imayo με σπάσιμο δύο ποιήματα σε ένα, με συλλαβισμό 7/5/7/5/7/5/7/5
Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022
imayo
Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2022
Τα γάντια του ουρανού
Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022
Περί νυκτός ή πως το αδράχτι γεννά το ποίημα
σου ξαγρυπνά ο έρωτας από την πηγή της αθανασία θα γευτείς.
Αν κοντά σου η φιλαυτία βωμό φιδίσιο στήνει αγκάθια θα σου πλήξουν
την καρδιά φαρμακερά.
Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022
Ο δείπνος των αστερισμών
Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022
ko-uta
Πρωτόγνωρο τραγούδι
παίζω στη λύρα
φανέρωμα αγάπης
μπρος στα σκαλιά σου.
*
Φιλί σου φανερώνω
χείλη αρμυρά
η θάλασσα το φέρνει
γοργά σε σένα.
*
Φανέρωμα σελήνης
πέπλα ανοίγει
η μάγισσα χορεύει
βότανα κρατά.
*
Φανέρωμα αυγούλας
δροσοσταλίδες
τα βλέφαρα σκεπάζουν
τρέχει το δάκρυ.
κόβει το μήλο
φανέρωμα της σάρκας
χυμοί στα χείλη.
Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022
Επέλαση
Σάββατο 20 Αυγούστου 2022
Αισθαντικές μυρωδιές
Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022
Το τρομαγμένο ελάφι
haibun
Το χωριό έσφυζε από ζωή. Ο πολύς κόσμος που μετείχε στις γιορτές του συκολόγου έμοιαζε με το πολύβουο μελίσσι που ξέφυγε από την κυψέλη και κρεμάστηκε από το κλαδί μιας γέρικης ελιάς. Παντού ακούγονταν φωνές παιδικές που μαζί με τις γκάιντες των τζιτζικιών έκαναν τους γέροντες στους καφενέδες να μειδιούν ευχαριστημένοι.
Βαριά σύννεφα
απόμακροι κεραυνοί-
παίγνια του θέρους.
Στην πλακόστρωτη πλατεία με τους τρεις εκατόχρονους πλάτανους όλα ήταν έτοιμα για το πανηγύρι. Οι μουζικάντηδες δοκίμαζαν τα όργανα τους κάτι που έκανε το τσούρμο των παιδιών να ξεσπούν σε ατέλειωτα παλαμάκια αλλά και χαχανητά. Τα τραπέζια γεμάτα κόσμο κι η οσμή της ψητής μπουζοπούλας ερέθιζε τους ουρανίσκους.
Γέρικη συκιά
θεόρατοι οι κλώνοι-
μέλι οι καρποί.
Σαν έπεσε το δειλινό το πανηγύρι ξεκίνησε. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν ιδρωμένα με τους κατρούτσους στα χέρια. Οι κλαριντζήδες έδιναν ρέστα με τα φουσκωμένα τους μάγουλα κατακόκκινα από την υπερπροσπάθεια. Δεν άργησαν να αρχίσουν οι χοροί. Έβγαιναν τα μαντήλια και ο τσάμικος γνώριζε δόξες από τους χορευτές που μάγευαν με τις φιγούρες τους ψηλά στον αέρα.
Άμαξα περνά
σκονισμένος ο δρόμος-
παύουν τζιτζίκια.
Το κρασί έρεε σαν ποτάμι όλη την νύχτα. Όταν τα όργανα σώπασαν κι οι πανηγυρτζήδες αρχίσαν να αποχωρούν ένα ελάφι βρέθηκε ατυχώς κρυμμένο στην κουφάλα του πιο γηραιού πλάτανου. Είχε τα μάτια όλο τρόμο κι έτρεμε σύγκορμο. Το πήραν αγκαλιά το χάιδεψαν κι όταν αυτό ηρέμησε λίγο έγινε μπουχός τρέχοντας προς το βελανιδοδάσος.
Σμήνη τα πουλιά
πετούν οι συκοφάγοι-
τρελό γιορτάσι
Τρίτη 16 Αυγούστου 2022
Γλεντοκόπια
haibun
Πριν τα μέσα του συκολόγου μήνα ξεκίνησαν οι διακοπές στο εξοχικό, μακριά από την βουή της πόλης. Ένα ελαφρύ αεράκι εμπόδισε την ζεστή να τυραννά το κορμί. Η αυλή γεμάτη με λογής λουλούδια και δέντρα. Στο κέντρο της αυλής δίπλα στο γιασεμί και την βουκαμβίλια κυρίαρχη η συκιά ήταν στις δόξες της με τους πεντάγλυκους καρπούς της.
Ώριμα σύκα
πλησιάζουν οι σφήκες -
ζουζουνίσματα.
Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στο μικρή κωμόπολη. Τα καφενεία γεμάτα και τα παιχνίδια των παιδιών ατελείωτα. Η αυλή βρίσκονταν στο κέντρο και πάντα ήταν ανοιχτή για να υποδεχτεί τους διαβάτες και κυρίως το παιδομάνι που στο μάτι έβαζε τους καρπούς από την κατάφορτη συκιά και σε τίποτα δεν το είχε να ανεβαίνει πάνω της για να γευτεί τους πιο ώριμους καρπούς.
Γέρνει ο ήλιος
μοσχοβολιά γιασεμιού -
δίπλα κατιφές.
Τα βράδια στην πλατεία δεν έπεφτε καρφίτσα. Σχεδόν πάντα μια ορχήστρα θα υπήρχε να παίζει τα μακρόσυρτα τραγούδια που έφερναν κέφι και ζωντάνια στο πλήθος. Με την συνδρομή του κρασιού πραγματικά το γλέντι άναβε. Η πίστα ήταν γεμάτη με πολλές δίπλες από χορούς, πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα και ιδρωμένα μαντήλια.
Αχτίδες θέρους
κουβάρια μαζεύονται -
ρόδα στο βουνό.
Οι γυναίκες με τα ψηλά τακούνια ίσα που συγκρατιόνταν όρθιες. Κάποιες τολμηρές τα έβγαζαν και τα πετούσαν μακριά για να συνεχίσουν ξυπόλητες να χορεύουν. Ερωτικά βλέμματα ανταλλάζαν με τους κρυφούς τους έρωτες. Ενώνονταν τα χέρια και οι καρδιές σφυροκοπούσαν δυνατά. Τα γλέντια κρατούσαν ως το ξημέρωμα τότε μόνο που βάραιναν τα βλέφαρα κι έκλειναν.
Βγήκαν τα τζίνια
πολύχρωμα παρτέρια-
καμβάς ζωγράφου.
Τρίτη 9 Αυγούστου 2022
Τα κεκτημένα του έρωτα
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022
Όλεθρος
Κυριακή 7 Αυγούστου 2022
Έξοδος
Τράβηξε τρεις τζούρες από το τσιγάρο και βγήκε από το σπίτι. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Ασέληνη νύχτα με μυριάδες αστέρια να τρυπούν τον καμβά της. Το σκυλί της την ακολούθησε για λίγα μέτρα κι έπειτα επέστρεψε στο καθήκον του. Ήταν ο φρουρός της ταπεινής κατοικίας της με τα πολλά βασιλικά και τα ανυπότακτα σκυλάκια. Ακούραστη μια μελισσούλα αντλούσε χυμούς.
Τρίζει η άμμος
το βήμα ανάλαφρο-
τριζόνι σιωπά.
Κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα με ένα ζουζούνισμα στο αυτί. Οι δρόμοι λασπωμένοι μετά το χτεσινό μπουρίνι που χτύπησε το νησί. Στα πόδια της φωσφόριζαν κίτρινες οι γαλότσες της. Απέφευγε τις λακκούβες και βάδιζε ίσα στις φραγκοσυκιές που στις θεόρατες παλάμες τους κρατούσαν τους ώριμους καρπούς τους. Προσεχτικά με τα γάντια της έκοψε κάμποσους.
Λαλούν αηδόνια
γεμάτα τ' αρμυρίκια-
κρίνοι στην άμμο.
Οι ήχοι της νύχτας διάχυτοι. Κάποια επίμονα τζιτζίκια διεκδικούσαν κι άλλο χρόνο απ' το εφήμερο τους διάβα. Οι φίλοι τους, τα τριζόνια, συνόδευαν την ορχήστρα τους. Ένα πεφταστέρι ξεχύθηκε προς τη γη για να τα αγκαλιάσει. Έσμιξε με τις πυγολαμπίδες που είχαν στήσει γλέντι πάνω στον γεμάτο ξερά χόρτα παράδρομο που έβγαζε στον μικρό όρμο.
Σπαθί γλαδιόλας
προτάσσει τα άνθη του-
μαχητές ξυπνούν.
Έφτασε στα βράχια που περικύκλωναν τον όρμο και ξεκίνησε το έργο της. Γούβες αλατιού περιμετρικά κρατούσαν στην αγκαλιά τους το θησαυρό τους. Μάζεψε αρκετό, βρεγμένο ακόμα, και γέμισε την πάνινη σακούλα. Στον κήπο της ανοιγμένοι οι κολοκυθοανθοι την περίμεναν. Θα τους έψηνε στο φούρνο με μυρωδικά και θα τους νοστίμιζε με τους κρυστάλλους του αλατιού.
Βοά το κύμα
σμιλεύεται ο βράχος-
βροχή θερινή.
Σάββατο 6 Αυγούστου 2022
Η ωραία τρελή
Βγήκε με το ελαφρύ της φόρεμα στην θεοσκότεινη νύχτα.
Πουθενά ούτε ένα αστέρι μα ούτε καν φεγγάρι
παρά ένας χαμηλωμένος και συννεφιασμένος ουρανός
σαν βαριά πατατούκα σε σώμα ορεσίβιων βοσκών.
Τα τζιτζίκια τραγουδούσαν ακόμα, αδιαφόρησε,
αυτή ένα μόνο σκοπό είχε, να διώξει τη μέθη απ' τη καρδιά
και τα σύντομα όνειρα της να τα βάλει λίγο σε τάξη.
Βοηθός της η δροσερής αύρα που σεργιάνι είχε βγει,
νύχτα του Αυγούστου, εκεί κοντά στον μόλο.
Απαλά τις βάρκες κι ερωτικά πέρα δώθε τις νανούριζε
και στον δρόμο των μακρινών ταξιδιών που ποτέ δεν έκαναν
με ένα νεύμα τις έβγαζε παίρνοντας τες αγκαζέ
κι ανάβοντας όλα τα φώτα στα φινιστρίνια.
Στα στενά σοκάκια της πόλης ουδείς.
