Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

Σκοτεινός δρυμός

            στις απώλειες της ζωής 

Σφετεριστής ήσουν του έρωτα 
και της αγάπης. 
Ήρθες ασθμαίνοντας από ηδονή 
για να πάρεις μονάχα και να φύγεις 
σαν τον καβαλάρη που καταλύει δίπλα 
στην πηγή με το άλογο του 
τσαλαπατώντας τα ξερά χόρτα
χωρίς κανέναν δισταγμό
κι ας γνώριζε πως ήταν μαργαρίτες 
του  Απρίλη. 
Δεν ήθελες να δεις και δεν είδες. 
Δεν ήθελες να ακούσεις και δεν άκουσες. 

Να 'ξερες πόσα πολλά σου είχα ετοιμάσει!
Απορω αν καθόλου τα ειδες.
Ένα ανάκλιντρο στρωμένο 
με ρόδα για να σταθείς, να πιεις
και να δειπνήσεις. 
Έναν ίσκιο βαθύ και μία λεκάνη στη μέση 
με αρωματικό έλαια τα πόδια σου 
από τους δρόμους να ξεκουράσεις. 

(Αγέρωχος έτεινες το χέρι 
στο ακλάδευτο μου δέντρο. 
Ρουφήχτηκαν προς τα μέσα οι χυμοί μου
κι οι καρποί μου απέβαλαν
τη γλυκιά τους σάρκα και μαράθηκαν. 
Πένθιμη έγινα ελαιογραφία ενός 
δρυμού που ούτε τα πουλιά δεν τον 
καταδέχονται)

Για σένα είχα ανοίξει τα Ορφικά κείμενα 
για να μελετήσεις, τη σκόνη να
αποτινάξεις από το χείλος της ζωής. 
Απορώ αν καθόλου άκουσες.
Ωδικά σου είχα φέρει πτηνά τις
αισθαντικές να απολαύσεις μελωδίες. 
Πόσο μα πόσο λάθεψα. 
Ψαλίδι πήρες να αφαιρέσεις 
τα φτερά τους.
Μαχαιράκι πήρες για να αποκόψεις 
τα σπλάχνα τους.
Ανίκανα να γίνουν να μην μπορούν 
από κοντά σου να φύγουν. 
Έρμαιο σαν εμένα να καταμετρούν 
τις ήττες από τις ένδοξες μάχες 
καθως και τα σμήνη των νεκρών 
που για αιώνες σήπονται σε τάφους 
ομαδικούς. 

Κυριακή 22 Ιουνίου 2025

Ιπτάμενες λέξεις

Δεν κοιμάμαι και γράφω ποιήματα. 
Ξενυχτάω και στήνω ξόβεργες 
όχι για να πιάσω κανένα ορτύκι 
ή καμιά ανύποπτη μπεκάτσα αλλά 
για να συλλάβω τις ιπτάμενες λέξεις 
που ξεφεύγουν από τα στόματα 
των αγγέλων σαν προσευχή πριν 
πέσουν για ύπνο. 

Αναστάσιμο άγγελμα

Το κωδωνοστάσιο απείχε τριάντα 
μέτρα περίπου από το τελευταίο σπίτι.
Κάθε απόγευμα στις τρεις ή ώρα 
ακριβώς έρχονταν ένας άγγελος 
ξυπόλητος και χτυπούσε τις καμπάνες
με φρενήρη ρυθμό. 
Ξεσηκώνονταν η πόλη , ξεσηκώνονταν 
η γειτονιά και τα γύρω προάστια. 

Έτρεχε έντρομος ο κόσμος
στις πλατείες, στις εκκλησίες, 
στα καφέ για να σωθεί. 
Μην ήταν σεισμός, μην ήταν φωτιά,
μην ήταν επιστράτευση και πόλεμος;
Μεγάλος χαλασμός και μια γενικότερη 
ανακατωσούρα έπλητε την περιοχή. 

Ο νεωκόρος τραβούσε τα μαλλιά του.
Αναθεμάτιζε τον βαθύ ύπνο που δεν 
τον άφησε να διώξει μακριά τον 
απρόσκλητο επισκέπτη. 
Με κεριά αναμμένα στα χέρια έκανε 
το σημείο του σταυρού προς τη μεριά 
της ανατολής. 
Δεν είναι άγγελος αυτός έλεγε αλλά 
καθαρά ο έξω από εδώ. 
Καλούσε την πόλη να προσευχηθεί. 
Καλούσε τον λαό να νηστέψει και να
ορκιστεί συνεργασία και πίστη. 

Κανείς δεν τον άκουγε. 
Η κλίμακα της φωνής του χάνονταν 
μέσα στον άλαλαγμό και στην υστερία
του πλήθους. 
Κάθε απόγευμα στις τρεις ακριβώς 
επαναλαμβάνονταν το ίδιο σκηνικό .
Ο νεωκόρος τρόχιζε μαχαίρια, έβαζε 
ξυπνητήρια, απειλούσε. 
Τίποτα όμως δεν έβγαινε, ο άγγελος 
έρχονταν ξυπόλητος πάντα και τάραζε 
τα νερά. 

Ώσπου μία μέρα ο άγγελος δεν φάνηκε. 
Ο νεωκόρος έτριβε με ικανοποίηση 
τα χέρια του κι ένα γελάκι ξέφευγε
από τα χείλη του .
Νικήθηκε το κακό αποφαίνονταν 
Η χαρά του όμως δέν κράτησε πολύ. 
Κατέφθασε η νύχτα αφέγγαρη και χωρίς 
ούτε ένα αστέρι. 
Ο κόσμος αλαλάζοντας σκόνταφτε στους 
θεοσκότεινους δρόμους. 
Οι μανάδες έκρυβαν αναστατωμένες 
τα παιδιά κάτω από τις ποδιές τους.
Το έρεβος κατοίκησε στις καρδιές. 

Κι έπειτα ήρθε η μέρα και χιόνισε 
καταμεσής του θέρους. 
Όλοι σταυροκοπιούνταν και παρακαλούσαν 
να έρθει πίσω ο άγγελος. 
Ο νεωκόρος δεν προλάβαινε να ανάβει 
τις λαμπάδες. 
Εισακούστηκαν ύστερα από ένα μήνα. 
Ο άγγελος τους επέστρεψε. 
Κανείς δεν τον φοβόταν τώρα. 
Αντίθετα μάλιστα το χτύπημα της καμπάνας 
τους χαροποιούσε σαν αναστάσιμο άγγελμα 
Ο άγγελος δεν τους εγκατέλειψε ποτέ ξανά. 
Το κωδωνστάσιο στολίστηκε με βάγια. 
Μόνο ο νεωκόρος αλλαξοπίστησε γιατί 
πολύ φοβούνταν τους αγγέλους και τις
γραφές.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

Σαν όνειρο

Το φίδι ήταν κουλουριασμένο μπροστά 
απ' την αυλόπορτα.
Ξαπλωμένο κοιμόταν πάνω στις πλάκες 
της εισόδου. 
Στις πλάκες ήταν σχεδιασμένο με βότσαλα 
ένα ψηφιδωτό. 
Ένας ταύρος μαινόμενος που απ' τα ρουθούνια 
του έβγαινε -μέσα από δύο στήλες θυμού-
όλη η οργή του για τα ανθρώπινα τερτίπια. 
Οι ταύροι δεν αγαπούν ως γνωστόν 
καθόλου τα φίδια. 
Οι ταύροι τα μισούν όπως κσι το κόκκινο 
πανί της αρένας και τους ταυρομάχους. 
Ο δικός μας ταύρος σαν πήρε χαμπάρι το φίδι 
αντέδρασε αμέσως. 
Σήκωσε το αριστερό του πόδι  κι άρχισε 
να το κλωτσάει με μανία. 
Το φίδι εξακολουθούσε  να κοιμάται. 
Δεν σάλεψε, δεν πήγε παρακεί, δεν σύρθηκε 
να φύγει. 
Ο ταύρος επέμενε, μαίνονταν κι γη ταράζονταν. 
Δύο ψηφίδες αποκόπηκαν βίαια κι έφτασαν 
ως το απέναντι πεζοδρόμιο. 
Το φίδι επιτέλους σάλεψε αποχαιρετώντας 
τον μακάριο ύπνο.
Σύρθηκε κι έκανε να φύγει. 
Άλλη όμως ήταν η αιτία της αποχώρησης του.
Ακριβώς απέναντι στο παγκάκι του δρόμου 
μια μητέρα θήλαζε το μωρό της. 
Το φίδι πεινούσε πολύ. 
Ο ταύρος ρουθούνιζε ασταμάτητα. 
Η μητέρα απορροφημένη από τον θηλασμό 
δεν πρόσεξε το φίδι ούτε κι άκουσε τους 
προειδοποιητικούς βρυχηθμούς του ταύρου. 
Η μητέρα λες και ζούσε όνειρο.
Πήρε την ασφυκτική μέγγενη του φιδιού 
σαν το πλησίασμα του αντρός της.
Το μωρό δεν έκλαψε η μητέρα μόνο ούρλιαξε
δυνατά αποχαιρετώντας μας με μια κλίση 
του κεφαλιού προς τον ώμο. 

