σου ξαγρυπνά ο έρωτας από την πηγή της αθανασία θα γευτείς.
Αν κοντά σου η φιλαυτία βωμό φιδίσιο στήνει αγκάθια θα σου πλήξουν
την καρδιά φαρμακερά.
haibun
Το χωριό έσφυζε από ζωή. Ο πολύς κόσμος που μετείχε στις γιορτές του συκολόγου έμοιαζε με το πολύβουο μελίσσι που ξέφυγε από την κυψέλη και κρεμάστηκε από το κλαδί μιας γέρικης ελιάς. Παντού ακούγονταν φωνές παιδικές που μαζί με τις γκάιντες των τζιτζικιών έκαναν τους γέροντες στους καφενέδες να μειδιούν ευχαριστημένοι.
Βαριά σύννεφα
απόμακροι κεραυνοί-
παίγνια του θέρους.
Στην πλακόστρωτη πλατεία με τους τρεις εκατόχρονους πλάτανους όλα ήταν έτοιμα για το πανηγύρι. Οι μουζικάντηδες δοκίμαζαν τα όργανα τους κάτι που έκανε το τσούρμο των παιδιών να ξεσπούν σε ατέλειωτα παλαμάκια αλλά και χαχανητά. Τα τραπέζια γεμάτα κόσμο κι η οσμή της ψητής μπουζοπούλας ερέθιζε τους ουρανίσκους.
Γέρικη συκιά
θεόρατοι οι κλώνοι-
μέλι οι καρποί.
Σαν έπεσε το δειλινό το πανηγύρι ξεκίνησε. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν ιδρωμένα με τους κατρούτσους στα χέρια. Οι κλαριντζήδες έδιναν ρέστα με τα φουσκωμένα τους μάγουλα κατακόκκινα από την υπερπροσπάθεια. Δεν άργησαν να αρχίσουν οι χοροί. Έβγαιναν τα μαντήλια και ο τσάμικος γνώριζε δόξες από τους χορευτές που μάγευαν με τις φιγούρες τους ψηλά στον αέρα.
Άμαξα περνά
σκονισμένος ο δρόμος-
παύουν τζιτζίκια.
Το κρασί έρεε σαν ποτάμι όλη την νύχτα. Όταν τα όργανα σώπασαν κι οι πανηγυρτζήδες αρχίσαν να αποχωρούν ένα ελάφι βρέθηκε ατυχώς κρυμμένο στην κουφάλα του πιο γηραιού πλάτανου. Είχε τα μάτια όλο τρόμο κι έτρεμε σύγκορμο. Το πήραν αγκαλιά το χάιδεψαν κι όταν αυτό ηρέμησε λίγο έγινε μπουχός τρέχοντας προς το βελανιδοδάσος.
Σμήνη τα πουλιά
πετούν οι συκοφάγοι-
τρελό γιορτάσι
haibun
Πριν τα μέσα του συκολόγου μήνα ξεκίνησαν οι διακοπές στο εξοχικό, μακριά από την βουή της πόλης. Ένα ελαφρύ αεράκι εμπόδισε την ζεστή να τυραννά το κορμί. Η αυλή γεμάτη με λογής λουλούδια και δέντρα. Στο κέντρο της αυλής δίπλα στο γιασεμί και την βουκαμβίλια κυρίαρχη η συκιά ήταν στις δόξες της με τους πεντάγλυκους καρπούς της.
Ώριμα σύκα
πλησιάζουν οι σφήκες -
ζουζουνίσματα.
Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στο μικρή κωμόπολη. Τα καφενεία γεμάτα και τα παιχνίδια των παιδιών ατελείωτα. Η αυλή βρίσκονταν στο κέντρο και πάντα ήταν ανοιχτή για να υποδεχτεί τους διαβάτες και κυρίως το παιδομάνι που στο μάτι έβαζε τους καρπούς από την κατάφορτη συκιά και σε τίποτα δεν το είχε να ανεβαίνει πάνω της για να γευτεί τους πιο ώριμους καρπούς.
Γέρνει ο ήλιος
μοσχοβολιά γιασεμιού -
δίπλα κατιφές.
Τα βράδια στην πλατεία δεν έπεφτε καρφίτσα. Σχεδόν πάντα μια ορχήστρα θα υπήρχε να παίζει τα μακρόσυρτα τραγούδια που έφερναν κέφι και ζωντάνια στο πλήθος. Με την συνδρομή του κρασιού πραγματικά το γλέντι άναβε. Η πίστα ήταν γεμάτη με πολλές δίπλες από χορούς, πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα και ιδρωμένα μαντήλια.
Αχτίδες θέρους
κουβάρια μαζεύονται -
ρόδα στο βουνό.
Οι γυναίκες με τα ψηλά τακούνια ίσα που συγκρατιόνταν όρθιες. Κάποιες τολμηρές τα έβγαζαν και τα πετούσαν μακριά για να συνεχίσουν ξυπόλητες να χορεύουν. Ερωτικά βλέμματα ανταλλάζαν με τους κρυφούς τους έρωτες. Ενώνονταν τα χέρια και οι καρδιές σφυροκοπούσαν δυνατά. Τα γλέντια κρατούσαν ως το ξημέρωμα τότε μόνο που βάραιναν τα βλέφαρα κι έκλειναν.
Βγήκαν τα τζίνια
πολύχρωμα παρτέρια-
καμβάς ζωγράφου.
Βγήκε με το ελαφρύ της φόρεμα στην θεοσκότεινη νύχτα.
Πουθενά ούτε ένα αστέρι μα ούτε καν φεγγάρι
παρά ένας χαμηλωμένος και συννεφιασμένος ουρανός
σαν βαριά πατατούκα σε σώμα ορεσίβιων βοσκών.
Τα τζιτζίκια τραγουδούσαν ακόμα, αδιαφόρησε,
αυτή ένα μόνο σκοπό είχε, να διώξει τη μέθη απ' τη καρδιά
και τα σύντομα όνειρα της να τα βάλει λίγο σε τάξη.
Βοηθός της η δροσερής αύρα που σεργιάνι είχε βγει,
νύχτα του Αυγούστου, εκεί κοντά στον μόλο.
Απαλά τις βάρκες κι ερωτικά πέρα δώθε τις νανούριζε
και στον δρόμο των μακρινών ταξιδιών που ποτέ δεν έκαναν
με ένα νεύμα τις έβγαζε παίρνοντας τες αγκαζέ
κι ανάβοντας όλα τα φώτα στα φινιστρίνια.
Στα στενά σοκάκια της πόλης ουδείς.
Ο Μορφέας είχε κάνει πολύ καλά την δουλειά του
κι είχε βυθίσει στα σκοτεινά του πέπλα κάθε ύπαρξη
ζωντανή αλλά και νεκρή.
Αποκοίμισε βαθιά μωρά, δασύτριχους έφηβους, μικρομάνες
και άντρες που με τα στιβάνια τους κοιμήθηκαν
καθώς απ' τον ιδρώτα είχαν γίνει ένα με το πέλμα τους και τη γάμπα τους.
Είχαν δοθεί ψες στο χορό κατά το γαμήλιο γλέντι που έγινε στην πλατεία
τη γεμάτη με δράκαινές, τρεχούμενα νερά και λιγωτικά νυχτολούλουδα.
Περιπλανήθηκε στην πόλη ώσπου έφτασε στα άκρια της.
Σιγή στο κοιμητήριο, μπήκε στο εσωτερικό του.
Οι νεκροί είχαν ανοίξει τις πλάκες και είχαν βγει έξω
για να απολαύσουν τον μεθυστικό ύπνο πλάι στις ντάλιες
που η σάρκα τους τις είχε πλούσια θρέψει
και κάλυπταν με τα ιώδη άνθη τους όλο τον χώρο απ' άκρη σε άκρη.
Καλόβολοι οι νεκροί δεν απαιτούσαν τίποτα παρά μόνο
να απωλέσουν την μνήμη και τα κονταροχτυπήματα του έρωτα
να αποφύγουν καθώς το αίμα τους έμοιαζε με εκείνη του πάγου
την χοντρή κρούστα που τους κρατούσε ζωντανούς.
Μετρημένοι οι ήχοι κι οι κινήσεις έσπαγαν την σιγή των κυπαρισσιών.
Ένας ευτραφής γέροντας ροχάλιζε δυνατά,
μια δεσποσύνη παραμιλούσε με λόγια ακατανόητα,
ένας νεαρός υπνοβατούσε παίζοντας μπάλα με το κρανίο της τρελής
κι ένας φάλτσος τραγουδιστής εγκωμίαζε τα σαρκοβόρα φυτά
και τα αδύναμα άνθη της μαγιάτικης παπαρούνας .
Γεμάτη εικόνες έφυγε από το κοιμητήριο, πλησίαζε η αυγή
και οι νεκροί είχαν ξυπνήσει κι αποσύρονταν στις τρύπιες τους κάσες.
Περιμάζεψε μόνο το ορφανό κρανίο και το έβαλε στην τσάντα της.
Μπήκε στην πόλη που σιγά σιγά άρχισε να ξεφεύγει από τον λήθαργο.
Στάθηκε στο καφέ με τα πολλά γκράφιτι κυρίως φιδιών.
