Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Θαμπά προβάλλεις μέσα από τον υαλοπίνακα της ψυχής μου




Όταν χορεύει ο πουνέντες στα νησιά των Μακάρων
Επικάθεσαι σαν πάχνη πρωινή
Πάνω στον υαλοπίνακα της ψυχής μου
Κάνω να σε παραμερίσω
Μα διχαλωτά υφαρπάζει την εικόνα μου
Της μορφής σου το κερματισμένο καλειδοσκόπιο
Κάνω να σταθώ στα πόδια μου
Δοκώ να αναρριχηθώ στον αέρα
Την απειροελάχιστη ουσία σου να εισπνεύσω
Μα ανήμπορη μετέρχομαι σε αργιλώδη τάφρο να βυθιστώ
Δεν ορίζομαι, δεν υπάρχω
Σκιαμαχώ σαν πλανεμένος ναυαγός
Μόνος να περιεργάζομαι τον ύφαλο που προσάραξες
Σκορπίζομαι άναρχα σε σωματίδια υπέρυθρα
Συνωμοτώντας με της Γαίας τον ομφάλιο λώρο
Να σε οδηγήσω πισθάγκωνα δεμένο σε ιερατείο φλεγόμενο
Κοσμήτορας να γίνεις στο παρακλάδι της Αίρεσης μου!

Όταν βοούν οι ζέφυροι στα άσκεπα Κυκλαδονήσια
Εφορμάς σαν λαίλαπα βρυχώμενη
Πάνω στου Κεράτιου κόλπου τα κύματα που διαμένω
Ζητώντας δόλια με φίλτρα μαγικά
Να κανοναρχήσεις τη ροή της σκέψης μου
Κάτοικος εσύ του θανάτου και της εμπλοκής
Άλυσους τραβάς να με εγκλωβίσεις
Στο βυθισμένο βασίλειο σου που αναφλέγεται
Δεν ορίζομαι, δεν υπάρχω
Απέρχομαι της πλάνης σου πεισματικά
Υψώνοντας λευκή σημαία μεσίστια
Απέναντι στους παραχαράκτες και τους ακολούθους
Που σαν ουραγός του σκότους συγκέντρωσες κοντά σου
Θαμπά προβάλλεις μέσα από τον υαλοπίνακα της ψυχή μου
Εγκαθιδρύοντας στο σώμα μου
Μικρές κυψελίδες που φέρουν εγχάρακτο το όνομα σου!

Όταν σοβούν οι δυτικοί άνεμοι συντεταγμένοι
Στα ακρόθυρα της μαργωμένης μου καρδιάς
Εμφανίζεσαι σε άρμα πύρινο ζωσμένος με βέλη
Να αφανίσεις ολοκληρωτικά το πηδάλιο μου
Δεν ορίζομαι, δεν υπάρχω
Δρομολογώ απλά τις συνιστώσες της μοίρα μου
Παλινωδώντας σε νέες ενοράσεις
- Κρυφές απολήξεις του μηδενός στο κοσμικό μου σύμπαν -
Θεατής εσύ των στιγμών που διεγείρονται
Εναγώνια σταθμίζεις τα περιθώρια της ζωής μου
Μην αφήνοντας χώρο να κρύψω το εξαχνούμενο κέλυφος
Όστρακα φοράς στο λαιμό και με γητεύεις
Τα ρούχα σου κατάστικτα στο αίμα
Προδίδουν το ακάνθινο στέμμα του Έρωτα
Αφήνεσαι στων χεριών μου τη δίψα άοπλος
Να επιτελέσεις αγόγγυστα των χρησμών την τελική πράξη!

Δημοσιεύτηκε στην διαδικτυακή σελίδα ποίησης
"Ποίηση στην εποχή της εκποίησης"
http://ekpoiisi.blogspot.gr/2013/08/blog-post_26.html
και μεταδόθηκε από τον ραδιοφωνικό δίαυλο επικοινωνία 94.00 fm του Δήμου Ηρακλείου Αττικής
http://www.94fm.gr/ στην εκπομπή "ποίηση στην εποχή της εκποίησης"


Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Προσμετράς τη σκιά σου πάνω σε διπλωμένο χαρτί



Έχεις δει ποτέ πύργο πέτρινο
Να καταρρέει
Σαν χάρτινο κατασκεύασμα
Να του απομένουν
Μόνο τα θεμέλια άθικτα
Έτσι σαν την σαύρα
Που από το σώμα της
Αποκόβουν την ουρά
Παιδιά με βέργα λεπτή σημύδας στο χέρι
Ορυμαγδός ερειπίων
Σύνθλιψη οραμάτων 
Να σταθεί εκεί ο μικρός πάροικος
Να κλάψει
Το απολεσθέν της τιμής του ένδυμα!

Έχεις δαμάσει ποτέ τη σκιά σου
Που διαγράφεται ακέραια
Πάνω σε διπλωμένο χαρτί τετραδίου
Σαν κόσμημα διπλοσκαλιστό
Μαστορικά φτιαγμένο
Από τους τεχνίτες
Της φαιάς αραχνιασμένης κοσμηματοθήκης
Που σε γάμου χαρά
Δεν γύρεψαν στολίδι
Να προσφέρουν στα προικώα μάτια
Πλουμίδι σε αλόγου χάμουρα
Να καρφιτσώσουν επιδεικτικά
Ώσπου η ομήγυρης στο τέλος
Με άνθη να ράνει περίχαρη τη δοτικότητα τους
Προσμετράς την σκιά σου
Σε ευθεία γραμμή
Δίδοντας αίμα στο πλήθος από την κρυφή αορτή
Ενός σπουργιτιού που στάθηκε να κελαηδήσει προς στιγμή στο πέτο σου!

Έχεις δει ποτέ σκοτάδι
Να αναμετριέται
Με το πρώτο ξάφνιασμα της αμφιλύκης
Και να μετουσιώνεται ευλαβικά
Σε πικρογέλιο πάνω σε χείλη αφίλητα
Προσμετράς τις λέξεις
Του απαγορευμένου
Συλλέγοντας διαμάντια πρωινής δροσιάς
Από τον ύπερο των γιασεμιών
Ήχος σήμαντρου μακρινού
Σε διαπερνά
Αναποφάσιστος στέκεις
Σε κήπου πηγάδι μυστικό
Σκιτσάροντας αχειροποίητα όνειρα
Στου νερού τις διακτινώσεις
Διαβάτης δεν περνά
Η ομήγυρις σκόρπισε
Μόνο το σήμαντρο σημαίνει ακόμα
Κονιορτοποιείς τότε ένα φύλλωμα φτελιάς
Σκορπώντας το σαν λάγγεμα στις κοίλες όχθες του αποξηραμένου ποταμού!



Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Η ηχώ των δρόμων ( πριν η σκέψη αναρριχηθεί)




Η περικοκλάδα τύλιγε τους τοίχους
Με τα θηλυκά της χέρια
Μεταφέροντας ψηλά στα παράθυρα
Την ηχώ των δρόμων
Κουρασμένοι μονότονοι ήχοι
Ξεκλείδωναν της ανάμνησης
Το σκεβρωμένο σαρκίο
Δεν μιλούσες... μονάχα
Ψηλάφιζες την ρητίνη
Στις ρωγμές της ασφάλτου
Και στα φρεάτια έψαχνες
Πουθενά δεν έβρισκες
Το απόκομμα από το εισιτήριο που έχασες
Κι ήταν η παράσταση αφιερωμένη σε εσένα απόψε

Η γλυτσίνια απλωνόνταν
Στην μαρμαροκονία του μπαλκονιού
Με μαβιές αγκαλιές
Εμποτίζοντας τον ασβέστη
Με τις αιθέριες νότες της
Το πέτρινο στόμιο της κρήνης
Διάβαζε προσευχές και εδάφια
Από την συνοικία των Ερώτων
Έπαιρνες νερό
Ξεδιψούσε το όνειρο
Αναγκάζοντας το σώμα σου
Να δεχτεί μετανιωμένο
Το αντίτιμο της απουσίας
Που ένα παιδί ακούμπησε στο πανέρι της μνήμης