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2025

Αναμέτρηση

Τα νύχια της συχνά ξεφλούδιζαν 
 κι έσπαγαν σαν τους φλοιούς 
ενός γέρικου δέντρου στο αντίκρυ 
πάρκο. 
Δεν ήταν πως της έλειπε κάποιο
συστατικό από το σώμα, ασβέστιο 
ή κάτι άλλο.
Ήταν που θρυμμάτιζε και συσσώρευε
κρυστάλλους αλατιού στο ορυχείο 
της μνήμης από νεαρή κιόλας ηλικία. 
Ο έρωτας καλά να μένει φυλαγμένος 
στο πάνω πάνω ράφι μαζί με τα πλούσια 
εκθέματα και σε περίοπτη πάντα θέση. 
Κανένας άνεμος λησμονιάς να μην τον
πλησιάσει κι οξειδωθεί υποκύπτοντας 
στην επιδρομική πορεία της λήθης 
που μεσα σε μιαν αρχέγονη πάλη 
θάνατο σπαρακτικό μπορεί να επιφέρει 
στις κλειδώσεις.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025

Ένα αέναο καλοκαίρι θα σου φέρω

Σου κρατάω μια γωνιά ζεστή 
για να έρχεσαι. 
Εσύ που αντιπαθούσες τους
χειμώνες και ποτέ κρύσταλλα 
δεν φύτρωσαν στις στέγες 
των χειλιών σου, εδώ να σταθείς 
για μακρινά ταξίδια να μιλάς
κι αδιάλειπτα να με αγαπάς
σαν όπως εσύ μοναδικά γνωρίζεις. 

Κοντά μου να σταθείς. 
Σαν παιδί να παρακαλάς 
να σου χαρίσω εκείνο το τρενάκι 
με τα εφτά βαγόνια πάνω στις 
ράγες του μαζί μου να κυλάς
χωρίς μηχανοδηγό παρά μονάχα 
με τις βουλές του μυαλού σου
και την πνοή από την απαλή ανασεμιά μας.

Συγχώρεσε με αν αργοπόρησα λίγο. 
Είναι που φτυάριζα της μοναξιάς 
το χιόνι από τα σταυροδρόμια 
που κάποτε σε περίμενα. 
Άλλαξαν οι καιροί αγάπη. 
Όλα για εσένα πλέον γυρίζουν. 
Βύθισα βαθιά μες στη γη 
τις κρύες κουπαστές εκεί 
που πάνω τους κατοικοεδρευαν 
το νυσταγμένο κοράκι και
το ματωμένο από τις μάχες 
δρεπάνι μιας απεχθούς 
γενιάς που σε εκδίωξε από 
τον κύκλο της ζωής πάνε χρόνια τώρα. 

Εδώ το καλοκαίρι και η ξεγνοιασιά. 
Εδώ η πικροδάφνη και τα βαριά αρώματα. 
Δεν έχεις τίποτα λοιπόν να φοβηθείς. 
Σε έναν μεγάλο ασκό έκρυψα 
τις παγωμένες βλεφαρίδες 
του χειμώνα ίσα να με κοιτάζεις 
χωρίς εμπόδια στά μάτια
και να με θέλεις με ένα πόθο 
πρωτόφαντο χωρίς το κρύο χνώτο 
του θανάτου να μας διχάζει. 

Συμμετέχει στο δρώμενο 
" Ένα ποιημα για το καλοκαίρι."

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Αντί τίτλου

Έρχεσαι πάντα νύχτα.
Κατράμι τα χέρια σου και πώς
θα βρω το μικρό σου δάκτυλο 
που σου πέρασα κάποτε 
το δακτυλίδι των αρραβώνων;
Κατράμι τα μάτια σου 
και πώς να αγγίξω τις λίμνες σου
που από μέσα τους αναδύονταν 
στοιχισμένες οι μικρές νεράιδες 
των παραμυθιών;
Κατράμι ο αυχένας σου
που πάνω του έβρισκαν χώρο άπλετο 
για να ξεκουράζονται οι πονεμένοι 
μου καρποί και τώρα πού να εφορμήσουν;
Κατράμι οι μηροί σου και με αφήνουν 
ανέραστη να παρακολουθώ 
την τρελή πορεία των οχημάτων 
σε εκείνη την λεωφόρο που
με πρωτοκοίταξες κάποιο 
μακρινό απόγευμα Κυριακής. 
Κατράμι ο θώρακας σου εκεί 
που πέρναγες τα φυσεκλίκια 
κι άναβαν στα βουνά του δειλινού 
οι φωτιές για να φωτογραφίζονται 
τα νεαρά ζευγάρια με ζωντανά 
χρώματα παρμένα απ' τις σπίθες τους.
Κατράμι τέλος η καρδιά σου 
που έβρισκαν φωλιά τα αηδόνια 
και οι κοκκινολαίμηδες κι απίθωναν 
εκεί τα αυγά τους έτσι που ο κόσμος 
να μπαίνει στο γλέντι ξανά 
και να κερδίζει πόντους η ομορφιά 
στη σκακιέρα της ζωής. 
Έρχεσαι πάντα νύχτα 
κι εγώ ξεχασμένη στην απέναντι όχθη 
ενός βουερού ποταμού πώς να
σε συναντήσω που έκοψες τα 
γεφύρια όλα με την ορμή 
των δακρύων σου;

Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

Λουλούδι υπόσχεσης

Ασπρίσαν τα γένια σου
τα μαλλιά σου ψαρά. 
Ανοίγεις το ψυγείο 
παίρνεις ένα φρούτο. 
Κρουστή η σάρκα του
τα κουκούτσια ανυπάκουα. 
Ισχνό το κορμί σου
και μου δίνεται. 
Χωράς να περνάς 
ανάμεσα από τα δάκτυλα μου
χωρίςνα πέφτεις. . 
Σαν άρπα εγώ σε κρατώ 
που ξέρει να παίζει 
ερωτικούς μόνο σκοπούς 
και βαθυγάλαζα τραγούδια. 

*
Έσπασε ο αμφορέας 
κι από την κοιλιά του
ξεχύθηκε ρυάκι το χρυσάφι. 
Πήρα να σου φτιάξω στολίδια 
δεν τα θελήσεις. 
Κάτι σαν αργότερα 
είπες με το στόμα κλειστό. 
Αποξεχαστηκα να σε κοιτάζω. 
Μέτρησα την αξία σου 
και τρόμαξα. 
Ένα ολόκληρο μουσείο 
με αμφορείς δεν θα μου έφτανε. 

*
Περπατώ στους δρόμους 
την ώρα που ησυχάζουν 
οι λεωφόροι κι ελάχιστοι 
είναι οι πεζοί που 
αναμετριούνται 
με τη νύχτα κρατώντας 
ένα λουλούδι υπόσχεσης. 
Δεν το παίρνω γιατί 
πάντα στη πρώτη γωνία 
βρίσκω ξεπαγιασμένο 
τον καστανά με σβηστή 
τη φουφού του και εγώ 
θα πρέπει να τον ξυπνήσω 
χτυπώντας δυνατά 
παλαμάκια. 
Δυο χέρια έχω άλλωστε
και πώς να τα καταφέρω;. 

*
Δεν αγαπάω την εποχή 
που μισεύουν τα χελιδόνια. 
Κουράστηκα με τους
αποχαιρετισμούς
Από παιδί όλο και κάτι 
θα μου έφευγε...
Πότε ένας πόντος στην κάλτσα,
πότε ένα μη προγραμματισμένο 
τρένο. 
Μισώ τα φθινόπωρα  
που σε έφεραν εδώ. 
Πένητας που εκλιπαρεί 
για ένα φιλί αξόδευτο. 

Σάββατο 7 Ιουνίου 2025

Μια υπερκόσμια ήσουν λάμψη

Μια καταιγίδα από αστέρια 
έπεσε απόψε στη γη.
Αδιαφορούσα, έκανα πως
δεν έβλεπα κρυμμένη πίσω 
από τα δίχρωμα φύλλα της λεύκας. 
Ώσπου ένα από αυτά ήρθε 
και στάθηκε μέσα στην υγρή μου
παλάμη δικαιώνοντας την τρελή 
του πορεία και την απόφαση του
για ένα μη προβλέψιμο τέλος. 

Το κράτησα σφιχτά κι έλαμψαν 
τα δάκτυλα μου όπως κεριά 
αναστάσιμα σε χούφτα χωρικού. 
Ένα αστέρι διαφορετικό 
υπέρλαμπρο που έμελλε να με
φέρει πάλι πίσω στη ζωή. 
Έσταξε πνοές πάνω στα ξεψυχισμένα
μου όνειρα και ανταύγειες χρυσές 
πάνω στα ερεβώδη μονοπάτια 
της καρδιάς μου. 

Άρχισα να σφυρίζω ένα ξεχασμένο 
σκοπό κι ένιωσα καλά.
Παλλονταν η σκέψη μου 
σαν τα φύλλα της δρυός σε 
ένα τόπο με αρχαίες κολώνες 
και μαρμάρινα διαζώματα. 
Ένα αστέρι ήρθε και με βρήκε 
πυρπολώντας τη μοναξιά μου 
που αν το ονοματιζα θα του έδινα 
δίχως άλλο το δικό σου όνομά.
Ξεθαρρεψα και βγήκα 
στη σκηνή του κόσμου τις 
συλλαβές από το όνομά σου
να φωνάζω δυνατά. 

Ήσουν εδώ μέσα στη χούφτα μου
να σπαρταράς σαν ένα πουλάκι 
στην καμπή του βοριά που κι αν
και κρυώνει δεν αφήνει το τραγούδι
ούτε λεπτό. 
Ήσουν το αστέρι μου που βρήκε 
ανάπαυση ανάμεσα στα σκαμμένα 
από τα χρόνια χέρια μου και τις 
επουλωμένες μου πληγές. 
Ήσουν ο υπαίτιος μιας λάμψης 
υπερκόσμιας καθώς επίσης 
και το καντήλι που μένει αναμμένο 
ένα ολόκληρο σαρανταήμερο
μπροστά από ενα ανέφελο ενσταντανέ.

Τρίτη 27 Μαΐου 2025

Αναπότρεπτο

Τα παιδιά της Γάζας διψούν 
Κανείς δεν τους δίνει νερό.
Τα παιδιά της Γάζας πεινούν 
Κανείς δεν τους δίνει τροφή.
Τα παιδιά της Γάζας δέντρα 
που φυλλορροούν χρόνους 
δεκαοκτώ. 
Πέφτουν τα φύλλα τους στη γη
κρύβουν τη χλόη, κρύβουν 
τα περάσματα και τα μονοπάτια. 

