδιο κελί εγκλωβισμένοι
Με μισό καρβέλι απαντοχής στα δύσκολα
Με ένα δικράνι εργασίας στην αυλή
Κι ένα κομμάτι ουρανού για τα όνειρα
Όνειρα χωρίς περιορισμό
Τρεμουλιαστά
Σαν φωτάκια πυγολαμπίδας
Σε δρόμο κατηφορικό
Ώρα βραδινή με καλή παρέα
Κι άλλοτε απόρθητα μεγάλα
Σε ένα κόσμο που μέτρα δεν χωρούν
Να πλέει το κορμί
Να φεγγρίζει η καρδιά απ' τα αισθήματα
Μεγάλες ώρες σημαδεμένες
Από τ' ασημένια σφυράκια των μικρών μας θεών
Ξαφνικά το μαύρο
Μας κύκλωσε
Ποια διαφυγή;
Στους πίνακες κηλίδες αίματος
Στο χαλί κομμένες οι πλεξίδες της Γενοβέφας
Στο πικ απ επαναλαμβανόμενες σονάτες
Μονότονα να παίζουν
Ακόμα κι η καρφίτσα που μου δώρισες
Πήρε το χρώμα του χαλκού
Μόνο ένα ποίημα δεν έχασε
Την πρωτινή του ομορφιά
Δεν ψεύτισε δεν ρυτίδωσε δεν ασχήμισε
Είναι το δικό μας παραγώνι
Με τα χρυσά δοντάκια
Να χουχουλιάζει η καρδιά φως κι άσβεστη χαρά κάθε που νυχτώνει
Εγώ δεν κολυμπώ στα νερά των ωκεανών
Μαζί με τα δελφίνια και τα χελιδονόψαρα
Ξέρεις έχασα τα βράγχια μου
Τα χάρισα σ' ένα προσφιλή μου νεκρό
Αδυνατούσε με τόσα λουλούδια
Τον περιόριζαν τον αποκοίμιζαν
Ήθελε λίγη θάλασσα κοντά του
Τον μάγευε η απεραντοσύνη
Κι έτσι γύμνωσα το σώμα μου
Πια δεν ξέρω να γλιστρώ στους βυθούς
Ούτε μπορώ να αντιμετωπίσω τα ρεύματα
Δοκίμασα, δεν ωφελεί
Έτσι αναγκάστηκα άλλη λύση να βρω
Διάλεξα τα σύννεφα, εκεί νιώθω ασφάλεια
Δεν φοβάμαι τα ύψη
Γεννημένη ήμουν στα υψίπεδα
Εκεί κι οι γονείς μου
Εκεί κι οι ρίζες μου
Έτσι να έκανα θα έπιανα ουρανό
Κι απ' την ουρά του σύννεφου θα κρατιόμουν
Αν σφύριζε τρελά η σφυρίχτρα του βοριά
Στις στέρνες λοιπόν των σύννεφων
Έμαθα να κολυμπώ
Εκεί δεν ισχύει ξέρεις ο νόμος της βαρύτητας
Επέπλεα άνετα, μηχανευόμουν τρόπους να βουλιάξω
Δεν τα κατάφερνα
Μεγάλη ικανοποίηση ξέρεις αυτή:
Να υπερβάλλεις εαυτό, να τσαλακώνεσαι
Και πάλι όλα απ' την αρχή
Έχε μου εμπιστοσύνη λοιπόν
Έχω ακονίσει πολύ το παράδοξο
Θα σου πω τα μυστικά όλα
Κι έτσι θα σταματήσεις
Να εκλιπαρείς για μιαν ανεμόσκαλα
Εγώ θα σε πάω εκεί μόνο με τα σαντάλια σου
Φτάνει να τυλιχτείς όλος με γάζες
Αθεράπευτος μη μείνει ο κόσμος
Ωραίος καθώς είσαι ίσως δεχτούν τα σύννεφα
Και σου ανοίξουν τις ξέχειλες στέρνες τους εκεί να βραχείς
Θα γίνεις αιθέριος λοιπόν να γελαστούν οι φίλοι μου
Να σε νομίσουν αετόπουλο
Πάντα σε περίμενα, ήξερα πως θα 'ρθεις
Όχι μην δυσπιστείς καθόλου
Γάζες είναι κι όχι σάβανα
Αυτά που φοράς
Καθώς ξέρω φοβόσουν πάντα τα σάβανα
Εκείνα που έκλεινε η μάνα σου
Στο παλαιικό μπαούλο για το ξόδι της γιαγιάς
Τα έτρεμες
Αλήθεια σου λέω
Έχε κατά νου άλλωστε τις άριστες σχέσεις
Που έχω με τα τραύματα
Από εκεί κι οι γάζες
Εσύ θα χάσεις
Μια ιέρεια ήσουν
Που η νύχτα σε στόλισε μ' άστρα
Μικρό κορίτσι πόση αρμύρα ντύθηκες
Να μην χαθείς;
Οι αστερισμοί σε θέλουν κοντά τους
Ο γαλαξίας απλώνει τις σκάλες του και σε καλεί
Κι εγώ ξενυχτώ στο καρδιοχτύπι σου
Κι ας μην ήμουν παρά ένα περίπου στο σύμπαν σου
Τίποτα άλλο δεν θέλω παρά να σ' ακολουθώ
Όπως ο δακτύλιος τον πυρήνα συνοδεύει
Αν ήσουν σελήνη θα ήμουν σκιά σου
Αν ήσουν ξεραμένο πηγάδι θα ήμουν δροσιά σου
Κι ήσουν μαντήλι πικρό θα ήμουν ο νόστος
Περιηγητής γίνομαι και σε μαθαίνω
Ξενιστής και σε κατοικώ
Όμως λειψή η χαρά
Φεύγεις
Μιλάς στα κοχύλια
Στους βράχους στολίζεις ξωκλήσια λευκά
Στην νύχτα προσφέρεις αφράτο σεντόνι
Κι εγώ σπαθίζω εφιάλτες κι εμμονικές στιγμές
Στην νύχτα ταγμένος προσμένω μια αχτίδα
Μην είσαι δοσμένη στους πάγους τους κρύους
Και διάφανη γίνεσαι και διαρκώς μου ξεφεύγεις;
Αν ήσουν ο ήλιος θα ήμουν τροχιά σου
Αν ήσουν το ψέμα θα ήμουν γραφή σου
Κι αν ήσουν μια άρπα θα ήμουν κρυφός άγγελος σου
Την ημέρα φοράς μες στα κρύα ερέβη
Σε βλέπει κρυμμένος ο ήλιος κι αλλάζει πορεία
Σε βλέπω κι εγώ στην θεία σου μέθη
Σκιρτώ δεν μ' ακούς;
Πονώ δεν θυμάσαι;
Επάνω σου σκύβω και φτιάχνω ναούς
Μικρά ταπεινά χαμομήλια στ' άστρα σου αφήνω
Μην κλάψεις
Μην έρθεις
Ο κόσμος σου έγινα
Η μαγική σου ουσία
Να ζεις μακριά μου κι εντός μου να είσαι
Ζουζούνισμα της μέλισσας εσύ
Μεθώ στο κεντρί σου
Στα πένθιμα της μοίρας μου άνθη χυμούς να σταλάξεις
Συμμετέχει στο δρώμενο της φίλης Αριστέας με θέμα:
"Ιστορίες της νύχτας" με απίθανες μέχρι στιγμής συμμετοχές!