Χαρούμενο το γκαρσόνι την κέρασε ένα σκέτο καφέ
με συνοδευτικό κουλουράκια κανέλλας και βανίλιας.
Τον ευχαρίστησε και παράχωσε στην τσάντα της ένα κουλουράκι.
Ήταν η πρώτη πελάτης κι όλοι στην πόλη γνώριζαν πόσο
γουρλού ήταν εξ ου και το κέρασμα του καφέ άλλωστε.
Έμεινε εκεί μια ώρα περίπου και κανείς πελάτης δεν φάνηκε.
Έκανε να φύγει και τότε ξαφνικά έπεσε πάνω
σε μία ακέφαλη γυναίκα με μακριά καπαρντίνα.
Βάδιζε με προτεταμένα τα χέρια για να βλέπει στο σκοτάδι.
Φοβόταν μην τσακιστεί και πέσει πάνω στην τζαμόπορτα.
Την πλησίασε και με κινήσεις ακριβείας της άρπαξε την τσάντα.
Πήρε το κρανίο και το φόρεσε στο ωραίο της σώμα.
Τώρα είχε πια το φως της κι οι κίνδυνοι είχαν απομακρυνθεί.
Η ωραία τρελή έφυγε κι αυτή τράβηξε για το σπίτι.
Άνοιξε και μπήκε μέσα, το νιαούρισμα της γάτας την καλοδέχτηκε.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τότε έντρομη παρατήρησε
πως αντί για το φόρεμά της φορούσε την καπαρντίνα της τρελής.
Έκανε να την βγάλει μα επ' ουδενί δεν ξεκολλούσε απ' το σώμα της.
Κοιμήθηκε με αυτήν κι όταν ξύπνησε διαπίστωσε πως ήταν ολόγυμνη.
Πάνω στην συρταριέρα της είδε στερεωμένο το κρανίο με δυο κεριά
χωμένα στους οφθαλμούς που έβγαζαν τρεμουλιαστές φλόγες.
Παραλογίστηκε όταν αντίκρυσε κρεμασμένη απ' τον καλόγερο την καπαρντίνα.
Στο μπράτσο της καρέκλας ήταν ακουμπισμένο το φόρεμα μούσκεμα στον ιδρώτα.
Η ωραία τρελή την ακολούθησε και την πέρασε στην αντιπέρα όχθη.
Στο πάτωμα κείτονταν μια μαρμάρινη πλάκα με χαραγμένο πάνω
το όνομά της και με την προσθήκη με έντονα γράμματα της φράσης:
Απεβίωσε σήμερον.
Έχεις δει πέτρα να αγκομαχάει όταν σε χέρια παιδιού
βρεθεί και στο σημάδι παίρνει δεκαοχτούρες και ταπεινά σπουργίτια.
Έχεις δει βράχο ξεμπράτσωτο που σε αλατιού γούβες σκύβει
και κρυστάλλους αλατιού μαζεύει να νοστιμίζει το ψωμί
του εργάτη και του φτωχού ψαρά την κακαβιά.
Έχεις δει ακροβούνια να αντέχουν το χιόνι και στα σπλάχνα τους
τις ρίζες να καλοδέχονται απ' τα έλατα, τις οξιές, τις φλαμουριές
και τα αήττητα πουρνάρια.
Έχεις δει αγκωνάρια δίπλα στους ποταμούς που πλάτη βάζουν
στην μέντα, στους κισσούς, στις καλαμιές και στα θεόρατα πλατάνια.
Και μήπως πρόσεξες τα πέτρινα γιοφύρια που ψυχές
τα κατοικούν που με λαδάκι και βάλσαμο τις πληγές τους καλύπτουν.
Έχουν ιστορία οι πέτρες, ανοχή και βαριά κληρονομιά.
Πάνω τους ο γλύπτης με το καλέμι του ζωή τους εμφυσά
και μορφές άγιες γίνονται του κόσμου σκαλίζει.
Ρήτορες που για βάθρο τις έχουν τον μεγάλο να πουν λόγο
σε πλήθη ανακράζοντα μπροστά στην λεπίδα της αλήθειας.
Κι ακόμα αναλογίζομαι τις μαρμάρινες κόρες και τους
κούρους που στα βάθη της θάλασσας βρίσκονται ναυαγισμένες.
Φωλιές των ψαριών γίνονται και των κοραλλιών υποστήριγμα,
προσμένοντας αιώνες τώρα τα δίχτυα ενός ψαρά ή το έμπειρο
μάτι των σφουγγαράδων στην επιφάνεια να τις φέρει.
Οργίζονται οι πέτρες, πονούν κι άλλοτε πάλι φιλικό
γίνονται προσκεφάλι την κούραση του αρματολού να πάρουν
δίπλα στο καριοφίλι, στα σταυρουδάκια της μάνας και
στα ζεστά φιλιά της αγαπητικιάς.
Καρτερικές οι πέτρες, βότσαλα γίνονται στις απόκρημνες ακτές
που σκούνες τις πλησιάζουν με ναύτες αγριωπούς με μακριά γένια.
Εκεί ακουμπούν το προσφάι τους και σε κώνους τις στήνουν
φωτιά να ανάψουν τα κουρασμένα τους χέρια να ζεστάνουν
και το κρι κρι να ψήσουν που αλάτι στην γλώσσα και στα
σπλάχνα του έχει αποθηκεύσει.
Είναι αισθαντικές οι πέτρες πάνω τους ο βασιλικός, το γεράνι,
η αρμπαρόριζα και ο διπλός κατιφές σε καντούνια νησιών
και σε αγροτόσπιτα.
Κι ακόμα οι λείες από αυτές, επιφάνεια γίνονται να 'ρθει ο ζωγράφος
με τα εκτυφλωτικά χρώματα και τα πινέλα την ζωή να αποτυπώσει.
Πάνω τους η κυκλαμιά, το καράβι, του νεκρού το πρόσωπο και
τα πυργόσπιτα με τους τρείς ορόφους και τις πολεμίστρες.
Πάνω τους ελεήμον το βλέμμα της γοργόνας, το χτένι της κυράς
και της Παναγίας το μεγάλο μάτι.
Ζουν αιώνια οι πέτρες.
Σπήλαια και δρακόσπιτα γίνονται και αρχαίες στήλες που ένδοξους
στίχους ποιητών φιλοξενούν και στρατοκόπων παραγγέλματα.
Στο χωράφι το υνί τις παραμερίζει αφράτο να γίνει το χώμα
έτσι που να υποδεχτεί τον σπόρο του δίκοκκου σταριού,
γέννημα να γίνει και τροφή στα μαυρισμένα από την πείνα μάτια
στις παραγκουπόλεις της γης.
Θέλησα να αιχμαλωτίσω το βλέμμα σου
τα βάθια του εαυτού σου να εξερευνήσω.
Πήρα διχάλες παιδιών από ξύλο οξιάς
τις παιδικές μου μνήμες να αναστήσω
που σαν ταύρος μαινόμενος στην αρένα
με προκαλούσαν να μπω.
Δεν τα κατάφερα, οι σπίθες μου έκαψαν
την διχάλα, μύριζε η καμένη οξιά κι έλεγα
πως ήμουν σε ένα αποτεφρωμένο δάσος
χωρίς ελάφια και πουλιά, χωρίς τους εκδρομείς.
Το βλέμμα σου δύστροπο έγινε, το πλησίασα
το μπέρδεψα με νήματα αδύνατον να το συλλάβω,
ξεμπέρδεψε τα νήματα και λαβές έβγαλε σαν μαχαίρια.
Έκανα προσπάθεια να απομακρυνθώ μα το
κοντομάνικο μαχαίρι ίσα στην καρδιά με βρήκε.
Αιμορραγούσα, κανείς δεν το έβλεπε, προς τα μέσα
έτρεχε η πληγή αίμα και πύον, πώς να γιατρευτώ;
Πρόστρεξα στην μάγισσα μου, αυτή που στους
ποταμούς ζει κι έχει για σπίτι της ένα ολάνθιστο νούφαρο.
Διάβασε την σφαίρα, γιατροσόφια και φίλτρα μου έδωσε
το σοκ του σώματος να εξευμενίσει και τα σκοτάδια του έρωτα
με φως αστρικό να φωτίσει, έτσι που σαν θεά να μοιάζω
με χιλιάδες βέλη στα χέρια κι ένα καλόβολο άλογο
που με τα φτερά των ποδιών του θα με έφερνε κοντά σου πάλι.
Δεν παραιτήθηκα στιγμή, ξόβεργες έστησα και δόκανα
πλάι στις ακτές σου έβαλα το βλέμμα σου να κατακτήσω.
Ήρθες σαν τον μαΐστρο που κατατρώει τους βράχους.
Δεν με είδες, στο πιο ψηλό αρμυρίκι ο Πήγασος με πήγε
Κατόπτευα τις κινήσεις σου.
Η ανάσα σου με ζέσταινε.
Στο χαλασμένο σου ρολόι μετρούσα τα δευτερόλεπτα.
Περπατούσες στις ακτές αμέριμνος.
Τα δυο σου μάτια πύλες θεϊκές που βγαίνει το δισκοπότηρο
με τον άρτο και το νάμα.