Σώμα αδύναμο αυτά τα δέντρα 
με ολόγυμνα κλαριά. 
Πουθενά ίσκιος να σταθείς 
Πουθενά δρόμος για να υπάρξεις. 
Πουθενά χορτάρι να βουλιάζει 
το πέλμα σου.
Θρηνούν οι μανάδες κι οι
πατεράδες ακονίζουν μες στον
ύπνο τους τα μαχαίρια της μνήμης. 
Προσμένουν την ώρα
που θα φανούν τα νέα φύλλα
παχιούς να αξιωθούνε ίσκιους 
και δροσερό αεράκι. 

Στενεύει ο χρόνος. 
Μέσα σε ένα ολοσκότεινο σύμπαν 
τα παιδιά της Γάζας αστέρια 
θα γεννούν για να δείξουν 
στις επερχόμενες γενιές 
το δρόμο προς τη θέωση 
του ανθρώπου.

Επ' αφορμή της μάνας που έχασε 
τα εννιά παιδιά της

Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

Ο όρκος

Το παιδί σκάβει στα ερείπια 
για να βρει την παιδική του 
ζωγραφιά, αυτή με τη μεγαλη
καρδιά και το ουράνιο τόξο 
που έφτιαχνε για την μαμά του
πριν τους βρει ο χαλασμός. 
Με λίγα χρώματα την έφτιαχνε 
καθισμένο στο γραφείο του.
Η μαμά στην κουζίνα τηγάνιζε
πιτάκια σκέτα με αλεύρι και νερό.

Το παιδί κλαίει και σκάβει όλο 
και πιο βαθιά χωρίς αποτέλεσμα
όμως. 
Είναι ακρωτηριασμένο από το 
δεξί χέρι. 
Το παιδί πονάει μα συνεχίζει. 
Παραπέρα στέκει το άψυχο σώμα 
της μαμάς του διαμελισμένο
και καλυμμένο από τα ερείπια. 
Το παιδί δεν ξέρει.
Δίνεται στο σκοπό του.
Επιμένει να ζητάει τη ζωγραφιά του.

Σκάβει κι εκεί που πηγαίνει να απελπιστεί 
ακούει δυνατούς σαν από ταμπούρλο 
χτύπους. 
Είναι που ζωντάνεψε η μεγάλη καρδιά 
που είχε ζωγραφίσει. 
Το παιδί σκάει ένα χαμόγελο, αναθαρρεύει. 
Πετάει πέτρες και χώματα μακριά.
Η ζωγραφιά έρχεται στο φως. 
Η καρδιά συνεχίζει να χτυπάει 
όλο και πιο δυνατά.
Το παιδί τρέχει να βρει τη μαμά του
για να της χαρίσει αυτή την παλλόμενη 
καρδιά. 
Το παιδί δεν ξέρει τίποτα για το
χαμό της

Το παιδί σκοντάφτει και πέφτει
ακριβώς πάνω στο δεξί χέρι 
που μόλις πριν λίγο ζωγράφιζε. 
Το παιδί αιμορραγεί μα σηκώνεται 
και συνεχίζει να ψάχνει τη μαμά του. 
Φωνάζει με όση δύναμη του απέμεινε. 
Κάτω από το αριστερό του χέρι έχει
κρύψει τη ζωγραφιά.
Δεν την αφήνει. 
Οι χτύποι της χάρτινης καρδιάς 
δυναμώνουν κι άλλο, κραυγάζουν.
Μάταια όμως.
Η μαμά δεν ακούει. 
Το παιδί σταματά κι αυτό να φωνάζει.
Μόνο μια καρδιά εξακολουθεί τώρα 
να χτυπάει αλλόκοτα και παραδίπλα 
καθαρό ένα ουράνιο τόξο τάσσεται 
με το λαό και όρκο δίνει μεγάλο 
να διώξει μακριά την καταχνιά. 

Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

Οικογενειακά τραπεζώματα

Κυριακή πρωί κι η μητέρα 
έσφαξε έναν κόκορα σήμερα. 
Η μητέρα ξεχάστηκε να αλλάξει 
κι έσφαξε τον κόκορα φορώντας 
το άσπρο λινό της φόρεμα που 
το είχε για τις σχόλες. 
Πιστιλίστηκε το καλό της ρούχο 
με το αί­μα του πετεινού. 
Τώρα η μητέρα έχει ένα καινούργιο 
φόρεμα με κόκκινα πουά στον μπούστο,
στην μέση και στην ποδιά απ' το ζεστό 
αίμα του πτηνού. 

Η μητέρα δεν άλλαξε και πήγε 
στην κυριακάτικη λειτουργία 
με αυτό το πουά φόρεμα. 
Οι γειτόνισσες την κοιτούσαν 
όλο περιέργεια και την σχολίαζαν. 
Σούσουρο απλώθηκε στον γυναικωνίτη. 
Οι άντρες έστριβαν τα καγκελωτά 
μουστάκια και έστρεφαν το βλέμμα 
τους στον Παντοκράτωρα του τρούλου.
Ο ιερέας στη μετάληψη την κοιτούσε 
με φθόνο και εγκαρτέρηση.
Στο σχόλασμα έφυγε μόνη για το σπίτι. 
Σιγά σιγά ξεράθηκε το αί­μα πάνω στο φόρεμα 
και πήρε την απόχρωση της σκουριάς.

Στο σπίτι ή μητέρα όταν επέστρεψε 
έμεινε να μαγειρέψει με αυτό το 
φόρεμα. 
-Η σκουριά πάνω στο ρούχο όλο ναι βάθαινε.-
Έφτιαξε κόκορα κρασάτο με χυλοπίτες. 
Άναψε τον ξυλόφουρνο για το ψήσει.
Καπνοί έπνιξαν την μικρή αυλή. 
Η μητέρα ξεχάστηκε και δεν 
μάζεψε τα ασπρόρουχα που είχε απλώσει 
το πρωί πριν καλά καλά χαράξει. 
Καπνίστηκαν τα ρούχα και πήραν 
μυρωδιά από το φαγητό. 
(Σάλτσα ντομάτας, κρεμμύδι, σκόρδο
και μία ιδέα κανέλας.)
Πώς θα τα φορούσε τώρα η ανήλικη 
κόρη για να πάει στο κρυφό της ραντεβού 
με τον αγαπητικό;

Το φαγητό πέτυχε. 
Η μητέρα μάς κοιτούσε μέσα 
από τις σκούρες πουά κηλίδες. 
Τα μάτια της πήραν το χρώμα της σκουριάς
και μεγάλωσαν. 
Φοβηθήκαμε.
Το φόρεμα σαν το έβγαλε το βράδυ 
δεν το έπλυνε. 
Το κρέμασε έτσι λερωμένο στη ντουλάπα. 
Δεν το ξαναφόρεσε πάρα κατά καιρούς 
το έβγαζε στον ήλιο για να λιαστεί λίγο. 
-Η σκουριά πάνω στο ρούχο όλο ναι βάθαινε.-
Σήμερα κρατώ αυτό το φόρεμα 
ανέπαφο.
Η μητέρα έφυγε και στο προικιό
μού άφησε αυτό το φόρεμα να μου
θυμίζει τις μυρωδιές της Κυριακής 
με τον πετυχημένο κρασάτο πετεινό.

Κυριακή 11 Μαΐου 2025

Μητρική παρουσία

Πριν ακόμα φύγεις μητέρα μες
στου παραδείσου τους τόπους 
σεργιανούσες. 
Με σπασμένη φωνή τον γιο σου
που τόσο λίγο κανάκεψες ζητούσες.
Ήμουν κοντά σου μα δεν με έβλεπες 
το πούσι της μνήμης σου σαν πλέγμα 
ατσάλινο σε απομάκραινε. 

Τώρα μες στον παράδεισο χέρι με χέρι 
με τον πρωτότοκο σου ξέγνοιαστη 
περπατάς.
Αιωνόβια εσύ κι αυτός μικρός, χλωρός
σαν στάχυ από ψηλά μας χαιρετάτε. 
Το φαρμάκι που τον σκότωσε απομυζείς
μα δεν πεθαίνεις μητέρα, δεν χάνεσαι
το αντίθετο μάλιστα δείχνεις 
να αναγεννιέσαι σαν τα φοινικοδεντρα
της πατρίδας μέσα από στάχτη πηχτή. 

Τις νύχτες εδώ κατεβαίνεις και μες στην
αχλύ των ονείρων περιφέρεσαι.
Σε βρίσκω χαρούμενη να τραγουδάς 
με φωνή αηδονιού τα πάθη της ελιάς 
και των βουνών την άκαμπτη περηφάνια. 
Σε αφήνω ήσυχη να έρχεσαι στην
πατρική που τόσο αγάπησες πέτρα 
και σταλιά σταλιά μες στις σχισμές 
της να κρύβεις το φαρμάκι που από 
τόσο νέα ουσιαστικά σε πήρε από κοντά μας.

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Δικαίωση

Γάνα έπιασαν τα χάλκινα καρφιά 
που σε σταύρωσαν και δεν το είδες.
Δημητηριάστηκε το αί­μα σου
και η καρδιά σου χτυπήθηκε βαριά. 
Ένας μικρός Χριστός εσύ με τα αγκάθια 
της ευφρόρμπιας στο μέτωπο και και το 
οξύ στο στόμα το δίκιο διαλαλείς μέσα 
από την ωραία πύλη των φρυδιών σου. 
Αιώνες τώρα παραμένεις σταυρωμένος 
πάνω σε ξύλινο σταυρό υπομένοντας 
τα αλαλάζοντα πλήθη που σε βρίζουν 
και σε χλευάζουν.
Με στωικότητα φιλοσόφου αντιτίθεσαι
στων λόγων και των έργων τους 
την άκαμπτη πραγματικότητα. 