Ο Μορφέας είχε κάνει πολύ καλά την δουλειά του
κι είχε βυθίσει στα σκοτεινά του πέπλα κάθε ύπαρξη
ζωντανή αλλά και νεκρή.
Αποκοίμισε βαθιά μωρά, δασύτριχους έφηβους, μικρομάνες
και άντρες που με τα στιβάνια τους κοιμήθηκαν
καθώς απ' τον ιδρώτα είχαν γίνει ένα με το πέλμα τους και τη γάμπα τους.
Είχαν δοθεί ψες στο χορό κατά το γαμήλιο γλέντι που έγινε στην πλατεία
τη γεμάτη με δράκαινές, τρεχούμενα νερά και λιγωτικά νυχτολούλουδα.
Περιπλανήθηκε στην πόλη ώσπου έφτασε στα άκρια της.
Σιγή στο κοιμητήριο, μπήκε στο εσωτερικό του.
Οι νεκροί είχαν ανοίξει τις πλάκες και είχαν βγει έξω
για να απολαύσουν τον μεθυστικό ύπνο πλάι στις ντάλιες
που η σάρκα τους τις είχε πλούσια θρέψει
και κάλυπταν με τα ιώδη άνθη τους όλο τον χώρο απ' άκρη σε άκρη.
Καλόβολοι οι νεκροί δεν απαιτούσαν τίποτα παρά μόνο
να απωλέσουν την μνήμη και τα κονταροχτυπήματα του έρωτα
να αποφύγουν καθώς το αίμα τους έμοιαζε με εκείνη του πάγου
την χοντρή κρούστα που τους κρατούσε ζωντανούς.
Μετρημένοι οι ήχοι κι οι κινήσεις έσπαγαν την σιγή των κυπαρισσιών.
Ένας ευτραφής γέροντας ροχάλιζε δυνατά,
μια δεσποσύνη παραμιλούσε με λόγια ακατανόητα,
ένας νεαρός υπνοβατούσε παίζοντας μπάλα με το κρανίο της τρελής
κι ένας φάλτσος τραγουδιστής εγκωμίαζε τα σαρκοβόρα φυτά
και τα αδύναμα άνθη της μαγιάτικης παπαρούνας .
Γεμάτη εικόνες έφυγε από το κοιμητήριο, πλησίαζε η αυγή
και οι νεκροί είχαν ξυπνήσει κι αποσύρονταν στις τρύπιες τους κάσες.
Περιμάζεψε μόνο το ορφανό κρανίο και το έβαλε στην τσάντα της.
Μπήκε στην πόλη που σιγά σιγά άρχισε να ξεφεύγει από τον λήθαργο.
Στάθηκε στο καφέ με τα πολλά γκράφιτι κυρίως φιδιών.
Χαρούμενο το γκαρσόνι την κέρασε ένα σκέτο καφέ
με συνοδευτικό κουλουράκια κανέλλας και βανίλιας.
Τον ευχαρίστησε και παράχωσε στην τσάντα της ένα κουλουράκι.
Ήταν η πρώτη πελάτης κι όλοι στην πόλη γνώριζαν πόσο
γουρλού ήταν εξ ου και το κέρασμα του καφέ άλλωστε.
Έμεινε εκεί μια ώρα περίπου και κανείς πελάτης δεν φάνηκε.
Έκανε να φύγει και τότε ξαφνικά έπεσε πάνω
σε μία ακέφαλη γυναίκα με μακριά καπαρντίνα.
Βάδιζε με προτεταμένα τα χέρια για να βλέπει στο σκοτάδι.
Φοβόταν μην τσακιστεί και πέσει πάνω στην τζαμόπορτα.
Την πλησίασε και με κινήσεις ακριβείας της άρπαξε την τσάντα.
Πήρε το κρανίο και το φόρεσε στο ωραίο της σώμα.
Τώρα είχε πια το φως της κι οι κίνδυνοι είχαν απομακρυνθεί.
Η ωραία τρελή έφυγε κι αυτή τράβηξε για το σπίτι.
Άνοιξε και μπήκε μέσα, το νιαούρισμα της γάτας την καλοδέχτηκε.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τότε έντρομη παρατήρησε
πως αντί για το φόρεμά της φορούσε την καπαρντίνα της τρελής.
Έκανε να την βγάλει μα επ' ουδενί δεν ξεκολλούσε απ' το σώμα της.
Κοιμήθηκε με αυτήν κι όταν ξύπνησε διαπίστωσε πως ήταν ολόγυμνη.
Πάνω στην συρταριέρα της είδε στερεωμένο το κρανίο με δυο κεριά
χωμένα στους οφθαλμούς που έβγαζαν τρεμουλιαστές φλόγες.
Παραλογίστηκε όταν αντίκρυσε κρεμασμένη απ' τον καλόγερο την καπαρντίνα.
Στο μπράτσο της καρέκλας ήταν ακουμπισμένο το φόρεμα μούσκεμα στον ιδρώτα.
Η ωραία τρελή την ακολούθησε και την πέρασε στην αντιπέρα όχθη.
Στο πάτωμα κείτονταν μια μαρμάρινη πλάκα με χαραγμένο πάνω
το όνομά της και με την προσθήκη με έντονα γράμματα της φράσης:
Απεβίωσε σήμερον.
Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022
Η ζωή της πέτρας
Έχεις δει πέτρα να αγκομαχάει όταν σε χέρια παιδιού
βρεθεί και στο σημάδι παίρνει δεκαοχτούρες και ταπεινά σπουργίτια.
Έχεις δει βράχο ξεμπράτσωτο που σε αλατιού γούβες σκύβει
και κρυστάλλους αλατιού μαζεύει να νοστιμίζει το ψωμί
του εργάτη και του φτωχού ψαρά την κακαβιά.
Έχεις δει ακροβούνια να αντέχουν το χιόνι και στα σπλάχνα τους
τις ρίζες να καλοδέχονται απ' τα έλατα, τις οξιές, τις φλαμουριές
και τα αήττητα πουρνάρια.
Έχεις δει αγκωνάρια δίπλα στους ποταμούς που πλάτη βάζουν
στην μέντα, στους κισσούς, στις καλαμιές και στα θεόρατα πλατάνια.
Και μήπως πρόσεξες τα πέτρινα γιοφύρια που ψυχές
τα κατοικούν που με λαδάκι και βάλσαμο τις πληγές τους καλύπτουν.
Έχουν ιστορία οι πέτρες, ανοχή και βαριά κληρονομιά.
Πάνω τους ο γλύπτης με το καλέμι του ζωή τους εμφυσά
και μορφές άγιες γίνονται του κόσμου σκαλίζει.
Ρήτορες που για βάθρο τις έχουν τον μεγάλο να πουν λόγο
σε πλήθη ανακράζοντα μπροστά στην λεπίδα της αλήθειας.
Κι ακόμα αναλογίζομαι τις μαρμάρινες κόρες και τους
κούρους που στα βάθη της θάλασσας βρίσκονται ναυαγισμένες.
Φωλιές των ψαριών γίνονται και των κοραλλιών υποστήριγμα,
προσμένοντας αιώνες τώρα τα δίχτυα ενός ψαρά ή το έμπειρο
μάτι των σφουγγαράδων στην επιφάνεια να τις φέρει.
Οργίζονται οι πέτρες, πονούν κι άλλοτε πάλι φιλικό
γίνονται προσκεφάλι την κούραση του αρματολού να πάρουν
δίπλα στο καριοφίλι, στα σταυρουδάκια της μάνας και
στα ζεστά φιλιά της αγαπητικιάς.
Καρτερικές οι πέτρες, βότσαλα γίνονται στις απόκρημνες ακτές
που σκούνες τις πλησιάζουν με ναύτες αγριωπούς με μακριά γένια.
Εκεί ακουμπούν το προσφάι τους και σε κώνους τις στήνουν
φωτιά να ανάψουν τα κουρασμένα τους χέρια να ζεστάνουν
και το κρι κρι να ψήσουν που αλάτι στην γλώσσα και στα
σπλάχνα του έχει αποθηκεύσει.
Είναι αισθαντικές οι πέτρες πάνω τους ο βασιλικός, το γεράνι,
η αρμπαρόριζα και ο διπλός κατιφές σε καντούνια νησιών
και σε αγροτόσπιτα.
Κι ακόμα οι λείες από αυτές, επιφάνεια γίνονται να 'ρθει ο ζωγράφος
με τα εκτυφλωτικά χρώματα και τα πινέλα την ζωή να αποτυπώσει.
Πάνω τους η κυκλαμιά, το καράβι, του νεκρού το πρόσωπο και
τα πυργόσπιτα με τους τρείς ορόφους και τις πολεμίστρες.
Πάνω τους ελεήμον το βλέμμα της γοργόνας, το χτένι της κυράς
και της Παναγίας το μεγάλο μάτι.
Ζουν αιώνια οι πέτρες.
Σπήλαια και δρακόσπιτα γίνονται και αρχαίες στήλες που ένδοξους
στίχους ποιητών φιλοξενούν και στρατοκόπων παραγγέλματα.
Στο χωράφι το υνί τις παραμερίζει αφράτο να γίνει το χώμα
έτσι που να υποδεχτεί τον σπόρο του δίκοκκου σταριού,
γέννημα να γίνει και τροφή στα μαυρισμένα από την πείνα μάτια
στις παραγκουπόλεις της γης.
Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022
Αποπλάνηση
Θέλησα να αιχμαλωτίσω το βλέμμα σου
τα βάθια του εαυτού σου να εξερευνήσω.
Πήρα διχάλες παιδιών από ξύλο οξιάς
τις παιδικές μου μνήμες να αναστήσω
που σαν ταύρος μαινόμενος στην αρένα
με προκαλούσαν να μπω.
Δεν τα κατάφερα, οι σπίθες μου έκαψαν
την διχάλα, μύριζε η καμένη οξιά κι έλεγα
πως ήμουν σε ένα αποτεφρωμένο δάσος
χωρίς ελάφια και πουλιά, χωρίς τους εκδρομείς.
Το βλέμμα σου δύστροπο έγινε, το πλησίασα
το μπέρδεψα με νήματα αδύνατον να το συλλάβω,
ξεμπέρδεψε τα νήματα και λαβές έβγαλε σαν μαχαίρια.
Έκανα προσπάθεια να απομακρυνθώ μα το
κοντομάνικο μαχαίρι ίσα στην καρδιά με βρήκε.
Αιμορραγούσα, κανείς δεν το έβλεπε, προς τα μέσα
έτρεχε η πληγή αίμα και πύον, πώς να γιατρευτώ;
Πρόστρεξα στην μάγισσα μου, αυτή που στους
ποταμούς ζει κι έχει για σπίτι της ένα ολάνθιστο νούφαρο.