Μέθυσες.
Εκεί ήταν που σε συνέλαβα.
Πιάστηκες στις ξόβεργες, στο δόκανο χρυσαφένιες άφησες
τις σπίθες των ματιών σου.
Αόμματος πετούσες βότσαλα λαβώνοντας μέδουσες,
χελιδονόψαρα και τα μακριά πλοκάμια των χταποδιών.
Το βλέμμα σου στα χέρια μου σαν καρδιά που πάλλεται
και διάπλατα ανοίγει στα μυστικά σου μονοπάτια με οδήγησε.
Σε γνώρισα.
Σε φυλάκισα.
Σε γλύκανα με φιλί.
Τις σπίθες δεν φοβήθηκα στιγμή.
Κουβάρια τις μάζεψα κι άρχισα να πλέκω με βελόνες
ασημένιες αποξαρχής το στρώμα που πλαγιάσαμε
την πρώτη νύχτα, τότε που τ' αστέρια πυγολαμπίδες έγιναν στη γη.
Αήττητη τώρα σε παρακολουθώ και κοντά μου σε φέρνω.
Με τις σπίθες που περίσσεψαν αραχνούφαντο φόρεμα έφτιαξα,
φουλάρια πολλά και και πουκάμισα αδειανά της Ελένης.
Στο σώμα σε φορώ.
Όμορφη γίνομαι.
Και με το πουκάμισο στις εκστρατείες με το φαρί πηγαίνω.
Είσαι εδώ, σε ταΐζω, σου φτιάχνω μύθους και ερωτικά
ποιήματα σου απαγγέλω.
Τις λίγες σπίθες που δεν σπατάλησα πίσω στις επιστρέφω.
Το φως σου βρίσκεις και με τα βότσαλα παύεις
τους κόσμους μου να πληγώνεις.
Πάνω τους ζωγραφίζεις μέδουσες, χελιδονόψαρα, χταπόδια
και καράβια τρικάταρτα.
Στους ποταμούς τα αφήνεις κι όταν στην Αχερουσία πύλη θα μπουν
οβολούς δε θα σου ζητήσουν και τον βαρκάρη
με τα κοντομάνικα μαχαίρια θα σκοτώσω.
Εκείνα που με σημάδευες παιδούλα ακόμα
και στις σπηλιές σου με οδηγούσες εξιλαστήριο θύμα
στους θεούς των ερώτων να με δώσεις.
(Το δέντρο του Τενερέ στάθηκε για δεκαετίες στην έρημο ρίχνοντας ρίζες βαθιές 36 μέτρα υπόγειες φλέβες νερού να βρει. Τελικά χτυπήθηκε από ένα φορτηγό και έπεσε. Φυλάσσεται σε μουσείο κι ένα μεταλλικό στην ίδια θέση το αντικατάστησε.)
Βαθύριζο δέντρο της άκαρπης ερήμου
Σκιά πάνω στην άμμο φευγαλέα ο ήλιος την διαπερνά
Απλώθηκαν οι φυλλωσιές χορός των φύλλων ξεκινά
Αχόρταγα σε φλέβα νερού μεταλαμβάνει.
Θαύμα της φύσης εφήμερο που το απρόβλεπτο τη ζωή συντρίβει.
*
Η έρημος πλήγωσε τα πόδια τρύπια σανδάλια
Διαβάτης λιγνή σκιά βρίσκει αναπάντεχη δέντρου φυλλωσιά
Πεσκίρι με σχέδια τετράγωνα ανοιχτό
Λιγοστό το φαγί δύσκολα σε χορταίνει
Κουκούτσι στο χώμα βυθίζεται μελλοντικός φίλος στην μοναξιά.
*
Αμολιέται με πείσμα η ρίζα βαθιά στο χώμα
Πολλά τα μέτρα υδάτινη προβάλει φλέβα νερού
Έρημος παντού αφιλόξενη στοά του ήλιου
Μόνο μια σκιά δροσίζει καμηλιέρηδες
Ασθμαίνουν τα ζώα δίπλα στα αποδημητικά πουλιά.
*
Βαρύ όχημα την ζωή διαιρεί θάνατο σπέρνει
Μεταλλικό στήθηκε δέντρο καταμεσής στην έρημο
Γαμψά τα νύχια των πουλιών το επισκέπτονται
Ξύλινα κλαδιά στο μουσείο φύλλα δεν πετούν
Ο αγώνας δάφνες δεν έδρεψε μάταιος κόπος.
*
Αγωνιώδης η παλαίστρα της ζωής
Καλύπτρες σαν φτυάρια σκάβουν την γη
Δροσερό το νερό τιτάνιος αγώνας δόθηκε
Ξεπροβάλουν φύλλα στα κλαδιά
Η έρημος φιλικό γίνεται άντρο κοσμογονίας θαύμα.
*
Στρώμα άμμου στα φύλλα αέρας την αποδιώχνει
Χάρμα οφθαλμών το πράσινο ζωνάρι σκιά χαρίζει
Διαβάτης ανακούρκουδα κάθεται
Άδικά η καμήλα χορταράκι ονειρεύεται
Αφιλόξενος τόπος με μια μόνο πινελιά ζωής μέσα στην αμμοθύελλα.
Παχύς ο ίσκιος σου σαν την προβολή πλατάνου
πάνω στο πλακόστρωτο δρομάκι ώρα δειλινού
που διαβάτες δέχεται.
Κορμός δυο αγκαλιές, κλαδιά δασιά, χώρο
να δίνουν στα τζιτζίκια, στα αηδόνια
και στους πετροκότσυφες.
Δίπλα του μια βρυσομάνα γάργαρο να τρέχει το νερό
σαν το αίμα στις δικές σου φλέβες
την ώρα των στεναγμών.
Αγαπώ την δροσιά του κορμιού σου
και το δισάκι μου δένω πάνω στο κλαρί
των δακτύλων σου, καλούδια γεμάτο.
Μέσα του το προσφάι μου, το κομποσκοίνι
τις προσευχές μην ξεχνώ,
το κρίθινο καρβέλι του ήλιου και τα σανδάλια μου
καθώς ανυπόδητη προχωρώ στην ζωή.
Ερωτικό το σώμα σου σαν τον κορμό του δέντρου
που χαράξαμε μια ημέρα τα σύμβολα της αγάπης.
Προχωρώ και σε βρίσκω.
Σε αγκαλιάζω και χάνεσαι.
Ανυποχώρητη σκάβω τις ρίζες σου,
εδώ η πέτρα της βασκανίας,
εδώ το πρώτο σου κλάμα
κι εκείνο το αρχαίο περιδέραιο με τις μέλισσες.
Είχες πει πως θα μου το χάριζες, δεν το έπραξες.
Γυμνός έμεινε ο λαιμός μου σαν το αλώνι της πατρίδας
κατάντικρυ στον ήλιο μετά τον θερισμό.
Ασθμαίνω, διψάω, ιδρώνω, πληγώνονται τα
πέλματα μου, σε ακολουθώ.
Τυμβωρύχος γίνομαι και τις προθήκες σου αδειάζω.
Αντιστέκεσαι, σε παρακάμπτω, δεν σου μιλώ, κρύβομαι.
Παίρνω βουρτσάκι αφαιρώ με προσοχή το χώμα.
Στην επιφάνεια σε φέρνω.
Παίρνω το γαλάζιο της χάντρας και κόρη στα μάτια το φορώ,
ομορφαίνω.
Το κλάμα σου σέβομαι, στον χείμαρρο το ρίχνω.
Μένω με το περιδέραιο, η μια μέλισσα με τσιμπά,
δεν υποχωρώ στον λαιμό μου το δένω,
ένας κόμπος ιδρώτα κλείνει την πληγή.
Όμορφη σεργιανώ στα αλώνια,
οι θεριστές με καλοδέχονται, τους ψιθυρίζω το μυστικό μου,
γελούν και με κρύβουν στις θημωνιές.
Τα άλογα ρουθουνίζουν, ζεσταίνομαι,
στην χαίτη τους καταλύω,
αμαζόνα γίνομαι και στο κυνήγι σε παίρνω.
Σε φτάνω μου γλιστράς.
Σε γεννάω με αποκρούεις.
Σε πολιορκώ κάστρο γίνεσαι.
Σε πυρπολώ στα χέρια μου πέφτεις.
Γνωρίζω ξανά τους ιστούς σου, τα οστά σου
κι εκείνη την φλέβα του δεξιού σου ποδιού
που πάλλονταν τις νύχτες.
'Έμβρυο γίνεσαι σε κυοφορώ.
Δύσκολη κύηση, παλίνδρομο γίνεσαι σώμα.
Ο πλακούντας ο τάφος σου και η φάτνη σου.
Σε θρέφω, μορφή παίρνεις.
Βαραίνει το σώμα μου, σε μαθαίνω,
διοργανώνω τελετές και σε καλώ.
Μεθάς, βρίζεις, ερωτεύεσαι, στην λήθη
προσκρούεις την μάχεσαι,
νικηφόρος μπαίνεις στις πόλεις μου
με τρόπαια στα χέρια και στις άμαξες.
Εφτά χρόνια στην μήτρα μου κατοικείς,
δεν κουράζομαι, τις οδύνες περιμένω.