Μέσα από συστάδες δέντρων το βήμα ανοίγω.
Εφόδια παίρνω κι έρχομαι κοντά σου. 
Ένα ένα τραβώ τα καρφιά και σε ελευθερώνω.
Τραβώντας από το αί­μα σου το δηλητήριο
στη ζωή σε δίνω. 
Τα πλήθη διαλύονται γύρω σου.
Ο σαματάς σταματάει. 
Το ποτάμι επιστρέφει στην κοίτη του.
Σου δίνω ένα στεφάνι μυγδαλιάς
να βάλεις στο κεφάλι σου όμορφος 
να δείχνεις και να μοσχοβολάς.
Στο κάτοπτρο των ματιών μου 
έλα να κοιταχτείς.
Στην ημισέληνο των χειλιών μου έλα 
να ξεδιψάσεις.
Στην καμπύλη της καρδιάς μου έλα 
να τραφείς. 
Ήρθε ο καιρός να κλείσει ο κύκλος 
των παθών σου και απ' την αρχομένη
άνοιξη τα σκήπτρα να πάρεις έτσι που
αθάνατο μες στον χρόνο δικό μου άρχοντα 
αυτή να σε ορίσει.

Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Ετερόκλητα

Φόρεμα να φοράς ελαφρύ 
με οριζόντιες ρίγες να πλαταίνει
το στήθος σου τονίζοντας το. 
Και μη θαρρείς ότι σε παχαίνει. 
Λιγνό είναι το κορμάκι σου σαν το
το λιγνό ποδαράκι του κοτσυφιού
που μπαίνει μέσα στον ελαιώνα 
κι ασημίζουν τα φτερά του 
και γυαλίζουν τόσο δυνατά σαν εκείνα 
τα κρύσταλλα του Γενάρη 
που τα βαράει το φεγγάρι τις νύχτες
και μ' όλο χάρη ομορφαίνουν. 

*
Έξω από το χαγιάτι που κρεμάς το σάλι 
σου, λίγο πρίν κοιμηθείς, θα έρθω
απρόσκλητος για να προσκυνήσω των
αρωμάτων σου την ονειρική πανσπερμία.
Μην τραβήξεις το μάνταλο. 
Μην με διώξεις.
Μην αφήσεις τα χέρια σου να πέσουν 
αδρανή στα σκέλια σου.
Αγκάλιασε με, δείξε μου στοργή. 
Μου φτάνει ένα σου μόνο φιλί 
κι εγώ θα φύγω ευτυχισμένος 
έχοντας πλατύ το χαμόγελο 
στα χείλη σαν και του παιδιού που γυρνάει 
με φόρα στο καρουζέλ σε μια εμποροπανήγυρη 
Αύγουστο μήνα σε μέρη μακρινά. 

*
Πρωί πρωί έζεψες το άλογο σου
κι έφυγες για μια επίσκεψη στην κοντινή
πόλη. 
Είχες να αγοράσεις τούλια και κορδέλες 
νύφη για να ντυθείς στον Παντοκράτωρα. 
Εγώ σε καρτερούσα δίπλα στη βατομουριά
μεγάλα κάνοντας όνειρα. 
Δεν ήρθες. 
Ξεχάστηκες. 
Τα γρόσια δεν σου φτάσανε τούλια 
για να διαλέξεις και σε φτηνές ρίχτηκες 
απολαύσεις. 
Τρανή έγινες μοιχαλίδα πού ο ύπνος 
την παίρνει σε στρώματα ξένα. 
Όσο κι αν σε αναζήτησα δεν σε βρήκα. 
Πλούσια μου λένε έπειτα πως έγινες δίπλα 
σε έναν ξακουστό γεοκτήμονα με τα πολλά 
αμπέλια.
Το κρασί σου τώρα γεύομαι αντί για τα φιλιά σου.
Την ανάσα σου οσμίζομαι σαν το άρρωστο 
σκυλί που σκάβει κάτω από τη βατομουριά 
για να βρει το κόκκαλο που έχει κρύψει 
εκεί από παλιά. 

Της λύπης

Έτρεχε σε ένα περιβόλι. 
Σκόνταψε σε μια μηλιά.
Δεν είχε πάνω της καρπούς,
δεν ήταν η εποχή τους.
Δεν είχε μπουκέτα με άνθη, 
δεν ήταν ο καιρός τους.
Είχε μόνο φύλλα, φύλλα πολλά,
καρδιόσχημα. 
Απόρησε με το σχήμα τους.
Αποκλείεται είπε. 
Κι όμως έβλεπε καλά....δεν μπορεί να λάθευε. 
Καρδιόσχημα φύλλα έχουν 
τα κυκλάμινα, οι φράουλες και οι κισσοί.
Αποφάνθηκε. 
Ποτέ οι μηλιές. 

Ήταν μια αλλόκοτη μηλιά. 
Μηλίτσα του γκρεμού. 
Σε εκείνη είχε καταφύγει η μικρή Πανδώρα 
όταν της πέθανε ο καλός της
και κρεμάστηκε. 
Δεν μπόρεσε το δέντρο να αντέξει 
το χαμό, έκλαψε, ξεμαλλιάστηκε, θρήνησε 
ώσπου στο τέλος μέσα από την μεγάλη 
του ρίζα ανάβλυσαν δάκρυα πολλά 
στο σχήμα της καρδιάς που στη συνέχεια 
έγιναν φύλλα για να σείονται και να λαλούν στον κόσμο μοιρολόγια απόκοσμα.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Ψευδαίσθηση

Τόσο πολύ ουρανό που ατένισα 
απαρνήθηκα τα καστανά μου
μάτια και βάφτηκαν οι κόρες μου 
με μπλε χρώμα. 
Όλα γύρω γαλάζια τα βλέπω:
Το ποτήρι που πίνω το νερό μου.
Το τασάκι που σβήνω το τσιγάρο μου.
Τις άλλοτε κίτρινες μαργαρίτες κι
αυτές ακόμα τις πορτοκαλί πεταλούδες. 
Μόνο τα μάτια σου από κατράμι που 
με παίδεψαν δεν αλλάζουν. 

Τρίβω τα μάτια μήπως και λαθεύω
μα τίποτα, όλα γαλάζια γύρω σαν 
την θρυλική γάζα του ουρανού
που μου αποκαλύπτεται μέσα 
σε ένα ολόλαμπρο απομεσήμερο. 
Μόνη παραφωνία εσύ. 
Τρέχω στο δάσος σκοντάφτω σε
μια γαλάζια πέτρα αιωρούμαι στον
αέρα δεν πέφτω σαν ακροβάτης 
σε ένα αόρατο σκοινί ισορροπώ
κι άυλη αποκτώ υφή κόντρα στην
όποια βαρύτητα. 

Συναντώ ένα ελάφι,παραδόξως 
δεν με φοβάται, το παρατηρώ.
Έχει τα ίδια μπλε μάτια με εμένα 
και τα καλλίγραμμα πόδια του 
καταλήγουν σε μπλε οπλές. 
Το ακολουθώ, βγαίνουμε στο ξέφωτο 
φτάνουμε στη φωλιά του.
Τα μικρά του έχουν κι αυτά 
μπλε μάτια κι ατροφικές μπλε 
οπλές. 
Τα συμπαθώ και τα χαϊδεύω.
Νιώθω το χνώτο τους ζεστό. 
Αφήνομαι να τα παρατηρώ καθώς 
θηλάζουν μπλε γάλα. 
Με πιτσιλίζουν μπλε σταγόνες. 
Τις σκουπιζω με το μανίκι. 
Δεν κάνω βήμα μήπως και διαταρραξω 
την τρυφερότητα της στιγμής. 

Αποχωρώ μόνο όταν τελειώσουν
τον θηλασμό 
Γεύομαι ζωή. 
Γεύομαι ομορφιά. 
Γεύομαι παχύρευστους χυμούς. 
Το βράδυ στο σπίτι περιεργάζομαι 
στον καθρέφτη τη μεταμόρφωση μου.
Είμαι ωραίο σαν μαγιάτικος ουρανός. 
Όταν αποκοιμιέμαι βλέπω επιτέλους 
στο όνειρό μου το κατράμι των ματιών 
σου να μεταβάλλεται σε γαλάζιο.
Χαίρομαι κι ας μην είναι αλήθεια. 
Άλλωστε από τότε που έφυγες 
μόνο στα όνειρα πια σε συναντώ
και στης φαντασίας τους επάλληλους 
κύκλους. 

Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

Τελική έκβαση

Βρισκόσουν καταμεσής του πελάγου 
ανίσχυρος, μόνος κι απροστάτευτος 
να παλεύεις με τα κύματα. 
Πουθενά ούτε μια ιδέα στεριάς 
για να ακουμπήσει το μάτι μιαν ελπίδα. 
Γύρω μόνο μαύρα νερά, κύματα βουνά  
και σιωπηλές περιπολίες γλάρων
σαν κουστωδίες ηττημένων στρατιωτών. 
Ασφυκτιούσες.
Παράδερνες.
Αρνιόσουν να συνταχθείς με το τέλος.

Πάλευες με όλα τα στοιχεία ένα 
κομμάτι γης για να βρεις που να σου
αρμόζει, ένα φυλαχτό να πάρεις από το 
χέρι της μάνας που να σε φυλάει. 
Επί ώρες εκεί.
Ουρανός και θάλασσα.
Θάλασσα και ουρανός. 
Πουθενά ούτε ένα πλεούμενο που να περνάει. 
Απόκαμες να παλεύεις με τα κύματα. 
Απόκαμες να ζητάς βοήθεια από τον Θεό. 
Απόκαμες να συνομιλείς με τους γλάρους. 
Μια σανίδα σωτηρίας ζητούσες που θα 
σε έσμιγε με τη στεριά που θα σε κάρφωνε 
ξανά στο κάδρο της ζωής. 