Το αγιόκλημα σκαρφάλωνε
Στο πέτρινο περβάζι της εξώπορτας
Με γλωσσίτσες εύοσμες
Σε αποκοίμιζε
Ζάλη νυχτερινή
Ίλιγγος του ανέφικτου
Ανυπόγραφο λάγνο ποίημα
Που ποτέ δεν απήγγειλες
Όσο κι αν το κοινό
Χειροκροτώντας σε παρότρυνε
Να το επιχειρήσεις
Ανυπόγραφο λάγνο ποίημα
Βαπτισμένο στην άγια κολυμπήθρα των δρόμων
Ντύθηκες τον μεταλλικό ήχο των αμαξωμάτων
Ήταν Αύγουστος και στα σιταροχώραφα της Θήβας βάραινε η σάρκα της ζωής



Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Σαλπάραμε με σκαρί αρχαϊκό



Σαλπάραμε με σκαρί αρχαϊκό
Καλά δουλεμένο
Σε χαρτιού αλύγιστο σώμα
Μετάνιωσα...
Είχα πει:
Εκεί να καθαρογράψω
Τους στίχους μου
Μα φοβήθηκα
Μη φουρκιστεί ο αλιέας του Αυγούστου
Και τους σβήσει
Με το σφουγγάρι του
Είχα πει:
Εκεί να αγκιστρώσω
Τους στίχους μου - πένητας να γυρίζω τους μοχλούς -
Πριν αποτυπωθούν και μείνουν
Στο εργαστήριο της μνήμης άθικτοι και απέθαντοι!

Τρικυμίες και πειρατές τσάκισαν
Το μυθικό σκαρί μας
Κι έμεινε το χαρτί
Να πλέει ασυντρόφευτο
Σε ωκεανού γαλαζωπή δίνη
- Αρχαία Σκουριά σε πλάτη καρχαρία -
Πέθαναν οι στίχοι μου
Τρυγημένοι απ' την αρμύρα
Τη λήθη και την απληστία της χοάνης
Κι εγώ ναυαγός του απέραντου
Κουνώ μαντήλι
Στους γλάρους και τα χελιδονόψαρα
Που διάπλατα άνοιξαν μεμιάς
Την κερκόπορτα του κύματος
Αήττητα να διαβούν
Και να "πατήσουν"
Τη βυθισμένη πολιτεία των στίχων
Κρώζοντας "εάλω η πόλις"
Χωρίς τα πύρινα ξίφη του λόγου να καμφθούν στη μάχη!

Τώρα μετρώ τα διάκενα των κοχυλιών
Και ξεσπορίζω αμίλητη
Τα αλφαβητάρια
Των μεγάλων μπάρκων
Που ποτέ δεν μπόρεσα να κάνω
Ασάλευτη πλανιέμαι
Στην καψαλισμένη ουρά
Της Μεγάλης Άρκτου
Φλόγες με ζώνουν πυρές
Ανάσες με διεμβολίζουν απρόκλητες
Ζω κι αναπνέω στον πάταγο της τρέλας
Αποσυμφορούμαι από τη μέγγενη
Του χάους στρέφοντας αλλού τα μάτια
Ένας λίθινος άγγελος
Καταγράφει σε πλάκες αργίλου
Απαγορευμένες ρήσεις
Από το βιβλίο των παθών
Νόστο ζητώ, γη ασπαίρουσα
Και απομένω ακίνητη
Να ψαλιδίζω τα φτερά που προεξέχουν
Απ' τον ώμο της Ακέφαλης Νίκης της Σαμοθράκης!



Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Επονείδιστα σχηματίζω το παζλ της μορφής σου



Κατακερματισμένος είσαι
Με τα κύτταρα σου
Να διαγράφουν πορεία άτακτη
Σε μια μάχη που τελεσφόρησε
Με νικητή τον άρπαγα έρωτα σου
Διανοίγεις νέες χαράξεις
Στον φευγαλέο ιστό του κόσμου
Κι ανασκιρτάς απόμακρος
Ζητώντας να σχεδιάσεις εξαρχής
Το πρώτο φύλλο στο τυπογραφείο της σιγής!

Αναταράξεις και κωδωνοκρουσίες
Διαταράσσουν τον άβατο χώρο
Της επηρμένης σου φύσης
Δεν σε μισώ
Δεν σε αγαπώ
Απλά νιώθω την ανάγκη σου
Ανάγκη που με συνθλίβει
Και με κάνει να πλαγιοδρομώ
Στην ακτογραμμή με τα νεκρά καβούρια
Δεν σε μισώ
Δεν σε αγαπώ
Πληρώνω για σένα μονάχα μια ληγμένη επιταγή!

Επονείδιστα σχηματίζω
Το παζλ της μορφής σου
Πολλά τα κενά
Και η τελευταία χαμένη κάρτα
Σηματοδοτεί τη λευκότητα των νεφών
Ίπταμαι στο αξεδιάλυτο μυστήριο
Των οριογραμμών σου
Τίποτα πιο επώδυνο
Να σε αντικρίζω
Σαν σκισμένη παντιέρα
Σε χέρια αλλοφύλων
Πως να εισέλθω στα πελάγη των ομματιών σου
Χωρίς να σπιρουνίσω τον άνεμο που σε διασκόρπισε;
Τελετουργικό θυσίας προσφέρω ικετευτικά
Σε ένα έντομο που προσάραξε στης κόρης σου την άλω!

Ένα φύσημα του μπάτη
Γεμίζει τους κουρασμένους
Ασκούς της ζωής μου
Δυνατή βγαίνω στο τρίστρατο των αρχαγγέλων
Κόβω φτερά
Μαζεύω ζεστό χνούδι
Κλέβω την αγιοσύνη της ύστατης ώρας
Και μεταναστεύω στην χώρα σου
Αθάνατο και συμπαγή να σε ανακηρύξω
Τώρα έχεις φτερά για να πετάξεις
Και ζεστή φωλιά για να αναπαυτείς
Εκείνο που μένει είναι:
Να μεταγγίσω στο σώμα σου
Την λάβα που με οδήγησε στους δρόμους της χαρμολύπης
Δική σου να σταθώ
Δική σου να ποθήσω
Δική σου να ανθίσω σαν εαρινή γλυτσίνια
Και στο κατάρτι σου το μεσαίο ερωτικά να αναρριχηθώ!


Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Πάνω στα κύματα ξαγρυπνά για μένα η κόρη της θάλασσας



Πάνω στα κύματα ξαγρυπνά για μένα η κόρη της θάλασσας
Έχει σχιστά μάτια χείλη βυσσινιά
Κι είναι από παντού
Ζωσμένη με γιρλάντες που έδρεψε από το βυθό
Τον καιρό εκείνο που ναυάγησαν τα τελευταία πλοία των Αχαιών
Με τις λυσίκομες προτομές στα όκια
Κόρη Θαλασσινή
Ξοδεύεσαι σε παραμυθένια σκηνικά με γελαστές προσωπίδες
Έχεις το μπόι του ανέμου όταν καβατζάρει τις πύλες του ήλιου
Ή του φεγγαριού το πορφυρό παραθύρι
Εξακοντίζεις στου πελάγου το φρούριο
Σερπαντίνες του αφρού και τις λοξές σειρήνες του Οδυσσέα
Πελαγινή Θεά και Μακρινή Παρουσία
Λατρεύεσαι από τα μικρά χαμίνια με τη ξεφούσκωτη βάρκα
Διανύεις μίλια εκατό για να συντροφεύσεις
Με τη γλυκολάλητη γλώσσα σου τον πανάρχαιο καημό της λυγμικής γοργόνας!