Όταν σε γεννήσω δυο μέλισσες θα έχεις για χέρια,
το στόμα σου ένα ρύγχος το νέκταρ να τρυγάς,
φτερά τα πόδια σου κοντά μου να έρχεσαι,
γλυκούς χυμούς στο σώμα μου να αφήνεις.
Ξεκλέβω κερί και κερήθρα σου φτιάχνω μέσα στα κύτταρά μου.
Σε εμπεριέχω.
Το αίμα μου μέλι,
ζαχαρωτό από μια παλιά εκδρομή.
Σε γεύομαι, σε ποθώ, με ανασταίνεις.
Ψηλώνω, βρίσκω τους χαμένους μου πόντους.
Ηλίανθος γίνομαι κι εσύ ο δεύτερος μου ήλιος.
Ανέφελος ο ουρανός μου, φρένο τραβάει και τον χρόνο
σταματά στην πιο μεγάλη του ηλιοστάσιου μέρα.
Λαμπρός να βγαίνεις στον κόσμο και γλυκύς
σαν τα άλκιμά μου κύτταρα που τις νύχτες σεργιάνι
με πάνε στων ηδονών τις ατραπούς.
Αν ερχόσουν τώρα με τα φτερά σου ορθάνοιχτα
τι θα συναντούσες;
Θα βρεις τις πικροδάφνες μου μισομαραμένες κι άτονες
κι εκείνο το γιασεμί του κήπου με τον ξύλινο κορμό
απελπισμένα να προσπαθεί τα άνθη να συγκρατήσει.
Οι νύχτες μου μυρίζουν γιασεμί και νυχτολούλουδο.
Όλα στην υπηρεσία της νύχτας.
Όλα δοσμένα στων άστρων την χόβολη, εκεί ψήνω τον καφέ μου.
Από εκεί ξεκρεμάω τρεμουλιαστό φως, το προστατεύω,
σε κεριά και σε καντήλια το μεταλαμπαδεύω έτσι που
να φωτίζω αχνά της ψυχής την ατραπό που ανοιχτή έχει
πορεία μόνο προς τα ύψη.
Το φόρεμα μου έχει σταξιές από κερί, έχει εγκαύματα
από των άστρων τις τρεμάμενες φωτίτσες.
Είπα να χρησιμοποιήσω πυρσούς, άνετα να μπαίνω
στο δέντρο των φλεβών και στα κρύα σπήλαια.
Θυμάσαι που είχαμε ανακαλύψει έναν χειμώνα ένα σπήλαιο
που ούτε ακόμα τα ζώα του δάσους δεν το είχαν βρει.
Εκεί κοιμάμαι τις νύχτες. Δεν είναι όνειρο μην μπερδευτείς,
Είναι το σπήλαιο μας, η καταφυγή μου απ' τα γήινα.
Το στολίζω με άνθη γιασεμιού, με κιλίμια, ανεβατά εργόχειρα.,
και πιθάρια με γεράνια από τους κήπους της μάνας μου.
Αντέχω το ψύχος.
Αντέχω τα αυστηρά μάτια των ζαρκαδιών.
Δεν με φοβίζουν τα χνώτα της γηραιάς αρκούδας.
Έχω τους πυρσούς μου, τα κεριά μου, τα λυχνάρια μου
και την περιβολή του γαλαξία για μεσοφόρι με αγαπούν.
Αν αποφασίσεις να έρθεις φύλαξε στην τσέπη σου
πέντε βαγιόφυλλα, εκεί που μένεις κατάσπαρτο είναι το
μέρος με βάγιες πανύψηλες.
Μην ξεχνάς άλλωστε πως κι οι ήρωες εκεί έχουν στήσει κονάκια.
Εγώ θα είμαι εδώ.
Πήρα αποστάγματα λουλουδιών κι έφτιαξα έναν πίνακα τεράστιο
και τι δεν έχει πάνω δεν φαντάζεσαι.
Χρυσαετούς, φτερά παγωνιών, ξέπλεκες κόρες,
της Φαιστού τις όμορφες γυναίκες, ασφοδίλια
και τις αγαπημένες σου παιώνιες.
Στο κέντρο τοποθέτησα τη μορφή σου ούτε ένα κύτταρο
δεν μου διέφυγε, τίποτα δεν ξεχνώ.
Πιστά σε ζωγράφισα, λίγο τα φτερά σου με παίδεψαν
έτσι λευκά με θάμπωναν, δάκρυζα χωρίς να κλαίω,
τα κατάφερα όμως μια χαρά, στην ανάγκη θα έβαζα τα δικά μου.
Έλα μια νύχτα να τον δεις.
Χρειάζομαι λίγο λάμψη απ' τα μελιά σου μάτια να προσθέσω ακόμα.
Τον έχω ακουμπήσει σε έναν βράχο.
Δεν είναι δύσκολη η προσέγγιση, άλλωστε τα πόδια σου
στιβαρά είναι δεν θα δυσκολευτείς.
Μόνο μην ξεχάσεις τα βαγιόφυλλα στα μαλλιά σου να τα αποθέσω
δοξαστικους να σου φτιάξω ύμνους, αθάνατους.
Έλα να στον χαρίσω, απόκαμα από την δουλειά.
Εσύ μόνο και μόνο εσύ μπορείς να τον δεις.
Εσύ να τον ξεκρεμάσεις απ' τον βράχο χωρίς να καταστραφεί.
Τρελή γίνομαι κι ο έρωτάς σου εμπνέει τα ελάφια, τα ζαρκάδια,
εμένα κι όλη την πανστρατιά των άστρων .
Η λευκή αρκούδα, έννοια σου, σε νάρκη έπεσε.
Έλα, φοβάμαι πολύ τον ήλιο μην έρθει και τον αποχρωματίσει.
Το λευκό σου πουκάμισο κιτρίνισε στον γιακά,
στις ραφές και στις μασχάλες.
Χρόνια αφημένο στην ντουλάπα πλάι στα
μεταξωτά μου φορέματα και στα φουλάρια.
Το πρόσεξα προχτές επ' αφορμή το όνειρο που είδα,
αυτό φορούσες όπως άλλωστε έκανες σε κάθε σχόλη.
Θέλησα να το πλύνω με λουλάκι ή με ένα λευκαντικό
μα αμαρτία σκέφτηκα πως θα είναι.
Πάνω του τα ίχνη σου, ο ιδρώτας σου, το νερό
που λούστηκες κι ίσως το λέκιασε μα κι αυτό το σάλιο μου
σαν σε φιλούσα ντροπαλά στο λαιμό.
Ποτέ δεν το φόρεσα κι ας είχαμε περίπου το ίδιο σουλούπι.
Το λευκό δεν μου πήγαινε, χλωμή όπως είμαι
θα έδειχνε το πρόσωπο μου ακόμα πιο ασθενικό.
Εγώ πάντα στο γαλάζιο άντε και στο λίγο μωβ δινόμουν
καθαρά να καθρεφτίζουν την καρδιά και τα πάθια της.
Το πουκάμισο που λες στο εκθετήριο της ψυχής θα το βάλω.
Εκεί του πρέπει να σταθεί δίπλα στα λιανά τραγούδια που δεν έγραψα.
Πως αγαπούσες το λευκό στα μεθύσια του έρωτα,
κουβέντα για άλλο χρώμα δεν σήκωνες.
Λευκά τα χέρια σου.
Λευκές οι σελίδες που τιθάσευες με την πένα σου
έτσι που να βγαίνει το ποίημα στην επιφάνεια με στητό το κορμί.
Λευκά τα πανιά της εκστρατείας σου.
Λευκά τα κρινάκια της αμμουδιάς που λάτρευες και
σε γλάστρα ένα φθινόπωρο τα φύτεψες.
Έπιασαν, χαμογελούσες, πάντα τα χέρια σου θαυματουργά ήταν.
Θα το αφήσω ως έχει, με τα αποτυπώματα σου
με το δικό μου ντροπαλό άγγιγμά σαν πεταλούδας περιδίνηση.
Πως να σε φτάσω;
Προπορευόσουν, μεγαλειώδης, με την ανάσα καυτή.
Τα γαλάζια, σου έλεγα, μου πηγαίνουν, όπως και τα ξέφτια
και τα περίσσια γαζιά και στο φευγιό σου αυτά θα έβαζα
μα κάποιοι εντολοδόχοι σου με διέταξαν στα μαύρα να ντυθώ.
Μου φόρεσαν άλλοι τα ρούχα, τρέμανε τα χέρια, τα μάτια
δάκρυζαν δεν έβλεπα τις κουμπότρυπες.
Έκλαψα παραπάνω γι' αυτό το γεγονός, παρά για σένα.
Μη το θεωρήσεις προσβολή μηδέ απάρνηση και λήθης φτερό.
Το λευκό σου πήγαινε, εγώ ως σήμερα το φοβάμαι το λευκό.
Από μικρή φοβόμουν τις λευκές δαντέλες της γιαγιάς μου,
τα λευκά φεγγάρια του Αυγούστου όπως και την λευκή
τρίχα που ανακάλυψα πριν γυναίκα γίνω ζερβά στο μέτωπο.