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά είχες 
και τους πνιγμένους ναυτικούς να 
αντιμετωπίσεις.
Σε καλούσαν κοντά τους.
Σε δελέαζαν με ωραία λόγια. 
Σε παραμύθιαζαν με ιστορίες δικές τους 
και ξένες. 
Ένας μάλιστα ο πιο μεγάλος με μία ατίθαση 
γενειάδα άρχισε να σου απαριθμεί 
των βυθών την απεριόριστη ομορφιά. 
Είχε στο κεφάλι του πάνω τοποθετημένο 
εν είδει φορτίου ένα χρυσό κασελάκι.
Από εκεί έβγαζε με κινήσεις αργές 
όλους τους θησαυρούς και τα καλούδια 
της θάλασσας. 
Μαργαριτάρια, κοχύλια, κοράλλια κι
χρυσοπράσινα φύκια.
Στα πρόσφερε για να τον ακολουθήσεις. 

Εσύ ταγμένος στη ζωή δεν έπαιρνες από 
λόγια και δέλεαρ.
Αλύγιστος συνέχιζες να παλεύεις και 
τα αυτιά να κλείνεις στις σειρήνες 
που άρχισαν να καταφθάνουν κι αυτές 
εκεί κοντά σου. 
Ώσπου τελικά σχεδόν πάνω στο χαμό σου
είδες έναν άγγελο με ένα ζευγάρι φτερών 
στα χέρια να σε πλησιάζει.
Τον αναγνώρισες.
Ήταν ο άγγελος της παιδικής σου ηλικίας 
που αποκοιμιόταν δίπλα σου.
Πήρες τα φτερά και πέταξες πάνω από 
τα κύματα, μακριά από τους πνιγμένους 
ναυτικούς και τους θησαυρούς τους.
Μακάριος σε ένα καταπράσινο τώρα ζεις 
νησί παρέα με τον σωτήρα άγγελο σου και 
τα καλοκαμωμένα φτερά του που σε 
σεργιανάν σε κόσμους ανείδωτους
σιντεφένιους. 

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

Το δακτυλίδι

Το δακτυλίδι έπεσε στο πηγάδι. 
Βαθύ πηγάδι πέτρινο στο μέσο 
της αυλής. 
Πήρες τον κουβά κι ανέβασες 
δέκα κουβάδες νερό γλυφό, πηγαδίσιο.
Πουθενά το δακτυλίδι. 
Στον ενδέκατο κουβά ανέβασες το κόσμημα.
Τίποτα όμως δέν ήταν όπως πριν. 
Το νερό είχε λειάνει τις γωνίες 
του δακτυλιδιού και τις είχε επιμελώς 
στρογγυλέψει.

Χάθηκε το εξάγωνο σχήμα του κι ήρθαν 
οι καμπύλες να το διαφοροποιήσουν. 
Και κάτι ακόμα πιο σοβαρό. 
Το μέγεθος του είχε αλλάξει κι είχε 
φαρδύνει αρκετά. 
Τώρα έπλεε στον δείκτη που το
φορούσες πάντα. 
Ταίριαζε γάντι μόνο στον μέσο.
Στο δάκτυλο που χρησιμοποιούσες
για να σιχτιρίζεις όλα τα ανομήματα 
του κόσμου και κάθε τι που αποστρεφόσουν. 

Ευχαριστήθηκες πολύ κι έσκασε λίγο 
γέλιο το χειλάκι σου.
Σύμμαχοι σου το νερό και το πηγάδι 
σε αναμετρούσαν με το άδικο και την
παραφθορά με το κακό και τις επιβουλές. 
Κατείχες πλέον ολάκερο τον οπλισμό σου 
και σαν αστακός έμπαινες στη μάχη
της καθημερινότητας. 
Ζωσμένος τα άρματα σου να αντιμετωπίσεις 
τα απεχθή κεφάλια της Λερναίας Ύδρας.

Σάββατο 26 Απριλίου 2025

Το μέγα αγίασμα

Είναι η ώρα των ανθέων σήμερα. 
Χτυπούν χαρμόσυνο οι καμπάνες 
τα άνθη ετοιμάζονται για το μεγάλο 
θαύμα πάνω στη γη.
Ώρα μαγική, ώρα της Ανοίξεως. 
Τα άνθη προσέρχονται στο έρημο 
ξωκκλήσι πάνω στο βουνό για να
δώσουν το μεγάλο παρόν. 

Πρώτες ήρθαν οι πασχαλιές με 
τα λεπτά αρώματα .
Ακολουθούν τα λάγνα ρόδα, οι
ευαίσθητες παπαρούνες, οι 
ακριβοδίκαιες μαργαρίτες, κι οι
σεμνές κάλλες με τα άσπρα φορέματα. 
Λαμπραίνει ο χώρος κι ανθοστόλιστος 
βυθίζεται στην ηδονή. 

Η λειτουργία ξεκινά. 
Αηδόνια και κοτσύφια ψαλλουν το
απολυτίκιο της Άνοιξης. 
Οι ψαλμωδίες φτάνουν ως το
μικρό χωριό με τα ασβεστωμένα 
σπίτια. 
Σε λίγο θα έρθουν τα κορίτσια 
πρώτα αυτά για νά μεταλάβουν 
χυμούς της ζωής. 
Τα αγόρια κλεισμένοι στα σπίτια 
θα αδημονούν οργιαστικά να μπουν 
στο χορό. 

Τα κορίτσια θα πάρουν άνθη για 
να πλέξουν της πρώτης του Μάη στεφάνια. 
Τα μαλλιά τους με αυτά θα κοσμούν όπως 
κοσμεί το δακτυλίδι του αρραβώνα 
το δάκτυλο της μικρής Ευτέρπης.
Όρκο θα δώσουν μπροστά στα εικονίσματα 
για αιώνια αγάπη. 
Το θαύμα θα έχει επέλθει κι ο κόσμος 
πνιγμένος στα αρώματα και τα χρώματα 
θα προσέρχεται κατά ομάδες για 
να προσκυνήσει και να πάρει το 
μέγα αγίασμα που θα κάνει 
τα σώματα άτρωτα μέσα στην δίνη 
του χρόνου κι αθάνατα μπρος στις
σκληρές επιβουλές του.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Τεθνεώτες

Κοράκια τα δυο σου χέρια 
μέσα στα μαύρα γάντια 
που ντύθηκαν μιαν γιορτινή 
εσπέραν. 
Κοράκια κι αρπακτικά πάνω
από μάχες που κάπου κάποτε 
δόθηκαν με τους νεκρούς 
ήρωες να σε κοιτούν με ένα 
γυάλινο μάτι σαν μπίλια παιδική 
που χάθηκε στον αχυρώνα
και μάταια την ψάχνεις. 

Γάντια επίσημα δαντελωτά 
κι αν τα βγάλεις μετά την γιορτή 
θα αντικρίσεις ω του θαύματος 
μπλάβο το δέρμα σου να σε 
κοιτάζει και με απόγνωση 
να σου ζητά μαύρα τραγούδια 
να τους πεις που μανιάτισσες 
μοιρολογίστρες στους
τεθνεώτες γιους τους τραγούδησαν. 

Τα κανακεύεις να μην πονούν.
Φιλιά τους δίνεις το φως
να αγαπήσουν ξανά. 
Χρυσό βραχιόλι περνάς στον
καρπό τους για να εξευμενίσεις 
τον κρύο άνεμο που περνά 
ανάμεσα από τα δάκτυλα τους. 
Απείθαρχα αυτά σου ξεφεύγουν 
και μύστες γίνονται του 
του σκοταδιού και του ερέβους.
Κοράκια κι αρπακτικά τα χέρια 
σου που μαντεψιές μοιράζουν 
για ένα θάνατο που θα σε βρει 
πριν ακόμα προλάβεις να ζήσεις 
εκείνο το τρανό ηλιοβασίλεμα 
κάπου στο Αιγαίο. 

Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

Το πορτοφόλι

Βρισκόμουν στο δεύτερο βαγόνι πατέρα 
πριν από λίγο. 
Ήθελα καφέ και ένα σνακ να τσιμπήσω.
Εκεί κατάλαβα πως δεν πήρα μαζί μου 
το πορτοφόλι. 
Αφηρημάδα πες το, καλή τύχη ή απόλυτη 
δυστυχία. 
Επέστρεψα λοιπόν  στο βαγόνι μου και
τότε ακούστηκε ένα τεράστιο μπαμ
σαν σεισμός πέντε Ρίχτερ μας φάνηκε
κι ίσως παραπάνω. 

Βγήκαμε από τα παράθυρα πατέρα 
Εγώ κρατούσα ακόμα το πορτοφόλι. 
Αυτό που με κράτησε ζωντανό
ή μήπως θλιμμένα απών;
Τεράστιες φλόγες τύλιγαν τα μπροστινά 
βαγόνια πατέρα. 
Τα παιδιά φώναζαν απελπισμένα:
Θέλω οξυγόνο.
Βοήθεια.
Καιγόμαστε. 
Εγώ με το πόδι σπασμένο έφτασα ως εκεί. 
Αδύναμος ένιωσα μπροστά 
στην απόλυτη καταστροφή. 
Ανίκανος να βοηθήσω. 
Τα καζάνια της κόλασης μου φάνηκαν 
λιγότερο τραγικά από αυτό 
που ξετυλίγονταν μπροστά μου. 