Διάβασε την σφαίρα, γιατροσόφια και φίλτρα μου έδωσε
το σοκ του σώματος να εξευμενίσει και τα σκοτάδια του έρωτα
με φως αστρικό να φωτίσει, έτσι που σαν θεά να μοιάζω
με χιλιάδες βέλη στα χέρια κι ένα καλόβολο άλογο
που με τα φτερά των ποδιών του θα με έφερνε κοντά σου πάλι.
Δεν παραιτήθηκα στιγμή, ξόβεργες έστησα και δόκανα
πλάι στις ακτές σου έβαλα το βλέμμα σου να κατακτήσω.
Ήρθες σαν τον μαΐστρο που κατατρώει τους βράχους.
Δεν με είδες, στο πιο ψηλό αρμυρίκι ο Πήγασος με πήγε
Κατόπτευα τις κινήσεις σου.
Η ανάσα σου με ζέσταινε.
Στο χαλασμένο σου ρολόι μετρούσα τα δευτερόλεπτα.
Περπατούσες στις ακτές αμέριμνος.
Τα δυο σου μάτια πύλες θεϊκές που βγαίνει το δισκοπότηρο
με τον άρτο και το νάμα.
Μέθυσες.
Εκεί ήταν που σε συνέλαβα.
Πιάστηκες στις ξόβεργες, στο δόκανο χρυσαφένιες άφησες
τις σπίθες των ματιών σου.
Αόμματος πετούσες βότσαλα λαβώνοντας μέδουσες,
χελιδονόψαρα και τα μακριά πλοκάμια των χταποδιών.
Το βλέμμα σου στα χέρια μου σαν καρδιά που πάλλεται
και διάπλατα ανοίγει στα μυστικά σου μονοπάτια με οδήγησε.
Σε γνώρισα.
Σε φυλάκισα.
Σε γλύκανα με φιλί.
Τις σπίθες δεν φοβήθηκα στιγμή.
Κουβάρια τις μάζεψα κι άρχισα να πλέκω με βελόνες
ασημένιες αποξαρχής το στρώμα που πλαγιάσαμε
την πρώτη νύχτα, τότε που τ' αστέρια πυγολαμπίδες έγιναν στη γη.
Αήττητη τώρα σε παρακολουθώ και κοντά μου σε φέρνω.
Με τις σπίθες που περίσσεψαν αραχνούφαντο φόρεμα έφτιαξα,
φουλάρια πολλά και και πουκάμισα αδειανά της Ελένης.
Στο σώμα σε φορώ.
Όμορφη γίνομαι.
Και με το πουκάμισο στις εκστρατείες με το φαρί πηγαίνω.
Είσαι εδώ, σε ταΐζω, σου φτιάχνω μύθους και ερωτικά
ποιήματα σου απαγγέλω.
Τις λίγες σπίθες που δεν σπατάλησα πίσω στις επιστρέφω.
Το φως σου βρίσκεις και με τα βότσαλα παύεις
τους κόσμους μου να πληγώνεις.
Πάνω τους ζωγραφίζεις μέδουσες, χελιδονόψαρα, χταπόδια
και καράβια τρικάταρτα.
Στους ποταμούς τα αφήνεις κι όταν στην Αχερουσία πύλη θα μπουν
οβολούς δε θα σου ζητήσουν και τον βαρκάρη
με τα κοντομάνικα μαχαίρια θα σκοτώσω.
Εκείνα που με σημάδευες παιδούλα ακόμα
και στις σπηλιές σου με οδηγούσες εξιλαστήριο θύμα
στους θεούς των ερώτων να με δώσεις.
Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022
gogyoka
(Το δέντρο του Τενερέ στάθηκε για δεκαετίες στην έρημο ρίχνοντας ρίζες βαθιές 36 μέτρα υπόγειες φλέβες νερού να βρει. Τελικά χτυπήθηκε από ένα φορτηγό και έπεσε. Φυλάσσεται σε μουσείο κι ένα μεταλλικό στην ίδια θέση το αντικατάστησε.)
Βαθύριζο δέντρο της άκαρπης ερήμου
Σκιά πάνω στην άμμο φευγαλέα ο ήλιος την διαπερνά
Απλώθηκαν οι φυλλωσιές χορός των φύλλων ξεκινά
Αχόρταγα σε φλέβα νερού μεταλαμβάνει.
Θαύμα της φύσης εφήμερο που το απρόβλεπτο τη ζωή συντρίβει.
*
Η έρημος πλήγωσε τα πόδια τρύπια σανδάλια
Διαβάτης λιγνή σκιά βρίσκει αναπάντεχη δέντρου φυλλωσιά
Πεσκίρι με σχέδια τετράγωνα ανοιχτό
Λιγοστό το φαγί δύσκολα σε χορταίνει
Κουκούτσι στο χώμα βυθίζεται μελλοντικός φίλος στην μοναξιά.
*
Αμολιέται με πείσμα η ρίζα βαθιά στο χώμα
Πολλά τα μέτρα υδάτινη προβάλει φλέβα νερού
Έρημος παντού αφιλόξενη στοά του ήλιου
Μόνο μια σκιά δροσίζει καμηλιέρηδες
Ασθμαίνουν τα ζώα δίπλα στα αποδημητικά πουλιά.
*
Βαρύ όχημα την ζωή διαιρεί θάνατο σπέρνει
Μεταλλικό στήθηκε δέντρο καταμεσής στην έρημο
Γαμψά τα νύχια των πουλιών το επισκέπτονται
Ξύλινα κλαδιά στο μουσείο φύλλα δεν πετούν
Ο αγώνας δάφνες δεν έδρεψε μάταιος κόπος.
*
Αγωνιώδης η παλαίστρα της ζωής
Καλύπτρες σαν φτυάρια σκάβουν την γη
Δροσερό το νερό τιτάνιος αγώνας δόθηκε
Ξεπροβάλουν φύλλα στα κλαδιά
Η έρημος φιλικό γίνεται άντρο κοσμογονίας θαύμα.
*
Στρώμα άμμου στα φύλλα αέρας την αποδιώχνει
Χάρμα οφθαλμών το πράσινο ζωνάρι σκιά χαρίζει
Διαβάτης ανακούρκουδα κάθεται
Άδικά η καμήλα χορταράκι ονειρεύεται
Αφιλόξενος τόπος με μια μόνο πινελιά ζωής μέσα στην αμμοθύελλα.
Κυριακή 31 Ιουλίου 2022
Ο δεύτερος ήλιος
Παχύς ο ίσκιος σου σαν την προβολή πλατάνου
πάνω στο πλακόστρωτο δρομάκι ώρα δειλινού
που διαβάτες δέχεται.
Κορμός δυο αγκαλιές, κλαδιά δασιά, χώρο
να δίνουν στα τζιτζίκια, στα αηδόνια
και στους πετροκότσυφες.
Δίπλα του μια βρυσομάνα γάργαρο να τρέχει το νερό
σαν το αίμα στις δικές σου φλέβες
την ώρα των στεναγμών.
Αγαπώ την δροσιά του κορμιού σου
και το δισάκι μου δένω πάνω στο κλαρί
των δακτύλων σου, καλούδια γεμάτο.
Μέσα του το προσφάι μου, το κομποσκοίνι
τις προσευχές μην ξεχνώ,
το κρίθινο καρβέλι του ήλιου και τα σανδάλια μου
καθώς ανυπόδητη προχωρώ στην ζωή.
Ερωτικό το σώμα σου σαν τον κορμό του δέντρου
που χαράξαμε μια ημέρα τα σύμβολα της αγάπης.
Προχωρώ και σε βρίσκω.
Σε αγκαλιάζω και χάνεσαι.
Ανυποχώρητη σκάβω τις ρίζες σου,
εδώ η πέτρα της βασκανίας,
εδώ το πρώτο σου κλάμα
κι εκείνο το αρχαίο περιδέραιο με τις μέλισσες.
Είχες πει πως θα μου το χάριζες, δεν το έπραξες.
Γυμνός έμεινε ο λαιμός μου σαν το αλώνι της πατρίδας
κατάντικρυ στον ήλιο μετά τον θερισμό.
Ασθμαίνω, διψάω, ιδρώνω, πληγώνονται τα
πέλματα μου, σε ακολουθώ.
Τυμβωρύχος γίνομαι και τις προθήκες σου αδειάζω.
Αντιστέκεσαι, σε παρακάμπτω, δεν σου μιλώ, κρύβομαι.
Παίρνω βουρτσάκι αφαιρώ με προσοχή το χώμα.
Στην επιφάνεια σε φέρνω.
Παίρνω το γαλάζιο της χάντρας και κόρη στα μάτια το φορώ,
ομορφαίνω.
Το κλάμα σου σέβομαι, στον χείμαρρο το ρίχνω.
Μένω με το περιδέραιο, η μια μέλισσα με τσιμπά,
δεν υποχωρώ στον λαιμό μου το δένω,
ένας κόμπος ιδρώτα κλείνει την πληγή.
Όμορφη σεργιανώ στα αλώνια,
οι θεριστές με καλοδέχονται, τους ψιθυρίζω το μυστικό μου,
γελούν και με κρύβουν στις θημωνιές.
Τα άλογα ρουθουνίζουν, ζεσταίνομαι,
στην χαίτη τους καταλύω,
αμαζόνα γίνομαι και στο κυνήγι σε παίρνω.
Σε φτάνω μου γλιστράς.
Σε γεννάω με αποκρούεις.
Σε πολιορκώ κάστρο γίνεσαι.
Σε πυρπολώ στα χέρια μου πέφτεις.
Γνωρίζω ξανά τους ιστούς σου, τα οστά σου
κι εκείνη την φλέβα του δεξιού σου ποδιού
που πάλλονταν τις νύχτες.
'Έμβρυο γίνεσαι σε κυοφορώ.
Δύσκολη κύηση, παλίνδρομο γίνεσαι σώμα.
Ο πλακούντας ο τάφος σου και η φάτνη σου.
Σε θρέφω, μορφή παίρνεις.
Βαραίνει το σώμα μου, σε μαθαίνω,
διοργανώνω τελετές και σε καλώ.
Μεθάς, βρίζεις, ερωτεύεσαι, στην λήθη
προσκρούεις την μάχεσαι,
νικηφόρος μπαίνεις στις πόλεις μου
με τρόπαια στα χέρια και στις άμαξες.
Εφτά χρόνια στην μήτρα μου κατοικείς,
δεν κουράζομαι, τις οδύνες περιμένω.