Με καταδιώκει όπως κι οι άγραφες σελίδες
που για ποιήματα διψούσαν μα το χέρι αγκυλωμένο δεν ημπορούσε.
Εσύ ο ποιητής κι ο στιχοπλόκος.
Εσύ το θρήσκευμά μου.
Το λευκό σου πουκάμισο (με τα σημάδια του) πρωταγωνιστής της ζωής μου.
Η ψυχή ξαγρυπνά και στο εκθετήριο σκοπούς έχει βάλει
τα δυο σου μελιά μάτια.
Λιτανείες δεν θέλω μα ούτε και επισκέπτες.
Τραχιά η μοναξιά αλλά επέλεξα ταίρι να της βρίσκω εσένα.
Nikki bungako
Πέταξε το σακάκι του χωρίς να κοιτάξει τις τσέπες.
Αδιόρθωτη, πώς το έκανε;
Κι αν μέσα στην τσέπη είχε κάτι πολύτιμο αλλοίμονο
πήγε χαμένο.
Και δεν μιλάω για τίποτα μπακιρένια κέρματα απ' τα
ρέστα μιας Κυριακής στα παλαιοπωλεία.
Μιλάω για την ύπαρξη μιας πλειάδας φιλιών,
κλεισμένα με τάξη μες την παλιά ατζέντα,
φιλιά που δεν πρόλαβε να δώσει.
Φιλιά που άγνωστο έχουν τώρα παραλήπτη.
Πώς το έκανε;
Κι αν δεν ήταν τα φιλιά κάτι σίγουρα ολόδικο του θα υπήρχε εκεί:
Το καθρεφτάκι του, ο νυχοκόπτης του, η χτένα του.
Ναι η χτένα του, δεν παρέλειπε να χτενίζεται, ευπαρουσίαστος
ήθελε να μάχεται τον καθημερινό θάνατο και τα επερχόμενα.
Ας ανακεφαλαιώσουμε.
Η ατζέντα με τα φιλιά και η χτένα σίγουρα δεν θα έλειπαν.
Πάντα κάτι χρωστούσε, πάντα κάτι στον μαυροπίνακα της καρδιάς
σημείωνε για το μέλλον, φοβόταν μην εχθροί το πλησιάσουν.
Τραγικό, απόκληρη έμεινε από φιλιά και χάδια
κι αυτός έτσι αγέρωχος γιατί για κρυψώνα
βρήκε μια ασήμαντη τσέπη και δεν τα αποκάλυψε,
πνοή να της χαρίσει;
Πώς το έκανε;
Όχι αυτός, εκείνη η φταίχτρα.
Μέμφονταν τον εαυτό της αποκλειστικά.
Αυτός διάφανος, ωραίος, αδέκαστος, άτρωτος θα βαδίζει
ανάμεσα στις λεμονιές με ένα βιβλίο στο χέρι.
Τουλάχιστον αφού έχασε τα φιλιά ας της έμενε η χτένα,
θα είχε θησαυρίσματα πάνω:
Λίγες τρίχες απ' τα μαλλιά του, λίγη σκόνη απ' το στενό πηλοφόρι,
λίγο ξεραμένο αίμα απ' τον κρόταφο.
Ναι αίμα, που σε άλλη τώρα ύπαρξη νύχτες πανσέληνες φανερώνει.
Τώρα πώς θα ταυτοποιήσει τα στοιχεία του, την οντότητα του;
Πώς θα πλησιάσει τα χνώτα του, τους κωδικούς του;
Δεν αρκούν τα όνειρα, άσε που ψευτίζουν το πρόσωπο.
Το αίμα είναι δυναμίτης,
είναι το κιτάπι του καθενός,
είναι ο κρίκος που θα την έδενε μαζί του,
παρά τα χάη, αδιαχώριστοι να βαδίζουν κάτω από τις λεμονιές.
Nikki bungakou
Η ζωή στο χωριάτικο σπίτι ξεκινούσε αχάραγα. Στο πόδι η κυρά Αγγελική κι ο άντρας της ρίχνονταν στην δουλειά. Και τι δεν είχαν να κάνουν. Να ποτίσουν τα ζαρζαβατικά, να καθαρίσουν τα νεκρά φύλλα απ' τα λουλούδια, να ανοίξουν τις κότες και να τους πάνε τροφή και καλαμπόκι.
Ξυπνητήρι τους το κοκόρι που αξημέρωτα ακόμη τους ξυπνούσε. Αγαπούσαν αυτή την ώρα και ποτέ δεν τους διέφευγε να δουν τις πορφυρές γάζες της ανατολής, και φευγιό της πούλιας.
Σήμερα ξύπνησαν αργά. Ο ήλιος είχε βγει στις στράτες. Το κοκόρι δεν λάλησε.
Πετάχτηκαν έντρομοι από το κρεβάτι τους και πήγαν στο κοτέτσι. Φοβισμένες οι κότες κακάριζαν, ένας πανζουρλισμός. Στο έδαφος είδαν διάσπαρτα φτερά και αίματα. Ο άρχος του κοτετσιού είχε γίνει βορά ενός αρπακτικού.
Άκουσαν φτερουγίσματα, κοίταξαν ψηλά, μια γερακίνα πραγματοποιούσε χαμηλές πτήσεις. Φαίνεται πως η γκούσα της ξερογλύφονταν και για άλλο μεζεδάκι. Χτύπησαν δαιμονισμένα τους γκαζοτενεκέδες, έφυγε. Ένα δάκρυ τους έφερε πίσω στο σπίτι.
Σιγή της πέτρας
νυχτερινή εισβολή
ράμφος φονικό.
haibun
Κάθε φθινόπωρο που η σοδειά απ' τα ρόδια
έμπαινε στα τελάρα για να πουληθούν στην αγορά
έπαιρνα δέκα από αυτά (πάντα δέκα)
για να τα αποξηράνω στον ήλιο.
Τέχνη να αποξηραίνεις ρόδια, τα κρεμούσα
σε κορδέλες κόκκινες και διάλεγα τον ήλιο
του Νοέμβρη που είναι πολύτιμος αλλά και σπάνιος.
Αφού η φλούδα τους ξεραίνονταν κι ήταν έτοιμα
τα τακτοποιούσα σε ένα ξύλινο κασελάκι
που είχε πάνω του ανάγλυφο έναν μονόκερω.
Τα κρατούσα για γούρια της πρωτοχρονιάς.
Βροχή έπεφταν τα ρόδια χρωματίζοντας πατώματα
και τοίχους μα και τα μάγουλα στην ασπρόμαυρη
φωτογραφία της γιαγιάς.
Οι ευχές κρυφογελούσαν, τις έβλεπα πίσω
από την μεγάλη κληματαριά
που γυμνή την υπομόνευε το ξεροβόρι.
Κάποια φορά, πριν την γιορτή, χαράματα ήταν
άνοιξα το κασελάκι.
Τα ρόδια αναπαύονταν με ρόδινη την φλούδα τους.
Πριν κλείσω το κουτί παρατήρησα κάτι να γυαλίζει.
Ένα ρόδι ήταν μισάνοιχτο κι ανάμεσα στους ρουμπινένιους
σπόρους διέκρινα δυο χρυσούς κοπτήρες.
Ήταν οι κοπτήρες της γιαγιάς (έφεραν το μονόγραμμά της)
απόρησα λίγο μα γρήγορα συνήρθα και κατανόησα.
Η γιαγιά με τις συχνές επισκέψεις της στα όνειρα μου
φαίνεται πως κάποια νύχτα αποξεχάστηκε ή το ήθελε
και λησμόνησε να πάρει μαζί της τους μυτερούς κοπτήρες
που ακόμα και τα αμύγδαλα δεν τους αντιστέκονταν.
'Έκλεισα το κασελάκι αφαιρώντας τους.
Ο χρυσοχόος τους έδεσε, τους έβαλε κρίκους
κι εγώ τους πέρασα στην βαριά χρυσή αλυσίδα
απ' τα αρραβωνιάσματα της.
Από τότε μπορώ να ανοίγω φλοιούς από μύγδαλα
μα προπάντων να σπάω το σκληρό περίβλημα της μοναξιάς.
Η γιαγιά είναι μαζί μου, στον λαιμό μου, στον αγώνα μου.
Φαινομενικά και στα επόμενα ρόδια που θα αποξηράνω
θαρρώ θα το επαναλάβει. .
Οι τραπεζίτες της μου φέρνουν για πιο πρακτικοί.
Nikki bungakou
Nikki bungakou
Λησμονιά
Nikki bungakou
Nikki
haibun
Φόρεσε το μεταξωτό της φόρεμα. Πετρόλ το χρώμα του έδενε απόλυτα με το σμαραγδι των ματιών της, οφειλή ακριβή απ' τον προπάπου της. Το βρήκε στο βάθος της ντουλάπας, όταν έκανε ένα ξεκαθάρισμα, ξεχασμένο και τσαλακωμένο. Μύριζε όμορφα καθώς νοικοκυρικά τοποθετούσε στα συρτάρια της αποξηραμένα άνθη λεβάντας.
Ανοιχτοί κήποι
χρυσάνθεμα μυρίζουν -
κίτρινοι ήλιοι.