Τώρα δύο χρόνια μετά με καταδιώκουν 
φλόγες  κι απελπισμένες φωνές. 
Το πορτοφόλι που ήταν ο σωτήρας μου
δεν το ξαναχρησιμοποίησα.
Στο εικόνισμα το έβαλα δίπλα 
στην Παναγία, την Αγία Κυριακή 
και τον Μέγα Βασίλειο. 
Η μάνα μου το προσκυνάει σαν εικόνα 
θαυματουργή. 
Εγώ αποφεύγω να το κοιτάζω. 
Τα νεύρα μου στραπατσαρισμένα.
Την καρδιά μου τρυπούν πενήντα 
εφτά καρφιά και δικαίωση ζητούν. 
Μια άσπρη τούφα απέκτησα εκείνο 
το βράδυ και με πηγαίνει συνεχώς 
στο παρελθόν.
Γέρασα πατέρα πριν ζήσω. 

Έλαβε μέρος στο 33ο Συμπόσιο Ποίησης που
διοργάνωσε η Αριστέα μας 

Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

Επίκληση

Μου κόβεται η ανάσα μαμά 
θέλω οξυγόνο. 
Εσύ που πάντα με έστεργες 
και πύρινα φιλιά σκορπούσες 
γύρω στο λαιμό μου πως γίνεται 
να μην με ακούς;
Θέλω οξυγόνο, πνίγομαι, η ζωή 
μια παλάμη ανοιχτή και με κοροϊδεύει.

Μαμά μην γυρνάς πλευρό και
μην κοιμάσαι μέσα από σωρούς 
με συντρίμμια και δρεπάνια κοφτερά 
σου φωνάζω:
Έλα εδώ με ένα βρεγμένο μαντήλι 
να μου σκουπίσεις τα δάκρυα. 
Έλα να με πάρεις μαμά. 
Όλα γύρω φλέγονται.
Τα είκοσι χρόνια μου επαναστατούν 
και φωνάζουν δυνατά 
ζητούν απελπισμένα οξυγόνο. 

Κοράκια πετούν πάνω από τα κεφάλια 
μας μαμά έλα να τα διώξεις. 
Δεν αντέχω να ακούω τους κρωγμούς
τους και ούτε να θωρώ τα μαύρα τους
φτερά μπορώ. 
Πνίγομαι μαμά. 
Το καλό μου τζιν που μολις χτες μου
έπλυνες και μου σιδέρωσες μαμά 
καίγεται. 
Η σάρκα μου καίγεται. 
Βάζω τα χέρια σαν χωνί στο στόμα 
και σου φωνάζω. 
Έλα να μας ελευθερώσεις μαμά 
πριν το πηγάδι μας καταπιεί. 

Ο κάμπος σκοτεινός. 
Φεγγάρι δεν βγήκε απόψε μαμά. 
Αστεράκι έγινα στον ουρανό μαμά. 
Δεν μπορεί παρά να με βλέπεις,
αλλά κι εδώ ησυχία δεν βρίσκω 
πάλι πνίγομαι μου λείπει το οξυγόνο.
Άγγελοι μας συντροφεύουν. 
Θεοί μας συμπονούν.
Άγιοι με γενειάδες μακριές μας
συμπαραστέκονται.
Δεν φτάνει. 
Έλα εδώ μαμά με το χτενάκι σου,
να με ομορφύνεις μαμά 
στον χάρο να μην δωθώ απεριποίητη. 

Έλαβε μέρος στο 33ο Συμπόσιο Ποίησης 
που διοργάνωσε η Αριστέα μας 
μαζί με άλλες υπέροχες συμμετοχές 


Τετάρτη 16 Απριλίου 2025

Το δάκρυ της ήττας

Πάει μια δεκαετία χωρίς εσένα. 
Το μολυβένιο στρατιωτάκι
το έσκασε από τη συσκευασία 
κι ατάραχο τώρα περιπολεί
τα ανοιχτά σύνορα της χώρας
που διαμένω.
Το μολυβένιο στρατιωτάκι είναι 
η ψυχή σου που απόδρασε από 
το σώμα και ήρθε και με βρήκε 
σε ένα ραντεβού κλεισμένο προ πολλού 
από τις φάλαγγες του παραδείσου. 

Φοράει παλάσκες και άρματα κρατεί
Είναι λουσμένο στο αστρικό φως
και με μια ράβδο χτυπάει 
τη γη για να βρει νερό καθηγιασμένο
από τους μύστες και τους ποιητές. 
Ηγείται ενός μεγάλου επιτελείου 
και για φρουρούς έχει δυο παιδιά 
που απόκαναν μακριά από τη μάνα τους
κι επιζητούν να επιστρέψουν
στην άθικτη από χρόνια κάμαρα τους.

Τα παιδιά αυτά είναι παιδιά 
του πολέμου που μέσα από τα 
συντρίμμια σύρθηκαν νεκρά.
Σε ομαδικούς τάφους θάφτηκαν 
και σπάνια κανείς τους φέρνει 
ένα λουλούδι ή λίγο στάρι για να
μην πεινούν κι απροστάτευτα μένουν. 
Σε έχουν στην επίβλεψη τους
εσύ το μολυβένιο στρατιωτάκι κι αυτά 
οι έμπιστοι σου φίλοι που
κοσκινίζουν το σώμα για να κοιμάσαι 
ανάλαφρα τις νύχτες και με χωρίς 
εφιάλτες. 

Αγάπη τους δείχνω κι απάνω στο 
τραπέζι του σπιτιού τους ακουμπάω 
δύο καρφάκια λιβάνι κι ένα ματσάκι 
από ζουμπούλια που από θαύματα ξέρουν. 
Σε καλούν να παίξετε μαζί 
και πάντα σε αφήνουν να κερδίσεις 
το δάκρυ της ήττας μη στάξει
από τα μάτια σου και πεις πως 
σε ξέχασα. 
Εδώ εσύ, εδώ κι οι η στρατιά σου.
Εδώ οι φρουροί σου κι εδώ ο Απρίλης σου.
Μόνο πρόσεξε ειρηνικό να είσαι τάγμα 
μισώ τους πολέμους και τις
πολυβολαρχίες που με αίμα τρέφονται
και καμμένη σάρκα αναδύουν.

Κυριακή 13 Απριλίου 2025

Η πήλινη κόρη

Κι από ψηλά να αγναντέψεις 
τη θάλασσα σε παίρνει μαζί της.
Σε πλησιάζει με το ακαταμάχητο 
χρώμα της και τις καυχησιάρικες 
της προθέσεις. 
Κοντά σου έρχεται με τα καράβια, 
την αρμύρα, τον παφλασμό της 
και τα ηφαιστειογενή της νησιά. 

Κρεμάει στο λαιμό σου γιορντάνι
με μπλε ματόχαντρα κακό μάτι 
να μη σε βρει. 
Στο κάδρο μαζί με την φωτογραφία 
σου μπαίνει για να ταξιδέψει 
σε ταξίδια ονειρικά εκεί που 
ο καυτός ήλιος στεγνώνει 
την πήλινη κόρη του αγγειοπλάστη. 
Στην αγκαλιά της σε χώνει 
προστατευτικά όπως χώνει 
 ή μάνα το παιδί κάτω από τη φούστα 
της για να το γλυτώσει από 
τις φοβίες του.

Την πήλινη κόρη της ερωτεύεσαι 
με τη πρώτη ματιά κι ένας κεραυνός 
σχίζει στα δυο την καρδιά σου. 
Κομματιάζεσαι.
Την δέχεσαι στην κλίνη σου.
Την ποθείς σαν ρόδο εκατόφυλλο. 
Την βάζεις στα στενά της μοίρας 
σου μονοπάτια. 
Σε προσέχει και σου δίνεται σιωπηλά. 
Ανάβουν τα μάγουλα σου απ' τον 
έρωτα κι είναι σαν να μην έχεις 
πλαγιάσει ποτέ άλλοτε με γυναίκα.
Τόση η θερμή.
Τόση η ηδονή. 
Τόσο το περιώνυμο της αγάπης καμίνι. 

Σε βλέπουν στις στράτες κι απορούν 
πόσο όμορφος έγινες. 
Οι άντρες σε προσπερνούν με τη χάντρα 
του ματιού να πλέει μες στη ζήλια. 
Οι γυναίκες σε βασκάνουν και ψεύτικα 
χύνουν δάκρυα για ανύπαρκτα πένθη. 
Εσύ φεύγεις μπροστά κι επίλεκτος 
νιώθεις να είσαι στρατιώτης. 
Τρέχεις και σμίγεις με τα κύμα
και βαφτίζεσαι όνομα θεϊκό. 
Βρέχεται η πήλινη κόρη μα δεν 
λιώνει γιατί αγαπητικιά σου έγινε 
γυναίκα και σταθμός της ζωής σου
ύστερος και μοναδικός. 

Σάββατο 12 Απριλίου 2025

Τάνκα

Στην Mak Phaedrus 

Ταπεινό άνθος 
η αυλή πλακόστρωτη
το χώμα βαρύ 
παίρνω το σκαλιστήρι
βραγιές στη γη ανοίγω.

*
Μανόλιας άνθος 
του ανέμου ομπρέλα 
η γη γόνιμη 
οι μέλισσες συρρέουν 
ζουζούνισμα και βόμβοι.

*
Μυστικό άνθος 
φυτρώνει στην αυλή σου
τα χείλη σμιχτά 
είπα να το κλαδέψω 
τα μαλλιά να στολίσω. 

*
Άνθη στο βάζο 
αναπολούν τον κάμπο 
τις κρύες βρύσες 
έρημο το δωμάτιο 
κανείς δεν τα θαυμάζει. 

*
Άνθη της πέτρας 
σκληροτράχηλο χώμα 
νερό λιγοστό 
σκύβω να τα μυρίσω 
άοσμα όμως είναι. 

*
Ματσάκια ανθη 
πουλάει το κορίτσι 
ζουμπούλια λευκά 
πολύβουοι οι δρόμοι 
γεμάτο το πανέρι. 