Όταν σε γεννήσω δυο μέλισσες θα έχεις για χέρια,
το στόμα σου ένα ρύγχος το νέκταρ να τρυγάς,
φτερά τα πόδια σου κοντά μου να έρχεσαι,
γλυκούς χυμούς στο σώμα μου να αφήνεις.
Ξεκλέβω κερί και κερήθρα σου φτιάχνω μέσα στα κύτταρά μου.
Σε εμπεριέχω.
Το αίμα μου μέλι,
ζαχαρωτό από μια παλιά εκδρομή.
Σε γεύομαι, σε ποθώ, με ανασταίνεις.
Ψηλώνω, βρίσκω τους χαμένους μου πόντους.
Ηλίανθος γίνομαι κι εσύ ο δεύτερος μου ήλιος.
Ανέφελος ο ουρανός μου, φρένο τραβάει και τον χρόνο
σταματά στην πιο μεγάλη του ηλιοστάσιου μέρα.
Λαμπρός να βγαίνεις στον κόσμο και γλυκύς
σαν τα άλκιμά μου κύτταρα που τις νύχτες σεργιάνι
με πάνε στων ηδονών τις ατραπούς.
Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022
Ο πίνακας
Αν ερχόσουν τώρα με τα φτερά σου ορθάνοιχτα
τι θα συναντούσες;
Θα βρεις τις πικροδάφνες μου μισομαραμένες κι άτονες
κι εκείνο το γιασεμί του κήπου με τον ξύλινο κορμό
απελπισμένα να προσπαθεί τα άνθη να συγκρατήσει.
Οι νύχτες μου μυρίζουν γιασεμί και νυχτολούλουδο.
Όλα στην υπηρεσία της νύχτας.
Όλα δοσμένα στων άστρων την χόβολη, εκεί ψήνω τον καφέ μου.
Από εκεί ξεκρεμάω τρεμουλιαστό φως, το προστατεύω,
σε κεριά και σε καντήλια το μεταλαμπαδεύω έτσι που
να φωτίζω αχνά της ψυχής την ατραπό που ανοιχτή έχει
πορεία μόνο προς τα ύψη.
Το φόρεμα μου έχει σταξιές από κερί, έχει εγκαύματα
από των άστρων τις τρεμάμενες φωτίτσες.
Είπα να χρησιμοποιήσω πυρσούς, άνετα να μπαίνω
στο δέντρο των φλεβών και στα κρύα σπήλαια.
Θυμάσαι που είχαμε ανακαλύψει έναν χειμώνα ένα σπήλαιο
που ούτε ακόμα τα ζώα του δάσους δεν το είχαν βρει.
Εκεί κοιμάμαι τις νύχτες. Δεν είναι όνειρο μην μπερδευτείς,
Είναι το σπήλαιο μας, η καταφυγή μου απ' τα γήινα.
Το στολίζω με άνθη γιασεμιού, με κιλίμια, ανεβατά εργόχειρα.,
και πιθάρια με γεράνια από τους κήπους της μάνας μου.
Αντέχω το ψύχος.
Αντέχω τα αυστηρά μάτια των ζαρκαδιών.
Δεν με φοβίζουν τα χνώτα της γηραιάς αρκούδας.
Έχω τους πυρσούς μου, τα κεριά μου, τα λυχνάρια μου
και την περιβολή του γαλαξία για μεσοφόρι με αγαπούν.
Αν αποφασίσεις να έρθεις φύλαξε στην τσέπη σου
πέντε βαγιόφυλλα, εκεί που μένεις κατάσπαρτο είναι το
μέρος με βάγιες πανύψηλες.
Μην ξεχνάς άλλωστε πως κι οι ήρωες εκεί έχουν στήσει κονάκια.
Εγώ θα είμαι εδώ.
Πήρα αποστάγματα λουλουδιών κι έφτιαξα έναν πίνακα τεράστιο
και τι δεν έχει πάνω δεν φαντάζεσαι.
Χρυσαετούς, φτερά παγωνιών, ξέπλεκες κόρες,
της Φαιστού τις όμορφες γυναίκες, ασφοδίλια
και τις αγαπημένες σου παιώνιες.
Στο κέντρο τοποθέτησα τη μορφή σου ούτε ένα κύτταρο
δεν μου διέφυγε, τίποτα δεν ξεχνώ.
Πιστά σε ζωγράφισα, λίγο τα φτερά σου με παίδεψαν
έτσι λευκά με θάμπωναν, δάκρυζα χωρίς να κλαίω,
τα κατάφερα όμως μια χαρά, στην ανάγκη θα έβαζα τα δικά μου.
Έλα μια νύχτα να τον δεις.
Χρειάζομαι λίγο λάμψη απ' τα μελιά σου μάτια να προσθέσω ακόμα.
Τον έχω ακουμπήσει σε έναν βράχο.
Δεν είναι δύσκολη η προσέγγιση, άλλωστε τα πόδια σου
στιβαρά είναι δεν θα δυσκολευτείς.
Μόνο μην ξεχάσεις τα βαγιόφυλλα στα μαλλιά σου να τα αποθέσω
δοξαστικους να σου φτιάξω ύμνους, αθάνατους.
Έλα να στον χαρίσω, απόκαμα από την δουλειά.
Εσύ μόνο και μόνο εσύ μπορείς να τον δεις.
Εσύ να τον ξεκρεμάσεις απ' τον βράχο χωρίς να καταστραφεί.
Τρελή γίνομαι κι ο έρωτάς σου εμπνέει τα ελάφια, τα ζαρκάδια,
εμένα κι όλη την πανστρατιά των άστρων .
Η λευκή αρκούδα, έννοια σου, σε νάρκη έπεσε.
Έλα, φοβάμαι πολύ τον ήλιο μην έρθει και τον αποχρωματίσει.
Τρίτη 26 Ιουλίου 2022
Πρωταγωνιστής
Το λευκό σου πουκάμισο κιτρίνισε στον γιακά,
στις ραφές και στις μασχάλες.
Χρόνια αφημένο στην ντουλάπα πλάι στα
μεταξωτά μου φορέματα και στα φουλάρια.
Το πρόσεξα προχτές επ' αφορμή το όνειρο που είδα,
αυτό φορούσες όπως άλλωστε έκανες σε κάθε σχόλη.
Θέλησα να το πλύνω με λουλάκι ή με ένα λευκαντικό
μα αμαρτία σκέφτηκα πως θα είναι.
Πάνω του τα ίχνη σου, ο ιδρώτας σου, το νερό
που λούστηκες κι ίσως το λέκιασε μα κι αυτό το σάλιο μου
σαν σε φιλούσα ντροπαλά στο λαιμό.
Ποτέ δεν το φόρεσα κι ας είχαμε περίπου το ίδιο σουλούπι.
Το λευκό δεν μου πήγαινε, χλωμή όπως είμαι
θα έδειχνε το πρόσωπο μου ακόμα πιο ασθενικό.
Εγώ πάντα στο γαλάζιο άντε και στο λίγο μωβ δινόμουν
καθαρά να καθρεφτίζουν την καρδιά και τα πάθια της.
Το πουκάμισο που λες στο εκθετήριο της ψυχής θα το βάλω.
Εκεί του πρέπει να σταθεί δίπλα στα λιανά τραγούδια που δεν έγραψα.
Πως αγαπούσες το λευκό στα μεθύσια του έρωτα,
κουβέντα για άλλο χρώμα δεν σήκωνες.
Λευκά τα χέρια σου.
Λευκές οι σελίδες που τιθάσευες με την πένα σου
έτσι που να βγαίνει το ποίημα στην επιφάνεια με στητό το κορμί.
Λευκά τα πανιά της εκστρατείας σου.
Λευκά τα κρινάκια της αμμουδιάς που λάτρευες και
σε γλάστρα ένα φθινόπωρο τα φύτεψες.
Έπιασαν, χαμογελούσες, πάντα τα χέρια σου θαυματουργά ήταν.
Θα το αφήσω ως έχει, με τα αποτυπώματα σου
με το δικό μου ντροπαλό άγγιγμά σαν πεταλούδας περιδίνηση.
Πως να σε φτάσω;
Προπορευόσουν, μεγαλειώδης, με την ανάσα καυτή.
Τα γαλάζια, σου έλεγα, μου πηγαίνουν, όπως και τα ξέφτια
και τα περίσσια γαζιά και στο φευγιό σου αυτά θα έβαζα
μα κάποιοι εντολοδόχοι σου με διέταξαν στα μαύρα να ντυθώ.
Μου φόρεσαν άλλοι τα ρούχα, τρέμανε τα χέρια, τα μάτια
δάκρυζαν δεν έβλεπα τις κουμπότρυπες.
Έκλαψα παραπάνω γι' αυτό το γεγονός, παρά για σένα.
Μη το θεωρήσεις προσβολή μηδέ απάρνηση και λήθης φτερό.
Το λευκό σου πήγαινε, εγώ ως σήμερα το φοβάμαι το λευκό.
Από μικρή φοβόμουν τις λευκές δαντέλες της γιαγιάς μου,
τα λευκά φεγγάρια του Αυγούστου όπως και την λευκή
τρίχα που ανακάλυψα πριν γυναίκα γίνω ζερβά στο μέτωπο.
Με καταδιώκει όπως κι οι άγραφες σελίδες
που για ποιήματα διψούσαν μα το χέρι αγκυλωμένο δεν ημπορούσε.
Εσύ ο ποιητής κι ο στιχοπλόκος.
Εσύ το θρήσκευμά μου.
Το λευκό σου πουκάμισο (με τα σημάδια του) πρωταγωνιστής της ζωής μου.
Η ψυχή ξαγρυπνά και στο εκθετήριο σκοπούς έχει βάλει
τα δυο σου μελιά μάτια.
Λιτανείες δεν θέλω μα ούτε και επισκέπτες.
Τραχιά η μοναξιά αλλά επέλεξα ταίρι να της βρίσκω εσένα.
Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022
Το ένστικτο
Nikki bungako
Ο κυρ Αντρέας είχε ρίξει τα δίχτυα αποβραδίς κι έπρεπε να τα μαζέψει. Φόρεσε τον ναυτικό του σκούφο και βγήκε από το σπίτι. Στον ώμο του ο Γιούλι, ο παπαγάλος που τον συνόδευε παντού. Ο καιρός μπουνάτσα, ένα ελαφρύ μόνο αεράκι χάιδευε το τατουάζ με την άγκυρα που είχε στο μπράτσο.