Η πολυκαιρία δεν βίασε το ζωηρό χρώμα του αλλά ούτε προδοσε την εξαίσια του γραμμή. Το φρέσκαρε με πράσινο σαπούνι, το στέγνωσε στο λιακωτό και με προσεκτικές κινήσεις το σιδέρωσε. Είχε πολλές πτυχώσεις και το σίδερο κυλούσε πάνω του τρυφερά σαν χάδι μωρού. Της πήρε πολλή ώρα για να το κάμψει και να το φέρει στην πρωτινή του μορφή.
Φθινοπώριασε
μπουρίνι καταφτάνει-
χορός των φύλλων.
Ζάρα δεν έβλεπες πουθενά, χρησιμοποίησε προστατευτικά ύφασμα για να μην πληγώσει την ευαισθησία του. Της πήγαινε κουτί καθώς διατηρούσε επί χρόνια το ίδιο βάρος. Ανάλαφρα έπεφτε και χάιδευε το σώμα της. Μόνο το πρώτο κουμπί έλειπε που αποκάλυπτε το πλούσιο στήθος της. Έβαλε τα δωδεκάποντα που υπογράμμιζαν το ρούχο αλλά και τις λεπτές της γάμπες.
Μυρίζει η γη
ήρθαν τα πρωτοβρόχια-
γέννα της χλόης.
Είχαν συνάντηση οι παλιοί συμφοιτητές μετά το πέρας μιας εικοσαετίας. Ήρθαν λίγοι οι υπόλοιποι είτε ξεχάστηκαν είτε έφυγαν νωρίς. Ο χρόνος είχε βάλει πάνω τους βαθιά την πατίνα του. Μόνο αυτή διατηρούσε αισθητά την ομορφιά της. Ίσως να βοηθούσε και το φόρεμα που αναδείκνυε το αγέραστο κορμί αλλά και τα βαθυπράσινα μάτια που δεν είχαν χρωματικά σχεδόν καθόλου ατονήσει.
Στέγαστρο σπιτιού
τρύπια τα κεραμίδια -
άντρο σπουργιτιών.
haibun
Έστριψε το τσιγκελωτο μουστάκι του με μεγάλη επιδεξιότητα. Τι δεν έκανε γι αυτό δεν φαντάζεστε. Το γυαλιζε με μπριγιαντινη, το ψαλιδιζε τακτικά, το χτένιζε και δεν άφηνε καμία τρίχα να εξέχει. Στο κεφάλι του είχε δεν είχε τέσσερις πέντε τρίχες μα το μουστάκι του δασυ κι ακμαίο τον ανταμειβε και τον παρηγορούσε.
Φλάουτο παίζουν
νυχτερινοί οι γρύλοι-
ήχους ξοδεύουν.
Κάθε απόγευμα κάτω από την δροσερή κληματαριά έπαιρνε τα απαραίτητα σύνεργα κι άρχιζε την καθιερωμένη ιεροτελεστία. Με πειθαρχία στρατηγού, μπροστά στο καθρεφτάκι, το σαπουνιζε και το ψαλιδιζε ελαφρά. Το σαπούνι γνήσιο από την μουργα της ελιάς που μόνος του το έφτιαχνε σε μεγάλες ποσότητες.
Γλυκό το θέρος
ακούγονται τζιτζικια-
ύπνος ελαφρύς.
Χρόνια χήρος, δεν την πρόδωσε την κυρία Ευτυχία. Άλλη γυναίκα δεν βρέθηκε να αντικαταστήσει ή να προσομοιασει την θρυλική ομορφιά της. Παιδιά σκυλιά δεν είχε μόνο πέντε έξι φίλους από τα χρόνια του σχολείου. Εκεί στραγγιζε τον θυμό του, τον πόνο του και την πέτρα της μοναξιάς του με ατελείωτες αντρικιες συζητήσεις.
Μαγεύουν τ' άστρα
η πούλια σεργαναει-
γεράνια φέγγουν.
Όποτε δεν είχε άλλη ασχολία έπαιρνε την φλογέρα του κι έπαιζε. Οι καρδιές των γειτόνων ανέβαζαν χτύπους. Με χοντρό καλάμι την είχε φτιάξει μετά το φευγο της κυρας του. Ήταν η συντροφιά του τις ώρες που οι φίλοι του έλειπαν σε δουλειές του χωραφιού. Αυτός δεν είχε κλήρο παρεξ ένα κηπάκι, ένα σπιτάκι από πλίνθους και κανά δυο τρία ζωντανά κι όρνιθες για να τον συντηρούν.
Ψηλά έλατα
χαμηλές ορτανσίες-
βουνίσιος τόπος.
haibun
Φορούσε ένα μακρύ αστραφτερό φόρεμα με βαθύ μπούστο. Όπως ήταν καθισμένη πάνω στην πέτρα έμοιαζε με γοργόνα που συνομιλεί με τα καράβια. Της έστελνε ο ήλιος μια δέσμη φωτός και διαστέλλονταν οι γαλάζιες ίριδες των ματιών της. Έλεγες πως ήταν ψεύτικη σαν νεράιδα που το έσκασε απ' την τροπική ζώνη με τα παραδείσια πουλιά.
Λυγούν τα στάχυα
καλοκαίρι τα δρέπει-
δρεπανιού κόψη.
Είχε μακριά ξανθά μαλλιά με τους βοστρύχους να φτάνουν ως την πλάτη σαν χείμαρρος. Αλαβάστρινο σώμα που το πότισε η αρμύρα και κρουστό βγήκε στην επιφάνεια να διαφεντεύει τα πλήθη των αγγέλων που παραφυλούσαν παράμερα στην ακτή. Αδερφή τους την ήθελαν στα τάγματα τους αρχάγγελο να την ορίσουν και επιστάτρια στους φάρους.
Άκουσμα γρύλου
ξαγρυπνάει η πόλη-
λευκή η νύχτα.
Μύριζε το νυχτολούλουδο βαριά και το γιασεμί έδινε αγώνα να το ξεπεράσει. Ο κόρφος της αιθέρια έστελνε αρώματα που σκέπαζαν όλες τις ευωδιές της γης. Τα χείλη της είχαν το χρώμα του βατόμουρου. Κάνιστρα έπαιρναν τα παιδιά γεμάτα με ροδοπέταλα για να την ράνουν. Κάποιος είπε πως κοιμόνταν με τον ήλιο αγκαλιά κι αυτόφωτη ήταν, μια αρχοντοπούλα των αιθέρων που ήρθε την γη να κατακτήσει.
Φυσάει λίβας
ανακατεύει μαλλιά-
θεϊκοί ώμοι.
Στην κόρη μου.
Αναδιπλώσεις
Έμαθα να ζω με τους νεκρούς μου
Οι νεκροί μου έχουν μακριούς μανδύες από καμποτο κι έρχονται και
με σκεπάζουν τις νύχτες.
Ξεσκονιζουν τις κορνίζες με τα πορτραίτα τους και δεν ζητούν ποτέ τους φιλοδώρημα.
Μία νύχτα μάλιστα του Γενάρη τότε που το φεγγάρι γύριζε σε πανσέληνο μου χάρισαν όλα τα χρυσαφικά που βρήκαν στις προθήκες του ουρανού.
Έγινα πλούσια ξάφνου και με τα νύχια σκληρά σκάλισα κι άνοιξα τα μνήματα τους καθώς αυστηρά στον ύπνο μου υπαγόρευσαν με λευκό κρασί να πλύνω τρεις φορές τα λευκά οστά τους.
Το ξέρω πως τους έχω κακομαθει μα δεν μπορώ χατίρι να τους χαλάσω.
Δεν ξεχνώ πόσες επίγειες μου έδωσαν χαρές, χωρίς αυτούς ο δείκτης του χεριού μου θα ηταν άδειος και δεν θα είχε το βαθυκόκκινο ρουμπίνι να τον στολίζει.
Άσε που χάριν σε αυτούς υπήρξα και δεν βρέθηκα στους δρόμους να αναζητώ με αναμμένο φακό τους στίχους που είχα γράψει στην εφηβεία μου στα παγκάκια της κοντινής πλατείας.
Δεν χρειάστηκε να δουλεψω για να βιοποριστω καθώς αυτοί έγνοια με είχαν πάντα.
Εδώ το καλό κριθαρένιο ψωμί.
Εδώ ο αστραφτερος κουβάς με το νερό.
Εδώ και τα ψητό της Κυριακής με μπόλικη ανθισμένη ρίγανη.
Εδω και το κιτρινισμενο μου μαντό για να πηγαίνω ευπρεπής στο γειτονικό καφενείο να πίνω τρία ούζα για έναν με συνοδευτικό πάντα παστό βακαλάο και ψωμί μπαγιάτικο.
Έμαθα να ζω με τους νεκρούς μου κι αν κάποτε τους αποχωριστώ θα πει πως έχω πεθάνει θάνατο βασανιστικό.
haibun
Είχε καιρό να βρέξει. Πέρασε το αποκαλοκαιρο κι ούτε μια σταγόνα δεν δρόσισε τη γη. Σήμερα όμως ένα ισχυρό μπουρίνι μαστίγωσε ανελέητα την πόλη. Ήταν ευκαιρία να κατέβει στο ποτάμι για να συλλέξει λειασμενες πέτρες και ξύλα. Πάνω τους θα ζωγράφιζε τοπία και προσωπογραφίες. Πήρε το ταγαρι της, ντύθηκε ανάλογα και ξεκίνησε.