Πάνω στα κύματα ξαγρυπνά για μένα η κόρη της θάλασσας
Παίρνει κλωστές από το φουστάνι του αχινού
Να πλέξει το υφαντό μοιρολόι των μεγάλων νόστων
Εξόριστη ζει με μόνο αδέρφι ένα ταξιδιάρικο σύννεφο...
Κόρη Θαλασσινή
Τις νύχτες καταποντίζεσαι στις απόρθητες πέτρες μολυβένιων νησίδων
Σπαταλιέσαι σε κασέλες με αμύθητους θησαυρούς
Χωρίς να αναμένεις πληρωμή καμία
Των ψαράδων αποζητάς να σφουγγίξεις τον κρύο ιδρώτα
Μαντίλι αλαργινό
Μοχθείς να βρεθείς κοντά στα άσπρα ξωκλήσια των προφητών
Και αγίασμα να προσφέρεις το αίμα σου
Στα ταπεινά τους εικονοστάσια και στους χρυσοποίκιλτους χιτώνες τους
Να ευλογηθεί από γενειοφόρους δράκους το ιστορικό σκαρί της Αργούς
Και συστολικά να πλεύσει στων Εσπερίδων το παλαιικό κήπο
Πελαγινή Θεά Τοπάζι κυανό της Ουτοπίας
Θα έρθω να σε συναντήσω
Μόνο να ξέρεις πως μόλις βγήκα από μεταξιού κουκούλι
Κι απαγορεύεται σε βούρκο λιμνίσιο να πέσω!

Όταν αλαργεύει ο νους παραδαρμένος σε πελάγου πεζούλι 
Σπάει στα δυο το σταμνί με το αμίλητο νερό στη πίσω αυλή του Ιούλη! 



Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Ξυπνάς με των χρωμάτων την ακανόνιστη παλέτα στα χέρια




Ξυπνάς με των χρωμάτων
Την ακανόνιστη παλέτα στα χέρια...
Σαν το παιδί  ξεχνιέσαι που ακολουθεί
Τους τροχούς του ποδηλάτου
Και μειδιά στο ακτινωτό παράγγελμα τους
Μέσα από τις πηγές των ματιών σου
Αναβλύζουν τα πλήθια πάθη του κόσμου
Χορεύεις σε κέλτικους ρυθμούς
Και με ανένδοτο κι ασίγαστο πάθος
Ανάβεις την τσακμακόπετρα του ουρανού
Μη μείνει ο λύχνος σβηστός στον ερχομό μου!

Διατείνεσαι πως με λάμα σκουριασμένη
Αφαλόκοψες του Έρωτα το σκληρό πηρύνα
Και το κατόρθωσες
Δεν αμφιβάλω εν μια νυκτί μόνο
Επιχρωματίζοντας το ακάνθινο στέμμα μου
Με τις άλικες αποχρώσεις του αίματος...
Πρόσεξε με!
Χαλκέντερη έγινα για σένα
Χάρη ζητώντας από το θάνατο που με προόριζες!
Απόσταση κράτησα από τη ζωή
Για να την έχω διπλή στου ονείρου το χρηματιστήριο
Αυγαταίνω
Ταράζομαι
Συστρέφομαι
Μεταμορφώνομαι για να αποθαρρύνω τις έρευνες σου
Ζήτα μου μόνο αυτό:
Να πάω κόντρα στον άνεμο με σκληρή διάθεση ερινύας
Κλαρί να κρατώ δάφνης
Την επισφαλή σου λήθη να δω ποδοπατημένη
Θρυμματισμένος λίθος να σταθείς και να πενθείς
Το λάμδα του ονόματος μου!

Διατείνεσαι...
Πως τρωικοί πόλεμοι έγιναν φορές δύο για χάρη μου
Ασπίδα φορώντας την οιμωγή των χρωμάτων
Που σε περιέλουσαν με αγάπη γοερή
Φρόντισε τα βαρέα άρματα
Να μην μπουν εμπροσθοφυλακή
Γιατί απλά η μάχη δίνεται στους αντίποδες της Ιστορίας
Και ουδέποτε επαναλαμβάνεται στου μέλλοντος το κύμβαλο
Ξυπνάς με των χρωμάτων
Την ακανόνιστη παλέτα στα χέρια...
Κι εγώ αποποιούμαι το ενύπνιο εφιάλτη της άρνησης σου
Βαδίζοντας με σκληρή διάθεση ερινύας
Στα χαρακώματα των ρυτίδων σου βαθυκύανη
Κι αποφασισμένη να μεταμορφωθώ σε πυρά που θα μας αφανίσει!





Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ενδιαμέσως



Προ κατακλυσμού σε συνάντησα
Τότε που οι σπόροι
Δεν είχαν ακόμα τοποθετηθεί στα ερμάρια της κιβωτού
- τροπή νέα στα ασυσσώρευτα πάθη-
Κατακλυσμιαία τα σπίτια μας τυλίγονταν στις ψυχρές μάζες των πόλων
Το δίκιο νόμο της πέτρας ρωτούσαν να μάθουν διακαώς
Τις βουλές των θεών και των μαγίστρων
Να ξεκρίνουν με τα σπασμένα ματογυάλια τους
Φτελιές δεν υπήρχαν κοντά μας
Κι η ψυχή του χώματος ανάστατη περιφέρονταν
Πόντους πολλούς πάνω από τη γη ανασηκώνονταν
Γιατί άδικα ένα βράδυ της αποστέρησαν
Το αλέτρι
Τη σπορά
Το τσίγκινο φτυάρι
Για το παράχωμα των προσφιλών νεκρών
Μα πιότερο απ' όλα εκείνο το φιδίσιο ποτάμι
Που γλύκαινε τους λωτούς τις καμέλιες
Και τις αγριαψιθιές
Τα γονικά μας
Τριμμένα κελύφη τζιτζικιών
Χωρίς της ελιάς τον ιερό ίσκιο για συντροφιά
Κατάμονα κι έρημα να τείνουν το χέρι προς την ανατολή
Πλάι στα φθαρμένα καπέλα των υπαίθριων οργανοπαιχτών!

Κατακλυσμιαία τα σπίτια μας πρόσμεναν
Το αχνογέλιο του φλοίσβου
Απαλά να τα βυθίσει στο όνειρο
Σαν γαλέρες φτενές
Σε λωρίδες γαλαζωπές εκχερσωμένες
Εκεί που τα παιδιά μας ξεκολλούσαν αχινούς
Ροφούς και χταπόδια κάθε δείλι του Αυγούστου
Αρμυρισμένα τα σπίτια μας
Από το υπόλευκο αλάτι των ύφαλων
Που σεβάσμιες γερόντισσες
Συνέλεγαν βουβές κάθε που έφτανε
Της παλίρροιας η μυστική ώρα
Εξασθενισμένα τα μάτια τους κατακόκκινα
Κι οι δείκτες κολλημένοι στα ρολόγια
Καρτερούσαν την ώρα που η καρδιά
Αστραπή και αίμα θα ζητήσει απ' τους αθανάτους
Και στις φλέβες των κροτάφων σαν βουητό να τρέξει η προγονική οργή

Το πανηγύρι του Αγιαννιού
Ποτέ δεν έλαβε χώρα στις πλατείες μας
Αιτία οι πέτρες
Που σε μια νύχτα μόνο ανάβλυσαν πόνο
Σχήματα  ιερογλυφικά
Από τα ακρόνυχα των γλάρων χαραγμένα
Αιτία λοιπόν οι πέτρες που είχαμε παραχώσει στο αμπέλι
Το σιβυλλικό τους λόγο
Ένας μόνο τον κατάλαβε
Ο πρώτος της σκηνής
Ο πρωταγωνιστής  στο θρήνο του μαντολίνου
Στην καταρρακτώδη βροχή ο αρεστός επισκέπτης
Αυτός που αρέσκονταν να αποκολλά ψηφίδες
Από τα γράμματα της αγαπημένης του
Ορκιζόμενος πάνω στην πέτρα αιώνια πίστη
Γραφή πυρωμένη κλεισμένη σε μποτίλια
Σε πελάγη ανοιχτά έστελνε
Εκπλήσσοντας τις ανυποψίαστες γοργόνες
Και τις βυθισμένες πολιτείες
Των φτωχών ψαράδων προστατεύοντας απ' την τρίαινα
Οι υμνωδοί ποτέ δεν συνάντησαν τη θάλασσα
Κι έμειναν τα σπίτια
Να κατοικούνται από πέτρινες μνήμες
Με ολόγυμνα τα λεπτά πέλματα
Κι από ιέρειες αισθαντικές σαν πεταλούδες
Που στα σπλάχνα τους μέσα κυοφορούσαν
Το συμπαντικό κεφάλαιο της αφαιρετικότητας

Προ κατακλυσμού σε συνάντησα.....





Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

δεντρολιβανιάς όλβια πετούμενα



Όταν απομακρύναμε τις ριζιμιές πέτρες 
Ανακαλύψαμε το άγαλμα της προϊστορικής θεάς 
Τυλιγμένο στην αρχαία τέφρα της λήθης 
Νυχτωθήκαμε σε σωρούς χωμάτων σκάβοντας ερμητικές στοές
Να σφραγίσουμε το μυστικό μας...

Δεν ξεχωρίζει η μέρα από την νύχτα
Αν απολησμονηθείς στου πάγου το ικρίωμα
Διαπλέκονται των ονείρων οι ιστοί
Σαν λιναριού υφάδι φτιαγμένο από χέρι μαστορικό
Σε τρελό μεθύσι πορεύεται της καρδιάς το μιτάτο
Χωρίς βραγιές και τέμνουσες να το υποτάσσουν
Κραδαίνοντας μόνο ένα πικρό στήμονα μονοκοτυλήδονου
Σε ύπνωση από άρωμα μέντας διακριτό
Πέφτει η δίδυμη λαγνεία του απλήρωτου έρωτα!

Όταν απομακρύναμε τις ριζιμιές πέτρες 
Ανακαλύψαμε το άγαλμα της προϊστορικής θεάς 
Τυλιγμένο στην αρχαία τέφρα της λήθης 
Νυχτωθήκαμε σε σωρούς χωμάτων σκάβοντας ερμητικές στοές
Να σφραγίσουμε το μυστικό μας ...

Δεντρολιβανιάς όλβια πετούμενα
Δρασκελίζουν τη φιδοραφή της μάσκας
Τσιμπούν βδελυρά την χοάνη των ίσκιων
Εκεί που αποκοιμηθήκαμε φασκιωμένοι
Με μεταξιού φρεσκοπλυμένο σεντόνι
Απλωμένο στα ακίνητα πλευρά μας
Πνιγηρά έρχονταν της όστριας το πλοιάριο
Με τη βαριά σκανταλόπετρα στα ύφαλα
Να μας οδηγήσει στα άπατα βάθη με τους μυθικούς γεωμέτρες
Φύκια έζωναν τις σπηλιές που καταλύσαμε
Χωρίς θερμά ρεύματα να μας υφαρπάζουν τη θύμηση
Σε ύπνωση από άρωμα πελάγου διακριτό
Πέφτει η δίδυμη λαγνεία του απλήρωτου έρωτα!

Όταν απομακρύναμε τις ριζιμιές πέτρες 
Ανακαλύψαμε το άγαλμα της προϊστορικής θεάς 
Τυλιγμένο στην αρχαία τέφρα της λήθης 
Νυχτωθήκαμε σε σωρούς χωμάτων σκάβοντας ερμητικές στοές
Να σφραγίσουμε το μυστικό μας...


Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

έφυγαν χωρίς επιβάτες οι τελευταίοι συρμοί



έφυγαν χωρίς επιβάτες οι τελευταίοι συρμοί 
βουβή η Ρωξάνη επιβιβάστηκε στο σύννεφο 
ασήμιζαν φως τα πέδιλα της στις δίνες του αγέρα...

Διασταυρώθηκαν τα χέρια μας σήμερα
Ερημίτες που ψαύουν σκυθρωποί
Την υπέρθυρη επιγραφή της μοναξιάς
Χειροκροτώντας εύθυμα πάντα
Στην τρύπια απόχη της αβύσσου
Που το ρόδο τους να κλείσει αδημονεί
Μέσα σε λευκό κελί θανατοποινίτη
Κόψε το υφάδι απ΄το βλέφαρο
Πονάει το χάδι της ερημιάς
Κάθε που αλλάζει ο καιρός!

Έσμιξαν θρηνητικά τα χέρια μας απόψε
Μάργωσαν τα ψαλίδια των αρμών
Πριν το πικρό αντίο
Κι αναστενάζοντας κρυφά επικάλυψαν
Τις εσοχές της πίκρας με σπαράγματα κωνοφόρων
Να μην υπάρχει άλλος χώρος να αποδράσει η ευτυχία!

έφυγαν χωρίς επιβάτες οι τελευταίοι συρμοί 
βουβή η Ρωξάνη επιβιβάστηκε στο σύννεφο 
ασήμιζαν φως τα πέδιλα της στις δίνες του αγέρα...

Έπιασαν τις ταχύτητες του ελαφιού
Οι σφυγμοί στους καρπούς μας
Κι ύστερα πεζούλι γύρεψαν
Ρυτιδωμένο από τις λόγχες της ελιάς
Να θητεύσουν εξαρχής στης πατρίδας το πένθιμο αλφαβητάριο!

Μύραναν τα χέρια μας
Του πόθου το άβατο ξωκκλήσι
Με αλαδανιάς μυστική ρητίνη
Συλλεγμένη το δείλι στο ακρόρεμα
Πονάει το κρύο χάδι του αποχωρισμού
Κάθε που αλλάζει ο καιρός!

έφυγαν χωρίς επιβάτες οι τελευταίοι συρμοί 
βουβή η Ρωξάνη επιβιβάστηκε στο σύννεφο 
ασήμιζαν φως τα πέδιλα της στις δίνες του αγέρα...

Κουρασμένα τα χέρια μας
Λάτρεψαν του πύθωνα
Την διχαλωτή γλώσσα
Που μυστικό κανένα δεν ξεστόμισε
Σαν την άγγιξε ενσταλάζοντας
Το κεντρί των φιλιών μας!

Διασταυρώθηκαν τα χέρια μας
Σαν ράγες που ερωτικά τέμνονται
Σε φεγγαρίσιο αναλόγιο οξιάς
Παραδομένα τα χέρια μας στη φεγγοβολιά
Του αυγινού δροσουλίτη
Δώσανε όρκο αιώνιας πίστης
Και ανοιχτά το ξημέρωμα βρίζοντας τον αθέτησαν!

έφυγαν χωρίς επιβάτες οι τελευταίοι συρμοί 
βουβή η Ρωξάνη επιβιβάστηκε στο σύννεφο 
ασήμιζαν φως τα πέδιλα της στις δίνες του αγέρα...


Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

της άγριας φτέρης τα φαναράκια



Μου έλειψαν σου έλεγα
Οι μπλε καλαμιώνες
Όταν αναπηδούν ευθυτενείς
Από το δροσερό
Μοιρογνωμόνιο του ποταμού
Σαν κεφαλάκια νεοσσών σπίνων
Πεινασμένων
Κι ήρθα εδώ τον ξεναγό
Να κάνω της ξελογιάστρας νύκτας
Γνώσεις από βιβλία της Ανατολής
Σεπτά να αποθέσω
Στων ποδιών σου
Τον δαντελωτό ίσκιο
Να μην βραχείς
Από δάκρυ λάβας
Αδιάβροχο διπλό να φοράς
Κάθε που θα αναδιπλώνω
Σε χάρτη ειμαρμένης
Τις λέξεις του Έρωτα
Ενός Έρωτα που σε λωρίδες
Διαγώνιες κόπηκε να αγιασθεί!

Φοβάσαι μου είπες το έρεβος
Κι εγώ με μικρό
Αστρολάβο στο χέρι
Φαναράκια σου έφερα
-Ναυάγια θαλάσσης
Ακαταπόντιστα-
Να συντροφεύουν
Της άγριας φτέρης
Τις υγρές κρυψώνες
Να μην σκιαχτείς
Από εφιάλτες σαρκωμένους
Και πέσεις στις κακοτοπιές
Στεφάνια να φοράς
Και με δυόσμο να ευωδιάζεις
Τον φιλήδονο κόσμο σου
Περαστικός να είσαι
Σαν καβαλάρης θερισμένος
Από τα φυραμένα της λήθης σώματα!