Γρήγορα βρέθηκε στα ανοιχτά. Ανέβασε τα δίχτυα. Καλή η ψαριά. Ικανοποιημένος άναψε το τσιμπούκι του. Ο παπαγάλος έσκουζε αναπουπουλιασμένος καπετάνιε, καπετάνιε.
Ως να μετρήσει ως το δέκα ο καιρός γύρισε σε μπουρίνι. Τεράστια κύματα άνοιγαν τα στόματα τους σαν μαινόμενοι δράκοντες. Η βάρκα βούλιαξε σπασμένη σε κομμάτια. Ο κυρ Αντρέας έπεσε στην θάλασσα με μια σανίδα στα χέρια.
Μετά από δύο ώρες πάλης βγήκε στην στεριά. Ένα δάκρυ κύλησε στα αργασμένα μάγουλα. Έχασε δυο μπιστικά αδέρφια. Πέταξε τον σκούφο στα νερά. Μια γνώριμη φωνή ακούστηκε ήταν ο παπαγάλος που παραδόξως γλύτωσε και που πρώτος ενστικτωδώς είχε διαισθανθεί τον κίνδυνο.
Θρήνησε σαν να κήδευε άνθρωπο. Μια σανίδα με σκαλισμένο το όνομα Μαρίτσα ήταν το νεκρό σώμα.
Βάρκα στ' ανοιχτά
όμοιο καρυδότσουφλο
φουρτούνα ξεσπά.
Σάββατο 23 Ιουλίου 2022
Αδιαχώριστοι
Πέταξε το σακάκι του χωρίς να κοιτάξει τις τσέπες.
Αδιόρθωτη, πώς το έκανε;
Κι αν μέσα στην τσέπη είχε κάτι πολύτιμο αλλοίμονο
πήγε χαμένο.
Και δεν μιλάω για τίποτα μπακιρένια κέρματα απ' τα
ρέστα μιας Κυριακής στα παλαιοπωλεία.
Μιλάω για την ύπαρξη μιας πλειάδας φιλιών,
κλεισμένα με τάξη μες την παλιά ατζέντα,
φιλιά που δεν πρόλαβε να δώσει.
Φιλιά που άγνωστο έχουν τώρα παραλήπτη.
Πώς το έκανε;
Κι αν δεν ήταν τα φιλιά κάτι σίγουρα ολόδικο του θα υπήρχε εκεί:
Το καθρεφτάκι του, ο νυχοκόπτης του, η χτένα του.
Ναι η χτένα του, δεν παρέλειπε να χτενίζεται, ευπαρουσίαστος
ήθελε να μάχεται τον καθημερινό θάνατο και τα επερχόμενα.
Ας ανακεφαλαιώσουμε.
Η ατζέντα με τα φιλιά και η χτένα σίγουρα δεν θα έλειπαν.
Πάντα κάτι χρωστούσε, πάντα κάτι στον μαυροπίνακα της καρδιάς
σημείωνε για το μέλλον, φοβόταν μην εχθροί το πλησιάσουν.
Τραγικό, απόκληρη έμεινε από φιλιά και χάδια
κι αυτός έτσι αγέρωχος γιατί για κρυψώνα
βρήκε μια ασήμαντη τσέπη και δεν τα αποκάλυψε,
πνοή να της χαρίσει;
Πώς το έκανε;
Όχι αυτός, εκείνη η φταίχτρα.
Μέμφονταν τον εαυτό της αποκλειστικά.
Αυτός διάφανος, ωραίος, αδέκαστος, άτρωτος θα βαδίζει
ανάμεσα στις λεμονιές με ένα βιβλίο στο χέρι.
Τουλάχιστον αφού έχασε τα φιλιά ας της έμενε η χτένα,
θα είχε θησαυρίσματα πάνω:
Λίγες τρίχες απ' τα μαλλιά του, λίγη σκόνη απ' το στενό πηλοφόρι,
λίγο ξεραμένο αίμα απ' τον κρόταφο.
Ναι αίμα, που σε άλλη τώρα ύπαρξη νύχτες πανσέληνες φανερώνει.
Τώρα πώς θα ταυτοποιήσει τα στοιχεία του, την οντότητα του;
Πώς θα πλησιάσει τα χνώτα του, τους κωδικούς του;
Δεν αρκούν τα όνειρα, άσε που ψευτίζουν το πρόσωπο.
Το αίμα είναι δυναμίτης,
είναι το κιτάπι του καθενός,
είναι ο κρίκος που θα την έδενε μαζί του,
παρά τα χάη, αδιαχώριστοι να βαδίζουν κάτω από τις λεμονιές.
Το ταξίδι
Φύσηξε η μπουρού, λύθηκαν οι κάβοι, τραβήχτηκε η άγκυρα, οι μπουκαπόρτες μαζεύτηκαν και ο κατάπλους ξεκίνησε. Η θάλασσα γαλήνια λίκνιζε το πλοίο. Μελίσσι οι ταξιδιώτες καταλάμβανε κάθε ελεύθερο χώρο του. Πανσπερμία φυλών μάστιζε με τις φωνές και τις κιθάρες τους καταστρώματα, σαλόνια, διαδρόμους και τις καμπίνες του πλοίου.
Σε λίγο είχαν βγει στα ανοιχτά, τα φώτα της ακτής έμοιαζαν με καντηλάκια ενός απέραντου κοιμητηρίου. Τρεμόπαιζαν κι ήταν σαν να εύχονταν οι νεκροί καλό κατευόδιο. Οι πολυκατοικίες έμοιαζαν με ευθυτενή στη σειρά κυπαρίσσια.
Το πλοίο συνόδευε ένα τσούρμο από γλάρους που έκαναν εκκωφαντικό θόρυβο και σμίγοντας με το μελίσσι δημιουργούσαν μια άνευ προηγουμένου οχλαγωγία.
Στην θάλασσα ζευγάρια από δελφίνια είχαν βαλθεί με τις χορευτικές κινήσεις τους να ξεσηκώνουν τους παλαμίζοντες ταξιδιώτες. Έβγαζαν φωτογραφίες, τα τάιζαν κι αυτά σαν ανταπόδοση έκαναν τις χορογραφίες τους όλο και πιο χαριτωμένες.
Κάποια στιγμή το πολύβουο πλήθος κουράστηκε και τεντώθηκε να κοιμηθεί. Ησύχασε ο χώρος μόνο οι γλάροι και τα δελφίνια συνέχιζαν ανενόχλητοι να συνοδεύουν το καράβι με κρωγμούς κι επιδέξιες πιρουέτες.
Γλιστρούν δελφίνια
η θάλασσα σαν λάδι
μαγική πίστα.
Παρασκευή 22 Ιουλίου 2022
Εξ ουρανού
Nikki bungakou
Η ζωή στο χωριάτικο σπίτι ξεκινούσε αχάραγα. Στο πόδι η κυρά Αγγελική κι ο άντρας της ρίχνονταν στην δουλειά. Και τι δεν είχαν να κάνουν. Να ποτίσουν τα ζαρζαβατικά, να καθαρίσουν τα νεκρά φύλλα απ' τα λουλούδια, να ανοίξουν τις κότες και να τους πάνε τροφή και καλαμπόκι.
Ξυπνητήρι τους το κοκόρι που αξημέρωτα ακόμη τους ξυπνούσε. Αγαπούσαν αυτή την ώρα και ποτέ δεν τους διέφευγε να δουν τις πορφυρές γάζες της ανατολής, και φευγιό της πούλιας.
Σήμερα ξύπνησαν αργά. Ο ήλιος είχε βγει στις στράτες. Το κοκόρι δεν λάλησε.
Πετάχτηκαν έντρομοι από το κρεβάτι τους και πήγαν στο κοτέτσι. Φοβισμένες οι κότες κακάριζαν, ένας πανζουρλισμός. Στο έδαφος είδαν διάσπαρτα φτερά και αίματα. Ο άρχος του κοτετσιού είχε γίνει βορά ενός αρπακτικού.
Άκουσαν φτερουγίσματα, κοίταξαν ψηλά, μια γερακίνα πραγματοποιούσε χαμηλές πτήσεις. Φαίνεται πως η γκούσα της ξερογλύφονταν και για άλλο μεζεδάκι. Χτύπησαν δαιμονισμένα τους γκαζοτενεκέδες, έφυγε. Ένα δάκρυ τους έφερε πίσω στο σπίτι.
Σιγή της πέτρας
νυχτερινή εισβολή
ράμφος φονικό.
Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022
Η ψαριά
haibun
Φόρεσε το ψάθινο καπέλο με την σατέν κορδέλα και κατέβηκε τα ασβεστωμένα σκαλοπάτια του σπιτιού της. Το ποδήλατο ήταν αραγμένο κάτω από τη γέρικη μουριά πλάι στο πηγάδι. Σκούπισε την σέλα που η βατομουριά της μάντρας είχε λερώσει. Πήρε μαζί την απόχη της. Πάτησε πετάλι κι έφυγε με προορισμό την κοντινή λίμνη.
Καβούκι λεπτό
τα σαλιγκάρια σέρνουν -
βροχή πέρασε.
Ήταν πρωινή η ώρα και στην βόλτα της δεν συνάντησε κανένα να πει μια καλημέρα. Ο δρόμος ίσιος μόνο στα τελευταία χιλιόμετρα υπήρχε μια κάθετη ανηφόρα. Βάρεσε ορθοπεταλιά. Οι γάμπες της πόνεσαν και η αναπνοή της επιταχύνθηκε. Σταγόνες ιδρώτα λαμπυρίζανε στο μέτωπο της, σκουπίστηκε.
Ξερά τα φύλλα
στριμωχτήκαν στην άκρη-
νεκρές οι ψυχές.
Ένα ελαφρύ αεράκι φυσούσε σαν στροβίλισμα πεταλούδας. Έφτασε στην λίμνη. Τα νερά ακύμαντα την προκαλούσαν να ριχτεί μέσα τους. Ένα ζευγάρι βατράχων είχε πάρει θέση πάνω σε ένα ανθισμένο νούφαρο. Περίμεναν τις πρώτες αχτίδες του ήλιου για να λιαστούν και να διώξουν το πούσι της νύχτας απ' τα σώματα τους.
Κόκκινα σπόρια
κατάμεστη η ροδιά -
ποντικού ουρά.
Έβγαλε τα σαντάλια της και βούτηξε τα πόδια της στο νερό. Ήταν δροσερό μιας και την προηγούμενη μέρα είχε ξεσπάσει καταιγίδα. Δεν άργησε να βρεθεί στα γαλαζοπράσινα νερά. Ένα κοπάδι από γριβάδια της χάιδεψαν τα πόδια. Έπιασε αρκετά στην απόχη της. Λαχταριστός ο τηγανητός μεζές, το μεσημέρι, χόρτασε αυτή και την γάτα της.