Οργή της φύσης
ήρθαν τα πρωτοβροχια-
σχισμές γεμίζουν.
Στον δρόμο συνάντησε ελάχιστους διαβάτες. Όλοι τους φορούσαν αδιάβροχα, λαστιχένιες μπότες κι είχαν παραμασχαλα πρόχειρες τις ομπρέλες τους. Το βουητό του ποταμιού έφτανε ως εδώ. Σίγουρα απ' την κατεβασιά του θα είχε ενδιαφέροντα υλικά ξεβράσει. Περνώντας από μικρούς χείμαρρους και λασπόνερα έφτασε στον προορισμό της.
Μπουμπούκια παντού
χρυσάνθεμα θ' ανθίσουν-
φθινοπωριασε.
Όντως στις όχθες του είχαν καταλήξει πολλοί θησαυροί. Λασπωθηκαν τα χέρια της μα άξιζε τη θυσία. Μόλις έκανε να φύγει το μάτι της έπεσε σε μια ασυνήθιστη πέτρα. Ήταν μια λεοντοκεφαλη με καθαρά τα χαρακτηριστικά όπως: χαίτη, μάτια και στόμα. Δεν θα συμπλήρωνε τίποτα. Αριστουργηματικά το νερό την είχε σκαλίσει μες τους αιώνες με το καλέμι του.
Παρυφές βουνού
βγήκαν τα κυκλάμινα -
ροδιζουν βράχια.
Ο χρυσαετός
τροχιζει τα νύχια του
πάνω στα βράχια
φτερά πετάει φεύγει
ζυγι μες τον αέρα.
*
Μέσα στον κήπο
πλουμιστο το παγώνι
κραυγή αφήνει
βεντάλια τα φτερά του
σιγανό περπάτημα.
*
Πάνω στον οχτο
φυτρώνει το θυμάρι
φτέρες στο πλάι
μέλισσες τριγυρίζουν
απόσταγμα μαζεύουν.
*
Χτυπούν σήμαντρα
φωτιά καίει το δάσος
τρέμουν τα πουλιά
φωλιές εγκαταλείπουν
πισω τους οι νεοσσοί.
*
Ώρα δειλινού
ματώνουν τα ουράνια
ο ήλιος φεύγει
σειρά παίρνουν τ' αστέρια
δυο ημερών φεγγάρι.
*
Ουρλιάζουν λύκοι
μαλώνουν το φεγγάρι
νύχτα ξεκινά
τρομάζουν τα ελάφια
κρύπτες βρίσκουν και μπαίνουν.
*
Χοντρές οι κάπες
τσοπάνηδες σκεπάζουν
γύρω ερημιά
ακούγονται κουδούνια
αμνοί αναχαραζουν.
*
Πέφτουν τα φώτα
θερινά τα σινεμά
μπλε οι καρέκλες
αγιοκλημα τριγύρω
μεθαω στ' άρωμα του.
*
Πλάι στην λίμνη
σειρές οι καλαμιώνες
αέρας φυσά
μουρμουρητο αρχίζουν
βατράχια σιγονταρουν.
*
Λευκοί οι γλάροι
καράβια συνοδεύουν
κατάρτια ψηλά
μες την θάλασσα βουτούν
τρανοί είναι ψαράδες.
*
Άρωμα γύρω
άνθισαν οι γαρδένιες
πρώιμα φέτος
κόβω κλωνί το παίρνω
στολίδι στα μαλλιά μου.
*
Χτυπά το κύμα
ολοχρονίς τον βράχο
όρμους ανοίγει
αμμουδερος ο τόπος
κρινακια ξεπροβάλλουν.
*
Μαύρο το πέπλο
αστροφεγγη η νύχτα
νυχοπερπατα
νταντευει τα παιδιά της
ολονυχτίς η πούλια.
*
Χαλικοστρωτο
χωριού το μονοπάτι
αμαξάς περνά
τρίζουν τροχοί γυρίζουν
κονιορτος τους πνίγει.
*
Πηδούν τις φωτιές
όμορφα τα κορασια
κοντές οι φούστες
στεφάνια φλόγες βγάζουν
μια σπίθα στο φουστάνι.
Ήλιος θερινός
στιλβωνει τα ουράνια-
νέφη πυρπολεί.
*
Αμμουδιάς κρίνα
κουνούν το κεφαλάκι-
μαιστρος φυσά.
*
Κόκκινος ήλιος
ξεπροβάλλει στα βουνά -
σκορπιού ξύπνημα.
*
Το καλοκαίρι
κοντή φούστα φοράει -
σανταλια δένει.
*
Θάλασσα πλατιά
ο ήλιος την χρυσιζει-
θέρος κραταιό.
*
Μέσα στην λίμνη
κοαζει το βατραχι-
καλαμιές γύρω
*
Μύρια τα άνθη
σειρές οι ορτανσίες -
μπορντούρα κήπου.
*
Δεσαν βύσσινα
γλυκάκι κουταλιού -
πηχτό σιρόπι.
*
Γαλάζια νερά
ελαφρύ κυματακι-
απαρχή θέρους.
*
Πρωινή δροσιά
ωρίμασαν τα μούρα-
γλυκα στο στόμα.
*
Καυτός ήλιος
ξεράθηκαν λεβάντες
μάτσα θα γίνουν.
*
Ψήνει ο ήλιος
ξερα γαϊδουράγκαθα-
σπόροι για τσάι.
*
Μεγάλη μέρα
καρπισαν οι κερασιές
τραγανός καρπός.
*
Φορά εσάρπα
διάφανη στα μπράτσα της -
ρούχο του θέρους.
*
Βιολιά κουρδιζουν
ακαματα τριζόνια-
μεσούντος θέρους.
Σομονκα
Δώρα αγάπης
Ξυπνούν τα πουλιά
χρυσό περιδέραιο
Η ανατολη
αχτίδες θε να κόψω
δακτυλίδια να φοράς.
Έσκασε το φως
άρμα παίρνει ο ήλιος
ξυπνά το πουλί
ανεκτίμητο δώρο
στολίζει τα δάκτυλα.
*
Ξύπνημα
Λαλεί τ' αηδόνι
τις τριλιες δοκιμάζει
άσμα πρωινό
το τσάι ετοιμάζω
μπαίνεις στα όνειρα μου.
Ελαφρύς ύπνος
η νύχτα δεν τελειώνει
ήχοι τριζονιου
ζητώ να ρθεις κοντά μου
μες τ' άσπρα να σε ντύσω.
*
Δεσμός
Χρυσή μια βέρα
πέφτει μες το πηγάδι
κύκλοι του νερού
τον σιγλο κατεβάζω
πολλά καράτια πιάνω.
Σφιχτά δεμένο
του γάμου δακτυλίδι
λάμπει η πέτρα
παράμεσο στολίζει
γραμμένο τ' όνομα σου.
*
Έρωτας
Χλωρά τα φύλλα
δροσοσταλιδες πάνω
τρέχουν στο χώμα
πονά ο έρωτας σου
ξάγρυπνη με αφήνει.
Μύρο λεβάντας
κάτω απ'το μαξιλάρι
ζεστό τ' όνειρο
βαριά τα φυλλοκαρδια
η μνήμη μου σε τρέφει.
*
Παινέματα
Μαύρα τα μάτια
η μέση δακτυλίδι
ίσιο το κορμί
ταίρι σου δεν υπάρχει
καμιά άλλη στον κόσμο.
Στήθος στιβαρό
πόδι κουπί που λαμνει
σγουρά τα μαλλιά
τα κάλλη σου μαγεύουν
άφωνη με αφήνουν.
*
Ραβασάκι
Κλειστό το γράμμα
ήρθε ο ταχυδρόμος
λόγια αγάπης
ροδοπέταλα βάζω
να γλυκαθουν οι στίχοι.
Λεπτό το χαρτί
το σπίτι ευωδιάζει
άρωμα ρόδου
το γράμμα σου ανοίγω
δακρύζω απ' τους στίχους.
haibun
Ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμη. Η αυγή σαν καλή νοικοκυρά είχε ήδη απλώσει τα ροζ σεντόνια της να αεριστουν και καμαρωνε περήφανα το προικιο της. Αραιά σταχτιά σύννεφα έκρυβαν τα τελευταία εναπομείναντα αστέρια. Αχνό ακόμα το φως διεκδικούσε τα πρωτεία απ'την νύχτα.
Σπαθί κρατάει
του θέρους η αυγουλα-
αίμα στα βουνά.
Γαληνεμενη η θάλασσα με σκούρο γκρι φόρεμα ανυπομονούσε να έρθει ο ήλιος να την ντύσει στα γαλάζια, πανώρια να υποδεχτεί την νέα μέρα. Που και που λευκές και ασημένιες γάζες απλώνονταν στα νερά της αποθωντας το γκρίζο της φόντο που η γκαρνταρόμπα της νύχτας της είχε προσφέρει.
Ξυπνούν οι κρίνοι
το κύμα έχουν πλάι-
πλερια ευωδιά.