Φαναράκια θα σου φέρω
Γιρλάντα να τα βάλεις
Στη χριστουγεννιάτικη
Επιτήδευση του χιονιού
Να ρυτιδώνουν χαράσσοντας
Του προσώπου σου
Τους Άγιους Τόπους
Με χιλιάδες φωτοραβδώσεις
Φαναράκια θα σου φέρω
Να μην σκοντάψεις
Καθώς θα ελαύνει ρυθμικά
Της τρύπιας Ιστορίας το ψέμα
Όρθιος να κρατηθείς
Καθώς ο Ίκαρος
Θα πλευρίζει την ακτή
Θυσιάζοντας κερένια ομοιώματα
Όρθιος να παραμείνεις
Μεταπλάθοντας ωσάν ενάλιος κύκλος
Την κίνηση της Αστραπής
Σε φτερώματα τεθλασμένα!


Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

υδάτινες οικτίρμονες διαστρωματώσεις



Πλαγιομετωπική κι άστοχη σύγκρουση με τη θεά φύση
Μέσα σε χιλιετηρίδας θαύμα κοσμικό που αναδιατάσσεται βαριά πληγωμένο
Πλαγιομετωπική συμπλοκή και μικρόνους πορεία χωρίς φρένα και διορατικότητα
Για να παραφράσουν αμίλητοι οι μύστες και τα παιδιά χαμένους χάρτες
Με βλέμματα που βιαστικά ακινητοποιούνται σε λιμνιαία συναισθήματα στιγμής
Σύρραξη συνδιαλλαγής από αλύγιστους μεταπράτες του κρυστάλλου
Η μάλλον θα έλεγες δάκτυλος εγκληματικός γενιών φλύαρων
Να στήσουν βασίλειο μέγα στο απροσπέλαστο γίγνεσθαι
Της αρχέγονης ομορφιάς με λευκά μαντήλια που συνοδεύουν χορευτές του πυρρίχιου!

Υδάτινες οικτίρμονες διαστρωματώσεις που κοσμούνται με μανδύες απληστίας!
Καταρράκτες ασίγαστοι διαβρώνουν το περικάρδιο έρωτα της μικρής εσκιμώας
Λίμνες καθελκύουν πολικά λεωφορεία με έγχρωμους επιβάτες μονήρεις
Ζωντανοί οργανισμοί μετακομίζουν σε σπηλαιώματα με άθικτα ορυκτά
Σαν μεταλλωρύχοι με σπασμένες λάμπες φθορίου και κυρτωμένα πόδια και ψυχές
Μέτωπα κούρων αστεφάνωτα από πικροδάφνες καταβυθισμένες στον βωμό Ποσειδώνα
Πνίγονται στο δραματικό λοφίο του ιδρού και τραγωδούν με λύρα επτάχορδη τις αντιστάσεις τους!

Χαίρε ο ασέληνος ουρανός που με άστρα ντύνει τα φαράγγια των πάγων
Χαίρε το σμόκιν του πιγκουίνου που αριστοκρατικά δίνει φιογκάκια και στέγες στη μνημοσύνη
Χαίρε ο παγωμένος αστερίας που διασκορπίζει ποταμούς φωτός στην εγκατάλειψη
Μα πάνω απ΄όλα χαίρε της Δρυάδος το τόξο που διαφυλάττει τον αμυγδαλώνα της πάχνης
Από τους επιδρομείς με τα θερινά πουκάμισα εκστρατείας - ενδύματα κλεμμένα
Ασέληνος ουρανός αστροφόρετος παραστρατεί χωρίς πυξίδα
Από το μέγιστο Άστρο της Γραφής οικτρά αποδιωγμένος
Υδάτινες πληγωμένες διαστρωματώσεις ψάχνουν εναγώνια του ιγκλού τη φάτνη
Χάθηκε ο μίτος, ποτέ δεν ξετυλίχτηκε να απελευθερώσει θυματικές μοναξιές
Απόμειναν μόνο οι παράκτιες πόλεις να σκαρώνουν γόνδολες για τους ερωτευμένους αλιγάτορες!



Τρίτη 28 Μαΐου 2013

λαθραία ανάγνωση της ιστορίας



Διόρθωσες επιμελώς του λουλουδιού το σχήμα 
Μη γνωρίζοντας πως η φύση θα σε εκδικηθεί!
Κι ύστερα στράφηκες να ανασκευάσεις 
Τη πρώτη είδηση της μέρας, λάλημα πετεινού πριν τη προδοσία!

Tσαλακωμένη εφημερίδα σε επισφαλή χέρια
Τοίχοι χωρίς συνθήματα και γκράφιτι
Λερναία ύδρα εισχωρεί στο ανοιχτό συρίγγιο
Του ανυπόστατου διαμελίζοντας το περιώνυμο λήμμα
Της αμαρτωλής αλφαβήτα
Εγκιβωτισμένη η στιγμή λάμνει μέσα σε τρέμοντα ρυάκια
Περπατάει στον κάμπο με τους ηλίανθους
Με χιμαιρική διάθεση παρασημοφορεί τους κυνηγούς της Άνοιξης
Θραύσματα ηφαιστειακής λάβας αναπηδούν από το πρίσμα των ακτίνων
Πολιορκώντας συστημικά την ζοφερή επικράτεια των ασπασμών
Βήματα μακάρια διατέμνουν ακριβοδίκαια το διάκενο των λέξεων
Αναγγέλλοντας τον ερχομό των τυραννοκτόνων
Ακροβατείς στις συνάψεις παρελθόντων γεγονότων
Σχεδόν αιμόφυρτος, πάνω στη λαιμητόμο της τρέλας σκορπιέσαι
Σαν τον τσιγγάνο που μειδιά στο σκίτσο του θανάτου και χάνεται
Σκορπιέσαι αφειδώλευτα ανυπεράσπιστος στα αναχώματα της τελικής μάχης
Κι ακομπανιάρεις την ακολουθία της μοναξιάς με σείστρα ξύλινα
Στερνός ήχος της καμπάνας πριν αποστατήσει το φως της μέρας μέσα σου

Διόρθωσες επιμελώς του λουλουδιού το σχήμα 
Μη γνωρίζοντας πως η φύση θα σε εκδικηθεί!
Κι ύστερα στράφηκες να ανασκευάσεις 
Τη πρώτη είδηση της μέρας, λάλημα πετεινού πριν τη προδοσία! 

Τσαλακωμένη εφημερίδα σε επισφαλή χέρια
Κυκλώπεια μάτια χωρίς συγκινησιακούς αδένες
Σε εκπορθούν σαν μικρή ακίδα από σάπιο σκαρί
Λαθραία ανάγνωση επιδερμική της ιστορίας
Υπό το άγρυπνο βλέμμα φαλλικών στηλών
Κλαυσίγελος ασυμμετρίας διακατέχει
Τους μικρόκοσμους που αφόρισες δια παντός στη λοιδορία
Γνώρισες την ταχύτητα των ανέμων που σε ταλάνιζαν
Μέσα από τα κρυφά περάσματα των σπασμένων αυλών
Διχοτόμησες με φαλτσέτα κόκκινα ακμαία γαρύφαλλα
Δίνοντας πάλι υπόσταση στα αρρενωπά προφίλ των ηρώων
Κλάσμα δευτερολέπτου σε πήρε να ανέβεις στο βάραθρο
Κι από εκεί να αντικρίσεις βυθούς αρρωστημένης μελάνης
Και εκτάσεις αποσαθρωμένες από τον λίβα της σκέψης
Μετεωρίστηκες στις βουβές σελίδες της παραμυθίας
Χωρίς να τροφοδοτήσεις τη μηχανή των αισθήσεων
Με διάλυμα οξύ παρμένο από τους δρόμους της κίτρινης λήθης
Γοερός κλαυθμός νηπίου πριν καταληφθούν τα μπεζεστένια από άφυλλα στίφη!

Διόρθωσες επιμελώς του λουλουδιού το σχήμα 
Μη γνωρίζοντας πως η φύση θα σε εκδικηθεί!
Κι ύστερα στράφηκες να ανασκευάσεις 
Τη πρώτη είδηση της μέρας, λάλημα πετεινού πριν τη προδοσία! 



Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

23 + 1 λόγοι για να αγαπάς τη ποίηση



Οι λόγοι των ποιητών μοιάζουν
Με τις επιχρυσωμένες καρφίτσες
Που φορούσαμε στο πέτο
Σαν είμασταν παιδιά!
         
            *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι η επιπλέον μέρα
Που δίνεται χαριστικά
Στον μελλοθάνατο!

            *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
Που πριν μαραθούν και πέσουν
Γίνονται γλυκό του κουταλιού
Και κλείνονται σε επισμαλτωμένα βάζα!

             *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι ο πρώιμος καρπός της φράουλας
Που μαζεύει ο ποιητής
Και μεμιάς τον καταπίνει κλεφτά
Για να διασκεδάσει τη πείνα του!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το βιβλίο που κρατάει
Ο μονόχειρας
Με το αριστερό του πάντα χέρι
Που έχει στη μάχη απολέσει!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το κλειστό όστρακο
Που κρατάει σφιχτά στη σάρκα του
Το μαργαριτάρι
Ώστε κανένας τυμβωρύχος να μην το καρπωθεί!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι η προτέρα σκέψη
Που είναι πιο ανθεκτική
Από την γραφτή της αποτύπωση!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι οι σκοτεινές ίνες
Που έχει το ουράνιο τόξο
Όταν το παρατηρήσουμε με τηλεσκόπιο!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι η σφαιρικότητα που αποκτούν τα βουνά
Όταν τα αντικρίζεις από μακριά!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το μαντήλι
Με το περίγραμμα από τα χείλια της αγαπημένης
Που βρέθηκε στο αμπέχονο του σκοτωμένου στρατιώτη!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι οι συχνοί εφιάλτες
Που βλέπουν οι νεκροί
Ότι ξαναγεννιούνται από μήτρα χοϊκή !

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το αυθαίρετο νούμερο
Που χαράζει ο θάνατος
Στον πίνακα της νεότητας!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το λευκό κιβούρι στο φερετροποιείο
Που τρομάζεις να αγγίξεις!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το σεβαστό μπαστούνι του γέροντα
Που το πελέκησε το τυφλό πρωταγγόνι του!

               *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι ο πικρός καφές
Που πίνεις σε μπαλκόνι αιγαιοπελαγίτικο
Πριν παραδοθείς στη σαγήνη του μεσημεριού!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το κομμένο φτερό της νεκρής πεταλούδας
Που ανέβασε η τροχαλία μαζί με το βαρύ φορτίο!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι ο μονόλογος του αχινού
Όταν προσκολλάται ερωτικά
Στη σχισμή του βράχου με τα κοράλλια!

                *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το ασπροσέντονο
Που το έπλυνε ένας ναύτης με θαλασσόχορτο!

               *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το καλοσιδερωμένο πουκάμισο του νεκρού
Που αφού το μύρωσαν με λεβάντα
Το έκλεισαν σε σεντούκι προγονικό!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το πλουμίδι στα φτερά του παγονιού
Που δεν ασχήμισε με το γήρας!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το κλειδί που απώλεσες
Και το ξαναβρήκες
Στη σκοροφαγωμένη τσέπη του παλιού παλτού σου!

                 *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι η μαρμάρινη πλάκα
Που άθελα του έσπασε ο γλύπτης
Πριν σκαλίσει τη λυσίκομη γοργόνα!

                  *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το περίσσιο αυγοτάραχο
Που συνέλεξε ένας ψαράς
Και απλόχερα το πρόσφερε στους γλάρους!

                  *
Οι λόγοι των ποιητών
Είναι το ακάνθινο στεφάνι της λήθης
Που το στιλβώνει
Η χρυσή γύρη του ηλίανθου μεσονύχτια!



                     

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

μια μπαλαρίνα στη κόψη του κύματος



Συνεχίζεις να με ταξιδεύεις 
Χωρίς να υπάρχεις! 

Δεν ήταν η πληγή του ήλιου
Που μας εξοστράκισε από το κόσμο
Ούτε το έγκαυμα της σελήνης
Που μας έκανε να τρέχουμε ανυπόδητοι
Στο λιβάδι με τους ασφόδελους
Παρά μονάχα τα τρία φυλλαράκια ουρανό
Που ακούσια έπεσαν στο μέτωπο της λάμιας
Μια νύχτα του Αυγούστου λαβώνοντας το παιδί του γρέγου
Ανασηκώναμε πέτρες λουσμένες στην άρμη
Σκαλίζαμε στην άμμο ακατανόητους στίχους
Γυρνάγαμε τη πλάτη στη σκοτεινή περιβολή της μπαλαρίνας
Μια μπαλαρίνα στη κόψη του κύματος
Να διαφεντεύει τον ρυθμικό ανασασμό του πελάγους
Με κνήμες λεπτές σαν σπιρτόξυλα
Να ζεματάει τα προσωπεία των υγρών φάρων που χάθηκαν στο βυθό
Μια μπαλαρίνα της πυρής δύσης
Να ανάβει φωτιές με τα μάτια της στα παρακείμενα όστρακα
Μαργαριτάρι λευκό το στήθος της γλύκαινε με ψεύδη την αγουρίδα του πόθου!

Συνεχίζεις να με ταξιδεύεις 
Χωρίς να υπάρχεις! 

Κι ύστερα περίμενες τον επίλεκτο σαλπιγκτή να ρθει
Να αποτινάξει απ την ψυχή σου τον μαυριδερό ιστό
Που βαθμιαία ανέκοπτε τις χρυσές σαϊτιές του έρωτα να ταξιδέψουν σε σένα
Τον καρτερούσες βουβός κωπηλάτης σε θολό ποτάμι
Να αποσπάσει το λευκό κιβούρι απ της νεότητας τον κρίνο
Μη τυχόν και μαραθεί προτού καν ανθίσει το κλωνάρι της υγείας
Περίμενες τον σαλπιγκτή να ρθει
Να διαλύσει την αρχαία σκουριά απ το πηδάλιο της μνήμης
Έτσι που να σου απομείνει στο τέλος μόνο
Η προσδοκία της μουσικής κι ένα τεμαχισμένο κουπί
Για να ακουμπάς το σπασμένο σου πλευρό τις νύχτες
Γιατί ξέρεις το έμαθες καλά μελετώντας τις γραμμές της παλάμης
Πως οι σαλπιγκτές εκτός από παιάνες γνωρίζουν καλά
Της ταπεινής μέλισσας το αργό μοιρολόι
Κι εσύ από παιδί αγαπούσες τα εξάγωνα κελιά της κερήθρας με πάθος
Εμπιστευόσουν το σώμα σου στη μέθη της γύρης
Κάθε που έρχονταν της Άνοιξης το πλοιάριο στη γη σου
Λείαινες το λόγο σου στο ένδοξο αλφαβητάρι της σύντηξης
Γράφοντας επιγράμματα στη λευκή σου φτερούγα!

Συνεχίζεις να με ταξιδεύεις 
Χωρίς να υπάρχεις!

Ο σαλπιγκτής δεν ήρθε στην ώρα του
Κι έμεινες να κρεμάς στο αγκίστρι του πελάγους
Το "Ποτέ" της πεταλούδας
Κομίζοντας άρρητα ερωτηματικά στον υγρό τάφο της μπαλαρίνας!


Σάββατο 11 Μαΐου 2013

εμβόλιμα


Στης Αστράκας το περιλαίμιο
Πέρασες τη κοφτερή
Ματόχαντρα του ωκεανού!

            * * *
Όταν η νύκτα είναι κρύα
Χουχουλιάζω τα χέρια μου
Με την αναπνοή των άστρων!

               * * *
Θρόισμα απαλό
Στην επιφάνεια της λίμνης
Το κουδουνάκι των βράχων σίγησε!

              * * *
Χλόμιασε το περιστέρι
Όταν αντίκρισε
Το σκελετωμένο παιδί!