Κίτρινη φούστα
ετοίμασαν οι λεύκες -
υψηλής τέχνης.
Τρίτη 19 Ιουλίου 2022
Οι χρυσοί κοπτήρες της γιαγιάς
Κάθε φθινόπωρο που η σοδειά απ' τα ρόδια
έμπαινε στα τελάρα για να πουληθούν στην αγορά
έπαιρνα δέκα από αυτά (πάντα δέκα)
για να τα αποξηράνω στον ήλιο.
Τέχνη να αποξηραίνεις ρόδια, τα κρεμούσα
σε κορδέλες κόκκινες και διάλεγα τον ήλιο
του Νοέμβρη που είναι πολύτιμος αλλά και σπάνιος.
Αφού η φλούδα τους ξεραίνονταν κι ήταν έτοιμα
τα τακτοποιούσα σε ένα ξύλινο κασελάκι
που είχε πάνω του ανάγλυφο έναν μονόκερω.
Τα κρατούσα για γούρια της πρωτοχρονιάς.
Βροχή έπεφταν τα ρόδια χρωματίζοντας πατώματα
και τοίχους μα και τα μάγουλα στην ασπρόμαυρη
φωτογραφία της γιαγιάς.
Οι ευχές κρυφογελούσαν, τις έβλεπα πίσω
από την μεγάλη κληματαριά
που γυμνή την υπομόνευε το ξεροβόρι.
Κάποια φορά, πριν την γιορτή, χαράματα ήταν
άνοιξα το κασελάκι.
Τα ρόδια αναπαύονταν με ρόδινη την φλούδα τους.
Πριν κλείσω το κουτί παρατήρησα κάτι να γυαλίζει.
Ένα ρόδι ήταν μισάνοιχτο κι ανάμεσα στους ρουμπινένιους
σπόρους διέκρινα δυο χρυσούς κοπτήρες.
Ήταν οι κοπτήρες της γιαγιάς (έφεραν το μονόγραμμά της)
απόρησα λίγο μα γρήγορα συνήρθα και κατανόησα.
Η γιαγιά με τις συχνές επισκέψεις της στα όνειρα μου
φαίνεται πως κάποια νύχτα αποξεχάστηκε ή το ήθελε
και λησμόνησε να πάρει μαζί της τους μυτερούς κοπτήρες
που ακόμα και τα αμύγδαλα δεν τους αντιστέκονταν.
'Έκλεισα το κασελάκι αφαιρώντας τους.
Ο χρυσοχόος τους έδεσε, τους έβαλε κρίκους
κι εγώ τους πέρασα στην βαριά χρυσή αλυσίδα
απ' τα αρραβωνιάσματα της.
Από τότε μπορώ να ανοίγω φλοιούς από μύγδαλα
μα προπάντων να σπάω το σκληρό περίβλημα της μοναξιάς.
Η γιαγιά είναι μαζί μου, στον λαιμό μου, στον αγώνα μου.
Φαινομενικά και στα επόμενα ρόδια που θα αποξηράνω
θαρρώ θα το επαναλάβει. .
Οι τραπεζίτες της μου φέρνουν για πιο πρακτικοί.
Ο αρωγός
Nikki bungakou
Το φευγιό του άντρα της άφησε πίσω ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Της έμειναν μόνο δυο τρεις φίλες και τα οικόσιτα ζώα της. Ένα κυνηγάρικο σκυλί και ένας σταχτής γάτος που περιμάζεψε από τους δρόμους. Γύρισε σελίδα κι αφιερώθηκε στα ζώα και δη στα αδέσποτα. Αγαπούσε πολύ όλα τα όντα.
Φέτος γνώρισε μια μεγάλη έκπληξη. Ένα ζευγάρι χελιδόνια ήρθαν να χτίσουν την φωλιά τους στο μπαλκόνι της. Παρακολουθούσε με τι τέχνη έχτιζαν την φωλιά τους κι ευφραίνονταν από τα τιτιβίσματα τους. Δεν άργησαν να φανούν οι νεοσσοί. Θαύμαζε το πήγαινε έλα των γονιών για να τους φέρνουν τροφή.
Μια μέρα συνέβη ένα πρωτόγνωρο γεγονός. Ένας από τους νεοσσούς έπεσε απ' την φωλιά του. Πρώτος τον ανακάλυψε ο σταχτής γάτος που αντί σύμφωνα με την φύση του να τον κατασπαράξει ήρθε στα πόδια της νιαουρίζοντας επίμονα.
Σαστισμένη βγήκε στην αυλή κι είδε το μικρό πουλί κάτω. Προσεχτικά το ανέβασε στα αδέρφια του. Ο γάτος της γουργούριζε ικανοποιημένος. Τον χάιδεψε και σαν ανταμοιβή του έδωσε μια ολόκληρη τσιπούρα που μόλις είχε ψήσει.
Στήσανε φωλιά
μαυρόασπροι άγγελοι
στεγνός ο πηλός.
Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022
Ένας ιδιότυπος κήπος
Nikki bungakou
Είχε ένα ψαροκάικο ο καπετάν Ανέστης. Λεβεντάνθρωπος, χρόνια χήρος όργωνε τις θάλασσες. Δυο νοματαίοι ήταν, η κόρη του κι αυτός. Η γυναίκα του πέθανε στην γέννα, το κοράσι επέζησε. Δεν ξανάφτιαξε την ζωή του. Μεγάλωσε τη θυγατέρα του και για όνομα της έδωσε το όνομα της αδικοχαμένης. Μαρίνα, έτσι ονομάτισε και την βάρκα του.
Άσπρισε πάνω στο σκαρί κι η βάρκα του χτυπημένη χρόνια από την αρμύρα έμπαζε νερά απ' τα ύφαλα. Δεν του έκανε καρδιά να την αφήσει να σαπίσει. Καλοτάξιδο σκαρί, του έδωσε αφειδώλευτα πόρους για να ζήσει την οικογένεια του.
Την πήρε στην αυλή του. Έφερε χώμα αφράτο, χωνεμένο φουσκί και κάλυψε ως πάνω το σκαρί. Θα έφτιαχνε έναν λουλουδόκηπο. Τι δεν έσπειρε μέσα, εποχικά λουλούδια κι ένα χιώτικο γιασεμί να μοσχοβολά το νησιωτικό σπίτι.
Μεγάλωσαν τα άνθη και το γιασεμί χρειάστηκε πασσάλους για να αναρριχηθεί. Κάθε πρωί έκοβε κι από ένα κλωνάρι γιασεμιού και το πήγαινε στην κυρά του. Δεν την απολησμόνησε στιγμή κι άσβεστο έμενε το καντήλι της.
Παλιό το σκαρί
παροπλισμένο στέκει
σειρές η μπογιά.
Κυριακή 17 Ιουλίου 2022
Σομόνκα
Λησμονιά
Κίτρινα φύλλα
πλανιόνται μες τον δρόμο
μάγος άνεμος
την υδρία γεμίζω
μαραμένα σ' αγαπώ.
Άπονη καρδιά
βουητό του ποταμού
λιγοστός ύπνος
νερό της λήθης ήπιες
αρμυρισμένο δάκρυ.
*
Ματωμένος έρωτας
Κόβει η λάμα
λαβωματιές αγάπης
κρουνός ανοιχτός
σφαλνώ πώμα υδρίας
της γης νερό σου φέρνω.
Άπατα νερά
κολυμπούν τα δελφίνια
κόκκοι αλατιού
διψασμένη καρτερώ
πηγαδίσιο το νερό.
Χειμωνανθός
Οι θησαυροί της γιαγιάς
Nikki bungakou
Είπε να αλλάξει την διακόσμηση. Οι κουρτίνες είχαν φθαρεί. Τα τραπεζομάντηλα, τα σεμέν, τα καρέ και τα πετσετάκια όλα ευτελούς ποιότητας. Θα έβαζε τα καλά υφάσματα απ' το προικιό της γιαγιάς που φύλαγε τυλιγμένα στα δυο ξυλόγλυπτα σεντούκια. Τα εργόχειρα της γιαγιάς άθικτα απ' τον χρόνο την περίμεναν. Κοφτές κουρτίνες με αγγελάκια, αετούς και παγώνια, σεμέν, καρέ, λινά τραπεζομάντηλα υφασμένα στον αργαλειό και πλεκτές κουβέρτες και πετσετάκια.
Της πήρε μια ολόκληρη μέρα να τα φρεσκάρει, να τα σιδερώσει, να τα κολλάρει. Τελείωσε σχεδόν ξημερώματα. Περιεργάστηκε τους άδειους σχεδόν τοίχους. Το λευκό χρώμα την συνέτριψε.
Ντύθηκε και βγήκε στην αγορά. Θα έπαιρνε πίνακες με θέμα τις θαλασσογραφίες. Διάλεξε έξι πίνακες. Αφού τους τοποθέτησε, το σπίτι έμοιαζε με ορμητήριο πειρατών. Χάρηκε και σαν μια τελευταία πινελιά έφερε μέσα το πιθάρι με τα γεράνια και τα έβαλε μπροστά στο παράθυρο. Θα καλούσε τις φίλες της που για χρόνια είχε χάσει. Αν δεν κατόρθωνε να τις βρει είχε μια άλλη λύση. Θα απευθυνόταν στους προσφιλείς της νεκρούς που επιστήθιοι ήταν φίλοι της για να τους τραπεζώσει.
Λευκό το βλέμμα
αλύγιστος ο χρόνος
νεκρά τα φιλιά.
Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022
Η συνεύρεση
Nikki
Έκλεισε την βαλίτσα. Κοντά της θα έπαιρνε την Κιάρα την αχώριστη φίλη της. Προορισμός της ένα άγονο νησί. Μετά από πολύωρο ταξίδι και με τον άνεμο να δέρνει το καράβι έφτασε στον προορισμό της.
Το ήξερε το νησί μιας κι εδώ παραθέριζε επί τρία συναπτά έτη.
Παντού η κυριαρχία του ασβέστη, οι αναρριχώμενες βουκαμβίλιες, τα μπουγαρίνια κι οι μυρωδάτοι βασιλικοί. Μαντηλοφορούσες νησιώτισσες στα κατώφλια έπλεκαν με το βελονάκι.
Έφτασε στο σπίτι που ενοικίαζε με την σπιτονοικοκυρά της να την προσμένει ολόχαρη. Έπεσε αμέσως να κοιμηθεί και σαν ξύπνησε προς μεγάλη της έκπληξη είδε πως η Κιάρα το είχε σκάσει. Ανησύχησε και τελικά την βρήκε στο λιμάνι παρέα της έναν κανελί γάτο.