*
Κίτρινα άνθη 
χαλί θαρρείς απλώνουν 
στρώμα χαράς 
ανεβαίνω στ' αλώνι 
πολλές οι μαργαρίτες. 

*
Κόκκινο κρίνο 
λεπτό άνθος του κήπου 
ευωδιά σκορπά 
μένω να το θαυμάζω 
σ' απόμακρη γωνία. 

Παρασκευή 11 Απριλίου 2025

Επαυξημένα

Είναι μακρύς ο δρόμος και συνεχώς 
πρέπει να κάνεις στάσεις. 
Τη μια για δέσεις τα κορδόνια σου
Την άλλη για να ξεδιψασεις από το 
γυλιό σου.
Κι έτσι καθώς κοντοστέκεσαι για μια στιγμή 
σε βάζει σημάδι μια πεταλούδα. 
Ερωτεύεσαι την ελευθερία της.
Ζηλεύεις τα φτερά της. 
Σε παίρνει μαζί της. 
Είναι μακρύς ο δρόμος και τα φτερά
αραχνοΰφαντα αλλά σε αντέχουν. 

*
Στο μπαρμπέρικο μιλούσαν για το
χθεσινοβραδυνό ματς .
Ανέλυσαν, εκφέραν γνώμη, αναπαριστούσαν. 
Ο κουρέας ήταν ευθυτενής κι ολίγο απόμακρος. 
Είχε τους βοστρύχους ως τους ώμους κι ένα
μικρό ψαλίδισμένο μουστάκι. 
Φορούσε άσπρη ποδιά και μια επιγονατίδα 
στο δεξί πόδι. 
Ο Λουκάς ήθελε ξύρισμα.
Ο Τάσος κούρεμα .
Κι ο κυρ Βάϊος μια θεραπεία για τα αραιά 
του μαλλιά 
Ο κουρέας ήταν γλυκομίλητος και εγγλέζος 
στα ραντεβού του.
Τη νύχτα στα όνειρα του έβλεπε πάντα να
χορεύει όχι όμως γύρω από την καρέκλα 
του κομμωτηρίου αλλά σε μια αχανή έκταση 
γεμάτη παπαρούνες. 

*
Η αμυγδαλιά πέταξε τα λευκά της πέπλα 
και ντύθηκε την πράσινη τσόχα των φύλλων. 
Τα πουλιά ποντάριζαν παθιασμένα σε αυτήν.
Τα έντομα φοβούνταιν πάρα πολύ το ασσόδυο.
Οταν έρχονταν η σειρά των πεταλούδων 
στο σκορ πάντα προηγούνταν τα πουλιά. 
Τα έντομα ζουζούνιζαν νευρικά για την 
ήττα τους
Όταν πλησίασε ο Μάρκος συνεχίστηκε το
παιχνίδι αδιαλείπτως
Απτόητοι οι παίχτες δεν το εγκατέλειψαν. 
Ήξεραν καλά τον Μάρκο τον μισότρελο 
του χωριού που γνώριζε απέξω και
ανακατωτά τη γλώσσα των φτερωτών του 
φίλων. 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

Στιγμές

Τα φυσίγγια ήταν αδειανά 
κατρακύλησε ο έρωτας 
παροπλισμένος ανάμεσα 
στις φτέρες και ξεψύχησε. 

*
Ο φούρναρης έβγαλε ζεστό 
το ψωμί από τη λαμαρίνα. 
Η μυρωδιά του σκέπασε 
την αυλή, το δρόμο, την
προκυμαία κι έφερε κοντά του
τα πεινασμένα σπουργίτια
ψίχουλα να τσιμπήσουν 
από την ανοιχτή του παλάμη. 

*
Στο δρόμο με τις πικροδάφνες 
πέρασε το φορτηγό φορτωμένο 
με φρούτα εποχής. 
Η Μαρία ζήλευε τα κεράσια 
αλλά ο καιρός τους δεν είχε 
έρθει ακόμη.
Πήρε να κλαίει με δάκρυα κορόμηλα.
Αυτά έμελλε να γευματίσει 
εκείνο το προχωρημένο δείλι.

*
Στην ασβεστωμένη μάντρα 
κάθονταν δυο παιδιά με τις 
ξύλινες σφεντόνες στα χέρια. 
Δεν σημάδευαν πουλιά. 
τουναντίον είχαν βάλει στόχο 
τα λεμόνια της ασφάλτου. 
Τα κίτρινα λεμόνια που η Μαρία 
είχε στον κόρφο. 

*
Ο δρόμος που οδηγούσε 
στην εκκλησία ήταν αδειανός.
Μοναχά ένας σαλεπιτζής διαλαλούσε 
την πραμάτεια του.
Ύστερα ήρθε ένας πιστός 
άφραγκος και τον προσπέρασε.
Έντονα μύριζε το σαλέπι τρυπώντας
τα ρουθούνια του.
Πήρε κλεφτά ένα ταληρο από το 
παγκάρι.
Το σαλέπι ξάφνου έχασε τη γεύση του.

Δωδέκατη ώρα

Από τριπλό πεθαίνω έρωτα 
και καθελκύω το κορμί μου
να ψηθεί σε ήλιου πέτρα. 
Έρωτας για τα κλαριά που
υψώνονται σε περγιάλι 
δαντελένιο, εκεί που η λήθη 
στιβαρά τραβά μια γραμμή 
για να ξεπλυθεί κατόπιν από το κύμα
που μηνύματα ηδονικά φέρνει 
στους εραστές του Αυγούστου. 
Κλαριά από αρμυρίκια και δάφνες 
που παχύ ίσκιο προσφέρουν 
στους μοναχικούς περιπατητές
που βαδίζουν δυο δυο 
δίπλα στις άγριες βιολέτες 
και στα βότσαλα. 

Έρωτας για εσένα που πριν 
ακόμα χαράξει μου ξέφυγες
και για χρόνια αμέτρητα 
περιπλανιέσαι μόνος 
σε κήπους ανθισμένους που
η μνημοσύνη τους κρατά ζωντανούς. 
Εδώ η πασχαλιά κι η ευωδιά 
του επιταφίου. 
Εδώ το κρίνο της Παναγίας 
κι η δόξα της πρωίας. 
Εδώ η κοσμική γαρδένια 
και το άδειο καλάθι του 
αλχημιστή σε κέντρο απόμερο
πνιγμένο στην αιθάλη. 
Σε μυρίζομαι και σε θέλω 
Σε ακουμπάω και σπαράσσω 
Σε κλείνω στη φούχτα 
σαν δίδραχμο φτωχού. 

Έρωτας για τους σπογγαλιείς
των λέξεων που ανεβάζουν 
μέσα από βυθούς κοραλλένιους 
στο φως πάνω στιχουργήματα 
και τραγούδια για την κόρη 
που κοιμήθηκε ένα βράδυ με 
τα αγάλματα και βάφτηκε 
κόκκινο το φόρεμα της από 
το κρασί του πόθου. 
Άκου το τραγούδι, δικό της είναι. 
Μέθυσε από το πάθος του.
Δοκίμασε το πουκάμισο του
που για το κορμί σου μονάχα 
ράφτηκε τη μαγική για να κρύψεις 
εκεί λέξη της αυταπάτης.
Από τριπλό χάνομαι έρωτα 
και κουρδίζω το ρολόι 
να χτυπήσει στη δωδέκατη 
ώρα το φιλί να μην χαθεί.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2025

Το ατόπημα

Γύρισες σελίδα αφήνοντας αδιάβαστα 
τρία λήμματα στην εγκυκλοπαίδεια.
Παραμέλησες ό,τι πιο ακριβό 
είχε το βιβλίο για να μην πονέσεις. 
Πήγες παρακάτω για να χαθείς 
σε εδάφια άγνωστα κι υπερτιμημένα.
Βυθίστηκες σε δανεικούς ποιητικούς 
οίστρους τόσο που τα μάτια δάκρυσαν
και το μυαλό ακινητοποιήθηκε 
ανάμεσα σε μια αρχή κι ένα άδοξο 
τέλος. 

Δεν εβλεπες μακριά και τα κοντινά 
σε φόβιζαν όπως φοβούνται τα παιδιά 
τα μαγικά φίλτρα και τις ιπτάμενες σκούπες. 
Στυλό κρατούσες στο χέρι και σημείωνες 
στα περιθώρια ερωτήσεις κι παράταιρα 
νοήματα.
Πήρες ύστερα να γράψεις ένα ποίημα 
δεν γνώριζες ότι τα ποιήματα 
δεν γράφονται με μελάνι αλλά με αίμα 
από φλέβες που αστόχησαν 
στον έρωτα και στις αρχέγονες αλήθειες. 
Παραδίπλα το καναρίνι σιωπούσε.
Δεν είχε οξυγόνο να τιτιβίσει ή να 
πλάσει νέες μελωδίες.

Ήρθε το βράδυ κι οι λέξεις πονούσαν
φριχτά. 
Εκείνες κυρίως που προσπέρασες βιαστικά .
Έκλαιγαν νομίζω με ένα κλάμα βουβό,
εξοντωτικό και αφορμισμένο.
Το φιλί.έμεινε ορφανό και πενθούσε.
Η αγάπη έγινε επαίτης και ζητιάνευε. 
Η πατρίδα έχασε μέρος από τα σύνορα της.
Ήσουν υπαίτιος για όλο αυτό το ατόπημα 
Πάνω σε ξύλινο πάγκο με ακονισμενο 
το μπαλτά εξοβέλισες από το χάρτη, 
του έρωτα τις κρυφές συνάψεις. 

Δευτέρα 7 Απριλίου 2025

Νεφέλη

Φίλντισι θα σου κρεμάσω 
στο λαιμό και λεμονάνθια 
θα στρώσω στα λυτά μαλλιά σου.
Όμορφη να τριγυρνάς στην άνω πόλη 
και τα αρσενικά να σκανδαλίζεις. 
Πρωτοξαδέρφη σε λέω της Άνοιξης
με τα μακριά σου δάχτυλα 
συνομιλείς με τους ίσκιους 
του καταμεσήμερου. 
Απίθανοι σχηματισμοί που θορυβούν,
μπρος στο κέρινο φιλί σου, έρωτα
μοσχοβολιστό.