             * * *
Στην εκπνοή της μέρας
Ασπαστήκαμε
Ένα γυμνό τάγμα αγγέλων!

             * * *
Κηλίδες αίματος
Στη πρωινή κουρτίνα
Δεν αντιλήφθηκα πως αναστήθηκες!

             * * *
Έβρασε ο χυλός
Αλλά το κουτάλι το έκλεψαν
Δυο πεινασμένα σπουργίτια

             * * *
Κορφολογάς το κλήμα
Με μουσκεμένα χέρια
Μη τυχόν και το πληγώσεις!

              * * *
Όταν σκύβεις στη κρήνη
Αποκόβεσαι
Από την χαίτη του αλόγου!

             * * *
Υφάλμυρο νερό
Και στα χέρια σου
Δυο μαραμένα νούφαρα!

             * * *
Αφουγκράστηκες τους ύμνους των σπίνων
Και ξάφνου έσπασαν
Οι κλειδαριές της φυλακής!

             * * *
Είμαστε όλοι γυρολόγοι
Όταν η σελήνη παίρνει το μπάνιο της
Στου γαλαξία τη λίμνη!

            * * *
Έσπασε το πετράδι του μαλαχίτη
Όταν ερωτικά το άγγιξε
Της κάλας το κοχύλι!

            * * *
Το άρμα του ήλιου έφυγε
Όταν εσύ ασπαζόσουν
Το στήθος της λησμονημένης!

             * * *
Γκριζάρισαν τα μάτια σου
Όταν βάφτηκε ασημένια
Η χορδή του φλάουτου!

            * * *
Πάνω στο χαμόγελο σου
Φτιάχνει τα φίλτρα της
Η μικρή μάγισσα!

             * * *
Συνέθεσες το μικρό πρελούδιο των άστρων
Φορώντας ανάλαφρα
Το σκισμένο χιτώνα του ασκητή!

             * * *
Στη παραμεθόριο του ξεχασμένου κήπου
Τοποθέτησες
Τη μαρμάρινη προτομή της πεταλούδας!

             * * *
Έσβησε το πυροφάνι
Όταν αλίευσες
Τον πεντάκλωνο αστερία!

              * * *
Σου ταιριάζουν τα πικραμύγδαλα
Καθώς σπάνε
Στο πάτημα του ζαρκαδιού!

     

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

κυανόχρους ανεμόσκαλα


Φωτεινή πυραμίδα γίνομαι και μνηστεύομαι τον ορίζοντα
Σε πλάτια ξεχύνομαι απροσμέτρητα
Σαν κάλυκας που τρελά αναπηδά
Στην ασφαλτόστρωτη αλάνα με τους σκουριασμένους ωροδείκτες
Μεταβάλλομαι σε χρυσή απλίκα στου κάστρου τον εξώστη
Οι φρουροί με γνωρίζουν και με κερνούν παγωμένο τσάι
Σε τάσι ροδακινί με ξεφτισμένο το θυρεό!

Γονυπετώ σαν φτάνω στου ασημένιου σήμαντρου την ευλογημένη συμμετρία
Τον άνεμο καλώ να με μεταφέρει ολόλαμπρο
Σε κυανόχρου ανεμόσκαλα
Στο γαλήνιο ύψος ακροπατώ σμίγοντας με το κρύο έρεβος
Χάνω το σχήμα μου και λίγο λίγο διυλίζομαι σε μικροσκοπικούς διάττοντες
Ακροβάτης μετεωρίζομαι στο κενό
Σχεδόν πετώ πλαταγίζοντας στα χείλη μου λίθινους αγγέλους!

Με χέρι τρεμάμενο χαρτογραφώ τον εξώκοσμο
Φωνάζω κι ας έχουν τα πλάτη σιωπήσει
Σπάω το φράγμα της ψυχής μου και ολόγυμνος δίνομαι στο στερέωμα
Στο προθάλαμο μπαίνω της κόλασης
Σφετεριστής της παραδείσιας περιβολής μου
Ψάχνω τα ίχνη σου
Κρουστά λευκά φτερά αναρροφούν πύρινη λάβα
Γεύομαι στάχτη και σάρκα καμμένη ψηλαφίζω
Πριν καλά καλά εισέλθω στο πηγάδι των στεναγμών
Έρωτας κλεπταποδόχος γίνομαι
Και χωρίς καθόλου οβολούς κάνω ταμείο με τους κολασμένους!



Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Hμερίδα στο φως



Εμποτίζω το σώμα μου με τη πράσινη μελάνη του υγρού δάσους
Σκαρίφημα καταστρώνω μυθικό σκαλίζοντας νεροσυρμές στην ηλιακή άλω
Δωροδοκώ δυο πεταλούδες διάφανες να μου χαρίσουν αθανασία
Πέντε κεράσια φως τους δίνω μήπως και διπλώσει η φτερούγα μου!

Ντύθηκα τις λειχήνες του δάσους και σε στόμιο φαραγγιού μόνος βαδίζω
Συριγμοί πεύκων βελανιδιάς κρυφοί στεναγμοί διακόπτουν την επέλαση μου
Επέλαση εσωτερική του βλέμματος στο υποκύανο χάρτη του ποταμού
Μια πέστροφα σφραγίζει τον ουρανίσκο μου με το ασημένιο δόρυ του κορμιού της!

Εμποτίζω το σώμα μου με τη πράσινη μελάνη του υγρού δάσους
Σκαρίφημα καταστρώνω μυθικό σκαλίζοντας νεροσυρμές στην ηλιακή άλω
Δωροδοκώ δυο πεταλούδες διάφανες να μου χαρίσουν αθανασία
Πέντε κεράσια φως τους δίνω μήπως και διπλώσει η φτερούγα μου!

Βγαίνω σε ξέφωτο απάτητο και τις οπλές των ελαφιών ακολουθώ φωλιά να βρω
Να απορροφηθώ θέλω σαν δροσοσταλίδα στην συρμάτινη χορδή του λεβάντε
Πράσινο γινάτι στην καρδιά μου φυτρώνει γινάτι αμαρτύρητο του έρωτα
Ενός έρωτα που ανέστιοι δραγουμάνοι περισυνέλεξαν απ΄του φοίνικα το κορμό!

Εμποτίζω το σώμα μου με τη πράσινη μελάνη του υγρού δάσους
Σκαρίφημα καταστρώνω μυθικό σκαλίζοντας νεροσυρμές στην ηλιακή άλω
Δωροδοκώ δυο πεταλούδες διάφανες να μου χαρίσουν αθανασία
Πέντε κεράσια φως τους δίνω μήπως και διπλώσει η φτερούγα μου!

Εκλιπαρώ το κεντίδι της λήθης να υφανθεί και της μάνας το αίμα λεπτουργώ σε στημόνι
Καμβά να φτιάξω αχειροποίητο με τα ακροδάχτυλα της αστραπής
Σεπτό καμβά σαν το ράσο του μοναχού στο υπέρθυρο του κελιού του απλωμένο
Αγρυπνώ στο φως και σαν τον αστεροειδή της γέννεσης αναφλέγω παρθένες πολιτείες!

Εμποτίζω το σώμα μου με τη πράσινη μελάνη του υγρού δάσους
Σκαρίφημα καταστρώνω μυθικό σκαλίζοντας νεροσυρμές στην ηλιακή άλω
Δωροδοκώ δυο πεταλούδες διάφανες να μου χαρίσουν αθανασία
Πέντε κεράσια φως τους δίνω μήπως και διπλώσει η φτερούγα μου!

Οργώνω τα μεστά στήθια της αργίλου ερύθημα φλόγας μεταγγίζοντας στους αμνούς
Στα φωτοστέφανα των σύννεφων προσκρούω ζωσμένος το χαράκι της πίστης
Χαράκι βαθύ έμβλημα θείο τυπωμένο στο πέτρινο ησυχαστήριο του όρους Σινά
Ερημίτης περιπλανώμαι διαφυλάττοντας στους κόκκους της άμμου τη θεμέλια ρίζα!