Τα ροζ σεντόνια της αυγής πήραν σιγά σιγά να χρυσιζουν. Το φως ολοένα και δυναμωνε και το χρυσό μάτι του ήλιου έστελνε τις αχτίδες του πρόσχαρα στον κόσμο. Ξεχώριζαν πια οι ελιές, τα κυπαρίσσια και τα κοντά αμπέλια. Χρυσισε κι η θάλασσα πριν ντυθεί στα γαλάζια και φιλόξενα υποδεχτεί τις πρωινές τράτες.
Άπλετο το φως
κοιμούνται τα τριζόνια-
βοή τζιτζικιών.
Τα κοκκορια αφού επιτέλεσαν το πρωινό τους καθήκον πήραν να ασχοληθούν με το σκάλισμα της γης προσπαθώντας να βρουν πέτρες και σκουλικακια την γκουσια να γεμίσουν πριν η κυρά τους ξυπνήσει και φέρει χρυσό το καλαμπόκι στις ταιστρες. Ομορφονια η μέρα ξεκινούσε το ταξίδι της βάφοντας με κοκκιναδι τα αισθησιακά της χείλη.
Ροζ ορτανσίες
δροσοσταλιδες κρύβουν-
πάνω στα φύλλα.
Ερχομός
Ροζ κυκλάμινο
μπηγει ρίζα στον βράχο
χαρά της πέτρας
ένα άνθος θα κόψω
τ' αυτί σου να στολίσω.
Κάμπος απλωτος
πολλά λουλούδια φέρει
ακμαία χλόη
κόβω κισσούς τους πλέκω
στεφάνι στα μαλλιά σου.
*
Χαμογελιο
Λεπτά πέταλα
κίτρινη μαργαρίτα
έριδες σκορπά
για σε θα την μαδησω
ναι η απάντηση της.
Αέρα σχίζει
φτεράκι χελιδονιού
φωλιά χτίζει
να έρθεις καρτεραω
πλουμίδια ετοιμάζω.
*
Μισεμος
Πράσινος οχτος
ρίζες κρατούν το χώμα
κυλά μια πέτρα
μακριά μου φεύγεις πάλι
θα λείψουν τα φιλιά σου
Κλειστό το σπίτι
αράχνες γυροφερνουν
τρύπια η στέγη
σε είχα για μια νύχτα
μικροχαρες μου παίρνεις.
*
Αντάμωση
Τρένο σφυρίζει
λευκά μαντήλια βγήκαν
χτυπά η καρδιά
στέκω στην αποβάθρα
άνοιξε την αγκάλη.
Περνά η μέρα
η νύχτα βασιλεύει
τριζόνια ηχούν
νυχτερινή αγάπη
του άστρου περαταρης.
Ύμνος
Γλυκό τραγούδι
ψελλίζουν τα δυο χείλη
φλόγες έρωτα
Γράφω στίχους για σένα
γαλάζια υμνω μάτια.
Πετά τζίτζικας
ήρθε το καλοκαίρι
κύμα απαλό
κιθάρα θε να πάρω
τους στίχους σου να ντύσω.
Φιλί
Χρόνια πέρασαν
καιν ακόμα τα χείλη
τρανός ο έρως
σφραγίδα στην καρδιά μου
το πρώτο φίλημα σου.
Αγάπης μέθη
χτυπά τα φυλλοκαρδια
αίμα κοχλαστο
ακόμα σε γυρεύω
καρπισε το φιλί σου.
Ανατολή
Ροζ ανατολή
μόδιστρου το φόρεμα
σκόρπια σύννεφα
καλπάζει η φαντασία
καμβά αγάπης φτιάχνει.
Ξημερώματα
ζεστό το μαξιλάρι
σβήνουν όνειρα
ο νους σε σενα φτάνει
ξεμυτισε ο ήλιος.
*
Ξύπνημα
Τρέμουν τα φύλλα
πρωινό αεράκι
ζεστός ο καφές
ψάχνω να βρω καδένα
λευκό λαιμό να ντύσει.
Σκούρα τα μάτια
δροσοσταλιδες λαμνουν
πάνω στα φύλλα
ρίχνω χαρτί μου βγαίνει
θριαμβευτής ο έρως.
*
Αντάμωμα
Λαλούν τζιτζίκια
ο ήλιος άρμα παίρνει
νύχτα χαιρετά
σήμερα που γιορτάζεις
δώρο φιλιά θα φέρω.
Βγήκε τ' όνειρο
λαμποκοπα η πλάση
χρυσές αχτίδες
καβάλα στ' άλογο σου
κοντά να ρθεις προσμένω.
*
Καλοκαιρινό
Άγρυπνο κορμί
διώχνει έξω τη νύχτα
ήλιο προσκυνά
γαλάζια φέρνω χάντρα
ζεστες οι θάλασσες σου
Μέρα ξεκινά
λευκές οι ορτανσίες
κήπους στολίζουν
μικρό ανθακι κόβω
για σε να λάμπω θέλω.
*
Όνειρο
Πρωινή δροσιά
κάθεται στα κλαράκια
χρυσές σταγόνες
ήρθες μες το όνειρο μου
ολολαμπρη σαν πούλια.
Πρώτο τραγούδι
ξεκίνησε τ' αηδόνι
πάνω στο κλαρί
φεγγω για σένα όλος
ξυπνω ποίημα γράφω.
*
Το σώμα του έρωτα
Σχιστή η πέτρα
φλεβιτσες ξεχωρίζουν
ποίημα της γης
ξεστρωνω τα σεντόνια
μύρα κορμιού σκορπίζω.
Ρόδα μυρίζουν
γεμάτο το περβόλι
λεπτές ευωδιές
κοιμήθηκες μαζί μου
οι ώρες δεν μας φτάσαν.
Θα έρθει κάποτε η άνοιξη στην πλάση
Μην θαρρείς πως θα είναι παιδούλα με ξέσκεπο
κεφάλι, φανταχτερό φόρεμα, κόκκινα σαν φράουλα χείλη
και ολόξανθα μαλλιά.
Αντιθέτως μεσόκοπη θα είναι με σκληρά απ' την δούλεψη
χέρια και μπράτσα όλο μυς απ' το χειρισμό
της σαΐτας και της στρόφιγγας της πέτρινης αυλής.
Στο κεφάλι θα φορά καπέλο από εφημερίδα καλοτσακισμένη
σαν κι αυτό που φορούν οι εργάτες όταν γυρίζουν τον τροχό.
.Αποσταμένη από τα πένθη, τα αντίο και τους αποχωρισμούς
μαντήλια στο κεφάλι ή στο χέρι της διόλου δεν θα δεις να φέρει.
Η αρχέγονη μου άνοιξη φυγάδεψε σε καρυδένια σεντούκια
τα καλούδια και τα μεταξωτά της φουλάρια.
Στα μαντήλια συνήθειο τώρα το έχει να δένει σπόρους
μαζεμένους ώρα απογευματινή απ' τους αγρούς
που συγγενεύουν με τον ήλιο εκεί πέρα στα ξερονήσια
που κι οι πέτρες μήτρα γυναίκεια χαίρουν να έχουν.
Στα πετρωμένα στήθη της έχει πήξει το γάλα των αδύναμων
ελαφιών και των αναψοκοκκινισμένων εργατριών.
Έτσι και να κάνεις πως την αγκαλιάζεις όλος ο κόσμος θροφή
και δύναμη γιομίζει καθώς και θερισμένα στάχυα με τον καρπό
μεστό και πλούσιο.
Όργιο καρπό σαν του καναρινιού το ράμφος που παιδεύει
τις μυλόπετρες κι αλεύρι βγάζει αφράτο σαν τους λαγόνες
της γης πριν τον οργασμό της με τον επιβήτορα ήλιο.
Η άνοιξή μου κιούπια με χωνεμένο ασβέστη βαστά στα χέρια.
Παραφυλάει να έρθει η ώρα την βούρτσα να πάρει
την μάντρα που βγάζει στο ποτάμι να ασπρίσει και τον κορμό
των κερασιών να απ' τα τρωκτικά να προστατέψει και τις αίγες.
Κραταιά έχει υπομονή, δεν γερνά, το σκουλαρίκι στο αριστερό
της αυτί κόκκινο έχει ρουμπίνι.
Απ' τις ανταύγειες του μεθά και στο εργαστήρι της μπαίνει
τα ακριβά να φτιάξει φυλακτά, έτσι που σαν έρθει η ώρα
να κοκκινίσουν τα μάγουλα των παιδιών και η καμπούρα
των ιερωμένων πλατύ να γίνει αλώνι, απλόχερα να τα μοιράσει.
Ο μέγας καρπός να βγει απ' το αρμυρισμένο μαντήλι
και στη γη να φυτευτεί, χρυσά δεμάτια να δώσει και γεμάτα κασόνια.
Να μην θλίβονται οι ξάγρυπνες μανάδες δίπλα στα παγωμένα βρέφη.
τις γεναριάτικες νύχτες, ήρθε καιρός πια να μην τις
περιγελά ο βαρκάρης ανεμίζοντας τα φαιά του κιτάπια
σάμπως βεντάλιες μαγισσών στα γκρεμισμένα τους κάστρα.