Τρόμαξε να την ξεκολλήσει, έβγαζε νύχια. Με τα πολλά την πήρε αγκαλιά. Στον δρόμο είδε στο μπλουζάκι της λεκέδες. Η Κιάρα το πιο πιθανόν θα γινόταν μαμά. Πιστός ο κανελής και γαλαντόμος της έφερνε μπαρμπούνια. Αυτή χαριεντιζόντανε μαζί του κουνώντας ερωτικά την ουρά της. Ένας μεγάλος έρωτας λάμβανε χώρα με σαφείς προοπτικές συμβίωσης.
Περνούν τα γρι γρι
ολογέμιστα δίχτυα
μελάνια σουπιάς.
Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022
Το αλλιώτικο λουλούδι
Τα γαρύφαλλα άνθισαν. Πλούσιες ταξιανθίες χόρευαν ρυθμικά με τον άνεμο. Ανθισμένες κόκκινες γροθιές να τις πλησιάζουν οι μέλισσες το γλυκό να τους πάρουν μύρο. Γλάστρες πήλινες σε οριζόντιους σχηματισμούς έδιναν τόνους ομορφιάς δίπλα στους κρίνους και τους πρώιμους βασιλικούς. Μοσχοβολιές παντού καθιστούσαν τον πρωινό καφέ ιεροτελεστία.
Σμάρι τα άνθη
εξωτική γαζία-
χάντρες κίτρινες.
Απολάμβανε το πρωινό ρόφημα της πριν η πούλια δύσει καθισμένη μπρος στο ξύλινο τραπέζι που μαστορικά με σανίδες πεύκου είχε η ίδια φτιάξει. Οι καρέκλες ακατέργαστες, λίγα κούτσουρα μόνο που ακόμα έσταζαν ρετσίνι, έφτιαχναν μια ιδιότυπη τραπεζαρία σαν αυτές που συναντάς στις ράχες και στα πλατώματα των απόμακρων δασών.
Ζεστά χρώματα
πεταλούδες πετούν-
λάμνει ο κήπος.
Απρόσμενα, αξημέρωτα ακόμη την πλησίασε μια νεαρή τσιγγάνα απ' τον διπλανό καταυλισμό. Φορούσε μακρύ εμπριμέ φόρεμα με βολάν, είχε ελιά στο μάγουλο κι έμοιαζε με αγρίμι. Της διάβασε το χέρι και της έδωσε ένα μαντζούνι του έρωτα. Δεν γύρεψε τίποτα σαν αμοιβή παρά δυο κόκκινα γαρύφαλλα για να στολίσει το μπούστο της και το χωνάκι του αυτιού της.
Λαλεί ο κούκος
μοναχικός στο πεύκο-
ήχος διαρκής.
Το σκοτάδι υποχωρούσε και η αυγή με το λικνιστό της βήμα έβαφε τα βουνά πορφυρά. Η τσιγγάνα με το φιδίσιο κορμί άρχισε να χορεύει χορούς της κοιλιάς. Κουδούνιζαν τ' ασημικά στα χέρια της κι οι χρυσές λίρες στο λαιμό της. Ζήτησε κι άλλο ένα διπλό γαρύφαλλο που είχε καταληφθεί όμως από μια μελισσούλα. Στο μπράτσο της η πληγή από το κεντρί έμοιαζε σαν κεντητό γαρύφαλλο.
Σιγή τριγύρω
μαργαρίτες στο δάσος-
μιλούν γι' αγάπη.
Καλημέρα απανταχού.
Σάββατο 9 Ιουλίου 2022
Οι απόντες
haibun
Φόρεσε το μεταξωτό της φόρεμα. Πετρόλ το χρώμα του έδενε απόλυτα με το σμαραγδι των ματιών της, οφειλή ακριβή απ' τον προπάπου της. Το βρήκε στο βάθος της ντουλάπας, όταν έκανε ένα ξεκαθάρισμα, ξεχασμένο και τσαλακωμένο. Μύριζε όμορφα καθώς νοικοκυρικά τοποθετούσε στα συρτάρια της αποξηραμένα άνθη λεβάντας.
Ανοιχτοί κήποι
χρυσάνθεμα μυρίζουν -
κίτρινοι ήλιοι.
Η πολυκαιρία δεν βίασε το ζωηρό χρώμα του αλλά ούτε προδοσε την εξαίσια του γραμμή. Το φρέσκαρε με πράσινο σαπούνι, το στέγνωσε στο λιακωτό και με προσεκτικές κινήσεις το σιδέρωσε. Είχε πολλές πτυχώσεις και το σίδερο κυλούσε πάνω του τρυφερά σαν χάδι μωρού. Της πήρε πολλή ώρα για να το κάμψει και να το φέρει στην πρωτινή του μορφή.
Φθινοπώριασε
μπουρίνι καταφτάνει-
χορός των φύλλων.
Ζάρα δεν έβλεπες πουθενά, χρησιμοποίησε προστατευτικά ύφασμα για να μην πληγώσει την ευαισθησία του. Της πήγαινε κουτί καθώς διατηρούσε επί χρόνια το ίδιο βάρος. Ανάλαφρα έπεφτε και χάιδευε το σώμα της. Μόνο το πρώτο κουμπί έλειπε που αποκάλυπτε το πλούσιο στήθος της. Έβαλε τα δωδεκάποντα που υπογράμμιζαν το ρούχο αλλά και τις λεπτές της γάμπες.
Μυρίζει η γη
ήρθαν τα πρωτοβρόχια-
γέννα της χλόης.
Είχαν συνάντηση οι παλιοί συμφοιτητές μετά το πέρας μιας εικοσαετίας. Ήρθαν λίγοι οι υπόλοιποι είτε ξεχάστηκαν είτε έφυγαν νωρίς. Ο χρόνος είχε βάλει πάνω τους βαθιά την πατίνα του. Μόνο αυτή διατηρούσε αισθητά την ομορφιά της. Ίσως να βοηθούσε και το φόρεμα που αναδείκνυε το αγέραστο κορμί αλλά και τα βαθυπράσινα μάτια που δεν είχαν χρωματικά σχεδόν καθόλου ατονήσει.
Στέγαστρο σπιτιού
τρύπια τα κεραμίδια -
άντρο σπουργιτιών.
Παρασκευή 8 Ιουλίου 2022
Ολιγαρκής
haibun
Έστριψε το τσιγκελωτο μουστάκι του με μεγάλη επιδεξιότητα. Τι δεν έκανε γι αυτό δεν φαντάζεστε. Το γυαλιζε με μπριγιαντινη, το ψαλιδιζε τακτικά, το χτένιζε και δεν άφηνε καμία τρίχα να εξέχει. Στο κεφάλι του είχε δεν είχε τέσσερις πέντε τρίχες μα το μουστάκι του δασυ κι ακμαίο τον ανταμειβε και τον παρηγορούσε.
Φλάουτο παίζουν
νυχτερινοί οι γρύλοι-
ήχους ξοδεύουν.
Κάθε απόγευμα κάτω από την δροσερή κληματαριά έπαιρνε τα απαραίτητα σύνεργα κι άρχιζε την καθιερωμένη ιεροτελεστία. Με πειθαρχία στρατηγού, μπροστά στο καθρεφτάκι, το σαπουνιζε και το ψαλιδιζε ελαφρά. Το σαπούνι γνήσιο από την μουργα της ελιάς που μόνος του το έφτιαχνε σε μεγάλες ποσότητες.
Γλυκό το θέρος
ακούγονται τζιτζικια-
ύπνος ελαφρύς.
Χρόνια χήρος, δεν την πρόδωσε την κυρία Ευτυχία. Άλλη γυναίκα δεν βρέθηκε να αντικαταστήσει ή να προσομοιασει την θρυλική ομορφιά της. Παιδιά σκυλιά δεν είχε μόνο πέντε έξι φίλους από τα χρόνια του σχολείου. Εκεί στραγγιζε τον θυμό του, τον πόνο του και την πέτρα της μοναξιάς του με ατελείωτες αντρικιες συζητήσεις.
Μαγεύουν τ' άστρα
η πούλια σεργαναει-
γεράνια φέγγουν.
Όποτε δεν είχε άλλη ασχολία έπαιρνε την φλογέρα του κι έπαιζε. Οι καρδιές των γειτόνων ανέβαζαν χτύπους. Με χοντρό καλάμι την είχε φτιάξει μετά το φευγο της κυρας του. Ήταν η συντροφιά του τις ώρες που οι φίλοι του έλειπαν σε δουλειές του χωραφιού. Αυτός δεν είχε κλήρο παρεξ ένα κηπάκι, ένα σπιτάκι από πλίνθους και κανά δυο τρία ζωντανά κι όρνιθες για να τον συντηρούν.
Ψηλά έλατα
χαμηλές ορτανσίες-
βουνίσιος τόπος.
Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022
Αισθαντική ομορφιά
haibun
Φορούσε ένα μακρύ αστραφτερό φόρεμα με βαθύ μπούστο. Όπως ήταν καθισμένη πάνω στην πέτρα έμοιαζε με γοργόνα που συνομιλεί με τα καράβια. Της έστελνε ο ήλιος μια δέσμη φωτός και διαστέλλονταν οι γαλάζιες ίριδες των ματιών της. Έλεγες πως ήταν ψεύτικη σαν νεράιδα που το έσκασε απ' την τροπική ζώνη με τα παραδείσια πουλιά.
Λυγούν τα στάχυα
καλοκαίρι τα δρέπει-
δρεπανιού κόψη.
Είχε μακριά ξανθά μαλλιά με τους βοστρύχους να φτάνουν ως την πλάτη σαν χείμαρρος. Αλαβάστρινο σώμα που το πότισε η αρμύρα και κρουστό βγήκε στην επιφάνεια να διαφεντεύει τα πλήθη των αγγέλων που παραφυλούσαν παράμερα στην ακτή. Αδερφή τους την ήθελαν στα τάγματα τους αρχάγγελο να την ορίσουν και επιστάτρια στους φάρους.
Άκουσμα γρύλου
ξαγρυπνάει η πόλη-
λευκή η νύχτα.