Αγαπιέσαι και δεν αγαπάς. 
Σε θέλουν μα δεν δίνεσαι. 
Αέρινη ξεφεύγεις και οι ιστοί 
μιας αόρατης αράχνης δεν σε πιάνουν
ποτέ. 
Στις προκυμαίες καταφεύγεις 
και το μικρό ναυτόπουλο συναντάς 
το αίνιγμα να σου λύσει της ζωής. 
Πολλά έχεις ερωτήματα. 
Πολλές έχεις να μάθεις λέξεις. 
Αρκετά έχεις να ξεσηκώσεις τραγούδια. 
Αρμενίζεις στις ιστορικές σελίδες 
μαζί με τους πυρπολητές.

Η μάνα σου σε σταυρώνει τρεις φορές
και σε παρακαλάει ένα φυλαχτό να σου 
βάλει στόν κόρφο. 
Τα αδέλφια σου καβαλικεύουν 
τα άλογα και στο κατόπι σε παίρνουν. 
Άνεμος εσύ δεν πιάνεσαι.
Αγναντεύεις τη θάλασσα και τα
κύματα μετράς για να γαληνέψει 
λίγο η ψυχή. 
Τα βραδινά σου σεντόνια αγαπητικός 
δεν τα κοιμήθηκε ούτε ξένος. 

Στους ναούς συχνάζεις κι από 
τις εικόνες δάκρυα μαζεύεις και
μικρά διαμαντάκια.
Ύστε­ρα στους σταθμούς των τρένων 
πηγαίνεις τα δώρα σου να προσφέρεις
στους κλειδούχους κοντινά για να νιώσουν 
τα θαύματα. 
Ταξίδια δεν κάνεις και αφήνεσαι μόνο 
στα όνειρα τους χάρτες να σου δείξουν 
του σύμπαντος. 
Εκεί η πατρίδα σου και το αρχοντικό σου. 
Εγώ θα σε καλώ με το μικρό σου όνομα 
Νεφέλη - κόρη της Άνοιξης.- 
Θα ήθελα να λύσω τους γρίφους που
σε δυσκολεύουν και κοντά σου να με πάρεις 
στον αλαβάστρινο να πεθάνω λαιμό σου
παραδομένος στα λυγμικά σου τραγούδια. 

Σάββατο 5 Απριλίου 2025

Χαϊκού

Ξύπνησα νωρίς 
κι είπα να ξεψαχνίσω
αλλιώς τη μέρα.

*
Στην προκυμαία 
σπαράζουν τα κύματα 
και οι βοριάδες. 

*
Σαν ανεβαίνεις 
πάνω απ' τα σύννεφα 
πες μου μια λέξη.

*
Γρατζουνισμένη
η κοιλιά του σύννεφου 
ξεσπά σε βροχή. 

*
Χαροκαμμένη 
γύρνα η χελιδόνα
στ' άδειο της σπίτι. 

*
Δυο καλεντούλες
σ' οργώμενο χωράφι 
ψήγματα ζωής.

*
Σπείρε σιτάρι 
περιμένουν οι νεκροί 
ανθρώπων δώρα. 

*
Στ' ανεμοβόρι
κρύφτηκαν τα κοτσύφια
κάτω απ' το πεύκο. 

*
Ψύχρα σήμερα 
μια αγκαλιά απλώνω 
σ' άστεγο πουλί. 

*
Πεζούλι λευκό 
κάθονται τα κορίτσια 
και γνέθουν νήμα.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Υποδοχή

Ένα φως καίει στο μπαλκόνι
ώρα περασμένη μεταμεσονύχτια.
Θα έρθεις ίσως;
Τα παχύφυτα υγρασία αποταμιεύουν
στους μίσχους και στα φύλλα για να 
λουλουδίσουν.
Έχουν καιρό να βγάλουν εκείνα 
τα κόκκινα σαν μακριές βελόνες άνθη. 
Άοσμα μεν εντυπωσιακά δε.
Οι μέλισσες δεν τα εκτιμούν. 
Οι πεταλούδες τα αποφεύγουν. 
Οι μπούρμπουνες τα προσπερνούν.
Μόνο πρόπερσι την άνοιξη είδα
ένα ζευγάρι πασχαλίτσες να τα
πλησιάζουν. 
Λαχταριστός μεζές τα μαμούνια
φαίνεται. 

Πάμε παρακάτω.
Δεν θα κλείσω το φως.
Θα σκοντάψεις στο πλατύσκαλο και
θα χτυπήσεις την δεξιά σου φτέρνα. 
Ποιος να σε περιθάλψει τότε;
Εγώ δουλεύω ολημερίς στον αργαλειό
και στα κηπευτικά.
Φυτεύω, ξεριζώνω, σκάβω και ποτίζω. 
Έχω κι εκείνη την μισοτελειωμένη κουβέρτα
να αποσώσω.
Αν είσαι τώρα κάπου εδώ κοντά θα ακούσεις 
τα χτένια να χτυπούν. 
Το τραγούδι μου μόνο δεν θα ακούσεις 
έμαθα να μουρμουρίζω τα λόγια 
της αγάπης χαμηλόφωνα. 
Αν τα φωνάξω δυνατά οι μούσες 
θα θυμώσουν και δεν θα ξανάρθουν. 

Καθυστερείς πες μου γιατί.
Απόψε σε καρτερώ περισσότερο
από όλες τις νυχτιές.
Δεν με χωράει το στρώμα. 
Ύπνος δεν με παίρνει. 
Η κουρτίνα έχει μπλαβί χρώμα. 
Πνίγομαι. 
Πλέκω τα χέρια καλαθάκι καί πονάω. 
Δεν θα κοιμηθώ, το αποφάσισα. 
Γέμισα το δωμάτιο με καπνούς. 
Καπνίζω ακόμα εκείνα τα βαριά τσιγάρα 
από τότε που με είχες γνωρίσει. 

Πρέπει να βγω έξω.
Λιγοστεύει επικίνδυνα ο αέρας
εδώ πέρα. 
Ανοίγω τις πόρτες, ένα πετούμενο
μπαίνει μέσα. 
Μια νυχτερίδα. 
Δεν την διώχνω. 
Αυτή με προτίμησε, εσύ ποτέ. 
Ανοίγω ένα βιβλίο του Πόε.
Δεν φοβάμαι. 
Διαβάζω διψασμένη τρεις σελίδες. 
Δεν ακούω βήματα. 
Περνά ένα απορρηματοφόρο.
Τρέχω στο μπαλκόνι, βαριά συννεφιά 
κρύβει τα αστέρια. 
Ίσως να έρθεις αύριο με το πρώτο 
ξάφνιασμα της αυγής.
Καλύτερα τότε δεν θα χρειαστεί να ανάψω 
και φώτα και κάτι μου λέει πως τα
παχύφυτα θα ετοιμάζονται να ανθίσουν
ήρθε ο καιρός να σε υποδεχτούν. 

Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

Χορευτικές επιδόσεις

Πως βρέθηκε στα ουράνια 
μονοπάτια ούτε που το κατάλαβε.
Κάποιοι είπαν πως με ποδήλατο 
ανέβηκε μια μια τις αχτίδες 
του φεγγαριού πατώντας 
ορθοπεταλιά.
Κάποιοι άλλοι πάλι είπαν πως ένα 
αστέρι τον φορτώθηκε στη πλάτη του
και τον έφερε ως εκεί πάνω. 

Λυτρωμένος τώρα γυρίζει στις άγνωρες 
στράτες και από όλα τα γήινα αποχωρεί. 
Μονάχα ένα κλαδάκι δυόσμου 
τον πηγαίνει πίσω στη ζωή
και στην αλήτικη παρέα. 
Στα χέρια το κρατάει με λατρεία 
όπως μια μικρομάνα κρατά το βρέφος 
της ακριβώς μετά τον τοκετό. 

Με δάκρυα το συντηρεί ζωντανό.
Που και που μασάει κανένα φυλλαράκι
γεμίζοντας την ανάσα του με
τη δροσιά των δρυμών 
εκεί που μόλις χτες έτρεχε. 
Ωραιότερος γίνεται. 
Τον βλέπουν οι άγγελοι και σιωπούν
ένοχα. 

Νέος ακόμα με το σφρίγος της χαράς
στο κατατμημένο του σώμα.  
Συγκολλητική δεν βρίσκει ουσία 
να ενωθεί και πάλι. 
Κυρίως την καρδιά του επιθυμεί
σφόδρα να ξαναφέρει στο στέρνο. 
Ακούει τους χτύπους της από  μακριά 
και τρελαίνεται. 
Είναι σαν να ακούει ταμπούρλο σε μια
υπό διάλυση παρέλαση. 

Σπιτικό στήνει στα σύννεφα. 
Ρίχνει το δυόσμο σε μια γούρνα 
από νερό. 
Ξαναζωντανεύει το φυτό. 
Καλεί πάλι την καρδιά που τον πρόδωσε 
κοντά του όπως ένα αφεντικό 
προστάζει τον γερασμένο του σκύλο 
να έρθει σιμά. 
Μετά από πολλές προσπάθειες έρχεται. 
Κοιμάται αμέριμνος τότε. 
Ζει μια δεύτερη ζωή με διάχυτη γύρω 
του την ευωδιά του δυόσμου και με
καρδιά λεβέντικη να σέρνει τις δίπλες 
του χορού στο πανηγύρι του δεκαπενταύγουστου
πλάι στις ξεμυαλισμένες κοπελιές
με τα αλλόκοτα χείλη.