Εμποτίζω το σώμα μου με τη πράσινη μελάνη του υγρού δάσους
Σκαρίφημα καταστρώνω μυθικό σκαλίζοντας νεροσυρμές στην ηλιακή άλω
Δωροδοκώ δυο πεταλούδες διάφανες να μου χαρίσουν αθανασία
Πέντε κεράσια φως τους δίνω μήπως και διπλώσει η φτερούγα μου!

Παραβιάζω τις πύλες των κοιλάδων και ελευθερωτής μπαίνω στους απένθητους λειμώνες
Ψωμί να φέρω και νερό από δάκρυ στη καλύβα του κολίγου και του ονειρευτή
Να έχουν δρόμο να διαβαίνουν και τα ιερά οστά καλά φυλαγμένα στη τσέπη τους να κρατούν
Πράσινη ιστορώ τη μοίρα μου στους ενδεείς και με τη πίκρα του κισσού σμίγω σε κλίνη χθόνια!



Τρίτη 30 Απριλίου 2013

το καταφύγιο των αρπακτικών



Άρπαγες κλέβουν το γλυκό σταφύλι
Και τα τσάμπουρα απ΄τις δεξαμενές της γης
Αφήνουν άδεια τα κρασοβάρελα στα καπηλειά
Πατούν του καπνισμένου μας μετώπου τη ρυτίδα
Οι αποστακτήρες μας στάζουν τώρα σινική μελάνη
Αίμα καθάριο και ρετσίνι για της πατρίδας το σπασμένο δοξάρι
Μας αποστέλλουν αινιγματικό ένα γράφημα που αναπαριστά
Την μυστηριακή σκέψη των οιωνοσκόπων και των αφανών
- Κυρτές γραμμές διατάξεις ασταθείς της αψιθιάς
Σαν ελικοειδή σοκάκια ανθισμένα της Μήθυμνας μεσοκαλόκαιρο -
Ζητώντας από εμάς χώμα γραφή και εκδούλευση...
Είχαμε φίλους αρπακτικά πτηνά γεράκια και σταυραετούς
Που ανακράζοντας έμαθαν στις πόλεις μας να περιοδεύουν τις νύχτες
Τις σάρκες μας να περισφίγγουν με μάτι περήφανα κοφτερό
Φωλιές να στήνουν πρόχειρες σε φανοστάτες αναμμένους
Τους έστησαν καρτέρι και τους παγίδευσαν οι άρπαγες της γης μας
Τροπαιοφόροι τον αυλό των οστών τους σκωπτικά παρατηρούν
Κάτω απ΄τους πράσινους οδοδείκτες των σταθμών
Και τους σηματωρούς των πλοίων

Ποιο είναι το συνώνυμο της περηφάνιας
Ποτέ δεν μαρτυρήσαμε στους εισβολείς 
Με όρκο δέσαμε το όνειρο 
Και σε επιτάφιο λάβαρο κλείσαμε το φυλαχτό της μάνας!

Άρπαγες κλέβουν το γλυκό σταφύλι
Και τα τσάμπουρα απ΄τις δεξαμενές της γης
Γονιμοποιούν αυγά φιδιών ξερνώντας βλαστήμιες στις αυλές μας
Πνιγηροί μες στο μίσος και στο φθόνο
Ξεκληρίζουν τη γενιά των κρίνων
Συνταυτίζοντας τους ύμνους μας με το δόλιο μήνυμα τους
Περιχαρείς γελούν μέσα από τις φολίδες τους
Της Μεσσαλίνας σύμβιοι κολασμένοι....
Αυτοκρατορικά στρατεύματα πολιορκούν τις σημαίες μας
Εκποιούν και ληστεύουν το φως
Από το καθρέφτη της στέρνας
Στενά τα περάσματα κλείνουν κάθε αυγή
Κουρασμένοι οι ώμοι γέρνουν στην χλόη του βράχου
Πυρίτιδα αγοράσαμε μισοτιμής από το σώμα της λήθης
Πιστοί εραστές καταφύγιο ζητήσαμε στα ξύλινα σύνορα μας
Γρηγορείτε ωσάν ταγμένοι στον μαρτυρικό αγώνα της φτελιάς
Με της χαρμολύπης τα συναξάρια στα χέρια
Συναχτείτε ειρηνικά στην άλυσο του γεφυριού
Σήμερα θα ψάλλουμε στον ιερό άμβωνα του ποταμού
Το τελευταίο τροπάριο της Αγάπης!

Ποιο είναι το συνώνυμο της περηφάνιας
Ποτέ δεν μαρτυρήσαμε στους εισβολείς 
Με όρκο δέσαμε το όνειρο 
Και σε επιτάφιο λάβαρο προσκυνήσαμε το φυλαχτό της μάνας!



Κυριακή 28 Απριλίου 2013

ζω σε μια άλικη πολιτεία


Η σφαίρα του ήλιου υπερθέρμαινε το κλειστό δωμάτιο
Γράφοντας ομόκεντρους κύκλους στο ταβάνι
Κοκκίνιζε τα μάγουλα της πορσελάνινης κούκλας
Φιλιά στέλνοντας στο ορθό μέτωπο του κόσμου πυρωμένα
Πλήθαιναν αίμα τα σκούρα χαρτάκια της μνήμης σαν βέλη φονικά
Μέσα στην ορειχάλκινη φαρέτρα του χρόνου
Σε αριθμητήριο μετρούσες τις σταγόνες του στερεώματος
Και τις φυλάκιζες - ψηλό κλωνί φωτιάς - σε πρίσματα γαλάζια
Ταξιδιώτης κατέλυες στο άχρονο φως του ηφαιστείου
Μουσικό οδοιπορικό στις στρωματώσεις του άνθρακα
Παιδικό ερημητήριο νοσταλγίας
Που αέναα ψάχνεις για να αποδράσεις τις Κυριακές του Απρίλη
Τρεμόπαιζε η φλόγα της εσπέρας
Ανταύγειες έστελνε στην πόλη
Ρινίσματα ονείρου
Χρωματίζοντας την άλικη
Σαν την ψυχή του μαγιάτικου ρόδου πριν αναληφθεί
Ζω σε μια άλικη πολιτεία που δάκρυα μετάνοιας
Αναβλύζουν απ΄τη καντήλα της Παρθένου!

Το δείλι έρχονταν στις στοές της πόλης εκθαμβωτικό 
Είναι όμορφο το δείλι απειλητικά ηδύ 
Είναι σαν ακουμπάς με ανοιχτές παλάμες τα πόδια του Θεού!

Μάζευες σε κάνιστρα της Άνοιξης
Τους ματωμένους οδοδείκτες της πόλης
Θρηνητικά να τους ενταφιάσεις στην αγκαλιά του πέτρινου γίγαντα
Να λείψει ο πόνος απ΄την αυλή των ανθρώπων
Να βγουν στον ήλιο τα ασπρόρουχα της περίβλεπτης κόρης
Και το κορμί να οσμωθεί με την αγρύπνια της πέτρας
Οσφραινόσουν τα μαρτύρια του Έρωτα
Μέσα στην οργιαστική ανθοφορία των γιασεμιών
Ξεχνιόσουν στα ακρόπρωρα των πετάλων τους απολησμονημένος
Κούρδιζες τότε μονολογώντας τη χορδή στο ούτι
Να συνθέσεις εξαρχής το κορυφαίο άσμα των δρυμώνων
Διασπειρόσουν σε πυρήνες κρυσταλλικούς
Πως να εξιχνιάσεις το διπλό έγκλημα των φτωχών οδαλίσκων;
Τιμωρός κι Αφέντης ίσκιος
Πορευόσουν στον κόκκινο χλοοτάπητα του ουρανού αρματωμένος
Σαν ταπεινό καβούρι στα ξηρά ρυάκια της πατρίδας σου
Ζω σε μια άλικη πολιτεία που δάκρυα μετάνοιας
Αναβλύζουν απ΄τη καντήλα της Παρθένου!

Το δείλι έρχονταν στις στοές της πόλης εκθαμβωτικό 
Είναι όμορφο το δείλι απειλητικά ηδύ
Είναι σαν ακουμπάς με ανοιχτές παλάμες τα πόδια του Θεού!