Μύριζε το νυχτολούλουδο βαριά και το γιασεμί έδινε αγώνα να το ξεπεράσει. Ο κόρφος της αιθέρια έστελνε αρώματα που σκέπαζαν όλες τις ευωδιές της γης. Τα χείλη της είχαν το χρώμα του βατόμουρου. Κάνιστρα έπαιρναν τα παιδιά γεμάτα με ροδοπέταλα για να την ράνουν. Κάποιος είπε πως κοιμόνταν με τον ήλιο αγκαλιά κι αυτόφωτη ήταν, μια αρχοντοπούλα των αιθέρων που ήρθε την γη να κατακτήσει.
Φυσάει λίβας
ανακατεύει μαλλιά-
θεϊκοί ώμοι.
Στην κόρη μου.
Τρίτη 5 Ιουλίου 2022
dodoitsu
Αναδιπλώσεις
Κύμα δεν τις δαμάζει
κυκλοφορούν στα βράχια
ανεβαίνουν στον αφρό
πλανεύτρες τσούχτρες.
*
Πολιορκία
Αεικίνητες γυρνούν
τρυφερά πόδια ψάχνουν
μωβ και πράσινες τσούχτρες
βεντούζες τρόμου.
*
Πεισματάρα
Πεισματάρικη τσούχτρα
φαρμάκι το σώμα της
στόχο βάζει στ' ανοιχτά
τρυφερούς γλουτούς.
*
Κουτσομπόλα
Φαρμάκι τα λόγια της
τριγυρνά μες τις ρούγες
μακριά η γλώσσα της
τσούχτρα γυναίκα.
*
Εξόρμηση
Χρυσαφένια η άμμος
πλανεύτρα η θάλασσα
κήτη έχει και τσούχτρες
μωβ καμπανούλες.
*
Το κοπάδι
Τρομερά τα πλοκάμια
κοπαδιαστά πηγαίνουν
ζεστή σάρκα γυρεύουν
πονηρές τσούχτρες.
*
Καρτέρι
Κολυμπάνε στα ρηχά
πανούργες δύο τσούχτρες
αμέριμνος βουτηχτής
πέφτει στ' αγκίστρι.
Προχωρημένη ώρα
Έμαθα να ζω με τους νεκρούς μου
Οι νεκροί μου έχουν μακριούς μανδύες από καμποτο κι έρχονται και
με σκεπάζουν τις νύχτες.
Ξεσκονιζουν τις κορνίζες με τα πορτραίτα τους και δεν ζητούν ποτέ τους φιλοδώρημα.
Μία νύχτα μάλιστα του Γενάρη τότε που το φεγγάρι γύριζε σε πανσέληνο μου χάρισαν όλα τα χρυσαφικά που βρήκαν στις προθήκες του ουρανού.
Έγινα πλούσια ξάφνου και με τα νύχια σκληρά σκάλισα κι άνοιξα τα μνήματα τους καθώς αυστηρά στον ύπνο μου υπαγόρευσαν με λευκό κρασί να πλύνω τρεις φορές τα λευκά οστά τους.
Το ξέρω πως τους έχω κακομαθει μα δεν μπορώ χατίρι να τους χαλάσω.
Δεν ξεχνώ πόσες επίγειες μου έδωσαν χαρές, χωρίς αυτούς ο δείκτης του χεριού μου θα ηταν άδειος και δεν θα είχε το βαθυκόκκινο ρουμπίνι να τον στολίζει.
Άσε που χάριν σε αυτούς υπήρξα και δεν βρέθηκα στους δρόμους να αναζητώ με αναμμένο φακό τους στίχους που είχα γράψει στην εφηβεία μου στα παγκάκια της κοντινής πλατείας.
Δεν χρειάστηκε να δουλεψω για να βιοποριστω καθώς αυτοί έγνοια με είχαν πάντα.
Εδώ το καλό κριθαρένιο ψωμί.
Εδώ ο αστραφτερος κουβάς με το νερό.
Εδώ και τα ψητό της Κυριακής με μπόλικη ανθισμένη ρίγανη.
Εδω και το κιτρινισμενο μου μαντό για να πηγαίνω ευπρεπής στο γειτονικό καφενείο να πίνω τρία ούζα για έναν με συνοδευτικό πάντα παστό βακαλάο και ψωμί μπαγιάτικο.
Έμαθα να ζω με τους νεκρούς μου κι αν κάποτε τους αποχωριστώ θα πει πως έχω πεθάνει θάνατο βασανιστικό.
Δευτέρα 27 Ιουνίου 2022
Κομψοτέχνημα
haibun
Είχε καιρό να βρέξει. Πέρασε το αποκαλοκαιρο κι ούτε μια σταγόνα δεν δρόσισε τη γη. Σήμερα όμως ένα ισχυρό μπουρίνι μαστίγωσε ανελέητα την πόλη. Ήταν ευκαιρία να κατέβει στο ποτάμι για να συλλέξει λειασμενες πέτρες και ξύλα. Πάνω τους θα ζωγράφιζε τοπία και προσωπογραφίες. Πήρε το ταγαρι της, ντύθηκε ανάλογα και ξεκίνησε.
Οργή της φύσης
ήρθαν τα πρωτοβροχια-
σχισμές γεμίζουν.
Στον δρόμο συνάντησε ελάχιστους διαβάτες. Όλοι τους φορούσαν αδιάβροχα, λαστιχένιες μπότες κι είχαν παραμασχαλα πρόχειρες τις ομπρέλες τους. Το βουητό του ποταμιού έφτανε ως εδώ. Σίγουρα απ' την κατεβασιά του θα είχε ενδιαφέροντα υλικά ξεβράσει. Περνώντας από μικρούς χείμαρρους και λασπόνερα έφτασε στον προορισμό της.
Μπουμπούκια παντού
χρυσάνθεμα θ' ανθίσουν-
φθινοπωριασε.
Όντως στις όχθες του είχαν καταλήξει πολλοί θησαυροί. Λασπωθηκαν τα χέρια της μα άξιζε τη θυσία. Μόλις έκανε να φύγει το μάτι της έπεσε σε μια ασυνήθιστη πέτρα. Ήταν μια λεοντοκεφαλη με καθαρά τα χαρακτηριστικά όπως: χαίτη, μάτια και στόμα. Δεν θα συμπλήρωνε τίποτα. Αριστουργηματικά το νερό την είχε σκαλίσει μες τους αιώνες με το καλέμι του.
Παρυφές βουνού
βγήκαν τα κυκλάμινα -
ροδιζουν βράχια.
Κυριακή 26 Ιουνίου 2022
Χαϊκού ( η περίοδος των βροχών στην Ιαπωνία ξεκινά τον Μάιο κι ολοκληρώνεται μέσα Ιουλίου)
Μέσα στο θέρος
ξεκίνησαν οι βροχές-
χαρά της χλόης.
*
Θερινή μέρα
ομπρέλες υγρασία-
σιμά βεντάλιες.
*
Θερινός κλαυθμος
απογευματινή ώρα-
ποτίζει τη γη.
*
Δάκρυα στάζει
ακάματη η βροχή-
κυρά του θέρους.
*
Στάζουν τα κλαδιά
η εποχή των βροχών-
θάλλει το θέρος.
*
Χτυπά το τζάμι
ανελέητη βροχή-
το θέρος γελά.
*
Πάρε ομπρέλα
θερινή ήρθε βροχή-
οσμή χώματος.
*
Βλασταίνει η γη
ξεπερνά το μπόι σου-
μπόρα του θέρους.
*
Τρέχουν στις φωλιές
βροχή για να γλιτώσουν-
ισχνά πουλάκια.
*
Περνά βροχή
το κατώφλι του θέρους-
θεριεύουν θάμνοι.
*
Φορά η βροχή
φλισκούνι στο πέτο-
μέθη του θέρους.
*
Δροσιά στα άνθη
ορτανσίες βρέχονται-
σιγανή βροχή.
*
Βροχερός καιρός
τα σύννεφα γλεντάνε-
εποχή βροχών.
*
Το ψιλόβροχο
φέρνει οσμές στο χώμα -
θερινή γιορτή.
*
Πρώτη σταγόνα
ξεδιψά την καμέλια-
πηλός το χώμα.
Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022
Τανκα
Ο χρυσαετός
τροχιζει τα νύχια του
πάνω στα βράχια
φτερά πετάει φεύγει
ζυγι μες τον αέρα.
*
Μέσα στον κήπο
πλουμιστο το παγώνι
κραυγή αφήνει
βεντάλια τα φτερά του
σιγανό περπάτημα.
*
Πάνω στον οχτο
φυτρώνει το θυμάρι
φτέρες στο πλάι
μέλισσες τριγυρίζουν
απόσταγμα μαζεύουν.
*
Χτυπούν σήμαντρα
φωτιά καίει το δάσος
τρέμουν τα πουλιά
φωλιές εγκαταλείπουν
πισω τους οι νεοσσοί.
*
Ώρα δειλινού
ματώνουν τα ουράνια
ο ήλιος φεύγει
σειρά παίρνουν τ' αστέρια
δυο ημερών φεγγάρι.
*
Ουρλιάζουν λύκοι
μαλώνουν το φεγγάρι
νύχτα ξεκινά
τρομάζουν τα ελάφια
κρύπτες βρίσκουν και μπαίνουν.
*
Χοντρές οι κάπες
τσοπάνηδες σκεπάζουν
γύρω ερημιά
ακούγονται κουδούνια
αμνοί αναχαραζουν.
*
Πέφτουν τα φώτα
θερινά τα σινεμά
μπλε οι καρέκλες
αγιοκλημα τριγύρω
μεθαω στ' άρωμα του.
*
Πλάι στην λίμνη
σειρές οι καλαμιώνες
αέρας φυσά
μουρμουρητο αρχίζουν
βατράχια σιγονταρουν.
*
Λευκοί οι γλάροι
καράβια συνοδεύουν
κατάρτια ψηλά
μες την θάλασσα βουτούν
τρανοί είναι ψαράδες.
*
Άρωμα γύρω
άνθισαν οι γαρδένιες
πρώιμα φέτος
κόβω κλωνί το παίρνω
στολίδι στα μαλλιά μου.
*
Χτυπά το κύμα
ολοχρονίς τον βράχο
όρμους ανοίγει
αμμουδερος ο τόπος
κρινακια ξεπροβάλλουν.
*
Μαύρο το πέπλο
αστροφεγγη η νύχτα
νυχοπερπατα
νταντευει τα παιδιά της
ολονυχτίς η πούλια.
*
Χαλικοστρωτο
χωριού το μονοπάτι
αμαξάς περνά
τρίζουν τροχοί γυρίζουν
κονιορτος τους πνίγει.
*
Πηδούν τις φωτιές
όμορφα τα κορασια
κοντές οι φούστες
στεφάνια φλόγες βγάζουν
μια σπίθα στο φουστάνι.